Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Χρήστος Παπαοικονόμος

πρωθιερεὺς  Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών (1853 – 1922).

 

 

Χρήστος Παπαοικονόμος

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο Χρήστος Παπαοικονόμος γεννήθηκε στο Λεβίδι Αρκαδίας το 1853. Πατέρας του ήταν ο ιερέας Παναγιώτης, ο οποίος είχε και το οφφίκιον  του  Οικονόμου γι  αυτό και όταν θέλησε να αλλάξη το πατρικό του  επώνυμο, το οποίο ήταν Κουτσουράκης, εζήτησε και πήρε       – μετά από Βασιλικό Διάταγμα – το όνομα Παπαοικονόμος.

 

 

Ο Χρήστος Παπαοικονόμος από νέος επέδειξε  εξαιρετική κλίση προς την Θρησκεία ἡ οποία τον οδήγησε μετά τις εγκύκλιες σπουδές του, στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων με την πρόθεση να μονάση. Οι έντονες αντιρρήσεις όμως του  Πατέρα του, τον οδήγησαν στη Θεολογική Σχολή Αθηνών.

 Όταν έλαβε το πτυχίο της Θεολογίας και μετά το διδακτορικό του, τοποθετήθηκε Σχολάρχης Άργους. Στο Άργος, ενυμφεύθη την Αικατερίνη Μπόμπου με την οποία απέκτησε τρία παιδιά.

 

Με την συνδρομή και άλλων φιλοπρόοδων Άργείων δημιούργησαν τον Φιλολογικό Σύλλογο «Δαναός» καθώς και το ομώνυμο περιοδικό.

 

Εχειροτονήθη διάκονος  στις 8-10-1905 και την επομένη πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο ( Μηνόπουλο) ο οποίος υπήρξε αγαπητός του φίλος.

 

Λόγιος και πολυγραφώτατος – πέραν τον πολλών άλλων εργασιών του- συνέγραψε το πρώτο υπεύθυνο και επιστημονικά τεκμηριωμένο βιβλίο αναφερόμενο στον βίο του Αγίου Πέτρου, προστάτη και πολιούχου τής πόλης τού Άργους.

 

 Από το 1905 μέχρι το 1922 υπήρξε πρωθιερεὺς του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών, διευθυντής τών Γραφείων της Μητρόπολης και Επισκοπικός Επίτροπος.

 

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Χρήστος Οικονόμος, γαλήνιος και ήρεμος οδηγήθηκε προς τον Δημιουργό του το 1922, κλείνοντας ένα κεφάλαιο στην ιστορία του Άργους άλλα και στην εκκλησιαστική ιστορία της Μητροπόλεως Αθηνών και ανοίγοντας ένα άλλο σπουδαιότερο στο βιβλίο του Ουρανού.

 

 

Πηγή

 

  • Αρχεία Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός».

 

 

 

 

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β΄ (Δεληγιαννόπουλος)


 

Ο Χρυσόστομος Β’. Αύγουστος 1940, ως Ιεροκήρυξ Τριφυλίας και Ολυμπίας.

Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Β΄ είδε το φως της ζωής στην πόλη της Ζακύνθου, στις 6 Απριλίου του 1916, ημέρα Τετάρτη. Οι καλοί και ενάρετοι γονείς του Ιωάννης Δεληγιαννόπουλος και Αδαμαντία, το γένος Παναγιώτη Ιερέως Πυριόχου, απέκτησαν οκτώ παιδιά, αλλά επέζησαν τα πέντε. Ο Διονύσιος, ο Σπυρίδων, ο Νικόλαος, ο Ανδρέας και η Αικατερίνη. Ο Νικόλαος έμελλε να ανέλθει την ιερατική κλίμακα και να ποιμάνει τον φιλόχριστο λαό της Αργολίδας.

Από παιδικής ηλικίας υπηρέτησε πλησίον πολλών Ιερομονάχων της Ι. Μονής Αγίου Διονυσίου και εφημερίων της πόλης.  Το πτυχίο της Θεολογίας απέκτησε το 1939. Κατά την διάρκεια των σπουδών του εκάρη μοναχός και διάκονος την 1/1/ 1938 οπό τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο (Δημητρίου), λαμβάνοντας και το εκκλησιαστικό όνομα Χρυσόστομος. Το έτος 1939 διορίστηκε Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου και το 1940 τακτικός Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Τριφυλίας και Ολυμπίας.

Σε ηλικία μόλις 24 ετών, συνοδευόμενος οπό τον ιερέα παππού του Παναγιώτη Πυριόχο και τον θείο του ιερέα επίσης Αντώνιο Πυριόχο, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και κατά την κήρυξη του ελληνοΐταλικού πολέμου κατετάγη ως Στρατιωτικός Ιερέας με τον βαθμό του Υπολοχαγού καθ΄ όλη την διάρκεια του πολέμου.

Το 1941 τοποθετήθηκε ως Ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος. Στην κατοχή ίδρυσε ορφανοτροφείο και οργάνωσε καθημερινά συσσίτια για τα πεινασμένα παιδιά του Άργους στο προαύλιο του Ιερού Ναού του Τιμίου Προδρόμου.

Κατοχή. Προαύλιο Ιερού Ναού Ιωάνου του Προδρόμου στο Άργος.

Εκεί, κατά τον μεγάλο βομβαρδισμό της πόλης, στις 14-10-1943, προστάτεψε πάνω από 100 παιδιά, βάζοντάς τα μέσα στην Εκκλησία, για να μη δίνουν στόχο στα αεροπλάνα και μιλώντας τους προσπάθησε να αμβλύνει τον τρόμο και να απαλύνει την αγωνία τους. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1960 που διορίστηκε  Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου.

Στις 19 Νοεμβρίου 1965 εξελέγη Μητροπολίτης Αργολίδος. Έκτοτε αφοσιώθηκε στο ποιμαντορικό του έργο, αναπτύσσοντας αξιόλογη κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Ίδρυσε οικοτροφείο και ορφανοτροφείο θηλέων στο Άργος και αρρένων στο Ναύπλιο, έκτισε τα αντίστοιχα κτίρια, έκτισε το μοναστηριακό συγκρότημα Αναβάλου μετά το Κιβέρι, τον Άγιο Βασίλειο Άργους και έδειξε μεγάλη επιμέλεια για τις μονές και πολλές ακόμα εκκλησίες της Μητρόπολης. Οργάνωσε τα κατηχητικά σχολεία, ενίσχυε οικονομικά τους άπορους και πάσχοντες και τις πολύτεκνες οικογένειες, ίδρυσε τη Χριστιανική Εστία και οργάνωσε τις κατασκηνώσεις στον Ανάβαλο.

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β΄.

