Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους’

Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου Άργους

 

 Οι Αργείοι  αγαπούσαν και αγαπούν, πίστευαν και πιστεύουν βαθειά τον Άγιο τους. Επιθυμούσαν διακαώς την ανέγερση ενός περίλαμπρου Ναού αφιερωμένου στον Άγιο Πατέρα. Διαπίστωσαν  ότι, ενώ η πόλη  συνεχώς μεγάλωνε, ο μεν μικρός Ναός του Αγίου Νικολάου δεν εξυπηρετούσε πλέον τις ανάγκες του Αργειακού λαού, ο δε Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, που ήταν τότε η Μητρόπολη, βρισκόταν εκτός του κέντρου της πόλης. Αποφάσισαν λοιπόν, την ίδρυση ενός μεγάλου και πολυτελούς Ναού σε κεντρικό σημείο της πόλης. Αρχικά, σκέφθηκαν να ανεγερθεί ο νέος Ναός, πάνω στα ερείπια του παλαιού ή κοντά σε αυτά. Ολόκληρη η περιοχή τότε καλυπτόταν  από νεκροταφείο, κήπους και χωράφια. Κατόπιν όμως  ωριμότερης σκέψης, αποφάσισαν  να κτισθεί στο χώρο που βρίσκεται σήμερα.

 « Κατά την παράδοσιν το γήπεδον ανήκεν εις την μεγάλην οικογένειαν Μπερρούκα, το οποίον, ως φαίνεται εκ των υστέρων, οι Αργείοι κατέλαβον αυθαιρέτως διότι μετά την έγερσιν του ναού οι κληρονόμοι ήγειρον αγωγήν κατά του Δημοσίου, την οποίαν και έχασαν, διότι έπρεπε να στραφούν κατά του Δήμου, αλλά μετά παρέλευσιν ετών η υπόθεσις, άγνωστον πως παρεγράφη, και ούτως έμεινεν ο τόπος υπό την κυριότητα και εξουσίαν του ναού».

 Η θεμελίωση του Ναού, πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1859, εορτή της Αγίας Μαρίνας, με μεγάλη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, από τον Επίσκοπο Αργολίδας Γεράσιμο Παγώνη και τον Δήμαρχο Πέτρο Διβάνη. Οι προεργασίες όμως και η έναρξη των εργασιών, είχαν ξεκινήσει επί Δημαρχίας Ιωάννη Βλάσση. Στην τελετή παραβρέθηκε  και ο βασιλιάς Όθων, ο οποίος έριξε στα θεμέλια μερικά χρυσά νομίσματα. Κατά την εκσκαφή των θεμελίων, βρέθηκαν αρχαίες επιγραφές, αναφερόμενες σε τελετές στο θεό Απόλλωνα και όπως αναφέρει ο Ιωάννης Κοφινιώτης, εκεί θα πρέπει να βρισκόταν ιερό του Λυκίου Απόλλωνα. Δεν γνωρίζουμε αν ο Δήμος ή το κράτος προσέφεραν κάποια χρήματα για την οικοδόμηση του Ναού. Σίγουρα όμως πρόσφερε πολλά ο απλός κόσμος που πάντοτε πρωτοστατεί σε εράνους προκειμένου να υλοποιηθούν διάφορα κοινωφελή και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Λέγεται ότι για αρκετά χρόνια, οι κάτοικοι του Άργους  προσέφεραν τα αλωνιστικά τους δικαιώματα αλλά και τα δέρματα των  Πασχαλινών αμνών, τα οποία πουλούσαν και έδιναν τα χρήματα στην Εκκλησία. Ακόμη, γνωρίζουμε ότι ο λαός προσέφερε διάφορα κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα για την κατασκευή της κεντρικής μεγάλης καμπάνας η οποία κατασκευάσθηκε στην Δημητσάνα.

 

« Οι αείμνηστοι βασιλείς Γεώργιος Α΄ και η Όλγα  επισκεφθέντες την πόλιν μας την 31 Μαρτίου 1872, προσέφερον 700 δραχμάς υπέρ των πτωχών της πόλεως και 300 δραχμάς υπέρ του ναού. Ομοίως αι γυναίκες εξ εράνου, συνέλεξαν 1.200 δραχμάς δι΄ ών ηγοράσθη ο μεγάλος πολυέλαιος ».  

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Π�τρου πριν από το 1940

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940

 

 

 

 Ο μοναχός Ιάκωβος Κοντοβράκης προσέφερε τα χρήματα για την πλακόστρωση του δαπέδου του ναού, με  λευκά και μαύρα μάρμαρα. Στο κέντρο, και κάτω από τον πολυέλαιο υπάρχει ανάγλυφη μαρμάρινη πλάκα με χαραγμένο τον δικέφαλο αετό, σύμβολο του μεγάλου Βυζαντίου.

Προφανώς εδώ γίνεται λόγος για το ναό του αγίου Δημητρίου που υπήρχε επί τουρκοκρατίας στο Άργος, σύμφωνα με τον περιηγητή Διονύσιο Πύρρο το Θετταλό. Ήταν ενοριακός και βρισκόταν εκεί που έχει ανεγερθεί ο σημερινός ναός του αγίου Δημητρίου. Στον περίβολο του νέου ναού του αγίου Δημητρίου υπάρχουν μέχρι σήμερα μαρμάρινα τεμάχια από το καμπαναριό του ναού του αγίου Πέτρου το οποίο διαλύθηκε το μάρτιο του 1950, οπότε ανεγέρθησαν τα δύο σύγχρονα κωδωνοστάσια που υπάρχουν μέχρι τώρα. Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος λειτουργεί ως παρεκκλήσιο του αγίου Πέτρου.

Τα εγκαίνια του Ναού, έγιναν στις 18 Απριλίου 1865, από τον Αρχιερέα  Γεράσιμο Παγώνη. Μέχρι τότε, λειτουργούσε  κανονικά ο Ναός του Αγίου Νικολάου, γιατί οι κάτοικοι αισθάνονταν βαθύτατο προς την ιερότητα του σεβασμό και κανείς δεν έπαιρνε την ευθύνη να τον κατεδαφίσει.

Βλέποντας  αυτό ο Αρχιερέας Γεράσιμος, αφού ανέβηκε στην οροφή του Ναού, έκανε το σταυρό του και είπε: Εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός δούλος Σου, Κύριε, κρημνίζω τον υπάρχοντα μικρόν και ταπεινόν τούτον Ναό Σου. ίνα ανοικοδομήσω μεγαλύτερον και μεγαλοπρεπέστερον». Συγχρόνως, αφαίρεσε  τρία κεραμίδια από την στέγη. Τότε μόνον οι Αργείοι άρχισαν την κατεδάφιση του παλαιού Ναού. Τα ιερά σκεύη και άμφια, μεταφέρθηκαν στο Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

Ο λαμπρός εορτασμός του πολιούχου του Άργους, οφείλεται στην πρωτοβουλία του Ιερέως και οικονόμου της Ιεράς Μητροπόλεως Αθηνών, Σχολάρχη τότε και Διδάκτορος της Θεολογίας, ιδρυτή του Συλλόγου Αργείων « Ο Δαναός» και συγγραφέα του σπουδαίου βιβλίου « Ο πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός» Χρήστου Παπαοικονόμου, από το οποίο πολλά αντλήσαμε στοιχεία για την εκπόνηση αυτού μας του εγχειρήματος.

« Ο Σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δ΄ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ΄ήν εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερονύμω ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος» αναγράφει στο άρθρο 39 του Καταστατικού του Συλλόγου το οποίο εγκρίθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1894. Ο πρώτος πανηγυρικός εορτασμός του Αγίου πραγματοποιήθηκε  στις 3 Μαΐου 1895, με πάνδημη συμμετοχή και μεγάλο ενθουσιασμό ενώ μέχρι τότε η γιορτή περνούσε απαρατήρητη.

