Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους’

Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση. Υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Εισαγωγικά – Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα – Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών – Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831) – Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος – Η Εκκλησία του Άργους μετά την, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος – Συμπεράσματα

 

1. Εισαγωγικά

 

Ο 19ος αιώνας, συνδέεται με πρόσωπα και γεγονότα, εξόχως σημαντικά για την εκκλησιαστική ιστορία του Άργους. Την περίοδο αυτή, ως γνωστόν, έγινε ο υπό των Ελλήνων εθνικός αγώνας (1821 –1827) και η αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, όπου εκκλησιαστικά πρόσωπα του Άργους, διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο [1] και η Αργολίδα απετέλεσε την πρώτη ελεύθερη γωνία της Ελληνικής γης.

Εδώ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, έλαβαν χώρα οι πολιτικές διεργασίες για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. Σε ναούς του Άργους ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ (1821), της Δ΄ (1829), και της Ε΄ (1831) Εθνοσυνελεύσεως [2], ενώ στις εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνελεύσεως του Άργους είχαν  σημαντικό ρόλο οι εφημέριοι των ενοριών [3]. Εις την Αργοναυπλία εφαρμόστηκε και ο ιδιάζων θεσμός της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας.

Τον Ιανουάριο του 1823, το γειτονικό Ναύπλιο προσδιορίζεται ως η πρώτη Πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους [4], όπου θα λαμβάνονταν καίριες αποφάσεις επί Κυβερνήτου Καποδίστρια και Βασιλέως Όθωνος και για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Εις το Ναύπλιο συνήλθαν και οι αρχιερείς, οι οποίοι, δια πρωτοκόλλου της 15ης Ιουλίου 1833, ανεκήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία της εν Ελλάδι Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής υφίσταται μόνο πνευματικός δεσμός [5].

Αφού λοιπόν, όλα αυτά είχαν ως επίκεντρο την Αργολίδα, μπορούμε να εννοήσουμε, πόσο σπουδαία είναι τα εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα του Άργους της περιόδου εκείνης για την εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Είναι όμως απαραίτητο να διευκρινίσουμε, ότι ο διαχωρισμός της Εκκλησίας του Άργους απ’ αυτήν του Ναυπλίου, γίνεται μόνο προς εξυπηρέτηση των αναγκών του θέματος της παρούσης μελέτης. Διότι, το Άργος δεν αποτελεί χωριστή εκκλησιαστική περιφέρεια, αλλά υπήρχε πάντοτε ομού μετά του Ναυπλίου με τη γνωστή κοινωνική, πολιτική και εκκλησιαστική άμιλλα ή ενίοτε και αντιπαλότητα [6].

 

2. Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα

 

α. Κληρικοί εις τον εθνικό αγώνα

 

Οι κληρικοί εις το Άργος έδωσαν δυναμικό παρόν κατά την εθνεγερσία για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας. Εξέχουσα μορφή απεδείχθη ο από το 1810 έως το 1821 μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς [7]. Μυήθηκε εις την Φιλικήν Εταιρείαν το 1819 υπό του ηγουμένου της μονής του Βράχου Κορινθίας, Δανιήλ Παμπούκη [8], αδελφού του διδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη. Είχε αλληλογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και μυστική επαναστατική δραστηριότητα. Την 5η Ιουνίου 1821 συνυπέγραψε το σωζόμενο στα αρχεία της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας «συνυποσχετικόν των Αρχιερέων της Πελοποννήσου», το οποίο αποτελεί ένορκη συμφωνία για κοινή συνεργασία των συνυπογραφόντων αρχιερέων υπέρ της πατρίδος. Ο Γρηγόριος Καλαμαράς κλήθηκε με άλλους προκρίτους και επισκόπους εις την Τρίπολη κατά τις παραμονές της εθνεγερσίας και κλείστηκε εις τις φυλακές, όπου και πέθανε απ’ τις κακουχίες στις 19 Σεπτεμβρίου 1821.

Κατά το διάστημα του αγώνα, πεθαίνει εις το Άργος συνεπεία τύφου, ο Έλους Άνθιμος, ο οποίος ετάφη στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου [9]. Ο αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας εμψυχώνοντας τους βουλευτές, που συσκέπτονταν εις το Άργος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην, του είπε: «έξελθε και εγώ κρατών τον σταυρόν προπορεύομαι κηρύττων: όστις είναι χριστιανός και πιστός Έλλην, ας ακολουθεί…» [10].

Εις την Φιλικήν Εταιρείαν, έχουν συνταχθεί με μεγάλη προσφορά εις τον αγώνα, ο αρχιδιάκονος του μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Γρηγορίου, Αθανάσιος Σολιώτης [11] και ο εφημέριος Αχλαδοκάμπου παπά-Κωνσταντής [12]. Περί του Αθανασίου Σολιώτου παρατηρεί ο Φωτάκος ότι ενώ ο Γρηγόριος Καλαμαράς πέθανε στη φυλακή, «ο αρχιδιάκονος αυτού Αθανάσιος έμεινεν έξω και έκαμε θαύματα, διότι συνέδραμεν εξ ιδίων την πολιορκίαν του Ναυπλίου και με την προσωπικήν του ικανότητα ήταν εμπρός, ενθαρρύνων τους στρατιώτας» [13].

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Πρέπει να αναφερθεί και ο ηρωικός ηγούμενος της μονής Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας Αρσένιος Κρέστας που γεννήθηκε το 1779 στο Κρανίδι έπεσε ηρωικά το 1822 στα Δερβενάκια, όπου και ετάφη δίπλα στο ναΐσκο του Αγίου Σώζοντος. Ο παπα-Αρσένης, την 25ην Απριλίου 1821, κατά την επιδρομή του Δράμαλη εις την Αργολίδα οχυρώθηκε στη μονή Κατακεκρυμμένης Άργους με πολλές οικογένειες και ελάχιστους αγωνιστές. Και αφού «αντεστάθησαν ευτυχώς τρείς ημέρας…ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι να ανθέξωσι, τοις είπεν να δεχθώσι αυτάς (τις προτάσεις του Κεχαγιά) και ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον. Αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους Μύλους» [14], αποσπώντας το θαυμασμό των συναγωνιστών του. Είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στην πολιορκία του Ναυπλίου. Στην κηδεία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό» [15].

 

β. Συνδρομή της Εκκλησίας στη μόρφωση των υποδούλων

 

Η Εκκλησία του Άργους συνέβαλλε ποικιλοτρόπως εις την ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων Ελλήνων. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο στο Άργος συνεστήθη [16] στη μονή της Παναγίας Κατακεκρυμμένης, το 1798 με πρωτοβουλία των Περρουκαίων, σε συνεργασία με τον περιηγητή διδάσκαλο Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο από τη Δημητσάνα. Το 1804 είχε πλήθος μαθητών. Εδώ εφοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως του 1821. Σχολάρχης από το 1805 έως το 1821 σχεδόν αδιάκοπα ήταν ο Ησαΐας Καλαράς, απ’ το Αγιονόρι Νεμέας, τον οποίο αποκαλούσαν «σοφολογιώτατον διδάσκαλον». Πριν την επανάσταση, στην Κατακεκρυμμένη οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ εδίδασκαν τα παιδιά των γύρω χωριών. Το 1813 δίδαξε και ο Νικηφόρος Παμπούκης [17], απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είναι γνωστό το έτος κατά το οποίο μετεφέρθη το σχολείο απ’ τη μονή της Παναγίας εις την πόλη του Άργους.

Επίσης είναι γνωστόν, ότι από τις 10 Αυγούστου 1834 τα βιβλία της μονής Κατακεκρυμμένης, διανεμήθησαν σε διαφόρους δημοσίους φορείς [18].

 

γ. Xρηματικές προσφορές της Εκκλησίας εις τον αγώνα

 

Και χρηματικά ενίσχυσε τον εθνικό αγώνα η Εκκλησία του Άργους. Ο εκάστοτε μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους βαρυνόταν με ετήσια χρηματική υποχρέωση υπέρ της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η εισφορά αυτή από το 1771 ανήλθε σε εκατόν πενήντα γρόσια, αντί των έξι χιλιάδων άσπρων που καταβάλλονταν ετησίως από το έτος 1759 [19].

Κατ’ εφαρμογή του από 5ης Απριλίου 1822 νόμου «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών» [20], η Διοίκηση προέβη στη δήμευση των χρυσών και αργυρών σκευών των ναών και μονών προκειμένου να θεραπεύσει τις τότε οικονομικές αντιξοότητες. Συγκεντρώθηκαν τότε 2400 λίτρες ή 800 οκάδες αργύρου, απ’ όπου θα κοβόταν νόμισμα και θα καλύπτονταν ποικίλες ανάγκες. Αλλά διασκορπίστηκαν και κλάπηκαν κατά την εισβολή του Δράμαλη από τη μονή της Κατακεκρυμμένης, όπου φυλασσόταν αυτός ο μικρός θησαυρός και όπου επρόκειτο να λειτουργήσει νομισματοκοπείο [21], το οποίο τελικώς δε λειτούργησε.

Οι ηρωικοί λοιπόν κληρικοί που πήραν μέρος εις τον αγώνα της Παλιγγενεσίας, η συνδρομή της Εκκλησίας στην ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων,  οι εκκλησιαστικές εισφορές προς οικονομική ενίσχυση του εθνικού αγώνα, το γεγονός ότι η Α΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε κατ’ αρχάς εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους [22], καθώς και η ορκωμοσία εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, των πληρεξουσίων της Δ΄ και Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως, όλα αυτά δείχνουν τη σπουδαιότητα [23] της συνδρομής της Εκκλησίας του Άργους ως σημαντικού παράγοντος του απελευθερωτικού αγώνα και εις τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

 

3. Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών [24]

 

α. Ιστορική αναγκαιότητα του θεσμού της τοποτηρητείας

 

Με την έναρξη της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 το Άργος, καθώς και οι άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, που βρίσκονταν εις τις εν εξεγέρσει περιοχές της Ελλάδας, αποκόπηκαν διοικητικά από το Πατριαρχείο. Αυτό σήμανε, εκτός των άλλων, απαγόρευση χειροτονιών, εις τις χηρεύουσες εκκλησιαστικές επαρχίες. Την άμεσο διά την συγκυρίαν λύση του προβλήματος, ανέλαβε η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος δια της τοποθετήσεως τοποτηρητών εις τις χηρεύουσες επισκοπές. Προς τούτο χρησιμοποίησε τους σχολάζοντες ή εμπερίστατους αρχιερείς ή και τους πρωτοσυγκέλλους των οικείων επισκοπών [25], οι οποίοι ζητούσαν αποκατάσταση και θέση εκκλησιαστική εις τη νεοπαγή Ελληνική Επικράτεια, από ευσυνειδησία, αλλά και για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην αναγκαία, όπως φαίνεται στο υπ. αριθ. 101/ 14 Μαΐου 1823  έγγραφο του Ανδρούσης Ιωσήφ, Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρόεδρον του Εκτελεστικού, όπου διαβάζουμε: «εις έκαστον τμήμα να διορισθή εις αρχιερεύς και εις πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, εκ των οποίων ο μεν αρχιερεύς να ευλογή τον λαόν ιερουργών, όταν προσκαλήται, ίνα πορίζεται και τα προς το ζην, ο δε πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, όχι μόνον να βαστά κατάστιχον των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων αναφερόμενος εις το Εθνικόν Ταμείον και να τρέφεται και αυτός, αλλά και να διδάσκη και τον λαόν ήθη χριστιανικά…» [26]. Είναι χαρακτηριστική η από 12 Μαΐου 1832 αίτηση του πρωτοσυγκέλλου Αθανασίου Σολιώτου, εκκλησιαστικού τοποτηρητού Ναυπλίου και Άργους, προς την «επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν», όπου ζητώντας εκκλησιαστική αποκατάσταση, μεταξύ των άλλων γράφει: «προστρέχω δια της παρούσης μου αναφοράς εις το έλεος της σεβαστής κυβερνήσεως και παρακαλώ θερμώς να ευαρεστηθή να δώση ακρόασιν εις την ταπεινήν μου ικεσίαν και αν γνωρίση ως μήτηρ φιλόστοργος και προστάτις των αδικουμένων ότι έχω και εγώ κανένα μικρόν δικαίωμα, να με αξιώση της προστασίας της. Σεβαστή Κυβέρνησις δεν είναι δίκαιον τα γνήσια τέκνα της Ελλάδος, όπου ηγωνίσθησαν και έπαθον να λιμώττωσιν, οι δε ξένοι και μη έχοντες το παραμικρόν δικαίωμα να κατατρυφώσιν» [27].

 

β. Τριπολική εκκλησιαστική διοίκηση εις Άργος

 

Οι ιστορικές συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν ένα τριπολικό, νόθο σύστημα εκκλησιαστικής διοικήσεως εις την περιοχή του Άργους [28]. Υπήρχε δηλαδή ο πρώην Τριπόλεως Διονύσιος Παρδαλός ως περιοδευτής αρχιερεύς για τις χειροτονίες και τις λοιπές τελετουργικές ανάγκες, υπήρχε ταυτοχρόνως ο πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης ως επιστάτης των οικονομικών υποθέσεων και αμφότεροι  υπάγονταν ως «υπάλληλοι κλάδοι» εις το «ιερόν μινιστέριον της θρησκείας», όπως διαβάζουμε στο υπ. αριθ. 1102/ 17 Απριλίου 1825 έγγραφο [29] του Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρώην Τριπόλεως Διονύσιον.

