Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Μπουμπουλίνα – Ο αφορισμός της από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ και η συμμετοχή της στην Επανάσταση


 

Πολλά έχουν γραφεί για τη ζωή και την εθνική δράση της ονομαστής Μπουμπουλίνας, μιας από τις ενδοξότερες ηρωίδες της ελληνικής ιστορίας. Ένα ακόμη κείμενο στα τόσα άλλα γι’ αυτήν δεν θα προσέφερε τίποτε το καινούργιο, αν δεν διανθιζόταν με ανέκδοτα και – φυσικά – άγνωστα στοιχεία. Το άρθρο αυτό, του Ηλία Παπαθανασόπουλου, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη»,  έχει πολλά τέτοια στοιχεία, ώστε να δίνεται μια νέα και πρωτότυπη σύνθεση του θέματος «Μπουμπουλίνα».

 

Άνοιξη του 1771 στην Κωνσταντινούπολη. Σ’ ένα από τα ανήλια και υγρά κελιά των φυλακών εκεί κλαίει την μοίρα του και ο Υδραίος πλοίαρχος Σταυριανός Πινότσης. Τον συνέλαβαν την ώρα που άραξε με το καράβι του στο λιμάνι, με την βαριά κατηγορία, πως τάχα πήρε μέρος στην πριν δύο χρόνια επανάσταση του Ορλώφ. Από τα πολλά βασανιστήρια το κανδήλι του τρεμοσβήνει. Στο χαροπάλεμά του πήγε κοντά του, για να γλυκάνει τις ύστερες στιγμές του, η νιόπαντρη γυναίκα του Σκεύω, κόρη του Υδραίου ναυτικού Κόκκινη. Για να φθάσει ως εκεί, να τον δει, θα πλήρωσε, ασφαλώς, μεγάλο «μπαξίσι». Τώρα, θέλεις από τους κόπους και τις ταλαιπωρίες, θέλεις από την λύπη και την συγκίνηση την έπιασαν οι ωδίνες του τοκετού και μέσα εκεί στην φυλακή, στις 11 Μαΐου, έφερε στον κόσμο ένα ροδοκόκκινο κοριτσάκι. Το βάφτισε και του έδωκε το όνομα Λασκαρίνα ένας άλλος φυλακισμένος, ο άρχοντας και πολέμαρχος της Μάνης Παναγιώτης Μούρτζινος.

Μάνα και κόρη, έρημες, γύρισαν στην Ύδρα. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στις Σπέτσες, όπου η Σκεύω ξαναπαντρεύτηκε, το 1776, τον πρόκριτο του νησιού και πλοίαρχο Δημήτριο Λαζάρου, με τον όποιο χάρισε στην Λασκαρίνα οκτώ αδέλφια: έξη αγόρια και δύο κορίτσια,

Από τα μικρά της χρόνια η Λασκαρίνα με πάθος αγάπησε την θάλασσα. Μαζί με τον πατριό της, τ’ αδέλφια της και τους άλλους νησιώτες, που όλοι την  αγαπούσαν, έμαθε να κρατά κουπί και τιμόνι και να κυβερνά κάθε σκαρί, μικρό ή μεγάλο, στο ψάρεμα ή σε φιλικούς αγώνες. Στα δεκαεφτά της χρόνια παντρεύτηκε τον τολμηρό και φημισμένο Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα. Σε μια, όμως, τρομερή σύγκρουση με Αλγερινούς πειρατές, κοντά στα Ισπανικά παράλια, ο Γιάννουζας ακολούθησε στον βυθό το πλοίο του, που αύτανδρο βυθίσθηκε στα 1797.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

Η Λασκαρίνα, χήρα, με τρία παιδιά, τον Γιάννη, τον Γιώργη και την Μαρία, ξαναπαντρεύτηκε στα 1801 τον πλούσιο επίσης Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Μπούμπουλη, με τον όποιο απέκτησε άλλα τρία παιδιά: την Σκεύω, την Ελένη και τον Νικόλα.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Πολλοί μελετητές μιλούν για τρία παιδιά τα οποία απέκτησε η Μπουμπουλίνα από το γάμο της με το Δημήτριο Μπούμπουλη, παραλείποντας το τέταρτο, τον Ιωάννη. Η Μπουμπουλίνα είχε ήδη από τον πρώτο γάμο της με το Γιάννουζα ένα γιο με το όνομα Ιωάννης, το Γιάννο Γιάννουζα που σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά στο Άργος. Το ίδιο και ο άντρας της, ο Δ. Μπούμπουλης είχε γιο Ιωάννη από τον πρώτο γάμο του. Μας προβληματίζει το γεγονός της ύπαρξης τριών παιδιών με το ίδιο όνομα στην οικογένεια. Δηλαδή ενώ ζούσαν τα παιδιά τους που έφεραν το όνομα αυτό, (ο καθένας είχε κι από ένα με το όνομα αυτό από πρώτο γάμο), γιατί να βγάλουν Ιωάννη κι άλλο; Η οικογένεια Μπούμπουλη αποδέχεται την εκδοχή των τεσσάρων παιδιών της Λασκαρίνας και του Μπούμπουλη. Ανδρέα Κουμπή «Σπετσιώτες Ναυμάχοι», Τόμος Β’, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Σπέτσες, 2007].

Έτσι, η άξια Λασκαρίνα μεγάλωνε εννέα παιδιά, γιατί ο Μπούμπουλης είχε άλλα τρία από τον πρώτο του γάμο: μια κόρη, τον Παντελή και τον Γιάννη. Μα και στον δεύτερο γάμο της η Λασκαρίνα υπήρξε άτυχη. Ο Μπούμπουλης σε μια ναυμαχία με δύο γαλλικά καταδρομικά, τα όποια εξέλαβαν το πλοίο του για πειρατικό, σκοτώθηκε στις 10 Μαΐου 1811. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821 – Θεόδωρος Ι. Δαρδαβέσης, Καθηγητής Τμήματος Ιατρικής, Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Υγείας Α.Π.Θ.


 

Εισαγωγή

 

Η περίοδος της Οθωμανικής καταδυνάστευσης, παρά τη μακραίωνη διάρκειά της, υπήρξε για την ομαδική συνείδηση των υπόδουλων Ελλήνων μια διαρκής προσωρινότητα, μέσα στην οποία καλλιεργήθηκε η μόνιμη αιτιολογία της εθνικής παλιγγενεσίας και η απελευθερωτική ιδεολογία των αλυτρώτων.

Το όραμα για την επανασυγκρότηση του δικαιούχου κράτους που καταλύθηκε το 1453 με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, υπήρξε όχι μόνο παθητική μνήμη συντήρησης της ιδέας της ελευθερίας, αλλά και ενεργητική υπενθύμιση ενός ανοιχτού λογαριασμού, που περνούσε από γενεά σε γενεά και όταν ευνοούσαν οι τρέχουσες συγκυρίες, εκδηλωνόταν ως εξέγερση.

Στα τετρακόσια χρόνια της Τουρκοκρατίας έχει καταγραφεί αξιοσημείωτος αριθμός εξε­γέρσεων ποικίλης εμβέλειας, οι οποίες ανεξάρτητα από την ατυχή έκβασή τους λειτούργησαν ως πεδία ζύμωσης αξιών και συσσώρευσης εμπειριών, που συνέτειναν στο έπος του απελευθερωτικού αγώνα του 1821 και στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

 

Μεταφορά τραυματία από τη μάχη. Άγνωστος ζωγράφος. Λάδι σε μουσαμά, 60 x 50 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Για την επιτυχή έκβαση ενός απελευθερωτικού αγώνα της σημασίας και της διάστασης της ελληνικής επανάστασης του 1821 απαραίτητες προϋποθέσεις υπήρξαν, αφενός η ψυχική προετοι­μασία των υπόδουλων Ελλήνων και αφετέρου η δημιουργία της ενδεδειγμένης υποδομής, που αφο­ρούσε, μεταξύ άλλων, στη συγκρότηση αξιόμαχων δυνάμεων, στην εξασφάλιση πόρων και εφοδίων και στην οργάνωση επιμελητείας.

Η ανάπτυξη των χερσαίων στρατιωτικών δυνάμεων είχε ως βάση τα σώματα των κλεφτών και των αρματολών, ενώ οι ναυτικές δυνάμεις οργανώθηκαν σταδιακά με την μετατροπή των σιτοκάραβων [1] της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών σε πολεμικά πλοία. [2] Η εξασφάλιση πόρων και εφοδίων υπήρξε αρχικά ευθύνη της Φιλικής Εταιρείας [3] και στη συνέχεια των συγκροτηθέντων αρ­χών της επανάστασης, όπως της Πελοποννησιακής Γερουσίας, του Αρείου Πάγου και άλλων. [4]

Οι συνεχείς, όμως, προσπάθειες και πρωτοβουλίες στήριξης της επανάστασης με τη δημιουρ­γία οργανωτικών δομών και την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων, δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Επετειακή μελέτη για τα 190 χρόνια από το μυστηριώδη θάνατο του Λόρδου Βύρωνα (1788−1824)


 

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τις θεωρίες που σχετίζονται με το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα, με κυρίαρχη αυτή της ελονοσίας. Το ιατρικό προφίλ του Βύρωνα συνίστατo σε επαναλαμβανόμενες εμφανίσεις πυρετικών κρίσεων, οι οποίες αναδύουν τη θεωρία της υποτροπιάζουσας χρόνιας ελονοσίας. Επί πλέον, τα στοιχεία από τα βρετανικά ιατρικά αρχεία των Ιονίων Νήσων σχετικά με την ενδημική φύση της ασθένειας στη δυτική Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αυξάνουν την πιθανότητα μιας εκ νέου μόλυνσης κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του Βύρωνα. Το παράδειγμα των χρόνιων πυρετών του Βύρωνα αναδύει ένα σύγχρονο ιατρικό πρόβλημα, τη διάγνωση της εισαγόμενης ελονοσίας από ταξιδιώτες ή μετανάστες και την ανάγκη λήψης λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού, το οποίο θα θέσει την υποψία της ελονοσίας στη διαφορική διάγνωση.

 

Λόρδος Βύρωνας: Ταγματάρχη Πάρρυ, τι νομίζεις ότι μου συμβαίνει; Οι γιατροί

δεν γνωρίζουν την αρρώστιά μου; Τι θα μου έκανε καλό;

Ταγματάρχης Πάρρυ: Το μπράντυ Λόρδε μου! Μόνο το μπράντυ μπορεί να σε σώσει!

Julius Millingen

«Οι τελευταίες ημέρες του Λόρδου Βύρωνα»

Λονδίνο 1831

 

  1. Ο Λόρδος Βύρωνας και η Ελληνική Επανάσταση

 

Ο Βρετανός ποιητής, πολιτικός και φιλέλληνας, Λόρδος George Noel Gordon Byron,  γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788 στο Λονδίνο και απεβίωσε κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824.

 

Λόρδος Βύρωνας, χαλκογραφία των G. Sanders και Ε. Finden (1827). Μια προσωπογραφία του ποιητή, σε νεαρή ηλικία. Έχει την υπογραφή του και αφιέρωση στον εκδότη του John Murray.

 

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 κέρδισε γρήγορα τη συμπάθεια των Ευρωπαίων διανοούμενων, αλλά όχι και των πολιτικών. Σύμφωνα με το πολιτικό πνεύμα του Συνεδρίου της Βιέννης (1814−1815) μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, οι επαναστάσεις των λαών αποτελούσαν απειλή για τις μοναρχίες των ευρωπαϊκών χωρών και διατάραξη του πολιτικού status quo της εποχής. Το ελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου ιδρύθηκε στις 3 Μαρτίου 1823 με πρωτοστάτη τον Sir John Bowring (Σερ Τζον Μπάουριγκ) και συμπεριέλαβε στις τάξεις του σημαίνοντα μέλη της βρετανικής αριστοκρατίας.

 

Sir John Bowring (Σερ Τζον Μπάουριγκ 1792-1872), έργο του B.E. Duppa’s, γύρω στα 1850, λιθογραφία. Ιδρυτής του Ελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου το οποίο συστάθηκε στις 3 Μαρτίου 1823, με κύριο σκοπό την υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Sir John Bowring ήταν Βρετανός πολιτικός, οικονομολόγος, πολύγλωσσος συγγραφέας και ο 4ος Κυβερνήτης του Χονγκ Κονγκ.

 

Το Κομιτάτο του Λονδίνου, αν και άργησε να ιδρυθεί σε σχέση με τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών πόλεων (Μαδρίτη, Στουτγάρδη, Μόναχο, Ζυρίχη, Βέρνη, Γένοβα, Παρίσι, Μασσαλία), κατόρθωσε ωστόσο τάχιστα να συλλέξει χρήματα, όπλα και φάρμακα για τους Έλληνες. Όταν το Κομιτάτο αναζητούσε ηγέτη για την αποστολή στην Ελλάδα, ο Βύρωνας βρισκόταν στην Ιταλία και είχε εμπλακεί στην επανάσταση των αντιμοναρχικών Καρμπονάρων. Στα μάτια της συντηρητικής Ευρώπης, ο Βύρωνας αποτελούσε δυνητικά μια πηγή κινδύνων για τις κυβερνήσεις λόγω των επαναστατικών ιδεών του, αλλά πολλοί δεν ελάμβαναν σοβαρά τις ενέργειές του πιστεύοντας ότι επρόκειτο για άλλη μια νεανική τρέλα του εκκεντρικού ποιητή με τον έκλυτο και ταραχώδη προσωπικό βίο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κατάσκοπος της ιταλικής αστυνομίας, Luigi Torelli, στην έκθεσή του με τίτλο Arcana politicae anticarbonariae: «Ο φημισμένος ποιητής, Λόρδος Βύρωνας, αν δεν είχε τη φήμη του τρελού, θα έπρεπε να παρακολουθείται από τις αστυνομίες όλης της Ευρώπης!».[1] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το ξεκίνημα της Επανάστασης του ’21 στην Ερμιονίδα | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

«Τα καριοφίλια του 21 κελαηδούν και πάλι στην εθνική μνήμη. Οι λαμπρές ώρες της φυλής ξαναζωντανεύουν. Χορός μυθικός στήνεται με πελώρια βήματα από το σκοτάδι στο φως, από τα δεσμά στη λευτεριά, από τη Σταύρωση στην Ανάσταση. Η Ιστορία χαράζει την πύρινη τομή της στο σώμα του Γένους. Η ρωμιοσύνη ξεσηκώνεται, καθώς η μοίρα της το προστάζει. Ψυχές πυρακτωμένες ακολουθούν κι ένα μεθύσι νίκης ευλογημένο αρχίζει.

Ο άνθρωπος του μέτρου συναντά τον άνθρωπο της υπέρβασης του κανόνα. Εκεί στο φαινομενικά ακατόρθωτο, όπου αγιάζεται το αίμα, ηρωοποιείται η θυσία και ο θάνατος δοξολογείται και δοξάζεται».

«Σήμερον τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί». Σήμερα ο Αρχάγγελος Γαβριήλ το «Χαίρε Κεχαριτωμένη» στην Παρθένα ψάλλει και το ελπιδοφόρο μήνυμα του Ευαγγελισμού κομίζει. Σήμερα ο Δεσπότης Γερμανός το «Ελευθερία ή Θάνατος» βροντοφωνάζει και οι διψασμένες καρδιές των Ελλήνων λυτρωτικά δέχονται το άγγελμα του αγώνα. Η πίστη στο Θεό, ο έρωτας της λευτεριάς και στα πεπρωμένα της φυλής αστράφτουν και φεγγοβολούν, όπου ελληνική ψυχή και ακόμη παραπέρα.

Σελαγίζει και στον Κάτω Ναχαγιέ! Οι προπάτορές μας ακούν το πολεμικό σάλπισμα. Χωρίς δισταγμό παίρνουν τα λιανοτούφεκα, ζώνονται τα γιαταγάνια και ορμούν για το «ποθούμενο», «δια θρησκείαν και πατρίδα», κατά το λόγο του Μακρυγιάννη. Άνδρες και γυναίκες δίνουν γονατιστοί τον όρκο πρώτα στο «Γκούρι Βιτόρεσε» και αμέσως μετά στο Μοναστήρι της Κοιλάδας.