 

Μελετητής και ερευνητής, με φωτισμένη την διάνοια και την σκέψη, φιλάνθρωπος και ελεήμων, χάραξε ανεξίτηλα τα ίχνη του στην ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος. Έγραψε την Ιστορία της Μητροπόλεως Αργολίδος, την Ιστορία των Μονών, τούς βίους των Αργείων Αγίων, μελέτη περί του μοναχικού βίου, περί του παρθενικού βίου κ.α. Έφυγε από τα εγκόσμια  στις 4.7.1985 στον «Ερυθρό Σταυρό» από οξύ έμφραγμα και ενταφιάστηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον Άγιο Θεοδόσιο, όπου τοποθετήθηκε και η προτομή του. Επίσης, άλλη μια προτομή του εκλιπόντος υπάρχει πριν από τη δυτική πύλη του Αγίου Πέτρου δεξιά.

Πηγή


  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του, Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.

 

Γιώργος Καραμάνος (1926-2004)


 

Γιώργος Καραμάνος

Ο Γιώργος Καραμάνος γεννήθηκε το 1926 στο Μάνεσι Αργολίδας – τότε ένα άνυδρο και φτωχό χωριό στην περιφέρεια του Ναυπλίου. Από παιδί έδειξε ενδιαφέρον για το γράψιμο και τη ζωγραφική, ενώ από τον πατέρα του – πρωτοπόρο φωτογράφο από το 1907, από τους πρώτους που έφεραν στην Ελλάδα επαγγελματικό φωτογραφικό, πιθανά και κινηματογραφικό εξοπλισμό – πήρε τις γνώσεις για την τέχνη της φωτογραφίας, αλλά και την αγάπη του γι’ αυτήν. Αρχικά ακολουθώντας τον σαν βοηθός του και στη συνέχεια συνεχίζοντας μόνος του (για ένα διάστημα και επαγγελματικά) να καταγράφει την καθημερινή ζωή, τις ασχολίες και τις εορταστικές στιγμές των συγγενών και των συχωριανών του – κάτι που δε σταμάτησε να κάνει ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στο μεταξύ έχει αρχίσει ν’ ασχολείται με τη συγγραφή, ευθυμογραφημάτων κυρίως και ιστοριών της υπαίθρου, ενώ παράλληλα κάνει τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία, σε εφημερίδα του Ναυπλίου.

Στη δεκαετία του ’60 έρχεται στην Αθήνα και εργάζεται σε ακτινολογικό τμήμα του ΙΚΑ (μ’ ένα μυστήριο τρόπο πάντα κοντά στη φωτογραφία…), χωρίς όμως ποτέ να χάσει την επαφή του με τη συγγραφή αλλά και τη δημοσιογραφία, ακόμα και με τον κόσμο της σατιρικής σκιτσογραφίας. Για χρόνια έκτοτε, συνεργάζεται περιστασιακά με εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας αλλά και της επαρχίας (ΤΑ ΝΕΑ, ΑΥΓΗ, ΑΡΓΟΛΙΔΑ, το περιοδικό ΑΝΤΙ, κ.ά.), ενώ για ένα διάστημα εκδίδει τη δική του εφημερίδα, τη σατιρική «Μπαμ».

Το 1977 διασκευάζει για την τηλεόραση την επιτυχημένη σειρά διηγημάτων του, «Ο φωτογράφος του χωριού», δημιουργώντας ένα τηλεοπτικό είδος επαρχιακής ηθογραφίας που άφησε εποχή. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, συνταξιούχος πλέον, ο Γιώργος Καραμάνος επιστρέφει στο Μάνεσι όπου συνεχίζει να γράφει και να συνεργάζεται με τοπικές εφημερίδες και περιοδικά. Ακόμα, για ένα διάστημα, διευθύνει τη Βιβλιοθήκη του Ναυπλίου.

Ποτέ δε σταματά να κάνει σχέδια για το μέλλον και να μάχεται ότι τον ενοχλεί. Το 2003 κυκλοφορεί μια νέα σειρά διηγημάτων και προετοιμάζει την κυκλοφορία φωτογραφικού λευκώματος με υλικό από το αρχείο του πατέρα του και δικό του.
Τον Σεπτέμβριο του 2004 πεθαίνει στην Αθήνα, σε ηλικία 78 ετών.

 

Ένα αίνιγμα μιας κερατένιας εποχής –  Από τον σκιτσογράφο Κώστα Μητρόπουλο

 

Ο Γιώργος Καραμάνος, όπως όλοι οι πραγματικοί ευθυμογράφοι, στάθηκε αδύνατον να συνεννοηθεί με αυτό που λέμε πραγματική ζωή. Συγκρουσιακός, όπως όλοι οι πραγματικοί ευθυμογράφοι, δεν καταλάβαινε παρά μόνο την αστεία πλευρά της. Οποιαδήποτε άλλη ήταν αιτία για ρήξη! Αποτέλεσμα; Ενώ διέθετε μια αληθινή στόφα σατιρικού κι ένα αυθεντικό ταλέντο, δεν μπόρεσε να σπάσει τα τείχη ούτε του μεγάλου Τύπου, ούτε των μεγάλων κέντρων, ούτε της μεγάλης Τηλεόρασης.

Κινήθηκε πικραμένος και καυστικός στον περίγυρο, σαρκάζοντας και οικτίροντας. Είχε γνώση του τι ακριβώς συνέβαινε. Από το μικρό χωριό του Ναυπλίου ή τις στενές στήλες περιοδικών και εφημερίδων μικρής εμβέλειας, πυροβολούσε εύστοχα! Πότε μ’ ένα κλασικό σήριαλ όπως τον αξέχαστο και μοναδικά ποιοτικό «Φωτογράφο του χωριού», πότε με μια έγκυρη και μοναδική ανθολογία του χιούμορ, πότε μ’ ένα δόκιμο και αυθεντικό λογοτεχνικό τομίδιο. Πανταχού παρών και απών συγχρόνως. Ένα αίνιγμα μιας κερατένιας εποχής που δεν αξιώνει παρά μόνο ευέλικτους – μπορεί και ταλαντούχους που είναι και ευέλικτοι – ή τυχερούς.

Ο Γιώργος ο Καραμάνος δεν ήταν τίποτα από αυτά. Ήταν μόνο ένας πραγματικός ευθυμογράφος. Από τους πολύ καλούς του καιρού μας. Που το Μέλλον του ανήκει, μια και το Παρόν τον αγνόησε, όπως κι εκείνος αυτό. Ο τελευταίος ηθογράφος της ελληνικής υπαίθρου.

 

Από τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο

 

Ο Γιώργος Καραμάνος υπήρξε ένας θαυμάσιος ευθυμογράφος που συνέχισε με κύρος και ανάλογη επιτυχία το είδος που καθιέρωσε ο Σταμ-Σταμ. Δηλαδή το χιούμορ του χωριού, τη λαϊκή θυμοσοφία, τη λοξή ματιά με την οποία οι απλοϊκοί άνθρωποι σχολιάζουν τα κουσούρια των άλλων.

Ο Καραμάνος είχε μια περιγραφική δεινότητα, ακρίβεια στους διαλόγους, αδρή καταγραφή των ηθών και σαφήνεια στην περιγραφή των τύπων και των χαρακτήρων.