 « Στο ναό του Αγίου Πέτρου φυλάσσεται και ένα παλαιό τριώδιο, δηλαδή βιβλίο που χρησιμοποιεί η εκκλησία κατά την περίοδο προετοιμασίας για την εορτή του Πάσχα. Σε αυτό το βιβλίο λείπει η σελίδα με την χρονολογία, αλλά υπάρχει ανορθόγραφο χειρόγραφο σημείωμα στην μπροστά σελίδα, στο οποίο διαβάζουμε:

 

Τώ παρόν τριόδηον  ηπάρχη του αγίου

Δημητρίου Αργους και οποιος το από

Ξενόση να εχη την Αράν των Αγίων

πάντων.

13 οκτοβρίου

1836 εν Αργει.

 

Αξίζει όμως να αναφερθούμε σε τμήματα αραβικής επιγραφής ανάγλυφης σε μάρμαρο, που έχουν ενσωματωθεί στην πρόσοψη του κεφαλόσκαλου, της νότιας πόρτας που εισάγει από την πλατεία στο ιερό Βήμα του ναού του αγίου Πέτρου. Οι διαστάσεις είναι συνολικά 0,96 Χ 0,20 m. Την επιγραφή την αποτύπωσα και την έστειλα τον Ιούνιο του 2001 μέσω του τ. διευθυντού του Υπουργείου Παιδείας Γεωργίου Αθ. Χώρα εις τον πρέσβη Παύλο Χιδίρογλου καθηγητή τουρκολογίας στο Ιόνιο πανεπιστήμιο. Η απάντηση ήταν πως πρόκειται περί αραβικής επιγραφής με κείμενο ειλημμένο από το κοράνιο. Μιλάει για τον πολυεύσπλαχνο Θεό, αλλά ο ακριβής εντοπισμός του χωρίου απαιτούσε αυτοψία από τον καθηγητή, διότι η αποτύπωση δεν ήταν απολύτως επιτυχής και το κείμενο δεν είναι ενιαίο. Έχουμε δύο κομμάτια με ενδιάμεσο τσιμέντο. Πάντως ο καθηγητής Παύλος Χιδίρογλου έβγαλε με βεβαιότητα την ημερομηνία της επιγραφής: κατά την τουρκική χρονολογία του έτους 1207,15 του μηνός Razar. Είναι ο έβδομος μήνας και αντιστοιχεί στη χριστιανική χρονολογία: 26 Φεβρουαρίου 1793».  

 

Ο Παλαιός Ιερός Ναός του Αγίου Πέτρου

 

Επί Τουρκοκρατίας η έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Άργους, ήταν στην Αγία Τριάδα (Μέρμπακα) κοντά στον ιστορικό Βυζαντινό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η Μητρόπολη αυτή καταστράφηκε το 1770 από τους Τούρκους κατά την επανάσταση του Ορλώφ. Μετά την καταστροφή και για λόγους ασφάλειας, οι Μητροπολίτες Άργους, κατοικούσαν στην πόλη του Άργους όπου και έκτισαν το Μητροπολιτικό μέγαρο (1770-1779) κοντά στον παλαιό Ναό του Αγίου Πέτρου, γνωστού ως Δεσποτικό. Ο παλαιός Ναός του Αγίου Πέτρου, βρισκόταν σχεδόν επί της σημερινής Βασιλίσσης Σοφίας όπου αργότερα κτίστηκε η οικία Α. Παναγιωτόπουλου και στεγάστηκε  η Υποδιοίκηση Χωροφυλακής. Ο περίβολος της Εκκλησίας, που ήταν τεράστιος, έπιανε από την περιοχή που σήμερα είναι το κτίριο του Συλλόγου «Δαναού» επί της οδού Αγγελή Μπόμπου και έφτανε πέρα από την κλινική Κεραμίδα μέχρι την σημερινή οδό Πασχαλινοπούλου, όπου και η οικία Νανοπούλου. Στο σημείο αυτό – προγενέστερα-  είχε ανεγερθεί η Επισκοπή Άργους. Διάφορα εναπομείναντα στοιχεία μαρτυρούν την ιερή διαδρομή της «αρχαιοτάτης Αποστολικής Επισκοπής Άργους».

 

Εκείνα τα χρόνια (1829-1830) δεν υπήρχε στο κέντρο του Άργους η σημερινή ρυμοτομία. Δεν είχαν χαραχτεί ακόμη οι κεντρικοί δρόμοι και αρκετές εκτάσεις ήταν δεντρόφυτες ή περιβόλια. Δεν έχουμε πολλά να αναφέρουμε σχετικά με τον Ναό. Μας είναι άγνωστα βασικά στοιχεία. Δεν γνωρίζουμε το μέγεθος, το σχήμα ή το ρυθμό του, την χρονολογία ίδρυσης του και τέλος, δεν διαθέτουμε  κάποια γραπτή μαρτυρία. Ανατολικότερα και ανάμεσα στις οδούς Βασ. Σοφίας και Καλμούχου, υπήρχε Νεκροταφείο για τους επιφανείς Αργείους. Τα αποκαλούμενα « Μνήματα»

 

Στις 25 Απριλίου 1821 ημέρα Δευτέρα, ο σερασκέρης Κεχαγιάμπεης με 3.500 Αλβανούς κατέλαβαν την πόλη, μετά την διάλυση μικρού, ασύντακτου και απειροπόλεμου επαναστατικού τμήματος Αργείων και Σπετσιωτών αγωνιστών στην περιοχή του Ξηριά. Οι δε Τούρκοι, επί έξι ημέρες πέρασαν την πόλη « δια πυρός και σιδήρου». Έσφαξαν σε μια μάντρα 700 Αργείους, βίασαν γυναίκες, λεηλάτησαν και έκαψαν σπίτια. Μεταξύ των πυρπολημένων κτιρίων ήταν και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Δεκαοκτώ νεαρές Αργείες για να αποφύγουν την αιχμαλωσία και την ατίμωση, πνίγηκαν, πέφτοντας στα πηγάδια της πόλης.

Στα ερείπια του παλαιού Ναού, αργότερα, ο τότε Δήμαρχος Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος (1866-1870) έκτισε Δημοτικό Σχολείο Θηλέων. Το 1892 ο Δήμαρχος Χαρ. Μυστακόπουλος (1891-1893) ισοπέδωσε το Σχολείο χάριν της δημιουργίας ρυμοτομίας στην πόλη. Προς τιμή του μετά από 54 χρόνια, δόθηκε το όνομα του στην νεοχαραχθείσα τότε οδό.

  

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

Αφού αναφερθήκαμε στους δύο σεπτούς και περικαλλείς Ναούς της πόλης, κυρίως για λόγους ιστορικούς και σεβασμού προς την Εκκλησιαστική ιστορία της περιοχής μας, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε εν συντομία και στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, του Θαυματουργού, που προϋπήρχε λίγα μόλις μέτρα από τον σημερινό Ναό, επί της πλατείας Ομονοίας, όπως τότε λεγόταν η σημερινή Αγίου Πέτρου.

Σύμφωνα με πληροφορίες ο συγκεκριμένος Ναός πρέπει να ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Περρούκα. Ήταν όμοιος με τον Ναό του Αγίου Δημητρίου αλλά λίγο μικρότερος. Είχε μήκος 14 μέτρα, πλάτος 7 μέτρα και ύψος 3,5 μέτρα, χωρίς τρούλο ενώ για να εισέλθεις κατέβαινες 3 σκαλιά όπως και ο παλαιός Ναός του Αγίου Ιωάννη στην οδό Γούναρη. Πιθανότατα ήταν Βυζαντινού ρυθμού. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκε. Διέθετε ξύλινο καμπαναριό και υπόστεγο με κεραμίδια προς την ανατολική πλευρά του καθώς και πέτρινο πεζούλι.  Εκείνο τον καιρό, τους Ναούς τους έκτιζαν ημιυπόγειους προκειμένου να εμποδίζουν την βεβήλωση τους από  έφιππους Τούρκους. Γύρω από την Εκκλησία υπήρχαν ξύλινα κιγκλιδώματα και προς τον βορρά βρισκόταν το ηλιακό ημερολόγιο η γνωστή «Ημεριδιάνα». Ο Ναός του Αγίου Νικολάου συνδέεται και με τα σκληρά γεγονότα της 4ης Ιανουαρίου 1833, ημέρα της μεγάλης σφαγής των Αργείων από τους Γάλλους.