Ο αοίδιμος Μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων Καρανικόλας στο βιβλίο του «Το Κρανίδι, κομμάτια από τη χαμένη ιστορία του» αναφέρει:[1]

 

«Η επανάσταση στο Κρανίδι κηρύχθηκε στις 27 Μαρτίου 1821, με προτροπή του Κρανιδιώτη Γκίκα Μπόταση, που ήλθε στην πόλη από τις Σπέτσες και ξεσήκωσε τους κατοίκους. Πιθανότατα την ίδια μέρα κήρυξαν την επανάσταση και οι Σπετσιώτες. Ήταν τη χρονιά αυτή, η εβδομάδα του Λαζάρου. Στην Ερμιόνη, το Καστρί, όπως λεγόταν τότε, που είχε πληθυσμό με τους γύρω συνοικισμούς περίπου 2.000 κατοίκους, η επανάσταση κηρύχθηκε τις δυο πρώτες ημέρες του Απριλίου».

 

Ήδη από τις 25 Μαρτίου είχε ορισθεί ως αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων των Κατωναχαϊτών ο κληρικός παπα-Αρσένης Αναστασίου Κρέστας ή Κρέστης.[2]

«Σήμερον την 25η Μαρτίου 1821 διορίζομεν γενναίον αρχηγόν των στρατιωτωτικών δυνάμεων Αργολίδος (εννοεί την Ερμιονίδα) τον Αρσένιον Κρέσταν…», σημειώνεται στην εντολή του διορισμού του. Την υπογράφουν από την Ύδρα οι: Αναστάσιος Μπότασης, Ιωάννης Ορλάνδος, Ιωάννης Μέξης, Γεώργιος Κουντουριώτης, Λάζαρος Κουντουριώτης και Γκίκας Μπότασης.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Την 1η Απριλίου σε ειδική συνεδρίαση της Δημογεροντίας και των προκρίτων του Κρανιδίου, ύστερα από πρόσκληση του παπα – Αρσένη, ανακοινώθηκε επίσημα η κήρυξη της Επανάστασης των καπεταναίων της Πελοποννήσου ενάντια στον τουρκικό ζυγό. Ακολούθησε γενικό πολεμικό προσκλητήριο και τις επόμενες ημέρες έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών.[3]

Στις 4 Απριλίου, λίγο προτού ξεκινήσουν τον άνισο αγώνα, τα στρατεύματα συγκεντρώθηκαν στο «Γκούρι Βιτόρεσε», την «Πέτρα της Βιτόρας», την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή «Πέτρα της Νίκης» και έδωσαν τον όρκο τους. Στο μέρος αυτό τούς οδήγησε με τους θερμούς φιλοπατριωτικούς του λόγους, ο παθιασμένος για τη λευτεριά ιερωμένος αρχηγός τους. Στο σχετικό έγγραφο που δημοσιεύεται στο βιβλίο του μακαριστού Παντελεήμονα αναφέρονται τα εξής:[4]

 

«Εις τον δρόμον της Κοιλάδος επί του λίθου τούτου (Γκούρι Βιτόρεσε) το 1821 τη 4η Απριλίου όταν οι προπάτορές μας εξεστράτευσαν κατά των βαρβάρων της Εθνικής υποδουλώσεως όπου διέτρεχαν τον έσχατον των κινδύνων, ζωή, τιμή και περιουσία, έδωσαν χείρας και κατόπιν εγένετο ο αγιασμός και εξεβρόντησαν (έκαναν ομοβροντία όπλων) γονατιστοί άνδρες και γυναίκες στο λεγόμενο αλβανιστί Γκούρι Βιτόρεσε».

 

Σύμφωνα με τοπική παράδοση που μου διηγήθηκε ο παπα-Γκίκας Παπαδημητρίου, εφημέριος στον Ι. Ν. των Εισοδίων (Κάτω Παναγία) στο Κρανίδι, προηγήθηκε Θεία Λειτουργία στον Ι. Ν. της Σύναξης της Θεοτόκου (Πάνω Παναγία). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πρόσωπα και γεγονότα στην Εθνανάσταση του 1821 στον Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα)  Τεύχος  Α’ & Β’ – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

«Η μελέτη της τοπικής ιστορίας, σε αντίθεση με τη γενική ιστορία που ασχολείται με το μακρινό και απαιτεί σημαντική αφαιρετική ικανότητα, προσφέρει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να διεισδύσει στο δυσδιάκριτο και νεφελώδες παρελθόν μέσα από το απτό, να έλθει σε επαφή με τα τεκμήρια της ιστορίας του τόπου (παλαιότερα μνημεία, αρχεία, κτίσματα, εργαλεία άλλων εποχών, συνήθειες και τρόπους ζωής, σύγχρονα έργα, τοπικούς θρύλους κ.λπ.)».

Με βάση την παραπάνω θέση και με αφορμή τον εορτασμό της δισεκατονταετηρίδας της Ελληνικής Παλιγγενεσίας του 1821 κυκλοφόρησε, σε δύο τεύχη, το βιβλίο μας με τίτλο: «Πρόσωπα και γεγονότα της Εθνανάστασης του 1821 στον Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα)».

Σε μια προσπάθεια εμπλουτισμού της τοπικής Ιστορίας στο έργο μας αυτό παραθέτουμε ιστορικά στοιχεία που προέρχονται από έρευνα των αυθεντικών πρωτογενών πηγών καθώς και από την καταγραφή προφορικών παραδόσεων.

Το βιβλίο βρίσκεται στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου από τις βιβλιοθήκες Ερμιόνης και Κρανιδίου καθώς και από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Πρόσωπα και γεγονότα στην Εθνανάσταση του 1821 στον Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα)

 

Περιεχόμενα: Τεύχος Α’

 

  • Εισαγωγή
  • Το ξεκίνημα της Επανάστασης του ’21 στην Ερμιονίδα
  • Όταν ο μύθος συναντά την ιστορία
  • Μια καμπάνα αλλιώτικη απ’ τις άλλες!
  • Νικόλαος Γαλάτης
  • Ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Π. Βούλγαρης
  • 12 Μαΐου 1821: Η μάχη στο Βαλτέτσι
  • Η ανάφλεξη, το καράβι – ι – μαδ (μεγάλο) και το Μπουρλότο της Ερμιόνης
  • Η Ερμιόνη και το Κρανίδι έδρες της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος
  • Το συλλυπητήριο γράμμα της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος προς την Παρασκευή χήρα Αθανασίου Κανακάρη
  • Η οικονομική οφειλή του αγιορείτη μοναχού
  • Η θανατηφόρα επιδημία της πανώλης στην Ερμιόνη το 1824
  • Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη
  • Ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ και η διέλευσή του από την Ερμιόνη και το ΚρανίδιΦιλονικία περί της έδρας της Συνελεύσεως
  • Η «αξιολόγηση» των παραστατών αρχιερέων της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (Ερμιόνη – Τροιζήνα)
  • Αδριανός Ι. Μήτσας
  • Γιάννης και Σταμάτης Μήτσας: Οι ηρωικοί οπλαρχηγοί της Ερμιόνης στην Επανάσταση του 1821
  • Σταμάτης Αδριανού Μήτσας: «Η ιστορική και έντονα συγκινησιακή του ομιλία από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων»
  • Ο θάνατος του Σταμάτη Αδρ. Μήτσα
  • Τα κειμήλια των Μητσαίων
  • Η ηρωική οικογένεια των Μητσαίων
  • 30 Νοεμβρίου 1822: Η άλωση του Παλαμηδίου
  • Από τη Σαλαμίνα στο 21
  • Φωτογραφίες
  • Βιβλιογραφία
  • Πηγές
  • Βιβλία – Άρθρα

(περισσότερα…)

Read Full Post »

1821-2021: Σκέψεις ενός απλού Έλληνα


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο σημείωμα του Δρ. Θανάση Φροντιστή θέμα:

«1821-2021: Σκέψεις ενός απλού Έλληνα».

 

Βαφτίστηκα στην κολυμπήθρα το ’21. Ήπια το αθάνατο  κρασί του ’21. Κολύμπησα μέσα στα ήρεμα τώρα νερά της ιστορίας μου. Όπως μου τη δίδαξαν οι δασκάλες και οι δάσκαλοί μου στο Δημοτικό, όπως μου την περιγράψανε τα παραμύθια του παππού μου, όπως μου τη ζωγράφισαν οι καθηγητές μου στο Γυμνάσιο με το αίμα των αγωνιστών. Με γέμισε υπερηφάνεια και θάρρος ο Θούριος του Ρήγα, τα κρυφά μηνύματα της Φιλικής Εταιρίας, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Με φώτισαν οι δαυλοί του μπουρλοτιέρη Κανάρη, μου έδωσαν υπερηφάνεια οι αυτοθυσίες του Διάκου και του Παπαφλέσσα και οι ηρωισμοί του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη.  Με πόνεσε το άδικο τέλος του Νικηταρά. Μου έδωσαν όμως σιγουριά τα θεμέλια της Πατρίδας που έβαλε ο Καποδίστριας. Έγραψα στη μνήμη μου την ανεκτίμητη προσφορά των γνήσιων Φιλελλήνων.

 

Ο Ανδριάντας του Αθανάσιου Διάκου. Εφημερίδα «Νέος Αριστοφάνης», 1895. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Φουστανέλες και Χλαμύδες: Ιστορική μνήμη και Εθνική ταυτότητα 1821-1930».

 

Μη ταράζετε λοιπόν τώρα, δυο αιώνες αργότερα,  τα ήρεμα νερά της ιστορίας μου. Μη ξεθεμελιώνετε τα πετρωμένα βάθρα των αγαλμάτων μου. Μη ψάχνετε, κύριοι καλαμαράδες, πίσω από τις οξείες και τις περισπωμένες των άγιων γραφών της Επανάστασης  για να βρείτε πατήματα για αχρείαστες και βλαβερές παρερμηνείες.  Αν ήσασταν εσείς τότε  εκεί, δεν θα ήμουνα εγώ τώρα εδώ. Αφήστε λοιπόν την ιστορία μου ήσυχη. Αφήστε εκείνους που πολέμησαν και θυσιάστηκαν ήσυχους στους τάφους τους. Μη λερώνετε και μην ταράζετε τη μνήμη τους. Αυτή έχει γερά θεμέλια. Και, έστω κι αν κάποια λιθάρια στραβόπιασαν, το οικοδόμημα της συλλογικής μας μνήμης δεν θα καταφέρετε να το γκρεμίσετε. Αν διέπραξε ατιμία ο Γκούρας γκρεμίζοντας  τον Ανδρούτσο από το  βράχο της Ακρόπολης, μη προσπαθείτε να γκρεμίσετε εσείς τώρα και τη δική μου μνήμη. Δεν θα το καταφέρετε. Τα παλίμψηστα του ’21 μου τα έχουν διηγηθεί όλα!  Με τις λεπτομέρειες , όπως συμβήκαν. Γι’ αυτό  βαφτίστηκα στην κολυμπήθρα του ’21 κι αναστήθηκα Έλληνας.

Χρόνια μας Πολλά συν-Έλληνες!

 

Θανάσης Φροντιστής

Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών συγγραφέας

26/3/2021

Read Full Post »

Από Πρωτόκολλο σε Πρωτόκολλο… η 25η Μαρτίου 2021!


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» επίκαιρο άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα:

 

«Από Πρωτόκολλο σε Πρωτόκολλο… η 25η Μαρτίου 2021!»

 

Greece shall form an independent State,

and shall enjoy all the rights, political,

administrative, and commercial,

attached to complete independence.

[The London Protocol of 3 February 1830].

 

Στις 3 Φεβρουαρίου 1830, το πρώτο άρθρο του Πρωτοκόλλου που υπογράφουν οι αντιπρόσωποι της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, καθορίζει την ελληνική ανεξαρτησία και τα σύνορα του νέου κράτους. Η συμβολική διάσταση ενός τέτοιου γεγονότος είναι τεράστια και ιδιαίτερη, επίσης, καθώς αποτελεί επιβράβευση ενός εννιάχρονου συλλογικού αγώνα και ταυτόχρονα επιβράβευση του προσωπικού αγώνα της μεγάλης αυτής προσωπικότητας, του Κυβερνήτη Καποδίστρια, που σε λίγους μήνες δεν θα υπάρχει πια!

 

Η Ελλάς θέλει σχηματίσει εν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά τα προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν. [Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830].

Βεβαίως, οι ιστορικές συγκυρίες ήταν θετικές για την έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης ακόμη και κυρίως τη στιγμή που ο επιθανάτιος ρόγχος της δεν άφηνε καμία αμφιβολία για το τέλος της. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου (20-10-1827) έδωσε το απαραίτητο οξυγόνο στην ετοιμοθάνατη επανάσταση και δημιούργησε τις προϋποθέσεις της πολυπόθητης ανεξαρτησίας για μια κοινωνία αφανισμένη από τον όλεθρο των συγκρούσεων.

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία σε χάραξη του W. Heath. Λονδίνο, 1828.

 

Φτάνοντας στο λιμάνι του Ναυαρίνου στις 4 Μαρτίου 1829 ο Α. Ντιβάλ, αξιωματικός του γαλλικού στρατού, σημειώνει με τρόμο τον πλήρη όλεθρο που συναντά παντού όπου πηγαίνει και χαρακτηρίζει την καθημερινότητα του διασωθέντος πληθυσμού. Ανάμεσα στις πολλές εικόνες απόγνωσης και καταστροφής που μεταφέρει στις γραμμές του κειμένου του, σημειώνει:

 

Δεν υποψιαζόμουν καθόλου όσα έμελλε ακόμη να δω. Σε μια χαράδρα που ακολουθούσαμε συφοριασμένοι άνθρωποι είχαν σκάψει εκατέρωθεν κάτι σαν τρώγλες ή είχαν αξιοποιήσει φυσικές σπηλιές λαξεμένες στο βράχο για να κατοικήσουν. Κουρέλια στέγνωναν έξω και στο βάθος, πάνω σε λίγη φωτιά και σε απαίσιο τσουκάλι έβραζαν άγρια χόρτα με γαϊδουράγκαθα που, όπως μου είπανε, ήταν η μόνη τους τροφή.

 

Οι εικόνες αυτές δεν άλλαξαν μονομιάς. Ο αγώνας όμως των Ελλήνων δημιούργησε ένα νέο κράτος με περιορισμένα όρια, τα οποία οι επόμενες γενιές με συνεχόμενους αγώνες και θυσίες, τα μεγάλωσαν ενσωματώνοντας στον εθνικό κορμό όλες τις περιοχές όπου ζούσαν Έλληνες με ελάχιστες εξαιρέσεις. Όλα κρίθηκαν στα πεδία των μαχών και στο επίπεδο των επιλογών που έκαναν κάθε φορά οι εμπλεκόμενοι.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

Διακόσια χρόνια μετά, η δικαίωση του Πρωτοκόλλου της ανεξαρτησίας  απαιτεί να σκεφτούμε πέρα από τους εορτασμούς τα βασικά προτάγματα και τις διδαχές της Ιστορίας.

Ένας επιπλέον λόγος γι’ αυτό είναι η προετοιμασία μιας νέας συμβολικής (αλλά ίσως και πραγματικής) μάχης που επαναλαμβάνεται στη Μεσόγειο με τους ίδιους πάντα πρωταγωνιστές. Μόνο τα βασικά ερωτήματα αλλάζουν. Θεωρούμε πως η ιστορική εμπειρία μας αποτελεί πολύτιμο εργαλείο που να μας αποτρέπει από τα λάθη του παρελθόντος και να ενισχύει τη δημιουργία μιας κοινής θέλησης για την διατήρηση και την ανάπτυξη όσων έχουμε πετύχει;  Έχουμε σήμερα τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε ένα άλλο πλαίσιο διεκδικήσεων για τη θέση της χώρας στη διεθνή σκηνή; Έχουμε την ικανότητα και την ωριμότητα ιεράρχησης στόχων που να ενισχύουν τον βηματισμό μας στην Ιστορία; Αποκτήσαμε διάθεση και δεξιότητα αυτογνωσίας, ώστε να μπορούμε να χρησιμοποιούμε την εμπειρία του παρελθόντος για να συνθέσουμε μια δυναμική παρουσία σήμερα και μια, ακόμη καλύτερη στο μέλλον; Μήπως αποτελούμε  παράδειγμα έθνους που ανακυκλώνει τα λάθη του και ακολουθεί σισύφεια διαδρομή στην Ιστορία;

 

Το πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, ήταν η πρώτη επίσημη, διεθνής διπλωματική πράξη που αναγνώριζε την Ελλάδα ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, το οποίο θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.

 

Είμαστε περισσότερο από ποτέ, λόγω συγκυριών, υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε με τα ερωτήματα που θέτει το ιστορικό μας παρελθόν, να απαντήσουμε και να χαράξουμε πορείες για το μέλλον. Στα «κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» ο Κ. Κωστής σημειώνει με έμφαση πως δεν είναι καθόλου «αυτονόητο ότι τα ευρωπαϊκά επιτεύγματα της Ελλάδας θα διατηρηθούν. Γιατί αυτά ακριβώς τα επιτεύγματα προκάλεσαν εφησυχασμό σε μια εποχή που το διεθνές σύστημα απαιτούσε μεγάλο βαθμό προσαρμοστικότητας και ευελιξίας προκειμένου μια χώρα να διατηρεί τη θέση της στην ιεραρχία του».