Δημοσίευσε από νεαρή ηλικία ευθυμογραφήματα σε στρατιωτικά περιοδικά και εφημερίδες, χρονογραφήματα, φαιδρές ιστορίες, ακόμα και ρεπορτάζ από τον αγροτικό από τον αγροτικό και μικροαστικό επαρχιακό βίο στον ναυτιλιακό τύπο και τις αθηναϊκές εφημερίδες.

Κυκλοφόρησε πολλά βιβλία ανάμεσα στα οποία αναφέρω: «Γέλιο σε τρεις διαστάσεις» (1954), «Εύθυμες ιστορίες του χωριού» (1955), «Χωριό μου, χωριουδάκι μου» (1958), «Χουνέρι στο τραίνο» (1961), «Χωρατά στις γιδόστρατες» (1963), «Ο φωτογράφος του χωριού» (1970) -αυτό το τελευταίο έγινε δημοφιλές σήριαλ. Δύο χρόνια πριν από τον θάνατο του έγραψε και τύπωσε μια συγκινητική αυτοβιογραφία. Σημειώνω επίσης την τίμια ανθολογία του: «Ένας αιώνας ελληνικού χιούμορ». Με το θάνατο του Καραμάνου εξέλιπε ο τελευταίος ηθογράφος της ελληνικής υπαίθρου.

 

Ο Γιώργος Καραμάνος στην ελληνική τηλεόραση

 

Το 1977 η ΕΡΤ προβάλλει την τηλεοπτική σειρά «Ο φωτογράφος του χωριού». Μια παραγωγή του Γιάννη Παναγιωτόπουλου, σε σκηνοθεσία Αντώνη Βογιάζου, διεύθυνση φωτογραφίας και μοντάζ Σάκη Μανιάτη. Τους βασικούς ρόλους ερμήνευαν ο Νάσος Κεδράκας και η Χριστίνα Κουτσουδάκη, πλαισιωμένοι από τους Τάσο Λέρτα, Γιάννη Τότσικα, Λάζο Τερζά, Κίτυ Αρσένη, Ζωή Ρίζου, Νίκο Καλογερόπουλο, Χρήστο Καλαβρούζο και άλλους.

Θέμα: Η ζωή σ’ ένα ερημωμένο από τη μετανάστευση ελληνικό χωριό, όπου όλες οι ελπίδες και οι προσδοκίες των λιγοστών κατοίκων του, είναι στραμμένες στα εμβάσματα και τα νέα των ξενιτεμένων.

Για την ιστορία: μια ιδιότυπη παραγωγή 16 ημίωρων επεισοδίων, μια και βασίστηκε σε 16 σεναριακά σχεδιάσματα του Γιώργου Καραμάνου, πάνω στα οποία αυτοσχεδίασαν οι ηθοποιοί. Τα γυρίσματα έγιναν στο χωριό Βάργιανη Παρνασσού, με δύο μέρες για τις λήψεις (σε φιλμ) και άλλες δύο μέρες για μοντάζ και κάθε άλλη επεξεργασία, δηλαδή τέσσερις μέρες συνολικά ανά επεισόδιο. Και όλα αυτά υπό την βασανιστική εποπτεία του απαιτητικού Καραμάνου. Το αποτέλεσμα, μια τηλεοπτική σειρά που άφησε εποχή ώστε να παίζεται μέχρι σήμερα κατά καιρούς από την κρατική ελληνική τηλεόραση.

Το 1988 η ΕΤ1 προβάλλει την τηλεταινία διάρκειας 55’ με τίτλο «Ντούα βε, ντούα κούλετς» (Θέλω αυγά, θέλω κουλούρια – στα αρβανίτικα), σε σενάριο Γιώργου Καραμάνου και σκηνοθεσία – παραγωγή Σάκη Μανιάτη.

Θέμα: ηθογραφία – κριτική των ανθρώπων της υπαίθρου στην πρωτεύουσα και τους κατοίκους της, με αφορμή μια αθώα φάρσα των πρώτων στους δεύτερους. Εμπνευσμένη από τη συνύπαρξη με το αρβανίτικο στοιχείο που ακόμα υπάρχει έντονο στα χωριά της Αργολίδας.

 

Εργογραφία

Βιβλία

Γέλιο σε τρεις διαστάσεις, 1954
Εύθυμες ιστορίες του χωριού, 1955
Χωριό μου, χωριουδάκι μου, 1958
Χουνέρι στο τραίνο, 1961
Χωρατά στις γιδόστρατες, 1963
Ένας αιώνας ελληνικού χιούμορ – 2τομη ανθολογία, 1967
Ο φωτογράφος του χωριού, 1970 (επανέκδοση το 1984, Εκδόσεις Φιλιππότη)
Ο τελευταίος των γαϊδάρων, 1971
Εν μέσω αυτών – αυτοβιογραφικό, 1972
Γιορτάσιμα, 1977
Λαχανίδες και λαχανάκια Βρυξελλών, 1987
Γυρεύοντας το πρόσωπο – διηγήματα, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2003

Σενάρια«Ο φωτογράφος του χωριού», τηλεοπτική σειρά 16 ημίωρων επεισοδίων, σε σκηνοθεσία Αντώνη Βογιάζου και παραγωγή Γιάννη Παναγιωτόπουλου, ΕΡΤ, 1977, »Ντούα βε, ντούα κούλετς», τηλεταινία σε σκηνοθεσία και παραγωγή Σάκη Μανιάτη, ΕΤ 1, 1988.

 

Πηγή


  • Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδας

 

Παναγιωτόπουλος Σπύρος (1894- 1987)

 

    

Ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, τεχνοκρίτης και πεζογράφος Σπύρος Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε στο Άργος, όπου και έμεινε ως το 1918. Ασχολήθηκε με το εμπόριο. Το 1919 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Διατέλεσε πολλά χρόνια Σύμβουλος της Λυρικής Σκηνής, Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών και Αντιπρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, καθώς και της «Ένωσης Κριτικών Τέχνης».

Ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία και την κριτική εικαστικών τεχνών. Στην Αθήνα συνεργάστηκε με τα φιλολογικά περιοδικά: «Νουμάς», «Μούσα», «Ελληνικά γράμματα», «Παναθήναια», «Παρνασσός» και «Νέα Εστία». Το 1923 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή «Μαϊστράλια» και το 1944 το «Νυχτερινό διαβάτη».

Περάσματα

Ένα κοπάδι κάτασπρα, χιονάτα περιστέρια

τον ήσκιο του εκαθρέφτισε στης στέρνας τα νερά,

κ’ εκείνα αναταράχτηκαν κ’ υψώθηκαν σα χέρια

τα νούφαρα ν’ αδράξουνε τη βιαστική χαρά.

Αλλά του κάκου! Έπέρασαν αυτά γοργά και πάνε

κ’ η θλίψη ξαναγκάλιασε νερά και χλόη κι’ ανθούς.

Ω συ, που όμοια στο διάβα της γεννήθης, πόθε πλάνε,

πνίξου στης Λήθης τώρα πια τους σκοτεινούς βυθούς.