 

Ο Ναός διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση και ελειτουργείτο κανονικά μέχρι τις 18 Απριλίου 1865, ημέρα των εγκαινίων του σημερινού Ναού του Αγίου Πέτρου.

 

 

Πηγή

 

  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Χρήστου Παπαοικονόμου, «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα 1908.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 
  •  Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  •  Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  •  Αναστασίου Τσακόπουλου, « Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος », Αθήνα 1953.
  •  Ευάγγελου Στασινόπουλου, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, 1991.
  •  Αρχιμανδρίτου Καλλίνικου Κορομπόκη, « Η Εκκλησία του Άργους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας», Δαναός, Άργος 2003.

 

 

 

 

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους.

Ο επιτάφιος του Εις τον Αθανάσιον επίσκοπον Μεθώνης και η Ελληνικών Θεραπευτική Παθημάτων του Θεοδώρητου Κύρρου.

 

Avshalom Laniado

Tel Aviv University, Department of History, Gilman Building, Ramat Aviv 69978, Israel. 

Ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος και πολιούχος του Άργους, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 850, και απεβίωσε στο Άργος λίγο πριν από το 930. Κύρια πηγή για τη ζωή του αποτελεί ο λόγος τον οποίον συνέγραψε ο Θεόδωρος μητροπολίτης Νικαίας περίπου μια γενιά μετά από το θάνατό του.

Σύμφωνα με το Θεόδωρο Νικαίας, η οικογένεια του Αγίου Πέτρου ήταν ευσεβής, πλούσια και φιλόπτωχος. Όλα τα μέλη της, οι δύο γονείς, τα τέσσερα αγόρια και η μία κόρη, ακολούθησαν το μοναχικό τρόπο ζωής, με πρωτοπόρο τον πρωτότοκο Παύλο, που έγινε κατόπιν επίσκοπος Κορίνθου.

Ο Θεόδωρος Νικαίας αναφέρεται και στη παιδεία του Αγίου Πέτρου, και λέγει ότι «ἦτο δεινότατος κατὰ τὴν ἐξωχριστιανικὴν παιδείαν» («οὐδὲ γὰρ ὡς τῆς ἔξωθεν παιδείας περιχειλὴς ἐφρόνει τι μέγα καὶ μετέωρον»), και προσθέτει ότι «αὐτὸς ἐκυοφόρησε πολλὰ σοφὰ μαθήματα καὶ αὐτὴν τὴν καλὴν ὠδῖνα τοῦ λόγου ἐγέννησε, καθὼς φανερώνουν καὶ τὰ ὑπ’αὐτοῦ ἐκπονηθέντα συγγράμματα.» («πολλῶν ἐγκύμων ἐγένετο σοφῶν μαθημάτων καὶ ταύτην ἀπέτεκε τὴν καλὴν ὠδῖνα τῶν λόγων, ὡς καὶ αὐτὰ δηλοῖ τὰ τούτῳ ἐκπονηθέντα συγγράμματα.»)

Σήμερα σώζονται επτά λόγοι του Αγίου Πέτρου, των οποίων η μοναδική πλήρης έκδοση, με εισαγωγή, νεο-ελληνική μετάφραση και σχόλια, δημοσιεύτηκε το 1976 στο έργο του Κωνσταντίνου  Κυριακόπουλου με τον τίτλο Ἁγίου Πέτρου ἐπισκόπου Ἄργους Βίος καὶ λόγοι. Αυτοί οι λόγοι βεβαιώνουν την μαρτυρία του Θεοδώρου Νικαίας για την παιδεία του Αγίου Πέτρου, και δείχνουν ότι ήξερε καλά τους κλασσικούς συγγραφείς της αρχαιότητας, τους πατέρες της Εκκλησίας, και τους κανόνες της ρητορικής.

Δύο από τους επτά λόγους αφορούν την Θεοτόκο και δύο την μητέρα της, την Αγία Άννα, ενώ δύο άλλοι είναι εγκώμια μαρτύρων (για τους Αγίους Αναργύρους και την Αγία Βαρβάρα). Ένας μόνο λόγος ασχολείται με ένα πρόσωπο του πρόσφατου παρελθόντος. Είναι ο επιτάφιος Εἰς τὸν μακάριον Ἀθανάσιον ἐπίσκοπον Μεθώνης, κύρια πηγή για τη ζωή ενός Σικελικής καταγωγής ασκητή, ηγούμενου και ιερέα του ενάτου αιώνα. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, ο Άγιος Πέτρος δεν γνώριζε προσωπικά τον Αθανάσιο. Εκφώνησε τον επιτάφιο στη Μεθώνη, κοντά στο τάφο του Αθανασίου, αλλά μερικά χρόνια μετά από το θάνατό του.

Ο Αθανάσιος γεννήθηκε στη Κατάνη. Ήταν ακόμα παιδί όταν έφυγε με τους γονείς του από τη πατρίδα του, λόγω μιας αραβικής εισβολής, πιθανόν αυτής του 828. Εγκαταστάθηκε στην Πάτρα, και έγινε με το καιρό επίσκοπος Μεθώνης. Το 879, έλαβε μέρος στη σύνοδο της Αγίας Σοφίας.

Σύμφωνα με τους κανόνες της ρητορικής, οι εγκωμιαστικοί λόγοι περιέχουν συγκρίσεις, των οποίων ο σκοπός είναι να αποδεικνύουν την υπεροχή των επαινουμένων. Στον επιτάφιο εις Αθανάσιον Μεθώνης υπάρχουν δύο συγκρίσεις. Στη δεύτερη, με την οποία δεν θα ασχοληθούμε εδώ, ο Άγιος Πέτρος ισχυρίζεται ότι τα λόγια του ετοιμοθάνατου Αθανασίου είναι προτιμότερα από τα τελευταῖα φιλοσοφήματα του Σωκράτη. Στην πρώτη σύγκριση, ο επίσκοπος Μεθώνης συγκρίνεται με μία σειρά από προσωπικότητες της αρχαιότητας:

 

«Μὲ τοιαύτην διδασκαλίαν καὶ πρᾶξιν ὅλους γενικῶς τοὺς κατέστησεν ἀξίους νὰ διδαχθοῦν τὸν θεόν, ἐδίδαξε συμφώνως πρὸς τὴν θείαν προφητείαν, νὰ δύνανται νὰ διακρίνουν τὸ καλὸν ἀπὸ τὸ χειρότερον, ὄχι ὅπως ὁ Ζάμολξις καὶ ὁ Ἀνάχαρσις, τοὺς ὁποίους ἐθαύμασαν, ἂν καὶ βαρβάρους, διὰ τὴν σοφίαν των οἱ Ἕλληνες, οὔτε βεβαίως νομοθετήσας κατὰ τοὺς Κρῆτας ὁ Λυκοῦργος εἰς τοὺς Σπαρτιάτας καὶ ὁ Μνησίων εἰς τοὺς Ἀργείους, ὄχι ὅπως ὁ Νέστωρ εἰς τοὺς Πυλίους, τοῦ  ὁποίου τοὺς λόγους γλυκυτέρους τοῦ μέλιτος ἀπεκάλεσεν ὁ Ὅμηρος, ὄχι οἱ νομοθέται τῶν Ἀθηναίων Σόλων καὶ Κλεισθένης, οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον ἔπεισαν νὰ δεχθοῦν τοὺς νόμους των τοὺς γείτονας Ἕλληνας καὶ νὰ πολιτεύωνται συμφώνως πρὸς αὐτοὺς, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους τοὺς ἐδημοσίευσαν (), νὰ τοὺς κρατήσουν μέχρι τέλους.»