Σαφής είναι η σχετική απόφαση του Βουλευτικού Σώματος: «…ενεκρίθη πρώτον να διορισθώσι καθ’ όλας τας χηρευούσας επαρχίας αρχιερείς, εις το να εκπληρώσι τας αρχιερατικάς τελετάς· δεύτερον, να διορισθώσι και εις επιστάτης εις τας μητροπόλεις, όστις να κρατή κατάστιχον και καθαρόν λογαριασμόν όλων των εισοδημάτων, όπου θέλει συνάζονται» [30] με τη φροντίδα του.

 

γ. Κατάλογος εκκλησιαστικών τοποτηρητών Άργους

 

ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΕΣ                              

Ο Πρώην Τριπόλεως Διονύσιος [31] (1824- 1829;)

Ο Πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος [32] (1829-1832)

Ο Πρώην Μετρών Μελέτιος (1832- 1834)

ΕΠΙΣΤΑΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1822-1824)

Ιεροδιδάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης (1824-1825)

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1825-1829)

 

δ. Δυσκολίες εις το έργο των εκκλησιαστικών τοποτηρητών

 

Οι κύριες δυσκολίες των εκκλησιαστικών τοποτηρητών ήταν η απείθεια των χριστιανών, κληρικών και λαϊκών και η μη καταβολή των αρχιερατικών δικαιωμάτων [33]. Στο υπ’ αριθ. 927/ 29 Αυγούστου 1823 έγγραφό του, ο Υπουργός της Θρησκείας, Ανδρούσης Ιωσήφ, γράφει μεταξύ των άλλων: «…οι άνθρωποι απεστάτησαν προ πάντων από τον Θεόν αυτών και δια ταύτα έφθασαν εις εσχάτην απείθειαν και ανευλάβειαν και εις εκκλησίας και εκκλησιαστικούς» [34].

Απ’ ότι φαίνεται κύριο αίτιο του φαινομένου αυτού ήταν η αχρηματία και η εμπερίστατος κατάσταση, εις την οποίαν ευρέθησαν ιερείς και χριστιανοί κατά τα έτη του αγώνα. Στην από 22 Ιουλίου 1823 αναφορά του προς τον Υπουργόν της Θρησκείας, σημειώνει ο Αθανάσιος Σολιώτης: «ότι από την μεγάλην ακαταστασίαν του τόπου και της φατρίας εκάστου των χωρίων και δια τα μέγιστα βάσανα οπού σχεδόν δοκιμάζουν όλοι ενταύθα εξαιτίας του περάσματος των στρατευμάτων, μήτε εις κανένα χωρίον επήγα, μήτε αρχιερατικόν δικαίωμα εζήτησα, καθότι δεν έχουν σκοπόν να δώσουν τίποτα…» [35].

 

4. Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831)

 

α. Οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών

 

Οι κληρικοί του Άργους, κατά την περίοδο (1827- 1831) της διακυβερνήσεως του Ιωάννου Καποδίστρια αντιμετώπιζαν, καθώς και όλοι οι Έλληνες,  οικονομική στενότητα και μορφωτική ένδεια, όπως πληροφορούμεθα από πηγές εκείνης της εποχής. Ο εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους, πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος, σε αναφορά του, με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1830, «προς τον ευγενέστατον Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Κύριον Νικόλαον Χρυσόγελον», γράφει μεταξύ άλλων:

«Η κατά την επιθυμίαν της Σ(εβαστής) ημών Κυβερνήσεως διαγωγή του δυστυχούς Κλήρου ικανού δείται καιρού, Κύριε, καθώς και ικανός καιρός επέφερεν εις αυτόν την αμάθειαν, την κακοήθειαν και την άγνοιαν των καθηκόντων. Μ’ όλον τούτο πλείστοι των Ιερέων της παροικίας μου, εάν και δεν έφθασαν εισέτι να προσαρμοσθώσι καθ’ όλα εις τον ανήκοντα αυτών χαρακτήρα, τουλάχιστον όμως δίδουσι χρηστάς ελπίδας της εντός ολίγου προσαρμόσεώς των. Μ’ όλον ότι εμποδίζει την εις την προσάρμοσιν πρόοδόν των ο κατ’ ανάγκην τρόπος της οικονομίας της ζωής των, ως πρεσβύτεροι, και χρείαν πολλών έχοντες, ως οι λαϊκοί. Εισί δε και τινες των Ιερέων, οι οποίοι συνεγήρασαν τη κακοηθεία, εις τους οποίους ανίσχυρος ο λόγος και η διδασκαλία. Μ’ όλον ότι και αυτοί μετρώτατοι σήμερον των πρώτων αυτών καταχρήσεων, αλλ’ η μετρότης αυτών υπερβολή προς άλλους λογίζεται. Δίκαιον είναι να παύσωσι του ιερουργείν, και ως γέροντες, και ως τοιούτοι· αλλά και τούτο της τυραννικής εποχής αποτέλεσμα, το να έχωσι την Ιεροπραξίαν πόρον αναγκαιότατον της ζωής των.

Αύτη είναι, Κύριε, η κατάστασις του Κλήρου της παροικίας μου· προσθέτω δε εις τούτο την μικράν μου παρατήρησιν· ως προς εκείνα τα εν τη τυραννία, και επομένως εν τη αναρχία, μεγάλη μεταβολή σήμερον, και ήθελε γενή επαισθητή γενικώς, εάν ευρίσκετο εις αυτόν Παιδεία και Πόρος της ζωής έντιμος και ανήκων τω χαρακτήρι του….» [36].

Την 12ην Οκτωβρίου 1830, ο πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος ζήτησε από τη «Γραμματείαν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» τη δωρεάν χορήγηση για τις ενορίες του Άργους εκκλησιαστικών βιβλίων, θεωρώντας κάτι τέτοιο: «τω όντι πατρικόν και φιλόστοργον αποτέλεσμα και προκαταρκτικόν των υπό δυστυχίαν, ως τα πολλά συμβαινουσών παρά του Κλήρου καταχρήσεων» [37]. Είναι ενδιαφέρον, ότι όπως πληροφόρησε απαντητικώς το Υπουργείο: «η Διοικητική Επιτροπή (της Ελλάδος) απεφάσισε να προμηθεύση από Τεργέστης τα αναγκαία δι’ όλας τας Εκκλησίας της Επικρατείας εν γένει (και ότι) εις τοιαύτην περίπτωσιν θέλει γένει φροντίς και διά τας Εκκλησίας του Άργους» [38].

Όσοι προβάλλουν την αμάθεια και οπισθοδρομικότητα των ιερωμένων της εποχής εκείνης, θα πρέπει να μη λησμονούν, ότι οι ιερείς ήταν ολιγογράμματοι εν μέσω αγραμμάτων. Οι κληρικοί αξιολογούμενοι με τα μέτρα της κοινωνίας όπου ζούσαν, ήταν φορείς συντηρητισμού, εν μέσω συντηρητικής πάντως κοινωνίας. Το κύρος τους μειώθηκε [39], κυρίως μεταξύ των ολίγων εγγραμμάτων και πληροφορημένων περί της γενικευμένης αμφισβήτησης, που επέφεραν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης.

 

β. Ρόλος των κληρικών εις την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829)

 

Πάντως, οι κληρικοί διέθεταν ιερατική συνείδηση και ήταν παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Γι’ αυτό οι εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), έγιναν σε κάθε ενορία με διαφωτιστική ομιλία του εφημερίου, ο οποίος κοινοποιούσε και κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων εκπροσώπων. Κατόπιν κάθε ψηφοφόρος ορκιζόταν στο Ευαγγέλιο, ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση και ψήφιζε [40]. Οι πληρεξούσιοι που προέκυψαν ορκίστηκαν εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους και η Δ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε εις το αρχαίο θέατρο της πόλεως. Οι πληρεξούσιοι της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης ορκίστηκαν επίσης εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ οι συνεδριάσεις έγιναν εις το υπό του Καποδίστρια ιδρυθέν, σημερινό Α΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους [41], εις το κέντρο της πόλεως.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

γ. Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

 

Η σημερινή εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου Άργους άρχισε να κτίζεται μετά το 1822 και περατώθηκε περί το 1829. Για την αποπεράτωση, εκτός απ’ τους Αργείους προσέφερε χρηματικό βοήθημα και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Διαβάζουμε σχετικά στο πρακτικό της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους: «ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΘ΄ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 3, 1829. Ανεγνώσθη έγγραφον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, προβάλλον να δοθή η άδεια εις την Κυβέρνησιν να δώση χρηματικά βοηθήματα εις την ανεγειρομένην εκκλησίαν της κοινότητος του Άργους, ως και εις την μερικήν επισκευήν του ναού της Παναγίας (το σημερινό νεκροταφείο)»[42]. Η χρηματική δωρεά κατ’ άλλους μεν 3000, κατ’ άλλους δε 20.000 φοίνικες, χορηγήθηκε, όπως επιβεβαιώνεται και από την αφιερωματική μαρμαρίνη επιγραφή επί της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τοίχου του ναού. Εκεί διαβάζουμε:

«Η πόλις Αργείων

Τω Ιωάννη Αντ. Καποδίστρια

Ευνοίας ένεκεν τόδε τέμενος

ΑΩΚΘ΄ Μηνί Σεπτ.».

Ο εις την αυτήν θέσιν προηγούμενος ναός ήταν κατά την παράδοση ημιυπόγειος αφιερωμένος εις την αγίαν Παρασκευήν. Ο ήδη υπάρχων ναός του Τιμίου Προδρόμου, χρησίμευε και ως μητροπολιτικός μέχρι το 1865 [43], οπότε εκτίσθη ο ναός του πολιούχου Άργους Αγίου Πέτρου. Όσο χρόνο διετέλει μητροπολιτικός ναός ο του Προδρόμου, τελέστηκαν εδώ, όλες οι επίσημες τελετές και δοξολογίες για την έλευση, ορκωμοσία και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄.

Ο ναός του Προδρόμου εχρησιμοποιείτο κατ’ εξαίρεσιν και ως νεκροταφείο των εφημερίων, ορισμένων επιτρόπων του ναού, προυχόντων και επιφανών Αργείων. Στον περίβολο του ναού ετάφησαν [44] ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, ο Δανός φιλέλλην ιατρός Jedassen ο οποίος τραυματίσθηκε εις τον Ξεριά κατά την εισβολή (24 Απριλίου 1821) του Κεχαγιάμπεη και πέθανε μετά από λίγες ημέρες, ο Βουτεμβέργιος φιλέλλην λοχαγός Κάρολος φον Λίνσιγκ του οποίου απεκόπησαν τα δύο πόδια από σφαίρα πυροβόλου κατά την έφοδο του Ναυπλίου (3-4 Δεκεμβρίου 1821) την οποία διηύθυνε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Γερμανός φιλέλλην ιατρός Bolteman κατά το 1822, ο Αμερικανός φιλέλλην George Jarvis [45] , ο οποίος απέθανε, κατά τον Φωτάκον, εις το Άργος το 1828 από τις πληγές και τις κακουχίες του πολέμου και ετάφη εδώ, από το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη με εκκλησιαστικές και στρατιωτικές τιμές. Επίσης εδώ έχουν ταφεί ο στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης και όλα τα αποβιώσαντα μέλη του ιστορικού οίκου του, η Ελένη Ανδρέου Καρατζά κόρη του στρατηγού, η οποία απεβίωσε την 21ην Οκτωβρίου 1916 και ο σύζυγός της Ανδρέας Ν. Καρατζάς εκ Πατρών ο οποίος πέθανε την 27ην Μαρτίου 1932, διατελέσας βουλευτής Άργους (1894 –1895 και 1899 -1903) και Δήμαρχος Αργείων (1907 –1914), εις τον οποίο μάλιστα, εκτός των άλλων οφείλεται ο ηλεκτροφωτισμός του Άργους. Σήμερα δείκνυται εις τη ΝΑ πλευράν του ναού, μαρμάρινο μνημείο με την εξής επιγραφή:

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΩΚΡΗΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΜΑΡΙΓΩ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΩΝ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΩ

Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΤΖΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Στο ναό του Προδρόμου έχουν ταφεί και άλλοι. Εδώ μετεκομίσθησαν απ’ την Παλαιά Κόρινθο και τα οστά του επισκόπου Κυρίλλου Ροδοπούλου. Εις το ΒΔ μέρος του περιβόλου του ναού ετάφησαν, άνευ νεκρωσίμου ακολουθίας, μέσα σε λάκκο, οι μισοί σφαγέντες το 1833 απ’ τους Γάλλους, Αργείοι.