 (απ’ τη συλλογή «Μαϊστράλια» 1923)

Επίσης δημοσίευσε τα πεζογραφήματα:

«Η επιστροφή του ασώτου» (1945), «Η μάχη των Μύλων» (1960), «Ελληνικοί ρυθμοί», «Δημήτριος  Βαρδουνιώτης / Ο ιστορικός» (1961), «Ο στρατηγός Τσώκρης» (1962), «Στην Τροιζήνα μονιασμένοι» (1963), « Άνθρωποι, καιροί και τόποι» (1964), « Ναυτικά Διηγήματα» (1988).

Ακόμη, έγραψε την μονόπρακτη τραγωδία «Ίκαρος» και την κομεντί «Μοντέλο» ενώ το 1929 στο «Θέατρο των Νέων» παίχτηκαν  δύο  μονόπρακτα  θεατρικά  του  έργα,  το « Ένστικτο», δράμα, και η «Κρινιώ», δραματική ηθογραφία. Μετάφρασε έμμετρα ολόκληρο  το έργο του αρχαίου ειδυλλιακού ποιητή Θεόκριτου. Λογοτεχνική δημιουργία του Σπ. Παναγιωτόπουλου είναι σκορπισμένη σε πλήθος περιοδικά κι εφημερίδες.

 

Βιβλιογραφία

Κριτικές για τo έργο του Σπ. Παναγιωτόπουλου έχουν γράφει : Γρ. Ξενόπουλος «Αθηναϊκά Νέα» 6-4-41, 30-8-44, Βλ. Γαβριηλίδης «Ακρόπο­λις», Ψυχάρης «Νουμάς», Σπ. Μελάς «Καθημερινή» και «Εμπρός», Σωτ. Σκίπης «Όρθρος» και «Βραδυνή», Ηλ. Βουτιερίδης «Εμπρός», Στέφ. Δά­φνης «Νέα Ήμερα», Τέλος Άγρας «Μεγάλη Ελλην. Εγκυκλοπαίδεια», Π. Πα­λαιολόγος «Αθηναϊκά Νέα», Μιχ. Ρόδας «Ελεύθερον Βήμα», Ρ. Γκόλφης «Γράμματα», Τ. Μωραϊτίνης «Έθνος», Α. θρύλος «Ν. Εστία» και «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», Αχ. Κύρου «Εστία», Αδ. Παπαδήμας «Νέα Ελληνική Γραμματολογία», Κ. Μεραναίος «Πειραϊκά Χρονικά», Κ. Μπαστιάς «Εβδομάς», Π. Χάρης «Ν. Εστία», Α. Αναπλιώτης «Πρωϊνός Τύπος», Γρ. Κασιμάτης «Παρόν», Γ. Φουσάρας «Νέον Πνεύμα», Κ. Αθάνατος «Ελεύθερος Άνθρωπος», Γερ. Αμπάτης «Πρωΐα», Δ. Π. Οικον. Εγκυκλ. Λεξικόν «Η­λίου», Γιάν. Χατζίνης «Ν. Εστία» κ.ά.

 

Πηγές

  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Εγκυκλοπαίδεια «Επιστήμη και ζωή».

Άγγελος Τερζάκης  ( 1907 – 1979 )

 

Σύντομο βιογραφικό

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο από γονείς Κυνουριάτες το 1907. Ο πατέρας του, που ήταν δήμαρχος και βουλευτής, ήταν από τον Άγιο Πέτρο και η μητέρα του από τα Δολιανά Κυνουρίας.  Το 1915 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Το 1929 πήρε το πτυχίο του στα Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξάσκησε το δικηγορικό επάγγελμα μόνο για δύο χρόνια. Το 1936 παντρεύτηκε την Λουίζα Βογάσαρη και το 1940 πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο. Το 1947 συνεργάσθηκε με την εφημερίδα «Το Βήμα», ως κριτικός φιλολογικών και θεατρικών θεμάτων και το 1959 ταξίδευσε στην Ρουμανία και στην Ρωσία.

Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε νωρίς. Έγραψε πολλές συλλογές διηγημάτων, όπως » Ο Ξεχασμένος»(1925), «Του Έρωτα και του Θανάτου»(1943), αλλά και μυθιστορήματα, «Δεσμώτες»(1932), «Η Πριγκίπισα Ιζαμπώ»(1945), «Μυστική Ζωή» (1957). Παρουσίασε εξ`άλλου και θεατρικά έργα, «Αυτοκράτωρ Μιχαήλ» (1936), «Γαμήλιο εμβατήριο» (1937), «Ο Σταυρός και το Σπαθί» (1939), «Εξουσιαστής» (1942), «Είλωτες» (1942), «Ο Ζηλιάρης» (1943), «Το μεγάλο παιχνίδι» (1944), «Αγνή»(1949), «Ο Θρύλος του Μυστρά» (1950), «Θεοφανώ» (1956) – Βυζαντινή τραγωδία, που θεωρείται το καλύτερο θεατρικό του έργο – «Νύχτα στη Μεσόγειο» (1956), «Τα Λύτρα της Ευτυχίας» (1956), «Θωμάς ο Δίψυχος» (1962), «Ο Πρόγονος» (1970), «Η Θυσία του Ισαάκ (1977).

«Eξήντα χρόνια Eθνικό Θατρο, 1932-1992», εκδ. Kδρος).

Άγγελος Tερζάκης, (φωτ.: «Eξήντα χρόνια Eθνικό Θέατρο, 1932-1992», εκδ. Kέδρος).

 

Το 1939 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου. Ο Άγγελος Τερζάκης έχει επίσης εκδώσει δοκίμια και μελετήματα, όπως ο «Προσανατολισμός του αιώνα» (1963).Έχει επίσης ένα πλούσιο μεταφραστικό έργο.

Η πνευματική του δραστηριότητα εκτείνεται και στον τομέα της έκδοσης περιοδικών. Το 1929 εκδίδει τα περιοδικά, «Πνοή» και «Λόγος», ενώ αργότερα, το 1963 θα διατελέσει διευθυντής του περιοδικού «Εποχές». Το 1964 παίρνει το βραβείο Δοκιμίου των «Δώδεκα». Διετέλεσε, τέλος, κατά περιόδους από το 1937: Γεν. Γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου Ελλάδας, καλλιτεχνικός διευθυντής, Γεν. διευθυντής, κυβερνητικός επίτροπος και διευθυντής δραματολογίου και διευθυντής της Δραματικής του Σχολής, θεατρικός κριτικός σε εφημερίδες και φιλολογικός συνεργάτης από το 1947.

Το 1958 ο Άγγελος Τερζάκης τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και το 1969 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1966 διορίστηκε Μορφωτικός Σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1974 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου του 1979.

 

 

Πηγή

 

  • Το ΒΗΜΑ, 24/10/1999 , Σελ.: B04 – Πολυξένη Μπίστα*  

 

 

*Πολυξένη Κ. Μπίστα είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, συγγραφέας του βιβλίου «Γυναικεία προσωπογραφία στο πεζογραφικό έργο του Αγγελου Τερζάκη» (εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1998).