«Οὕτω διδάσκων καὶ πράττων, διδακτοὺς ἅπαντας Θεοῦ, κατὰ τὸν θεῖον χρησμόν, ἀπετέλεσε καὶ διακριτικοὺς καλοῦ καὶ τοῦ χείρονος ἱστόρησε, οὐ καθάπερ Ζάμολξις καὶ Ἀνάχαρσις οὓς ἐπὶ σοφίᾳ καίτοι βαρβάρους ὄντας ἐθαύμασαν Ἕλληνες· οὐ  μὴν ὡς Κρῆτες νόμους ἐνθεὶς () ὁ Λυκοῦργος τοῖς Σπαρτιάταις καὶ +Μνησίων+ Ὰργείοις· οὐ Νέστωρ Πυλίοις, οὗ τοὺς λόγους μέλιτος γλυκυτέρους ἐκάλεσεν Ὅμηρος, ού Σόλων καὶ Κλεισθένης Ἀθηναίοις νομοθετήσαντες, οἵτινες οὐ μόνον ἀγχιτέρμονας Ἕλληνας τοὺς αὐτῶν δέξασθαι νόμους καὶ κατ’ἀυτοὺς πολιτεύεσθαι, ἀλλ’οὐδ’ἐκείνους, οἷς τούτους ἐξέθηκαν, μέχρι τέλους ἔπεισαν κατασχεῖν. »

 

Σε αυτό το κείμενο υπάρχουν δύο προβλήματα:

1)      Μαθαίνουμε ότι η επιρροή των αρχαίων νομοθετών ήταν περιορισμένη. Δεν έπεισαν τους «ἀγχιτέρμονας ἕλληνας», δηλαδή τούς γείτονές τούς, να δεχθούν τους νόμους τους, και δεν πέτυχαν να πείσουν τους συμπολίτες τους να σεβαστούν αυτούς τους νόμους συνεχώς. Κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει την λογική της συγκρίσεως, δεδομένου ότι μερικές από τις προσωπικότητες που μνημονεύονται εδώ, ήταν οι πρώτοι νομοθέτες των πόλεών τους. Αντιθέτως, ο Αθανάσιος δεν ήταν ο πρώτος που έφερε τον χριστιανισμό στην Μεθώνη, και δεν ήταν ο πρώτος επίσκοπός της. Επίσης, δεν φαίνεται να είχε καμία επιρροή εκτός της επισκοπής του.

2)      Η αναφορά στο Μνησίωνα παρουσιάζει ένα επιπλέον πρόβλημα, αφού πρόκειται για ένα Αργείο νομοθέτη τελείως άγνωστο από άλλες πηγές. Ο Κυριακόπουλος αναγνωρίζει σε αυτό το σημείο μία δυσκολία στη χειρογραφική παράδοση και βάζει τη λέξη Μνησίωνα μεταξύ δύο σταυρών.

Οι μελετητές του έργου του Αγίου Πέτρου, και κυρίως ο Κυριακόπουλος, έχουν ταυτίσει στους λόγους του αναφορές στα έργα μερικών πατέρων, αλλά μέχρι σήμερα παρέμεινε απαρατήρητο το γεγονός ότι η πηγή της παραγράφου που μας ενδιαφέρει εδώ ειναι η πραγματεία Περὶ Νόμων, που αποτελεί το ένατο βιβλίο της Ἑλληνικῶν Θεραπευτικῆς Παθημάτων του Θεοδώρητου Κύρρου.

Ο Θεοδώρητος, ένας απο τους μεγαλύτερους πατέρες του πέμπτου αιώνα, εκθέτει σε αυτό το σημαντικό έργο μία κριτική της ειδωλολατρείας.  Μεταξύ άλλων, συγκρίνει την απήχηση των νόμων των αρχαίων Ελλήνων με την απήχηση του χριστιανισμού. Το έργο των νομοθετών ίσχυε μόνο για τις πόλεις τους, και μόνο για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Αντιθέτως, οι  απόστολοι, παρόλο που η κοινωνική τους θέση ήταν χαμηλή και δεν διέθεταν τα μέσα να επιβάλουν τους νόμους τους, διέδοσαν το Χριστιανισμό παγκοσμίως. Ενώ ο Άγιος Πέτρος συγκρίνει τους νομοθέτες με τον Αθανάσιο Μεθώνης, ο Θεοδώρητος αποφεύγει να τους συγκρίνει με επισκόπους της προηγουμένης ή της δικής του εποχής. Έτσι βρίσκουμε στο Θεοδώρητο τη λογική που φαίνεται να λείπει στον επιτάφιο εις Αθανάσιον Μεθώνης.

Όσον αφορά τον Μνησίωνα, ο Θεοδώρητος γράφει το εξής: «καὶ ἵνα τοὺς ἄλλους νομοθέτας παρῶ, Ἄπιν τὸν Ἀργείων καὶ Μνησίωνα τὸν Φωκέων, κλπ.»

Τώρα γίνεται σαφές ότι η αναφορά σε έναν Αργείο νομοθέτη ονόματι Μνησίωνα δεν είναι παρά ένα σφάλμα, είτε του Αγίου Πέτρου, είτε, πιθανότερα, της χειρογραφικής παράδοσης. Σύμφωνα με τον Θεοδώρητο, ο Άπις ήταν νομοθέτης των Αργείων, ενώ ο Μνησίων ανήκει στην ιστορία των Φωκέων. Δυστυχώς, δεν ξέρουμε από πού άντλησε ο Θεοδώρητος αυτά τα στοιχεία. Ο Pierre Canivet, ένας από τους μεγαλύτερους μελετητές του έργου του, πιστεύει ότι σ΄εκείνη την εποχή, τα παιδιά μάθαιναν απ’έξω κατάλογους στρατηγών, νομοθετών και βασιλέων, όπως μάθαιναν τις γενεαλογίες των ηρώων. Σε αυτή τη περίπτωση, οι πληροφορίες που μας παρέχει ο Θεοδώρητος για τους νομοθέτες είναι μάλλον ανακριβείς αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, με ελάχιστη ιστορική αξία. Αφ΄ετέρου, ο Paul Lemerle, στο βιβλίο του Ὁ πρῶτος Βυζαντινὸς Οὐμανισμός, γράφει ότι «Ὁ συγγραφέας () δανείζεται τόσα πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀνθολόγια, ποὺ ἄλλωστε τὰ παραθέτει αὐτούσια, ὥστε τὸ ἔργο παρουσιάζεται σὰν παράξενο μωσαΐκό.» Σε αυτή τη περίπτωση, η αξία των πληροφοριών του Θεοδώρητου εξαρτάται από την αξία των χαμένων πια έμμεσων πηγών του.

Το ζήτημα των πηγών αφορά και τον Άγιο Πέτρο. Ο Κυριακόπουλος γράφει το εξής: «Τὸ ἄκρως δυσεπίλυτον ὅμως πρόβλημα εἶναι, ἂν αἱ πηγαὶ του εἶναι ἄμεσοι ἢ ἔμμεσοι. Τὸ δεύτερον φαίνεται πιθανώτερον. Ἄλλωστε αἱ μικραὶ ποικίλης ὕλης ἐπιτομαὶ ἦτο σύνηθες πρᾶγμα εἰς τὸ Βυζάντιον.»

Κατά τη γνώμη μου, όμως, το γεγονός ότι ο Άγιος Πέτρος χρησιμοποιεί εδώ την Ἑλληνικῶν Θεραπευτική Παθημάτων, ένα έργο που είχε ελάχιστους αναγνώστες στην εποχή του, μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε επιτομές αυτού του είδους, και ότι δεν ικανοποιήθηκε με τα γνωστά και συνηθισμένα κείμενα. Πιθανόν διάβασε αυτό το έργο στην Κωνσταντινούπολη, όπου φαίνεται να δέχτηκε τη καλύτερη μόρφωση που πρότεινε τότε η πρωτεύουσα σε νέους ευπόρων οικογενειών. Έτσι επαληθεύεται η μαρτυρία του Θεοδώρου Νικαίας για τη ποιότητα της παιδείας του. Η σύγκριση των δύο κειμένων μας επιτρέπει όμως να συμπεραίνουμε ότι ένας Αργείος νομοθέτης ονόματι Μνησίων δεν υπήρξε ποτέ.