 

5. Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος

 

Από της αφίξεως εις Ναύπλιον του Βασιλέως Όθωνος την 25ην Ιανουαρίου 1833, έχουμε εκ μέρους της Αντιβασιλείας ριζοσπαστική ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Κατά την 15ην Ιουλίου 1833, υπογράφεται εις το Ναύπλιο το πρωτόκολλο για την ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής αναγνωρίζεται μόνο πνευματικός δεσμός [46]. Το πρωτόκολλο υπογράφει μαζί με άλλους αρχιερείς, υπό την ιδιότητα του εκκλησιαστικού τοποτηρητού Άργους, ο πρώην Μετρών Μελέτιος [47]. Αυτή η διακήρυξη περιεβλήθη και πολιτειακό κύρος με το, από 23 Ιουλίου/ 4 Αυγούστου 1833, Βασιλικό Διάταγμα της Αντιβασιλείας, του Όθωνος [48].

Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ. το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπήχθησαν διοικητικώς υπό τη μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη μητρόπολη Αργολίδος [49]. Έχουμε δηλαδή, μητροπολίτες πλέον και όχι τοποτηρητές. Στο υπ’ αριθ. 820 της 17ης Φεβρουαρίου 1836 έγγραφό του  «προς τον Δήμαρχον Ναυπλίας», ο Νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας αναφέρει, ότι ορισμένοι δημόσιοι φορείς, προφανώς μη έχοντας προσαρμοσθεί στα νέα εκκλησιαστικά δεδομένα, επιγράφουν τα «έγγραφα αυτών “προς την Επισκοπήν” και όχι “προς τον Επίσκοπον” ενώ ο ενεργών είναι αυτός και όχι αφηρημένως η Επισκοπή». Εντέλλεται λοιπόν, του λοιπού να απευθύνονται τα έγγραφα προς τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους, με χρήση μάλιστα της τυπικής προσφωνήσεως Σεβασμιώτατον, «προς αποφυγήν παρατηρήσεων», όπως χαρακτηριστικά καταλήγει [50]. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η κρατική διοίκηση  επιθυμεί τη δεοντολογία και διεφύλαττε το κύρος των αρχιερέων.

Η Σύνοδος εξάλλου, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις καταχρήσεις, που δημιουργούσε η οικονομική ένδεια των κληρικών. Από έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1835, που έστειλε ο Δήμαρχος Ναυπλίας προς τη Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας πληροφορούμεθα, ότι με την υπ’ αριθ. 292-570/ 342 εγκύκλιο της 22ας Φεβρουαρίου 1834  «προς τους κατά την Επικράτειαν Σ(εβασμιωτάτους) Μητροπολίτας και Επισκόπους», η Ιερά Σύνοδος εθέσπισε:

«κατά δε τα τυχηρά έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη μετά ευχαριστήσεως ό,τι και όσον προσφέρεται προς αυτόν αυτοπροαιρέτως παρά των χριστιανών, ο εστίν, έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη διά λειτουργίαν, κηδείαν, μνημόσυνον, ευλογίαν γάμου, αγιασμόν, εγκαινιασμόν Ναού κτλ. ό,τι προσφέρεται προς αυτόν κατά προαίρεση, και δεν συγχωρήται εις αυτόν να ζητήση περισσότερον είτε κατ’ ευθείαν είτε εκ πλαγίου» [51].

Επίσης σε έγγραφο του «κατά την επισκοπήν Αργολίδος Μητροπολίτη» (Κυρίλλου Βογάσαρη) με χρονολόγηση 15 Απριλίου 1835, απευθυνόμενος αυτός «προς τους κατά την επισκοπήν Αργολίδος Αρχιερατικούς Επιτρόπους», ακολουθώντας την υπ’ αριθ. 2764/ 264 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, εντέλλεται να επιδειχθεί μεγίστη προσοχή, «ώστε να μη φορολογούνται οι Χριστιανοί παρά των μοναχών ή εφημερίων, εις τους οποίους ηθέλαμεν εμπιστευθή τα άγια ταύτα λείψανα, ούτε να περιφέρωνται από οικίας εις οικίαν, και από αγρού εις αγρόν χωρίς προηγουμένης ημών αδείας» [52]. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, πρόκειται για τα προερχόμενα «εκ των διαλυθέντων Μοναστηρίων άγια λείψανα».

Ως γνωστόν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1833 [53], διαλύθηκαν τετρακόσιες δέκα έξι μονές, που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς, τα δε ιερά τους κειμήλια και λοιπά τιμαλφή παραδόθηκαν «εις τας ανηκούσας Δημοτικάς αρχάς» [54].  Αυτό, είχε οξύνει τα πνεύματα και εις το Άργος. Γι’ αυτό άλλωστε, αλλά και λόγω των διοικητικών και οικονομικών προνομίων που απολάμβανε η πρωτεύουσα Ναύπλιο, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας για τα κοσμικά βιβλία της διαλυμένης μονής Κατακεκρυμμένης (κλασικοί συγγραφείς, λεξικά, σχολικά) γνωμοδότησε και παρεκάλεσε να μη φύγουν απ’ την πόλη, αλλά να δοθούν στο Δημοτικό Σχολείο Άργους «επί μετριωτάτη τιμή» [55], παρ’ ότι η «επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεία της Επικρατείας», προχώρησε τελικώς με γνώμονα τους δικούς της συνολικούς σχεδιασμούς [56].

Δια του από 16/ 28 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η μητρόπολη Κορίνθου – Άργους, καθώς και η μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος υπό τον μητροπολίτην Κύριλλον Βογάσαρην. Αποθανόντος του Κυρίλλου το 1842, με το από 18/ 30 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ. η επισκοπή Ύδρας συνεχωνεύθη εις την της Αργολίδος και Κορινθίας με τον τίτλο «επισκοπή Κορινθίας και Αργολίδος», υπό τον από Ύδρας Γεράσιμον Ράλλην (Σπανόν), αποθανόντα το 1843, οπότε η εκκλησιαστική διοίκηση περιέρχεται εις Γενικήν Εκκλησιαστικήν Επιτροπήν. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν, διότι η Σύνοδος είχε ανακηρύξει μονομερώς το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας και δεν ήθελε να προβεί σε εκλογές αρχιερέων, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχθεί αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ως εντελώς αυθαιρετούσα.

 

6. Η Εκκλησία του Άργους, μετά την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

α. Η διαποίμανση της Εκκλησίας του Άργους

 

Την 29ην Ιουνίου 1850, ύστερα από διεργασίες [57], στην Κωνσταντινούπολη, μετά την απόλυση της θείας Λειτουργίας, συνήλθε η Πατριαρχική Σύνοδος στο Μεγάλο Συνοδικό του Πατριαρχείου και σε επίσημη ειδική τελετή ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Δ΄, ως πρόεδρος της Συνόδου, μετά την εκφώνηση του Μεγάλου Αρχιδιακόνου «Πρόσχωμεν», «γεγονυία τη φωνή εις επήκοον πάντων ανέγνω τον ιερόν Συνοδικόν Τόμον [58] εν μεμβράναις αντιγεγραμμένονּ…και μετά την συμπλήρωσιν της αναγνώσεως, οι την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον συγκροτούντες… ήρξαντο υπογράφειν αυτόν κατά τάξιν» [59]. Έτσι περιγράφεται, εις τα Πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, η τελετή της εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξης του αυτοκεφάλου εις την Εκκλησία της Ελλάδος.

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Πολιτεία ενδιαφερόταν για την πνευματική και ηθική αναβάθμιση των Ελλήνων, και θεωρούσε ότι η Εκκλησία ήταν κατάλληλος εις τούτο συντελεστής. Σε έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1851 ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, ενημερώνει μέσω του Νομάρχη Αργολίδος και Κορινθίας τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους, οτι «κατ’ αίτησιν ημών η ιερά σύνοδος του Βασιλείου διέταξε τον ιεροκήρυκα τον λαχόντα τον Δήμον του οποίου προΐστασθε, να μη διαμένη διαρκώς εις μίαν πόλιν της αποστολής του και προς ας παρά της ιεράς συνόδου έχη οδηγίας, περιοδεύει και κηρύττει τον λόγον του Θεού, ου μόνον εν ταις πόλεσι αλλά και εν ταις κώμαις και εν τοις χωρίοις» [60]. Και ο Νομάρχης παραγγέλλει προς τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους να φροντίσουν «ώστε να δοθεί πάσα περιποίησις και συνδρομή εις τους κ(υρίους) ιεροκήρυκας, και ιδίως συνοδεία εθνοφυλακής κατά την από τόπου εις τόπον μετάβασίν των» [61].

Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852,  η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισε τα όρια των μητροπόλεων και επλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη μητρόπολη Αργολίδος, όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και αρχιεπίσκοπος Αργολίδος, εις πλήρωσιν της από ετών χηρευούσης μητροπόλεως εκλέγεται ο εκ Καλαμών πρωτοσύγκελλος Μεσσηνίας Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος [62] ο οποίος εθεμελίωσε και εγκαινίασε το σημερινό ναό του Αγίου Πέτρου Άργους.

Του Γερασίμου αποθανόντος εις το Ναύπλιον τον Απρίλιο του 1867, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως τριμελής επιτροπή Ιερέων μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος ο ιεροκήρυξ Αττικής, Δανιήλ Πετρούλιας, ο οποίος ευλαβώς μετέβαλε, διαρρύθμισε και συμπλήρωσε την παλαιά Ιερά Ακολουθία του αγίου Πέτρου Άργους και δημιούργησε έτσι τη νέα, αυτή που ψάλλεται στις 3 Μαΐου κάθε χρόνο, ημέρα της μνήμης του Αγίου [63].

Το Νοέμβριο του 1872 απεβίωσε ο Αργολίδος Δανιήλ και η μητρόπολη διευθύνεται υπό τριμελούς Επιτροπής Ιερέων, μέχρι τον Αύγουστο του 1874, οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος, ο ιεροκήρυξ Αρκαδίας Καλλίνικος Τερεζόπουλος, ο οποίος όμως απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1875 [64].

Μετά το θάνατο του Καλλινίκου αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως και πάλι τριμελής Επιτροπή μέχρι το Μάρτιο του 1882, όταν εξελέγη Αργολίδος ο εφημέριος του μητροπολιτικού ναού Αθηνών και του ναού των βασιλικών ανακτόρων, Νίκανδρος Δελούκας, ο οποίος εποίμανε τη μητρόπολη Αργολίδος επί τριάντα έτη. Εκοιμήθη στο Ναύπλιο το 1912 και έχει ταφεί εις το κοιμητήριο της πόλεως Ναυπλίου, όπου επί του τάφου του έχει τεθεί μαρμάρινη προτομή του. Ο Αργολίδος Νίκανδρος μετά το θάνατό του κατέλειπε εις τους μητροπολιτικούς ναούς αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και Αγίου Πέτρου Άργους από 25% αντιστοίχως, της κυριότητος του ιδιόκτητου μητροπολιτικού του οικήματος [65], δηλαδή του γνωστού εν Ναυπλίω ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο το Μάιο του 2001 εκποιήθηκε σε ιδιώτη.

 

β. Ο ναός του αγίου Πέτρου Άργους

 

Ο υπάρχων σήμερα ναός του αγίου Πέτρου [66] στην κεντρική πλατεία του Άργους, θεμελιώθηκε την 17ην Ιουλίου 1859, υπό του τότε μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου Παγώνη, σε οικόπεδο που ανήκε εις την οικογένεια Περρούκα. Ο ναός εγκαινιάστηκε την 18ην Απριλίου 1865, επίσης υπό του Γερασίμου [67].

Μέχρι της ημέρας των εγκαινίων διατηρήθηκε και λειτουργούσε δίπλα εις τη νέα εκκλησία, ένας παλαιός ναός του αγίου Νικολάου. Ο τότε αρχιερεύς δια μιάς κλίμακος ανέβηκε εις τη νότιο πλευρά του ναΐσκου και αφού σχημάτισε το σημείο του Σταυρού αφαίρεσε απ’ τη στέγη τρία κεραμίδια και έτσι άρχισε η κατεδάφισή του. Κατεδαφίσθηκε ο παλαιός αυτός ναός του αγίου Νικολάου μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά [68].

Γι’ αυτό, αφιερώθηκε το βόρειο κλίτος του νέου αυτού ναού εις τον άγιο Νικόλαο, εις ανάμνησιν του προϋπάρξαντος ναΐσκου του αγίου Νικολάου. Το νότιο κλίτος είναι αφιερωμένο εις τον απόστολο Ανδρέα, είτε επειδή θεωρείται ως ο πρώτος κηρύξας εις το Άργος το Ευαγγέλιον, είτε κατ’ άλλην εκδοχήν εις μνημόσυνον του Ανδρέα Δ. Ζαΐμη, επιφανούς μέλους της οικογένειας Περρούκα, που εδώρησε την έκταση για το νέον αυτό ναό [69].

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940

 

Το τέμπλο, φιλοτεχνήθηκε το 1889 υπό του τότε γνωστού καλλιτέχνου ξυλογλύπτου Ι. Μαγιάση. Μπροστά στο τέμπλο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα βαρειά ορειχάλκινα μανουάλια έργο του 1882, αφιέρωμα, όπως έχει χαραχθεί επάνω σε αυτά, των Αργείων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη [70].