 

Κοφινιώτης Ιωάννης (1851- 1926;)


 

Ιωάννης Κοφινιώτης. Αρχείο: Βασίλη Δωροβίνη.

Ιωάννης Κοφινιώτης. Αρχείο: Βασίλη Δωροβίνη.

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης γεννήθηκε στο Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα) Ναυπλίας, το 1851 [1]. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε στην Δημόσια εκπαίδευση ως Γυμνασιάρχης στην Τρίπολη, στον Πύργο, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα και ως Σχολάρχης για έξι μήνες στην Κεφαλονιά. Ο αδελφός του Ευάγγελος, υπήρξε καθηγητής και συγγραφέας. Σπούδασε φιλολογία και θεολογία και το 1866 έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος Φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο τρίτος αδελφός του Στυλιανός ήταν γιατρός και πατέρας του γνωστού στιχουργού Κώστα Κοφινιώτη.

Τον Φεβρουάριο του 1883 παντρεύτηκε την Αργεία Δήμητρα Σημαντήρα, κόρη του Αργείου Ιωάννη Σημαντήρα και αδελφή του Κωνσταντίνου Σημαντήρα, ανώτατου δικαστικού που διετέλεσε και πρόεδρος του Αρείου Πάγου.

Ως Τμηματάρχης του Υπουργείου Εκκλησιαστικών εργάστηκε για τα προβλήματα τής παιδείας και έδειξε εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες. Επί Κυβερνήσεως Θεόδωρου Δηλιγιάννη τοποθετήθηκε Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας [2]. Ανακηρύχτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής και ασχολήθηκε με την συγγραφή σχολικών βιβλίων, εκ των οποίων περίπου είκοσι, είχαν εγκριθεί και διδάσκονταν στην στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση.

Παρ’ όλα αυτά, δεν απόφυγε κάποιες υπηρεσιακές περιπέτειες. Στην εφημερίδα «Αγαμέμνων» και στο φύλλο 36, σελ. 3 της 15ης Αυγούστου του 1892 διαβάζουμε:

«Απελύθη της θέσεως του ο καθηγητής ενός των εν Αθήναις Γυμνασίων και συγγραφεύς της ιστορίας του Άργους κ. Ιωάννης Κοφινιώτης. Αν δεν εγνωρίζομεν προσωπικώς τον κ. Κοφινιώτην ηθέλομεν πιστεύσει ότι  η παρούσα Κυβέρνησις προβαίνουσα εις εν τοιούτον μέτρον, είχε λόγον τινά ουσιώδη, αλλά δυστυχώς δια την Κυβέρνησιν ταύτην, είνε εις πάντας γνωστόν ότι ο κ. Κοφινιώτης διακρίνεται μεταξύ των πρώτων Ελληνομαθών καθηγητών, ευδοκιμίσας τα μέγιστα άλλοτε και ως γυμνασιάρχης Πύργου. Το αίτιον της απολύσεως του δεν ζητούμεν να μάθωμεν διότι εκ των προτέρων είμεθα πεπεισμένοι ότι ουδεμία αφορμή υπήρξεν προς απόλυσιν αυτού.

Α! όχι λησμονήσαμεν αιτία ου μόνον προς παύσιν αυτού αλλά και προς καταδίκην εις τον δι’ αγχόνης θάνατον υπήρξεν, θέλετε να την μάθητε; Σας την λέγομεν: αφιέρωσε την παρ’ αυτού γραφομένην ιστορίαν του Άργους εις τον κ. Θ. Π. Δηλιγιάννην πρώην πρωθυπουργόν!!! Και αν αφιέρου ταύτην εις τον κ. Τρικούπην; βεβαίως δεν θα επαύετο τώρα. Αυτό θα είπη αναμορφωτής πρωθυπουργός!!! ». 

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης αρθρογράφησε δημοσιεύοντας πολλά πολιτικά άρθρα ενώ υπήρξε οπαδός των « Ηνωμένων κομμάτων» που είχαν συγκροτήσει οι Κ. Μαυρομιχάλης, Δ. Ράλλης, Γ. Θεοτόκης και Α. Ζαΐμης που ήταν αντίπαλοι του Βενιζέλου. Μάλιστα, με αυτό τον συνδυασμό, εξελέγη Βουλευτής Αργολιδοκορινθίας στην Αναθεωρητική Βουλή το 1910. Στις επαναληπτικές όμως εκλογές της Β΄ Αναθεωρητικής ( 28 -11 –1910 ) δεν έθεσε υποψηφιότητα. Υπήρξε πρόεδρος του Αργειακού Συλλόγου « Ατρεὺς» στην Αθήνα.

Παρά την ένταξή του στον αντιτρικουπικό και τον αντιβενιζελικό χώρο και τις θέσεις του υπέρ της καθαρεύουσας, ο Κοφινιώτης πήρε θέσεις σε διάφορα σημαντικά θέματα της εποχής του, που σήμερα θα μπορούσαν να τον κατατάξουν στον χώρο των πρωτοπόρων προοδευτικών.

Συνέγραψε την δίτομη « Ιστορία του Άργους από Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρις ημών». Δυστυχώς μόνο ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1892 στην Αθήνα, – αρχαία εποχή, μέχρι την ρωμαϊκή κατοχή – και μάλιστα στο τυπογραφείο του αδελφού του Ευάγγελου « Ο Παλαμήδης».    Όσες έρευνες κι αν επιχειρήθηκαν από συμπολίτες λόγιους ή ιστορικούς δεν στάθηκε δυνατόν να βρεθεί ο δεύτερος τόμος. Το 2008 ο εκδοτικός οίκος «Εκ Προοιμίου» ανατύπωσε το μνημειώδες αυτό έργο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Με την επιστολή που παραθέτουμε, ο Ιωάννης Κοφινιώτης, Γυμνασιάρχης τότε στο Ναύπλιο, γνωστοποιεί (16 Δεκεμβρίου 1887) στον φίλο του Δημήτριο Βαρδουνιώτη την απόφαση του να συγγράψει την ιστορία του Άργους.

