Το σπίτι του Σπυρίδωνος Τρικούπη στο Άργος – Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833) | Βασίλης Δωροβίνης – Δικηγόρος, Πολιτικός επιστήμονας, Ιστορικός
Σ’ αυτό γεννήθηκε, κατά μία άποψη, ο Χαρίλαος Τρικούπης.
Καταρρέει, εγκαταλειμμένο από την Αγροτική Τράπεζα.
Η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο έγκριτο Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τ. 66, το 1998.
Το 1996 γιορτάστηκε με επισημότητα η επέτειος των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Χαρ. Τρικούπη, γεγονός που έγινε αφορμή να οργανωθούν συνέδρια και δύο εκθέσεις στην Αθήνα, αλλά και να δημοσιευθούν σχετικές μελέτες και άρθρα. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, στα άλλα ευρωπαϊκά, τουλάχιστο, κράτη, ελάχιστο ενδιαφέρον εκδηλώθηκε για τις συγκεκριμένες και υλικές μαρτυρίες που συνδέονται με τον πολιτικό αυτόν, ιδιαίτερα μάλιστα για τα σπίτια που είχε οικοδομήσει ο πατέρας του Σπυρίδων Τρικούπης, στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στο Άργος.[1] Προσπάθεια του γράφοντος να προκαλέσει, για το θέμα αυτό, το ενδιαφέρον του υπευθύνου της μιας από τις δύο εκθέσεις δεν ευδοκίμησε. Το φαινόμενο της αδιαφορίας για τις υλικές μαρτυρίες που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη νεότερη Ελλάδα, εκδηλώνεται και εδώ με όλη την έντασή του.
Στο παρόν άρθρο αποφασίσαμε και εκθέτουμε με λεπτομέρειες την ιστορία του σπιτιού του Σπυρ. Τρικούπη στο Άργος, αφού κάνουμε σύντομη αναφορά στα άλλα σπίτια που έκτισε στην Αίγινα και στο Ναύπλιο. Ταυτόχρονα δημοσιεύουμε με πληρότητα μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Χαρ. Τρικούπης γεννήθηκε στο Άργος, το 1830.
Σε πολύ παλαιότερη μελέτη μας, που αποτελεί ατυχώς μέχρι σήμερα και τη μοναδική (και ελλιπή) προσέγγιση της ιστορίας της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στο Άργος,[2] είχαμε αφιερώσει συντομότατο και ατελές σημείωμα και για το σπίτι του Τρικούπη στην πόλη αυτή, προϊόν γενικότερων ερευνών μας που δεν περατώθηκαν παρά χρόνια αργότερα.
Θεωρώ ότι επιβάλλεται η πληρέστερη και επεξεργασμένη δημοσίευση της ιστορίας αυτού του κτιρίου, για πολλούς λόγους. Πρώτος και κύριος είναι η πλήρης εγκατάλειψή του από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος [σήμερα αποτελεί ιδιοκτησία της Τράπεζας Πειραιώς], τελευταίο ιδιοκτήτη του κτιρίου εδώ και αρκετά, πλέον, χρόνια. Δεύτερος λόγος είναι η επικαιρότητα της επετείου του θανάτου του Χαρ. Τρικούπη. Ο τρίτος λόγος αφορά την ίδια την ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, θέμα για το οποίο η Αρχαιολογία έχει ήδη φιλοξενήσει σειρά μελετών μας.
Η ανέγερση του σπιτιού του Σπ. Τρικούπη στο Άργος προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις σε τοπικό επίπεδο, ώστε ο ίδιος ο Καποδίστριας να εκδώσει διάταγμα γενικότερου ενδιαφέροντος, που περιόριζε την έκταση παραχωρούμενης εθνικής γης για ανέγερση κατοικιών στην πόλη. Ο τελευταίος λόγος της δημοσίευσης, αν και έμμεσος, δεν νομίζω πως είναι λιγότερο σημαντικός: τα τελευταία χρόνια, τόσο στον Τύπο όσο και στο επίπεδο έρευνας και σχετικών ανακοινώσεων ειδικότερα στο Ε.Μ.ΠΙ., έχει επικρατήσει και πάλι ένας αναχρονιστικός αθηναιοκεντρισμός. Σημαντικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των νεοτέρων χρόνων, που βρίσκονται στην ελλαδική περιφέρεια, συνεχίζουν να παραμένουν στο περιθώριο, και μόνον όταν κάποια κινδυνεύουν άμεσα, από τον συνεχιζόμενο εργολαβικό βανδαλισμό και την ανύπαρκτη, πλέον, κρατική πολιτική για την πολιτισμική μας κληρονομιά, κινείται πυροσβεστικά και επιδερμικά κάποιο στιγμιαίο ενδιαφέρον. Θα θέλαμε, λοιπόν, να συμβάλουμε, και με το παρόν άρθρο, στην αντιστροφή αυτού του φαινομένου.
Ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873) γεννήθηκε στο Μεσολόγγι και πέθανε στην Αθήνα. Υπήρξε από τις σημαντικές προσωπικότητες της πολιτικής ζωής της χώρας κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους του 19ου αιώνα, ενώ συνέγραψε ογκώδη ιστορία της ελληνικής επανάστασης. Για μεγάλο διάστημα συνεργάστηκε με τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο, του οποίου νυμφεύθηκε την αδελφή.[3] Επί Καποδίστρια αναδείχθηκε πρώτος αυτός στο αξίωμα του Πρωθυπουργού της Ελλάδας (Γραμματεύς της Επικρατείας), αξίωμα από το οποίο παραιτήθηκε στις αρχές του 1829, μετά από διαφωνία του με τον Κυβερνήτη.
Από τότε, αν και πάντοτε μετριοπαθής στο φρόνημα και στη συμπεριφορά, πέρασε στην αντικαποδιστριακή παράταξη, και η οικοδόμηση του σπιτιού του στο Άργος ασφαλώς συνδέεται με το γεγονός ότι η πόλη αυτή, στα 1830, χρησιμοποιήθηκε ως τόπος κατοικίας από πολλούς αντικαποδιστριακούς, Έλληνες και ξένους. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η αντίθεση που δημιουργήθηκε σε τοπικό επίπεδο για την παραχώρηση οικοπέδου στον Τρικούπη ανέδειξε, για άλλη μια φορά, την τακτική (ή και πεποίθηση) του Καποδίστρια να μην εκδικείται και να μη «στριμώχνει» σε προσωπικό επίπεδο τους πολιτικούς του αντιπάλους – μια τακτική που συνεχίζει να έχει εντελώς ανόμοια τύχη στην πολιτική ζωή της χώρας, μέχρι και σήμερα.
Η οικοδόμηση τριών σπιτιών από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, όλων μεγάλων διώροφων οικοδομημάτων, στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στο Άργος, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, σχεδόν μόλις δύο ετών, εντυπωσιάζει ιδιαίτερα για την εποχή που ανεγέρθηκαν. Δεν νομίζουμε ότι υπάρχει δεύτερη παρόμοια περίπτωση για κανέναν από τους πολιτικούς που έδρασαν στα επαναστατικά και καποδιστριακά χρόνια αλλά και μετέπειτα. Ας σημειωθεί ότι οικοδομεί και άλλο σπίτι, όταν εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα, κατά την οθωνική εποχή, ενώ η ευρύτερη οικογένεια των Τρικούπηδων οικοδομεί άλλα τρία σπίτια στο Μεσολόγγι.[4]
Το σπίτι του στην Αίγινα ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1829 και, όπως αναφέρει ο Ν. Δραγούμης, ήταν μία «εκ των τριών ή τεσσάρων μεγαλοπρεπεστέρων οικιών της μητροπόλεως της Ελλάδος», την οποία αποκαλεί και «υπουργικόν μέγαρον», ενώ περιγράφει ορισμένους χώρους της και δίδει στιγμιότυπα της ζωής στο σπίτι αυτό.[5] Σήμερα αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία, μη συντηρούμενη σε καλή κατάσταση.
Ανάλογης περιωπής ήταν και σπίτι του στο Ναύπλιο, που θα πρέπει να κτίσθηκε ή να αγοράστηκε τον ίδιο χρόνο (1829), όταν η πρωτεύουσα του κράτους, μετά την Δ’ Εθνοσυνέλευση στο Άργος (Ιούλιος-Αύγουστος), μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο.
Για το σπίτι τού Τρικούπη στο Ναύπλιο ο Α. Παπαδόπουλος-Βρετός αναφέρει[6] ότι συγκαταλεγόταν μεταξύ των νέων, κομψά κτισμένων σπιτιών του Ναυπλίου και ότι νοικιάστηκε, για 600 φράγκα το μήνα, στον πρεσβευτή της Γαλλίας βαρόνο ντε Ρουάν, τονίζοντας ότι τα νοίκια στο Ναύπλιο ήταν υψηλά όσο και στο Παρίσι.
Η τύχη του σπιτιού αυτού γίνεται ασαφής, από στοιχεία που έχουμε εντοπίσει στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πράγματι, στις 3-6-1829 ο Τρικούπης, με προσωπική αίτησή του στον Καποδίστρια, δηλώνει ότι έχει στο Ναύπλιο ιδιόκτητη οικία , ότι προτίθεται να την πωλήσει και ότι ζητεί από την Κυβέρνηση να την αγοράσει σε τιμή που θα καθόριζε εκτιμητής και με τίμημα το οποίο θα ήθελε να παρακατατεθεί στη Χρηματιστική Τράπεζα.[7] Κατ’ εντολή του Καποδίστρια, συγκροτείται συντομότατα σχετική επιτροπή, και στις 14 Ιουνίου ο Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας Κ. Ράδος πληροφορεί τον Κυβερνήτη ότι η εκτίμηση έγινε, για 13.950 γρόσια.