 

Τα σύνορα του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους (1830 και 1832).

 

Στα διακόσια χρόνια πορείας μέσα στην Ιστορία εναλλάσσονται ακριβώς οι μεγάλες προσπάθειες και τα επιτεύγματα της ελληνικής κοινωνίας και ταυτόχρονα τα ολέθρια πολιτικά και στρατηγικά παραστρατήματα, κυρίως οι εμφύλιες συγκρούσεις, που οδήγησαν στην απώλεια όσων με κόπο και θυσίες είχαν αποκτηθεί.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα μόνο όταν τα υποκείμενά της ξεχνούν τις προηγούμενες καταστάσεις της και  αδυνατούν να αντλήσουν συμπεράσματα από αυτά. Οι σημερινές συγκυρίες επαναφέρουν, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, το στρατηγικό παιχνίδι στην εποχή του Ιμπραήμ. Θα μπορέσουμε άραγε να ξεφύγουμε από το ρόλο του διαρκώς «προδομένου λαού», να αντιτάξουμε τις μεγάλες δυνατότητες, θεσμικές, συλλογικές και ατομικές, που διαθέτουμε και να αναπτύξουμε ένα πλέγμα στρατηγικών συμμαχιών που θα μας επιτρέπει να διατηρήσουμε και να αναπτύξουμε τη θέση μας στην ιεραρχία του διεθνούς συστήματος. Αυτό διατρανώθηκε ως διεκδίκηση για πρώτη φορά την 25 Μαρτίου 1821. Αυτό επισημοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο στις 3 Φεβρουαρίου 1830. Στη θετική συνέχιση των γεγονότων αυτών καλούμαστε να διαλογιστούμε και να κάνουμε πράξη με τα διακόσια χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Γεώργιος Η. Κόνδης

 

Read Full Post »

Κατάλογος Αγωνιστών του 1821 της Επαρχίας του Άργους – †Αγγελής Χρήστου Κλειώσης (1943-2015)


 

Η  Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού δημοσιεύει τον κατάλογο των αγωνιστών της  επαρχίας Άργους, που έλαβαν  μέρος στην  Επανάσταση  του 1821.  Ο  κατάλογος αυτός είναι  αποτέλεσμα μιας επίπονης και μακροχρόνιας προσωπικής  έρευνας του «εξ Άργους  ορμώμενου» τ. Αρχιπλοιάρχου  και  Λιμενάρχη  Ναυπλίου, Αγγελή Χρ. Κλειώση [1943-2015].

Η  Αργολική Βιβλιοθήκη ευχαριστεί  τον  υιόν του κ. Χρήστο Α. Κλειώση, Δικηγόρο Παρ’ Αρείω Πάγω,  που της εμπιστεύθηκε την αδημοσίευτη αυτή εργασία του πατερά του, να την επιμεληθεί  και να την  παρουσιάσει στο αναγνωστικό κοινό της, συμβάλλοντας  έτσι  καθοριστικά στον πάνδημο εορτασμό  της Αργολίδας για  τα 200  χρόνια  από την έναρξη  του Απελευθερωτικού  Αγώνα.

Η  Αργολική Βιβλιοθήκη, γνωρίζοντας από τον κύριο Χρήστο Κλειώση πως ο  πατέρας του  θεωρούσε ότι  η  εργασία του δεν είχε πλήρως ολοκληρωθεί και λόγω  του πρόωρου θανάτου του, καλεί κάθε δυνάμενο να βοηθήσει στην περαιτέρω ερευνά για την καταγραφή όσων  αγωνιστών ο κατάλογος δεν έχει συμπεριλάβει, ώστε να ολοκληρωθεί και να μνημονευθούν όλοι οι Αγολιδείς ήρωες  της Επανάστασης του ‘21.

 

Λίγες ημέρες πριν συμπληρωθούν 200 έτη από την έναρξη του Ιερού Αγώνα του 1821 και ενώ προγραμματίζονται να λάβουν χώρα διάφορες επετειακές εκδηλώσεις, υπάρχει ένα ουσιώδες στοιχείο που ίσως έχει αμεληθεί: Η μαζική συμμετοχή των Ελλήνων στην εξέγερση. Πρόκειται για ένα ιστορικό γεγονός που δικαίως έχει μεν ταυτιστεί με τις μεγάλες ηγετικές φυσιογνωμίες που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά δεν θα πρέπει να ξεχαστούν οι λιγότερο επώνυμοι ή και ανώνυμοι επαναστάτες που θυσίασαν την ζωή τους ή χρόνια από την ζωή τους καθώς και τις όποιες περιουσίες διέθεταν για έναν σκοπό που όλοι τους ομόφωνα χαρακτήριζαν Ιερό.

Αγγελής Χρήστου Κλειώσης (1943-2015)

Έχοντας υπόψη αυτή ακριβώς την λιγότερο φωτισμένη γωνιά της ιστορίας που συνδέει πλέον το πρόσωπο με την ιστορία, ο πατέρας μου, Αγγελής Χρήστου Κλειώση (1943-2015), αφιέρωσε αρκετό από τον προσωπικό του χρόνο ψάχνοντας στα Αρχεία της Επιτροπής Θυσιών και Εκδουλεύσεων του Ιερού Αγώνος (https://www.nlg.gr/collection/archeio-agoniston-archeio-epitropis-agonos/), που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη και περιέχει τους φακέλους όλων των Αργείων που υπέβαλλαν αιτήσεις για να αναγνωριστεί η στρατιωτική συμμετοχή τους. Μέλη της επιτροπής αυτής υπήρχαν επιφανείς αγωνιστές όπως ο Νικηταράς Σταματελόπουλος, ο Δημήτριος Τσώκρης, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Δημήτριος Μελετόπουλος, ο Δ. Πλαπούτας, ο Α. Παπατσιώρης, ο Π. Μπαρμπιτσιώτης και ο Α. Νέζος.

Καρπός της προσωπικής και πρωτογενούς έρευνας του πατέρα μου υπήρξε ένας κατάλογος με τα ονόματα των Αγωνιστών της επαρχίας του Άργους, τόπου της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Περιέχει αφενός τον αριθμό του φακέλου και το όνομα κάθε αγωνιστή καθώς και μια σύντομη περίληψη των πληροφοριών που περιέχονται σε αυτόν με αναφορά κυρίως στις ιστορικές μάχες που συμμετείχε.

Αυτός ο κατάλογος σκόπιμο είναι να δοθεί στην δημοσιότητα αυτές τις ημέρες κατ’ αρχήν για να φανεί ότι ο Ιερός Αγώνας της Ανεξαρτησίας ήταν έργο μιας μαζικής προσπάθειας χιλιάδων αφανών αγωνιστών. Επιπλέον όμως μας δίνει την ευκαιρία να αναζητήσουν οι σημερινοί κάτοικοι του Άργους έναν ξεχασμένο πρόγονο ανάμεσα σε αυτά τα ονόματα και να διεκδικήσουν «κληρονομικώ δικαιώματι» έτσι ένα προσωπικό μερίδιο στο ηθικό μεγαλείο αυτού του Αγώνα, συνδέοντας έτσι την οικογενειακή τους ιστορία με ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Τέλος όμως δίνεται η ευκαιρία, εφόσον υπάρχει η σχετική βούληση, να εγκαινιαστεί μια πρακτική να μνημονεύονται τα ονόματα τους από την τοπική εκκλησία κατά την επέτειο της Εθνεγερσίας, αρχής γενομένης από φέτος.

Θα ήθελα να παραδώσω στη δημοσιότητα μέσω της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού το αδημοσίευτο και ακατέργαστο χειρόγραφο του πατέρα μου με τα ονόματα των αγωνιστών της επαρχίας Άργους με την ευχή να γίνει κάποτε η μελέτη της τοπικής ιστορίας επίσημη πολιτική της πολιτείας αλλά και της τοπικής αυτοδιοίκησης με την εισαγωγή σχετικού μαθήματος ανά επαρχία, ώστε η μνήμη της τοπικής ιστορίας να φωτίζει τις λιγότερο γνωστές πτυχές της ιστορίας μας που συνδέουν προσωπικά τον καθένα μας, μέσω των προγόνων του, με την Ελληνική Ιστορία και έτσι να δείχνει σε όλους το χρέος μας προς τους επόμενους.

Τελειώνω αυτό το σύντομο σημείωμα με μια διευκρίνιση: σκοπός μου δεν είναι η ανάδειξη της υπεροχής μιας συγκεκριμένης επαρχίας, εν προκειμένου του Άργους, έναντι άλλων επαρχιών, αλλά η παρακίνηση και άλλων επαρχιών να μιμηθούν τον ζήλο του πατέρα μου για την διατήρηση και ανάδειξη της τοπικής μνήμης που μας συνδέει προσωπικά με την εθνική μας ιστορία.

 

Χρήστος Αγγελή Κλειώσης

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

 

Μητρώα Αξιωματικών κατά τον Ιερόν Αγώνα Επαρχίας Άργους

 

  1. Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος Γεράσιμος Παγώνης. Πίνακας στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

    Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος (1852-1867): Αρχιερεύς Αργοναυπλίας. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα την επανάστασιν, λόγω και έργω. Διετέλεσε γραμματεύς του Π. Μαυρομιχάλη, συνέταξε την προκήρυξη του Αρχιστρατήγου και προέδρου της Μεσσηνιακής Γερουσίας προς τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς. Ως Αγωνιστής του 1821 προσέφερε πλείστας στρατιωτικάς υπηρεσίας. Επί των ημερών του μετά την απελευθέρωση, αρχιερατεύοντος αυτού εις την Αργοναυπλίαν ετέθη ο θεμέλιος λίθος του ναού του Αγίου Πέτρου την 17.7.1859 παρουσία του Βασιλέως Όθωνος ρίψαντος εις τα θεμέλια χρυσά νομίσματα, τα εγκαίνια εγένοντο την 18.4.1865 υπό του ιδίου Επισκόπου. Ως Αργοναυπλίας Αρχιερεύς διετέλεσε από το 1852 έως 1867 οπότε και εκοιμήθη εις Ναύπλιον. Ητο δε ανηψιός του μετ’ άλλων αρχιερέων μαρτυρήσαντος εν φυλακαίς Τριπόλεως επισκόπου Καλαμών Χρυσάνθου. Κατετάγη εις τα Μητρώα Αγωνιστών του 1821 με τον βαθμόν Β’ τάξεως ήτοι Αντιστράτηγος.

  1. Αναστάσιος Π. Τσώκρης (†1849): Αργείος. Αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη. Υπηρέτησε καθ’ όλον των Αγώνα, εις διαφόρους μάχες, λόγω των υπηρεσιών του κατά τον αγώνα εγένετο μετά την απελευθέρωση το 1845 λοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. Υπό της Επιτροπής αγώνος κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ Τάξεως. Απέθανε εν Άργει το 1849.
  1. Δημήτριος Μέντης (†1822): Αργείος. Λαμπρός και περίφημος ιππεύς, προ της επαναστάσεως είχε υπηρετήσει εις το Ρωσικό Ιππικό. Υπηρέτησε ως οπλαρχηγός εις διαφόρους μάχας. Την 27.7.1822 μαχόμενος κατά του Δράμαλη εις την θέση Γλυκειά του Ναυπλίου επληγώθη, απέθανε μετ’ ολίγας ημέρας εις Μύλους. Πολέμησε υπό τον Δ. Τσώκρη. Κατετάγη εις την Δ’ τάξιν Αξιωματικών.
  1. Αναστάσιος Νέζος (†1859): Εκ Κουτσοποδίου. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, διεκρίθη εις την μάχη των Δερβενακίων, ένθα και ετραυματίσθη εις το γόνυ και εχώλαινε εις τον μετέπειτα βίον του. Πολέμησε υπό τον Δ. Τσώκρη εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας. Προήχθη εις χιλίαρχον το 1825, βραδύτερον μετά την απελευθέρωση εγένετο ταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγας. Απέθανε εις το Κουτσοπόδιον το 1859. Είχε τέκνα επίσης αγωνιστάς τον Ανδριανόν, τον Κωνσταντίνον, τον Γεώργιον και Θεόδωρον. Προσέφερε εις τον Αγώνα 7.300 γρόσια. Υπό της Επιτροπής Αγώνος κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Κωνσταντίνος Κακάνης (†1825): Εκ Μπουτίων. Έλαβε μέρος εις πλείστας μάχας και πολιορκίας. Εφονεύθη την 20.5.1825 εις την μάχη του Κρομμυδίου παρά τω Μανιάκι μαχόμενος κατά του Ιμπραήμ υπό τον Αρχιμανδρίτη Γρηγόριο Δικαίον ή Παπαφλέσσα όπως αναφέρεται εις πιστοποιητικόν υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Θ. Κολοκοτρώνη. Το 1824 έλαβε τον βαθμόν του χιλιάρχου. Έλαβε μέρος εις πολιορκία Τριπόλεως υπό τον Χατζή Χρήστον με 300 άνδρες, επίσης εις διαφόρους άλλας μάχας υπό τον Δ. Τσώκρη και Δ. Πλαπούτα. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Κωνσταντίνος Πανάγου Παμπούκης: Αργείος. Υπηρέτησε την επανάσταση στρατιωτικά και πολιτικά. Διετέλεσε Γενικός Γραμματεύς επαρχίας Άργους το 1824 και Γενικός Γραμματεύς (Υπουργός) Δικαίου. Προσέφερε εις τον Αγώνα 5.000 γρόσια. Το 1825 έλαβε τον βαθμό του χιλιάρχου. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Αναγνώστης Τασόπουλος: Εκ Δαλαμανάρας. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, προήχθη εις Αντιστράτηγον το 1825. Υπηρέτησε ως οπλαρχηγός εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας υπό τον Δημήτριον Τσώκρην. Εις τον ατομικό του φάκελλον υπάρχει γραμμάτιον του Εθνικού Ταμείου της προσωρινής Κυβερνήσεως της Ελλάδος ότι οφείλει το κράτος προς αυτόν χίλια γρόσια. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Γεώργιος Μπεκιάρης (†1827): Εκ Μπουτίων. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον αγώνα ως οπλαρχηγός εις τας επισημοτέρας μάχας, πολιορκίας Ναυπλίου, Κορίνθου, Τριπόλεως κατά του Ιμπραήμ, κατά του Δράμαλη εις Δερβενάκια υπό τον Δημήτριον Τσώκρην. Συμφώνως με αποδείξεις αι οποίαι υπάρχουν εις τον ατομικό του φάκελο, παρέδωσε ο ίδιος εις την προσωρινή Διοίκηση και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το ποσόν των 8.000 γροσίων δια τον Αγώνα. Τον Μάρτιο του 1827 εξεστράτευσε εις Αττική με 180 άνδρας και την 22.4.1827 έπεσε ενδόξως μαχόμενος εις την εν Φαλήρω μάχη εις την θέση τρεις Πύργοι μετά του Γεωργίου Καραϊσκάκη, μαζί του συνεπολέμει και ο αδελφός του Ανδρέας. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.

Γεώργιος Μπεκιάρης

 

Στο τρίστρατο, που πέρασε προφήτης και πατέρας

Ο Γέρος κ’ η γενιά του

Του Παπαρσένη η συντροφιά και του Νικήτα ο αγέρας,

Αγέρας του θανάτου!

Στο τρίστρατο που πέρασε μια μέρα η Μπουμπουλίνα

Με τ’ άρματα ζωσμένη.

Του Τσόκρη η χρυσοφέρμελη, του Νέζου η καραμπίνα,

Του Γιάννουζα οι ταμμένοι.

Στο τρίστρατο τ’ Αργολικού, που βγήκαν οι Νταγραίοι

Πρώτοι και τόσοι του Μόριά σεμνοί καπεταναίοι,

Σε φέρνει ο νους μου πλάϊ τους λεβέντη καβαλλάρη

Και σένα του Φαλήρου αητέ περήφανε Μπεκιάρη.