 

Ομιλία του Avshalom Laniado, στην Επιστημονική Ημερίδα « Μνήμη Τασούλας Οικονόμου 1998-2008», Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008, Άργος, Αίθουσα Συλλόγου Αργείων « Ο Δαναός».

Read Full Post »

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος.

 

 

Ανατολικά της πόλης του Άργους, σε μια ταπεινή σπηλιά, ασκητεύει ένας ταπεινός και ήρεμος Αθηναίος, ο οποίος στο όνομα της αγάπης του Θεού, εγκαταλείπει το «κλεινόν άστυ» όπου γεννήθηκε το 862 μ.Χ. και με νηστεία και προσευχή λατρεύει τον Κύριο. Πρόκειται για τον Άγιο Θεοδόσιο τον Νέο.

 

Κακόβουλοι και συκοφάντες άνθρωποι κατηγορούν τον ερημίτη στον Άγιο Επίσκοπο Άργους, ότι δήθεν είναι αγύρτης και λαοπλάνος. Ο Άγιος στενοχωριέται και με θλίψη κατανοεί ότι πρέπει να λάβει μέτρα για το καλό της Εκκλησίας. Σκοπεύει να απομακρύνει τον ασκητή Θεοδόσιο από την περιοχή.

 

 

Η Συνάντησις – Άγιος Π�τρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Ν�ος.

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος.

 

 

 

Τότε δέχεται την επιστολή του Πατριάρχη Νικολάου να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Αποφασίζει να αντιμετωπίσει το θέμα του ασκητή Θεοδόσιου, μετά την επάνοδο του.

 

Στην Πόλη και ενώ η Σύνοδος βρίσκεται σε εξέλιξη, παρουσιάζεται στον Άγιο, ως όραμα, ο Θεοδόσιος και του αποκαλύπτει την εις βάρος του σκευωρία. Ταυτοχρόνως όμως παρουσιάζεται και στον Πατριάρχη και τον παρακαλεί να αποτρέψει τον Επίσκοπο να τον εκδιώξει από το ασκητήριο του.

 

Γίνεται έτσι φανερό το θέλημα του Θεού. Ο Άγιος Πέτρος γυρίζει στο Άργος και, παίρνοντας τον δρόμο μόνος του, πηγαίνει προς συνάντηση του Άγιου ασκητή Θεοδόσιου.

 

Ο Άγιος Θεοδόσιος, με το Θείο χάρισμα της προορατικότητας, γνωρίζει  την επίσκεψη του Επισκόπου του. Τοποθετεί αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι στο σκούφο του και κατεβαίνει να τον προϋπαντήσει. Εκεί, κάτω από το βλέμμα του Θεού, συναντιούνται οι δύο Άγιοι. Η Εκκλησία αγάλλεται. Ο Άγιος Πέτρος μαθαίνει όλη την αλήθεια για τον Θεοδόσιο, τον χειροτονεί Ιερέα και τον ορίζει συνεργό και βοηθό στο έργο του.

 

Όταν ο Θεός καλεί κοντά του τον Άγιο Θεοδόσιο, ο Άγιος Πέτρος συγκεντρώνει όλο τον κλήρο της περιοχής και τον κηδεύει ιεροπρεπώς, μπροστά στο Ναό του Τιμίου Προδρόμου, που ο ίδιος ο Άγιος Θεοδόσιος είχε κτίσει.

 

Πηγή

  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

 Ο Αγιος Πέτρος, Επίσκοπος Αργούς (852 – 922)

   Δρ. Βασίλειος Σκουλάτος, Ιστορικός

 

 

Ο «Βίος» του Αγίου Πέτρου, είναι η μόνη ιστορική πηγή η οποία μας προσφέρει πληροφορίες, αρκετά αόριστες, για την πορεία της ζωής και την πολυσχιδή δράση του μεγάλου αυτού ανδρός. Ο «Βίος» εγράφη λίγο μετά το θάνατο του Αγίου αλλά γύρω από το πρόσωπο του συγγραφέα υπάρχει μεγάλη ασάφεια και οι απόψεις των ερευνητών διίστανται. Άλλοι υποστηρίζουν ότι συγγραφεύς του «Βίου» είναι ο μαθητής του και διάδοχος του στον επισκοπικό θρόνο του Αργούς Κωνσταντίνος και άλλοι ο επίσης μαθητής του και μετέπειτα επίσκοπος Νικαίας Θεόδωρος.

Ο Πέτρος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 852 μ.Χ. Δεν γνωρίζουμε τα ονόματα των γονέων του όμως ο «Βίος» μας πληροφορεί ότι ήσαν ευσεβέστατοι, διακρίνονταν για τη φιλανθρωπία τους και εγαλούχησαν τα τέκνα τους με τα νάματα της χριστιανικής διδασκαλίας και με την επιταγή του «σωφρόνως βιούν».

Η οικογένεια είχε πέντε τέκνα, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι. Μας έχουν διασωθεί τα ονόματα των τεσσάρων αδελφών, Παύλος, Διονύσιος, Πέτρος, Πλάτων, αλλά όχι της αδελφής. Ο πρεσβύτερος Παύλος, πρώτος, εκάρη μοναχός και αυτόν ακολούθησε ολόκληρη η οικογένεια, με την μητέρα και τον πατέρα να μιμούνται τα τέκνα τους. Ο Πέτρος, σχεδόν παιδί, εισήλθε στο μοναστήρι, εκεί εσπούδασε και σε λίγα χρόνια, όπως μας λέγει ο βιογράφος του, ξεπέρασε όλους σχεδόν τους μεγαλύτερους του σε αρετή και σοφία.

 

Η διαμόρφωση του νεαρού Πέτρου στο μοναστήρι συμπίπτει χρονικά με την άνοδο της Μακεδόνικης δυναστείας στην Κωνσταντινούπολη και με την περίοδο κρατικής και πνευματικής ανάτασης στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Στον καθαρά πολιτικό τομέα οι Άραβες και οι Βούλγαροι παραμένουν οι κύριοι αντίπαλοι του Βυζαντίου όμως ήδη ο αραβικός κόσμος, από το δεύτερο μισό του Θ’ αιώνα, παρουσιάζει σαφή συμπτώματα διάσπασης. Στον πνευματικό τομέα σημειώνεται αναγέννηση των κλασσικών σπουδών, στην οποία πρωτοστατεί η μεγάλη μορφή του πολυσχιδούς Φωτίου. Σ’ αυτό το γενικότερο ευνοϊκό κλίμα αναπτύσσεται ο Πέτρος και εξελίσσεται σε μια σπάνια προσωπικότητα στην οποία συνδυάζονται το άψογον ήθος και η αρετή με την υψηλή παιδεία. Η μελέτη των πατέρων της Εκκλησίας συνηγορευόταν από την βαθύτατη ενασχόληση με τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς. Οι επτά σωζόμενες ομιλίες του Πέτρου βρίθουν από αναφορές στους κλασσικούς συγγραφείς.

 

Το πνευματικό ανάστημα του Πέτρου άρχισε γρήγορα να επηρεάζει ακόμη και τους υψηλότερους εκκλησιαστικούς κύκλους. Ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος ο Μυστικός (901-907 / 912-925), σαγηνευθείς από την προσωπικότητα του Πέτρου του πρότεινε το επισκοπικό αξίωμα αλλά ο Πέτρος δεν το δέχθηκε και προτίμησε να συνεχίσει την αποστολική του δράση ως απλός μοναχός.