Στο σχετικό Πρακτικό της Επιτροπής σημειώνεται ότι η οικία αποτελείται από πέντε «οικήματα» (ενν. δωμάτια), ένα μαγειρείο και δύο «καταγώγια», με συνολικό εμβαδόν 333 πήχεων.[8] Μετά από δύο μέρες, ο Καποδίστριας στέλνει έγγραφό το προς το υπουργικό Συμβούλιο, σημειώνοντας ότι ο Τρικούπης «παραχωρεί» το σπίτι του για δημόσια χρήση και ζητώντας «να ενεργηθώσι κατά τον ανήκοντα τρόπον τα περί της πράξεως ταύτης» και να πληρωθεί το αντίτιμο, παραδίδοντας στον ιδιοκτήτη σχετικό αποδεικτικό της Χρηματιστικής Τράπεζας.[9]
Η πώληση του σπιτιού φαίνεται ότι συντελέστηκε, διότι σε έγγραφο της Επί της Οικονομίας Επιτροπής (Υπουργείου Οικονομικών) της 27.2.1830 ρητά αναφέρεται: «ο κ. Σ. Τρικούπης προβάλλει ότι επειδή η τιμή τού προς την Κυβέρνησιν πωληθέντος ιδιόκτητου οσπητίου του παρεκατετέθη εις την Εθνικήν Τράπεζαν, της οποίας αι χρεωστικαί αποδείξεις ανακτώνται κατά την 1ην του ερχομένου Απριλίου, να εκπεσθώσιν εκ της εις χείρας του αποδείξεως της Τραπέζης όσα διά την αγοράν τού οσπιτοτόπου χρεωστεί».[10]
Σε συνημμένο κατάλογο εμφαίνεται ότι ο Τρικούπης είχε αγοράσει ακίνητο στη θέση «Πέντε Αδέρφια» του Ναυπλίου και ότι χρωστούσε 5400 γρόσια. Το περίεργο είναι ότι σε άρθρο της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, μόλις πέντε μέρες πριν, υπό τον τίτλο «Περί Ναυπλίου τινά», γίνεται ρητή μνεία της «οικίας του Τρικούπη».[11]
Σε άλλο έγγραφο της Επί της Οικονομίας Επιτροπής, της 21.4.30,[12] που αναφέρεται σε δημοπρασίες «εθνικών φθαρτών κτημάτων» (δημοσίων ακινήτων) οι οποίες ενεργήθηκαν στο Ναύπλιο, περιλαμβάνεται σχετικός κατάλογος όπου ο Τρικούπης εμφανίζεται να έχει αγοράσει ακίνητο στη θέση «Πέντε Αδέλφια» έναντι 5400 γροσίων (με τιμή εκτίμησης στα 5670 και τιμή εκκίνησης στα 5000 γρ.) και με την παρατήρηση παράπλευρα: «Παρά την εκτίμησιν πώλησις, εις δύω μόνον ημέρας δημοπρασίας, η 21 Αυγούστου και η 23 του ιδίου». Σε έγγραφό της η Επιτροπή επισημαίνει σειρά παρατυπιών και φθάνει να ζητεί από τον Διοικητή των επαρχιών Ναυπλίου, Άργους και Κάτω Ναχαγιέ αν οι δημοπρασίες είναι σύννομες, προτού προβεί στην έκδοση εγγράφων ιδιοκτησίας.
Δεν ξέρουμε ποια απάντηση δόθηκε στο έγγραφο αυτό, όμως σε άλλο έγγραφο του διοικητή Ν. Γερακάρη, της 18.7.1830,[13] ο Τρικούπης εμφανίζεται να έχει τελειώσει «νεόκτιστον οικίαν» και να έχει δημιουργήσει οξύ θέμα με την απόρριψη μπαζών και χωμάτων, που προκάλεσε την παρέμβαση την μηχανικών Βαλιάνου και Γκαρνό. Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάρτιο του 1831, η Επαρχιακή Δημογεροντία Ναυπλίου, για να εισπράξει τον σχετικό φόρο για το σπίτι αυτό, διαβιβάζει στην Εθνική Τράπεζα έγγραφο του Τρικούπη, γραμμένο και σταλμένο από το Άργος στις 2 Φεβρουαρίου, με το οποίο σημείωνε ότι το σπίτι του στο Ναύπλιο είχε νοικιαστεί στον «αντιπρέσβυν της Γαλλίας» και ζητούσε να γίνει συμψηφισμός μέσω των κατατεθειμένων ενοικίων του.[14]
Από τα στοιχεία αυτά εμφανίζεται ο Τρικούπης ως ιδιοκτήτης αλληλοδιαδόχως δύο σπιτιών στο Ναύπλιο, και αν υποτεθεί ότι το δεύτερο κτίστηκε μετά από κατεδάφιση ακινήτου που αγόρασε στα «Πέντε Αδέλφια» (χωρίς να μπορούμε σήμερα να προσδιορίσουμε ποια έκταση ακριβώς περιλαμβανόταν, τότε, στην υπό το τοπωνύμιο αυτό περιοχή) θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ταυτίζεται με εκείνο που έμεινε γνωστό στο Ναύπλιο ως το «σπίτι του Τρικούπη»,[15] που έχει φωτογραφηθεί επανειλημμένα και κατεδαφίστηκε για να ανεγερθεί το ξενοδοχείο «Αμφιτρύων» στο τέλος της δεκαετίας του 1950.
Το σπίτι στο Άργος
Τον Φεβρουάριο του 1829 ο Τρικούπης υποβάλλει την παραίτησή του από τη θέση του Γραμματέα της Επικρατείας. Η παραίτηση γίνεται δεκτή με διάταγμα της 4/16.2.1829, και στη θέση του διορίζεται ο Σπηλιάδης, ενώ ταυτόχρονα ο Τρικούπης διορίζεται Γραμματέας επί των Εξωτερικών Υποθέσεων, θέση στην οποία παρέμεινε έως τον Ιούλιο, οπότε συνήλθε η Δ’ Εθνοσυνέλευση. Είδαμε ότι τις μέρες της παραίτησης του και από το αξίωμα αυτό είχε ήδη υποβάλει αίτηση για να αγοράσει η Κυβέρνηση το σπίτι του στο Ναύπλιο (3 Ιουνίου). Στις 16 Ιουνίου είχε οριστικοποιηθεί η απόφαση του Καποδίστρια για την αγορά του σπιτιού αυτού.
Ταυτόχρονα φαίνεται ότι και ο Τρικούπης είχε πάρει την απόφασή του να μετοικήσει στο Άργος.
Μετά από ένα χρόνο, σε έγγραφο του Διοικητή Ναυπλίου κλπ., της 23ης Ιουνίου καταγράφονται οι πληροφορίες ότι είχε υποβληθεί αναφορά από τον Τρικούπη, σύμφωνα με την οποία εξεδήλωνε την επιθυμία «να κτίση οικίαν εις Άργος, δι’ αυτόν τον σκοπόν έδωκε την προσοχήν του είς τινα τόπον κείμενον πλησίον του παραχωρηθέντος τόπου εις τον κ. Μ. Σικελιανόν [Σ.Σ.: ήταν δικαστικός], και ζητεί να τω παραχωρηθή ο περί ου ο λόγος, περιοχής τεσσάρων στρεμμάτων, με τας συμφωνίας καθ’ ας εδόθησαν τοιούτοι τόποι και εις τους άλλους τούτους πολίτας».
Στη συνέχεια ο Διοικητής αναφέρει ότι ζήτησε πληρέστερη πληροφόρηση από τον Τοποτηρητή Άργους, ο οποίος απάντησε ότι ο ζητούμενος χώρος είναι μέρος του Μεντρεσέ, ότι εκεί πήρε γη και ο Μ. Σικελιανός, όπως και ότι αν παραχωρηθεί εκεί γη και στον Τρικούπη δεν θίγονται γενικά ή ιδιωτικά συμφέροντα, σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλλεξε και με αυτοψία του μηχανικού του Άργους (και συντάκτη του δεύτερου σχεδίου της πόλης, επί Καποδίστρια – 1829[16]), Ελβετού Ντεβώ.
Σε δύο μέρες ο νέος Γραμματέας της Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης απαντά στον Διοικητή ότι γίνεται δεκτό το αίτημα του Τρικούπη, ότι δίδεται η άδεια για οικοδομή οικίας του, αλλά και ότι η οικοδόμηση πρέπει ν’ αρχίσει αμέσως, σύμφωνα με την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία για παραχώρηση εθνικής γης στις πόλεις, με σκοπό τη δόμηση.[17]

Σχέδιο πόλεως Άργους (1831, συντάκτης ο Ρούντολφ ντε Μποροτσύν). Στον κύκλο παρουσιάζεται το σπίτι του Τρικούπη, το οποίο και κατονομάζεται, με δύο βοηθητικά κτίρια Εκατέρωθεν.
Η διαδικασία παραχώρησης φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε αμέσως και ότι ο Τρικούπης επέσπευσε τις οικοδομικές εργασίες, μέσα στον Ιούνιο. Τούτο δημιούργησε έντονη αντίδραση της Δημογεροντίας Άργους και στα ΓΑΚ βρίσκονται καταρχήν τρία σχετικά έγγραφα, δηλαδή κατά πρώτο αναφορά (11 Ιουλίου) των Δημογερόντων Άργους Ν. Ζεγκίνη, Γ. Αλμπανόπουλου και Θ. Μοθωνιού, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ο τόπος που παραχωρήθηκε στον Τρικούπη είναι «ιδιοκτησία του κοινού της πόλεως Άργους», που επί οθωμανικής διοίκησης «ήτον δημόσιον κατάστημα, λεγόμενον Τιθνάκι, δι’ ιδίων εξόδων του κοινού ωκοδομηθέν και κατά καιρόν επιδιορθούμενον και εφοδιαζόμενον από όλα τα αναγκαία, με επαρχιακά χρήματα», ότι επίσης η περιοχή του διακρίνεται ευκρινώς και ότι κοντά στον τόπο αυτόν υπήρχε και άλλος, όπου βρισκόταν δικαστικό κατάστημα.