Φίλτατε μοι Δημήτριε,

Αφ΄ ότου συνεδέθην μετὰ της ωραίας πατρίδος σου δι΄εμψύχου δεσμού, διότι πρότερον συνεδεόμην μετ΄αυτής μόνον δια των αψύχων συγγραμμάτων των προγόνων σας, συνέλαβον την ιδέαν να συγγράψω την ιστορίαν του Άργους. Δεν σοι αποκρύπτω ότι επεδόθην εις το έργον, συμβουλευθείς μάλλον το θάρρος μου ή τας δυνάμεις μου. Διενοούμην δε κατ΄ αρχὰς να γράψω κάτι περί Άργους απλώς δια να ευρίσκω ούτως ανακούφισίν τινα από της κατεχούσης με τότε αθυμίας. Αλλά, προχωρών, εμάνθανον το μεγαλείον του Αργείου κράτους και τοσούτον κατεγοητευόμην υπό της ωραιότητος της ύλης, ώστε εγκατέλιπον την πρώτην ιδέαν και απεφάσισα να συγγράψω την ιστορίαν ταύτης της πόλεως από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών, όσον δύναμαι λεπτομερώς και επιμελώς. Δικαίως κατέληξα εις την τολμηράν ταύτην απόφασιν, διότι η πόλις αύτη είνε το λίκνον του πολιτισμού, είνε ούτως ειπείν η κολυμβήθρα εν τη οποία ο πολιτισμός εβάπτισε την ανθρωπότητα… 

Πιο κάτω δημοσιεύουμε άρθρα του Κοφινιώτη, που αφορούν το Άργος και την «Ιστορία» του: 

  1. Άρθρο, υπό τον τίτλο «Ιστορία του Άργους», που δημοσιεύθηκε πρωτοσέλιδα στην εφημερίδα «Άργος», με συντάκτη τον Δ. Βαρδουνιώτη, φύλλο αρ. 47, της 1-1-1888.
  2. Άρθρο υπό τον τίτλο «Αι αρχαιότητες της Λυκώνης», που με τη μορφή επιστολής προς τον Δ. Βαρδουνιώτη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» (συντάκτης και αυτής ο Βαρδουνιώτης), πρωτοσέλιδα, στο φύλλο αρ.427, της 20-5-1888.
  3. «Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Πέτρου», που δημοσιεύθηκε στο «Αργολικόν Ημερολόγιον» του 1910, έκδοση του «Εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων», με Πρόεδρο, τότε, τον Ι. Κοφινιώτη και Αντιπρόεδρο τον Δημ. Δεσμίνη.
  4. «Υδατογραφία του Άργους – Ποταμοί, λίμναι, κρήναι, πηγαί», άρθρο που δημοσιεύτηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Πλάτων», τόμος ΙΑ’, τχ. Α’-Γ’, Ιαν.- Μάρτ. 1889.
  5. «Αι δύο ακροπόλεις του Άργους, Λάρισα και Ασπίς», άρθρο που δημοσιεύθηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Απόλλων», τόμος 5, τχ. 53, Φεβρουάριος 1889.
  6. «Όρη, βουνοί, λόφοι περί το Άργος», άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πλάτων», έτος ΙΑ’, Ιουλ. – Δεκ. 1889.

Τα τρία τελευταία άρθρα αποτελούν «προπλάσματα» των τελικών, ομώνυμων κειμένων που δημοσιεύθηκαν στην «Ιστορία του Άργους» το 1892.

Στον τοπικό Τύπο έχουμε εντοπίσει ένα άρθρο του για το γλωσσικό ζήτημα και την εισαγωγή της Δημοτικής γλώσσας στο Δημοτικό Σχολείο («Δαναΐς», φύλλο 15,17-3-1911), όπου αναδεικνύεται υπέρμαχος της καθαρεύουσας. Σημείωμα στην εφημερίδα «Άργος», του Ανάργυρου Τημελή ( φύλλο 222, της 25-7-1914) πληροφορεί ότι, για το ίδιο θέμα, ο Κοφινιώτης, επί ένα και πλέον μήνα, δημοσίευε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Σημαία» σειρά οξύτατων άρθρων.

Ένα άρθρο του με ενδιαφέρουσες, και σήμερα, απόψεις για τη φορολογική επιβολή βιβλιόσημου στα διδακτικά βιβλία («Δαναΐδα», φύλλο αρ. 17,19-5-1911), αλλά και την «Αγγελία» του 1891-92.

Στο αργειακό περιοδικό «Τα Ηραία», στα τεύχη του των μηνών Ιουνίου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1938 βρίσκουμε να έχουν δημοσιευθεί σημειώματα με την υπογραφή + Ιωάννης Κοφινιώτης και με θέματα τις Δαναΐδες, τον Κλέοβι και Βίτωνα και την Αργεία Τελέσιλλα, προφανώς παρμένα από τον Α’ τόμο της «Ιστορίας».

Λοιπή εργογραφία του Ιωάννη Κοφινιώτη:

  1. «Βίοι Παράλληλοι, ΦΟΛΟΠΟΙΜΗΝ, μετά σχολίων υπό Ι. Κ. Κοφινιώτου, καθηγητού, έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, τυπογραφείον Παλαμήδης»,1894.
  2. Ελληνικά Αναγνωσματάρια, για την ΣΤ’ Τάξη (5ετία 1906-1911, έκδ. 1906), για την Β’ Τάξη (έκδ. 1914), για την Ε’ Τάξη (5ετία 1905-1910, εκδ.1915), όλα για τις τάξεις του Δημοτικού Σχολείου.
  3. Βιργιλίου Αινειάς μετά σημειώσεων (τχ. Α’ και τχ. Β’).
  4. Οβιδίου μεταμορφώσεων τχ. Α’.
  5. Πλουτάρχου Ηθικά.
  6. Αιλιανού Ποικίλλη Ιστορία.
  7. Συλλογή Ποιημάτων.
  8. Θρησκευτικαί μελέται Μαυροκορδάτου.
  9. Ελληνικόν Συντακτικόν Γυμνασίων.
  10. Ελληνικόν Συντακτικόν Ελληνικών Σχολείων.
  11. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους προς χρήσιν των μαθητών της Β’ Τάξεως των Ελληνικών Σχολείων (Αθήνα, εκδ. Γεωρ. Φέξη, 1903).
  12. Βιβλιοκρισία για την έκδοση των Απάντων του Ησιόδου από τον Κάρλ Σιττλ (στο περιοδικό «Απόλλων», τόμος 6, αρ. 61, 189).
  13. Συνθετικαί ασκήσεις προς χρήσιν των μαθητών των τριών Τάξεων των Ελληνικών Σχολείων  (εκδ. Γ. Φέξη, 1902  ( σχετική παρουσίαση  στο  έργο  της  Ειρήνης Κορρέ «Προδρομικά βιβλία και σχολικά εγχειρίδια για τη διδασκαλία του μαθήματος της έκθεσης»).

 Υποσημειώσεις

 


[1] Σύμφωνα με τον Δικηγόρο – ιστορικό Βασίλη Δωροβίνη ο οποίος συναντήθηκε με την εγγονή του Κοφινιώτη κ. Μαρία Παπαδογιάννη, του δήλωσε ότι ο Κοφινιώτης γεννήθηκε το 1850 και πέθανε το 1926. Ακόμη, του ανέφερε ότι το όνομα Κοφινιώτης «πλάστηκε» από τον Ευάγγελο, για να τιμήσει τον τόπο γέννησής του. Δεν του προσδιόρισε όμως το αρχικό όνομα τους. Στην Βικιπαίδεια διαβάσαμε βιογραφικό του Ευάγγελου Κοφινιώτη, όπου αναφέρεται ότι το αρχικό όνομα της οικογένειας ήταν Κωνσταντίνου.

[2] Ο δάσκαλος – ιστοριοδίφης Τάσος Τσακόπουλος σε κείμενό του που δημοσίευσε σε τοπική εφημερίδα γράφει: « Επί Κυβερνήσεως Θεοδώρου Δηλιγιάννη (1905- 1907), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Παιδείας».