 

 Μετά την άρνηση του Πέτρου να δεχθεί το επισκοπικό αξίωμα, ο Πατριάρχης μετά από πολλές προσπάθειες πείθει τον πρεσβύτερον αδελφόν του Αγίου, τον Παύλο, να ονομασθεί επίσκοπος Κορίνθου.

 

Συνόδευσε δε και ο Πέτρος τον αδελφόν του στην Πελοπόννησο, περίπου το 902 μ.Χ.

 

Η Πελοπόννησος, κατά την περίοδον αυτή εδεινοπάθει από τις πειρατικές επιδρομές με αποτέλεσμα την αραίωση του πληθυσμού, την εξαφάνιση της οικονομικής ζωής και τις συνεχείς αιχμαλωσίες των κατοίκων «υπό των αθέων Αγαρηνών».

 

Ο Πέτρος, σε αυτό το κλίμα, βοηθεί τον αδελφόν του στο ποιμενικόν του έργο στη μητρόπολη Κορίνθου και ταχύτατα η φήμη της αρετής του ξεπερνά τα όρια της συγκεκριμένης επισκοπής και σχεδόν από όλη την ανατολική Πελοπόννησο συρρέουν πλήθη λαού για να τον συμβουλευθούν και να του ζητήσουν ηθική και υλική συμπαράσταση. Κατά την περίοδο της δράσης του Πέτρου αποθνήσκει ο μητροπολίτης Αργούς και τότε, με μια φωνή, οι κάτοικοι της πόλης απαιτούν από τον επίσκοπο Κορίνθου Παύλο να ορίσει ως νέο επίσκοπο Αργούς τον αδελφόν του Πέτρο. Οι πιέσεις είναι έντονες, όμως ο Πέτρος αρνείται να υποκύψει σ’ αυτές. Τελικά, για να αποφύγει την τεταμένη ατμόσφαιρα της Κορίνθου, αποφασίζει να εγκαταλείψει την πόλη. Δεν γνωρίζουμε τον τόπον καταφυγής του, όμως ο βιογράφος του αναφέρει ότι ο Πέτρος αργότερα, είχε γράψει έναν απολογητικό λόγο για τη φυγή του, ο οποίος εχάθη.

 

Όμως η απουσία του Πέτρου δεν διαρκεί πολύ. Επιστρέφει στην Κόρινθο και τώρα ακούει με περισσότερη κατανόηση τους Αργείους, οι οποίοι του διεκτραγωδούν την κατάσταση στην επισκοπή τους. Η εκκλησία είχε παντελώς αποοργανωθεί, οι ιερείς δεν υπήρχαν, τα βρέφη πέθαιναν αβάπτιστα και οι νεκροί εθάπτοντο χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία. Μπροστά σ’ αυτή την τραγική κατάσταση ο Πέτρος υποχωρεί και περί το 912 ονομάζεται επίσκοπος Αργούς. Και από τη στιγμή αυτή αρχίζει ένα έργο ανόρθωσης της επισκοπής. Η ανορθωτική του δράση δεν περιορίζεται στην τακτοποίηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων αλλά επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Μέριμνα για τα ορφανά και τους γέροντας, με την ίδρυση ορφανοτροφείων και γηροκομείων, μέριμνα για τους ασθενείς με την ίδρυση νοσοκομείων, μέριμνα για την παιδεία, με την ίδρυση σχολείων.

 

Αλλά πέρα από όλα αυτά η συνεχής παρουσία του ανάμεσα στο ποίμνιο του, ο παρηγορητικός του λόγος, η αγάπη του για τον πάσχοντα ανέδειξαν τον Πέτρο σε μια από τις λαμπρότερες εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες που έδρασαν στην Πελοπόννησο στους Μέσους χρόνους.

 

Από το συγγραφικό του έργο, το οποίο, στο σύνολο του, κατά τους ερευνητές, εγράφη κατά την περίοδο της επισκοπείας του σώζονται μόνον επτά. Οι τρεις (Εις Αναργύρους, Αγίαν Άνναν και Αγίαν Βαρβάραν) είναι λόγοι εγκωμιαστικοί. Ένας, (Εις τον Αθανάσιον Μεθώνης), επιτάφιος και τρεις (Εις τα Εισόδια, Εις την Σύλληψιν της Αγίας Άννης και Εις τον Ευαγγελισμόν) ερμηνευτικοί. Οι λόγοι του Πέτρου έχουν τον μανδύα της αρχαίας ελληνικής και πατερικής ρητορικής. Θαυμάσιον είναι το πλούσιον λεκτικόν του, το ήμερον, αισιόδοξον και πανηγυρικόν ύφος του και η πλοκή του λόγου. Ο ρήτωρ Άγιος δεν ενδιαφέρεται να εντυπωσιάσει, αλλά να σώσει τις ψυχές του ποιμνίου του.

 

 Κατά την περίοδον της επισκοπής του Πέτρου δεινός λιμός έπληξε την Αργολίδα. Ο βιογράφος του Αγίου περιγράφει με ακρίβεια την τραγική κατάσταση των κατοίκων και τονίζει ότι : «και τας οικίας και στενωπούς, και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και τα ύπαιθρα εμπλισθήναι νεκρών».

 

Αλλά και σε αυτή τη φοβερή δοκιμασία ο Πέτρος, με μια αληθινά θαυμαστή οργανωτική ικανότητα και με μια δραστηριότητα που ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα κατόρθωσε να συγκεντρώσει ποσότητες σιτηρών, να οργανώσει συσσίτια, να λάβει μέριμνα για τους ενδεέστερους και να μειώσει τις συνέπειες της μάστιγας. Η συμβολή του Αγίου στην καταπολέμηση του λιμού συντελεί στην κατακόρυφη ενίσχυση του κύρους του μεταξύ του πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί Σλάβοι που κατοικούσαν στην περιοχή και επέμεναν στην ειδωλολατρεία οδηγήθηκαν στο βάπτισμα ως έκφραση ευγνωμοσύνης και σεβασμού προς τον Άγιο. Ουσιαστικά έχουμε μια αγιοποίηση του επισκόπου ενώ βρίσκεται στη ζωή.

 

Το έτος 920 0 Πέτρος, γέροντας ήδη εβδομήντα χρόνων και ασθενής καλείται από τον πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για να λάβει μέρος στη Σύνοδο η οποία θα ρύθμιζε το πρόβλημα της τετραγαμίας. Ο Άγιος παρά την ηλικία του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, έλαβε μέρος στη Σύνοδο και υπέγραψε τα πρακτικά της.

 

Πιθανότερον έτος του θανάτου του Αγίου θεωρείται από τους ερευνητές το 922. Ο βιογράφος του Πέτρου περιγράφει τον θάνατο του κατά τρόπο μεγαλειώδη. Μόλις διαδόθηκε η είδηση ότι ο Άγιος ψυχορραγεί «συνέρρει το πλήθος των πόλεων και των κωμών αυτού δε παρήσαν και μοναζόντων αγέλαι και το κόσμιον των μοναζουσών». Και ο Πέτρος, με υπερκόσμια γαλήνη και με ένα χαμόγελο ευδαιμονίας, «ώσπερ μειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα».

 

Ένα άπειρο πλήθος κρατώντας λαμπάδας και ψάλλοντας ύμνους συνόδευσε το σκήνωμα του Αγίου εις τον ναόν της Παναγίας όπου τελέσθηκε η εξόδιος ακολουθία. Και το πρόσωπον του νεκρού «αθρόον φωτί περιελάμπετο… και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον ωσεί ζων και υπνών». Μετά την τελετήν οι κάτοικοι του Ναυπλίου και του Αργούς διαφώνισαν για τον τόπον όπου έπρεπε να ταφεί ο Πέτρος. Τελικά ο Άγιος ετάφη στο Άργος και ο τάφος του κατέστη τόπος προσκυνήματος για τον λαό διότι το λείψανο του «διαδήλους εδείκνυ τας ενεργείας μύρα προέχον ως εκ πηγής και δαίμονας απελαύον και νόσους παντοίας ιώμενον».