Τόνιζαν, επίσης, ότι κανείς δεν τους είχε πληροφορήσει για την παραχώρηση στον Τρικούπη και ότι, μόλις την πληροφορήθηκαν, έσπευσαν να αντιδράσουν. Την αναφορά αυτή συνοδεύει προγενέστερη κατά δύο μέρες του Τοποτηρητή Άργους, στον οποίο είχε παρουσιαστεί ένας από τους δημογέροντες και του ανέφερε προφορικά τις υφιστάμενες αντιρρήσεις.
Ο Τοποτηρητής τόνιζε, με τη σειρά του, ότι είχε προηγηθεί ολόκληρη δημόσια διαδικασία, όπως η ακριβής καταμέτρηση του χώρου από τον Ντεβώ, χωρίς κανένας να αντιδράσει, ενώ παρέθετε επιχειρηματολογία υπέρ της παραχώρησης. Δηλαδή ότι η αναφερόμενη από τους δημογέροντες έκταση είναι υπερβολικά μεγάλη για να είχε παραχωρηθεί από τους Τούρκους για χρήση του «κοινού» της πόλης (συγκεκριμένα για κατάστημα των ενοικιαστών προσόδων) και ότι αν ακόμα είχε παραχωρηθεί, και μάλιστα για οικοδόμηση δημοσίου οικήματος, τούτο γινόταν όταν παρόμοιο οίκημα ήταν αναγκαίο στην τουρκική διοίκηση, ότι επίσης στον συγκεκριμένο χώρο δεν υπήρχε πλέον καμία οικοδομή «πλην μικρού τινος ερειπίου», όπου άλλωστε είχε σχεδιαστεί η χάραξη δημοσίου δρόμου. Τέλος ανέφερε ότι, κι αν ακόμα ο χώρος ανήκε «εις το κοινόν του Άργους», όχι μόνο του ήταν περιττός αλλά σωστό ήταν να τον πάρει η Κυβέρνηση, αφού είχε παραχωρήσει στην πόλη του Άργους χώρους για το αλληλοδιδακτικό σχολείο [Σ.Σ.: η οικοδόμησή του είχε αρχίσει τον ίδιο μήνα], όπως και για δημόσια κτίρια (Δικαστήριο, Διοικητήριο, Δημογεροντία κ.ά.), ότι άλλους χώρους τους παραχώρησε για δημιουργία πλατειών, ενώ κατέβαλε τα έξοδα για την ανέγερση του δικαστικού οικήματος.
Στο έγγραφο του Διοικητή των επαρχιών Ναυπλίου κλπ., που συνόδευε τα δύο άλλα και απευθυνόταν στον Καποδίστρια, μνημονεύεται και αναφορά του ίδιου του Τρικούπη, όπου σημειώνεται ότι οι Δημογέροντες του Άργους «διέταξαν εξαίφνις τους κτίστας να μη τολμήσουν να εξακολουθήσουν το έργον των», αλλ’ ότι ο ίδιος, μετά την παραχώρηση του τόπου, είχε ήδη αγοράσει οικοδομικά υλικά, έκανε συμφωνίες, έφερε χτίστες, τους πλήρωσε προκαταβολή και η οικοδόμηση είχε προχωρήσει.
Ο Διοικητής καταγράφει επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα των δύο πλευρών και ζητεί από τον Καποδίστρια να πράξει τα δέοντα,[18] ενώ επανέρχεται στο ίδιο θέμα με δύο μεταγενέστερες αναφορές του, που δεν υπάρχουν στα ΓΑΚ.
Σε δύο μέρες από το πρώτο έγγραφο του Διοικητή ο Καποδίστριας απαντά ότι καταρχήν ευθύνη έχει ο Τοποτηρητής, που δεν φρόντισε να συνεννοηθεί «ακριβέστερον και αληθέστερον» με τους δημογέροντες. Αλλ’ ότι επίσης οι δεύτεροι δεν μπορούν να εμποδίσουν την οικοδόμηση του σπιτιού, αφού πρόκειται για εθνική γη, μια και σύμφωνα με τους δικούς τους ισχυρισμούς εκεί υπήρχαν δημόσια κτίρια επί τουρκοκρατίας. Όσοι οικοδομούν σε εθνική γη υπόκεινται σε αποφάσεις της Κυβέρνησης και σε ό,τι αυτή μελλοντικά αποφασίσει για τυχόν πληρωμή της γης. Αλλά και αν ποτέ αποδειχθεί ότι πράγματι η γη αυτή ανήκει στην κοινότητα των Αργείων, τότε η κοινότητα θα αποζημιωθεί με ό,τι θα εισέπραττε ανάλογα το δημόσιο ταμείο από την παραχώρηση γης.[19]
Σε λίγες μέρες (21 Ιουλίου), ο Σπηλιάδης απευθύνει έγγραφο στην Επί της Οικονομίας Επιτροπή, με το οποίο την πληροφορεί ότι, μεταξύ άλλων, παραχωρήθηκε εθνική γη στους Μ. Σικελιανό (4 στρ., κοντά στον λεγόμενο Μεντρεσέ, «όπου υπήρχε ποτέ το Τέμενος των οθωμανών εις Άργος»), στον Τρικούπη, επίσης 4 στρ., και στον δικαστικό Γ. Α. Ράλλη δύο στρέμματα, στην ίδια περιοχή, με τους όρους που μελλοντικά επιφυλασσόταν η Κυβέρνηση να διατυπώσει.[20] Στο σχέδιο πόλης του Άργους τών ντε Μποροτσύν και Ζαβού (1831) σαφώς σημειώνονται στην περιοχή αυτή οι αντίστοιχες ιδιοκτησίες και οι οικοδομές που ήδη είχαν κτισθεί.
Φαίνεται ότι η παραχώρηση, στο κέντρο σχεδόν του νέου τμήματος της πόλης, τόσο μεγάλης έκτασης για ανέγερση ιδιωτικών οικημάτων προκάλεσε αντιδράσεις από διάφορες πλευρές.
Σε σχετικό έγγραφο του Τοποτηρητή Άργους απάντησε ο Σπηλιάδης, μνημονεύοντας ότι συνημμένα τού στέλνεται το κείμενο νέου διατάγματος πολεοδομικών ρυθμίσεων, ότι αυτό θα πρέπει να εφαρμοσθεί αμέσως και ότι προβλέπεται η παραχώρηση αποζημιώσεων.[21]
Παραθέτουμε ολόκληρο το κείμενο του διατάγματος αυτού, θεωρώντας ότι πρόκειται για μείζονος σημασίας πολεοδομική ρύθμιση (φέρει αριθμό 2185, ημερομηνία 21-8-1830, και την ολόγραφη υπογραφή του Καποδίστρια.
«Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος
Λαβόντες υπ’ όψιν την υπ’ αριθ. 334 αναφοράν τού εις Άργος Τοποτηρητού, διαλαμβάνουσαν ότι όλοι οι τόποι, όσοι εζητήθησαν από διαφόρους πολίτας προς οικοδομήν, υπάγονται εις το υπ’ αριθ. 1007/ΙΓ’ Ψήφισμα, τους οποίους η Κυβέρνησις δεν ήθελε παραχωρήσει εις τους αιτήσαντας εν συμφωνία τού να οικοδομήσουν και να υπόκεινται εις όσην ήθελε αποφασισθεί περί αυτών αποζημίωσις, επί (Σ.Σ. εννοεί: επειδή) επληροφορήθη κυρίως ότι η παραχώρησίς των αντιβαίνει εις το αυτό Ψήφισμα.
Θεωρούντες ότι οι λαβόντες άδειαν να οικοδομήσωσι εις τους τοιούτους εθνικούς τόπους δεν ηρκέσθησαν εις τόσην έκτασιν γης, όση αναγκαία εις οικοδομήν αναλόγου χωρητικότητος, έχουσα εις περιοχήν ανάλογον δι’αυλήν και οικιακήν χρήσιν, αλλ’ εζήτησαν πλέον του αναγκαίου.
Θεωρούντες ότι εάν λάβουν έκαστος των αιτούντων ανά δύω, τέσσαρα έως εξ στρέμματα γης, διά να οικοδομήσουν, αντιβαίνει εις τον τακτικόν οικισμόν της πόλεως και προσβάλλει τα γενικά και μερικά συμφέροντα
Διατάττομεν
1ον. Εκ των εντός του σχεδίου της πόλεως του Άργους εθνικών τόπων θέλει εκποιείσθαι κατά το υπ’αριθ. 107/ΙΓ’ Ψήφισμα, και παραχωρείσθαι εις τους θέλοντας ν’ αγοράσουν προς οικοδομήν, ανά εν μόνον στρέμμα, συνιστάμενων εις πήχεις τετραγωνικές 3080 ή και ολιγώτερον του στρέμματος.
2ον. Όσοι εκ των πολιτών έλαβον άχρι τούδε πλέον του ενός στρέμματος, χρεωστούν να παραιτήσουν το πλειότερον, αλλά δεν εμπορούν να οικοδομήσωσι επ’ αυτού, ειμή αφ’ου το αγοράσουν επί δημοπρασίας, κατά το αυτό ΙΓ’ Ψήφισμα.