 

Γ. Λογοθέτης

Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1961.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

  1. Αντώνιος Ζωγράφος: Αργείος. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα. Έλαβε μέρος εις την πολιορκία του Ναυπλίου, υπό τον Παπαρσένη Κρέστα εις την Παναγία την Κατακεκρυμένη, εις πολιορκία της Τριπόλεως υπό τον ΚανέλΛο Δεληγιάννη, εις το Φρούριο του Άργους και Μύλους υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη, εις τα Δερβενάκια ήτο έφιππος εις την επίθεση της εμπροσθοφυλακής του Δράμαλη και επληγώθη εις την κνήμην, εις τας Αθήνας κατά του Κιουταχή, επίσης εις Ζεμενό, Βόνιτσα και Κραβασαρά κατά του Μουσταφάμπεη. Συμμετείχε και εις τον κατά θάλασσα Αγώνα υπό τον Υδραίον Γεώργιον Χατζή-Ανάργυρο κατά της Σάμου και πυρπόλησε τουρκικό πολεμικό πλοίο εις τον λιμένα Βαθύ της Σάμου, επίσης και κατά του Φρουρίου της Κω. Το 1830 εγένετο λοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. Υπό της Επιτροπής Αγώνος κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.
  1. Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

    Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875): Υπάρχει κενό. Πληροφορίες από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. Ο φάκελος Δ. Τσώκρη που φυλάσσεται στο Αρχείο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιο­θήκης, δεν περιέχει τίποτε άλλο έκτος από το παρακάτω έγγραφο:

Άργος τη 17 Μαΐου 1865

Προς την επί του Αγώνος Σεβαστήν Επιτροπήν

Κύριοι,

Θεωρώ όλως μάταιον διά πιστοποιητικών και διπλωμάτων να σας καταδείξω όποιος είμαι, με γνωρίζετε άπαντες, και εις τούτο στηριζόμενος, έρχομαι ευτόλμως διά της παρούσης όπως παρακαλέσω υμάς να με κατατάξητε εις την αρμόζουσαν προς τας θυσίας μου τάξιν.

Υποσημειούμαι ευσεβάστως

Δ. Τσόκρης

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ειδήσεις, η οικογένεια Τσώκρη ήταν από τις παλιές οικογένειες του Άργους. Ο Δημήτριος, γιος του Πανάγου, γεννήθηκε στο Άργος το 1796. Μεγαλύτερους αδελφούς είχε πρώτο το Γεώργιο, που από μικρός είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη όπου πλούτισε και επέστρεψε στο Άργος το 1817, και τον Αναστάσιο ή Τάσο που κατοικούσε στο Άργος. Και οι τρεις αδελφοί έλαβαν μέρος στην Επανάσταση. Ο Δημήτριος πανδρεύτηκε τον Ιανουάριου του 1827 τη Μαριγώ το γένος Ιατρού και απέκτησε πολυμελή οικογένεια. Πέθανε στις 3 Απριλίου 1875… (Βλέπε και σχετικό λήμμα  Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875).    

  1. Πάνος Οικονόμου ή Παπανικονόπουλος: Αργείος. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, πολέμησε ως εκατόνταρχος εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας και υπό διαφόρους οπλαρχηγούς, ανεδείχθη το 1825 εις χιλίαρχον. Το 1852 εγένετο λοχαγός της Βασιλικής φάλαγγας. Εις το ατομικό του φάκελο υπάρχει κατάλογος Αργείων στρατιωτικών της χιλιαρχίας Άργους του 1832. Κατετάγη εις τους Αξιωματικούς Δ’ τάξεως.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Παλαιών Πατρών Γερμανός: Οδεύοντας προς το θρύλο – Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης


 

Με αφορμή την εκδοτική σειρά «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», [1] ήλθαν και πάλι στο προσκήνιο, με μεγαλύτερη ίσως ένταση, ορισμένα από τα πρόσωπα που προετοίμασαν ή υπηρέτησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το μεγαλύτερο γεγονός της ελληνικής ιστορίας, την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα στις προσωπικότητες αυτές μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, μολονότι δεν έζησε όλη την διαδρομή της επαναστατικής δράσης και βέβαια την κορύφωσή της, δηλαδή την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830), είναι ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός (1771-1826) [2] και μάλιστα για λόγους τελείως διαφορετικούς από αυτούς που, κατά τρόπο πλέον γνωστό σε όλη την έκτασή του, μία ιστορική αφήγηση επιχείρησε και εν πολλοίς κατάφερε να αναδείξει.

Συγκεκριμένα, ο Π. Πατρών Γερμανός γίνεται πρόσωπο οικείο σχεδόν στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια στην ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, σχεδόν βεβαιότητα, που τον θέλει να ευλογεί τα όπλα του Αγώνα στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων την 25η Μαρτίου 1821, σε αντίθεση με την κατάθεση των πηγών που προσδιορίζουν με σαφήνεια ότι ο Γερμανός τη μέρα αυτή πρωταγωνιστούσε στα επαναστατικά γεγονότα που διαδραματίζονταν, όμως, στην έδρα της μητρόπολής του, την Πάτρα. [3] Και αν αυτό στα προηγούμενα χρόνια ήταν απλώς μια διαπίστωση μεταξύ ειδικών και λιγότερο ειδικών, που συχνά αποτυπωνόταν και ως γραπτή παραγωγή, τώρα πια στις μέρες μας αρκεί μια απλή πληκτρολόγηση στο διαδίκτυο για να διαπιστώσει κανείς ότι η διάσταση αυτή συνεχίζεται και τα πάθη εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα, και βέβαια να εκφράζονται σε ένα άλλο ίσως επίπεδο.

Και όμως, ο Παλαιών Πατρών, ο οποίος βρέθηκε να είναι το κεντρικό πρόσωπο μιας αφήγησης την οποία φαίνεται να μην οργάνωσε ούτε καν στο αφετηριακό της μέρος, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα για άλλους λόγους, όπως κιόλας αναφέραμε, οι οποίοι σπάνια συναριθμούνται στις πράξεις του. Σκέπτομαι λ.χ. την εμπλοκή του στα αμέσως προεπαναστατικά γεγονότα και κυρίως τη σύμπραξή του με την ομάδα προυχόντων που συνεργάστηκαν με τον Βελή πασά, όταν ο τελευταίος διορίστηκε στο πασαλίκιο του Μοριά (1806-1812), σύμπραξη που η δημοσίευση του Αρχείου Αλή πασά[4] ενισχύει αποφασιστικά. Και ακόμα σκέπτομαι τον σχεδόν διετή εγκλωβισμό του στην Αγκώνα της Ιταλίας[5] – όπου είχε αποσταλεί εκ μέρους των επαναστατημένων Ελλήνων για να προβάλλει το ελληνικό πρόβλημα – και την επιστολική δραστηριότητα που από την πόλη αυτή πραγματοποιεί προς δεκάδες πρόσωπα για την ευόδωση των σκοπών της Επανάστασης, στοιχεία που μαζί με άλλα αναμένουν ακόμα τον συστηματικό μελετητή.

 

Γερμανός, ο Αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών. Λιθογραφία, A. Friedel. Λονδίνο, Ιανουάριος 1826.

 

Ας είναι. Όποιος άτυχε να ξεφυλλίσει τις σελίδες της τελευταίας βιογραφικής απόπειρας για τον Γερμανό [6] θα διαπίστωσε ότι για τον Γερμανό και το ταλαιπωρημένο αφήγημα για την Αγία Λαύρα, την ευλογία των όπλων και το λάβαρό της, και κυρίως για τον προσδιορισμό της μυθοπλασίας [7] αυτής ως αφετηρία του Αγώνα, κάνουμε μια σύντομη αναφορά απλώς για να το προσπεράσουμε, επειδή πιστεύουμε ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει νόημα να συνεχίζεται, τουλάχιστον στην πραγματολογική της εκδοχή.

Επειδή όμως, όπως καλά γνωρίζουμε, ιστορία είναι και οι μύθοι και τα μυθολογικά της κενά, ακόμα και η πλαστογράφησή της, η λίγο πιο συστηματική ματιά στα πράγματα που οργανώθηκαν γύρω από τον Γερμανό προσκομίζει, αν όχι άγνωστα, πάντως ενδιαφέροντα στοιχεία. Δηλαδή φαίνεται ότι στη γραμμή καθιέρωσης της μορφής του Γερμανού στην πρώτη – πρώτη γραμμή των ηρώων του Αγώνα, υπάρχουν ορισμένα παράπλευρα αλλά πολύ ενδεικτικά έως γοητευτικά, θα έλεγα, στην αφέλειά τους στοιχεία, τα οποία είναι σκόπιμο να επαναφέρουμε στο προσκήνιο, στο πλαίσιο του ωραίου θέματος «Με τα μάτια των άλλων», γύρω από το οποίο κινήθηκε η συζήτηση ενός από τους τελευταίους κύκλους παρουσιάσεων των Σεμιναρίων της Ερμούπολης.[8]

Και τούτο, επειδή μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επίσημη καθιέρωση [9] της 25ης Μαρτίου ως ημέρα έκρηξης της Επανάστασης στη συνάφειά της με την Αγία Λαύρα και τον Γερμανό, και βέβαια με τον ισχυρό συμβολισμό που εκπέμπει η γιορτή του Ευαγγελισμού, αποτέλεσε πράξη τέτοιας εμβέλειας ώστε η επίκληση των άλλων στοιχείων πέραν, ίσως, μιας αρκετά διευρυμένης αναπαραγωγής βιβλιογραφικού τύπου με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δεν κρίθηκε απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν ως ενισχυτικά επιχειρήματα. Φυσικά συγκροτούσαν ένα εν δυνάμει καλό οπλοστάσιο, στο οποίο η προσφυγή ήταν εύκολη, αλλά έως ένα μεγάλο βαθμό αυτό μάλλον δεν πραγματοποιήθηκε ή τουλάχιστον παρέμεινε στενά περιορισμένο· ή μήπως τα πράγματα έγιναν αλλιώς και όλα αυτά τα παράπλευρα μυθοπλαστικά στοιχεία συνέβαλλαν ώστε να καθιερωθεί η ηρωική προσωπικότητα του Γερμανού και, κυρίως, να συνδεθεί με αυτόν το μεγάλο γεγονός της έκρηξης του Αγώνα;

 

Μαρμάρινη προτομή του Παλαιών Πατρών Γερμανού στο Πεδίον του Άρεως, η οποία κατασκευάστηκε το 1937. Δημιουργός της προτομής ήταν ο Γεώργιος Συννέφας ο οποίος γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα (1880-1941). Η μαρμάρινη προτομή παρουσιάζει τον Παλαιών Πατρών Γερμανό σε μεγάλη ηλικία, με πλούσια γενειάδα και μακριά μαλλιά. Στη δεξιά πλευρά της προτομής βρίσκεται η υπογραφή του γλύπτη: «ΓΕΩΡ. Ι. ΣΥΝΝΕΦΑΣ. Στην πρόσοψη του βάθρου αναγράφεται: «ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ 1771-1826. Πρόκειται για ένα εκ των αγαλμάτων που «κοσμούν» τη «Λεωφόρο των Ηρώων» στο Πεδίον του Άρεως. Συγκεκριμένα, είναι γνωστό ότι από το 1918 ξεκίνησαν ενέργειες για την ανέγερση Πανελλήνιου Ηρώου στο Πεδίο του Άρεως. Τη δαπάνη θ’ αναλάμβανε η τότε κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός (με έρανο)! Το μεγαλόπνοο όμως σχέδιο περιορίστηκε απλά στη δημιουργία μιας «λεωφόρου» από ήρωες. Γι’ αυτό, ο τότε αρμόδιος υπουργός απευθύνθηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών ώστε η τελευταία ν’ αναθέσει στους καλύτερους Έλληνες γλύπτες τη φιλοτέχνηση μαρμάρινων προτομών, σε ακαδημαϊκό, ρεαλιστικό ιδίωμα. Στις 25 Μάρτη 1937 έγιναν τ’ αποκαλυπτήρια προτομών σε σχηματοποιημένες βάσεις των 2 μέτρων που στην πρόσοψή τους γράφεται το όνομα, η ημερομηνία γέννησης και θανάτου του ήρωα. (Φώτο και λεζάντα από τον ιστότοπο «Γλυπτά της Αθήνας»).

 

Ας δούμε όμως περί τίνος πρόκειται, με άλλα λόγια ας δούμε ποια μυθοπλαστικά, υπερβολικά ή μη τεκμηριωμένα στοιχεία συνδέθηκαν με τον βίο και τη δράση του Γερμανού, από την παιδική του ηλικία ακόμα, με άλλα λόγια πώς παρουσιάζεται στα μάτια των άλλων, πώς προσλαμβάνεται η προσωπικότητα του μητροπολίτη Π. Πατρών.

Αρχικά, όπως συμβαίνει συχνά με τους απανταχού ήρωες, υπάρχει η θαυματουργική επιβίωση από τους κινδύνους των πρώτων χρόνων της ζωής, δηλαδή η σύνδεση της γέννησης και των πρώτων παιδικών χρόνων με ορισμένες εμφατικές εκδηλώσεις, που αποτελούν τα σημεία, [10] που προκαθορίζουν τις εξελίξεις.

Στην περίπτωση του Γερμανού ο κίνδυνος και η αποσόβησή του προέρχεται από ένα φίδι που απειλεί τη ζωή του νηπίου, υπό δύο εκδοχές:

α) στην πρώτη βρίσκεται με τον πατέρα του στα χωράφια, παιδί στην κούνια, όταν δέχεται την επίθεση μεγάλου φιδιού, το οποίο αρχικά το νήπιο καθηλώνει με τα χέρια του και παράλληλα με τις φωνές του ειδοποιεί τον πατέρα του που σπεύδει, αντικρίζει τα καθέκαστα και τρέχει για να αρπάξει το ψαλίδι ενός βοσκού που κούρευε τα πρόβατά του εκεί κοντά, και με αυτό να κόψει στα δυο, το ήδη εξουδετερωμένο από τον μικρό Γεώργιο (έπειτα Γερμανό) φίδι.[11]

β) στη δεύτερη εκδοχή, το γεγονός διαδραματίζεται στην αυλή του σπιτιού τους και η εξουδετέρωση γίνεται τώρα από τη μάνα, με τη συνεργία βέβαια και πάλι του νηπίου. Μόνο που στη δεύτερη αυτή περίπτωση το φίδι ήταν το στοιχειό του σπιτιού, γεγονός που εκτιμήθηκε ως κακός οιωνός, [12] χωρίς ωστόσο κάποια μελλοντική κακοτυχία να το επαληθεύσει, το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά οι αναλογίες με το πασίγνωστο επεισόδιο που έχει ως επίκεντρο τον αρχαίο ήρωα Ηρακλή που εξουδετερώνει τα φίδια, χωρίς να αναφέρονται, είναι προφανείς.

Πέρα από αυτά όμως τα προδήλως μυθολογικά γεγονότα, ένα πραγματικό γεγονός, δηλαδή η ημερομηνία της γέννησής του, γίνεται ένα καλό αφετηριακό γεγονός θεοσημίας, πάνω στο οποίο εύκολα θα μπορούσε να συντονιστεί και η παρουσία του μητροπολίτη κατά την 25η Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα. Συγκεκριμένα, και εκκινώντας ανάποδα, όπως πολλές φορές για τα χρόνια αυτά τα χωρίς ληξιαρχεία, συμβαίνει, εκκινώντας δηλαδή από την ημερομηνία του θανάτου, που ξέρουμε ότι είναι η 30ή Μαΐου 1826, και με βάση διάφορες εκτιμήσεις ότι όταν πέθανε ο Γερμανός ήταν 56 χρονών, κάποιοι τοποθετούν την γέννησή του στο 1771 – άλλοι στα 1777 – και ειδικότερα στο μήνα Μάρτιο του έτους αυτού και ακόμη ειδικότερα στην 25η Μαρτίου, η οποία ήταν και Μ. Παρασκευή, [13] με τον προφανή και πάλι συμβολισμό της μέρας αυτής. Αλλά, επιπλέον, ο Αν. Γούδας [14] θα εντοπίσει και μια τρίτη 25η Μαρτίου, η οποία θα ταυτισθεί με την ημέρα της εκλογής του, το έτος 1806, στον μητροπολιτικό θρόνο της Πάτρας. Το τελευταίο ήταν άλλωστε και αρκετά πιο εύκολο να γίνει δεδομένου ότι στα Πρακτικά εκλογών του Οικουμενικού Πατριαρχείου όντως καταχωρίζεται η εκλογή αυτή ως πράξη, αλλά χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής ημέρα του Μαρτίου του 1806. [15]

 

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη.
Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

 

Ο Μανουήλ Γεδεών [16] προσδιορίζει ότι αυτό έγινε το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα αυτού, την επομένη δηλαδή της μετάθεσης του πρώην μητροπολίτη Παλαιών Πατρών στη μητρόπολη Κυζίκου, παρέχοντας μάλιστα τις σχετικές πληροφορίες στον Δημήτριο Καμπούρογλου, ο οποίος όμως, αφού το σημειώσει, προτιμά, και αυτός, να ακολουθήσει τον ασφαλέστερο… δρόμο της σύμπλευσης με την θεοσημία. Με άλλα λόγια η μετακίνηση κατά λίγες μέρες δεν είναι δύσκολο πράγμα αλλά πολύ χαρακτηριστικό και ενισχυτικό της θεοσημίας, καθώς η εμφατική ημέρα της 25ης Μαρτίου, αποτελεί για τον Γερμανό εκδήλωση της θείας αποστολής από κάθε άποψη, καθώς σημαδεύει διαδοχικά τη ζωή του, αποτελώντας σημείο αναφοράς για σημαντικά γεγονότα (γέννηση, εκλογή του ως μητροπολίτης), τα οποία θα επιστέψει, λίγο αργότερα, ως φυσική συνέπεια, το μεγάλο γεγονός της 25ης Μαρτίου 1821.