Εις το κωδωνοστάσιο της βορείου πλευράς υπήρχε επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν εις την πρόσοψη του ναού με μελέτη Γ. Νομικού [71] τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο κατ’ έτος μεγαλοπρεπής και πανηγυρικός εορτασμός του πολιούχου Άργους, οφείλεται σε πρωτοβουλία του Χρήστου Παπαοικονόμου (1853-1926), καταγομένου από το Λεβίδι της Αρκαδίας, σχολάρχου τότε εν Άργει, Θεολόγου, ιερέως και μετέπειτα οικονόμου του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών και ιδρυτού του εν Άργει συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», συγγραφέως του βιβλίου «Ο πολιούχος του Άργους άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός» και άλλων θρησκευτικών έργων. Με πρόταση του μακαριστού Χρήστου Παπαοικονόμου ενεγράφησαν εις το 39 άρθρο του εγκριθέντος στις 2 Δεκεμβρίου 1894 καταστατικού του Συλλόγου τα εξής: «Ο σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δι’ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του διοικητικού συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ’ ην εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερωνύμω του αγίου ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος». Ο πρώτος μεγαλοπρεπής εορτασμός έγινε εις το Άργος την 3η Μαΐου 1895 και έκτοτε εξακολουθεί να εορτάζεται με λαμπρότητα, ενώ πριν το 1895, η εορτή δεν είχε τη σημερινή της μεγαλοπρέπεια ως κατ’ εξοχήν τοπική πανήγυρις του Άργους [72].

 

7.  Συμπεράσματα

 

Όπως διαπιστώσαμε, κατά το 19ο αιώνα καταγράφονται, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, εις τα οποία συνέβαλε δυναμικά η Εκκλησία του Άργους, αλλά και επηρεάστηκε από αυτά.

Εις τον αγώνα για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, η Εκκλησία του Άργους έδωσε δυναμικό παρόν, με εκκλησιαστικά πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Καλαμαράς, ο αγωνιστής της Κατακεκρυμμένης Αρσένιος Κρέστας και άλλοι, με ενίσχυση εκπαιδευτικών προσπαθειών για την πνευματική ανόρθωση των υποδούλων Ελλήνων, όπως το σχολείο της Κατακεκρυμμένης, με κατά καιρούς σημαντικές οικονομικές συνδρομές, και με την εκκλησιαστική παρουσία σε Εθνοσυνελεύσεις για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Το ιδιότυπο καθεστώς των εκκλησιαστικών τοποτηρητών, απετέλεσε μια ιστορική αναγκαιότητα για τα δεδομένα της εποχής. Η έλλειψη επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η προϊούσα αδυναμία χειροτονιών εις τις χηρεύουσες μητροπόλεις, η πρόνοια για εμπερίστατους αρχιερείς, προερχόμενους από Τουρκοκρατούμενες περιοχές ή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, και η οικονομική ένδεια κληρικών και λαϊκών είναι οι ιστορικές συνθήκες που δημιούργησαν το θεσμό της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας, που ήταν ένα πολιτειακής πρωτοβουλίας, σύστημα νόθου εκκλησιαστικής διοικήσεως.

Η οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών και των λαϊκών δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες στην εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια. Πάντως οι εφημέριοι συμμετείχαν ενεργά στην εκλογή των πληρεξουσίων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους, διότι αποτελούσαν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας στα πολυτάραχα εκείνα χρόνια. Διότι οι κληρικοί, παρ’ ότι ήταν ολιγογράμματοι, εν πολλοίς υπερείχαν, διότι ζούσαν εν μέσω αγραμμάτων. Τότε είναι που χτίζεται και ο ήδη υπάρχων ναός του τιμίου Προδρόμου Άργους με χρηματική ενίσχυση του Καποδίστρια.

Επί Όθωνος έχουμε ριζοσπαστική αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η μονομερώς υπό των εν Ελλάδι αρχιερέων ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το έτος 1833, με συμμετοχή του εκκλησιαστικού τοποτηρητή Άργους, πρώην Μετρών Μελετίου, είχε ως συνέπεια τις διοικητικές υπαγωγές του Άργους σε διάφορες, κατά διαστήματα, εκκλησιαστικές γειτονικές περιφέρειες, προκειμένου να αποφευχθούν χειροτονίες μητροπολιτών, που θα επιδείνωναν το ήδη οξυμένο κλίμα μεταξύ της Ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την αναγνώριση, το έτος 1850, της Ελληνικής Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουμε καθορισμό των εκκλησιαστικών ορίων της μητροπόλεως Αργολίδος, όπως αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα, καθώς και εκλογές και χειροτονία του μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου και των διαδόχων του, ώστε η Εκκλησία του Άργους να επιτελεί πλέον την αποστολή της εν ομαλότητι. Το έτος 1865 εγκαινιάστηκε και ο σημερινός ναός του αγίου Πέτρου που κοσμεί την πλατεία του Άργους. Θα στέκεται έκτοτε σεμνά μεγαλοπρεπής στο κέντρο της πόλης και θα θυμίζει, ότι η Εκκλησία του Άργους το 19ο αιώνα, υπήρξε εις το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σσ. 38-42.

[2] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, έκδοσις δευτέρα, Πύργος 1968, σσ. 226, 265, 268.

[3] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[4] Βλ. Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, έκδοσις Δ΄, Ναύπλιον 2001, σ. 245.

[5] Αυτόθι, σσ. 315-316.

[6] Σχετική είναι η μελέτη του Παναγιώτου Α. Γιαννοπούλου, Η περιστασιακή Επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 20 –42.

[7] Περί αυτού βλέπε εκτενέστερα Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σσ. 38-40. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 4.

[8] Βλ. Βαλερίου Γ. Μέξα, Οι Φιλικοί (Κατάλογοι των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη), Αθήναι 1937, Νο 450, σ. 68.  Πρβλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σ. 38, όπου υποστηρίζεται η άποψις ότι εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρείαν υπό του ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη.

[9] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Αργολίδος Μητρόπολις, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 3, Αθήναι 1963, στ. 59.

[10] Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953), Αθήναι 1953, σ. 159.

[11] Εκτενέστερα περί αυτού βλέπε Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Αθανάσιος Σολιώτης (1784-1841), Εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους», Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 67-83.

[12] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σ. 42.

[13] Βλ. Φ. Χρυσανθακοπούλου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, εν Αθήναις 1888, σ. 308.

[14] Βλ. Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1925, τόμ. Α΄, σ. 159.

[15] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 5.

[16] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 299. Επίσης Ιωάννου Π. Χαβιαρλή, Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους, Άργος 1998, σσ. 41-43.

[17] Ειδήσεις περί αυτού βλέπε εις Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σσ. 2-3.

[18] Βλ. Τριανταφύλλου Ε. Σκλαβενίτη, Η σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), έκδ. Δημοσίας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1995, σσ. 35 και επ., 258 και επ.

[19] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 168.

[20] Βλ. Νόμον υπ’ αριθ. 9 της 5ης Απριλίου 1822, παρά Γ. Δημακοπούλου, Ο κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως 1822-1828. Η νομοθετική διαδικασία. Τα κείμενα των Νόμων, εν τη Επετηρίδι του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 10-11 (1963-64), Εν Αθήναις 1966, σσ. 75-77. Επίσης Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά συγγράμματα, εκδιδόντος Σοφοκλέους Κ. του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνησι ΑΩΞΔ΄ [1864], σσ. 13-14.

[21] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σ. 6.

[22] Εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους συνήλθαν οι εικοσι έξι Παραστάτες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αλλά μετά την επισυμβάσαν δολοφονίαν του Προεστώτος της Ύδρας Αντώνη Οικονόμου, μετέβησαν για λόγους ασφαλείας εις την Επίδαυρο, όπου και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Εθνοσυνελεύσεως. (Βλέπε σχετικά Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σσ. 225 –230).

[23] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους…, ό.π., σ. 42.

[24] Η ενότητα αυτή αποτελεί συνεπτυγμένο τμήμα δημοσιευθησομένης προσεχώς εκτενέστερης μελέτης περί της εφαρμογής του θεσμού της τοποτηρητείας εις τη μητρόπολη Αργολίδος κατά την Εθνική Παλιγγενεσία (1821-1833).

[25] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1991, σσ. 11 και επ.

[26] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Μάιος 1823), υποφ. «Γενικά, Διάφορα, Εκκλησιαστικά, Μοναστηριακά, Σχολικά».

[27] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 49 (Μάιος 1832), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[28] Βλ. Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά…, ό.π., σσ. 14 κ.επ.

[29] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 8 (Απρίλιος 1825), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[30] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[31] Βλ. εκτενέστερα περί αυτού Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη, Διονύσιος Παρδαλός ο από Ρέοντος και Πραστού (1812-1833) Μητροπολίτης Κυνουρίας (1833-1852), ΑΝΑΤΥΠΟΝ εκ του Περιοδικού «ΑΛΙΕΥΣ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας τόμοι 1975 και 1976, Αθήναι 1977.

[32] Αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος του Ανθίμου κατά την πολύνεκρη σύγκρουση μεταξύ των ημετέρων και του εν Άργει στρατοπεδευμένου γαλλικού στρατεύματος κατά την 3ην Ιανουαρίου 1833. Συνετέλεσε εις την κατάπαυση της μάχης με ασφαλώς ολιγότερα θύματα απ’ όσα θα προέκυπταν άνευ της επεμβάσεώς του. Περί του  γεγονότος βλέπε την από 8 Ιανουαρίου 1833 αναφορά του Διοικητικού Τοποτητρητού Άργους προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, εις «Εθνικήν Εφημερίδα», φύλλον 3 της 14ης Ιανουαρίου 1833, (έκδ. Νομ. Αττικής), σ. 9 Β.

[33] Βλ. Τάσου Αθ.  Γριτσοπούλου, Η υπό του Καποδίστρια διορισθείσα πενταμελής Εκκλησιαστική Επιτροπή και το έργον αυτής, «Εκκλησία», τόμ. Λ (1953), σ. 355, (έγγραφον 62).

[34] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823).

[35] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Ιούλιος 1823).

[36] Βλ. Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητρ. Κορίνθου, Το Κρανίδι, Κόρινθος 1980, σ. 20. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Η Αγία Μονή Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, Αθήναι 1975, σσ. 283.

[37] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[38] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[39] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Προϋποθέσεις- παράγοντες και επιτεύγματα της κοινωνικής πολιτικής του Καποδίστρια (1828-1931), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου: Ιωάννης Καποδίστριας 170 χρόνια μετά 1827-1997 (Ναύπλιο 26-28 Σεπτεμβρίου 1997), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο 1998, σ. 146.

[40] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[41] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος 19682, σσ. 265, 268.

[42] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 140 –141.

[43] Βλ. Α. Τσακοπούλου, Ο Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Πέτρου, εις εφημερίδα «Ασπίς» Άργους, Σεπτέμβριος 1949.

[44] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ό.π., σ. 292. Επίσης Αναστασίου Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Β΄, Αθήναι 1953, σσ. 38 –40.

[45] Σ’ αυτόν αναφέρεται ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης εις την εργασία του με θέμα: «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα», την οποία βλέπε εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 154 και επ.

[46] Βλ. Η Εκκλησία της Ελλάδος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 5, Αθήναι 1964, στ. 627 –628.

[47] Βλ. Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά …, ό.π., σ. 168.

[48] Βλ. Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 735 και επ.

[49] Βλ. Βασιλείου Γ. Ατέση Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1948, σ. 143.

[50] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1836).

[51] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1835).

[52] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[53] Βλ. Ανδρέου Μαμούκα, Τα Μοναστηριακά, εν Αθήναις 1859, σσ. 148-150.

[54] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[55] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 6, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[56] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 8, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[57] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η θέσις των Μητροπόλεων των “Νέων Χωρών” (1928), εν Αθήναις 1991, σσ. 13-16.

[58] Το κείμενο του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 βλέπε αυτόθι, σσ. 74-79. Επίσης εις Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων…, ό.π., σσ. 744-749.

[59] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις…,ό.π., σσ. 72-73.

[60] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[61] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[62] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σσ. 45-46. Πρβλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Ο εποικισμός του λιμένος Αρχαγγέλου Μονεμβασίας και η ιερατική οικογένεια Παγώνη, εις «Λακωνικαί Σπουδαί», τόμ. Ε΄, σσ. 118-142.

[63] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Δανιήλ ο Πετρούλιας, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 4, Αθήναι 1964, στ. 960.

[64] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σ. 46.

[65] Αυτόθι, σ. 47.

[66] Ο παλαιός ναός του αγίου Πέτρου ήταν κοντά εις το ήδη υπάρχον κτίριο του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

[67] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Α΄, Αθήναι 1953, σσ. 7 κ.επ.

[68] Αυτόθι, σ. 13.

[69] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός (855 –925), Αθήναι 19914, σσ. 47-48.

[70] Αυτόθι, σ. 51.

[71] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, ό.π., σσ. 12-13. Επίσης Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους…, ό.π., σ. 48.