3ον. Όσοι εκ των πολιτών έφθασαν να οικοδομήσωσι επί της εθνικής γης, επί συμφωνία τού να υπόκηνται εις ό,τι αποφασίσει περί τούτου η Κυβέρνησις, θέλουν πληρώσει την τιμήν του προς αυτούς παραχωρηθέντος τόπου, κατά το στον άρθρον του ΙΓ’ Ψηφίσματος, αλλ’ εκτιμωμένου του αυτού τόπου ως έγγιστα, καθ’ας ήθελον δημοπρατηθή τιμάς οι παρακείμενοι εις τα ιδίας γραμμάς τόποι· η δε εκτίμησις αύτη θέλει γίνεσθαι οία λόγισθαι των δημοπρατηθησομένων, διαφέρουσα κατά το μάλλον και ήττον ως προς την θέσιν.
4ον. Όστις αγοράσει τόπον διά να οικοδομήση, χρεωστεί να αρχίζει αμέσως την οικοδομήν και το πολύ εντός έτους να την τελειώνει. Άλλως θέλει εκτίθεσθαι εκ δευτέρου ο εις αυτόν παραχωρηθείς τόπος εις δημοπρασίαν, και θέλει παραχωρείσθαι εις άλλον.
5ον. Η επί της Οικονομίας Επιτροπή και ο εις Άργος Τοποτηρητής να ενεργήσωσι το παρόν διάταγμα».
Η κοινοποίηση του διατάγματος προκαλεί την άμεση αντίδραση του Τρικούπη, ο οποίος στις 26 Αυγούστου απευθύνει στον Τοποτηρητή Άργους μακροσκελή αναφορά, που περιέχει πολύ σημαντικά στοιχεία για την οικοδομή του.[22] Καταρχήν προσδιορίζει ότι η αντίθεση της Δημογεροντίας εκδηλώθηκε κατά το άνοιγμα των θεμελίων και ότι το έργο είχε αναληφθεί από τον γνωστό «τέκτονα» («αρχιτέκτονα» τον αποκαλεί) της καποδιστριακής εποχής Νικόλαο Ιωάννου. Τα σχέδια έγιναν από τον Αυστριακό πρόξενο Γκρόπιους. Ο Τρικούπης γράφει συγκεκριμένα: «ο κύριος Γκρόπιος, ειδήμων περί ταύτα, έλαβε την καλοσύνην και ήλθεν εις Άργος πολλάκις, ιχνογράφησε τον παραχωρηθέντα τόπον και εσχεδίασε την οικοδομησομένην οικίαν εις το μέσον του τόπου, θέσας εις τα πλάγια δεξιόθεν και αριστερόθεν μαγειρεία, αποθήκην και λοιπά, εις αρμοδίαν απόστασιν. Επ’ αυτή τη πεποιθήσει έδωκα με αποκοπήν εις τον τέκτονα Κομνηνόν Τήνιον και τον αυλόγυρον όλον».
Στη συνέχεια γράφει ότι η οικοδόμηση άρχισε ένα μήνα πριν από τη σύνταξη της αναφοράς του, οπότε έλαβε ειδοποίηση από τον Τοποτηρητή να περιοριστεί σε ένα στρέμμα γης. Όμως τότε είχαν ολοκληρωθεί τα δύο τρίτα της οικίας, κτιζόταν «αδιαλείπτως» το σύνολο των υπολοίπων οικοδομών και τελείωναν οι δύο πλευρές του αυλογύρου, ακολουθώντας προηγούμενη εντολή για κτίσιμο του σπιτιού του με ταχείς ρυθμούς. Για το σπίτι ειδικότερα τονίζει ότι το «εσχεδίασε με αρχιτεκτονικήν τάξιν» και το τοποθέτησε στο μέσο της μιας πλευράς, που μόνο αυτή έχει μήκος δύο στρεμμάτων, ενώ παράπλευρα και σε όλο το μήκος αυτής της πλευράς έθεσε τα υπόλοιπα κτίρια (σήμερα αλλά και εδώ και πολλές δεκαετίες έχει εκλείψει κάθε ίχνος αυτών των κτιρίων).
Προσθέτει ότι ο χώρος που του παραχωρήθηκε είναι ένα «οσογώνιον τετράπλευρον», με δημόσιους δρόμους και στις τρεις πλευρές, ώστε και αν αφαιρεθούν τα τρία στρέμματα, πάλι δεν θα είναι αρκετή η έκταση αυτή για να κτίσει άλλος. Ζητεί έναν «ειδήμονα» να κάνει αυτοψία και τονίζει ότι όλη η έκταση του δεν είναι μέσα στο σχέδιο πόλης, αλλά εντελώς στην άκρη της.
Με βάση το δεδομένο αυτό επιχείρησε μάλλον να χρησιμέψει η οικοδομή στην περιοχή παρά η περιοχή στην οικοδομή! Τελειώνει με το ότι όλος ο χώρος είναι κατάσπαρτος από οικοδομικά υλικά, ότι είκοσι άνθρωποι εργάζονται καθημερινά εκεί και ότι πληρώνει αδρά και καθημερινά, ενώ αν περιοριστεί στο ένα στρέμμα θα αναγκαστεί να καταβάλει μεγάλες αποζημιώσεις. Παρακαλεί, τέλος, η αναφορά του να διαβιβαστεί στον Καποδίστρια.
Η αντίδραση του Τρικούπη θυμίζει, ως προς την επιχειρηματολογία της, ταυτόσημες αντιδράσεις σημερινών ιδιοκτητών, σε ανάλογες πολεοδομικές περιπτώσεις.
Ο Τοποτηρητής του Άργους Ν. Μαυρομμάτης την διαβιβάζει αυθημερόν στον Καποδίστρια[23] και την συνοδεύει με έγγραφό του, όπου αναφέρει ότι αυτοψία έγινε από μηχανικό Λάμπρο Ζαβό, που εκείνη την περίοδο ανέλαβε υπεύθυνος για το σχέδιο πόλης, ο οποίος ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί του Τρικούπη έχουν πραγματική βάση. Προσθέτει ότι η οικοδομή του τελειώνει και ότι μόνο γι’ αυτή δημιουργείται δυσκολία, αφού οι οικοδομές τών Δ. Καλλέργη, Κ. Φαρμάκη και Χορμόβα ήδη ολοκληρώθηκαν, και ερωτά αν τελικά ο Τρικούπης θα πρέπει να συνεχίσει την οικοδομή του ή να τη σταματήσει.
Τα έγγραφα αυτά τίθενται αμέσως υπόψη του Καποδίστρια και στις 27 Αυγούστου η Γραμματεία της Επικρατείας απαντά ότι, αφού η οικοδομή του Τρικούπη προχώρησε σημαντικά και, αν περιοριστεί, θα υποστεί ο ιδιοκτήτης μεγάλη ζημιά, παρέχεται η άδεια για τη συνέχισή της, με την επιφύλαξη ότι και αυτός και άλλοι ιδιοκτήτες της ίδιας κατηγορίας θα υποχρεωθούν να συμμορφωθούν με μέτρα που θα λάβει μελλοντικά η Κυβέρνηση.[24]
Όμως η υπόθεση δεν τελειώνει εδώ, γιατί από έγγραφο του Τοποτηρητή τής 29 Αυγούστου[25] πληροφορούμαστε ότι ο ίδιος ο Καποδίστριας πήγε στο Άργος, έκαμε αυτοψία και τον διέταξε προφορικά να μην αφήσει στον Τρικούπη περισσότερο από ένα στρέμμα, ο οποίος Τρικούπης διατηρεί την ευχέρεια να κτίσει κατά μήκος ή κατά πλάτος. Ο Τοποτηρητής βρίσκεται σε αδιέξοδο, γιατί ταυτόχρονα είχε λάβει έγγραφο από την Επί της Οικονομίας Επιτροπή, σύμφωνο με εκείνο που της απεύθυνε η Γραμματεία της Επικρατείας, οπότε ζητά κι αυτός να μάθει από την Γραμματεία αυτή αν επιτέλους ο Τρικούπης έχει ή όχι δικαίωμα να περιτοιχίσει έκταση τεσσάρων στρεμμάτων…
Την επομένη η Γραμματεία της Επικρατείας του απαντά[26] ότι αφού η εντολή του Καποδίστρια είναι μεταγενέστερη του δικού της εγγράφου, υπερισχύει εκείνη και, κατά συνέπεια, πρέπει να εφαρμοστεί το διάταγμα 2185, της 21ης Αυγούστου. Το έγγραφο αυτό προφανώς έρχεται σε γνώση του Τρικούπη, ο οποίος, στις 10 Σεπτεμβρίου,[27] απευθύνεται με πεντασέλιδη αναφορά του στον ίδιο τον Καποδίστρια, υπολαμβάνοντας διπλωματικά ότι εκείνος πιθανώς δεν γνωρίζει την προηγούμενη αναφορά του και επισημαίνοντας τη σειρά των υπαρκτών, πια, αντιφάσεων όπου έχει περιπέσει η Διοίκηση. Του ζητά να «περιεργασθεί» ο ίδιος το σχέδιο με το οποίο προέβη στην οικοδόμηση, ότι στην πράξη ακολουθήθηκαν οι επίσημες εντολές και ότι αν είναι να αφαιρεθεί από την έκτασή του ένα μέρος, πρόκειται για τα τρία ολόκληρα τέταρτά της.
Ο Σπηλιάδης, «επιφορτισμένος» από τον Καποδίστρια, του απαντά στις 14 Σεπτεμβρίου[28] αρχίζοντας με πλάγιο ειρωνικό τρόπο για το ότι, αν ο Τρικούπης δεν ήξερε την Ελλάδα και τις δυσκολίες και ατέλειες της δημόσιας διοίκησης, τότε οι παρατηρήσεις του καθόλου δεν θα προκαλούσαν έκπληξη στην Κυβέρνηση.
