Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αλβανικό’

Δικτατορία του Μεταξά – 4 Αυγούστου 1936


  

Ιωάννης Μεταξάς

Ως στρατιωτικός ο Ιωάννης Μεταξάς, (Ιθάκη 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα 29 Ιανουαρίου 1941), διακρίθηκε από τις σπουδές του κιόλας στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου. Συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς, ενώ από το 1903 είχε τοποθετηθεί στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού, συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων.

Από νωρίς συνδέθηκε φιλικά με τη  βασιλική οικογένεια και όταν το 1910 ο Γεώργιος Α’ διόρισε πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο Κρητικός του προσέφερε τη θέση του πρώτου υπασπιστού του. Έτσι, ο Μεταξάς έγινε ο σύνδεσμος μεταξύ Βενι­ζέλου και ανακτόρων. Η ρήξη μεταξύ τους ήρθε το 1915, όταν ο Μεταξάς με την παραίτησή του μετέπεισε τον Κων­σταντίνο A’ ως προς την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων. Ο Βενιζέλος δεν τον συγ­χώρεσε ποτέ και, το 1917, τον εξόρισε στην Κορσική από όπου γύρισε ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία.

Όταν στις 25 Μαρτίου 1921 οι Πρωτοπαπαδάκης, Θεοτόκης και Γούναρης του προσέφεραν τη θέση του αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας, ο Μεταξάς αρνήθηκε. Από το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο ΓΕΣ, με το οποίο προεξοφλούσε την ήτα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στην Ιωνία. Στις 12 Οκτωβρίου 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων. Μετά τη δικτατορία Πάγκαλου, κατά την οποία φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε, συμμετείχε στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου 1926. Κατέλαβε 51 έδρες και διορίστηκε υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Αργότερα υπηρέτησε και ως υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Τσαλδάρη. Ωστόσο, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, οι Ελευθερόφρονες σημείωναν όλο και χειρότερες επιδόσεις. Όταν το 1936 κατέλαβαν επτά έδρες, όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της. Ο Γεώργιος Β’ όμως είχε διαφορετική άποψη. 

  

Η υπονόμευση του κοινοβουλευτισμού

 

Τα πολιτικά πάθη, αποτέλεσμα της μακροχρόνιας έχθρας βενιζελικών και αντιβενιζελικών, υπονόμευσαν και α­ποδυνάμωσαν τον κοινοβουλευτισμό και οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο. Τον Νοέμβριο του 1935, μετά τη διεξαγω­γή «νόθου» δημοψηφίσματος, ο Γεώργιος Β’ επανήλθε στον θρόνο της Ελλάδας. Η παλινόρθωση της βασιλείας, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1935, εγκαινίασε μια δραματική σειρά γεγονότων που κατέληξαν στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Μετά την ε­πιστροφή του, ο Γεώργιος αποπέμπει τον Κονδύλη και αναθέτει τον σχημα­τισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Δεμερτζή, ενώ την 26η Ιανουαρίου διε­ξάγονται άψογες εκλογές που αναδει­κνύουν ισοδύναμες τις δύο μεγάλες παρατάξεις, με ρυθμιστή το Παλλαϊκό Κόμ­μα (δεσπόζουσα δύναμη το ΚΚΕ).

Όταν γίνεται γνωστή η μυστική συμφωνία (σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα) μεταξύ των Φιλελευθέρων και του ΚΚΕ, προ­καλούνται αναταράξεις στις ένοπλες δυ­νάμεις που δυσαρεστούν τον Γεώργιο, ο οποίος αποπέμπει τον Παπάγο από το Υπουργείο Στρατιωτικών και στη θέ­ση του διορίζει τον Ιωάννη Μεταξά.