 

Ο Άγιος εορτάζει την 3ην Μαΐου, ημέρα του θανάτου του, ως φαίνεται. Δεν μας είναι γνωστή η ημερομηνία της καθιέρωσης του Πέτρου ως Αγίου. Πάντως πιστεύεται ότι ελάχιστο χρόνο μετά το θάνατο του ανακηρύχθηκε Άγιος διότι, ακόμη στη ζωή είχε τη φήμη του Αγίου και σημειοφόρου, αλλά και μετά θάνατον εθαυματούργησε.

Read Full Post »

Οι επτά λόγοι του Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους.

« Οι λόγοι του Πέτρου έχουν τον μανδύαν της αρχαίας ελληνικής και Πατερικής ρητορικής, την καλαισθησίαν της εποχής του ( της οποίας ο Άγιος ασφαλώς αποτελεί εν των καλλιτέρων δειγμάτων) οποία υπήρξε, την σοφίαν και την δογματικὴν κατάρτισιν τού Επισκόπου, την έμφυτον ρητορικὴν δύναμιν του έλληνος. Θαυμάσιον είναι το πλούσιον λεκτικόν του, το ήμερον, αισιόδοξον και πανηγυρικὸν ύφος του, η πλοκὴ του λόγου και η ευκολία της συζεύσεως πολλών και ποικίλων λογοτεχνικών σχημάτων, τα οποία, και αν φθάνουν ενίοτε εις κατάχρησιν και υπερβολήν, εν τούτοις γενικώς είναι επιτυχή και ικανὰ ν διεγείρουν ποικιλίαν συναισθηματικών αντιδράσεων εις τον αναγνώστην ή τον ακροατή».[1]

Οι μέχρι σήμερα γνωστοὶ λόγοι του Αγίου είναι επτά.

  • Εις την Σύλληψιν της Αγίας Άννης. Ευρέθη στην βιβλιοθήκη της μονής του Αγίου Βασιλείου στην Μεσσήνη Σικελίας. ( Αρχιμανδριτικὸ ασκητήριο του Σωτήρος).
  • Επιτάφιος λόγος εις τον μακάριον Αθανάσιον, Επίσκοπον Μεθώνης. Ευρέθη στη βιβλιοθήκη της μονής του Αγίου Βασιλείου στην Μεσσήνη της Σικελίας. ( Αρχιμανδριτικὸ ασκητήριο του Σωτήρος).
  • Εις τους Αγίους Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν. Ευρέθη στο Βατικανό.
  • Εγκώμιον εις την Αγίαν Άννα. Ευρέθη στην μονή του Αγίου Σωτήρος της Μεσσήνης Σικελίας, αλλά και στον κώδικα 317 του Βατικανού μαζὶ με τον λόγο για τους Αγίους Αναργύρους και τέλος στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών ( χειρόγραφο 485) το οποίον προέρχεται από την μονὴ του Αγίου Γεωργίου Μαλεσίνης Λοκρίδος.
  • Εις τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ευρέθη στην Καστοριά αλλά και στην μονὴ της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους.
  • Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου. Ευρέθη στην μονὴ του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου- υψηλού στην Λέσβο. Ίσως αντίγραφο του, υπάρχει στην μονὴ της Αγίας στην Άνδρο. Σε αυτόν όμως προηγείται ο Βίος των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού και έπεται ὁ βίος του Αγίου Νικήτα. Ὁ κώδικας της Λέσβου θεωρείται καλλίτερος και ορθογραφικά.
  • Εγκώμιον εις την Αγίαν Μεγαλομάρτυρα του Χριστού Βαρβάρα. Ευρέθη στην μονὴ του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου – υψηλού στην Λέσβο.[2]

Τέλος, όπως προκύπτει από το εγκώμιο προς τον Άγιο Πέτρο του Θεοδώρου Νικαίας θα πρέπει να υπάρχει ένας ακόμη λόγος του Αγίου ὁ « περί φυγής» στον οποίο αναλύει τους λόγους της άρνησης Του να αναλάβει την ευθύνη του Αρχιερατικού αξιώματος. Είθε, ὁ Θεός να βοηθήσει ώστε στο μέλλον και άλλοι λόγοι τού Αγίου μας να ευρεθούν προς δόξαν Θεού και Εκκλησίας.

Υποσημειώσεις

  1. Κων/νος Κυριακόπουλος. Καθηγητὴς Φιλολογίας. ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ. ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ. ΑΘΗΝΑΙ. 1976. Γενικὴ Εἰσαγωγὴ σ. 7.
  2. Με εντολή τού Μακαριστού κυρού Χρυσοστόμου ( Δεληγιαννόπουλου) εστάλη στην μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Μυτιλήνη ο Θεολόγος π. Δημήτριος Κωστόπουλος ο οποίος και αντέγραψε τους δύο λόγους. Ο ίδιος αντέγραψε και την εις τον Ευαγγελισμόν τής Θεοτόκου ομιλία του Αγίου ο οποίος βρίσκεται στην Εθνική βιβλιοθήκη Αθηνών.΄

Βιβλιογραφία

 

  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, Βίος Και Λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος 1976.
  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008
  • Read Full Post »

    Τα ιστορικά δεδομένα για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και το Άργος στην  

    περίοδο που έζησε ο Άγιος Πέτρος , Επίσκοπος Άργους (852 – 922).

    Εισαγωγή

     

    Η περίοδος στην οποία έζησε και ανέπτυξε την δραστηριότητα του ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου, είναι ιδιαίτερα σημαντική.   Είναι η αρχή της περιόδου ακμής του Βυζαντίου που κυρίως στην περίοδο των Μακεδόνων αυτοκρατόρων (867-1059) θα κορυφωθεί.

     

    Είχε προηγηθεί η μεγάλη κρίση του 7ου και 8ου αιώνα με την Εικονομαχία (726-843), την εγκατάσταση Σλάβων και Βουλγάρων στη Βαλκανική Χερσόνησο και τη στέψη του Καρλομάγνου ως αυτοκράτορα στη Δύση (800), γεγονός που σηματοδότησε την απαρχή της υποχώρησης της Βυζαντινής δύναμης στην Ιταλία  και έπληξε την πολιτική του Βυζαντίου στην περιοχή αυτή. Από τον 9ο αιώνα  η προηγούμενη κρίση θα οδηγήσει στη σταδιακή ωρίμανση του Βυζαντίου, στην ανασύσταση και ανόρθωση του κράτους και στη μεγάλη πνευματική αναγέννηση. Η ακμή αυτή εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδα της ζωής της βυζαντινής κοινωνίας και του κράτους. Ταυτόχρονα η διαδοχή ικανών αυτοκρατόρων και η αξιόλογη δράση σημαντικών πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών εξασφάλισαν την εδραίωση των δυναστικών θεσμών. Η νομοθετική δραστηριότητα, η σωστή οικονομική και κοινωνική πολιτική και η προσαρμογή της κρατικής μηχανής στις απαιτήσεις της εποχής συνέβαλαν στην άσκηση στιβαρής διοίκησης, ικανής να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα αποτελεσματικά, και στην ανάπτυξη της οικονομίας, βασικής προϋπόθεσης για την οποιαδήποτε πολιτική(κοινωνική, οικονομική, εξωτερική κ.τ λ.).

     

    Η αναγέννηση των γραμμάτων και η ισχυροποίηση της Βυζαντινής εκκλησίας, μετά την περιπέτεια της Εικονομαχίας εξασφάλισαν τις προϋποθέσεις για να μπορέσει το Βυζαντινό κράτος να εντάξει τους νέους λαούς (Βούλγαρους, Σλάβους-Μοραβούς, Ρώσους),που είχαν εμφανιστεί, στη σφαίρα της πολιτικής και πνευματικής του επιρροής.