Κύριο επιχείρημα που επισείεται είναι ότι ο περιορισμός κατά τρία στρέμματα δεν επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα των πολιτών, αφού τελικά δεν έχουν πληρώσει απολύτως τίποτε ως αντίτιμο, ότι κανένας δεν άρχισε να οικοδομεί, με εξαίρεση τον Τρικούπη, και ότι, τελικά, αυτός έκτισε μονό στο άκρο και ότι, ακόμα και με ένα στρέμμα, έχει αρκετό χώρο. Σημειώνει ότι για τυχόν επιπλέον δαπάνες θα γίνει συμψηφισμός στην τελική τιμή αγοράς της εκτάσεως και ότι μπορεί να σταλεί τόσο το σχέδιο όσο και κατάλογος εξόδων.
Το πλέον σημαντικό στο έγγραφο αυτό είναι η πληροφορία ότι πολλοί ζήτησαν για οικοδομές τους έκταση τεσσάρων στρεμμάτων και ότι δημιουργήθηκε έτσι σωρεία παραπόνων για παραχώρηση υπερβολικά μεγάλων εκτάσεων, η οποία παραχώρηση προσβάλλει τα γενικότερα συμφέροντα της πόλης.
Το έγγραφο τελειώνει με το ότι είναι διατεταγμένος ο Σπηλιάδης να αναγγείλει στον Τρικούπη ότι πρέπει να πάψει να κτίζει το περιτοίχισμα και ότι του προσφέρεται ένα στρέμμα γης, όπου περιλαμβάνεται και ο χώρος του σπιτιού του, ενώ παρατηρεί ότι όλοι οι άλλοι που έλαβαν μεγαλύτερη του στρέμματος έκταση, όπως ο Μ. Σικελιανός, συμμορφώθηκαν με το διάταγμα, και επομένως δεν μπορεί να γίνει εξαίρεση μόνο για τον Τρικούπη.
Το όλο θέμα δεν τελειώνει με το έγγραφο αυτό, αλλά όπως φαίνεται περνά στην όλη περιπλοκή που δημιουργήθηκε από τη διαδικασία εφαρμογής του τρίτου σχεδίου πόλεως του Άργους, ειδικότερα στην περικοπή ιδιοκτησιών, που υπερτιμούν οι ιδιοκτήτες, και στην αδυναμία ανταλλαγής τους με εθνική γη, που δεν γίνεται αμέσως και προκαλεί τη φιλυποψία των ιδιοκτητών.
Σε έγγραφο του Τοποτηρητή για το θέμα αυτό[29] περιέχεται, έτσι, η εναλλακτική πρόταση οι νέοι «οσπιτότοποι» που δημιουργήθηκαν στην άκρη της πόλης (όπως στην περίπτωση των Ράλλη, Φαρμάκη, Τρικούπη κ.ά.) να διαχωριστούν από τις άλλες κατηγορίες. Ενήμερος, όπως φαίνεται, αυτών των δυσκολιών και της πρότασης του Τοποτηρητή, ο Τρικούπης απευθύνεται μετά είκοσι μέρες στον ίδιο τον Καποδίστρια,[30] για να του θέσει υπόψη ότι ο Τοποτηρητής σταμάτησε την οικοδόμηση του μανδροτοίχου του και ότι η ιδιοκτησία του παραμένει έκθετη ακόμα και σε κλέφτες, ότι γέμισε αγριόχορτα ακόμα και η αυλή του κλπ. Ζητεί να του αφεθούν τα τέσσερα στρέμματα, διαφορετικά, και επειδή δεν μπορεί να κατοικήσει στο σπίτι του, ας αναλάβει την όλη ιδιοκτησία του η Κυβέρνηση, πληρώνοντάς του τη σχετική αποζημίωση.
Φαίνεται ότι η Κυβέρνηση εμμένει στις απόψεις της, όπως συμπεραίνουμε από άλλο έγγραφό της, της 15-6-1831, επί άλλης αναφοράς του Τρικούπη,[31] ο οποίος επανέρχεται ζητώντας όσα η Γενική Γραμματεία, με το έγγραφό της τής 14-9-1830, φαινόταν να είναι έτοιμη να του πληρώσει συμψηφιστικά. Η πρόταση αυτή γίνεται, φαίνεται, δεκτή ως γενικό μέτρο για όσους έκτισαν νέα κτίρια σε πόλεις, όπως συνάγουμε από το επίσημο έγγραφο του Καποδίστρια προς τη Γερουσία, την αμέσως επόμενη μέρα.[32]
Εδώ τελειώνει η διαμάχη, σύμφωνα με το υπάρχον αρχειακό υλικό. Ο Τρικούπης έχει περιοριστεί στην Ύδρα, με διαταγή του Καποδίστρια, όπου και παραμένει ως την 30 Σεπτεμβρίου 1831, επανερχόμενος στο Άργος μετά την παροχή αμνηστίας[33] και συμμετέχοντας ενεργά στην πολιτική ζωή της χώρας. Πάντως, από στοιχείο που έχει καταχωρηθεί στο πωλητήριο συμβόλαιο του σπιτιού, το 1985, στην Αγροτική Τράπεζα, διαπιστώνεται ότι πιθανότατα ο Τρικούπης κατάφερε μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ό,τι δεν είχε πετύχει προηγουμένως, δηλαδή να του παραχωρηθεί η έκταση χωρίς να καταβάλει αντίτιμο, αφού στο συμβόλαιο αυτό μνημονεύεται στοιχείο του συμβολαίου με το οποίο η όλη ιδιοκτησία πουλήθηκε, αργότερα, από τον Τρικούπη. Πρόκειται για μνεία τού με αρ. 2522/581 παραχωρητηρίου της Ελληνικής Πολιτείας προς τον Τρικούπη, του έτους 1832.
Κατά τον εμφύλιο πόλεμο του 1832 και την εισβολή του Δημ. Καλλέργη με σώμα ατάκτων στο Άργος, το σπίτι του Τρικούπη πιθανόν δεν είχε την τύχη άλλων σπιτιών επιφανών αντικαποδιστριακών, όπως του Μακρυγιάννη και του Γκόρντον, που τα άδειασαν πλιατσικολόγοι.[34]
Τον Νοέμβριο του 1833 ο Τρικούπης διορίζεται πρεσβευτής στο Λονδίνο,[35] όπου και παραμένει επί ένα περίπου χρόνο.[36] Από εκεί και πέρα συνεχίζει την πολιτική σταδιοδρομία του στην Αθήνα και στις 12 Μαΐου 1847, με το συμβόλαιο αρ. 5461 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Άργους, ο οποίος αντικαθιστούσε τον αδειούχο και μοναδικό συμβολαιογράφο Άργους Α. Μαυροκέφαλο, πούλησε το σπίτι του στον Π. Α. Κυπαρίσση, που είχε διατελέσει Γραμματέας στο Πρωτόκλητο δικαστήριο του Άργους και το 1834 διορίστηκε Βασιλικός Επίτροπος της Επικρατείας.[37]
Η γέννηση του Χαρ. Τρικούπη

Φωτογραφία του Τρικούπη στις αρχές της δεκαετίας του 1880, κολλάζ της αδελφής του. Δημοσιεύεται στο: Λύντια Τρίχα «Χαρίλαος Τρικούπης – Μια Βιογραφική Περιήγηση», εκδόσεις «Καπόν», 2009.
Είναι γενικά, λίγο – πολύ, αποδεκτό ότι ο Χαρ. Τρικούπης γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Η πληροφορία αυτή, παρόλο που δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα με ντοκουμέντα και με αδιάσειστο τρόπο, επιβεβαιώνεται από τον ντόπιο ιστορικό του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδη, στην χειρόγραφη και ανέκδοτη «Ναυπλία» του, που προόριζε για δεύτερη έκδοση του ομώνυμου έργου του. Στο χειρόγραφο[38] αυτό αναφέρει ότι η Αικατερίνη Τρικούπη, σύζυγος του Σπυρίδωνα, γέννησε τον Χαρίλαο στις 4.7.1832 στο σπίτι του Θ. Κολοκοτρώνη, που βρισκόταν απέναντι από το Διοικητήριο (αργότερα Δημαρχείο και σήμερα Δημοτική Πινακοθήκη του Ναυπλίου).
Τον Χαρίλαο βάπτισε ο Μιαούλης και, κατά τον Λαμπρυνίδη, του δόθηκε το όνομα Χαρίλαος για τη χαρά των Ελλήνων από την επίσημη αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας και την επιλογή του Όθωνα ως πρώτου ηγεμόνα της.
Ο θάνατος του Χαρίλαου Τρικούπη, στις αρχές του 1896, προκάλεσε και στο Άργος ζωηρές συζητήσεις, αφού είχε κρατηθεί στην κοινή γνώμη η ανάμνηση της οικοδόμησης του σπιτιού του πατέρα του. Ο τοπικός λόγιος και ιστορικός του νεότερου Άργους Δημ. Βαρδουνιώτης δημοσίευσε την 7.4.96 πρωτοσέλιδο άρθρο σε τοπική εφημερίδα[39], υπό τον τίτλο «Ο Χαρ. Τρικούπης Αργείος», και με τον υπότιτλο «περίεργος βιογραφική σημείωσις». Το άρθρο αυτό παραμένει αναξιοποίητο, μέχρι σήμερα, από τους βιογράφους και όσους ασχολήθηκαν με τη ζωή του Χαρ. Τρικούπη,[40] γι’ αυτό και παραθέτουμε τα πράγματι αξιοπερίεργα κύρια σημεία του.