Ιωάννης Μεταξάς – Γεώργιος Β΄

Με­τά τον θάνατο του Δεμερτζή, στις 13 Απριλίου, ο Μεταξάς αναλαμβάνει και τα καθήκοντα του πρωθυπουργού, ε­νώ στις 27 Απριλίου λαμβάνει ψήφο ε­μπιστοσύνης από τη Βουλή. Στις 8 Μαΐου, κατά τη διάρκεια καπνεργατικών διαδηλώσεων, ξέσπασαν τα γεγο­νότα της Θεσσαλονίκης που κατέληξαν στις πλέον βίαιες συγκρούσεις ανάμε­σα στους απεργούς και τη χωροφυλα­κή, στη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν δώδεκα διαδηλωτές. Η ανακοίνωση για γενική απεργία στις 5 Αυγούστου 1936 προσέφερε στον Μεταξά, «ελέω του Γεωργίου Β’», την απαιτούμενη δικαιολογία για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, που ήταν το επιστέγασμα μιας σειράς εσωτερικών πολιτικών «ανωμαλιών» και αποτελούσε, σύμφωνα με τον Γεώργιο, μια «δυσάρεστη ανα­γκαιότητα».

Τα παραδοσιακά κόμματα, αποδυναμωμένα από τις έριδες και στε­ρημένα από τους ηγέτες τους (οι Κον­δύλης, Τσαλδάρης, Δεμερτζής και Βε­νιζέλος όλοι πέθαναν μέσα σε σύντο­μο χρονικό διάστημα) ήταν ανίκανα να κινητοποιήσουν τον λαό, που, κουρα­σμένος και απογοητευμένος από τους πολιτικούς, παρέμεινε απαθής. Εξάλλου, οι ιθύνουσες τάξεις είδαν στο πρόσω­πο του Μεταξά τον εκφραστή των συμ­φερόντων τους και τον εγγυητή ασφάλειάς τους έναντι του «επερχόμε­νου» κομμουνισμού. Παράλληλα, η θέση του Μεταξά διευκολύνθηκε την εποχή αυτή από τη διεθνή συγκυρία.

Η κομμουνιστική απειλή φάνταζε, το 1936, πολύ μεγαλύ­τερη από την κρίση του κοινοβουλευ­τισμού στην Ευρώπη και την επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού. Τα καθεστώτα αυτά και οι εκφραστές τους ασκούσαν μια περίεργη γοητεία στους πληθυσμούς των ευρωπαϊκών κρατών, που παρακολουθούσαν με θαυμασμό τη νέα πειθαρχημένη δύναμη του ναζισμού και την προβολή του «χα­ρισματικού» αδιαφιλονίκητου ηγέτη του, Αδόλφου Χίτλερ, να προβάλλονται μέσα από τα βραβευμένα προπαγανδι­στικά φιλμ της Ρίφενσταλ, στα πολυ­πληθή ακροατήρια των μεγάλων ευ­ρωπαϊκών πόλεων.

Ο κομμουνιστικός κίνδυνος, υπό το φάσμα του ισπανικού εμφυλίου που μόλις είχε ξεσπάσει, α­νησυχούσε πολύ περισσότερο τους Ευρωπαίους, απ’ ό,τι η κατάληψη της αποστρατιωτικοποιημένης Ρηνανίας από τον Χίτλερ το 1936, και η αυξανο­μένη επιθετικότητα του Μουσολίνι, με­τά την εισβολή στην Αιθιοπία. Έτσι λοιπόν το διεθνές κλίμα και η έκρυθμη εσωτερική πολιτική κατά­σταση, που διευκολύνονταν από την έλλειψη εμπιστοσύνης του Γεωργίου προς τα αστικά πολιτικά κόμματα, «ευνοούσαν» την εγκαθίδρυση της Δι­κτατορίας. Γεγονός που επιβεβαιώνε­ται και από τις «χλιαρές» αντιδράσεις – με εξαίρεση το κίνημα των Χανίων – που εκδηλώθηκαν εναντίον της 4ης Αυ­γούστου.

 

Απολυταρχικό καθεστώς με λαϊκίστικες τάσεις και πρακτικές

  

Οι πρώτες ενέργειες του καθεστώτος, μετά την άρση των θεμελιωδών άρ­θρων του Συντάγματος και την κα­τάργηση της ελευθερίας του Τύπου, ο οποίος κατέστη προπαγανδιστικό ερ­γαλείο του καθεστώτος, με αντάλλαγμα πολλά προνόμια, ήταν η καταστολή του κομμουνιστικού κινδύνου, αλλά και του κομματικού κοινοβουλευτι­σμού, που αποτελούσαν τη «διπλή τυ­ραννία» του τόπου. Οι αθρόες συλ­λήψεις και οι εκτοπίσεις των αντι­φρονούντων, αλλά και οι αποτελε­σματικοί μηχανισμοί που αφορού­σαν την καθιέρωση του Πιστοποιη­τικού Κοινωνικών Φρονημάτων και των Δηλώσεων Μετανοίας (που α­νήλθαν σε 47.000, όταν η δύναμη του ΚΚΕ ήταν περίπου 15.000) εξουδετέ­ρωσαν κάθε εσωτερική απειλή και έ­δωσαν τη δυνατότητα στον Μεταξά να υλοποιήσει τα σχέδιά του.