[72] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, “Δαναός” και Άγιος Πέτρος, εις «ΔΑΝΑΟΣ» 1 [1894-1994: 100 χρόνια πνευματικής προσφοράς του Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”], εκδόσεις Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”, Άργος 1995, σσ. 11-12.

 

 

Αρχιμ. Καλλίνικος Δ. Κορομπόκης

Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος – Ο βιώσας το μεγαλείο του Πνεύματος


 

Πανηγυρικός λόγος εκφωνηθείς εις την αίθουσαν διαλέξεων του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» την 3ην Μαΐου 1996 υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου κ. Μελίτωνος, Πρωτοσύγκελου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. 

 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Η Ελληνική Ορθοδοξία αποτελεί τον πνευματικότερον καρπό του υπέροχου πνευματικού συνοικεσίου μπορούσαμε να πούμε, της ελληνικής διανοήσεως με­τά της χριστιανικής πίστεως. Το δε Βυζάντιο του οποίου έχουμε τόσες Άγιες μορφές, και ο σήμερον τι­μώμενος Άγιος, όπως δια­βάσαμε και στο στιχηρό το Βυζάντιο παρουσιάζει την εκ του λόγου τούτου μεγαλειώδη εναρμόνιση αυτών η οποία και προεβλήθη ως πραγματικότης εις τα πρό­σωπα των Αγίων της Εκκλησίας και ως επιστέγα­σμα της πνευματικής τελειώσεως της ανθρωπίνης προσωπικότητας.

Εκείνο το οποίον μπορούμε να χαρα­κτηρίσουμε σήμερα, είναι το κατά πόσον ο άνθρωπος είναι πρόσωπο. Η προσωπικότης του ανθρώπου, ο χα­ρακτήρας του ανθρώπου, η οντότης του ανθρώπου, εί­ναι ο άνθρωπος κάποιος ή είναι κάτι; Αυτό το οποίο έλεγε ο Σαρτρ, ο φιλόσοφος ο Γάλ­λος, μπορώ να μιλήσω για τον άνθρωπον, ως κάποιον ή ως κάτι; Είναι κάποιος. Έχει πρό­σωπο. Δεν είναι πράγμα, δεν είναι κάτι. Εφ’ όσον λοιπόν είναι πρόσωπο, πρέ­πει ως πρόσωπο να αντιμε­τωπίζεται και να βρίσκεται και να δρα και να κινείται μέσα στην κοινωνία.

Άρα λοιπόν η κοινωνία μας όταν μιλά για δικαιώμα­τα ανθρώπων, είναι για δι­καιώματα προσώπων. Όχι εκείνων που έχουν απαρ­νηθεί την ουσία προς τον εαυτόν τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται για να κρατήσουν αυτό που είναι. Η εν τω κόσμω λοιπόν υπε­ροχή και η θεία αποστολή του ανθρώπου έχει αξία μό­νον ως ελευθέρα και συνει­δητή τοποθέτησις της προσωπικότητας του κάθε αν­θρώπου έναντι των ιστορι­κών γεγονότων και των δι’ αυτών αποκαλυφθεισών αληθειών δια Ιησού Χρι­στού και της θείας απολυτρώσεως.

Η δε προβολή της υπεροχής αυτής, δια του βιώματος των Αγίων και Πατέρων της Εκκλη­σίας, εις την χορείαν των οποίων συγκαταλέγεται και ο σήμερον εορταζόμενος Άγιος Πέτρος Αρχιεπίσκο­πος Άργους και Ναυπλίας, μας δίνουν το δικαίωμα να ομιλώμεν περί μιας καθα­ρός χριστιανικής – θα μπο­ρούσαμε να πούμε – ανθρω­πολογίας και του ρόλου αυτής εις τον σήμερον σκληρά δοκιμαζόμενον κόσμον των αξιών, και του αν­θρώπου γενικότερον.  

Τοιουτοτρόπως, κατανοείται πλήρως η κεντρική θέσις, την οποία καταλαμβά­νει ο άνθρωπος. Σε οποιαδήποτε διδασκαλία και αν πάρουμε της Εκκλησίας, δεν εννοείται διδασκαλία Χριστιανική άνευ του παράγοντος άνθρωπος. Ο Χριστός δεν είναι λογοτέχνης, θαυματοποιός, επαναστάτης ή οτιδήποτε άλλο μπορούμε να τον ονομά­σουμε, μύστης ή άλλο τι στο προφητικό μεταφυσικό αξίω­μα μπορεί να είναι, πριν από όλα και πρώτα απ’ όλα είναι ο άνθρωπος. Άρα λοιπόν, η λέξις άνθρω­πος είναι το κλειδί όλης της διδασκαλίας και της προσπά­θειας της Ορθοδόξου θεολο­γίας και επιστήμης.

Που θέλε­τε να κοιτάξουμε; θέλετε να κοιτάξουμε μέσα στη θεολο­γία γενικώτερα, στη Χριστολογία, στην Κοσμολογία στην Επιστημολογία, τη Σωτηριολογία, την Εκκλησιολογία, την Εσχατολογία η ιδέα του αν­θρώπου ως εικόνος του Θεού επί της γης, και δια του Ιησού Χριστού μέχρι θεώσεως, ανακαίνισις αυτού. Περί ανακαινίσεως της εικόνας του προσώ­που του ανθρώπου γίνεται και επιτυγχάνεται μόνο μέσα εις την ζωήν της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Πέτρος, όχι μόνο βιώνει την ιδέαν αυτή, αλλά την μεταλαμπαδεύει, από αιώνος εις αιώναν, από γενεάς εις γενεάν μέσω της τοπικής αυτής παλλαϊκής συνάξεως και πανηγύρεως.

Αν και κατά τον Αριστοτέλη – αν ρίξουμε μια ματιά στα με­ταφυσικά του- είναι κάτι πολύ σκληρό, αλλά είναι κάτι που άπτεται της ουσίας του αν­θρώπου. Η  διάνοια. Η διάνοια, λέει ο Αριστοτέ­λης είναι κάτι μεταξύ του νου και της ουσίας των πραγμά­των, δηλ. της αλήθειας. Κάπου μεταξύ νου και αλήθειας εκεί δημιουργείται η έννοια της διανοίας. Να μπορέσει ο άνθρωπος να χωνέψει το μυα­λό του. Ο Πλάτων (καθ’ ότι από την Ακαδημία Πλάτωνος προέρχομαι, επιτρέψατέ μου να έχω ιδιαιτέρα συμπάθεια στη διδασκαλία του) η έννοια – της νοήσεως δηλοί την αρμο­νία του νου προς όλην την δη­μιουργία. Αλλά λέει κάτι άλλο πολύ συγκεκριμένο, το οποίο έρχεται να το δείξει και ο λε­γόμενος από τους μη γνωρίζο­ντας τον Μαρξ ως άθεον, γιατί ήταν μια έρευνα που είχα κά­νει στη βιβλιοθήκη της Βιέν­νης ότι δεν υπάρχει αθεϊσμός στον Μαρξ. Αυτό που λέει ο Πλάτων, ο Θεός διαπαιδαγω­γεί δια της αρμονίας, το ίδιο έρχεται να πει και ο Μαρξ με τα χειρόγραφα του 1848.

Ότι όπως ο Θεός πλάθει τον άν­θρωπο, και τον θέτει μέσα στην δημιουργία, έτσι και ο Θεός δημιουργεί το περιβάλ­λον του ανθρώπου, έτσι ώστε μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον ο άνθρωπος να γίνει αυτό που πρέπει να είναι. Η προσωπικότης όμως του Αγίου Πέτρου δια της όλης αυτού παιδείας και νουθεσίας Κυρίου δια της εμπράκτου αυτού βιοτής και πολιτείας συνέβαλε και συμβάλλει απο­φασιστικώς εις την προβολήν και την βίωσιν της ανθρωπο­λογικής θεμελιώσεως της χρι­στιανικής πίστεως και της ελ­ληνικής διανοήσεως των αλη­θειών. Περί πνευματικής αξίας του ανθρώπου και της ενότη­τας αυτού μετά του περιβάλ­λοντος αυτού, φυσικόν και μεταφυσικόν και υπερφυσικόν κόσμον.

Φεύγει ο Άγιος Πέ­τρος. Εγκαταλείπει τα του κό­σμου και πορεύεται προς την έρημον. Τι είναι αυτή η φυγή; Μήπως το ίδιο δεν έπραξε και ο Απόστολος Παύλος μετά την κλήση; Έφυγε εις την έρημο. Και εκεί, λέγει ο Από­στολος Παύλος, υπερυψώθη πέραν του εβδόμου ουρανού και ήκουσε ρήματα, άρρητα.

Ο Άγιος εγκαταλείπει το Βυζάντιο, τη φασαρία, το κό­σμο, την οικογένειά του και έρχεται κάπου ερημίτης. Για ποιο λόγο; Για να ζήσει και να βιώσει ακριβώς αυτό το μεγα­λείο του πνεύματος. Φεύγει μακριά απ’ τον κόσμο – αυτό είναι το σπουδαίο- αλλά δεν αποξενώνεται του κόσμου. Δεν είναι αδιάφορος μετά του κόσμου. Το ότι φεύγει μα­κριά, συμπάσχει με τον κόσμο ακόμη και μακριά ευρισκόμε­νος. Και γι’ αυτό όταν ψά­χνουν να τον βρουν για να του αναθέσουν την διαποίμανση της πόλεως, έχει εντρυφύσει μέσα σ’ αυτή τη δυσκολία της πόλης, και ξε­φεύγει. Όχι από δειλία, αλλά η τόλμη. Ήταν η τόλμη εκείνη που τον αναγκάζει να προ­σπαθήσει να φέρει σε όλους στη γη με τη διδασκαλία του το ενάρετον βίωμά του και με την όλη γενικά παρουσία του.

Έρχεται όμως να δει την πραγματικότητα που λέγει ο Παύλος: ότι εμείς «ού το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το εκ του Θεού ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν». Πως μπορείς να έχεις πνεύμα σοφίας, πνεύμα γνώσεως, εάν προη­γουμένως δεν έχεις δημι­ουργήσει αυτή την προϋπόθε­ση, ώστε να λάβεις πνεύμα Θεού και εδώ οδηγεί τη σημε­ρινή κοινωνία ο Απόστολος και Άγιος Πέτρος. Γίνεται ο ίδιος φως και ζωή. Φωτίζων και διαπρέπων, και διαπαιδωγωγών τους τότε και τους νυν δια της Χάριτος του Παρτός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

 

Εκ των διασωθέντων βιο­γραφικών σημειωμάτων περί του Αγίου διακρίνουμε τα πρώτα άμεσα έπ’ αυτού ενερ­γήματα του Αγίου Πνεύματος, του Πνεύματος που αναζήτη­σε να ζήσει την ουσία του, αυτά ήτανε η σύνεσις. Να, τα χαρίσματα που απολαμβάνει: η σύνεσις, η σωφροσύνη, ο ενθουσιασμός, έλλαμψις, φω­τισμός, κατάνυξις, τουτέστιν η συγκίνησις επί των καθημε­ρινών προβλημάτων των αν­θρώπων και η θαυματουργική επί των καθημερινών προβλη­μάτων δύναμις κατά της επαγ­γελίας του Κυρίου, – δίδωμι την εξουσίαν κατά των πνευμάτων ακαθάρτων.

Δια­λύει τον διάβολον, γίνεται πραγματικά, υπέρτερος πά­σης άλλης δυνάμεως και έρχεται δια της θεραπευτικής αυτής ιδιότητος που του δί­νει ο Θεός να θεραπεύσει πάσαν νόσον και κάθε άλλη ανάγκη μέσα στον λαόν της Αργολίδος.

Οι σχέσεις του όμως με τον έτερον όσιον, τον Όσιον Θεοδόσιον, – γιατί υπάρχει και άλλη μια προσωπικότης που πρέπει να την αναφέρουμε, εκείνη την εποχή, εξ Αθηνών εκεί­νος ευρισκόμενος εις το Άργος. Γνωρίζουμε την ταλαιπωρίαν που υπήρχε. Το ότι ο Άγιος Πέτρος κατα­λαμβάνει την πλάνη του, το πόσο είχε πλανηθεί εναντίον εκείνου του ανδρός δεν είναι αξιοσημείωτο μό­νο αυτό το γεγονός.

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

Αλλά δεν στέκει στην ανακά­λυψη της πλάνης. Δεν λέει εγώ είμαι επίσκοπος και θα κάνω εκείνο που πρέπει να κάνω. Θα κάτσω εγώ με το μοναχό να ασχοληθώ; Όχι. Αλλά αφυπνίζεται το πλανηθέν πνεύμα του και ψά­χνει για την αλήθεια. Και βρίσκει την αλήθεια και αποκαθιστά, κάνει μία γενικώτερη ανασυγκρότηση όλων των δυνάμεων έπ’ αγαθώ του ποιμνίου του. Αλλά και για τους έχοντας ακόμη αυτή την νοσηράν γνώσιν περί Θεού, νοσηράς γνώσεις που ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα τους κατοί­κους, ιδιαίτερα της Πελο­ποννήσου (δεν θα έλεγα μόνο του Άργους, αλλά και μιας άλλης ομάδας ανθρώ­πων των μεγαλουπόλεων). Των ανθρώπων που νομί­ζουν ότι όλα προέρχονται εκ της μαγείας, ή δια της μαγείας μπορούμε να πετύ­χουμε, ή οτιδήποτε άλλο πρόβλημα.