Ο Βαρδουνιώτης μεταφέρει πληροφορίες του Εμμ. Σωτηρόπουλου, «αρχαίου δικηγόρου του Άργους», όπως τον αποκαλεί, άνω τον 80 ετών τότε και με ισχυρή μνήμη, όπως βεβαιώνει ο Βαρδουνιώτης, δηλώνοντας πάντως ότι αφήνει σε άλλους τη διασταύρωση των σχετικών στοιχείων, αν και ο ίδιος ο Σωτηρόποuλος ζητά να ερευνηθεί η δικογραφία γύρω από το άρθρο του Τρικούπη «Τις πταίει», όπως και το μητρώο του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Σημερινή πάντως ερεύνα του υπεύθυνου των Αρχείων Αργολίδας Δημ. Γεωργόπουλου δεν έφερε σε φως στοιχείο για τη γέννηση του Χ. Τρικούπη στο Ναύπλιο.
Κατά τον Σωτηρόπουλο, λοιπόν, ο Σπ. Τρικούπης έφτασε στο Ναύπλιο το 1824 και αγόρασε από την τότε κυβέρνηση γαίες στο χωριό Αβδήμπεη, τις οποίες το 1828-30 μεταπώλησε σε τρεις επιφανείς Ναυπλιώτες (Γ. Αντωνόπουλο, Γ. Κωστάκη και Μιχ. Ιατρό). Με το χρηματικό ποσό που έλαβε μπόρεσε να χτίσει τα σπίτια του Άργους και του Ναυπλίου. Το 1830, λέει κατηγορηματικά ο Σωτηρόπουλος, αποκρούοντας ρητά το 1832, γεννήθηκε ο Χαρίλαος, μόλις είχε ολοκληρωθεί το σπίτι του Άργους. Στο Άργος κατοικούσαν τότε και πολλοί Έλληνες αντικαποδιστριακοί, όπως ο Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης και ο Πολυζωίδης, που συναντιώνταν στο νεόκτιστο σπίτι για διαβουλεύσεις.
Ο Χαρίλαος βαπτίστηκε στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου (πρώην τζαμί)[41] που είχε ανακαινιστή από τον αρχιμανδρίτη Καισάριο και τον πρώην Ηλιουπόλεως αρχιερέα Άνθιμο, πολύ γνωστό κατά την Καποδιστριακή εποχή. Το βάπτισμα έγινε με τρόπο επίσημο και μεγαλοπρεπή, το μυστήριο τέλεσε ο Άνθιμος, και ανάδοχος ήταν ο αρχιεπίσκοπος Βρεσθένης και φίλος του Τρικούπη, που έδωσε το όνομα Χαρίλαος. Ο Σωτηρόπουλος βεβαίωσε ότι ήταν κι ο ίδιος παρών στο βάπτισμα κι ότι μάλιστα πήρε και «μαρτυριάτικα».
Μετά την κηδεία του Χαρ. Τρικούπη, και στο αμέσως επόμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας,[42] ο Βαρδουνιώτης επανέρχεται στο ίδιο θέμα με μικρό σημείωμά του, όπου καταγράφει άλλη πληροφορία, σύμφωνα με την οποία ο Σπ. Τρικούπης, μετά τη βάπτιση του γιου του, οικοδόμησε στο ανατολικό άκρο του κήπου του σπιτιού του μικρό ναό, με το όνομα εκείνου και για να τιμήσει τη μνήμη του Αγ. Χαραλάμπους. Το εκκλησάκι αυτό διατηρείται μέχρι σήμερα, και στο σχέδιο πόλης του 1831 διακρίνεται σημείο που υποδεικνύει τη θέση του.
Στο μεθεπόμενο φύλλο της εφημερίδας[43] ο Βαρδουνιώτης επανέρχεται και πάλι, παραθέτοντας άλλη μαρτυρία, του πρώην βουλευτή Άργους Ιω. Ζωγράφου, που τότε βρισκόταν στο Μεσολόγγι, ο οποίος είχε προτείνει στον Χαρ. Τρικούπη να θέσει υποψηφιότητα βουλευτή στο Άργος, στη θέση του ίδιου και πριν από τις «μοιραίες» εκλογές.
Ο Ζωγράφος έγραψε πως ο Τρικούπης του απάντησε κατά λέξη ότι δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα δεν είχε λόγω εγκαταστάσεως, είχε όμως λόγω γεννήσεως, αφού το Άργος θεωρείται ως τόπος γέννησής του, βεβαιώνοντας ότι ο πατέρας του έκτισε σπίτι εκεί, που συνέχιζε να αποκαλείται «οικία Τρικούπη». Στη συνέχεια, όμως, είπε ότι η οικογένειά του κατέφυγε στο Ναύπλιο για λόγους ασφαλείας, ότι εκεί γεννήθηκε και ότι η οικογένεια του επανέκαμψε στο Άργος και παρέμεινε εκεί «της τάξεως αποκατάστασης».
Αντιφατικές μαρτυρίες, από τις οποίες η πρώτη έχει το πλεονεκτήματα ότι εκφέρεται από αυτόπτη και παρόντα μάρτυρα.
Η μετέπειτα τύχη του σπιτιού
Αναφερθήκαμε στην πώληση του σπιτιού, το 1847, από τον Σπ. Τρικούπη στον Π. Α. Κυπαρίσση. Η πληροφορία αυτή παρέχεται κατ’ απολύτως επίσημο τρόπο στο συμβόλαιο μεταπώλησης του σπιτιού από τη χήρα τού Π. Α. Κυπαρίσση και τον θετό γιο του στον τότε Πρωτοδίκη Άργους και, μετέπειτα, Εφέτη Νικόλαο Οικονόμου, που ενεργούσε διά πληρεξουσίου του. Ο Νικ. Οικονόμου είχε το υποκοριστικό «Κολέττης» (Νικολάκης)· αργότερα (άγνωστο πότε) το όμικρον άλλαξε σε ωμέγα και το υποκοριστικό μετατράπηκε σε δεύτερο επίθετο (Κωλέττης), που το έφεραν επίσημα οι απόγονοί του.
Το αναφερόμενο συμβόλαιο συνέταξε την 28.5.1891 ο συμβολαιογράφος Πειραιά Νικ. Βουτυράς και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Άργους (τόμος 90/174 τοτ τοπικού Υποθηκοφυλακείου). Ο αγοραστής αναγράφεται σ’ αυτό με μόνο το επώνυμο Οικονόμου.
Οικία Σπυρίδωνος Τρικούπη. (Λήψη φωτογραφίας 2006). Δημοσιεύεται στο: Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.
Σημαντική είναι η περιγραφή του ακινήτου. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, μεταβιβάζεται ένα περιτοιχισμένο κτήμα 7-8 στρεμμάτων, αποτελούμενο «από τας εν αυτώ διαφόρους οικίας, διαφόρους άλλας οικοδομάς» (που δεν κατονομάζονται ειδικότερα), από κήπο και διάφορα οπωροφόρα και μη δέντρα, με πηγάδι και με δεξαμενή.
Είναι άγνωστο αν η αναφερόμενη έκταση είναι εκείνη που αρχικά δόθηκε στον Σπ. Τρικούπη (την οποία πιθανώς και διατήρησε ή και επαύξησε), ή αν αντίθετα ήταν ο Π. Α. Κυπαρίσσης που επαύξησε την αρχικά περιορισμένη τυχόν ιδιοκτησία του 1847.
Από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι το 1940 η τοπική μνήμη διατηρεί ζωηρά την ονομασία του σπιτιού ως «οικίας Τρικούπη», και συγκεκριμένη απήχησή της συναντάμε στον τοπικό Τύπο, ως απλή αναφορά, ή σε ειδικά άρθρα με μνεία παλαιών κτιρίων του Άργους.[44] Είναι χαρακτηριστικό ότι με τις ανακατατάξεις του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και του Εμφυλίου η ονομασία αυτή εξαφανίζεται και το σπίτι αποκτά το κατασκευασμένο όνομα των τελευταίων ιδιοκτητών («σπίτι του Κωλέττη», ενώ οι επιζώσες δύο κόρες του Εμμ. Οικονόμου αποκαλούνται «πυργοδέσποινες»).
Ο γράφων θυμάται το εσωτερικό του, ενός κομψού παλαιού «αρχοντικού», με πολύ γούστο διακοσμημένο και επιπλωμένο και πολλή γοητεία, σε μια πόλη όπου ακριβώς το κοινό γούστο είχε αρχίσει να φθίνει ραγδαία, κατά το αθηναϊκό άλλωστε πρότυπο. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύουμε, του αρχιτέκτονα Πέτρου Ξηνταρόπουλου, ο οποίος κατάφερε να «διεισδύσει» στο εσωτερικό του, όταν πια το σπίτι είχε αγοραστεί από την Αγροτική Τράπεζα και αφού εγκαταλείφθηκε από τους ενοίκους του, δίνουν ίσως μια αμυδρή ιδέα στους υποψιασμένους.

Λεπτομέρειες εσωτερικών οροφογραφιών. Φωτογραφία του αρχιτέκτονα Πέτρου Ξηνταρόπουλου. (Λήψη φωτογραφίας περ. 1997).

Σπίτι Τρικούπη. Εσωτερικός χώρος μετά τους βανδαλισμούς. Φωτογραφία του αρχιτέκτονα Πέτρου Ξηνταρόπουλου. (Λήψη φωτογραφίας περ. 1997).
Το σπίτι του Τρικούπη χαρακτηρίσθηκε διατηρητέο από το μοναδικό προεδρικό διάταγμα του τότε ΥΧΟΠ, που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Γ. Πλυτά και ολοκληρώθηκε και προωθήθηκε σθεναρά από τον Αντ. Τρίτση. Λέμε μοναδικό, διότι ούτε πριν ούτε μετά από αυτό εκδηλώθηκε η παραμικρή κρατική μέριμνα για συνθετική προστασία του νεότερου Άργους.