     

    Λίγο μετά τη γέννηση του Αγίου Πέτρου (852) θα αναγορευθεί Πατριάρχης ο Φώτιος(858-867 και 877-886) στη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ του Γ΄(842-867), που είναι ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας του Αμορίου (820-867),και της έντονης παρουσίας του Βάρδα, θείου του Μιχαήλ και ικανότατου πολιτικού και στρατιωτικού ηγέτη. Ο Φώτιος υπήρξε μεγάλη πνευματική φυσιογνωμία και το σημαντικότερο επίτευγμά του υπήρξε ο εκχριστιανισμός των Σλάβων. Στη διάρκεια της άσκησης των πατριαρχικών καθηκόντων του θα γίνει και το πρώτο σχίσμα της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας(867). Η πνευματική ακτινοβολία του Φωτίου, ο οποίος υπήρξε ο πιο αξιόλογος λόγιος και μελετητής των αρχαίων ελληνικών κειμένων στα πλαίσια της έντονης στροφής που παρατηρείται την περίοδο αυτή προς την αρχαία κληρονομιά , θα επηρεάσει την φυσιογνωμία του Αγίου Πέτρου. Ο μαθητής του Φωτίου Νικόλαος Μυστικός, δύο φορές Πατριάρχης του Βυζαντίου (901-907 και 912-925) θα τον επηρεάσει επίσης με την πρότασή του για να αναλάβει τη μητρόπολη της Κορίνθου, πρόταση που θα αρνηθεί αλλά θα ακολουθήσει τον αδελφό του Παύλο που θα χειροτονηθεί μητροπολίτης Κορίνθου.

     

    Η συμβολή του Αγίου Πέτρου

     

     

    Παρά την ακμή αυτή του Βυζαντίου η περιφέρεια δε φαίνεται να ελκύει το ενδιαφέρον των ιστορικών και χρονογράφων της εποχής. Στα πλαίσια αυτά και οι αναφορές στο Άργος είναι περιορισμένες. Η αναγέννηση του Βυζαντίου, που παρουσιάστηκε παραπάνω, στην Πελοπόννησο εκδηλώνεται κυρίως με την αναζωπύρωση της θρησκευτικής ζωής. Οι εποικισμοί των Σλάβων δε φαίνεται να ήταν σημαντικοί στην περιοχή και δεν επηρέασαν την οικονομική εξέλιξη της πόλης κατά την περίοδο των Μακεδόνων και των Κομνηνών στη συνέχεια. « Τη μόνη πληροφορία και αυτή άκρως συγκεχυμένη για την πόλη του Άργους σε αυτή τη ζοφερή περίοδο μας τη δίδει πάλι το Χρονικόν της Μονεμβάσιας λέγοντας ότι φοβούμενοι τους Σλάβους « οι Αργείοι εν τη νήσω τη καλουμένη Ορόβη…μετώκησαν». [1] Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων θα συμβάλει στην αφομοίωση τους προς τους ντόπιους. Στην ιεραποστολική αυτή προσπάθεια θα συμμετάσχει και το Άργος  με επικεφαλής τον Άγιο Πέτρο Επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου. Να σημειωθεί ότι το Άργος πολύ νωρίς ήταν επισκοπή και σύμφωνα με μια άποψη η ένωσής της με την επισκοπή του Ναυπλίου πρέπει να έγινε λίγα χρόνια μετά το 879.  Το 1189 επί Ισαακίου Αγγέλου αποσπάσθηκε από την μητρόπολη της Κορίνθου και αποτέλεσε νέα μητρόπολη.[2] Ταυτόχρονα η ανέγερση πλήθους εκκλησιών επιβεβαιώνει τη θρησκευτική, πνευματική και καλλιτεχνική ανάπτυξη της περιοχής.

     

     

     

    Με την πνευματική άνθηση του Άργους συνυφαίνεται και η οικονομική. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (912-959), της Μακεδονικής Δυναστείας, στο έργο του «Περί Θεμάτων» κατατάσσει το θέμα της Πελοποννήσου έκτο στη σειρά ιεραρχήσεως στον Ελλαδικό χώρο και ανάμεσα σε σαράντα πόλεις το Άργος κατέχει μία από τις πέντε σπουδαιότερες θέσεις( τις άλλες κατέχουν η Κόρινθος, η Σικυών, η Σπάρτη και η Πάτρα). Σύμφωνα δε με το Χρονικόν του Μορέως το Άργος ήταν μία από τις δώδεκα καλυτερα οχυρωμένες θέσεις της Πελοποννήσου. Η οικονομική αυτή ανάπτυξη θα συνεχιστεί μέχρι την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204).[3]

     

    Από το Βίο του Αγίου μαθαίνουμε ότι στη διάρκεια της επισκοπείας του «Λιμός επίεζε την του Πέλοπος.επί τοσούτω δε ταύτην υπεβόσκετο και κατέτρυχεν ,ως και τας οικίας, και τας στενωπούς, και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και τα ύπαιθρα εμπλησθήναι νεκρών, μη των ζώντων εξικνούντων ετι τη γή κατακρύπτειν τα σώματα». Ο λιμός αυτός διήρκεσε τρία χρόνια Η αντιμετώπιση του λιμού από τον Άγιο, που πέτυχε τη διατροφή ντόπιων και ξένων, εγγράφεται από το βιογράφο του στα θαύματά του.[4] Ακόμη στις ομιλίες του Αγίου Πέτρου γίνεται λόγος για επιδρομές «αθέων Αγαρηνών» και «Σκυθών» ενώ στο Βίο του αναφέρονται πειρατικές δραστηριότητες των Κρητών που ανάγκαζαν τον Άγιο να εξαγοράζει με λύτρα τους αιχμαλώτους.[5] Οι προαναφερόμενοι Αγαρηνοί και Κρήτες δεν ήταν άλλοι από τους Σαρακηνούς πειρατές που τρομοκρατούσαν τους πληθυσμούς των παραλιακών περιοχών της Πελοποννήσου(9ος και 10ος αιώνας). Αποτέλεσμα της δράσης των πειρατών ήταν η ερήμωση των νησιών και των παραλίων αστικών κέντρων, κάμψη της οικονομίας, πολιτιστική παρακμή και ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα.

     

    Τέλος χαρακτηριστικό γεγονός της περιόδου είναι η  κατάληψη της Πελοποννήσου  από βαρβάρους για τρία χρόνια. Κατά τις εκτιμήσεις των ερευνητών πρόκειται για ατάκτους Βουλγάρους του Συμεών που μετά την ειρήνευση με τους Βυζαντινούς, το 924, παρέμειναν στην Πελοπόννησο και απεχώρησαν αργότερα οικειοθελώς είτε εκδιώχθηκαν από βυζαντινό εκστρατευτικό σώμα. Το γεγονός αυτό αναφέρεται στο Βίο του Αγίου ως προφητεία που επαληθεύθηκε μετά το θάνατό του.

    Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, συνθήκες ανάπτυξης και ακμής του Βυζαντίου, της περιφέρειας και του Άργους, έζησε και έδρασε ο Άγιος Πέτρος. 

         

      Βασίλης Τσιλιμίγκρας

     

     

                                                                                                              


    [1] Βασίλειος Σκουλάτος,  Άργος, τα ίχνη μιας πόλεως στον Ελληνικό Μεσαίωνα, Αργειακή Γη,επιστημονική καιλογοτεχνική έκδοση τουΠνευματικού κέντραου του Δήμου Άργους, τεύχος 1, 2003, σελ.67-85. Πρόκειται για μια πολύ εμπεριστατωμένη προσπάθεια ανίχνευσης της πορείας του Άργους στον Ελληνικό Μεσαίωνα με άρτια τεκμηρίωση.

    [2] Ιωάννης Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος ,1968, εκδ. δεύτερη, σελ. 167.

    [3] Βασίλειος Σκουλάτος, ο.π.

    [4] Χρήστος Παπαοικονόμου, Άγιος Πέτρος του Άργους,Αθήνα 1908, σελ.66.

    [5] Βασίλειος Σκουλάτος ,ο.π.

     Απρίλιος του 2006( Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΑΡΓΟΛΙΔΑ»)

     

    Read Full Post »

    « Newer Posts