 

Ο Ιωάννης Μεταξάς κατά την διάρκεια εκδήλωσης των Ταγμάτων Εργασίας. Στην κορυφή της σκάλας, ο Κώστας Κοτζιάς – ασκεπής με το καπέλο στο αριστερό χέρι – υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης. Στο ίδιο σκαλοπάτι με τον κυβερνήτη, δεξιότερα, ο γενικός διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών του καθεστώτος, Κωστής Μπαστιάς. Φωτογραφία: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.

 

Πρωταρχικός σκοπός του καθεστώτος ήταν η ίδρυση ενός «Νέου Κράτους» που θα βασιζόταν στις υπέρτατες αξίες και στα ιδεώδη που είχαν πλέον χαθεί και θα οδηγούσε στην «Αναγέννηση της Ελλάδος» και στη δημιουργία του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» που ήταν συνέχεια του Αρχαίου και του Βυζαντινού. Η έλλειψη λαϊκής βάσης ο­δήγησε τον Μεταξά, μιμούμενο ξένα φασιστικά και ναζιστικά πρότυπα, στην ίδρυση και οργάνωση ενός πα­νίσχυρου οργανισμού νεολαίας, της EON, που συμπεριέλαβε το σύνολο σχεδόν του νεανικού πληθυσμού της χώρας και αποτέλεσε το αποτελε­σματικότερο μέσον, αλλά και αποδέ­κτη της μεταξικής ιδεολογίας και προπαγάνδας, βασικότερο στοιχείο της οποίας αποτελούσε η λατρεία προς τον Ηγέτη, Ιωάννη Μεταξά.

 

Κοινωνική πολιτική

  

Φαλαγγίτισσες της «Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας» παρελαύνουν στη λεωφόρο Βασ. Όλγας, κατά τη διάρκεια εορτασμού της 4ης Αυγούστου.

Ωστόσο, παρά τις πρακτικές και τα χαρακτηριστικά των φασιστικών κα­θεστώτων που υιοθέτησε, η 4η Αυ­γούστου δεν ταυτίστηκε ποτέ με τη φασιστική ιδεολογία αλλά παρέμεινε ένα απολυταρχικό καθεστώς με φι­λολαϊκές τάσεις που συχνά οδηγούσαν σε λαϊκίστικες πρακτικές. Ο Μεταξάς, όπως συχνά προκύπτει μέσα από το ημερολόγιό του και τις ομιλίες του, ή­θελε να είναι ο ηγέτης του λαού και προστάτης των οικονομικά ασθενέ­στερων. Στο πλαίσιο αυτής της πα­τερναλιστικής στάσης που χαρακτή­ρισε ολόκληρη τη διακυβέρνηση του «χαρά μου οι φτωχοί και τα παιδιά», εφάρμοσε ένα εκτεταμένο πρόγραμ­μα κοινωνικής πολιτικής για την α­νακούφιση των ασθενέστερων τάξε­ων, όπως οι αγρότες και οι εργάτες. Τα πιο σημαντικά μέτρα στον τομέα της αγροτικής πολιτικής ήταν η ρύθ­μιση των αγροτικών χρεών, η μετα­βίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας της γης και η κατάργηση της φορολογίας στο ελαιόλαδο.

Τα μέτρα για τους εργάτες περιε­λάμβαναν την καθιέρωση των συλ­λογικών συμβάσεων εργασίας και την αναγκαστική διαιτησία μεταξύ ερ­γατών και εργοδοτών, ενώ εφαρμό­ζεται ο νόμος για την κοινωνική α­σφάλιση με την ίδρυση του ΙΚΑ. Πα­ράλληλα, καθιερώνεται το οκτάωρο, καθορίζεται κατώτερο ημερομίσθιο και λαμβάνονται μέτρα για βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και τον έλεγχο των ενδημικών νόσων με σημαντική αύ­ξηση στις δαπάνες υγείας.