Κατά του διατάγματος αυτού (της 20/7/82, ΦΕΚ 401 Δ’ 20/8/82) προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας ο γιος και οι δύο κόρες του Εμμ. Οικονόμου (όπως προσέφυγε και ο Δήμαρχος Άργους Γ. Πειρούνης και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού τού Μακρυγιάννη). Με εισηγητή τον τότε σύμβουλο και σημερινό Πρόεδρο του δικαστηρίου, κ. Β. Μποτόπουλο, το δικαστήριο απέρριψε και τις τρεις αιτήσεις (του Δημάρχου ως απαράδεκτη), κρίνοντας ότι το π.δ. ήταν επαρκώς αιτιολογημένο, ενώ προχώρησε στη διατύπωση ενός πολύ σημαντικού για τη νομολογία σκεπτικού ως προς τον χώρο που περιβάλλει το σπίτι του Τρικούπη, θεωρώντας ότι ορθά το π.δ. απαγόρευσε την κατάτμησή του, και κατά συνέπεια απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο ακυρώσεως που είχε προβληθεί (απόφαση 430/1984).
Προτού το Σ.τ.Ε. εκδώσει την απόφασή του, το ΥΠΠΟ προέβη στον χαρακτηρισμό μόνο της οικίας ως έργου τέχνης (απόφαση της Μ. Μερκούρη της 22.2.1983, ΦΕΚ 229, Β’, 28-4-83), με τρόπο αρκετά πρόχειρο (λ.χ., κατέληγε με το ότι το κτίριο κτίσθηκε το 1830 από τον … Κωλέττη!). Και η απόφαση αυτή προσβλήθηκε στο Σ.τ.Ε., που με την απόφασή του αρ. 1131, τον Μάρτιο του 1985, την απέρριψε.
Τον Φεβρουάριο, ο εγγονός τού Εμμ. Οικονόμου και οι δύο κόρες του μεταβίβασαν στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, έναντι τιμήματος 49,5 εκατομμυρίων, την όλη ιδιοκτησία, δηλαδή, κατά τους όρους του πωλητηρίου συμβολαίου, «έν περιμανδρωμένον οικόπεδον, κείμενον εντός της πόλεως Άργους (…), εκτάσεως τ.μ. 3.127 ή όσης είναι [sic, διότι από το 1977 είναι υποχρεωτικό το ακριβές τοπογραφικό του ακινήτου], μετά της εν αυτώ πεπαλαιωμένης διωρόφου μεθ’ υπογείου οικοδομής, επιφανείας αυτής τ.μ. διακοσίων πεντήκοντα (250) περίπου [sic] και του εν αυτώ παρεκκλησιού, εμφαινόμενον κατά το κύριο τμήμα του, επιφανείας 33,065 τ.μ.».
Το συμβόλαιο αυτό γράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Άργους – που, ας σημειωθεί, έχει συμβόλαια από το 1858, γι’ αυτό και δεν βρίσκεται εκεί το συμβόλαιο του 1847 – την 1.4.85 (τόμ. 572/30). Στο πωλητήριο μνημονεύεται βεβαίως όλη η σειρά διαδοχής ιδιοκτητών, και η μεγάλη διαφορά που επισημαίνεται ως προς την όλη έκταση, σε σχέση με την πώληση του 1891, οφείλεται σε ρυμοτομήσεις και πιθανώς σε άλλες τμηματικές πωλήσεις, παλαιότερα.
Από τότε αρχίζει η απίστευτη περιπέτεια του κτιρίου, από την αδιαφορία και αδιαφάνεια που επιδεικνύει η Διοίκηση της ΑΤΕ, αν και οχλείται συνεχώς ώστε να προληφθεί η ολοκληρωτική κατάρρευση του, αφού σήμερα η στέγη του έχει υποστεί καθίζηση [1998].

Σπίτι Τρικούπη. Άποψη από βορειοδυτικά, με εικόνα των σκαμμάτων σωστικών ανασκαφών (θέση όπου θα κτιζόταν το νέο κτίριο της Αγροτικής Τράπεζας). Φωτογραφία: Μαρίνος Αργυρακής, δεκαετία 2000.
Το περίεργο είναι ότι αρχιτέκτονάς της (ο κ. Αλέξ. Τριποδάκης) έλαβε εντολή και έχει εκπονήσει σχέδια ανέγερσης τοπικού υποκαταστήματος βόρεια του κτιρίου, ότι έγιναν οι πρώτες εκσκαφές και αποκαλύφθηκαν σημαντικές αρχαιότητες, που κάλλιστα μπορούν να διατηρηθούν στο υπόγεια του κτηρίου, δίνοντας και ένα απτό παράδειγμα στους γηγενείς. Τα σχέδια του Τριποδάκη έχουν ήδη εκτεθεί δημόσια και έχουν προκαλέσει σχόλια σε ειδικευμένο περιοδικό.[45]
Α. Τριποδάκης: σχέδιο άποψη του προτεινομένου συγκροτήματος για το υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας Άργους.
Α. Τριποδάκης: σχέδια όψεων της οικίας Τρικούπη (αναστηλωμένης) και των νέων κτηρίων του υποκαταστήματος της Αγροτικής Τράπεζας Άργους. Σημ. Δωροβίνη: στο σχέδιο περιλαμβάνεται και αποκατάσταση του όλου περιβάλλοντα χώρου. Ελπίζουμε ότι αυτό δεν
σημαίνει και ολοκληρωτική κοπή των υπαρχόντων αιωνόβιων δένδρων.
Το 1993 σημειώθηκαν βανδαλισμοί στο κτίριο και στο εκκλησάκι, από κάποιους «χρυσοθήρες» (όπως λέγεται) που αναζητούσαν θησαυρούς σ’ αυτό. Η Αργολική Οικολογική Εταιρεία έστειλε σχετικό έγγραφο στον Δ/ντή Τεχνικών Υπηρεσιών της ΑΤΕ, στο οποίο δεν πήρε ποτέ απάντηση.[46] Λίγες μέρες αργότερα δημοσιεύθηκε στο «Επταήμερο» της Καθημερινής εμπεριστατωμένο άρθρο του Ν. Βατόπουλου, με φωτογραφίες του Π. Ξηνταρόπουλου, που και αυτό δεν προκάλεσε καμιά απολύτως αντίδραση της ΑΤΕ.[47] Από τότε μέχρι σήμερα πολίτες του Άργους και ο τοπικός Τύπος δεν παύουν να διαμαρτύρονται για την κατάσταση του σπιτιού,[48] ενώ σημειώθηκε μια περίεργη εξέλιξη: ανώτερο στέλεχος της ΑΤΕ να «υποσχεθεί» στον Δήμο Άργους τη … μεταβίβαση του σπιτιού σε αυτόν, έναντι (λέγεται) παραχώρησης τμήματος της Κεντρικής Πλατείας της Πόλης!…

Οικία Τρικούπη. Καταρρέει και είναι κρίμα (προσέξτε την τρύπα κάτω από το παράθυρο). Τμήμα του ανατολικού εξώστη έχει καταρρεύσει ήδη από το 2003. Φωτογραφία: Μαρίνος Αργυρακής, 2023.
Σημειώνουμε ότι με το Δήμο επισπεύδοντα, χρονίζει επί μία δεκαετία το θέμα της αναστήλωσης και επανάχρησης των Στρατώνων Καποδίστρια (με εντελώς άδηλη προοπτική), ενώ χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να βαφεί εξωτερικά το μέγαρο Κωνσταντόπουλου και να στερεωθούν κάποιες εσωτερικές τοιχογραφίες του, και ενώ όλο το εσωτερικό του παραμένει σε ημιερειπιώδη κατάσταση, από την οποία «επωφελήθηκε καλλιτεχνικά», πρόσφατα, και το «Φεστιβάλ Άργους».
Οιαδήποτε προφορική επαφή με στελέχη της Αγροτικής Τράπεζας παραμένει ατελέσφορη, προκαλώντας απαντήσεις υπεκφυγής ή συναντώντας τη συστηματική «απουσία» των αρμοδίων. Εμπρός στην κατάσταση αυτή, ούτε το ΥΠΕΧΩΔΕ ούτε ο Δήμος Άργους κάνουν χρήση της νόμιμης ευχέρειας που τους δίνει το π.δ. του 1988 (σε εφαρμογή διάταξης του οικιστικού νόμου 1337/83) και αρνούνται να επέμβουν για στοιχειώδη, έστω, αναστύλωση του κτιρίου.
Εκατό χρόνια από το θάνατο του Τρικούπη και εκατόν είκοσι τρία από τον θάνατο του πατέρα του φαίνεται να υπάρχει μια «συνωμοσία σιωπής» και αδιαφορίας για τη διάσωση του σπιτιού τους στο Άργος*…
* Είχε παραδοθεί προς δημοσίευση το παρόν άρθρο, όταν η Ελληνική Εταιρεία και αργότερα ο Δήμος Άργους προέβησαν σε νέα διαβήματα προς την Αγροτική Τράπεζα για την κατάσταση του οικήματος. Για πρώτη φορά δόθηκαν απαντήσεις, που όμως δεν περιείχαν τίποτε το συγκεκριμένο περί του πρακτέου. Τον Φεβρουάριο του 1998 επιδιορθώθηκε η στέγη του κτιρίου. Μέχρι σήμερα [1998] αυτή είναι η μόνη εργασία συντήρησης του κτιρίου και του χώρου που το περιβάλλει. (5.5.98).
Υποσημειώσεις
[1] Πρόκειται για εντελώς παρεμπίπτουσα αναφορά σε δύο άρθρα εφημερίδων. (Βλ. λ.χ. άρθρο Λ. Τρίχα, «Ο άγνωστος Χ. Τρικούπης», στο Βήμα της 18.8.96.
[2] «Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Άργος», στα Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, τόμος ΧΙΙ, τεύχος 2, 1979 (δημ. 1980).