Αλλά τα εμφατικά για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό γεγονότα, που θα πλαισιώσουν την μυθοπλασία της Αγίας Λαύρας, έχουν και συνέχεια. Συγκεκριμένα, και το γεγονός της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία θα αποκλίνει, και αυτό, από τη συνήθη διαδικασία. Οι περισσότεροι, βέβαια, από τους βιογράφους του, θα συνδέσουν τη μύηση αυτή με τον προβληματισμό που δημιούργησε, σε ανύποπτο χρόνο, στον Γερμανό μια φράση σε ένα γράμμα προς αυτόν, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι ήλπιζε κάποια στιγμή να του φιλήσει το χέρι επ’ αγαθώ της Ελλάδος. [17] Ο προβληματισμός αυτός του Γερμανού, κατά τις πηγές, διαλύθηκε με την εμφάνιση του γνωστού φιλικού Αντώνη Πελοπίδα στην Πάτρα, στα τέλη του 1818. Ο τελευταίος επιχειρώντας να μυήσει τον γνωστό προύχοντα Ανδρέα Καλαμογδάρτη βρέθηκε σε δύσκολη θέση καθώς, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, ο Καλαμογδάρτης πρόβαλε κάποιες αντιρρήσεις που οδήγησαν στη διακοπή της μύησής του. Τότε, και μπροστά στον κίνδυνο της ενδεχόμενης αποκάλυψης της συνωμοτικής δράσης των Φιλικών, η παρέμβαση μέσω της μάλλον εκτός προγράμματος, μύησης του Γερμανού, κρίθηκε απολύτως απαραίτητη, καθώς ο Καλαμογδάρτης ήταν γαμπρός του.

Αλλά και εδώ τα πράγματα δεν έγιναν με τον τρόπο των Φιλικών, ο Πελοπίδας όταν παρουσιάστηκε στον Γερμανό τον προσφώνησε με τα λόγια: «Παραστάτης Ελλήνων ήλθον προς σε τον ποιμένα των Πατρών», κατά τον Ιω. Φιλήμονα, [18] τον οποίο ο Αμβρόσιος Φραντζής στην Ιστορία του θα τροποποιήσει σε «Γραικών παραστάτης απεστάλην προς σε τον ποιμένα των Πατρών, κομίζων ευαγγέλια: μη με φοβού, σοφώτατε, τον μάλλον σε φοβούμενον, μη ευλαβού δέσποτα, τον σε σεπτώς ευλαβούμενον». [19] Φυσικά, η όλη ατμόσφαιρα ανακαλεί τον Ευαγγελισμό της Παναγίας, όπου στη θέση του αγγέλου στέκεται ο φιλικός Αντώνιος Πελοπίδας και στη θέση της Παναγίας ο Γερμανός, και βέβαια και πάλι η 25η Μαρτίου υποδηλώνεται καταφανώς. Ίσως, μάλιστα, να είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται να δημιουργηθεί η συνάφεια του Γερμανού με την 25η Μαρτίου.

 

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Ανεξαρτησίας στα Καλάβρυτα, έργο του Ιταλού καλλιτέχνη Λουδοβίκου Λιπαρίνι, (Ludovico Lipparini, 1800-1856), λιθογραφία, μέσα 19ου αιώνα.

 

Εκτός από αυτά τα παράπλευρα, θα έλεγα, μοτίβα που μπορούν εύκολα να πλαισιώσουν και να ενισχύσουν το κεντρικό της Αγίας Λαύρας, υπάρχουν και λιγότερο σημαντικά, τα οποία συναντούμε μελετώντας τις βιογραφίες και άλλων προσώπων αυτής ή άλλων ιστορικών περιόδων και τα οποία αποτελούν τις συνηθισμένες υπερβολές και ανακρίβειες αυτού του είδους. Όσον αφορά λ.χ. την περίπτωσή μας αναφέρεται ότι: ο Γερμανός έμαθε καλά γράμματα και γαλλικά στο Άργος, το οποίο εγκατέλειψε με απροσδόκητο τρόπο, για να βρεθεί στη Σμύρνη, όπου κοντά στον μητροπολίτη αυτής της πόλης, συμπατριώτη του και αργότερα πατριάρχη, Γρηγόριο Ε’ απέκτησε γνώσεις ελληνικής και γαλλικής γραμματείας· ότι ο Γερμανός στάλθηκε με εξαρχική αποστολή γύρω στα 1800, δηλαδή πριν εκλεγεί μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, στην Πελοπόννησο για να διενεργήσει έλεγχο στο προνομιακό καθεστώς των σταυροπηγιακών μοναστηριών της περιοχής, γεγονός στο οποίο οφείλεται η γρήγορη ανέλιξή του στον θρόνο της πελοποννησιακής μεγαλούπολης· ότι Γερμανός ακολούθησε τον Γρηγόριο Ε’ στο Άγιο Όρος, όπου αυτός εξορίστηκε μετά την πρώτη απομάκρυνσή του (1798) από τον οικουμενικό θρόνο, και μάλιστα ότι θέλησε να παραμείνει κοντά του υπηρετώντας τον, αλλά ο πρώην πατριάρχης τον απέτρεψε και του επέβαλε να επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη.

Παλαιών Πατρών Γερμανός, «ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί την σημαίαν της ελευθερίας».

Κοντά σε αυτά υπάρχουν όμως και κάποια, ήσσονος ενδεχομένως σημασίας, στοιχεία, τα οποία όμως αποτελούν καλή σερμαγιά για την πλαισίωση της προσωπικότητάς του. Αναφέρεται λ.χ. ότι ο Γερμανός το 1809, όταν η περιοχή της Αχαΐας μαστιζόταν από ανομβρία και αφού οι εκπρόσωποι των άλλων δογμάτων (Εβραίοι, μουσουλμάνοι) δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τα σύννεφα, εκείνος, επικεφαλής της χριστιανικής λιτανείας, με τις δεήσεις του κατάφερε να φέρει την πολυπόθητη βροχή· [20] ή, όταν επανέκαμψε στην Πάτρα (1818), μετά την τουλάχιστον τριετή παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου, έγινε δεκτός από παραληρούντα πλήθη χριστιανών, τα οποία πλαισίωναν Οθωμανοί επίσημοι, από τους οποίους εξάλλου είχαν σταλεί «πολλοί χρυσοστόλιστοι λαμπροί ίπποι… ευτυχής δ’ ελογίζετο ο ιπποκόμος εκείνος ούτινος τον ίππον ήθελε προτιμήσει ο μεγαλόδωρος Γερμανός». [21] Τέλος, αργότερα, το 1825, κατά την εξέλιξη των εμφυλίων συγκρούσεων στο Μοριά, ο Γερμανός ταλαιπωρήθηκε από τον Νικολέτο Σοφιανόπουλο – το απόσπασμά του ανήκε στις δυνάμεις του Γκούρα που λεηλατούσαν τον Μοριά – που τον συνέλαβε και τον φυλάκισε. Ο Σοφιανόπουλος λοιπόν, κατά την περιγραφή των γεγονότων, δέχθηκε την κατάρα του Γερμανού και «ω του θαύματος… ενώ έχαιρεν άκραν υγείαν, εξεκενώθη όλον του το αίμα από λυσεντερίαν και εντός τεσσάρων ημερών απέθανε. Το αιφνίδιον τούτο γεγονός έφερε τον Γκούραν και τους στρατιώτας εις συναίσθησήν και έπαυσαν να τον κακομεταχειρίζωνται, φοβούμενοι μήπως πάθουν τα αυτά και εκείνοι». [22]

Είναι βέβαιο ότι κάποια από αυτά που αναφέραμε είναι στοιχεία φανταστικά, κάποια άλλα δεν τεκμηριώνονται από τη διασταύρωση με τις πηγές ή μπορεί να κινούνται στην ασάφεια και στην υπερβολή, ωστόσο δημιουργούν ένα καλό κλίμα από το οποίο δεν υπήρξε δυνατόν ούτε ο Δημ. Καμπούρογλου που γράφει στα 1915-1916 χρησιμοποιώντας όλες τις πηγές, και με σαφή πρόθεση να παρακάμψει τις υπερβολές, να ξεφύγει: [23] αναφέρει δηλαδή με αναλυτικό τρόπο όλες τις πηγές και τις πληροφορίες τους, έστω και αν αυτές δεν είναι εξακριβωμένες, προσπαθεί να κινηθεί με τρόπο έξυπνο ανάμεσα στις υπερβολές και ασάφειες, αλλά δεν τοποθετείται κριτικά απέναντι τους. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και κάποια πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους.

Ωστόσο, το θέμα παραμένει ανοικτό και ελκυστικό, επειδή με τη σύντομη αυτή αναφορά μας δεν είναι δυνατόν να παραθέσουμε όλο το εύρος της πληροφόρησης, να ανασυνθέσουμε δηλαδή όλο το εύρος της πορείας που ακολουθεί ένα στοιχείο μυθοπλαστικό και τον τρόπο με τον οποίο αυτό αναπαράγεται για να πλαισιώσει το πρόσωπο του Π. Πατρών Γερμανού με όλα τα απαραίτητα στοιχεία της θεοσημίας που προοιωνίζει την κορύφωση. Με άλλα λόγια, η ανάγκη μιας νέας προσέγγισης στη ζωή του Γερμανού και η μελέτη της μετάλλαξης κάποιων σημείων της σε στοιχεία μιας ισχυρής μυθοπλασίας που θα πλαισιώσει την κορυφαία ηρωική πράξη, είναι πρόδηλη και επιτακτική.

Πέρα από αυτά όμως, η πορεία του Γερμανού, δηλαδή η ηρωική αναγωγή, δεν υπήρξε δρόμος χωρίς εμπόδια, επειδή «τα μάτια των άλλων» κοίταξαν και με τον ανάποδο τρόπο. Με άλλα λόγια, η πορεία προς τον θρύλο συνάντησε και εμπόδια, η πρόσληψη του Γερμανού ως κεντρικού προσώπου της ελληνικής εξέγερσης, δηλαδή ως προσώπου που συνδέεται πρωτίστως με το αφετηριακό γεγονός της Λαύρας, αλλά και με άλλες πράξεις, δεν εμπεδώθηκε χωρίς αντιστάσεις. Ας παραθέσουμε ορισμένες.

 

Ο πατριωτικός όρκος των Ελλήνων κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία των R. Bettannier και Morton από ομώνυμο ζωγραφικό έργο του Γάλλου ζωγράφου, Alphonse de Neuville. Παρίσι, 1865.

 

Ο Ιωάννης Φιλήμων, προλογίζοντας μάλιστα την α’ έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, απορρίπτει την έναρξη της Επανάστασης την 25η Μαρτίου, [24] ταυτόχρονα όμως εγκωμιάζει τον Γερμανό ως πρωτεργάτη του Αγώνα αλλά με άμεση συμμετοχή στην εξέγερση της Πάτρας. Την ίδια ψύχραιμη ματιά θα ρίξει στα γεγονότα και ο Δημήτριος Αινιάν γράφοντας το 1854. [25] Ο Σπυρίδων Τρικούπης, αφού ομολογήσει ότι και ο ίδιος νεκρολογώντας τον Ανδρέα Ζαΐμη υποστήριξε τα σχετικά με την Αγία Λαύρα, ανασκευάζει στην Ιστορία του τα πράγματα, γράφοντας ότι «ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της ελληνικής Επαναστάσεως». [26] Ο ίδιος θα επανέλθει με δριμύτητα για το ίδιο θέμα και άλλες φορές. Και αν ο γάλλος Πουκεβίλ έχει άμεση σχέση με πολλές από τις αβέβαιες έως αβάσιμες πληροφορίες για τον Π. Πατρών, οι οποίες όμως φαίνεται ότι αποτέλεσαν ένα ισχυρό πλαίσιο για την 25η Μαρτίου και τα συναφή, υπήρξαν πολλοί άλλοι ξένοι, επίσης λόγιοι, που έγραψαν αρνητικά για τον Γερμανό και τις ενέργειες του (Μίλλερ, Ζουριέν ντελα Γκραβιέρ, Γκόρντον). [27]

Παράλληλα, μια αντίδραση ισχυρή εναντίον του Γερμανού θα προέλθει από τα γραπτά άλλων απομνημονευματογράφων και πρωταγωνιστών του Αγώνα, όπως ο Φωτάκος, ο Αμβρόσιος Φραντζής που θα προσβάλλουν τα Απομνημονεύματα του Γερμανού ως ανακριβή. [28] Και αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό, έως ένα βαθμό, για τα πρόσωπα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έζησαν τα γεγονότα και τα αφηγούνται αργότερα εκτιμώντας τα διαφορετικά, οι κατηγορίες που εκπορεύτηκαν από τον Κανέλλο Δεληγιάννη προσέβαλλαν απευθείας το κύρος και την ηθική υπόσταση τον Γερμανού. Το σχετικό επεισόδιο, με στοιχεία που θα αποτελούσαν την ύλη ενός πολύ καλού αστυνομικού μυθιστορήματος, αποδίδουν στον Γερμανό την ηθική αυτουργία της εξόντωσης Τούρκων αιχμαλώτων με σκοπό την ιδιοποίηση των κοσμημάτων που αυτοί κατείχαν και είχαν εμπιστευθεί στον Γερμανό για να τους τα επιστρέφει υπό καλύτερες συνθήκες. Η όλη ιστορία θα εκτυλιχθεί σε αφήγημα που θα ακολουθήσει τον Γερμανό στην Ιταλία και θα συνδεθεί με τον θάνατό του και τις διενέξεις μεταξύ των συγγενών του. [29] Εξάλλου ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης αλλά και άλλοι θα αμφισβητήσουν ευθέως το κείμενο των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, με τεκμηριωμένη, θα έλεγα, επιχειρηματολογία.

Δεν κρίνουμε σκόπιμο να επεκταθούμε περισσότερο στις πλέον πρόσφατες διενέξεις περί τον Γερμανό, την προσωπικότητά του και κυρίως την Λαύρα και την 25η Μαρτίου, που όλοι γνωρίζουμε. Ας μνημονεύσω μόνο τον Τάκη Σταματόπουλο, ο οποίος στο γνωστό αφήγημά του για τον Γερμανό, [30] δεν θα διστάσει να ισχυριστεί ότι πολλές πράξεις του Γερμανού είχαν την αφετηρία τους στα συμπλεγματικά παιδικά χρόνια του Γερμανού που οφείλονταν στην φοβερή δυσμορφία του, πράγμα που δεν επιβεβαιώνεται με κανένα τρόπο, αλλά δηλώνει, πιστεύουμε, ανάγλυφα την πορεία που μπορεί να πάρει η ιστορική προσέγγιση, όταν επιζητεί απλώς να κατασκευάσει ή να αναιρέσει έναν θρύλο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αναφέρομαι στη σειρά Ιστορική Βιβλιοθήκη: Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, επιστημονική επιμέλεια: Βασ. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα. Τα Νέα. 2010.

[2] Η βιβλιογραφία για τον Γερμανό είναι εκτεταμένη και δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να την παραθέσουμε εδώ· βλ. πάντως, την πρόσφατη βιογραφία του στο: Παν. Μιχαηλάρης – Βασ. Παναγιωτόπουλος. Κληρικοί στον Αγώνα, στη σειρά Οι Ιδρυτές, αρ. 15. Αθήνα 2010. σ. 11-44, όπου και η βασική βιβλιογραφία.

[3] Στο ίδιο, σ. 35-38.

[4] Βασ. Παναγιωτόπουλος, με τη συνεργασία των Δημ. Δημητρόπουλου, Παναγ. Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά Συλλογής I. Χώτζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης, τ. Α’ (1747-1808), Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 547, έγγρ. αρ. 295 και τ. Β’ (1809-1817), σ. 250-252, έγγρ. αρ. 589.