 

Πηγές


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους / Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη», Εκδόσεις Εκ προοιμίου, Άργος, 2009.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Αρχείο Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.
  • Εφημερίς, « Άργος», 1η Ιανουαρίου 1888, Εκδότης: Δημήτριος Κ. βαρδουνιώτης.
  • «Πανδέκτης», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Δάφνης Στέφανος  (1882-1947)

 

Στέφανος Δάφνης. Δημοσιεύεται στο: «Σοκόλη, Ελληνική ποίηση», τ. Β΄, σ. 439

Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του ποιητή, πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Θρασύβουλου Ζωιόπουλου. Γεννήθηκε στο Άργος από Αργείτισσα μητέρα και αναπλιώτη πατέρα. Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ναύπλιο και σπούδασε μαθηματικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Σε ηλικία 25 ετών (το 1907) εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής μαθηματικών και αργότερα ως τμηματάρχης στην εθνική βιβλιοθήκη. Ήταν παντρεμένος με την αξιόλογη ποιήτρια Αιμιλία Κούρτελη 1(1881-1941). Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε στην Αθήνα, όπου και πέθανε.

Στέφανος Δάφνης. Δημοσιεύεται στο: «Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον, 1917», σελ. 17

Ο Στ. Δάφνης δημοσίευσε αρκετά διηγήματα σε διάφορα περιοδικά της εποχής του, στα οποία υπάρχουν πολλά ηθογραφικά στοιχεία και κατάλοιπα ρομαντισμού. Πολλά από αυτά είναι αναπλιώτικα ( Ο ονειροκρίτης, Αίμα στον κάμπο, Το αγρίμι, Ο ξένος των Χριστουγέννων, Φρυκτωρία, Ο Αρχάγγελος, Το μυστικό των Λοδεράνων, μια τουρκοβενετσιάνικη ιστορία). Επίσης, έγραψε αρκετά μονόπρακτα (Της φυλακής, όπου ζωντανεύει τη βασανισμένη ζωή των κρατουμένων στο Παλαμήδι, Το πατρικό σπίτι, Ο σπαραγμός, που βραβεύτηκε από την Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων, Το αγριογούρουνο, Το τραγούδι της καρδιάς, ερωτικό δράμα). Αν και είναι γνωστός ο Σπ. Δάφνης περισσότερο ως πεζογράφος, εν τούτοις η ποίησή του είναι ανώτερη από το πεζογραφικό και θεατρικό του έργο. Σημειώνουμε την πρώτη του ποιητική συλλογή Ο ανθισμένος δρόμος (1911), Το ανοιχτό παράθυρο (1920), που τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του Φιλαδέλφειου Ποιητικού Αγώνος, κ.ά.

Επίσης, αξίζει να μνημονεύσουμε τα δώδεκα σονέτα με τον γενικό τίτλο Ο κύκλος της χαράς και του πόνου. Στη συλλογή αυτή ανήκει και το σονέτο Άργος, στο οποίο μαρτυρεί την αργείτικη καταγωγή του. Το παραθέτουμε ως δείγμα γραφής του ποιητή Στέφανου Δάφνη.

 

Άργος

Ακόμη στ’ όνομά σου τρέμει, ακόμη
του Σκάμαντρου το θείο στοιχειό, Πατρίδα,
κι ομπρός στο Ορέστη ακόμη τη λεπίδα
της Τραγωδίας ορθή πετιέται η κόμη!

Του ριζικού σου δόξα ως πέρα οι δρόμοι
και το πλοίο σου νικάει την καταιγίδα,
κι ευτυχισμένο, ως πάει, γεμάτο ελπίδα,
το κυβερνούν του Ομήρου οι στίχοι – οι νόμοι.

Χαρά μου, που τα χτύπησε ο δικός σου
αέρας, πρώτη αυγή, τα βλέφαρά μου!
Χαρά μου, στον κύκλο του φωτός σου

με δένει, σαν ευχή και σαν κατάρα,
από το χώμα ανεβατή στα κόκκαλά μου
προγονική η ατρειδική λαχτάρα!

 

Ο Στέφανος Δάφνης, σεμνός και ταπεινός, άνθρωπος χαμηλών τόνων που απέφευγε την προβολή και δημοσιότητα, άφησε πολλά κείμενά του διάσπαρτα σε λογοτεχνικά και άλλα περιοδικά και εξακολουθούν να είναι σκόρπια. Είναι ο αξιολογότερος στην Αργολίδα δημιουργός του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και ο Τερζάκης Άγγελος τον θεωρεί δάσκαλό του.

 

 Υποσημειώσεις

1. Αιμιλία Θρασ. Ζωιοπούλου, κόρη του δημοσιογράφου Γιάννη Κούρτελη, που εξέδιδε  τη γαλλόφωνη εφημερίδα SEMAPHORE, ήταν γνωστή με το φιλολογικό ψευδώνυμο Αιμιλία Δάφνη. Γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1887. Σπούδασε και δίδαξε για μικρό διάστημα στο Αρσάκειο Αθηνών. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές Χρυσάνθεμα (1903), Χρυσά καπέλα (1923) κ.ά., έναν τόμο μονόπρακτων δραμάτων, το κοινωνικό μυθιστόρημα Το ταλέντο της Σμαρώς (1924), διηγήματα και μελέτες. Πέθανε στην Αθήνα το 1941.

Πηγές

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «ΑΡΓΟΣ το πολυδίψιον». Εκδόσεις εκ Προοιμίου. Άργος 2007.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Χάρης Πάτσης, 1968, τομ. 6.
  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, Πυρσός, 1929, τομ. Η΄.

      

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου

 

 

Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.


Το μνημείο κτίστηκε για να τελούνται σ΄ αυτό οι μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες των Ασκληπιείων. Επίσης δίνονταν σ’ αυτό παραστάσεις δραμάτων, που συμπεριλαμβάνονταν στην λατρεία του Ασκληπιού. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., το κοίλο του επεκτάθηκε και η χωρητικότητα του από περίπου 8.000 αυξήθηκε σε 13.000-14.000 θεατές. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκε το σκηνικό οικοδόμημα έτσι ώστε οι ηθοποιοί να παίζουν αποκλειστικά στο λογείο, δηλ. στην εξέδρα πάνω από το προσκήνιο, και όχι πλέον μπροστά σ’ αυτό. Κατά την Ρωμαιοκρατεία διατήρησε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού Θεάτρου, ακόμη και μετά την επισκευή του από τις καταστροφές που υπέστη κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 π.Χ., κυρίως στο σκηνικό οικοδόμημα.