[3] Εκτεταμένη βιογραφία του Σπ. Τρικούπη έγραψε ο Εμμ. Πρωτοψάλτης (Ν. Εστία, τχ. 415, Χριστούγεννα 1973), η οποία όμως περιέχει ορισμένες ανακρίβειες, όπως ως προς τον περιορισμό του Σπ. Τρ. στην Ύδρα, το 1830, όπου (υποστηρίζει ο βιογράφος) ο Τρικούπης παρέμενε διαρκώς μέχρι τον θάνατο του Καποδίστρια. Σύντομο βιογραφικό του Σπ. Τρικούπη στο έργο του Σπ. Θεοτόκη «Αλληλογραφία Ι. Α. Καποδίστρια – Ι. Γ. Εϋνάρδου (1826-1831)», 1929. Εκτεταμένη νεκρολογία για τη σύζυγό του Αικατερίνη στην Εφημερίδα των Φιλομαθών (16.8.1871). Τέλος, πολλά για τον Σπ. Τρικούπη στις Ιστορικές αναμνήσεις του Νικ. Δραγούμη (τόμοι Α’ και Β’, έκδ. 1973).
[4] Για τα «τρικουπέϊκα» σπίτια στο Μεσολόγγι διαφωτιστική η επιστολή του Κων. Σ. Τρικούπη, στην Καθημερινή τής 9.9.1984.
[5] Βλ. λήμμα «Αίγινα» στην Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού (τόμ. Β’, 1927), παράγραφοι-ενότητες για τα ιστορικά κτήρια της Αίγινας και για την κοσμική κίνηση Ν. Δραγούμης, όπ. παρ., τόμ. Α’, σ. 133.
[6] Α. Papadopoulos-Vretos, Memoires κλπ. sur Capodistnas, σσ. 104-105.
[7] Γεν. Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχ. Βλαχ., φ. 126.
[8] Έγγραφα της 13 και 14.6.1829, ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 205.
[9] Έγγρ. αρ. 13000/16.6.29, ΓΑΚ, όπ. Παρ.
[10] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 232.
[11] Γεν. Εφημερίς, φ. της 22.2.1830, σ. 64.
[12] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 238α.
[13] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 246.
[14] ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχ, φ. 116, έγγραφα αντίστοιχα 584/12.3.31 και 2.2.31.
[15] Βλ., για παράδειγμα, αναφορά στο άρθρο «Κοσμικαί συγκεντρώσεις του Ναυπλίου», εφημ. Σύνταγμα, 4.1. 1928.
[16] Αρ. 1644, ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ.. φ. 244α.
[17] Αρ. 1792, ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 244.
[18] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 246. Έγγρ. αρ. 1925/14.6.30 Διοικητή Ναυπλίου κλπ.. 9.7 30 Τοποτηρητή Άργους, και αρ. 2767/11.7.30 της Δημογεροντίας.
[19] Αρ. 1942/16.7.30, ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 248.
[20] Αρ. 2917/21.7.30, ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 247.
[21] Συνοδευτικό έγγρ. 22.8.30, διάταγμα 2185/21.8.30, ΓΑΚ, Γεν. Γραμ., φ. 250.
[22] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 250, αναφορά Τρικούπη 26.8.30, με αρ. πρωτ. εισ. 420.
[23] Τοποτ. αρ. 441/26.8.30, ΓΑΚ, όπ. Παρ.
[24] Έγγρ. 3214/27.8.30, ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ. φ. 250.
[25] Αρ. 471/29.8.30, ΓΑΚ, όπ. παρ.
[26] Αρ. 3276/30.8.30, ΓΑΚ, όπ. παρ.
[27] ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχ., Γεν. Γραμμ., φ. 88.
[28] Αρ. 3413/14.9.30, ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 252.
[29] Αρ. 1362/22.12.30, ΓΑΚ, Γεν. Γράμμ , φ. 258.
[30] Αναφ. 10.6.1831, ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχ., φ. 93.
[31] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 268.
[32] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 269, έγγρ. Τοποτ. 2638/16.6.31, αναφ. Τρικ. 16.6.31, έγγρ. Καποδ. 17.6.31.
[33] Για παράδειγμα, έγγρ. προς την Γραμμ. Ναυτικών της 30.9.31, ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχ., Γραμμ. Στρ. Ναυτ., φ. 110. Βλ. και Ελ. Γαρδίκα Κατσιαδάκη, «Ο ρόλος της διάσκεψης του Λονδίνου στην πτώση του Αυγουστίνου Καποδίστρια» (Μνήμων, τ. 10, 1905, σσ. 249 και 264-265, όπως και ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχ., Γεν. Γραμμ., φ. 96 κ. ά.δ.
[34] Βλ. αναφορά του Π. Μπουμπουρέλη προς την Γραμμ. Στρατιωτικών, της 28.7.1632. Ο Μπ. ήταν φρουρός στο σπίτι του Τρικούπη όταν «αντιφρονούντες» τον συνέλαβαν, τον γύμνωσαν και κατάκλεψαν μόνο τα δικά του πράγματα, όπως τουλάχιστο λέει ο ίδιος, ζητώντας αποζημίωση (ΓΑΚ., Γραμμ. Στρατ., φ. 164).
[35] Έγγρ. Μαυροκορδάτου, ΓΑΚ, Οικον., φ. 351 (αρ. εγγρ. 1202/25.11.1833).
[36] Εφημ. Ο Σωτήρ, φ. 12.7.1834, στήλη «Διάφοροι ειδήσεις».
[37] Ο Π.Α. Κυπαρίσσης αναφέρεται σε πλήθος εγγράφων, όπως λ.χ. στο με αρ. 2061/5.5.31 του Πρωτοκλ. Δικαστηρίου προς την επί Δικαιοσύνης Γραμμ., ή σε έρανο υπέρ των Κρητών, Γεν. Εφημερίς, 15.4.31 σελ. 170. Η προαγωγή του, στον Σωτήρα τής 14.1.1834.
[38] Χφ. στη Δημ. Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», σσ. 397-398.
[39] Εφημ. Δαναός, φ. 16.
[40] Βλ. για παράδειγμα εμπεριστατωμένη επιστολή του Κων. Μ. Καλλία, που επανειλημμένα έχει ασχοληθεί με τη ζωή του Χ. Τρικούπη, στην Καθημερινή τής 1.4.1981 και άλλη, του γράφοντος. Στην ίδια εφημερίδα 8.4.81.
[41] Βασ. Δωροβίνη, «Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής – Το (στρατιωτικό) νοσοκομείο του Άργους», στην Αρχαιολογία, τχ. 33, Δεκέμβριος 1989.
[42] Εφημ. Δαναός, φ. 17, 14.4.1896.
[43] Εφημ. Δαναός, φ. 19, 28.4.1896.
[44] Για παράδειγμα βλ. εφημ. Δαναός, φ. 66, 1.7.1898, άρθρο: «Δίκαια αιτήματα», εφημ. Ίναχος , φ 2, 6.1.1901, άρθρο: «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», εφημ. Άργος, φ.238, 2.3.1915, άρθρο για τον Στεφ. Δάφνη, περιοδικό Ηραία, φ.3, Φεβρ. Μαρτ. 1938, άρθρο του Τσακόπουλου: «Το Άργος κατά τον ΙΘ’ αιώνα», εφημ. Ασπίς, 26.11.39, άρθρο του ίδιου με τίτλο: «Σύγχρονοι οικοδομαί της οικίας Καλλέργη», αλλά και αναδημοσίευση στην εφημ. Χρονικά του Άργους, φ. 48, 6.3.1932, υπό τον τίτλο: «Λησμονημένα χρόνια», άρθρου από την εφημ. Άργος, Μάρτιος 1906.
[45] Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 22/1988, άρθρο Δ. Φιλιπίδη, «Ανά-γνωση ή από-γνωση της παράδοσης;», σσ. 58-61.
[46] Έγγρ. αρ. 22/1-2.93, που κατατέθηκε στην ΑΤΕ, αρ. πρωτ. 4479/3.2.93.
[47] Καθημερινή, 14.2.93 και διορθωτική επιστολή μου στο φ. 28.2.93, διότι υπάλληλος της ΑΤΕ δήλωσε ότι διατηρητέο έγινε την περίοδο της χούντας, το … 1970!
[48] Μέχρι και περιβαλλοντική ομάδα του 2ου Γυμνασίου Άργους ασχολήθηκε ειδικά με το σπίτι και κατέθεσε υπόμνημα στον Διευθυντή της ΑΤΕ Άργους που υποθέτω ότι το «διεβίβασε αρμοδίως», δίχως και αυτός να λάβει απάντηση. (Βλ. εφημ. Άργους Παρατηρητής (12.6.96) και Αργολίδα (13.6.96).
Βασίλης Δωροβίνης
Δικηγόρος, Πολιτικός επιστήμονας, Ιστορικός
Μονεμβασία, 2-3 Μαΐου 1997
Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τ. 66 και 67, 1998.
Διαβάστε ακόμη:
- Μια έκθεση «γιορτάζει», ένα σπίτι καταρρέει – Η οικία του Χαρίλαου Τρικούπη στο Άργος σε αντίφαση με το αφιέρωμα της Βουλής
- Τρικούπη Αικατερίνη (1800-1871)
- Τρικούπης Μ. Ιωάννης (1750-1824)
- Τρικούπη Σοφία (1838-1916)
- Τρικούπης Σπυρίδων (1788- 1873)
- Τρικούπης Χαρίλαος (1832-1896)
- Απόφαση-σταθμός του Ανωτάτου Δικαστηρίου για 4 διατηρητέα κτίρια του Άργους
- Διάσωση τεσσάρων ιστορικών διατηρητέων κτιρίων του Άργους

















Σχολιάστε