Γι’ αυτούς λοιπόν που έχουν νοσηράν γνώσιν περί του Θεού και τους αναζη­τούντας τον Θεόν μέσω των κακών επιδράσεων, της τεχνικής, της μαγείας και των αποκρύφων μυστη­ριακών τελετουργιών της δαιμονολατρείας και του Σατανισμού που αντιμετω­πίζουμε σήμερα, δια των οποίων ασκείται – το μόνο που επιτυγχάνει και ο σατανισμός και η ειδωλολα­τρία- είναι η άμβλυνσιν της προσωπικότητας της αν­θρώπινης υποστάσεως. Και η διαφθορά, η γενική διαφθορά όλης της υποστά­σεως του ανθρώπου, δια των δήθεν επηγγελμένων μεταφυσικών λυτρωτικών δυνάμεων.

Ο Άγιος Πέτρος έρχεται και εδώ να μας μιλήσει. Να μας δείξει την οδό σωτη­ρίας και αληθείας, γνώσε­ως του Θεού. Και ο μόνος δρόμος είναι ο Ιησούς Χρι­στός. Διότι εκείνος είπε: «Εγώ ειμί η οδός, η ζωή και η αλήθεια». Ως άλλος Πλωτίνος, μέ­γας και εκείνος (ίσως ο Δα­ναός να χαίρεται που μιλά­με περί Πλωτίνου σήμερα του Πατριώτη του από την Αλεξάνδρεια) και ο μέγας εκείνος Πλωτίνος λέγει πως μπορείς να γνωρίσεις το Θεό; Δεν είναι μαγική υπόστασις ο Θεός για να μπορέσεις να τον ανεβά­ζεις και να τον κατεβάζεις, όποτε θέλεις να τον βλέπεις ή να τον διαγράφεις. «Ο γνωρίζων την οδόν θε­ωρεί τον Θεόν». Ο γνωρίζων την οδόν.

Άρα λοιπόν ο Άγιος Πέτρος έρχε­ται στο Άργος και δείχνει την οδόν. Οδός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτός ο Χριστός. Είναι ο Χριστός ο Κύριος της δόξας ο Θεάνθρωπος Ιησούς ο οποίος μπορεί να καθοδη­γήσει εις λιμένα σωτηρίας τον κάθε άνθρωπον. Έτσι λοιπόν έχουμε και σε αυτό το σημείο μαζί με τον Πλωτίνο, μαζί με τον ίδιο τον Άγιο Πέτρο, να μπορέσουμε να δούμε ότι η οδός η οποία παραμένει πραγματικά σωτη­ρία για τον άνθρωπο, είναι το πρόσωπο του Χριστού.

Σ’ αυτό το πρόσωπο όμως πρέ­πει ο άνθρωπος να πιστέψει. Εάν δεν προηγηθεί η πίστις -γι’ αυτό αναφέρεται και στο στιχηρό περί πίστεως του Αγί­ου Πατρός. Εάν δεν πιστέ­ψεις δεν μπορείς να επιτύ­χεις τίποτα. Η έννοια της πί­στεως στο πρόσωπο του Ιη­σού Χριστού και της διδασκα­λίας του προς στερέωσιν του δοκιμαζόμενου λαού και του ποιμνίου του και του σημερι­νού ανθρώπου εκφράζει την προσωπικήν συγκρότησιν και την πνευματικότητα του Αγίου Πέτρου και Ποιμενάρχου.

Ουδεμία άλλη έννοια πα­ρουσιάζει τόσον έντονον τον προσωπικόν της χαρακτήρα, όσο η έννοια της πίστεως κα­τά τον Άγιο Πέτρο. Η δύναμις της πίστεως του Ποιμενάρ­χου, όπως αυτή καταγράφε­ται εις το θαύμα του σιτισμού. Τον καιρό που έπεσε ο λιμός εις το Άργος – δεν πιστεύει μόνο ο Άγιος Πέτρος-  δεν εί­ναι πίστις ενός ανδρός, δεν γίνεται κάτι που συνέβη στην Παλαιά Διαθήκη με τον Προ­φήτη Ηλία. Αλλά εδώ, συγκλονίζεται ολόκληρος ο λαός, πιστεύει ο λαός και τρέ­χει με πίστη σαν νέος Ισραήλ να απολαύσει τη γλυκύτητα του Μάννα.

Το πιθάρι εκείνο του αγίου ανδρός που δεν σταματάει να δίδει συνέχεια τροφή σε κάθε πεινώντα. Έτσι λοιπόν ερχόμαστε να δούμε το πόσο βαθιά είναι η πίστις η δική του αλλά και η προσωπική πίστις εκάστου ανθρώπου που τρέχει προς αυτόν. Κάθε ασάφεια τηρεί  την έν­νοια της πίστεως η δυσκολία των ανθρώπων να πιστεύουν εις στας υπερφυσικάς αληθεί­ας, δεν σημαίνει παρά σύγχισιν ως προς την ιδιότυπον σχέσιν του πιστεύοντος προς τα πιστευόμενα. Η έννοια της πίστεως όμως αποτελεί καθολικόν φαινόμενον της ζωής όλων των ανθρώπων.

Η θρη­σκευτική όμως πίστις προβά­λει ως το κοινό γνώρισμα όλων των θρησκειών. Και σήμερα, έχουμε να αντιμετωπί­σουμε αυτό το μεγάλο πρό­βλημα. Είναι κοινωνικό; είναι τοπικό; είναι γενικό; Τι πρό­βλημα είναι αυτό; Αυτός ο φανατισμός, αυτή η μισαλλο­δοξία, αυτό το ότι: εγώ πι­στεύω το ακέραιον, το τέλειον, και εσύ δεν πιστεύεις τί­ποτα και πρέπει να εξαφανι­στείς, που βασίζεται; Ποιος Θεός το δέχεται; Ποια διδα­σκαλία το διδάσκει; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι με έστειλε ο Θεός να σκοτώσω, γιατί δεν πιστεύεις ότι πιστεύω εγώ.

Και σ’ αυτά τα κύ­ρια σημεία της εποχής μας έρχεται πάλι να δώσει απά­ντηση ο Άγιος Πέτρος. Θυμη­θείτε τους Αγαρηνούς, θυμη­θείτε τις επιθέσεις, θυμηθείτε το κάλεσμα και την πρόκληση προς ένδειξη αγάπης, θυμη­θείτε που δίνει τον εαυτόν του για να ελευθερώσει το σκλάβο, να προσπαθήσει να δει τον αδικούμενο, να τον σεβαστεί σαν άνθρωπο πρώτα-πρώτα και ύστερα αν θέλει να ακολουθήσει είναι δικό του καθαρά θέμα. Εδώ λοιπόν έρχεται το παράλογο της λογικής. Είναι το παράλογο αυτών που αντιμε­τωπίζουμε σήμερα λέγοντας σκοτώνω στο όνομα του Θε­ού.

Και όταν μπλέκεται μέσα στα γρανάζια της αναγκαιότητος, τότε πάλι δεν είναι Θε­ός. Δεν τον έχω ανάγκη, δεν τον πιστεύω, τον απορρίπτω. Και εδώ έρχεται, ακριβώς, να μιλήσει ο Άγιος Πέτρος. Έρχεται να δώσει τη σωστή έννοια της πίστεως. Ότι η σωστή η πίστις έχει μέσα της ελπίδα και αγάπη. Δεν μπορεί να εί­ναι πίστις νεκρά, εάν δεν πα­ρουσιάζεται μέσα από τα έργα. Και δεν είναι δικό του το δόγμα. Είναι ακριβώς μια ολόκληρη παράδοση την οποία φέρνει μέσα από την Καινή Διαθήκη.

Το υπόβαθρον της πίστεως των Χριστιανών είναι Ιησούς Χριστός και τού­τος εσταυρωμένος. Αυτό δέ­χεται και κηρύσσει ο Άγιος Πέτρος. Το υπόβαθρον αυτό είναι το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας και δια τούτο δεν συνεπάγεται, ούτε ψυχι­κό κορεσμό. Δεν μπορούμε να πούμε βαρέθηκα να πι­στεύω. Δεν έχει ο Χριστός ψυχικό κορεσμό. Δεν έχει ο Χριστός πνευματική εξοικίωσιν. Να κάνουμε τα πάντα ισο­πεδωμένα, μπολντόζα, καταστροφή των όλων. Όχι. Δεν έχει ο Χριστός απλώς και μό­νο μια ευκαιρία για να κατα­στρέψει τον άνθρωπο, αλλά να ανεβάσει τον άνθρωπο εις τα ύψη της τελειότητος.

Επίσης αυτή είναι ο ρυθμιστής της ζωής και της προσωπικότητας εκάστου ανθρώπου, μάλιστα δε των αξιωμάτων της Εκκλησίας. Δια της πίστεως αυτής νοούνται οι θείες αποκαλύψεις, ως ανταπόκρισις της θείας αγάπης, του Θεού προς τον άνθρωπο. Ο Θεός δι’ αγάπης και μέσω της αγάπης παρουσιά­ζεται στον άνθρωπο. Η δε εξέλιξις της αγιότητος είναι έλλαμψις αυτής της αγάπης. Ο Θεός δεν διδάσκει δια πυρός και σιδήρου, όπως λέ­γει το Ισλάμ να παρουσιάσεις και να επιβάλεις την πίστιν προς κάποιον άγνωστον Θεόν.

Ούτε ο Θεός είναι εκείνος που διδάσκει το Ιουδαϊκό δόγ­μα. «Θεός τιμωρός, εκδικη­τής, σκληρός, μισάνθρωπος, απάνθρωπος, οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Να έρχεται ο Θε­ός της Βίβλου αντιμέτωπος με τον άνθρωπο της γης. Εν τοι­αύτη περιπτώσει μια καινούρ­για μυθολογία νομίζω δεν εί­ναι της πνευματικής μας θέ­σεως να μπορέσουμε να την ακολουθήσουμε σήμερα. Κύριος Ιησούς Χριστός και τούτος ανεστημένος. Λυτρω­τής, Μεσίας, πράγματι Θεάν­θρωπος που μεταφέρει τον άνθρωπο να τον κάνει κατά χάριν Θεό.

Κατά τον Απόστο­λο Παύλο επίσης όπως λέει και ο Άγιος Πέτρος εκείνος που ενεργεί μέσα μας, κάθε προσπάθεια είναι ο Θεός. Γι’ αυτό λέει «Θεός εστίν ο ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας». Ακριβώς διότι ζούμε τη ζωή του Χριστού εις την Εκκλησίαν, η οποία Εκκλησία – ας μου επιτραπεί η παρένθεσις – δεν είναι σωματείο, ούτε οργάνωσις, ούτε απλό άθροισμα πιστών, αλλά αυτό τούτο το μετά την Ανάστασιν και την Ανάληψιν σώμα Χριστού. Το σώμα το οποίον είδαμε προ ολίγου. Το σώμα εκείνο που είπαμε: «γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος».

Το Σώμα το μελιζόμενον και μη διαιρούμενον το διδόμενον εις βρώσιν και πόσιν τοις πιστοίς εις ζωήν αιώνιον και εις άφεσιν αμαρτιών». Για τούτο ακριβώς δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί πίστις εις Χριστόν, άνευ της προσω­πικής εντάξεως εκάστου εις το πλήρωμα της Εκκλησίας. Όχι εις ομάδας και κομμάτι ή μερίδα της Εκκλησίας. Η ένταξις δε αυτή συντελείται δια της προσωπικής κοινω­νίας του ανθρώπου μετά της σαρκός και του αίματος του Ιησού Χριστού, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Και ουχί δια μιας απλής θεωρητι­κής αποδοχής της διδασκα­λίας του Χριστού. Εντάξει πι­στεύω ότι ο ένας Θεός, ένας Χριστός, μας είπε να είμαστε καλοί άνθρωποι, να κάνουμε καλά έργα κλπ.

Λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Μπορείς να βρεις πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι να κάνουν έργα καλά, αλλά μέσα τους να έχει φύγει το σπουδαιότερο έργο. Ποιο; το θείο. Ο Θεός. Όταν δεν υπάρχει μέσα στην καρδιά του τότε όλα τα άλλα είναι μια ενδυμασία που μπορεί σή­μερα να την κάνεις λαμπρά και αύριο να την βρωμίσεις. Όταν όμως έχεις το Θεό μέσα σου, τότε ακριβώς ξέρεις τι θα πει πίστις, και έργον και συνάφεια των δύο αυτών θεμάτων.

Η προσωπικότης του Αγίου Πέτρου, του Επισκόπου Άργους και Ναυπλίας, αποτε­λεί τρανό παράδειγμα προς μίμησιν και απόδειξιν προς τους αμφισβητίες κάθε επο­χής, ότι η δια της Χάριτος του Θεού περαιτέρω ανάπτυξη της πίστεως σημαίνει την επι­λεκτικότητα του ανθρώπου έναντι των αληθειών της θεί­ας αποκαλύψεως και την ικα­νότητα της προσωπικότητος του ανθρώπου προς αντανά­κλαση του φωτός των υπερ­φυσικών αληθειών, ώστε κάθε πιστός να υπομένει κάθε μέρα μία νέα μαρτυρία της συνεργείας μετά του Πατρός και της Χάριτος του Θεού και της Αγίας και Αδιαιρέτου και Ομο­ουσίου Τριάδος.