 

Φωτογραφία από τα �ργα αναστήλωσης της δυτικής πύλης του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Φωτογραφία από τα έργα αναστήλωσης της δυτικής πύλης του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

 

Το κοίλο του Θεάτρου έχει κατασκευαστεί στην πλαγιά του λόφου με ασβεστολιθικό υλικό ενώ τα αναλήμματά του αποτελούνται από πωρόλιθο. Ένα πλακόστρωτο διάζωμα, πλάτους 1,90 μ., χωρίζει το τμήμα του κοίλου που κτίστηκε πρώτο, από ένα νεότερο τμήμα, το επιθέατρο. Δεκατρείς ακτινωτές κλίμακες οδηγούν στις 34 σειρές εδωλίων δώδεκα ίσων κερκίδων του αρχικού τμήματος, ενώ το επιθέατρο αποτελείται από 22 κερκίδες και 23 κλίμακες που οδηγούν σε 21 σειρές εδωλίων. Η πρώτη και η τελευταία σειρά του αρχικού τμήματος καθώς και η πρώτη σειρά του νέου έχουν καθίσματα με ερεισίνωτα. Το κοίλο περιβαλλόταν από ένα διάδρομο και έναν πώρινο προστατευτικό τοίχο. Στις παρόδους κτίστηκαν μνημειακές δίθυρες πύλες, από τις οποίες κεκλιμένα επίπεδα (αναβάθρες) οδηγούσαν στο προσκήνιο. Ένας πλακόστρωτος διάδρομος χωρίζει το κοίλο από την κυκλική ορχήστρα που έχει διάμετρο 20 μ., στο κέντρο της οποίας σώζεται η βάση για τον βωμό του Διονύσου (θυμέλη). Το κτισμένο με πωρόλιθους σκηνικό οικοδόμημα ήρθε στο φως ερειπωμένο. Αποτελείται από το προσκήνιο και μία διώροφη σκηνή, πλαισιωμένη με παρασκήνια. Αρχικά είχε δύο κιονοστοιχίες με πεσσούς, η μία στην πρόσοψη του προσκήνιου, διακοσμημένη με ιωνικούς ημικίονες και η άλλη στην πίσω πλευρά της ισόγειας αίθουσας της σκηνής. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. η πλευρά αυτή κλείστηκε, ενώ αντιθέτως στην πρόσοψη του ορόφου της σκηνής διανοίχτηκαν πέντε προσβάσεις προς το λογείο. Μεταφέρθηκαν τότε από το προσκήνιο στον όροφο οι κινητοί πίνακες ζωγραφικής, που τοποθετούνταν ανάμεσα σε πεσσούς για την διαμόρφωση του σκηνικού ανάλογα με το δράμα που παιζόταν. Το σκηνικό οικοδόμημα διακοσμούσαν και γλυπτά, από τα οποία ελάχιστα διασώθηκαν.  

Η αρμονία αυτού του Θεάτρου οφείλεται στον μοναδικό του σχεδιασμό βασισμένο σ’ ένα κανονικό πεντάγωνο, στο οποίο εγγράφεται η ορχήστρα, καθώς και στη χρήση τριών κέντρων για την χάραξη των καμπύλων σειρών των εδωλίων του κοίλου. Περίφημη είναι και η ακουστική του Θεάτρου αυτού.


Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Αρχικά το 1907 αλλά και κατά την περίοδο 1954-1963 έγιναν εργασίες αναστήλωσης στα θυρώματα των παρόδων, στους αναλημματικούς τοίχους και στις ακραίες κερκίδες του αρχικού τμήματος του κοίλου.

Από το 1988 την συντήρηση του Θεάτρου ανέλαβε η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου αναστηλώνοντας αρχικά την ακραία δυτική κερκίδα του επιθεάτρου, το θύρωμα της δυτικής παρόδου και τους δύο αγωγούς απορροής ομβρίων της ορχήστρας. Η φροντίδα του μνημείου είναι συνεχής και αποσκοπεί στην αποκατάσταση των φθορών που υφίσταται το μνημείο από φυσικά αίτια αλλά και από την χρήση του.


Από το 1954 πραγματοποιούνται στο φυσικό τους χώρο κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος.

 

Συντάκτης: Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου

 

 

Πηγή

 

Υπουργείο Πολιτισμού

Καρούζος Νίκος (1926-1990)


 

Νίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπως αναφέρεται σε πολλά και σπουδαία διαχρονικά αφιερώματα για τον ποιητή. Όμως σε επανεξέταση του τόπου γεννήσεως του ποιητή, η οποία έγινε από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη (25 Ιουλίου 2022) και συγκεκριμένα από τον πρόεδρο της κ. Γεώργιο Γιαννούση, προέκυψε ότι ο μεγάλος Έλληνας ποιητής, γεννήθηκε στο  Άργος στο πατρικό σπίτι της οικογένειας που βρίσκεται σήμερα στην πλατεία Ηφαίστου στο κέντρο της πόλης. Περισσότερα στο άρθρο «Νίκος Καρούζος – Η Αργείτικη καταγωγή του ποιητή και άλλα ενδιαφέροντα περί αυτής».      

Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου.

Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων ο Καρούζος έδρασε στην ΕΠΟΝ και εξορίστηκε στην Ικαρία (1947) και στη Μακρόνησο (1951), από όπου έφυγε τελικά το 1953 μετά από νευρικό κλονισμό. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του τον συντρόφεψε η Εύα Μπέη.

 

Φωτογραφία του Νίκου Καρούζου με την σύζυγό του Μαίρη Μεϊμαράκη και τον γιο της Αλέξιο Σαββίδη, από το ντοκιμαντέρ για τη ζωή του με τίτλο: Νίκος Καρούζος – «Ο Δρόμος για το Έαρ».

 

Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του, καθώς ήδη από το 1941 είχε στραφεί στην ποίηση. Το 1949 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με τη δημοσίευση του ποιήματός του Σίμων ο Κυρηναίος στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η επιστροφή του Χριστού εκδόθηκε το 1954.

 

Νίκος Καρούζος

 

Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε πιο γνωστός στη δεκαετία του ’60 με τις συλλογές Η έλαφος των άστρων, Ο υπνόσακκος και Πενθήματα. Ακολούθησαν πολλές ακόμη συλλογές και συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του ως τη συγγραφή του τελευταίου του ποιητικού έργου Αιώρηση, γραμμένου στις 29 Αυγούστου 1990 στο νοσοκομείο Υγεία, όπου ο ποιητής νοσηλευόταν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, άρρωστος από καρκίνο, όπου και πέθανε.

 

Νίκος Καρούζος «Τα ποιήματα».

 

Συνεργάστηκε με τα περιοδικά όπως Νέα Εστία, Αθηναϊκά Γράμματα, Ευθύνη, Σπείρα, Τομές, η Λέξη. Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963), το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α΄ Εθνικό Βραβείο Ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Καρούζου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Νίκος Καρούζος», Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.482- 483. Αθήνα, Σοκόλης, 1982, Ζήρας Αλεξ., «Καρούζος Νίκος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Λαλουδάκη Ελισσάβετ, «Νίκος Καρούζος (1926-1990), Χρονολόγιο», Διαβάζω393, 2/1999, σ.110-115, Παπακόγκος Κωστής, «Αιχμάλωτος της ελευθερίας», Η λέξη88-89, 10-11/1989, σ.885-891 και Χατζηφώτης Ι.Μ., «Καρούζος Ν.Δ.», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.

 

Πηγή


  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.