[5] Βλ. πρόχειρα, Μιχαηλάρης – Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 38-42.

[6] Στο ίδιο.

[7] Για το ζήτημα αυτό, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλές σελίδες, παραπέμπουμε στο τελευταίο δημοσίευμα: Βασ. Κρεμμυδάς, «Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων», Μνήμων 18 (1996), σ. 9-21.

[8] Φυσικά αναφέρομαι στο Σεμινάριο του 2010, του οποίου οι εργασίες αποτελούν την ύλη του παρόντος δημοσιεύματος.

[9] Είναι γνωστό ότι η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως εθνική εορτή από τον Όθωνα το 1838, χωρίς αναφορά, όμως, στον Γερμανό και την Αγία Λαύρα· βλ. Χριστίνα Κουλούρη, Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείου, Κομοτηνή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 1995.

[10] Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, «Μελέτη επί του βίου και της δράσεως του Παλαιών Πατρών Γερμανού 1771-1826», Αθηνά 27 (1915), σ. 209-272 και 28 (1916), σ. 205-251 (το πρώτο μέρος της μελέτης με ελαφρώς τροποποιημένο τίτλο δημοσιεύτηκε και αυτοτελώς το 1912)· εδώ η παραπομπή στην Αθηνά 27, σ. 213.

[11] Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Α’: Κλήρος Αθήνα 1869, σ. 51-52.

[12] Παραδίδεται από τον Γ. I. Παπούλα, στον πρόλογό του στην τρίτη έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, Αθήνα 1900, σ. 8· βλ. και Μητροπολίτου Παλ. Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα, επιμ. Ιωάννα Γιανναροπούλου – Τάσος Γριτσόπουλος, Εκδόσεις της Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης, αρ. 2, Αθήνα 1975, σ. 9 (η τελευταία αυτή έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού είναι φωτομηχανική αναπαραγωγή της β’ έκδοσης του 1837, αλλά εκδίδονται χρήσιμα στοιχεία και από τις άλλες εκδόσεις, όπως λ.χ. ο πρόλογος του Γ. Παπούλα).

[13] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 9Τ Τάκης Κανδηλώρος, Η Δημητσάνα. Ιστορική μονογραφία μετά βιογραφιών του Πατριάρχου και του Γερμανού, Αθήνα 1897, σ. 89.

[14] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 100.

[15] Η μόνη έγκυρη πληροφορία για την εκλογή του Γερμανού ως μητροπολίτη είναι του Καλλίνικου Δεληκάνη, «Επισκοπικοί Κατάλογοι», Εκκλησιαστική Αλήθεια, έτος 28 (1908), σ. 245, ο οποίος αντιγράφοντας τη σχετική πράξη από τον κώδικα εκλογών, παραθέτει: «1806… Παλαιών Πατρών Γερμανού, (Πρωτοσ. Μητρ. Κυζίκου), Μαρτίω».

[16] Ο Μαν. Γεδεών, προσδιορίζει ότι αυτό έγινε την 14η ή 15η Μαρτίου, όταν καλείται να δώσει την σχετική πληροφόρηση στον Καμπούρογλου (σ. 229), αλλά ο τελευταίος δεν θα διστάσει ανεπιφύλακτα να αποδεχτεί ως ημέρα εκλογής την 25η Μαρτίου 1806 (σ. 230), αναφέροντας επί λέξει: «Ιδού λοιπόν ο Γερμανός Μητροπολίτης από της 25ης Μαρτίου (δεχόμεθα τούτο) του έτους 1806»; φυσικά η μετάθεση κατά δέκα ημέρες είναι εύκολο να γίνει – και μάλιστα αναιτιολόγητα – αφού κάλλιστα μπορεί να αιτιολογηθεί χ.χ. και ως τυπογραφικό σφάλμα.

[17] Τις σχετικές πληροφορίες διασώζουν ο Ιωάννης Φιλήμων, στα Προλεγόμενα της πρώτης και δεύτερης έκδοσης των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (Αθήνα 1837), ο οποίος (σ. 41) θα υποστηρίξει ότι ο Γερμανός ήταν «άνθρωπος μάλλον της Ελλάδος απάσης, ή της Πελοποννήσου», και ο Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδ. β’, τ. Α’, Λονδίνο 1860, σ. 315-316.

[18] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1834, σ. 206.

[19] Αμβρόσιος Φραντζής, Επίτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Δ’, Αθήνα 1841, σ. 92-93.

[20] Στέφ. Θωμόπουλος, Ιστορία της πόλεως Πατρών, Πάτρα 1950, σ. 585· Παναγ. Δ. Μιχαηλάρης, «Την γοητείαν του εστερέωσεν ωρισμένον γεγονός», εφ. Πελοπόννησος, 19 Νοεμβρίου 2011.

[21] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 104-105.

[22] Βλ. τα σχετικά γεγονότα και την τεκμηρίωσή τους στον Καμπούρογλου, «Μελέτη», Αθηνά 28 (1916), σ. 238-239.

[23] Εκτιμούμε ότι η μελέτη του Καμπούρογλου (βλ. εδώ σημ. 10), μαζί με τη μικρή μελέτη (16 σ.) του Δημ. Αινιάνος, Γερμανός ο Παλαιών Πατρών, Αθήνα 1854, αποτελούν καλές βιογραφικές αποτιμήσεις του Γερμανού· σε αυτές ας προστεθεί και η εκτενής εισαγωγή (σ. III- CXLVI) του Τ. Γριτσόπουλου, στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (βλ. εδώ σημ. 12).

[24] Βλ. τον πρόλογο του Φιλήμονος στο Γερμανού. Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος, β’ έκδ., Αθήνα 1837. σ. κστ-κζ.

[25] Αινιάν, Γερμανός, σ. 11.

[26] Τρικούπης. Ιστορία, σ. 312.

[27] Βλ. Κρεμμυδάς. «Μηχανισμοί παραγωγής».

[28] Παν. Μιχαηλάρης. «Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών», στο Μιχαηλάρης -Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 25-27.

[29] Στο ίδιο, σ. 41- 42.

[30] Τάκης Αργ. Σταματόπουλος, Ο Π. Π. Γερμανός χωρίς θρύλο, Αθήνα. Κάλβος, 1974 (α’ έκδ. 1958).

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

«Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αθήνα, 2012.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

H πολιορκία της Τριπολιτσάς


 

Στα μέσα Μαρτίου 1821, λίγες ημέρες αφ’ ότου έφτασε η είδηση της εισόδου του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Ηγεμονίες, οι κοινοτικοί άρχοντες της Πελοποννήσου, κοτζαμπάσηδες και αρχιερείς, καθώς και οι Μανιάτες αρχηγοί, δραστηριοποιήθηκαν για την κήρυξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Στηριγμένοι στο κύρος που διέθεταν και στον εξουσιαστικό έλεγχο που ασκούσαν στις κοινότητες, κινητοποίησαν τις επαρχίες και ανέλαβαν διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων. Συγκρότησαν δηλαδή σώματα ενόπλων, αποτελούμενα κατά βάση από τους κάπους που βρίσκονταν στην υπηρεσία τους, και προχώρησαν σε επιθετικές ενέργειες και κυρίως στην πολιορκία των οχυρών.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ωστόσο, στις πρώτες σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες που έκριναν τη στερέωση της Επανάστασης, όπως ήταν οι μάχες στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και τα Δολιανά και τα Βέρβαινα (18 Μαΐου), πρωταγωνίστησαν και διακρίθηκαν ως οπλαρχηγοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, παλιοί καπομπασήδες και κατά καιρούς κλέφτες. Τέτοιοι ήταν οι Πλαπουταίοι, οι Πετιμεζαίοι, ο Αναγνωσταράς, ο Σταματελόπουλος κ.ά., με προεξάρχουσα τη φυσιογνωμία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η Επανάσταση παρείχε τη δυνατότητα στους ανθρώπους αυτούς, και ιδιαίτερα σε πολεμιστές του κύρους του Κολοκοτρώνη, να αναδειχθούν σε στρατιωτικούς ηγέτες με αυτόνομη πολιτική παρουσία και δύναμη και να διεκδικήσουν κυριαρχικά δικαιώματα στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, πλάι στις παραδοσιακές εξουσιαστικές αυθεντίες του τόπου.

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά

δημιούργησαν νέα δεδομένα

για την εξάπλωση της Επανάστασης

 

Οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά δημιούργησαν νέα δεδομένα για την εξάπλωση της Επανάστασης. Από τη μια, έδειξαν ότι η Επανάσταση στην Πελοπόννησο μπορούσε να έχει θετικές προοπτικές, καθώς απέτυχε η προσπάθεια των Οθωμανών να την καταστείλουν εξορμώντας από την Τριπολιτσά, όπου είχε συγκεντρωθεί το κύριο μέρος των δυνάμεών τους, προς την περιφέρεια της Πελοποννήσου. Από την άλλη, έστρεψαν το βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων των επαναστατών στην Τριπολιτσά. Έως την εποχή εκείνη η πολεμική δράση περιοριζόταν, εξαιτίας της επιμονής των κοτζαμπάσηδων, σε παράκτιες πόλεις και οχυρά, όχι όμως και στο ισχυρό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης αντίθετα υποστήριξε τη σημασία που θα είχε η κατάληψη της Τριπολιτσάς για την ευόδωση της Επανάστασης και στις άλλες επαρχίες και οι στρατιωτικές του επιτυχίες στα μέσα Μαΐου τού επέτρεψαν να δοκιμάσει τις ιδέες του. Του έδωσαν την ευκαιρία να παρουσιαστεί ως πολεμικός ηγέτης και συνομιλητής των ισχυρών εξουσιαστικών ομάδων του τόπου, να «αμφισβητήσει» δηλαδή τη μονοπώληση της διεύθυνσης του πολέμου από τους κοινοτικούς άρχοντες.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Βέβαια, ο Κολοκοτρώνης δεν είχε ακόμη τότε αποκτήσει σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα, δεν είχε καν δικό του σώμα ενόπλων. Αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είχε οριστεί, περίπου την ίδια εποχή, στην συνέλευση των Καλτεζών (Μάιος), ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ενώ από τα μέσα Ιουνίου ήταν ο Υψηλάντης που διεκδικούσε αυτή τη θέση. Ο Κολοκοτρώνης όμως ήταν εκείνος που είχε συλλάβει την ιδέα δημιουργίας στρατοπέδου γύρω από την Τριπολιτσά (αρχές Απριλίου 1821) και είχε αναλάβει να πραγματώσει με κάθε τρόπο αυτήν την ιδέα, ιδίως μετά την πρώτη αποτυχημένη μάχη στο Βαλτέτσι (24 Απριλίου). Η αυξανόμενη επιρροή του στις ορεινές επαρχίες της κεντρικής Πελοποννήσου ενισχύθηκε και από την αναγνώρισή του ως αρχιστράτηγου της Καρύταινας από τους κοτζαμπάσηδες της περιοχής, τους Δεληγιανναίους (28 Απριλίου).

Με τις νίκες του στα μέσα Μαΐου πέτυχε την προώθηση των ελληνικών θέσεων εγγύτερα στην Τριπολιτσά, συγκροτώντας ταυτόχρονα το πλέον οργανωμένο στρατόπεδο από όσα έως τότε είχαν συσταθεί στην Πελοπόννησο. Συγκεκριμένα, ενώ πριν από τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά τα Ελληνικά στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά βρίσκονταν στα Τρίκορφα, στο Βαλτέτσι, στο Λεβίδι και στα Βέρβαινα, έως το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου οι Ελληνικές θέσεις προωθήθηκαν, ύστερα από μικρές νικηφόρες συγκρούσεις, στους Αγίους Θεοδώρους, τον Άγιο Βλάση, στην Επάνω Χρέπα, στο Στενό και τις Ρίζες, ενώ δημιουργήθηκαν νέες οχυρές θέσεις στον Θάνα και την Αγία Παρασκευή.

Έκτοτε, η πολιορκία της Τριπολιτσάς έγινε περισσότερο ασφυκτική, ιδίως μετά και την άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στα Τρίκορφα στις αρχές Ιουλίου, οπότε και καταλήφθηκαν εγγύτερες θέσεις προς την πόλη και το μεγαλύτερο μέρος των ενόπλων χωρίστηκε σε τέσσερα σώματα με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά, Μαυρομιχάλη και Γιατράκο. Σημαντική, από επιχειρησιακής πλευράς, ήταν και η δημιουργία της περίφημης Γράνας (τάφρου) έξω από την Τριπολιτσά, ώστε να εμποδιστούν οι έξοδοι Οθωμανικών αποσπασμάτων για την προμήθεια εφοδίων, που κι αυτή ιδέα του Κολοκοτρώνη ήταν.

Η νίκη των Ελλήνων στη θέση αυτή (10 Αυγούστου 1821) ήταν αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της πολιορκίας, καθώς οι πολιορκημένοι ουσιαστικά αποκλείστηκαν μέσα στα τείχη. Από τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την κυρίευση της πόλης και κλιμακώθηκαν οι διαπραγματεύσεις, τόσο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους, για τους όρους παράδοσης, όσο και μεταξύ των πολιορκητών, για τη διανομή των λαφύρων.

Ο Κολοκοτρώνης, από το στρατόπεδό του στα Τρίκορφα, που ήταν το κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, διηύθυνε με τους ενόπλους του ουσιαστικά αυτός την πολιορκία, παρά το γεγονός ότι ήταν απλώς ο αρχηγός ενός από τα κύρια ένοπλα σώματα γύρω από την Τριπολιτσά και τυπικά βρισκόταν κι αυτός, όπως και οι άλλοι πολεμικοί αρχηγοί, υπό τις διαταγές του Υψηλάντη. Ενδεικτικό ακόμη του κύρους που απολάμβανε ήταν οι χωριστές διαπραγματεύσεις με την Αλβανική φρουρά της πόλης, η συμφωνία στην οποία κατέληξε (18 Σεπτεμβρίου) και, ιδίως, η τήρηση της συμφωνίας, δηλαδή η ασφαλής έξοδος μερικών χιλιάδων Αλβανών ενόπλων στις 23 Σεπτεμβρίου, δηλαδή την ημέρα της άλωσης  κι ενώ η πόλη βρισκόταν στο έλεος των πολιορκητών. [1]

 

Στις απαρχές της Επανάστασης

η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία,

ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή

του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν

 

Νικήτας Φλέσσας, αδελφός του Παπαφλέσσα.

Στην διάρκεια των έξι και πλέον μηνών από την έναρξη της Επανάστασης και έως την άλωση της Τριπολιτσάς, πλάι στον Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις κι άλλοι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, όπως οι συγγενείς του Κολοκοτρωναίοι και Πλαπουταίοι, ο επίσης συγγενής του Νικήτας Σταματελόπουλος, ο Παναγιώτης Κεφάλας, οι Γιατράκοι, οι Φλεσσαίοι, οι Πετμεζαίοι κ.ά. Οι περισσότεροι από αυτούς, που διεκδικούσαν νέους ρόλους στην Επανάσταση, ήταν άνθρωποι δικοί του, τον στήριζαν στις επιλογές του και συνέδεαν μαζί του την προσωπική τους παρουσία και δύναμη. Ταυτόχρονα, όπως και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, αντλούσαν το κύρος τους από τη δύναμη των όπλων που διηύθυναν, από τους ένοπλους Πελοποννήσιους που τους ακολουθούσαν.

Πραγματικά, για πρώτη φορά από την αρχή της Επανάστασης είχαν συγκεντρωθεί τόσο πολλοί, σχεδόν από όλες τις επαρχίες της Πελοποννήσου και ζούσαν πλέον κανονικά στα στρατόπεδα γύρω από την Τριπολιτσά. Ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί είχαν κατορθώσει να κινητοποιήσουν τις επαρχίες και να τις εντάξουν στη λογική του πολέμου. Είχαν δηλαδή κατορθώσει να κινητοποιήσουν ανθρώπους μαθημένους μέχρι τότε να μην αφήνουν εύκολα τον τόπο τους, τα χωριά και τις κοινότητες στις οποίες ζούσαν, για να πάνε να πολεμήσουν αλλού.