 

Στρατιωτική θωράκιση για τον επερχόμενο πόλεμο

 

Η σημαντικότερη ωστόσο προσπάθεια του καθεστώτος επικεντρώθηκε από την αρχή στην αμυντική θωράκιση της χώρας. Δεμένος στο «παραδοσιακό άρμα» της φιλοβρετανικής εξωτερικής πολιτικής, παρά τη γερμα­νική του παιδεία και την οικονομική εξάρτηση της χώ­ρας από τη Γερμανία, ο Μεταξάς αναζήτησε, μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής ουδετερότητας που του επέβαλαν η γεωπολιτική και η στρατιωτική του θεώρηση, στη Βρετανία, τη μεγαλύτερη ναυτική Δύναμη, τον σύμ­μαχο απέναντι στην αυξανόμενη ιταλική επιθετικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την Αιθιοπική Κρίση και τη συμμετοχή της Ελλάδας στις οικονομικές κυρώσεις κατά της Ιταλίας.

Παράλληλα άρχισε η μεγά­λη στρατιωτική και ψυχολογική προετοιμασία της χώ­ρας για την αντιμετώπιση πιθανής εισβολής από την Ιταλία, αλλά και τη Βουλγαρία, με την κατασκευή εντυπωσιακών οχυρωματικών έργων, όπως η Γραμμή Μεταξά και η ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού, ενώ είχε αρχίσει και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αυτάρκειας και εξοικονό­μησης αγαθών.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρή­κε την «ουδέτερη» Ελλάδα αμυ­ντικά προετοιμασμένη και απο­φασισμένη να αντισταθεί, ενώ εί­χε κηρυχθεί από τον Απρίλη του 1939 μερική επιστράτευση. Οι ιταλικές προκλήσεις ε­ναντίον της Ελλάδας το καλοκαίρι του 1940 είχαν ως αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του ευδρόμου «Έλλη» στην Τήνο στις 15 Αυγούστου. Η εμπλοκή της Ελλά­δος στον πόλεμο ήταν πια βεβαία.

  

Πλήρης σύμπνοια

 

Το πρωινό της 28ns Οκτωβρίου 1940, στην οικία του Ιωάννου Μεταξά στην Κηφισιά άρχισε να γράφεται μια από τις πλέον ένδοξες σελίδες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Η άρνηση του Μεταξά, «Alors c’est la guerre», να υποκύψει στις ιταλικές διεκδικήσεις απορρίπτοντας το ιταλικό τελεσίγραφο που του επέδωσε ο Γκράτσι δεν ήταν προϊόν στιγμιαίας εθνικής έξαρσης, αλλά, όπως προκύπτει από τις προσωπικές του και κρατικές μαρτυρίες, μια ώριμη, μελετημένη, ιστορική απόφαση η οποία οδήγησε την Ελλάδα σε στιγμές με­γαλείου και δόξας.

Ο ελληνικός λαός, ενωμένος, βρι­σκόταν για πρώτη ίσως φορά σε πλήρη σύμπνοια με τον αρχηγό του καθώς ξεχυνόταν στους δρόμους πα­νηγυρίζοντας με αληθινό ενθουσιασμό και εθνική υ­περηφάνεια. Ο Ιωάννης Μεταξάς πέθανε στις 29 Ια­νουαρίου 1941, «εν πλήρει δόξη», και η απώλειά του την κρίσιμη αυτή στιγμή απεδείχθη τραγική, δημι­ουργώντας μεγάλο στρατιωτικό και πολιτικό κενό. Η έλλειψη ικανού διαδόχου σε συνδυασμό με την ήττα και τη γερμανική κατοχή αναζωπύρωσαν τα πολιτικά πάθη του παρελθόντος οδηγώντας τη χώρα στον κα­ταστροφικό εμφύλιο.

 

Μαρίνα Πετράκη

Ιστορικός – Ερευνήτρια

Επιμέλεια: Στέφανος Χελιδόνης

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Η Δικτατορία του Μεταξά», Κυριακή 7 Μαρτίου 2010.

Read Full Post »