Εδώ ευρίσκε­ται και η πρόοδος της θεολο­γικής επιστήμης. Εάν ομιλού­με για θεολογική επιστήμη, πρόοδος και προοδευτικοί αγαπητοί μου, δεν είναι εκεί­νοι οι θεολόγοι οι οποίοι ανεβαίνουν πίσω εις την έδραν ενός σχολείου, να διδάξουν δηλούντες άθεοι. Δεν μπορεί να είσαι εκπρόσωπος της Εκκλησίας και να μην έχεις πί­στη εις την καρδιά σου. Και οι Πατέρες μας και ο Άγιος Πέ­τρος αυτό έρχεται να μας δεί­ξει. Προηγείται η προσωπικό­της της διδασκαλίας. Και προηγείται της διαποιμάνσεως του ποιμνίου η προσωπι­κότης του Αγίου Πέτρου. Δεν μπορεί ο θεολόγος να είναι και άπιστος.

Άρα λοιπόν δεν είναι πρόοδος αυτή. Δεν είναι οι  θεολόγοι η πρόοδος. Αλλά είναι καταστροφική της προ­σωπικότητος του ανθρώπου επιδημία. Η πρόοδος της θεο­λογικής επιστήμης ευρίσκε­ται μέσα στη ζωή της Εκκλη­σίας. Η οποία πρόοδος όμως δεν σημαίνει ούτε αλλαγήν, ούτε διόρθωσιν της Ορθοδό­ξου ημών Πίστεως έπ’ ευκαι­ρία της συζητήσεως που είχα­με περί των βημάτων του Οι­κουμενικού Πατριαρχείου. Δεν σημαίνει καθόλου κατα­στροφή και άρνηση της Ορθο­δόξου πίστεως. Αλλά είναι κά­τι βαθύτερο.

Σημαίνει απλώς ανάπτυξη και πρόοδο της πνευματικότητος, της προσω­πικότητος, της συνειδήσεως του ελεύθερου ανθρώπου στο να αποδεχθεί και να βιώσει την χάριν της αλήθειας της Εκκλησίας εις την μέθεξιν, πρόκλησιν προς μέθεξιν της Αγίας Τριάδος. Στην ζωή της Εκκλησίας του Χριστού. Της Εκκλησίας ως μόνης θεματοφύλακος των Μυστηρίων της Πίστεως, δια των οποίων βιούται υπό του πληρώματος, όχι μόνο η αλήθεια της πίστεως, αλλά και όλοι οι ιστορικοί πρόοδοι της θεολογικής αυτών ανα­πτύξεως και προόδου.

Σεβασμιώτατοι, αγαπητοί μου φίλοι, κυρίες, κύριοι. Σας κούρασα πιστεύω. Έκλεψα πολύ το χρόνο της αγάπης σας και θέλω να σας ευχαριστήσω για την υπομο­νή αυτή. Ο άνθρωπος σήμερα, αναγνωρίζει και ομολογεί δια της πίστεως του, τον Ιησού Χριστόν ως προσωπικον Σω­τήρα και Λυτρωτήν την δε Εκκλησίαν ως το σώμα του Ιη­σού Χριστού δια της οποίας και ο ίδιος καθίσταται οργανι­κό μέλος του σώματος αυτού. Ο χριστιανός, σήμερα, κάθε ηλικίας, κάθε τάξεως, βλέπει και ανακρίνει εις την ζωήν της Εκκλησίας τα πάντα. Υποκείμεθα προς έλεγχο. Βλέπει και ανακρίνει τα πάντα εις την ζωήν της Εκκλησίας.

Γιατί ο ίδιος είναι κατά την Ορθόδοξον αντίληψη, μέλος αυτού του σώματος που λέγε­ται Εκκλησία. Έτσι λοιπόν ανάλογα με τη βοήθεια που του έχουμε δώσει εμείς, για να δημιουργηθεί αυτή η προ­σωπικότητά  του, βλέπει και κρίνει τα εγκόσμια και υπερκόσμια, τα θεία και τα ανθρώ­πινα, υπό το πρίσμα της αγά­πης του θεού. Όχι του εισαγ­γελέως, και όχι του δημοσίου κατηγόρου. Αλλά όλα μέσα στην αγάπη του Χριστού, της οποίας και ο ίδιος είναι μέλος. Καυχάται, διότι απολαμβάνει τη θαλπωρή αυτής της αγά­πης, δια της χάριτος των Αγίων και δια τη μεγαλειότη­τα της δόξης του Θεού και Πατρός.

Έτσι διδάσκει και ο Άγιος Παύλος. Ο Πιστεύων και διακρινόμε­νος για την προσωπικότητα και πνευματικότητά του άν­θρωπος, διακρίνεται όχι από τη βία, όχι από τον φόνο, όχι από τον πόλεμο, όχι από την αδικία, ή οποιαδήοποτε άλλη δύναμη του κακού, αλλά εκ της αναγνωρίσεως του θελή­ματος του Θεού, εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού που είναι μία Τριάδα. Η Τριάδα την οποία ζει ο Άγιος Πέτρος. Δι­δάσκει και παραδίδει σε μας ο Απόστολος Παύλος. Μηνύει δε, μόνον τι; Πίστις, Ελπίς, Αγάπη.

Read Full Post »

Ποιμήν θαυμαστός και θείον καταφύγιον και λίχνος του Άργους εχρημάτισας


  

Με ιδιαίτερη λαμπρότητα εορτάστηκε κι εφέτος η Μνήμη του Φρουρού και προστάτη της πόλης του Άργους, Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους, του Σημειοφόρου και Θαυματουργού.

Με την εντυπωσιακή παρουσία χιλιάδων πιστών, που προσήλθαν για να τιμήσουν τον «Μέγα εις την ταπείνωσιν, μέγα εις την αρετήν και την αγιότητα, μέγα εις την γραφίδα και τον λόγον, μέγα ως επίσκοπο της επαρχίας μας και αστέρα ολόκληρης της Ορθοδοξίας» και παρουσία τοπικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, την παραμονή (2α Μαΐου) τελέστηκε μέγας πολυαρχιερατικός εσπερινός υπό την χοροστασία του Μητροπολίτη Πατρών κ. Χρυσοστόμου και αμέσως μετά ακολούθησε η λιτάνευση των Αγίων Λειψάνων και της Αγίας εικόνας Του, ενώ το φιλόχρηστο πλήθος παρακολούθησε με θρησκευτική κατάνυξη την πομπή.  

Την επομένη, κυριώνυμον (3η Μαΐου) τελέστηκε πανηγυρική πολυαρχιερατική θεία λειτουργία, χοροστατούντος του Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευσταθίου και με την παρουσία των Μητροπολιτών: Αργολίδος κ. Ιακώβου, Άρτης κ. Ιγνατίου, Περιστερίου κ. Χρυσοστόμου, Πατρών κ.  Χρυσοστόμου, Κορίνθου κ. Διονυσίου  και των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων Επιδαύρου κ. Καλλινίκου και Ανδρούσης κ. Θεοκτίστου.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, πραγματοποιήθηκε στο Σύλλογο Αργείων ο «ΔΑΝΑΟΣ» εορταστική Συνεδρία με θέμα: «Άγιος Πέτρος – Επίσκοπος Άργους, Σημειοφόρος και θαυματουργός» που οργάνωσε για δεύτερη χρονιά ο καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου, με την οργανωτική ευθύνη του Πρωτοπρεσβύτερου και Προϊσταμένου του Ναού π. Γεωργίου Σελλή και με ομιλητές εξέχοντες επιστήμονες.

Το πρόγραμμα είχε ως εξής:

Μουσική εισαγωγή. Ένα πιάνο και μια κιθάρα, κράτησαν μελωδική συντροφιά στο πολυπληθές ακροατήριο ενώ στη συνέχεια εψάλησαν Εορταστικοί Ύμνοι από την Χορωδία του Καθεδρικού Ιερού Ναού  Αγίου Πέτρου υπό  την διεύθυνση του κ. Γιάννη Χαβιαρλή.               

Την εκδήλωση χαιρέτισαν ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος και ο Αντιδήμαρχος Άργους κ. Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος.   Την έναρξη των εργασιών κήρυξε ο Πρωτ/ρος π. Γεώργιος Σελλής.    Το πρώτο μέρος συντόνισε ο κος Γεώργιος Στείρης, Λέκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής   Πανεπιστημίου Αθηνών.                   

           

Η πρώτη ομιλήτρια κα Ειρήνη Χριστινάκη- Γλάρου. Διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην γλαφυρή και μεστή ομιλία της, ανέπτυξε το θέμα: “Η σύννομος ψηλάφηση του Ιερού Προσώπου και η κανονική ανακήρυξη της Αγιοσύνης Του κατά την Ορθόδοξη παράδοση’’.

Στην συνέχεια ο λόγος εδόθη στον κ. Παναγιώτη Πανταζάκο. Επίκουρο Καθηγητή του       Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος στην μεθοδική και τεκμηριωμένη ομιλία του ανέπτυξε το θέμα:‘‘Ιωακείμ και Άννα, ονειδισμού ατεκνίας. Παιδιά θαύματα του Θεού. Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους και η Παντοδυναμία του Θεού’’.

O Συντονιστής κ. Στείρης, έκλεισε το πρώτο μέρος της Συνεδρίας με σύντομη  αναφορά του στα συμπεράσματα που προέκυψαν.

Μετά το πέρας του πρώτου μέρους, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος απένειμε αναμνηστική πλάκα, σε ένδειξη αγάπης και εκτιμήσεως της τοπικής εκκλησίας, στους τρεις εκλεκτούς επισκέπτες – ομιλητές.

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε, με την απονομή επαίνων σε μαθητές της Α΄βάθμιας και Β΄βάθμιας Εκπαίδευσης Αργολίδος που συμμετείχαν και διακρίθηκαν στον μαθητικό διαγωνισμό με θέμα « Ο ναός στη ζωή μας ». Την πρωτοβουλία αυτή χαιρέτισε μα θερμούς λόγους ο Διευθυντής της Α΄βάθμιας Εκπαίδευσης κ. Αγγελόπουλος, ενώ την διαδικασία συντόνισε με μεγάλη επιτυχία η κα Δήμητρα Μποζιονέλου.  

Είθε η μυροβόλος και ιαματική αύρα του Αγίου, μας περιβάλλει και μας προστατεύει σε ολόκληρη την ζωή μας.

Read Full Post »

ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Την Δευτέρα 3ην  Μαΐου 2010 τελούμε την εορτήν του Πολιούχου και Προστάτου μας Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους του Θαυματουργού.

Το εσπέρας της παραμονής Κυριακή 2αν  Μαΐου και ώρα 7.30 μ.μ. εις τον Καθεδρικόν Ιερόν Ναόν Αγίου Πέτρου θα ψαλεί Μέγας Αρχιερατικός Εσπερινός και την 9.15 μ.μ. θα γίνει η λιτάνευσις των Ιερών Λειψάνων και  της Ιεράς Εικόνος διά των κεντρικών  οδών, παιανιζούσης της Δημοτικής Φιλαρμονικής  Άργους.

Την ημέρα της εορτής θα τελεσθή Πολυαρχιερατική  Θεία Λειτουργία, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου  μετά των ευγενώς αποδεχθέντων την πρόσκλησιν  του, Σεβασμιωτάτων Αρχιερέων.

Προσκαλείσθε όπως προσέλθετε, ίνα τιμήσωμεν μετά του οφειλομένου σεβασμού την Ιεράν μνήμην του Φρουρού και Προστάτου των Αργείων και αντιλήπτορος πάσης Αργολίδος, ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.

                                          

 ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

ΤΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ  Ι. Ν. ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

 

Read Full Post »

Επίσκοπος Επιδαύρου Καλλίνικος


 

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κορομπόκης) γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1967 στο Άργος. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών (1991) και της Θεολογικής Σχολής Αθηνών (1996). Εκάρη μοναχός (28-7-1991), χειροτονήθηκε διάκονος (18-8-1991) και πρεσβύτερος (13-10-1996) από τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβον.

Διηκόνησε την Ιεράν Μητρόπολην Αργολίδος ως Ιεροκήρυκας ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτην και συγγραφήν της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της αυτής Μητροπόλεως.

Η Σεπτή Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου, τον εξέλεξεν βοηθόν Επίσκοπον της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, με τον τίτλον της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Επιδαύρου (14-10-2009).

Η χειροτονία του εις Επίσκοπον τελέσθηκε στον Καθεδρικόν Ιερόν Ναόν του Αγίου Πέτρου Άργους, από τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ.κ. Ιερώνυμον και πλειάδα Αρχιερέων (26-10-2009).

Στις 7 Οκτωβρίου 2016 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης.