Βέβαια, στις απαρχές της Επανάστασης η στρατολόγηση γινόταν συχνά με τη βία [2], ενώ οι αμαθείς στον πόλεμο και τη ζωή του στρατοπέδου αγρότες το έσκαγαν. Ωστόσο, οι νίκες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά μετέβαλαν την κατάσταση, δημιουργώντας στους ανθρώπους αυτούς νέες παραστάσεις όσον αφορά τις καινούργιες προοπτικές και τις δυνατότητες που έφερνε ο πόλεμος εναντίον των Οθωμανών, τους καλλιέργησαν λογής προσδοκίες που τους κινητοποιούσαν, τους έκαναν να ανταποκρίνονται θετικά στα κελεύσματα των οπλαρχηγών, να προσέρχονται και να παραμένουν στα στρατόπεδα, να παίρνουν μέρος άφοβα στις μάχες. Και δεν έχει τόση σημασία τι μπορεί να ήταν αυτό που αναγνώριζε ο καθένας μέσα από τη συμμετοχή του στην πολιορκία, τι ήταν δηλαδή αυτό που τον κινητοποιούσε (το επαναστατικό φρόνημα, η συμμετοχή στα λάφυρα, η εκδίκηση ή η απελπισία), όσο το γεγονός καθ` εαυτό της μαζικής κινητοποίησης και συμμετοχής στον πόλεμο. Το γεγονός ήταν ότι ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί έφτιαχναν τον καιρό εκείνο το στρατό της Επανάστασης, μετέτρεπαν τους χωρικούς σε πολεμιστές, οργάνωναν στρατιωτικά την κοινωνία της εποχής, την έκαναν να πιστεύει στον πόλεμο και να μπορεί να τον αναλάβει και τούτο ήταν σημαντικό από μόνο του. Κάπως έτσι, άλλωστε, δεν γίνεται με όλες τις επαναστάσεις;

Έτσι, από τον Απρίλιο του 1821, που άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς, μέχρι και το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, που κατελήφθη η πόλη, γεννήθηκε το «στρατιωτικό» της Επανάστασης. Τότε φάνηκε, δηλαδή, ότι η Επανάσταση είχε αρχίσει να γίνεται στρατιωτική υπόθεση, υπόθεση των στρατιωτικών και τούτο σε βάρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και των προυχοντικών οικογενειών που είχαν φτιάξει αυτόν τον θεσμό, είχαν αναλάβει από την αρχή οι ίδιοι τα της Επανάστασης και πίστευαν ότι με τον τρόπο αυτό θα έλεγχαν την εξουσία στη νέα κατάσταση. Για να το πούμε διαφορετικά: Στις νέες συνθήκες του πολέμου, όπου αξιοδοτούνταν τα όπλα και καταξιώνονταν οι φορείς τους, φτιαχνόταν μια νέα κοινωνικοπολιτική αυθεντία, ο Πελοποννήσιος στρατιωτικός αρχηγός, και μια νέα κοινωνικοπολιτική κατηγορία, το «στρατιωτικό» της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα να επαναπροσδιοριστούν έκτοτε οι σχέσεις δύναμης και εξουσίας στην επαναστατημένη Πελοπόννησο.

Η Πελοπόννησος, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, δεν είχε την εμπειρία του πολέμου. Ο γενικευμένος πόλεμος ήταν έξω από τη ζωή και τη μνήμη των ανθρώπων του τόπου: Είχε περάσει περισσότερο από αιώνας από τις επιχειρήσεις ανακατάληψης της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς (1715), ενώ ελάχιστοι είχαν ζήσει τις, μικρής άλλωστε κλίμακας, επιχειρήσεις των Ορλοφικών (1770). Οι Πελοποννήσιοι της εποχής λοιπόν δεν είχαν ποτέ τους πολεμήσει. Ακόμη περισσότερο, η πλειονότητα των ραγιάδων δεν ήξερε από όπλα, δεν κατείχε τέτοια και συνεπώς δεν γνώριζε τη χρήση τους.

 

Οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους

μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες

και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας

 

Μάλιστα, οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιμετώπιζαν με δέος τις ένοπλες ομάδες των κάπων, οι οποίοι, στην υπηρεσία των ισχυρών κοινοτικών αρχόντων, περιφέρονταν στα χωριά για να επιβλέπουν τη διαδικασία είσπραξης των φόρων και απόδοσης των προσόδων, αλλά και για να κυνηγήσουν τους κλέφτες και τους κάθε λογής απείθαρχους. Με δέος, επίσης, οι ραγιάδες άκουγαν και διηγούνταν ιστορίες για τους κλέφτες και με φόβο τους αντιμετώπιζαν όσα χωριά βρίσκονταν στο χώρο των δραστηριοτήτων τους. Όλα τούτα, τα κλέφτικα και τα καπιλίκια, η ζωή και η ενασχόληση με τα όπλα γενικότερα, ήταν για τους λίγους, όχι για τους πολλούς. Τούτοι οι τελευταίοι γνώριζαν καλά ότι το παιχνίδι της εξουσίας ανάμεσα στους λογής ενόπλους, τις περισσότερες φορές κατέληγε σε βάρος τους και φρόντιζαν να μένουν μακριά από αυτό. Ταυτόχρονα, στην πλειονότητά τους οι κάτοικοι ζούσαν τη ζωή τους μακριά από τις ιδεολογικές διεργασίες και τις προετοιμασίες της Φιλικής Εταιρείας και το σχέδιο που εξυφαινόταν στους κόλπους της. Έτσι, και παρά την οπωσδήποτε επιτυχημένη προπαγάνδα των απεσταλμένων της Φιλικής Εταιρείας τον τελευταίο χρόνο πριν από την Επανάσταση, οι πολλοί όχι μόνο δεν ήταν προετοιμασμένοι να ζήσουν σε συνθήκες γενικευμένου πολέμου, αλλά και δεν είχαν καν διανοηθεί ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να συμβεί στους ίδιους και στον τόπο τους.

Η πραγματικότητα αυτή δέσμευε ασφαλώς το πώς και από ποιους θα ξεσπούσε η Επανάσταση. Έτσι, τους πρώτους μήνες του 1821, τους σχεδιασμούς και τις προετοιμασίες για τον πόλεμο τα είχαν αναλάβει και τα διαχειρίζονταν οι κοινοτικές ιεραρχίες. Οι προύχοντες του τόπου, με τους ενόπλους που είχαν τότε στην υπηρεσία τους, βάλθηκαν να οργανώσουν το «γενικό ξεσηκωμό». Έφτιαξαν έτσι «Οργανισμούς», «Γερουσίες», «Κονσολάτα» και «Εφορείες», με σκοπό να συλλέξουν πολεμικό υλικό και κυρίως να στρατολογήσουν, να συστήσουν στρατόπεδα, με άλλα λόγια να φτιάξουν το στρατό της Επανάστασης. Με την πειθώ ή με τη φοβέρα και την απειλή, μοιράζοντας πραγματοποιήσιμες ή και απατηλές, τις περισσότερες φορές, υποσχέσεις, οι τοπικές αρχηγεσίες επιδόθηκαν στο δύσκολο έργο να μάθουν την κοινωνία της εποχής να ζει σε συνθήκες πολέμου. Για να το πούμε αλλιώς: ηγήθηκαν μιας κίνησης που απέβλεπε στη «στρατιωτικοποίηση» της κοινωνίας.

 

Σχέδιο της πολιορκίας.

 

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι ένοπλοι του τόπου, παλιοί κάποι και κατά καιρούς κλέφτες, βρίσκονταν στην υπηρεσία των μεγάλων προυχοντικών οικογενειών που είχαν, όπως προαναφέρθηκε, την ευθύνη τής κατά τόπους οργάνωσης και της διεξαγωγής του πολέμου. Αυτοί οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, διαφορετικά από ό,τι συνέβαινε με τους αρματολούς της Ρούμελης, δεν αποτελούσαν κυριαρχική δύναμη στην Πελοπόννησο, οι επαρχίες της οποίας ελέγχονταν από τους κοτζαμπάσηδες.

Η Πελοπόννησος ήταν «χώρα», δηλαδή ήταν ένας πολιτικά και διοικητικά αυτόνομος και ενοποιημένος κοινωνικός χώρος, καλά οργανωμένος, με ισχυρούς πολιτικούς θεσμούς και ιεραρχίες, τις μεγάλες προυχοντικές οικογένειες, που είχαν πολιτική εμπειρία και οικονομική δύναμη, ασκούσαν εξουσίες και είχαν κύρος και επιρροή στις επαρχίες. Οι προύχοντες εισέπρατταν τις προσόδους των επαρχιών και με τα έσοδα που αποκόμιζαν προσλάμβαναν οπλαρχηγούς και συγκροτούσαν στρατιωτικά σώματα τα οποία έλεγχαν και μισθοδοτούσαν οι ίδιοι.

Οι οπλαρχηγοί αυτοί, μυημένοι αρκετοί στη Φιλική Εταιρεία, άνθρωποι με πολεμικές δεξιότητες, γνώστες του χώρου και των ανθρώπων του, είχαν λοιπόν τη δυνατότητα και βάλθηκαν εξαρχής, ενεργώντας στην υπηρεσία των προυχόντων, να κινητοποιήσουν, να προετοιμάσουν και να οργανώσουν τις κοινότητες για πόλεμο.

Ωστόσο, καθώς η παρουσία των οπλαρχηγών κρινόταν απαραίτητη, στις νέες συνθήκες του πολέμου, η θέση τους πολύ γρήγορα επρόκειτο να αναβαθμιστεί. Ήδη από τις απαρχές της Επανάστασης, έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, στα στρατόπεδα των επαναστατών και στα πεδία των μαχών, νέες κοινωνικές σχέσεις άρχισαν να καλλιεργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και στους στρατολογημένους αγροτικούς πληθυσμούς, σχέσεις που διέπονταν από τις αξίες και τις αρχές των νέων μορφών συλλογικής οργάνωσης και δράσης τις οποίες γεννούσαν οι έκτακτες συνθήκες και ανάγκες του πολέμου. Βέβαια, η σύσταση των πρώτων στρατοπέδων ακολουθεί αρχικά μορφές οργάνωσης που προσιδιάζουν σε μια κοινωνία οργανωμένη στη βάση των δεσμών συγγένειας και της τοπικότητας. «Οι Έλληνες εις την αρχήν της επαναστάσεως αυτομάτως εσυναθροίζοντο εις τα στρατόπεδα καθ’ ομάδας, οικογενείας, χωρία και κατ’ επαρχίας. (…) Κάθε χωρίον είχε ιδικόν του καπετάνιον, και δεν επαραχώρει εις κανένα άλλον την αρχηγία, ούτε οι γείτονές των ακολούθουν άλλον τινά. Τότε ως επί το πλείστον ήσαν ομάδες συγγενικαί».[3]

Αρχικά, μόνο στους Μανιάτες φαίνεται ότι παραχωρούνταν η αρχηγία, ωστόσο σιγά σιγά άρχισαν να αναγνωρίζονται όσοι διακρίνονταν στη μάχη. Στα στρατόπεδα και τα πεδία του πολέμου οι άνθρωποι μοιράζονταν δυνατές και πρωτόγνωρες εμπειρίες, μάθαιναν να αναμετριούνται με το φόβο και δοκίμαζαν τις αντοχές τους. Στους χώρους αυτούς, λοιπόν, άρχισαν να αναπτύσσονται ισχυροί δεσμοί αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης ανάμεσά τους και οι άπειροι στον πόλεμο χωρικοί συνδέονταν με σχέσεις πίστης και αφοσίωσης προς τους εμπειροπόλεμους οπλαρχηγούς τους. Αυτοί οι τελευταίοι προσπαθούσαν, και σε ένα βαθμό το κατόρθωναν, με το καλό ή με το άγριο να μετατρέψουν τους φοβισμένους και απείθαρχους χωρικούς σε πολεμιστές:

«Ο Κολοκοτρώνης εις Χρυσοβίτσι είχε συνήθειαν κάθε δύο ημέρας να κατεβάζη τους στρατιώτας κάτω εις τον κάμπον, να βάλλη τους υπασπιστάς του να τους μετρούν, να τους ομιλή και να τους λέγη να κάμουν ανά δύο δύο διάφορα κινήματα με τα ντουφέκια των και πώς να φέρωνται, να τους εμψυχώνη, να τους κάμη να γνωρίζονται και να αγαπώνται και να πονούνται αναμεταξύ των όταν έβλεπεν ο ένας τον άλλον, μάλιστα έσταιναν όπως οι τακτικοί τα τουφέκια των όλα μαζί πυραμίδας, έπαιζαν, ωμιλούσαν, έριχναν τo λιθάρι, εχόρευαν επήδαγαν και έπειτα με μίαν φωνήν τους επανέφερε πάλιν εις τα άρματα».[4]

Στα στρατόπεδα, και ιδίως γύρω από την Τριπολιτσά μάθαιναν να πολεμούν, να μη διαλύονται μπροστά στις πρώτες δυσκολίες και, κυρίως, να υπακούουν τους σωματάρχες τους και να εκτελούν τις διαταγές τους. Ακόμη, μάθαιναν κανόνες και αρχές κοινωνικής συνύπαρξης εντελώς διαφορετικούς από αυτούς στους οποίους είχαν μάθει έως τότε να ζουν: η κατοχή και η καθημερινή χρήση των όπλων, οι νέοι αξιακοί κώδικες που συναρτώνται με αυτά, η πειθαρχία και ο καταμερισμός ρόλων και αρμοδιοτήτων μιας οιονεί στρατιωτικής ζωής, δηλαδή οι νέες ιεραρχίες που συστήνονταν και νομιμοποιούνταν πρωτίστως βάσει των πολεμικών δεξιοτήτων· όλα τούτα ήταν πράγματα που δεν αντλούσαν από την παράδοση των κοινοτικών θεσμών, ήταν πράγματα καινούργια, που άνοιγαν, με τη σειρά τους, νέες προοπτικές για τούς επαναστάτες και τους οπλαρχηγούς τους.

Οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι

στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί

και εξουσίες, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά,

είχαν αποσταθεροποιηθεί

 

Οι πολεμικές δεξιότητες, παραδείγματος χάριν, καθώς αναγνωρίζονταν ως οι μέγιστες αξίες στις νέες αυτές συνθήκες ζωής των ανθρώπων, καταξίωναν τους φορείς τους στις συνειδήσεις των υπολοίπων, και βεβαίως αποτελούσαν, μεταξύ άλλων, μέσον επίδειξης και εμπέδωσης ισχύος και επιβολής ανάμεσά τους. Στις συνθήκες του πολέμου, οι κανονικότητες των αγροτικών πληθυσμών είχαν διαταραχθεί, πολλοί από τους καταναγκασμούς της προηγούμενης ζωής τους εξέλιπαν πλέον και νέες μέριμνες και υποχρεώσεις τους είχαν αντικαταστήσει: οι Τούρκοι ήταν κλεισμένοι στα κάστρα και οι κοινοτικοί θεσμοί και εξουσίες, τώρα πια, μέσα στην αναστάτωση, τις νέες προτεραιότητες και τις ανάγκες που γεννούσε ο πόλεμος, δεν λειτουργούσαν όπως παλιά, είχαν αποσταθεροποιηθεί. Πολλοί λοιπόν ήταν αυτοί που εγκατέλειπαν τα σπίτια και τις οικογένειες τους για τα στρατόπεδα, που άφηναν πίσω το φοροεισπράκτορα και τα χρέη τους ακολουθώντας κάποιον οπλαρχηγό. Αρχικά, το έκαναν πιθανά από φόβο, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς ή γιατί δεν είχαν και τίποτα να χάσουν και αναζητούσαν κάποιες νέες ευκαιρίες.

 

Πορτρέτο Έλληνα αγωνιστή (ενδεχομένως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη). Ελαιογραφία αγνώστου, 19ος αιώνας. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.

 

Εκεί πάντως, στα στρατόπεδα, ένιωθαν κατά κάποιον τρόπο ελεύθεροι, και βέβαια ήταν οπλισμένοι, στην αρχή μόνο με μαχαίρια και αγροτικά εργαλεία και στη συνέχεια με τα όπλα των αντιπάλων τους, τα οποία κέρδιζαν στη μάχη, γεγονός που τους έδινε μια αίσθηση δύναμης, τους έκανε να έχουν μιαν άλλη εικόνα για τον εαυτό τους και για τον κόσμο γύρω τους. Οι φήμες πάλι, που οργίαζαν εκείνη την εποχή για τις μεγάλες περιουσίες των Τούρκων στις οχυρωμένες πόλεις και στα κάστρα, και ιδίως στην Τριπολιτσά, τους κινητοποιούσαν, όπως και η προπαγάνδα των Φιλικών για τη διανομή των χωραφιών που είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι.