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Σημειοφόρος και Θαυματουργός (852 – 922)


 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Ο βίος και τα έργα του Αγίου Πέτρου, αποτελούν περίλαμπρο μνημείο που μαρτυρά την Εκκλησιαστική Δόξα της τότε Αγιωτάτης Επισκοπής Άργους. Είναι όντως πολύεδρος, πολύτιμος λίθος που εκπέμπει φως σωτηρίας και λαμπρύνει την όλη ιστορία της πόλης μας.  Ο «από βρέφους Κυρίω ανατεθείς» Πέτρος, εγεννήθη εις το ένδοξο Βυζάντιο. Ιερός και άγιος πόθος να υπηρετήσει τον Κύριο και Θεό του, είχε κατακυριεύσει την ψυχή και την διάνοια του. 

Πρώτος ο Παύλος, ο πρωτότοκος της οικογένειας επιλέγει την οδό της ένθεης διαβίωσης. Την οδό των στερήσεων, των δοκιμασιών, της προσευχής και της προσφοράς. Ακολουθεί ο Διονύσιος και κατόπιν οι Γονείς και η νεαρή αδελφή τους, δεχθέντες το θείο κάλεσμα, επέλεξαν την οδό της θυσίας, της αυταπάρνησης, και  « ήγαγον τον Σταυρόν της μοναχικής πολιτείας ακολουθήσαντες τον Χριστό».  Λίγο αργότερα νεαρώτατος κατά την ηλικία ο Πέτρος μετά του μικρότερου αδελφού του Πλάτωνος « καταλιπόντες τον κόσμον και τον οίκον αυτών απήλθον εις ερημικούς τόπους, τη ασκήσει και τη νηστεία και ταις προσευχαίς δουλεύοντες τω Κυρίω». Εγκαταλείπουν την περιουσία τους και τις ανέσεις που αυτή τους διασφάλιζε, και επιλέγουν τον τραχύ αλλά ωραίο αγώνα της μοναστικής ζωής.

Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του, τον καθιστούν πρότυπο στην μοναστική κοινότητα. Οι συνομήλικοι του τον αγαπούν και τον έχουν ως πρότυπο. Επιδιώκουν να τον μιμηθούν. Εκείνος, πάντοτε εύχαρις και μειλίχιος, αναλαμβάνει τις πιο σκληρές και ταπεινές εργασίες, ενισχύοντας την ταπεινοφροσύνη και την υπομονή του.  Στις συγκεντρώσεις και τις συντροφιές  εκφράζει με σοβαρότητα και ευφράδεια μοναδική, τις μεγάλες αλήθειες της πίστης επικαλούμενος ρητά ή αποφθέγματα των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Η υπομονή, η καρτερικότητα, η αυστηρή ασκητική ζωή, η συνεχής προσευχή τον οπλίζουν με γαλήνη, δύναμη και εγκράτεια.

« το κάλλος και η λαμπρότης της ψυχής αυτού εγίγνοντο κατάδηλα και επί του σώματος, του οποίου η ωραιότης θαυμασίως απέστιλβε, διότι είχε, κατά τον αυτόπτην μαθητήν, και το σχήμα και το βάδισμα και το βλέμμα, και το μειδίαμα αξιοθαύμαστα.». 

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, Ιεράρχης σοφός  και λόγιος, πληροφορείται τα χαρίσματα, την αξιοσύνη και την ευσέβεια του Μοναχού Πέτρου και επιθυμεί να τον τιμήσει με τον βαθμό της Αρχιερωσύνης. Ο κενός Αποστολικός  θρόνος του Μητροπολίτη Κορίνθου θεωρείται από τον Πατριάρχη ως η κατάλληλη ευκαιρία. Καλεί τον Πέτρο και του εκφράζει την επιθυμία του αυτή. 

Ο Πέτρος, «το επικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», αρνείται κατηγορηματικά. Μετά την άρνηση του, ο Πατριάρχης προσφεύγει στον μεγαλύτερο αδελφό του Παύλο, το οποίον και καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου.

Παρά τις συνεχείς αρνήσεις του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης δεν σταματά να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχτεί την Αρχιερωσύνη, την οποία από ταπεινοφροσύνη αυτός μονίμως αρνείται. Για να αποφύγει τις πιέσεις και να μην πικράνει «εν τη αγαθή και αγία προσπαθεία του» τον Πατριάρχη, μεταβαίνει στην Κόρινθο, κοντά στον αδελφό του. Αλλά η θεία χάρις καταδιώκει τον Πέτρο. Χηρεύει η θέση της επισκοπής Άργους και Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται  προς τον Μητροπολίτη Κορίνθου Παύλο, ζητούντες επιμόνως ως επίσκοπο της περιοχής τους τον Πέτρο.

Επιμένουν, ικετεύουν και  ισχυρίζονται ότι αρτιμελή νήπια πεθαίνουν αβάπτιστα και πολλοί πεθαμένοι θάβονται χωρίς να ψαλλεί η σχετική ακολουθία. Επιτυγχάνουν τελικά, καμφθέντος του Αγίου, να αποδεχτεί την θέση του επισκόπου.

  

Επίσκοπος Άργους  

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ως επίσκοπος, υπήρξε «λύχνος επί την λυχνίαν φαίνων πάση τη οικία της περιοχής Αυτού ου μην αλλά και εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος Αυτού και εις τα πέρατα της Οικουμένης τα ρήματα Αυτού». 

Όταν, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, «Λοιμός επίεζε την του Πέλοπος επί τοσούτω δε ταύτην επεβόσκετο και κατέτρυχεν, ως και τας οικίας, και στενωπούς και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και το ύπαιθρον εμπλησθήναι νεκρών » ο Άγιος « περιήρχετο τας οδούς συλλέγων τους θνήσκοντας, ανορθών τους επιδεομένους, κηδεύων ως συγγενής και προστάτης, τους εις οίκους νεκρούς». 

Στήριξε κλονιζομένους, έθρεψε πεινώντας, Λύτρωσε αιχμαλώτους από τους πειρατές, προστάτευσε αδυνάτους ως η διωκόμενη κόρη υπό τινος Στρατηγού, θεράπευσε δαιμονιζομένους, εβάπτισε απίστους, δίδαξε αδιαλείπτως λόγω και έργω.

Το έτος 920 και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία, ασθενής κατά το σώμα αλλά ισχυρός κατά το πνεύμα και την πίστη, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και μετέσχε τοπικής Συνόδου, που είχε συγκαλέσει ο Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.

Ο αείμνηστος Ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμος αναφέρει:

«Διήγεν ήδη ο μακάριος Πέτρος το εβδομηκοστόν έτος της ηλικίας αυτού και ενέμενε στερρώς εις την εκ νεότητος τακτικήν της ασκήσεως, μη αποσπώμενος αυτής ούτε ένεκα του γήρατος, ούτε ένεκα της κατατριχούσης αυτόν νόσου. Προσήγγισε τέλος ο υπ΄αυτού προσδοκώμενος χρόνος, επλησίασαν αι δι΄αυτόν ποθηταί ημέραιτου θανάτου τον οποίον είχε προγνωρίσει κατά θαυμαστόν τρόπον, ως προεγνώρισε και την μετ΄ολίγα έτη γενομένην καταστροφήν της Πελοποννήσου υπό των βαρβάρων. Αφού δε εγνώσθη ότι ο μέγας ανήρ ασθενεί, αθρόα συνέρρεον τα πλήθη των πόλεων και κωμών, παρήσαν δε και μοναζόντων αγέλαι, και των μοναζουσών η κοσμιότης και των παρθένων η σεμνότης διαλάμπυσα εις την όψιν και των γυναικών η σωφροσύνη και νέοι και γέροντες, ίνα πάντες ίδωσι δια τελευταίαν φορά την γλυκυτάτην εκείνην μορφήν και ακούσωσι την μέλι στάζουσα φωνήν και λάβωσι την ευλογίαν του αγίου ποιμενάρχου αυτών».

Εκείνος, επί τριήμερον νουθετεί γαλήνια και ήρεμα τα πνευματικά του τέκνα. Τα συμβουλεύει  να επιζητούν την μέλλουσα ζωή, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους. Η φωνή του εξασθενεί. Ευλογεί όσους βρίσκονται δίπλα του και με νεύματα τους παρακαλεί να αποχωρήσουν.

Γράφει ο μαθητής του:

 «Και ημάς δε τους περί αυτόν τω Θεώ αναθείς και μικρόν καθ΄εαυτόν υποψιθυρήσας και τον σταυρόν τω προσώπω περιγραψάμενος και ιλαρόν επιβλέψας, γεγανωμένω και χαίροντι εοικώς ώσπερ υπομειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα».

Και φεύγει για τις αιώνιες πολιτείες  του ανεσπέρου φωτός.

Τότε:

» Και πάλιν ηθροίζετο τα πλήθη και συστήματα ιερά, και χοροί μοναστών περιστάντες το ιερόν εκείνο σώμα ύμνοις εγέραιρον και ψαλμοίς., και τον ιεροφόρον άραντες σκίμποδα υποβασταζόντων ιερέων δια μέσης της πόλεως υπό λάμπασιν ήεσαν άδοντες. Και περί δείλην οψίαν υποστρέφοντες το θείον της Θεοτόκου κατειλήφεσαν τέμενος και της ιεράς τελετής και μυσταγωγίας τελουμένης- ειωθός τούτο επι τοις ερχιεύσι γίνεσθαι- αθρόον φωτί το πρόσωπον περιλάμπετο του θείου ανδρός και λεπτός αυτώ περιερρείτο ιδρώς και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον, ωσεί ζών και υπνών». 

Επί 500 χρόνια, ο Άγιος αναπαύεται στην ιερή Αργειακή γη. Από τους Ουρανούς προστατεύει ως ο καλός ποιμήν το ποίμνιον του, « ο την Ψυχήν Αυτού θείς υπέρ των προβάτων».

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Την 21η  Ιανουαρίου του 1421  ξημερώνει αποφράς ημέρα για τους Αργείους. Ο Επίσκοπος των Καθολικών Secundus Nani ( Σιγουντονάνης ) δίδει εντολή να ανοίξουν τον τάφο του Αγίου. Η βάρβαρη ιεροσυλία πραγματοποιείται δυστυχώς από Χριστιανούς ( κατά το θρήσκευμα αλλά σκληρούς κατακτητές, κάτω από τους οποίους στενάζει η Πατρίδα. Οι Λατίνοι επίσκοποι είναι οι κρατούντες, εκδιωχθέντων των Ορθοδόξων.)  

«Όταν ήνοιξαν τον τάφον εκείνον, εγένετο σεισμός εν τω τόπω και εξήλθεν ευωδία πλείστη και ο τάφος πεπληρωμένος φωτός και τα τίμια λείψανα σεμνώς κατακείμενα, α και λαβόμενοι τινές των πιστών εγένοντο πολλαί ιάσεις».

Δαιμονισμένος επί χρόνια πλησιάζοντας, θεραπεύεται και άλλου το παράλυτο και στρεβλωμένο χέρι αποκαθίσταται αμέσως.

Τα Άγια λείψανα παραλαμβάνει ο Λατίνος Επίσκοπος – διαβάζουμε στον Ιωάννη Ζεγκίνη – και τα μεταφέρει στο Ναύπλιο, γιατί όπως αναφέρει ο συγγραφέας του, « βραχέος χρονικού» στις 17 Δεκεμβρίου του 1420, ημέρα Τετάρτη, εγένετο χειμών φοβερός, πλήθος αστραπών και βροντών και εχάλασεν ο νάρθηκας του Αγίου Ανδρέως, και ηνεώχθησαν αι πύλαι της εκκλησίας, και μνημεία ηνεώχθησαν και η καμπάνα έπεσε και σημεία εγένοντο εις τους τοίχους και εις τας πύλας ως από ξίφους».  

Αργότερα τα Άγια λείψανα μεταφέρθηκαν στην Ρώμη.

Βαθύτατη επιθυμία Κλήρου και Λαού, ήταν η επιστροφή του Αγίου στην πόλη στην οποία «….κατώρθου δια της σκαπάνης του λόγου να εκριζώνει πάθη χρόνια και ανίατα, άτινα υπήρχον  ερριζωμένα εν ταις καρδίαις πολλών των του κλήρου και του λαού….».

Μετά από άοκνες προσπάθειες όλων των Αρχιερέων της Μητροπόλεως Αργολίδος, ο Θεός αξίωσε – επί Αρχιερατείας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου  κ.κ. Ιακώβου Β΄ – τα Άγια Λείψανα του Αγίου να επιστρέψουν στην πόλη του Άργους, στις 21 Ιανουαρίου 2008. Η μνήμη του τελείται στις 3 Μαΐου.

  

Τσάγκος Αναστάσιος.

 

Πηγές


  • Χρήστος Παπαοικονόμος, «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα 1908.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 49, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 10, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 369-371.
  • Νικόδημος Αγιορείτης, «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού», τόμ. Β’, Αθήνησι 1868, σελ. 127-128.
  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.
  • P. Enrico Rickenbach, «Storia e scritti di S. Pietro d΄ Argo», Tipografia del cav. V. Salviucci, Roma 1899.
  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, Βίος Και Λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος 1976.

 

Read Full Post »

Older Posts »