Η προσκόλληση σε κάποιο δυνατό οπλαρχηγό, ο οποίος θα μπορούσε να τους τα προσφέρει όλα τούτα, ήταν κίνητρο ζωής για τους ανθρώπους της εποχής, που τους έκανε να ακολουθούν πιστά τους αρχηγούς τους, να δένονται μαζί τους και να τους εμπιστεύονται τις τύχες τους. Κυρίως, όμως, οι οπλισμένοι χωρικοί, μπροστά στο φόβο του πολέμου, αναγνώριζαν στον οπλαρχηγό εκείνον που θα μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη τους, να τους προστατέψει. Από τη στιγμή μάλιστα που εντατικοποιήθηκε η διαδικασία της στρατολόγησης και πολλοί χωρικοί ζούσαν πλέον ως πολεμιστές στα στρατόπεδα, όπως συνέβη από ένα σημείο κι έπειτα στην Τριπολιτσά, όλο και περισσότερο συνέδεαν τη ζωή τους και τη μοίρα τους με τους οπλαρχηγούς τους, τους οποίους άρχιζαν να αναγνωρίζουν πλέον ως νέους αρχηγούς τους, νέους προστάτες και ευεργέτες τους.

 

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα

από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε

τους εξεγερμένους Χριστιανούς

 

Από την άλλη πλευρά, οι οπλαρχηγοί, που διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη στρατολόγηση και τις πολεμικές επιχειρήσεις, ενέπνεαν εμπιστοσύνη και προκαλούσαν το σεβασμό των ανθρώπων που οδηγούσαν στις μάχες, οι οποίοι αναγνώριζαν σ’ αυτούς το δεινό πολεμιστή, αυτόν που γνωρίζει να χειρίζεται τα όπλα και να δίνει λύσεις στις δύσκολες στιγμές, που δεν φοβάται τον εχθρό, μπορεί να κρατήσει τη θέση του απέναντι του και να τον αντιμετωπίσει ως ίσος προς ίσον.

Έτσι, οι οπλαρχηγοί δεν άργησαν να αποκτήσουν δύναμη, να αισθάνονται και οι ίδιοι δυνατοί στο «φυσικό» τους περιβάλλον που ήταν ο πόλεμος. Με άλλα λόγια, στους ανθρώπους αυτούς άρχισε να καλλιεργείται η αίσθηση ότι θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν από τους παλιούς πάτρωνές τους, τους προύχοντες, και να διεκδικήσουν πλέον νέους, αυτόνομους ρόλους στην Επανάσταση.

Ας μην το ξεχνάμε. Ο πόλεμος, με τη μεγάλη κοινωνική σύγχυση και το κενό εξουσίας που είχε προκαλέσει στις επαρχίες της Πελοποννήσου, συνιστούσε μια ρευστή κατάσταση που κυοφορούσε αλλαγές στη ζωή, τις αντιλήψεις και τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι άνθρωποι της εποχής είχαν αυτήν την αίσθηση της ανατροπής στη ζωή τους· το παλιό και το σταθερό, ότι κι αν σήμαινε για τον καθένα, δεν υφίστατο, προς το παρόν τουλάχιστον, και αυτό τους δημιουργούσε μεγάλη ανασφάλεια. Ο κόσμος, στον οποίο είχαν μάθει να αναγνωρίζουν και να αποδίδουν ρόλους στον εαυτό τους και τον άλλο, δεν ήταν, τώρα, ο ίδιος με πριν. Ακόμη και η αίσθηση που είχαν για το χρόνο οι άνθρωποι είχε αρχίσει να αλλάζει: από το μακρό, σχεδόν ακίνητο χρόνο και την κανονικότητα της ποιμενικής και αγροτικής ζωής, ζούσαν τώρα μέσα στη δίνη του πολέμου και του επαναστατικού πυρετού, όπου τα γεγονότα διαδέχονταν γρήγορα το ένα το άλλο, το ίδιο και τα συναισθήματα, οι εμπειρίες και οι προκλήσεις που καθημερινά είχαν να αντιμετωπίσουν. Είχαν λοιπόν οι άνθρωποι την αίσθηση του ρευστού παρόντος και του ασχημάτιστου όσο και αβέβαιου μέλλοντος, που τους έκανε να φοβούνται, αλλά και τους έδινε, ταυτόχρονα, μια πρωτόγνωρη αίσθηση δύναμης και ελευθερίας.

Στα στρατόπεδα των επαναστατών, λοιπόν, οι παλιές ιεραρχίες και οι καταναγκασμοί των κοινοτικών θεσμών έχαναν μεγάλο μέρος της ισχύος τους και νέες ξεπρόβαλλαν, οι στρατιωτικοί αρχηγοί, που πρωταγωνιστούσαν στον πόλεμο, προσεταιρίζονταν τις κοινότητες, αποκτούσαν τους «δικούς τους» ανθρώπους κι άρχισαν έτσι να διαμορφώνουν το δικό τους χώρο. Με άλλα λόγια, τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, στα στρατόπεδα που βρίσκονταν έξω από τα πολιορκημένα κάστρα, συστήνονταν νέες σχέσεις εξουσίας, οι οποίες εγκαθιδρύονταν ως σχέσεις προστασίας ανάμεσα στον παλιό κάπο και κλέφτη, που διεκδικούσε να γίνει στρατιωτικός ηγέτης, και τις εξεγερμένες πλέον κοινότητες που μάθαιναν ένα νέο τρόπο ζωής· σχέσεις που, στις νέες αυτές συνθήκες, δεν διαμεσολαβούνταν αναγκαστικά από την παρουσία των προυχόντων, των παλιών αφεντάδων και των μεν και των δε, και εκ των πραγμάτων διαρρήγνυαν τους μακρόχρονους δεσμούς αυτών των τελευταίων με τους κοινοτικούς πληθυσμούς και έθεταν έτσι υπό αίρεση τις παραδοσιακές σχέσεις και θεσμούς εξουσίας. Κοντολογίς, η ένταξη των ανθρώπων του 1821 στις νέες μικροκοινωνίες και ιεραρχίες των στρατοπέδων είχε αποτέλεσμα τη διατάραξη μακραίωνων πολιτικών ισορροπιών, την άρση πολλαπλών δεσμεύσεων και εξαρτήσεων, βάσει των οποίων είχαν οργανωθεί και λειτουργούσαν μέχρι τότε οι κοινοτικοί δεσμοί στην Πελοπόννησο.

Οι δυναμικές αμφισβήτησης των σχέσεων εξουσίας που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται μετά τις μάχες στο Βαλτέτσι και τα Δολιανά και τη συστηματοποίηση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς από τον Θ. Κολοκοτρώνη, ενισχύθηκαν από την άφιξη στην Πελοπόννησο του Δημήτριου Υψηλάντη (21 Ιουνίου) και την απαίτησή του να αναλάβει, ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής, τη γενική διεύθυνση του Αγώνα.

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, Ιανουάριος, 1827.

Με το άκουσμα της έλευσης του πρίγκιπα από τη Ρωσία, ο ενθουσιασμός συνεπήρε τους εξεγερμένους Χριστιανούς που πήραν δυναμικά το μέρος του στις πρώτες διαφωνίες με τους κοτζαμπάσηδες στα τέλη Ιουνίου (Βέρβαινα) και στις αρχές Ιουλίου (Ζαράκοβα). Ο Υψηλάντης έκανε λοιπόν ηγεμονική εμφάνιση στην Πελοπόννησο, παρουσιάστηκε ως ο «αρχηγός» των εξεγερμένων, διεκδίκησε για τον εαυτό του το ρόλο του ισχυρού και αναγνωρισμένου ηγέτη τους στην Επανάσταση και υιοθέτησε τα στρατιωτικά σχέδια του Κολοκοτρώνη για τη σημασία της πτώσης της Τριπολιτσάς.

Οι περισσότεροι από τους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου τάχθηκαν στο πλευρό του Υψηλάντη, του προσέφεραν, αρχικά τουλάχιστον, την υποστήριξη τους στις αντιδικίες του με τους προύχοντες και από την 1η Ιουλίου τον αναγνώρισαν ως αρχηγό της πολιορκίας της Τριπολιτσάς και από κοινού ανέλαβαν την οργάνωση της. Έκτοτε, ο Υψηλάντης μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τους Πελοποννήσιους ενόπλους διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιορκία και την κυρίευση της πόλης, ήλεγχαν τα στρατεύματα και κατηύθυναν τις κινήσεις τους, αντιπροσώπευαν τους πολιορκητές στις συνομιλίες και διαπραγματεύσεις, με άλλα λόγια αναγνωρίζονταν πλέον ως στρατιωτικοί αρχηγοί. Ως τέτοιοι οι οπλαρχηγοί συμμετείχαν και στην κατανομή των λαφύρων, όταν έπεσε η πόλη, γεγονός που τους επέτρεψε να ισχυροποιήσουν ακόμη περισσότερο τη θέση τους στην Επανάσταση. Τα λάφυρα τους προσέφεραν τη δυνατότητα να στρατολογούν και να διαθέτουν δικούς τους ενόπλους, αφού θα μπορούσαν πλέον να τους μισθοδοτούν οι ίδιοι. Ακόμη περισσότερο, τώρα που είχαν φύγει οι Οθωμανοί και είχαν κλειστεί στα κάστρα, οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι θα μπορούσαν, δια των ενόπλων τους και με τα λάφυρα που είχαν αποκομίσει, να ελέγχουν τις επαρχίες ιδιοποιούμενοι τις προσόδους και εισπράττοντας τους φόρους τους.

Γι’ αυτούς του ανθρώπους, όπως και για τους προύχοντες εξάλλου, το ζήτημα της εξουσίας στην Επανάσταση αφορούσε το ποιος θα ελέγχει τα όπλα και θα διαχειρίζεται τις κοινότητες ως προς την πολιτική και οικονομική οργάνωση και διεξαγωγή του πολέμου. Οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι διαμόρφωναν έτσι, εκείνη την εποχή, τους υλικούς όρους ανάδειξης και αναπαραγωγής τους ως αυτόνομης στρατιωτική και πολιτικής δύναμης στην Επανάσταση.

Ήδη στην κεντρική ορεινή Πελοπόννησο είχαν προκληθεί σημαντικές ανακατατάξεις στις σχέσεις τοπικής δύναμης και εξουσίας ανάμεσα στους ανθρώπους των όπλων και τους προύχοντες. Ο Κολοκοτρώνης και οι συγγενείς του Πλαπουταίοι είχαν διαμορφώσει ζώνες επιρροής στην Καρύταινα και ασκούσαν τον έλεγχο σε σημαντικά τμήματα της επαρχίας, γεγονός το οποίο θα επέτρεπε στον πρώτο, λίγο μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, να στρατολογήσει και να εκστρατεύσει στην Πάτρα επικεφαλής δικού του στρατιωτικού σώματος. Ο Κολοκοτρώνης είχε ισχυρές διασυνδέσεις στην εν λόγω επαρχία από την εποχή που ήταν καπόμπασης. Το ίδιο συνέβαινε και με τους συγγενείς του Πλαπουταίους, επίσης ισχυρούς καπομπασήδες της ίδιας επαρχίας, που ήλεγχαν από παλιά τα χωριά της Λιοδώρας. Τα ήδη δημιουργημένα αυτά δίκτυα σχέσεων ενεργοποιήθηκαν και ενδυναμώθηκαν στις νέες συνθήκες του πολέμου, με αποτέλεσμα να ανατραπούν παραδοσιακές ισορροπίες και να αρχίσουν να μεταστρέφονται οι τοπικοί συσχετισμοί δύναμης υπέρ των στρατιωτικών και σε βάρος της μεγάλης προυχοντικής οικογένειας των Δεληγιανναίων.

Όταν έπεσε η Τριπολιτσά (23 Σεπτεμβρίου), ο Κολοκοτρώνης μαζί με τους Πελοποννήσιους ενόπλους «πάτησε το πόδι του» στην πόλη ως θριαμβευτής και νέος κατακτητής. Και το γεγονός τούτο συμβόλιζε τη μεγάλη δύναμη που άρχιζαν πλέον να αποκτούν στην Επανάσταση οι παλιοί κάποι και κλέφτες της Πελοποννήσου.

Η Επανάσταση και ο πόλεμος έφτιαχναν τότε ένα νέο τύπο ηγέτη: τον Πελοποννήσιο ένοπλο, στον οποίο προσφερόταν η δυνατότητα να αποδεσμευτεί από την επιρροή των παλιών πατρώνων του, να καταξιωθεί μέσα από τη συμμετοχή και την προσφορά του στον πόλεμο, να αποκτήσει ιδιαίτερη κοινωνική παρουσία και πολιτικό βάρος και να διεκδικήσει έτσι ηγετικό ρόλο στην Επανάσταση ως στρατιωτικός αρχηγός.

 

Παναγιώτης Κεφάλας. Ο Κεφάλας σηκώνει τη σημαία της ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς.

 

Άλωση Τριπολιτσάς – η εξέλιξη

 

23 Σεπτεμβρίου 1821 – (Παρασκευή) 9 π.μ. -10 π.μ.

Μάχες και εξόντωση της τουρκικής φρουράς στην τάπια της «Πόρτας τ’ Αναπλιού», από το Σώμα του Μανόλη Δούνια. Είσοδος των Ελλήνων και ύψωση της σημαίας τους πάνω από την Πόρτα, όπου κυμάτιζαν πριν οι ημισέληνοι.

10 π.μ. – απόγευμα

Σκληρές οδομαχίες στην πόλη της Τριπολιτσάς, με 300 Έλληνες πολεμιστές νεκρούς. Νωρίς το απόγευμα. Εκτέλεση Σωτηράκη Κουγιά, προεστού Τριπολιτσάς, και άλλων συνεργατών των Τούρκων, που ήσαν αντίθετοι στην Επανάσταση

4. μ.μ. (;)

Ανεπιτυχής απόπειρα πυρπόλησης των γραφείων του σεραγιού της Τριπολιτσάς – όπου στεγάζονταν τα αρχεία και άλλες υπηρεσίες – από τους ίδιους τους Τούρκους.

5.00 μ.μ. – 6.00 μ.μ.

Καύση των διαμερισμάτων (κονακίων) μόνο του σεραγιού από τους Έλληνες. Εκεί βρίσκονταν 300 Αλβανοί, που δεν δέχονταν να «συμβιβαστούν» με τους επαναστάτες.

Μεσάνυχτα

Ολοσχερής πυρπόληση και αποτέφρωση του σεραγιού (γραφείων, κονακίων, λοιπών εγκαταστάσεων) χωρίς να είναι γνωστός ο δράστης, Τούρκος (;) ή Έλληνας (;)

24 Σεπτεμβρίου 1821 (Σάββατο) Πρωί

Οι οδομαχίες συνεχίζονται. Σφαγή Ελλήνων συνεργατών-Τούρκων και Εβραίων.

Μεσημέρι (;)

Απομάκρυνση – έπειτα από συμφωνία με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη – περίπου 3.000 (;) Αλβανών που είχαν εισέλθει στην Τριπολιτσά πριν από την άλωση.

25 Σεπτεμβρίου 1821 (Κυριακή)

Συνέχεια σφαγών: συνολικά σφάζονται περί τους 10.000 ή και περισσότερους Τούρκους, Εβραίους, Έλληνες και Αλβανούς. Οι Έλληνες συνεργάτες είναι λιγοστοί, όπως και οι Αλβανοί. Οι εβραϊκές οικογένειες υπολογίζονται σε 50. Οι υπόλοιποι είναι Τούρκοι.

26 Σεπτεμβρίου 1821 (Δευτέρα)

Διαταγή παύσης σφαγών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Πρβλ.: «…εγώ τους είπα “Εάν θέλετε να βαρέσετε τους Αρβανίταις, σκοτώσετε εμένα πρώτα, ειμή και είμαι ζωντανός όποιος πρωτορήξη εκείνονε πρωτοσκοτώνω πρώτα”. Κ’ εμβήκα μπροστά με τους σωματοφύλακάς μου… Εγώ έμεινα πιστός εις τον λόγον της τιμής μου», Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, Αθήνα, εκδ. Τολίδη, χ.χ., σ. 165.

[2] Πρβλ. «Από εδώ ο Κολοκοτρώνης έστειλεν αμέσως τον Πάνον εις τα χωρία της Καρύταινας με γραπτή διαταγήν του να βγάλη όλους τους Καρυτινούς εις τα άρματα… Είχε δε την άδειαν ο Πάνος να σκοτώνη, να καίη τα σπίτια των και να δημεύη τα πράγματά των προς όφελος των στρατιωτών», Φωτάκος, Απομνημονεύματα Περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τ. Α, εκδόσεις Βεργίνα, 1996, ο. 93.

[3] Ο.π., σ. 115

[4] Ο.π., σ. 130

 

Νίκος Ροτζώκος – Ιστορικός, Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Διονύσης Τζάκης – Ιστορικός, Καθηγητής Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου  

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »