Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Δημόσια αλληλοδιδακτική σχολή θηλέων Πρόνοιας Ναυπλίου

 

Οι Κρήτες πρόσφυγες του συνοικισμού Πρόνοιας Ναυπλίου, παρά τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, ενδιαφέρθηκαν νωρίς για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Στα αλληλοδιδακτικά σχολεία του Ναυπλίου διαπιστώνουμε τη φοίτηση Κρητών από το πρώτο έτος της διακυβέρνησης του Καποδίστρια. Το έντονο ενδιαφέρον για την παιδεία τους ώθησε στη σύσταση παρθεναγωγείου αποκλειστικά για τα κορίτσια τους. Η προσπάθεια αυτή χρονολογείται από τις αρχές Μαΐου 1831, όταν ο Κυβερνήτης αποδέχθηκε το αίτημα τους για σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων στην Πρόνοια. Ενδιαφέρθηκε μάλιστα προσωπικά για την εκπαίδευση της συμπολίτισσας τους Μαρίας Λιμπρίτη στην αλληλοδιδακτική μέθοδο, προκειμένου να διδάξει σ’ αυτό.

Η ίδρυση του σχολείου επιτυγχάνεται ένα χρόνο περίπου αργότερα από τον Αυγου­στίνο Καποδίστρια. Λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία του «να εκτέλεσθή ο σκοπός του αειμνήστου Κυβερνήτου» και τις άμεσες και σαφείς εντολές του προς το Διοικητή Ναυπλίας στις 7 Μαρτίου 1832, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι η έναρξη λειτουργίας του δεν καθυστέρησε.

Αν δεχθούμε την άποψη της Ελένης Μπελιά – Ελένη Μπελιά, Δ/ντρια Κέντρ. Ερ. Ιστ. Νεωτ. Ελληνισμού Ακαδ. Αθηνών –  για πιθανή λειτουργία στην περιοχή δύο σχολείων αποκλειστικά για Κρήτες μαθητές, το Μάιο του 1831, μεταξύ των οποίων το ένα στην Πρόνοια με δάσκαλο τον Δημήτριο Βλαστό, τότε της Μαρίας Λιμπρίτη είναι ίσως το τρίτο. Η παρουσία των σχολείων αυτών δείχνει έμπρακτα το διακαή ζήλο των Κρητών για την εκπαίδευση των παιδιών τους, «αρρένων και θηλέων», έξω από το χώρο της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η σχολή λειτούργησε για μικρό διάστημα, το οποίο δεν καθορίζεται·  λόγω της αναρχίας που ακολούθησε η σχολή έκλεισε και επαναλειτούργησε κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

  

Διδακτικό προσωπικό


Δασκάλα στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας διορίστηκε η Μαρία Λιμπρίτη, χήρα, κρητικής καταγωγής. Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, μετά από υπόδειξη των προσφύγων συμπατριωτών της, μερίμνησε για τις σπουδές της, αποστέλλοντας την ως υπότροφο στην Αίγινα «διά να διδαχθή την Αλληλοδιδακτικήν, και να διδάξη τά κοράσια των».

Το Φεβρουάριο του 1832 η Μαρία Λιμπρίτη σε αίτηση της προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια ανέφερε: «Καταταχθείσα εις τον υποτρόφων κατάλογον εδιδάχθην την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον, καθώς τα ανά χείρας μου εσώκλειστα διαλαμβάνουν ήδη δε θέλουσα να μεταδώσω την έπιστήμην ταύτην εις την ομοεθνή μοι Νεολαΐαν, υστερουμένην τα μέσα, προστρέχω εις το φιλάνθρωπον και ενεργετικόν ώμμα της Υ.Ε…»

Από τα παραπάνω συμπεραίνομε ότι μετά από οκτάμηνη παραμονή και μαθητεία της στην Αίγινα, επέστρεψε στο Ναύπλιο, κάτοχος πλέον της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και καθ’ όλα έτοιμη να ασκήσει τα διδακτικά της καθήκοντα. Ένα μήνα αργότερα, το Μάρτιο του 1832, η Μαρία Λιμπρίτη ως δασκάλα στο αρτισύστατο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Πρόνοιας. Κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας δίδαξε ως ιδιαίτερη δασκάλα. Ο μισθός της καθορίστηκε σε 15 φοίνικες με διαταγή του Αυγουστίνου Καποδίστρια.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 

 

Read Full Post »

Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

              Ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «Γυναικεία Σχολή» Ναυπλίου της Ελένης Δανέζη

 

Τρεις μήνες περίπου μετά την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο παρουσιάζονται ευοίωνες προοπτικές για την πορεία της γυναικείας εκπαίδευσης στην Αργολίδα, με την ίδρυση σχολής θηλέων στην έδρα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η δασκάλα Ελένη Δανέζη προχωρεί με συντονισμένες ενέργειες στη σύσταση αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Ναύπλιο. Με αναφορά στις 17 Απριλίου 1828 γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία της Επικράτειας τις προθέσεις της και παράλληλα υποβάλλει «Όργανισμόν της γυναικείας αλληλοδιδακτικής σχολής, καθώς και τον κατάλογον των συνδρο­μητών αυτής…». Με πρωτοβουλία επομένως της «διδασκάλου» Ελένης Δανέζη και την οικονομική ενίσχυση οκτώ αρχικά κατοίκων της πόλης, οι οποίοι συγκέντρωσαν ποσό 800 γροσιών, ιδρύθηκε η πρώτη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Η ίδια εκφράζει την αισιοδοξία ότι οι συνδρομητές «εντός ολίγου θέλει πολλαπλασιασθή». Πράγματι, το έτος 1832 ο κατάλογος των συνδρομητών παρουσιάζεται αρκετά διευρυμένος με είκοσι έξι «ευπειθείς πολίτας» του Ναυπλίου, οι οποίοι αποβλέπουν «εις την συγκρότησιν Σχολείου κατά τε την ευμάθειαν και καλλωπισμόν της Κορασιακής Νεολαίας». 

Παρά τον ιδιωτικό χαρακτήρα της σχολής, η κυβέρνηση έρχεται αρωγός σ’ αυτή την εκπαιδευτική προσπάθεια στο μέτρο των δυνατοτήτων της. Η λειτουργία της σχολής άρχισε αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, και με μικρά διαστήματα παύσεων υφίσταται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζομε. Η λειτουργία της συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας.

Καινοτομία για τα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής αποτελεί ο «Οργανισμός της Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου. Τέθηκε σε ισχύ από την έναρξη λειτουργίας της και αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο σοβαρής υποδομής και υπεύθυνης αντιμετώπισης της εκπαίδευσης των κοριτσιών απ’ όλους τους ιδρυτικούς της παράγοντες. Είναι συνοπτικός και καθορίζει τις βασικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία της. Στον οργανισμό αυτό γίνεται λόγος για το σκοπό, τη μέθοδο, τα μαθήματα, τους μαθητές (ηλικία, φύλο, οικονομικές υποχρεώσεις), τους διδασκάλους, τους εφόρους και τα εισοδήματα που απαιτούνταν για τη συντήρηση της.

Ο οργανισμός φέρει ημερομηνία 17 Απριλίου 1828, αποτελείται από έντεκα άρθρα και υπογράφεται από τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Στο Α’ άρθρο αναφέρεται: «Σκοπούμενον του καταστήματος τούτου είναι ή εκπαίδευσης των Κορασιών». Η σαφήνεια με την οποία τίθεται ο σκοπός της σχολής δεν αφήνει περιθώρια για τυχόν παρεκκλί­σεις. Αξίζει να μνημονευθεί ότι με το άρθρο Δ’ λαμβάνεται ιδιαίτερη πρόνοια για τις οικονομικά ασθενείς τάξεις, οι οποίες απαλλάσσονται από την καταβολή διδάκτρων.

Δε γνωρίζομε κατά πόσο εφαρμόστηκε αυτή η επαγγελία. Το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η οικονομική αδυναμία των ελληνικών οικογενειών δε δημιουργεί φραγμούς στην εκπαίδευση των κοριτσιών τους. Η αλληλοδιδακτική σχολή της Ελένης Δανέζη είναι η πρώτη γυναικεία σχολή της περιόδου αυτής, της οποίας η λειτουργία διέπεται από επίσημο «Οργανισμόν».

 

Στέγαση ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας σχολής» Ναυπλίου


 

Η σχολή δεν αντιμετώπισε άμεσα προβλήματα στέγασης κατά το αρχικό στάδιο της λειτουργίας της. Τον Ιούλιο του 1830, κατά τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, «το σχολείον των παρθένων (Ναυπλίου) περιθάλπεται παρά της Σ. Κυβερνήσεως με μόνον το δημόσιον κατάστημα». Η κυβέρνηση παραχώρησε εθνική οικία για τη στέγαση της. Η απουσία εξάλλου από τον οργανισμό της σχολής σχετικού άρθρου, μας οδηγεί στην υπόθεση ότι το θέμα αυτό είχε διευθετηθεί έγκαιρα. Το οίκημα όμως δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, διότι «είναι στενόχωρον και εις θέσιν μη αρμοδίαν διά παρθένους». Η ακαταλληλότητα του και η παντελής έλλειψη σχολικών «επίπλων» επιδεινώνουν την κατάσταση. Δε διέθετε ούτε «θρανία ουδέ γραφεία». Συμπεραίνουμε ότι η γραφή γινόταν «επί των γονάτων».

Το Μάιο του 1832, είκοσι έξι πολίτες του Ναυπλίου, προφανώς γονείς των μαθητριών, αναφέρουν στον Κυβερνήτη ότι το σχολείο «διαμένει ήδη έν άεργεία» εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλου οικήματος. Η δυσλειτουργία της κυβέρνησης ώθησε τους γονείς να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να επιλέξουν νέο κατάστημα, «το παρά τη πηγή γειτνιάζον εθνικό οίκημα τής πάλαι Αστυνομίας, εν τω όποίω έγεγόνασι αί εδραίαι έργασίαι». Η συγκεκριμένη προσπάθεια δεν απέδωσε, διότι το επισκευασθέν αυτό οίκημα, ως εθνικό, δημοπρατήθηκε και κατακυρώθηκε στον Ρόδιο. Την ίδια τύχη είχε και η υπ’ αριθ. 638 εθνική οικία, στην οποία λειτουργούσε το «σχολείο κορασίδων» μέχρι τον Απρίλιο του 1832, «οτε κατασχεθέντος και τούτου του οικήματος παρά του Στρατηγού Γαρδικιώτου, έμειναν χωρίς οίκημα και αι εργασίαι διεκόπησαν». Κάτω από τα δεδομένα αυτά οι γονείς ζητούν επίμονα από την κυβέρνηση το οίκημα «από το όποιον προ ολίγου από τον Ρόδιον εξώσθηοαν», επειδή το θεωρούσαν ως το πλέον κατάλληλο για σχολείο «διδασκομένων Νεανίδων».

Τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέθεσε η κυβέρνηση στο διοικητή Ναυπλίας, ο οποίος αποφάνθηκε ότι παράνομα ο Ρόδιος ιδιοποιείται την εθνική οικία, διότι δε διαθέτει «πωλητήριον», και κατά συνέπεια «ή έκποίησις αύτη μένει ατελεύτητος». Με το πόρισμα του συμφωνεί η Γραμματεία Παιδείας. Εισηγείται μάλιστα στη Διοικητική Επιτροπή την παραχώρηση της εθνικής οικίας για τη στέγαση της «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου, με το σκεπτικό «ότι ό σκοπός διά τον όποιον ζητούν οι πολίται το οίκημα τούτο, αποβλέπει την εκπαίδευσιν των νεανίδων, πράγμα τόσον ουσιώδες και σύμφωνον με όσα ή Σ. Διοίκησις διέταξεν ήδη προς την πρόοδον της παιδείας».

Τελικά μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Διοικητική Επιτροπή αποφάσισε: «το εθνικόν οίκημα το παρά την πηγήν και την εκκλησίαν του αγίου Σπυρίδωνος, προσδιορισθέν, κατ αρχάς διά σχολείον των Κορασιών προσδιορίζεται και ήδη, διά να χρησιμοποιηθή προς τον σκοπόν τούτον». Ο σχολικός χώρος βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με τα οριζόμενα από τον Οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Η γειτνίαση του τόσο με την πηγή και ιδιαίτερα με το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος αποτέλεσε ίσως βασικό κριτήριο επιλογής του συγκεκριμένου κτιρίου από τους γονείς των μαθητριών. Η διάθεση του δεν πρέπει να διήρκεσε πολύ. Έτσι οι γονείς των μαθητριών επανέρχονται με αναφορά τους, τον Απρίλιο του 1833, προς την Αντιβασιλεία, χωρίς να βρουν ανταπόκριση. Η λειτουργία της συνεχίστηκε σε ιδιωτικό χώρο « εις βάρος των γονέων των στελλόντων εις  αυτό τα κοράσια των».

 

 Διδακτικό προσωπικό


 Δασκάλες ιδιαίτερης αλληλοδιδακτικής «Γυναικείας Σχολής» Ναυπλίου

Με το Ε’ άρθρο του οργανισμού της σχολής καθορίζεται το διδακτικό προσωπικό της και τα καθήκοντα του: «Η σχολή έχει μίαν διδάσκαλον και μίαν υποδιδάσκαλον. Η υποδιδάσκαλος εις τα γράμματα είναι διδάσκαλος εις τας γυναικείας τέχνας». Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διδακτικές υποχρεώσεις της «υποδιδασκάλου» προβλέπο­νται από τον οργανισμό με σαφήνεια και δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της «διδασκά­λου».

Στον κατάλογο των διδασκομένων κορασιών «εν τη ιδιαιτέρα σχολή του Ναυπλί­ου», της 29 Νοεμβρίου 1829, γίνεται λόγος μόνο για τη δασκάλα Ελένη Δανέζη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διοικητή Ναυπλίας, Νικολάου Γερακάρη, η «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου «σχολαρχεΐται» τον Ιούλιο του 1830 από την Ελένη Δανέζη και την ανιψιά της Αργυρή, οι οποίες κατάγονταν από τα Χανιά Κρήτης. Συμπληρωματικά στοιχεία παρέχει ο επιθεωρητής των διδακτικών καταστημάτων Πελοποννήσου Ιωάν­νης Κοκκώνης, το Δεκέμβριο του 1830: «Η κυρία Ελένη Δανέζη μετά της ανεψιάς της Αργυρούλας Χαραλάμπους έχουσι σχολείο εις Ναύπλιον […] και αι δύο αύται κυρίαι εμαθήτευσαν την μέθοδον εις τα Κύθηρα, όπου εδίδαξαν 3 έτη και γράφουσι και εκφράζονται όποσουν καλώς εις  την γλώσσάν μας. Η νεάνις Αργυρούλα εσπούδασεν ολίγα ελληνικά».

Η Ελένη Δανέζη και η ανιψιά της Αργυρούλα Χαραλάμπους, διευθύντρια και υποδι­δάσκαλα αντίστοιχα, διέθεταν κάποια ουσιαστικά διδακτικά προσόντα. Αλληλοδιδασκάλες και οι δύο διδάχθηκαν τη μέθοδο στα Ιόνια νησιά και συγκεκριμένα στα Κύθηρα, όπου στη συνέχεια απέκτησαν τριετή διδακτική εμπειρία. Οι επιδράσεις που δέχθηκαν από το εκπαιδευτικό σύστημα που ίσχυε εκεί είναι εμφανείς στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου. Οι διδακτικές τους ικανότητες συμπληρώνονται με την ευχέρεια στο γραπτό και προφορικό λόγο, απαραίτητα προσόντα για τις αλληλοδιδασκάλες που διευθύνουν σχολεία. Η Αργυρούλα Χαραλάμπους, εκτός από την σπουδή των ελληνικών, διέθετε και τις απαραίτητες για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία των θηλέων γνώσεις ραπτικής, προσαρμοσμένες μάλιστα στην αλληλοδιδακτική μέθοδο. Η Ελένη Δανέζη συνέχισε την εκπαιδευτική της δραστηριότητα και κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας. Το έτος 1834 έλαβε από την εξεταστική επιτροπή των δημοδιδασκάλων πτυχίο δημοδιδασκάλισσας γ΄ τάξης με το χαρακτηρισμό «καλή».

 

 Μισθοδοσία διδασκαλισσών


Τα αλληλοδιδακτικά παρθεναγωγεία που λειτούργησαν στην Αργολίδα, με εξαίρεση τη σχολή θηλέων της Πρόνοιας, ήσαν ιδιαίτερα έτσι η μισθοδοσία του διδακτικού τους προσωπικού στηρίζεται στα δίδακτρα των μαθητών και στις συνεισφορές των πολιτών.

Η ρύθμιση των αποδοχών του διδακτικού προσωπικού της αλληλοδιδακτικής «γυναικείας σχολής» Ναυπλίου ανήκει σύμφωνα με τον οργανισμό της στα χρέη των εφόρων, οι οποίοι υποχρεούνται «να συμφωνούσι και να πληρώνουσι τον προσδιοριζόμενον μισθόν εις τας διδασκάλους». Η μισθοδοσία επομένως της Ελένης Δανέζη και της Αργυρούλας Χαραλάμπους ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας τους με τους σχολικούς εφόρους.

Στα κύρια εισοδήματα της σχολής περιλαμβάνονταν οι συνεισφορές «των φιλόμου­σων» και «ή διά την διδασκαλίαν κατά μήνα πληρωμή των ευκατάστατων κορασιών». Για τα δίδακτρα των μαθητριών ο οργανισμός προβλέπει: «Τα κοράσια των ευκαταστάτων πληρώνουσι εκαστον ανά γρόσια πέντε τον μήνα. Μόνα των πτωχών διδά­σκονται άμισθί». Αν λάβουμε υπόψη ότι από τα τριάντα τρία κορίτσια που ήσαν έτοιμα να καταταχθούν στη σχολή αμέσως μετά τη σύσταση της, τον Απρίλιο του 1828, τα δώδεκα μόνο ήσαν ευκατάστατα, αντιλαμβανόμαστε ότι η μισθοδοσία των διδασκαλισσών προερχόταν κυρίως από τις συνδρομές «των φιλόμουσων πολιτών».

 

Μαθητικό δυναμικό


 

Σχετικά με τον αριθμό των κοριτσιών που επρόκειτο να εγγραφούν στην ιδιαίτερη αλληλοδιδακτική «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου κατά την έναρξη λειτουργίας της, αξιόπιστη είναι η μαρτυρία της δασκάλας Ελένης Δανέζη: «Κατά το παρόν είναι έτοιμα να καταταχθώσιν εις  την σχολήν έως τριάκοντα τρία […] Δεν έχω καμμίαν αμφιβολίαν ότι εν διαστήματι, δύο ή τριών μηνών, ό αριθμός θέλει είναι… τετραπλάσιος».

Σκοπός της σχολής, σύμφωνα με τον οργανισμό της, είναι «ή εκπαίδευσις των κορασίων», τα οποία γίνονται δεκτά «από εξ μέχρι δεκαπέντε ετών». Επιφορτισμένοι με την εγγραφή των μαθητριών είναι οι έφοροι, και μόνο κατόπιν «έγγραφου άδειας» τους γίνονται δεκτές στη σχολή. Κατά το Δ’ άρθρο του οργανισμού υποχρεούνται να καταβάλλουν δίδακτρα «τα κοράσια των ευκατάστατων», όχι όμως και των «πτωχών» γονέων τα οποία «διδάσκονται άμισθί».

Ο Διοικητής Νικόλαος Γερακάρης σε έκθεση του, τον Ιούλιο του 1830, αναφέρει ότι η Ελένη Δανέζη «μεταξύ των παρθένων διδάσκει και τίνα αρσενικά βρέφη». Το σύνολο «των μαθητευομένων συνίσταται εις είκοσι πέντε μαθήτριας και δέκα πέντε μαθητάδια». Παραπλήσια εικόνα συναντούμε το Δεκέμβριο του 1830. Σύμφωνα με την έκθεση του Ιωάννη Κοκκώνη εκείνη την περίοδο φοιτούν «25 κο­ράσια καί 20 άγόρια». Παρά τις αισιόδοξες επομένως προβλέψεις της Ελένης Δανέζη για τετραπλασιασμό των μαθητριών της σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν κατόρθωσε τελικά να διπλασιάσει το μαθητικό δυναμικό της σχολής.

Αν και κατά τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας της ήταν αμιγής «κορασιών», σταδιακά παρουσιάζει εικόνα μεικτού σχολείου, έτσι ώστε μετά από δύο χρόνια τα ποσοστά των αγοριών έφτασαν να ισοδυναμούν με εκείνα των κοριτσιών.  Διαπι­στώνεται επίσης ότι η ισχύς του οργανισμού της σχολής ατονεί, καθώς η λειτουργία της απομακρύνεται από βασικά άρθρα του που αφορούν στο σκοπό, στην ηλικία και στο φύλο των εκπαιδευομένων. Η εφαρμογή της συνεκπαίδευσης στη «γυναικεία σχολή» Ναυπλίου και η μείωση κατά δύο έτη της ηλικίας των μαθητών, απέβλεπαν στην αύξηση του μαθητικού δυναμικού και κατά συνέπεια στη συγκέντρωση περισσοτέρων εσόδων.

 Από τους τόπους καταγωγής των μαθητών αποκτούμε αμυδρή εικόνα της πληθυσμιακής σύνθεσης της πόλε­ως Ναυπλίου. Από τους 47 μαθητευομένους δύο μόνο, η Ελένη Λυμπερίου 11 ετών και ο Αθανάσιος Γεωργίου 12 κατάγονται από το Ναύπλιο, ενώ «οι υπόλοιποι αντιπροσωπεύουν ένα ευρύτατο φάσμα περιοχών, με έντονη οπωσδήποτε διαφορά πολιτισμικής στάθμης». Συγκεκριμένα οι μαθητευόμενοι προέρχονται από είκοσι τρεις πόλεις και κωμοπόλεις του ελεύθερου και αλύτρωτου ελληνισμού: 17 (ποσοστό 36,17%) κατάγονται από την Πελοπόννησο, εκ των οποίων 6 (12,76%) μόνο από την Αργολίδα και την Κορινθία. Ικανός αριθμός, 15 (31%), προέρχεται από το νησιωτικό και 13 (27,65%) από τον ηπειρωτικό χώρο.

 

 Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

Read Full Post »

Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός (1774 ή 1777 – 1853)


 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Ο Διονύσιος Πύρρος γεννήθηκε το1774 ( ή 1777) στην Καστανιά Τρικάλων. Σε ηλικία πέντε ετών ορφανεύει από τον πατέρα του. Έχει έναν αδελφό, τον ιερομόναχο Ιωακείμ. Το πατρικό του όνομα είναι Πούρος ή Μπούρος. Έμεινε όμως στην ιστορία ως Διονύσιος Πύρρος ό Θετταλός. Τα πρώτα του γράμματα τα μαθαίνει στην Καστανιά και αργότερα χειροτονείται ιεροδιάκονος στη μονή Μεταμορφώσεως των Μετεώρων από τον Αμβρόσιο, πρώην Τρίκκης. Τώρα αρχίζει το μεγάλο του ταξίδι. Ο Πύρρος πηγαίνει στα Τρίκαλα για να διδαχθεί την ελληνική γραμματική από τον Κοζανίτη Στάμκο. Σε λίγο καιρό πηγαίνει στον Τύρναβο για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Ιωάννη Πέζαρου. Ξεκινά η μεγάλη περιοδεία του. Θεσσαλία, Μακεδονία, Άγιο Όρος, Λήμνος, Τένεδος, Θράκη. Ολοκληρώνεται με την άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού εργάζεται στην αρχή ως οικοδιδάσκαλος και αργότερα ως γραμματέας του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Ιερεμία, χειροτονείται ιερέας από τον μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο και στη συνέχεια μαζί με τον αδελφό του Ιερομόναχο Ιωακείμ, αναχωρεί για τα Ιεροσόλυμα, επιθυμώντας να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Για δύο χρόνια ( 1803-1805)  παραμένει στις Κυδωνίες προκειμένου να παρακολουθήσει μαθήματα στο κέντρο ελληνικής παιδείας. Ένα φημισμένο σχολείο της εποχής. Εκεί, διδάσκεται μαθηματικά, φυσική και φιλοσοφία από τον Βενιαμίν τον Λέσβιο και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς από τον Γρηγόριο.

Σειρά έχει η Χίος, όπου συμπληρώνει την μόρφωσή του με μαθήματα ρητορικής, θεολογίας και αστρονομίας από τον Ιωάννη Τσελέπη. Επιστρέφει στην Μικρά Ασία για να διδάξει αυτή την φορά, μετά από αίτημα των Σμυρναίων να σταλεί ιερομόναχος δάσκαλος. Διδάσκει για μικρό διάστημα, αλλά η ανήσυχη ψυχή του ζητά κι άλλες γνώσεις, κι άλλη μόρφωση. Φεύγει για την Ιταλία. Εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές προυχόντων της Χίου προς τους εμπόρους του Λιβόρνο, σπάει την αλυσίδα των ταξιδιών του στην Ελλάδα και ξεκινά να αποκτήσει νέες εμπειρίες και γνώσεις  στην Ευρώπη.

Έρχεται στην πατρίδα του και σε λίγο, διά μέσου Κέρκυρας φθάνει στην Νεάπολη. Συνεχίζει το ταξίδι του –μετά λίγες ημέρες-προς την Τοσκάνη. Εκεί δέχεται πρόταση των Ορθοδόξων του Λιβόρνο να αναλάβει ως εφημέριος της τοπικής εκκλησίας, για τους επόμενους οκτώ μήνες. Στη συνέχεια, επισκέπτεται την Πίζα, την Φλωρεντία, την Μπολόνια και το Μιλάνο. Παρακολουθεί πρακτικά μαθήματα αστρονομίας και μαθηματικών.

Στον επόμενο σταθμό του, την Παβία, εγγράφεται στο πανεπιστήμιο (1807) και σπουδάζει ιατρική και φιλοσοφία. Στις 14 Απριλίου 1813, λαμβάνει το διδακτορικό του δίπλωμα. Το επόμενο χρονικό διάστημα παρακολουθεί μαθήματα, ως ακροατής, στις Ακαδημίες Μιλάνου και Πάδοβας. Ολοκληρώνει τις σπουδές του και την περιοδεία του στην Ευρώπη, στο πανεπιστήμιο της Βιέννης όπου θα φτάσει δια μέσου Βενετίας και Τεργέστης. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, δια μέσου Μιλάνου. Σκοπεύει να εγκατασταθεί στην Χίο και να ασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. 

Όμως, από την Ιταλία θα πάει τελικά στην Ζάκυνθο για να καταλήξει στην Πάτρα. Επόμενος σταθμός – λόγω περιέργειας – η Αθήνα. Μετά από παρακίνηση του Μητροπολίτη Αθηνών Γρηγορίου Δ΄ του Λέσβιου, παρατείνει την παραμονή του στην πόλη. Ο ηγούμενος της μονής των Αγίων Ασωμάτων Διονύσιος Πετράκης, τον πείθει να μείνει και να διδάξει ιατρική, φυσικές επιστήμες και φιλοσοφία. Παραμένει στην Αθήνα από το 1813 μέχρι το 1815. Ιδρύει το πρώτο επιστημονικό σχολείο, από όπου απεφοίτησαν οι πρώτοι γιατροί και ένα βοτανικό κήπο με 300 είδη φυτών καθώς κι ένα ορυκτολογικό μουσείο στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφρονά.

To 1815 η επιστημονική σχολή Αθηνών έχει εγκαταλειφθεί και ουσιαστικά έχει διαλυθεί, για οικονομικούς λόγους. Μετά από μια οκτάμηνη παραμονή του στην Χαλκίδα όπου μετέβη μετά από παράκληση του πασά της Εύβοιας Οσμάν, προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες, ο Πύρρος αποφασίζει να περιοδεύσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο για ένα διάστημα είκοσι μηνών. Γράφει ο ίδιος. « …εκίνησα και έκαμα την περιήγησιν της Ελλάδος, η οποία μέχρι τούδε έμεινεν ατύπωτος. Δέκα έξ μήνας έκαμα εις την περιήγησιν της Ελλάδος και πολλά εδαπάνησα εις την οδοιπορίαν μου, πλήν έμεινα κατά πολλά ευχαριστημένος ιδών τα πάντα…». 

Η Μεγαρίδα, η Βοιωτία, η Φωκίδα, η Αιτωλία, η Πελοπόννησος  και τα νησιά Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Κύθηρα, Σύρος και Τζιά, με τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη, είναι οι επόμενοι τόποι που επισκέπτεται. Το έργο του « Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι» αποτελείται από δύο τόμους. Στον πρώτο τόμο περιέχονται: Εισαγωγή, Γενική καταγραφή της Ελλάδος, Αρχαίοι και νεώτεροι πόλεμοι αυτής, Αττικά και Ελευσινιακά, Μεγαρικά, Βοιωτικά και Ευβοϊκά, Λεβαδιακά, Λοκρικά, Φωκικά, Ναυπακτιακά και Αιτωλικά. Στον δεύτερο τόμο περιλαμβάνονται: Κορινθιακά και Σικυωνικά, Αχαικά, Ηλιακά και Τριφυλιακά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Λακωνικά, Αργολικά, Κύθηρα, Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίν και Κέως.

Το κεφάλαιο Αργολικά θα πρέπει να το συμπλήρωσε και μετά το 1815 γιατί αναφέρει γεγονότα που έγιναν αργότερα. Η καταστροφή του Δράμαλη το 1822 και η δημιουργία του χαρτοποιείου του το 1829. Στο κεφάλαιο αυτό ο Πύρρος αναφέρεται στην Γενική Ιστορία της Αργολίδας, στους πρώτους κατοίκους, στους βασιλείς, στην κατά της Τρωάδος βοήθεια, στους πολέμους των Αργείων, στα όρη, στα ποτάμια, στους κατοίκους, στα ήθη, στη θρησκεία, στις αρχαιότητες, στις ακροπόλεις ενώ επισκέφτηκε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κεφαλάρι, τους Μύλους, το Ελληνικό, το Σκαφιδάκι, τις Μυκήνες, τα Δερβενάκια κ.α. 

Στην Κωνσταντινούπολη φτάνει το 1818, όπου Πατριάρχης είναι ο Κύριλλος. Στις 14 Ιανουαρίου του 1819, ο νέος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄τον γνωρίζει με τον αρχίατρο  του σουλτάνου Μουσταφά Πεχξέτ, ο οποίος τον εφοδιάζει με την  απαιτούμενη άδεια ( Χάτι) άσκησης ιατρικού επαγγέλματος. Εργάζεται ως γιατρός τα επόμενα δύο χρόνια και στις 20 Φεβρουαρίου του 1820 ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ τον τιμά με το αξίωμα του «αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού θρόνου» αναθέτοντας του συγχρόνως καθήκοντα ιεροκήρυκα.

 « … δεν απέρασε πολύς καιρός και ο Κόσμος τότε ανακατώθη, εν μια δε των ημερών, εις την οποίαν τότε εγίνετο το συμβούλιον παρά του σουλτάνου και των λοιπών εγκρίτων της αυλής του, δια να κακοποιήσωσι τους Χριστιανούς, ο άνω θεραπευθείς Τεσερφατσή Εφέντης, μοι λέγει μυστικώς εις την οικίαν του, ότι δια δύω, ή τρεις ημέρας, αφεύκτως πρέπει να αναχωρήσω από την Κωνσταντινούπολιν, και ύστερον, ας επιστρέψω, και τότε εάν θέλω να με κάμωσι και Πατριάρχην σχεδόν, επειδή και τότε οι Τούρκοι είχον σκοπόν να θανατώσωσι τον Πατριάρχην και τους Χριστιανούς της πόλεως, τούτο ακούσας ετρόμαξα…».

Όταν ξεσπά η επανάσταση, βρίσκεται στο Άγιον Όρος και επιχειρεί να φτιάξει πυρίτιδα για τον αγώνα. Δεν τα καταφέρνει λόγω έλλειψης πρώτων υλών. Με εντολή της κοινότητας του Αγίου Όρους περιοδεύει στην Σκόπελο, την Ύδρα και τις Σπέτσες προκειμένου να στείλουν βοήθεια στις απειλούμενες μονές κι έτσι να εμποδίσουν την καταπάτηση του Περιβολιού της Παναγίας από τους Τούρκους. Στην Πελοπόννησο και μάλιστα στην Τρίπολη βοηθά τους τραυματίες του αγώνα και συμβάλει στην καταπολέμηση της πανούκλας που πλήττει την πόλη, ενθαρρύνοντας τους κατοίκους και εκφωνώντας λόγους στις εκκλησίες.

Το 1827 επιχειρεί να οργανώσει στο Μιστρά, το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα. Η επιδρομή του Ιμπραήμ πασά τον αναγκάζει να εγκαταλείψει χαρτί και μηχανήματα και να καταφύγει δια μέσου Κυθήρων στο Ναύπλιο. Το 1829, με την συνεργασία του στρατηγού Νικηταρά ιδρύει νέο χαρτουργείο όπως το αποκαλεί, σ̉ ένα μύλο του Ερασίνου, στο Κεφαλάρι. Όμως και αυτή η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε. Το χαρτοποιείο οδηγήθηκε στην χρεοκοπία αφού ο Καποδίστριας δεν χρηματοδότησε το έργο, λόγω ελλείψεως πόρων. Όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας φυλακίστηκε για 15 ημέρες, επειδή ήταν φίλος και παλαιός δάσκαλος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.

Αλλά ούτε ο Μαυροκορδάτος μετά τον ερχομό του Όθωνα προσέφερε την παραμικρή βοήθεια προς τους δύο επιχειρηματίες. Τα μηχανήματα κατέληξαν – άχρηστα πλέον- στο σπίτι του Νικηταρά. Το 1835 έρχεται στην Αθήνα, τυπώνει πολλά από τα βιβλία του και στη συνέχεια φεύγει για το Βουκουρέστι, Ιάσιο και Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφει στην Αθήνα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον συναντάμε στην Αθήνα να ασκεί την ιατρική με μεγάλη επιτυχία και να γράφει βιβλία. Λόγω αμοιβαίας αντιπάθειας με τον Όθωνα δεν επιδιώκει να διοριστεί καθηγητής στο Οθωναίο πανεπιστήμιο αλλά και κανένας δεν τον προτείνει με δική του πρωτοβουλία. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1853, ο αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού θρόνου, ο ιατροφιλόσοφος, ο διδάσκαλος Διονύσιος Πύρρος, καταλείπει τα επίγεια και μετοικεί στην ποθητή πατρίδα της Βασιλείας των Ουρανών.

 

Τα βιβλία του Πύρρου.

(Κατά χρονολογική σειρά).

 

  • Εκκλησιαστικόν Παραλληλοκύκλιον. Λιβόρνο 1806.
  • Χειραγωγία των Παίδων, ήτοι πραγματεία περί χρεών του ανθρώπου. Βενετία 1810.
  • Άτλας, ήτοι νέα Γεωγραφική Χάρτα. Μεδιόλανα 1814.
  • Γεωγραφία Μεθοδική απάσης Οικουμένης. Βενετία 1818.
  • Φαρμακοποιία, γενική εκ των πλέον νεωτέρων σοφών χυμικών και φαρμακοποιών. Κωνσταντινούπολη 1818.
  • Σαπιλερέ φαζιλέτ Κουλαουζού. Ασιτανετέ 1819.
  • Η προς Θεόν Ομολογία Πίστεως και το απάνθισμα του Ψαλτηρίου προς καθημερινήν Χρήσιν και προσευχήν εκάστου Χριστιανού. Βενετία 1827.
  • Γραμματική Δινυσιάς. Ναύπλιο 1827.
  • Αριθμητική. Ναύπλιο 1828.
  • Χυμική των τεχνών. Ναύπλιο 1828.
  • Εγκόλπιον των ιατρών, ήτοι πρακτική ιατρική. Ναύπλιο 1831.
  • Τριών ειδών Υδρόγειοι Σφαίραι. Αθήνα 1835.
  • Πρακτική Αστρονομία. Αθήνα 1836.
  • Επιστολή προς τον ευγενέστατον άρχοντα Θεσσαλών κύριον Αθανάσιον Παπα-Πολημέρου. Αθήνα 1837.
  • Βοτανική πρακτική προσαρμοσμένη εις την ιατρικήν και οικονομίαν. Αθήνα 1838.
  • Η ζωή του Ιησού Χριστού. Αθήνα 1843.
  • Άτλας νεώτερος περιέχων γενικώς τε και μερικώς όλας τας βασιλείας του παλαιού και νέου κόσμου εις είκοσι τέσσαρες γεωγραφικούς πίνακες. Αθήνα 1845.
  • Βίος, πράξεις και κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1846.
  • Ιερά ιστορία και Βίοι των τριών βασιλέων Σαούλ, Δαβίδ και Σολομώντος, συγκροτηθείσα κατ᾽ επιστομήν εκ της όλης ιεράς ιστορίας των εβδομήκοντα. Αθήνα 1847.
  • Βίοι των δώδεκα στρατηγών και διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1848.
  • Περιήγησις ιστορική και βιογραφία Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Αθήνα 1848.
  • Περιγραφή της εν Τήνω ευρεθείσης αγίας και θαυματουργού εικόνος της κυρίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και των θαυμάτων αυτής. Αθήνα 1849.
  • Φαρμακοποιία γενική πλουσιωτάτη και εντελεστάτη του σοφού Αντωνίου Καμπανά, διδασκάλου της εν Ιταλία Φερράρας. Αθήνα 1850.
  • Πανθέκτη ιερά εκκλησιαστική. Αθήνα 1850.
  • Ορυκτολογία του Βερνέρου. (ανέκδοτο).
  • Διατριβή περί της αρχαίας ελληνικής μουσικής.( ανέκδοτο).
  • Περιγραφή της νήσου Κέω. ( ανέκδοτο).
  • Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι. ( ανέκδοτο).

     

Πηγές

  

  • Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός, «Το πρώτο ελληνικό χαρτοποιείο», Εφημερίδα Μακεδονία, ένθετο «Πανσέληνος», 25 Μαρτίου 2000.
  • Αντωνίου Μηλιαράκη, «Το πρώτον εν Ελλάδι χαρτοποιείον», Εφημερίδα Ίναχος, 24 Ιανουαρίου 1903.
  • Ανδρέα Κεραμίδα, Φιλολόγου, « Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού – ΑΡΓΟΛΙΚΑ». ΑΠΟ ΕΝΕΚΔΟΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΓΙΑΝΝΗ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Εκδότης: Ηλίας Καμπανάς, 1981.

 



Read Full Post »

Άργος (1883) – Αγνή Σμιθ  (Smith Agnes, 1843-1926)


 Την άνοιξη του 1883 η Αγνή Σμιθ (Agnes Smith) συνοδευομένη από τη δίδυμη αδελφή της και μία φίλη περιηγείται την Ελλάδα της εποχής εκείνης. Είχαν φύγει στις 26 Ιανουαρίου από την Αγγλία και μετά από ένα περιπετειώδες θαλάσσιο ταξίδι έφτασαν στην ελληνική πρωτεύουσα* στα μέσα του Φεβρουαρίου. Στην πεδιάδα του Άργους έφτασαν στα μέσα Απριλίου. Καρπός της περιήγησης αυτής υπήρξε το βιβλίο Glimpses of Greek life and scenery, που εκδόθηκε στο Λονδίνο στα 1884. Παρακάτω παραθέτουμε  τις εντυπώσεις από το Άργος της εποχής εκείνης. Να σημειώσουμε ότι η Αγνή Σμιθ το 1918, προσέφερε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge το ποσό των 6.500 λιρών για την προικοδότηση μιας θέσης αναπληρωτή καθηγητή στα Νέα Ελληνικά.

 

 Άργος


 

Αγνή Σμιθ, «Βλέμματα επί του υλικού βίου και της ελληνικής τοπιογραφίας». Μετάφραση από τα αγγλικά I. Περβάνογλου. Εν Λειψία 1884.

Αγνή Σμιθ, «Βλέμματα επί του υλικού βίου και της ελληνικής τοπιογραφίας». Μετάφραση από τα αγγλικά I. Περβάνογλου. Εν Λειψία 1884.

[…] Μετά μιας ώρας οδοιπορίαν εφθάσαμεν εις Άργος. Διήλθομεν εν νυκτί δια οδών πολυάνθρωπων και ταραχή με κατέλαβεν ολίγη όταν ο Άγγελος μας ωδήγησε δια μικράς αυλής προς πενιχράν τινα οικίαν. Το δωμάτιον δεν μας εφάνη πολύ ευχάριστον μέχρις ου εφαιδρύνθη δια της παραθέσεως του γεύματος. Ο ύπνος ημών κάπως εταράχθη εκ των κινήσεων των ίππων, οίτινες φανερόν ήτο ότι ευρίσκοντο κάτωθεν ημών, ενω μας είπον ότι είχον τοποθετηθεί εις άλλο μέρος της αυλής. Οι σκύλοι, οι χοίροι και αι όρνιθες έκαμναν αδιάκοπον θόρυβον. Επειδή τα παράθυρα του κοιτώνος μας έβλεπον προς στενήν τί­να οδόν, άνθρωποι τίνες ιδιαιτέραν έδειξαν περιέργειαν ως προς την πρωινήν μας ενδυμασίαν εγώ επροσπάθησα να κλείσω τα εξώφυλλα των παραθύρων και εις τούτο λί­αν προθύμως μ’ εβοήθησε μία των εν τη οδώ γυναικών.

 Το Άργος δικαίως σεμνύνεται δια τας γυναίκας του. Υπάρχει αρχαία παράδοσις περί Τελεσίλλης τινός, ην οι νεώτεροι ιστορικοί υπέρ το δέον παρέβλεπαν. Ίσως δεν πρέπει να περιμένωμεν παρά των ανδρών ν’ αποδώσωσιν ημίν εντελή δικαιοσύνην. Η Τελέσιλλα ήτο ποιήτρια, εις την οποίαν ανηγέρθη ποτέ ανδριάς εν τη γενέτειρα αυτής πόλει· παρίστατο δε ως βλέπουσα επί της περικε­φαλαίας τη, ην εκράτει εν τη χειρί, ενω παρά τους πόδας αυτής ήσαν ερριμμένα βιβλία. Ήτο διάσημος δια τους στίχους της και δι’ άλλα κατορθώματα ακόμη.

Συνέβη ποτέ οι Αργείοι να νικηθώσιν εν τινι μετά του Κλεομένους και των Σπαρτιατών έριδί ηττηθέντες έφυγον προς το άλσος τον Άργους, εξ ου εξήλθον πάλιν πεποιθότες εις τους όρους ανακωχής. Ιδόντες ότι ηπατήθησαν έκαυσαν και το άλσος και εαυτούς, και ο Κλεομένης ωδήγησε τους στρατιώτας του εναντίον πόλεως όλως ακατοίκητου. Αλλά η Τελέσιλλα συλέξασα όλα τα εν ταις οικίαις και εν τοις ναοίς εναπολειφθέντα όπλα διένειμεν αυτά εις τας γυναί­κας, εις τους γέροντας και εις τους παίδας, και ότε έφθασαν οι Σπαρτιάται και είδον ότι αι γυναίκες δεν εφοβούντο αλλ’ ανθίσταντο γενναίως, συνεσκέφθησαν και απεφάνθησαν ότι έντιμον δεν ήτο να νικήσωσιν, ατύχημα δε μέγα να νικηθώσι, και ούτως απήλθον.

 –  Το διήγημα τούτο φαίνεται ως τι Σκωτικόν, είπεν η Εδήθ, τη οποία διηγήθην αυτό. Η μαύρη Αγνή του Δούμβαρ τα αυτά περίπου έπραξεν.

 –  Και μήπως οι Σκώτοι δεν ομοιάζουσι προς τους Έλ­ληνας; παρετήρησα εγώ. Αμφότεροι είναι ανδρείοι και από των αρχαιοτάτων ήδη χρόνων γνωστοί δια τας φυλετι­κάς αυτών αρετάς·  αμφότεροι είναι εσκεμμένοι και αγαπώσι τας θεολογικός συζητήσεις·  ζήτημα είναι επίσης τις των δύο τούτων λαών γνωρίζει καλλίτερον το συμφέρον του· οι χωρικοί όμως αμφοτέρων την αυτήν έχουσιν επίθυμίαν να ίδωσι τους υιούς των προαγόμενους εν τω κοσμώ.

 –  Η ιδέα μου περί του ελληνικού χαρακτήρος μετεβλή­θη αφ’ ότου ανεχώρησα εξ Αθηνών, είπεν η Βιολέττα. Είχον πάντοτε ακούσει ότι οι Έλληνες είναι έθνος πανούργον και δόλιον αλλ’ όλοι οι χωρικοί, άνδρες και γυναί­κες, έχουσι φυσιογνωμίαν τόσον ελκυστικήν και με τόσην ευπροσηγορίαν μας υπεδέχθησαν, ώστε δεν δύναμαι να τοις αποδώσω έλλειψιν ειλικρίνειας. Ό,τι πολύ με λυπεί είναι, ότι οι Έλληνες είναι τόσον ολίγοι.

 –  Η σμικρότης του έθνους, παρετήσεν η Εδήθ, αποδει­κνύει τον ηρωισμόν αυτού, καθότι υπέρ το ήμισυ αυτού εφονεύθη κατά τον υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα. Όταν αναλογισθώμεν ότι τούτο συνέβη προ πεντήκοντα μόλις ετών, και ότι οι Τούρκοι ούτε οικίας ούτε δένδρου σχεδόν εφείσθησαν, πρέπει να μη μεμφόμεθα τους Έλληνας δια την έλλειψιν προόδου. Οι επιζήσαντες ήσαν τόσον πτω­χοί, ώστε ολίγιστοι μόνον εξ αυτών ηδύνατο να εγείρωσι καλύβην υπεράνω της κεφαλής των. Τολμώ ειπείν ότι αυ­τοί οι προγονοί μας (οι Σκώτοι) επί πολύν χρόνον μετά την μάχην του Βαμμοκβούρν ήσαν πολύ των Ελλήνων πτωχότεροι και ελεεινότεροι.

 –  Τούτο είναι αληθές, απεκρίθην εγώ· αναγιγνώσκων τις την ιστορίαν της Ελληνικής Επαναστάσεως πείθεται ότι οι ήρωες αυτοί ουδόλως κατώτεροι ήσαν των ηρώων του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Οι περιπίπτοντες εις αιχμαλωσίαν υπεβάλλοντο εις φοβερά βασανιστήρια, τα οποία όμως ηδύναντο ν’ ανταλλάξωσι δια τιμών εάν απηρνώντο την χριστιανικήν πίστιν. Ουδείς λαός, εξαιρέ­σει των Ιουδαίων, διήλθε δια τοιούτων βασάνων. Και το πενεύμα τούτο της αυταπαρνήσεως δεν ήτο περιωρισμένον εις μίαν τάξιν ανθρώπων. Πόσους ηδύνατό τις να ευρη πτωχούς υιούς πλουσίων εμπόρων, θυσιασάντων τα υ­πάρχοντα των χάριν του έθνους!

Εστάθημεν ολίγον δια να ίδωμεν το μέγα αρχαίον θέατρον, του οποίου τα εδώλια είναι λελαξευμένα εν τω στερεώ βράχω της Ακροπόλεως. Παράκεινται ερείπια ρωμαϊκού λουτρού. Ενταύθα μικροί τίνες παίδες μας εβοήθησαν να αποδιώξωμεν δια λίθων υλακτούντα σκύλον. Ο Άγγελος αντήμειψε τους παίδας τούτους δια τίνων χαλ­κών νομισμάτων.

Ελυπήθημεν μη δυνάμενοι να επισκεφθώμεν την Τί­ρυνθα κατά την εις Ναύπλιον μετάβασιν ημών. Τα τείχη της Τίρυνθος έχουσι πάχος 25 ποδών και είναι σχεδόν α­νέπαφα. Ο Παυσανίας περιγράφει αυτά και τα λέγει Κυ­κλώπεια έργα. Ο μικρότερος των λίθων, των αποτελού­ντων αυτά, δεν δύναται ουδέ δια ζεύγους ημιόνων να μετακινηθή.

Η οδός διέρχεται την Αργολικήν πεδιάδα, ήτις κατά τον Όμηρον (Ιλιάδα I, 141) είναι το ευφορώτερον μέρος της όλης Ελλάδος. Σήμερον παράγει ελαφρούς μόνον στάχεις, αποτέλεσμα της επιπολαίας αροτριώσεως του ε­δάφους. Διήλθον κατόπιν χωρίον ονομαζόμενον οι Μύλοι και είδομεν την Λέρνην, την κατοικίαν της υπό του Ηρα­κλέους φονευθείσης ύδρας. Η οδός γίνεται ανωφερής και αι λέξεις δεν περιγράφουσι την ωραιότητα της θέσεως, ή­τις ομοιάζει πολύ προς τας ωραίας τοποθεσίας της Ελβε­τίας· τα όρη και οι λόφοι δεν είναι μεν τοσούτον κατάφυ­τοι και δασώδεις αλλά φωτίζονται υπό των ζωηρών ακτινών του ηλίου και ποικίλλονται δια των χρωμάτων πλεί­στων όσων αγρίων ανθέων. Εις απόστασίν τίνα, κείται ο ευρύς, ήρεμος, κυανούς κόλπος του Ναυπλίου, περιβαλ­λόμενος υπό μεγαλοπρεπών λόφων και φαιδρυνόμενος υπό πολλών λευκών ιστίων. Η νήσος Σπέτσαι περικλείει το πανόραμα, και εννοήσαμεν τότε πόσον ισχυρά ώφειλε να είναι η ναυτική της Ελλάδος δύναμις. Και αυτοί οι εργάται, οι κόπτοντες λίθους παρά την οδόν, διεγείρουσι την προσοχήν ημών· αι υψηλαί, εύκαμπτοι αυτών μορφαί και τα κανονικά του προσώπου αυτών χαρακτηριστικά κηρύττουσιν αυτούς απογόνους των αρχαίων Ελλήνων. Ότε εφθάσαμεν εις την κορυφήν του στενού, όλως διάφο­ρος σκηνή προσέβαλε τα βλέμματα μας· όρη εφαίνοντο συσσωρευμένα επί ορέων εν ατελευτήτω διαδοχή, αποτε­λούντα θέαν θαυμασίαν, άδενδρον μεν αλλά ζωηράν, και η καρδία ημών έπαλλε ταχύτερον επί τη ιδέα ότι ευρι­σκόμεθα εν Αρκαδία[…].

  

Agnes και Margaret Smith 


Η Agnes και η Margaret Smith γεννήθηκαν το 1843. Η μητέρα τους πέθανε μόλις τρεις εβδομάδες μετά από τη γέννηση τους και έτσι τα δυο κορίτσια μεγάλωσαν με τον πατέρα τους και πήραν την πρώτη τους εκπαίδευση από μια γκουβερνάντα. Στη συνέχεια φοίτησαν σε σχολείο στη Σκωτία, ενώ αργότερα, σε ηλικία 15 ετών, μπήκαν οικότροφες σε σχολείο στην Αγγλία. Ο πατέρας τους πέθανε το 1866, αφήνοντας τους σημαντική περιουσία, όπως και την ελευθερία να ακολουθήσουν τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τους. To 1868 ξεκίνησαν με πλοίο για τον γύρο της Ευρώπης και έφθασαν μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την Κύπρο, την Αίγυπτο, τους Άγιους Τόπους και την Ελλάδα ενώ επέστρεψαν με σταθμούς στη Βενετία και το Παρίσι. Στη διάρκεια των επόμενων είκοσι ετών η Agnes έγραψε αρκετά βιβλία, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και μυθιστορήματα καθώς και δύο περιηγητικές αφηγήσεις βασισμένες στον πρώτο αυτό γύρο της Μέσης Ανατολής και στα ταξίδια που τον ακολούθησαν: Glimpses of Greek life and scenery (1884)** και Through Cyprus (1887). Οι δύο αδελφές αναδείχθηκαν σε ειδικούς των σημιτικών γλωσσών και των βιβλικών σπουδών και έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης. Στο μεταξύ παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στο Cambridge όπου οι σύζυγοι τους κατείχαν ακαδημαϊκές θέσεις. Εκεί έζησαν και μετά τον θάνατο των συζύγων τους, ως το τέλος της ζωής τους. Φαίνεται όμως ότι ποτέ δεν ξέχασαν τις επισκέψεις τους στην Ελλάδα και την Κύπρο, ή τη γνώση τους των νέων ελληνικών που διευκόλυνε σημαντικά τις έρευνες τους στη Μονή της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά. Το 1918, η Agnes Lewis προσέφερε στο Πανεπιστήμιο το ποσό των 6.500 λιρών για την προικοδότηση μιας θέσης αναπληρωτή καθηγητή στα Νέα Ελληνικά. Η Margaret Gibson πέθανε το 1920 και η αδελφή της, Agnes, έξι χρόνια αργότερα.

 

Υποσημειώσεις


 * Δρομολόγιο: Cythera, Athens, Sunium, Marathon, Aegina, Mycenae, Argos, Tripolitza, Tegea, Sparta, Sinano(Megalopolis), Leondari, Ithome, Phigaleia, Bassae, Olympia, Kalabryta, Megaspelion, Aigion, Corinth, Galaxidi, Delphi, Arachova, Daulia, Leuctra, Corfu.

 ** Η Αγνή Σμιθ ερχόταν για δεύτερη φορά στην Αθήνα την προηγούμενη φορά, στα 1869, επανακάμπουσα από την Παλαιστίνη, είχε μείνει μερικές ημέρες σ’ αυτήν. Περιηγήθηκαν την Αττική, την Πελοπόννησο, τους Δελφούς και τη Θήβα και αναχώρησαν πάλι ατμοπλοϊκώς προς Τεργέστη στις αρχές του Ιουνίου. Καρπός της περιήγησης αυτής υπήρξε το βιβλίο Glimpses of Greek life and scenery, που εκδόθηκε στο Λονδίνο στα 1884. Το βιβλίο αυτό — μια έμμεση απάντηση στις κατά των Ελλήνων κατηγορίες των Marc Twain και Edmond About (La Crece  contemporaine) — μεταφράστηκε το  Νοέμβριο του 1884) στα ελληνικά και τυπώθηκε στη Λειψία το 1885.

 

Πηγές


  •  Κώστας Δανούσης, «Το Άργος της Αγνής Σμιθ 1883», περιοδικό Αναγέννηση, Μάιος 1999.
  •  David Holton, « Οι Νεοελληνικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Cambridge».
  •  Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ

Read Full Post »

Ιδιαίτερο Ελληνικό Σχολείο Άργους


 

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

Ιδιαίτερο Ελληνικό Σχολείο Άργους

 

Κατά την καποδιστριακή περίοδο στο Άργος λειτούργησε ελληνικό σχολείο ιδιαίτερο, στο οποίο δίδασκε ο Αργείος Παναγιώτης Κορδίας. Στις υπάρχουσες πηγές δε διευκρινίζεται ο χρόνος ίδρυσης του σχολείου, αλλά η πρώτη αναφορά γι’ αυτό εντοπίζεται σε έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδος Κωνσταντίνου Ράδου προς τον Κυβερνήτη στις 29 Νοεμβρίου του 1829. Επτά μήνες αργότερα, στις 20 Ιουνίου του 1830 ο Τοποτηρητής Άργους Ιω. Βρατσάνος ανέφερε προς το Διοικητή Ναυπλίας ότι ο Κορδίας ήταν ικανός, αλλά η πρόοδος του σχολείου ήταν περιορισμένη λόγω της έλλειψης των αναγκαίων μέσων. Για το έργο του ελληνοδιδασκάλου διατύπωσε θετικές κρίσεις και ο επιθεωρητής Κοκκώνης.

Ξενοφών,π. 430-354 π.Χ. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα και Πλάτωνος Γοργίας. Εν Παρισίοις: Εκ της Τυπογραφίας Ι. Μ. Εβεράρτου,1825.

Ξενοφών,π. 430-354 π.Χ. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα και Πλάτωνος Γοργίας. Εν Παρισίοις: Εκ της Τυπογραφίας Ι. Μ. Εβεράρτου,1825.

Από δύο μαθητικούς καταλόγους του σχολείου χρονολογούμενους στις 16 Οκτωβρίου του 1829 και στις 18 Ιουνίου του επόμενου χρόνου, παρατηρούμε ότι αρχικά το σχολείο είχε τρεις τάξεις, όπου φοιτούσαν 51 μαθητές, ενώ κατόπιν οι τάξεις έγιναν τέσσερις με 54 μαθητές συνολικά. Στο δεύτερο κατάλογο σημειώνονται και τα διδασκόμενα μαθήματα*, που ήταν για την Α’ τάξη Γοργίας του Πλάτωνος, Απομνημονεύματα του Ξενοφώντος: ανάγνωση και ανάλυση της σύνταξης και Θεματογραφία. Τα δυο πρώτα μαθήματα παραδίδονταν καθημερινά (εκτός Κυριακής ), ενώ η Θεματογραφία κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Οι μαθητές της Β’ τάξης διδάσκονταν καθημερινά Ευθύφρονα του Γοργία, «εξήγησιν του ορθογραφικού», τεχνολογία θεωρητική και «συμφωνίας», ενώ κάθε Σάββατο γραμματική και «γύμνασίν τινα εις τεχνολογικόν και ορθογραφικόν». Τα μαθήματα της Γ’ τάξης ήταν Νεκρικοί Διάλογοι του Λουκιανού και πρακτική τεχνολογία που παραδίδονταν καθημερινά, ενώ το Σάββατο γινόταν επανάληψη των μαθημάτων της εβδομάδας. Οι μαθητές της Δ’ διδάσκονταν κάθε μέρα Μονόστιχα του Χρυσολωρά «αποστοματίζοντες και γραμματικούς κανόνας», ενώ το Σάββατο επαναλαμβάνονταν τα μαθήματα της εβδομάδας. Οι μαθητές δε όλων των τάξεων κάθε Κυριακή άκουγαν την ερμηνεία του Ευαγγελίου και περικοπές από τις Πράξεις των Αγίων Αποστόλων.

Στους προαναφερθέντες μαθητικούς καταλόγους αναφέρεται και η καταγωγή των μαθητών, απ’ όπου διαπιστώνεται ότι οι περισσότεροι κατάγονταν από την περιοχή του Άργους. Συγκεκριμένα το 1829 το 51% περίπου του συνόλου των μαθητών καταγόταν από την περιοχή του Άργους, ενώ τον επόμενο χρόνο το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 68,5%.

Για το κτήριο του σχολείου δεν υπάρχουν μαρτυρίες. Πάντως τον Ιούνιο του 1831, κατά την τελετή των εγκαινίων του διδακτηρίου του αλληλοδιδακτικού σχολείου, έγινε προαιρετική συνεισφορά για την ανέγερση κτηρίου για τη στέγαση του ελληνικού σχολείου, αλλά μέχρι το τέλος της περιόδου δεν πρόφθασε να ξεκίνησει τίποτα σχετικό.

 

Υποσημείωση

 

* Κατά την καποδιστριακή περίοδο τα ελληνικά σχολεία λειτούργησαν χωρίς ενιαία μέθοδο διδασκαλίας και ομοιόμορφο πρόγραμμα μαθημάτων. Έγινε όμως προσπάθεια οργάνωσης τους, όπως και στα αλληλοδιδακτικά. Έτσι στις 7 Ιουλίου του 1831 ο Μιχαήλ Σχινάς, στον οποίο είχε ανατεθεί το έργο αυτό, υπέβαλε «Σχέδιον οργανώσεως των Ελληνικών Σχολείων», το οποίο όμως ήταν υπερβολικό και εκτός πραγματικότητας για τις συνθήκες της εποχής εκείνης. Για το λόγο αυτό αλλά και λόγω της δολοφονίας του Κυβερνήτη δυόμιση μήνες αργότερα, το Σχέδιο αυτό δεν εφαρμόσθηκε.

 

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 92-93, τεύχος 11, 1994.

 

Read Full Post »

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)


  

Ιωάννης Κοκκώνης, εκπαιδευτικός και παιδαγωγός μεγάλου κύρους.

 

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Γεννήθηκε το 1795 στο Καστρί Αγίου Πέτρου (Κυνουρίας) άλλα μεγάλωσε στη Σμύρνη, όπου έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Πήγε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος, και επέστρεψε στη Σμύρνη. Με την έκρηξη της Επανάστασης του ’21 ήρθε στην Ύδρα και αργότερα έφυγε για το Παρίσι (το 1824 βρίσκεται εκεί), όπου σπούδασε παιδαγωγικά στο πρότυπο του Παρισιού με διευθυντή τον Παιδαγωγό Ch. Sarasin. Tο 1829 επιστρέφει στην Ελλάδα και τίθεται στη διάθεση του Καποδίστρια. Έτσι, στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ορίζεται μέλος της επί της Προπαιδείας Επιτροπής, καθώς και εισηγητής στην κρίση των Οδηγών της Αλληλοδιδακτικής. Το 1830 μεταφράζει τον «Οδηγό της Αλληλοδιδακτικής» του Sarasin, πού αποτέλεσε για πάρα πολλά χρόνια το διδακτικό όπλο των δημοδιδασκάλων, και τον Οκτώβριο του ιδίου χρόνου διορίζεται «επιθεωρητής των κατά την Πελοπόννησον εκπαιδευτικών καταστημάτων», θέση πού κράτησε ως τις αρχές τού 1832, οπότε και παραιτήθηκε «δια την πολιτικήν μεταβολήν».

 « Την 6 του παρόντος περί την 4 ώραν από μεσημβρ. φθάσας εις Άργος επήγα αμέσως εις το Αλληλ. σχολείον, εις τον διδάσκαλον του οποίου επαρουσιάσθην ως ξένος ταξιδιώτης περίεργος να ίδω το σχολείον του. Είχε τελειώσει εκείνην την ώραν το μάθημα της γραφής και έμελλε ν’ αρχίσει την ανάγνωσιν.  Περιεργάσθην τους τρόπους καθ’ ούς γίνεται το μάθημα τούτο από ημικύκλκιον εις ημικύκλιον διαβαίνων και τα προστάγματα εν ταυτώ· εύρηκα δε και ταύτα και εκείνα γινόμενα όχι ακριβώς κατά τον οδηγόν. Τον ηρώτησα « τίνος μέθοδον ακόλουθη » και μ’ απεκρίθη ότι του Σαραζίνου, δεν είναι όμως ακριβώς βαλμένα εις πράξιν, διότι οι πρωπόσχολοί του δεν εγυμνάσθησαν ακόμη ικανώς εις τούτο. Μάθημα αριθμητικής δεν έκαμεν, επειδή διατρίψας πολύ εις την Γραφήν είχεν εξορίσει. Τη επαύριον επαρουσιάσθην το πρωί, πριν αρχίση έτι το μάθημα οδηγηθείς εις το σχολείον παρά του γραμματέως του Τοποτηρητού … ».

Στις 10/22 Αύγουστου του 1833 διορίζεται «συνεργάτης επί της διατηρήσεως των αρχαιοτήτων δια τας νήσους καθεδρεύων εν Σύρα», άλλα τον Σεπτέμβριο τού 1834 απολύεται για λόγους οικονομίας. Τον Οκτώβριο του 1835 διορίζεται προσωρινός και από τον Απρίλιο του 1836 μόνιμος Διευθυντής του Διδασκαλείου και των δημοτικών σχολείων, θέση πού κράτησε ως τις 30 Ιουλίου 1852, οπότε και αντικαταστάθηκε από τον Γ. Χρυσοβέργη.

Το 1839 εξέδωσε το περιοδικό «Ο Παιδαγωγός», πού το έγραφε σχεδόν μόνος του, ενώ κατά τη μακρόχρονη σταδιοδρομία του έγραψε και εξέδωσε πάρα πολλά διδακτικά βιβλία (αλφαβητάρια, πίνακες αλλη­λοδιδακτικούς, εγχειρίδια φυσικής και γεωγραφίας κ.ά.).

Το 1855 συμμετέσχε σε επιτροπή για τη βελτίωση του Οδηγού της Αλληλοδιδακτικής, το 1863 διορίστηκε μέλος τού 5μελούς Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, άλλα τον επόμενο χρόνο απολύθηκε μαζί με τα άλλα μέλη. Πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 1864.

 

Πηγές

  • Δαυίδ Αντωνίου, « Οι απαρχές του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Νεοελληνικό Κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1833», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992).
  • Δασκαλάκη,  ( Γ.Α.Κ., Υπ. Θρησκείας, φάκ. 32, Σχολικά, 8 Οκτωβρίου 1830).

Read Full Post »

Άργος (1828-1832) – Ιδιαίτερα Σχολεία «των κοινών γραμμάτων».

    

 Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

    Ιδιαίτερα Σχολεία «των κοινών γραμμάτων».  

 

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852. Εκκλησιαστικό βιβλίο που χρησιμοποιήθηκε για την εκμάθηση της ανάγνωσης κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Κατά την περίοδο αυτή στο Άργος υπήρχαν σχολεία των λεγόμενων «κοινών γραμμάτων», στα οποία «αμαθείς γραμματοδιδάσκαλοι καλόγηροι και παπάδες» δίδασκαν από την Οκτώηχο*, το Ψαλτήρι και τη «φυλλάδα» πληρωνόμενοι από τους γονείς των μαθητών τους. Οι δάσκαλοι αυτοί στάθηκαν σοβαρό εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου αλληλοδιδακτικού σχολείου,  αφού δυσφημούσαν το διδασκαλικό έργο του Φανδρίδη, προκειμένου να αποσπάσουν μαθητές. Η περίπτωση του Άργους δεν είναι μοναδική, αφού παρόμοια προβλήματα συναντώνται και σε άλλες περιοχές. Μετά την υποχρεωτική εφαρμογή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, οι γραμματοδιδάσκαλοι κινδυνεύοντας να μείνουν άνεργοι, εφόσον δεν είχαν τις απαιτούμενες γνώσεις της μεθόδου, κατέφυγαν στη συκοφάντηση του κυβερνητικού εκπαιδευτικού έργου.

Το πρόβλημα αυτό στο Άργος  επισημαίνεται συχνά στην αλληλογραφία του αρμόδιου υπουργείου και των εκπροσώπων της κυβέρνησης. Στις 25 Μαρτίου του 1830, σε αναφορά του Χρυσόγελου προς τον Κυβερνήτη, τονιζόταν η ανάγκη «να προληφθεί το γραμματεμπόριον των αμαθών τούτων [γραμματοδιδασκάλων], το οποίον εμποδίζει την πρόοδον των αλληλοδιδακτικών καταστημάτων και καταδικάζει τους παίδας των αμαθών εις αιώνιον αμάθειαν».

Ψαλτήριο, 1856 Βενετία  (Βιβλιοθήκη Σκήτης Αγίας Άννας)

Ψαλτήριο, 1856 Βενετία (Βιβλιοθήκη Σκήτης Αγίας Άννας)

Τρεις μήνες αργότερα, στις 20 Ιουνίου, ο Τοποτηρητής Άργους  Ιω. Βρατσάνος πληροφορούσε το Διοικητή Ναυπλίας για τη λειτουργία πέντε τέτοιων σχολείων και ανέφερε τα ονόματα δύο γραμματοδιδασκάλων, του Γεωργίου Μηλιτάκη και Κωνσταντίνου Αντριανού παραθέτοντας συγχρόνως και δύο ονομαστικούς καταλόγους των μαθητών τους, όπου σημειώνονται εκτός από το ονοματεπώνυμο, η ηλικία τους και τα διδασκόμενα μαθήματα –  οκτώηχος, ψαλτήρι, «φυλλάδα». Ο Τοποτηρητής δεν παρέλειπε να προσθέσει την άποψη του για το αρνητικό αποτέλεσμα της ύπαρξης αυτών των δασκάλων αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «χωρίς να έχωσιν ούτε ίχνος εκ των όσων κατασταίνωσιν επαγγελματικούς διδασκάλους, μετέρχονται το ιερόν τοιούτον επάγγελμα από μόνην την οκνηρίαν παρακινούμενοι και γινόμενοι αίτιοι μεγάλων ζημιών εις παίδας, οίτινες ημπορούσαν να ωφεληθώσι διδασκόμενοι παρά διδασκάλων επαγγελματικών και ειδημόνων».

Στην υπ’ αριθμ. 1 έκθεση του Ιω. Κοκκώνη, στις 8 Οκτωβρίου του 1830, ο αριθμός των γραμματοδιδασκάλων ήταν αυξημένος στους επτά. Ο επιθεωρητής μάλιστα ανέφερε τα ονόματα τους και τον αριθμό των μαθητών τους, αλλά δεν έδινε στοιχεία για την καταγωγή τους, απ’ όπου θα μπορούσαμε να αντλήσουμε ενδιαφέροντα στοιχεία.

 

Όνομα Γραμματοδιδασκάλων                        Αριθμός Μαθητών

 

Αναγνώστης Μοζατζόπουλος………………………………….……….35

Αναγνώστης Κρητικός………………………………………….………..10

Κωνσταντίνος Σαμαρτζής…………………………………….…………20

Κωνσταντίνος Παπα-Δημητρίου (Λαλουκίτης )………….………10

Αναγνώστης Λελιώτης……………………………………………………15

Γεώργιος Μικροδημήτρης………………………………………………..15

Σπυρίδων Κούρος……………………………………………..…………….6

Σύνολο Μαθητών:                                           111

Ο αριθμός αυτός σε σχέση με το σύνολο των 297 μαθητών που φοιτούσαν την ίδια εποχή σε όλα τα σχολεία της πόλης, είναι πολύ μεγάλος. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι σε πληθυσμό 8030 κατοίκων οι 297 μαθητές αντιπροσωπεύουν το 3.7% του πληθυσμού της πόλης, παρατηρούμε ότι οι 111 μαθητές των κοινών σχολείων αντιστοιχούσαν στο 1.38% των κατοίκων. Το ένα τρίτο περίπου των μαθητών παρακολουθούσε μαθήματα ιδιωτικών και ανεξέλεγκτων δασκάλων και συνεπώς ήταν δικαιολογημένες οι ανησυχίες που διατυπώνονταν.

 

Υποσημείωση

 

* Οκτώηχος:  (Οκτωήχι) Aκολουθία (ισχυρής έμπνευσης στα περισσότερα των τροπαρίων της) συνταγμένη σε 8 Ήχους. Περιλαμβάνει 8 επιμέρους Ακολουθίες, με την καθεμιά τους να έχει τα δικά της στιχηρά και απόστιχα («δια το εσπερινόν»), το δικό της αναστάσιμο απολυτίκιο και θεοτοκίο, τον δικό της τριαδικό κανόνα («δια το μεσονυκτικόν»), τους δικούς της αναστάσιμους κανόνες («δια τον όρθρον») καθώς και τα δικά της στιχηρά και απόστιχα («δια τους αίνους»). Έτσι, με τις 8 αυτές σειρές από τροπάρια, καθίσματα, στιχηρά, προσόμοια, ιδιόμελα, κοντάκια, οίκους, κανόνες, κ.ο.κ., εξυμνείται και πανηγυρίζεται η Ανάσταση του Χριστού. Αυτές οι Ακολουθίες ανακυκλώνονται, γιατί κάθε Κυριακή ψάλλεται και διαφορετικός Ήχος, αρχίζοντας από την Κυριακή του Αντίπασχα ή του Θωμά (οπότε ψάλλεται ο Α’ Ήχος) και όταν ψαλλούν όλοι οι `Ηχοι με τη σειρά μέχρι του πλαγίου Δ’, γίνεται αρχή και πάλι από τον Α’ Ήχο. Η «Οκτώηχος» θεωρείται ως έργο (και μάλιστα το πρώτο) του περίφημου Ιωάννη Δαμασκηνού, αν και (κατά τη γνώμη του Σάθα) είναι μάλλον λειτουργικό βιβλίο παλιότερο του Δαμασκηνού (αφού μνημονεύεται ήδη κατά τον 5ο αι.). Η «Οκτώηχος» μετέπειτα συμπληρώθηκε και με άλλα τροπάρια, όχι μόνο για τις Κυριακές αλλά και για τις Ακολουθίες των άλλων ημερών της εβδομάδας. Με αυτόν τον τρόπο προήλθε η Παρακλητική που είναι κατά πολύ εκτενέστερη, γιατί περιλαμβάνει και τις Ακολουθίες των υπόλοιπων ημερών της εβδομάδας (κι αυτές στους 8 Ήχους). Έτσι, όπως έχει σήμερα η «Μεγάλη Οκτώηχος» (ή Παρακλητική), περιέχει και άλλα άσματα, που αποδίδονται σε διάφορους υμνωδούς. Λόγου χάριν, τα λεγόμενα Ανατολικά αποδίδονται στον μοναχό Στουδίτη Ανατόλιο, τα 11 εωθινά στον Λέοντα τον Σοφό, ενώ τα εξαποστειλάρια στον Κων/νο τον Πορφυρογέννητο. Επίσης, οι αναβαθμοί στον Στουδίτη Θεόδωρο, οι τριαδικοί κανόνες στον Μητροφάνη Σμύρνης ή τον ομώνυμο πατριάρχη Κων/πόλεως, τα δε απόστιχα στον Παύλο τον Αμμορίου (ή Ευεργέτιδος). Επίσης, κατά τους 8 Ήχους συνέταξε 10 ύμνους και ο Ιάκωβος Εδέσσης (π. το 710). Συμμετοχή διεκδικούν τόσο ο υμνογράφος Ιωσήφ (883) όσο και ο Θεοφάνης Νικαίας. Τέλος, τα δοξαστικά της «Οκτωήχου» θαυμάζονται ιδιαίτερα για το ύψος των εννοιών τους. Από τους κανόνες της, διακρίνεται εκείνος του 7ου ή πλάγιου Γ’ Ήχου (Βαρύς).

( από το «Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής» του Τ. Καλογερόπουλου )

 

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 90-92, τεύχος 11, 1994.

 

 


Read Full Post »

Ιδιαίτερο Παρθεναγωγείο Άργους (1828-1832)


 

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

 Ιδιαίτερο Παρθεναγωγείο Άργους

 

Γενικά

Η εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης του Καποδίστρια ιεράρχησε την ίδρυση αλληλοδιδακτικών σχολείων σε σύγκριση με τα ελληνικά. Επειδή οι αντικειμενικές συνθήκες δεν επέτρεπαν στο κράτος την ίδρυση ξεχωριστών σχολείων για την εκπαίδευση των κοριτσιών, επιτρεπόταν η συνεκπαίδευση των δύο φύλων. Κατά την καποδιστριακή περίοδο σημαντικός αριθμός κοριτσιών φοίτησε στα σχολεία, τα δε ποσοστά συμμετοχής των μαθητριών στα σχολεία αυτά παρατηρούνται αρκετά αυξημένα στα νησιά του Αιγαίου σε σύγκριση με την Ηπειρωτική Ελλάδα. Παράλληλα λειτούργησαν και ξεχωριστά σχολεία θηλέων, τα οποία ανταποκρίνονταν στις ανάγκες και ιδιαιτερότητες της γυναικείας εκπαίδευσης.

Τα σχολεία αυτά, που ιδρύθηκαν στην Ερμούπολη, Τήνο, Αθήνα, Άργος, Ναύπλιο και Αίγινα, στηρίχθηκαν στην ιδιωτική πρωτοβουλία, εκτός από το τελευταίο που ίδρυσε η δούκισσα της Πλακεντίας και που ήταν το πρώτο δημόσιο αλληλοδιδακτικό θηλέων. Η ίδρυση των παρθεναγωγείων αυτών στις ηπειρωτικές πόλεις ήταν αποτέλεσμα των καινούριων νοοτροπιών που επικράτησαν μετά την εκεί προσέλευση προσφύγων από τις περιοχές του ελληνισμού που παρέμειναν υπό τον Τουρκικό ζυγό αλλά και Ελλήνων από τις παροικίες του εξωτερικού.

 

[…] και άνδρες και γυναίκες επίσης

πρέπει να παιδεύωνται την παιδείαν

ταύτην χωρίς πρόφασιν καμμίαν […]

                          Αδαμάντιος Κοραής

 

Παρθεναγωγείο Άργους

 

Στο παρθεναγωγείο του Άργους δίδασκε η μητέρα του δασκάλου του αλληλοδιδακτικού Μαρία ΠαπαΧατσή Παναγ. Φανδρίδη, η οποία πληρωνόταν από τους γονείς των μαθητριών. Μετά την ανοικοδόμηση του διδακτηρίου, η διδασκαλία γινόταν στο κοντινό οίκημα που είχε κτισθεί για κατοικία του δασκάλου. Στις υπάρχουσες πηγές δε γίνεται αναφορά στα παραδιδόμενα μαθήματα, αλλά είναι βέβαιο ότι θα διδάσκονταν εκτός από τα καθιερωμένα μαθήματα των σχολείων της στοιχειώδους εκπαίδευσης και γυναικεία εργόχειρα.*

Από μαθητικό κατάλογο του σχολείου με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου του 1829 μαθαίνουμε ότι τότε φοιτούσαν 20 κορίτσια ηλικίας 6-13 ετών, εκ των οποίων τα δώδεκα ήταν από το Άργος, δηλαδή το 60% του συνόλου των μαθητριών. Αν σκεφθούμε ότι τον ίδιο μήνα στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό φοιτούσαν 183 αγόρια, το ποσοστό αυτό των 20 μαθητριών ήταν σχετικά μικρό. Θα πρέπει δε να τονισθεί ότι καμιά μαθήτρια δε φοιτούσε στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό και οι γονείς – όσοι μπορούσαν – προτιμούσαν να πληρώνουν για τη μόρφωση των κοριτσιών τους παρά να τα στέλνουν δωρεάν στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό. Αυτό σημαίνει ότι στο ιδιωτικό παρθεναγωγείο φοιτούσαν μόνο τα κορίτσια των σχετικά ευκατάστατων οικογενειών και είναι πολύ χαρακτηριστικό για την αντίληψη της κοινωνίας του Άργους για τη γυναικεία εκπαίδευση και τη θέση της γυναίκας.

Στο  γειτονικό Ναύπλιο τον ίδιο χρόνο στο δημόσιο αλληλοδιδακτικό της πόλης σε σύνολο 179 μαθητών φοιτούσαν και 21 κορίτσια, ενώ στο ιδιωτικό παρθεναγωγείο της Ελένης Δανέζη, που λειτουργούσε παράλληλα, κατά το 1830 σε σύνολο 47 μαθητριών μόνο δύο κατάγονταν από το Ναύπλιο, δηλαδή το 4,25% του συνόλου των μαθητριών.**

  

Υποσημειώσεις

 

* Ο Καποδίστριας έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τη μόρφωση της γυναίκας. Παρόλο που η πρόθεσή του και των συνεργατών του ήταν η συνεκπαίδευση των αγοριών και των κοριτσιών, εντούτοις η φοίτηση των κοριτσιών σε μεικτά σχολεία ήταν μικρή και σποραδική με εξαίρεση το σχολείο της Τήνου, όπου το 34% του μαθητικού δυναμικού ήταν κορίτσια. Οι γονείς της εποχής αυτής και ιδιαίτερα της εύπορης τάξης έστελναν τα κορίτσια τους σε αμιγή ιδιωτικά αλληλοδιδακτικά σχολεία, τα Παρθεναγωγεία, ώστε να διαπαιδαγωγούνται, κατά την άποψή τους, απερίσπαστα. Την ίδρυση ιδιωτικών σχολείων νομικά στήριζε και το Σύνταγμα της Τροιζήνας, και ο Κυβερνήτης, όπως φαίνεται, δεν αντιδρούσε στη λειτουργία τους.

Σκοπός της γυναικείας εκπαίδευσης, κατά τους συνεργάτες του Καποδίστρια, ήταν «να δαμασθεί η παχυλή αμάθεια των κοριτσιών, χωρίς να αμφισβητηθεί η διαφοροποίηση των δύο φύλων, δεδομένου ότι δίνουν έμφαση στην οικιακή ευδαιμονία και στην αρετή, στη μητρότητα και στη γυναικεία φύση». 

 Δημήτριος Διαμαντής, Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε. 1ης Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Καρδίτσας, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, «Η εκπαίδευση κατά τον Καποδίστρια», Επιστημονικό Bήμα, τ. 6, Ιούνιος 2006

 

 **Το Ναύπλιο ως πρωτεύουσα της κυβέρνησης συγκέντρωνε, όπως ήταν φυσικό, περισσότερους επήλυδες Έλληνες από περιοχές που εξακολουθούσαν να είναι υπό τουρκική κατοχή, από Έλληνες των παροικιών του εξωτερικού αλλά και από ελληνικά και ξένα στρατεύματα που είχαν καταυλίσει τότε στην πόλη.

  

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 89-90, τεύχος 11, 1994.

Read Full Post »

Δημόσιο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Άργους (1828-1832)


  

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)

Δημόσιο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο Άργους

 

Ιωάννης Κοκκώνης

Ιωάννης Κοκκώνης

Για την ίδρυση του σχολείου αυτού πληροφορούμαστε από την υπ’ αριθμ. 1 έκθεση του επιθεωρητή της εκπαιδεύσεως I. Κοκκώνη, που υποβλήθηκε στη Γραμματεία της Παιδείας, στις 8 Οκτωβρίου του 1830. Κατά την έκθεση αυτή το σχολείο ιδρύθηκε το 1828, μετά την άφιξη του Καποδίστρια, από τον αλληλοδιδάσκαλο Νικόλαο Φανδρίδη «βοηθεία της δημογεροντίας». Ο Φανδρίδης ήταν Κρητικός, 21 ετών (το 1828 ) και, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου προς τον παιδαγωγό Κοκκώνη*, είχε διδαχθεί στην πατρίδα του για δύο χρόνια αρχαία ελληνικά «παραδοθείς έως τον Β’ τόμον της Εγκυκλοπαίδειας· ήρχισε και τον Ξενοφώντα». Την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδάχθηκε το 1825 στα Κύθηρα.

Ο μηνιαίος μισθός του ήταν 250 γρόσια ( 100 φοίνικες ), τον οποίο μέχρι και τον Αύγουστο του 1830 κατέβαλλε κατά ένα μέρος η δημογεροντία (200 γρόσια ) από τα εισοδήματα της κοινότητας που προέρχονταν από τους εθνικούς μύλους, ενώ το υπόλοιπο ποσό ο Καποδίστριας. Στο εξής όμως καταβαλλόταν από τον Τοποτηρητή του Άργους. Ο Φανδρίδης αποδείχθηκε ικανός δάσκαλος παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, για τις οποίες γίνεται λόγος στη συνέχεια και οι οποίες ήταν κοινές και συνήθεις για όλους σχεδόν τους συναδέλφους του κατά την εποχή εκείνη. Το γεγονός δε ότι παρέμεινε στο ίδιο σχολείο καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, συνέβαλε κατά πολύ στο θετικό αποτέλεσμα.

Οι κρίσεις για τις ικανότητες του σχηματίζονται από σχετικές επισκέψεις και επιθεωρήσεις. Συγκεκριμένα, στις 20 Οκτωβρίου του 1829, ο Γραμματεύς της Παιδείας Ν. Χρυσόγελος κοινοποιούσε στο δάσκαλο την ικανοποίηση του Κυβερ­νήτη, ο οποίος «ευαρεστηθείς εκ νέου, ότε προλαβόντως επεσκέφθη το οποίον διευθύνεις σχολείον, με διέταξε να σοι εκφράσω την άκραν του ευχαρίστησιν». Πέντε μήνες αργότερα ο Χρυσόγελος παραβρέθηκε στις δημόσιες εξετάσεις του σχολείου που διεξήχθηκαν στις 24 Μαρτίου του 1830 για τις οποίες ανέφερε προς τον Καποδίστρια την επόμενη μέρα εκφράζοντας την ικανοποίηση του. Ο Φανδρίδης, εκτός από τα μαθήματα που πρόβλεπε ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής**, δίδασκε επιπλέον σε όλους τους μαθητές του και «τα στοιχεία της Γενικής Γραμματικής», ώστε «οι μεταβαίνοντες εκ τούτων εις την σπουδήν της ελληνικής προδιατεθειμένοι όντες, εισάγονται με μεγάλην ευκολίαν εις τούτο το μάθημα», όπως δήλωσαν στο Χρυσόγελο οι δάσκαλοι των ελληνικών σχολείων.

Στο ίδιο έγγραφο έγινε αναφορά και στις δυσκολίες που συναντούσε ο αλληλοδιδάσκαλος και οι οποίες εμπόδιζαν την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Συνίσταντο δε στο γεγονός ότι ο χώρος ήταν δυσανάλογος ως προς τον αριθμό των μαθητών, με αποτέλεσμα « η διαίρεσις εις κλάσεις [ = τάξεις ] και ο εσωτερικός οργανισμός δεν είναι κατά τους απαιτουμένους κανόνας», στην έλλειψη των αναγκαίων βιβλίων, αφού στο σχολείο υπήρχε μόνο η αγγλική μετάφραση του Ευαγγελίου και μέρος της περιληπτικής μετάφρασης του στα ελληνικά από το Νεόφυτο Νικητόπουλο στην ελλιπή φοίτηση των μαθητών, για την οποία γίνεται λόγος πιο κάτω.

Ιωάννου Π. Κοκκώνη. Γεωγραφία Στοιχειώδης, πρώτη έκδοση 1836.

Ιωάννου Π. Κοκκώνη. Γεωγραφία Στοιχειώδης, πρώτη έκδοση 1836.

Ο Ιω. Κοκκώνης, ο οποίος επισκέφθηκε το σχολείο ως επιθεωρητής της δημοτικής εκπαίδευσης στις 6 Οκτωβρίου του 1830, ανέφερε προς τη Γραμματεία της Παιδείας για το δάσκαλο ότι ήταν «πολλά ήμερος και γλυκύς προς τους μαθητάς του και επιμελής και προσεκτικός εις το έργον του».*** Κατά την ίδια αναφορά, ο Φανδρίδης ακολουθούσε την αλληλοδιδακτική μέθοδο του Γάλλου Sarazin, αλλά η ακριβής εφαρμογή της προσέκρουε σε εγγενείς δυσχέρειες, όπως ήταν η «αγυμνασία των μερικών πρωτοσχόλων» και η έλλειψη του απαραίτητου εποπτικού υλικού. Ο Κοκκώνης ανέφερε στην έκθεση του χαρακτηριστικά: «Το υλικόν του σχολείου είναι άθλιον, ελλιπές και κακώς διατεταγμένον . Οι μαθηταί φέρουσιν έξωθεν πλάκας, χαρτία κ.λ,π. Ο μεν έχει πλάκα ακέραιον, ο δε έν τεμάχιον πλακός, άλλος στερείται πλακοκονδύλου ή χαρτίου και άλλος άλλου». Για την αποφυγή «της προερχομένης εκ της ελλείψεως αυτών βλάβης και αταξίας», ο επιθεωρητής συνέστησε στον αλληλοδιδάσκαλο να συνεννοηθεί με τους εφόρους του σχολείου και να ζητήσει από τη Γραμματεία της Παιδείας τα προβλεπόμενα από τον Οδηγό αναγκαία εποπτικά μέσα διδασκαλίας.

Ο Κοκκώνης διαπίστωσε παράλληλα και σχετική έλλειψη των αναγκαίων διδακτικών βιβλίων. Στο σχολείο υπήρχαν 20 Ευαγγέλια τυπωμένα στο Λονδίνο, 20 Χρηστοήθειες του Πύρου, 4 αντίτυπα της Ιεράς Κατήχησης του Κισινίου και 4 περιλήψεις του Ευαγγελίου από το Ν. Νικητόπουλο. Τα υπάρχοντα βιβλία ήταν ελάχιστα για τους 128 μαθητές που αριθμούσε τότε το σχολείο. Επειδή μάλιστα η Ιερά Κατήχηση του Κισινίου δεν ήταν από τα εγκεκριμένα βιβλία, ο επιθεωρητής της εκπαίδευσης ζήτησε από το δάσκαλο να μη διδάξει στο εξής από αυτή και του έδωσε ένα αντίτυπο της Κατήχησης που είχε εγκρίνει η επί της Προπαιδείας Επιτροπή καθώς επίσης και ανά ένα αντίτυπο του Προσευχηταρίου και της σύνοψης της Ιεράς Ιστορίας. Επίσης ζήτησε από τη Γραμματεία να στείλει στο σχολείο 5 Προσευχητάρια, 5 Συνόψεις Ιεράς Ιστορίας, 12 Κατηχήσεις και από τα βιβλία του Στέφ. Κομμητά Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιερά Ιστορία και Κατήχηση.

Το πρώτο γνωστό ελληνικό αλφαβητάριο, τυπωμένο στη Βιέννη το 1771, με δαπάνη του Κ.Α Φιλιππίδου.

Το πρώτο γνωστό ελληνικό αλφαβητάριο, τυπωμένο στη Βιέννη το 1771, με δαπάνη του Κ.Α Φιλιππίδου.

Στο ίδιο έγγραφο του Κοκκώνη έγινε λόγος και για τους εφόρους του σχολείου και είναι η μόνη φορά που θίγεται το θέμα αυτό στις υπάρχουσες πηγές. Χρέη σχολικών εφόρων έκαναν οι δημογέροντες της πόλης, χωρίς όμως να έχουν διοριστεί  γι’ αυτό το σκοπό από την κυβέρνηση. Στο σημείο αυτό θεωρείται σκόπιμο να αναφερθεί ότι ο Καποδίστριας επιδιώκοντας την απαγκίστρωση της εκπαίδευσης από την επιρροή των προκρίτων και δημογερόντων, είχε εκδώσει την υπ’ αριθ. 64 εγκύκλιο στις 23 Οκτωβρίου του 1829, κατά την οποία οι σχολικοί έφοροι έπρεπε να προέρχονται από τους «ευηποληπτοτέρους» πολίτες, «διαστελλόμενοι μεταξύ των άλλων διά τα φώτα, δια την αρετήν και πατριωτισμόν» τους και επιλέγοντο από κατάλογο υποψηφίων που ενεχείριζαν στην κυβέρνηση οι κατά τόπους  εκπρόσωποι της. Στην περίπτωση του Άργους δε φαίνεται να έγινε σχετική ενέργεια διορισμού της σύμφωνα με τις πιο πάνω διαδικασίες. Το γεγονός δε ότι οι δημογέροντες εκτελούσαν συγχρόνως χρέη σχολικών εφόρων, ερμηνεύεται από το ότι οι ίδιοι πρωταγωνίστησαν στην ίδρυση του αλληλοδιδακτικού σχολείου, όπως προαναφέρθηκε.

 Για τα παραδιδόμενα μαθήματα οι πληροφορίες μας προέρχονται από δύο πηγές. Κατ’ αρχήν ο Χρυσόγελος, στις 25 Μαρτίου του 1830, μετά τις δημόσιες εξετάσεις, ανέφερε προς τον Κυβερνήτη ότι ο Φανδρίδης δίδασκε Ανάγνωση, Γραφή, Αριθμητική, Κατήχηση, Ευαγγέλιο και Γεωγραφία. Στις 6 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, ο Κοκκώνης στη μνημονευθείσα ήδη υπ’ αρ. 1 έκθεση του έκανε λόγο μόνο για Γραφή, Ανάγνωση και Αριθμητική. Προφανώς ο δάσκαλος περιοριζόταν σ’ αυτά λόγω έλλειψης των απαιτούμενων διδακτικών βιβλίων.

 Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την εξεταζόμενη περίοδο στο Άργος ανοικοδομήθηκε διδακτήριο κατά τους όρους της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, του οποίου τα εγκαίνια έγιναν τον Ιούνιο του 1831. Μέχρι τότε ο Φανδρίδης δίδασκε σε «οίκημα προσωρινόν»**** το οποίο ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού». Αρχιτέκτων ήταν αρχικά ο De Vaud και κατόπιν ο Λάμπρος Ζαβός, ενώ τέκτων ο Χαρίτων Κάππος. Κοντά δε στο διδακτήριο ανοικοδομήθηκε και οίκημα για κατοικία του δασκάλου.

 Όπως έχει προαναφερθεί, η φοίτηση των μαθητών του δημόσιου αλληλοδιδακτικού δεν ήταν τακτική, αλλά και ο αριθμός των εγγεγραμμένοι μαθητών δεν ήταν σταθερός. Έτσι σε κατάλογο της 17ης Οκτωβρίου του 1829 φαίνονται εγγεγραμμένοι 183 μαθητές ( μόνο αγόρια) ηλικίας 6-23 ετών, έκτων οποίων οι 105 ήταν Αργείοι, ενώ οι 114 από την ευρύτερη περιοχή του Άργους, δηλαδή το 62.3% του συνόλου των μαθητών. Στις 25 Μαρτίου του επόμενου χρόνου αναφέρονται 170 μαθητές, ενώ σε μεταγενέστερο κατάλογο της 21ης Ιουνίου του 1830, ήταν εγγεγραμμένοι 155 μαθητές ηλικίας 5-18 ετών, εκ των οποίων οι 70 ήταν Αργείοι, δηλαδή το 45,15 % του μαθητικού πληθυσμού. Μετά από τρισήμιση μήνες ο αριθμός των μαθητών παρουσιάζεται περισσότερο ελαττωμένος. Πράγματι στις 8 Οκτωβρίου, ο I. Κοκκώνης ανέφερε στην υπ’αριθμ. 1 έκθεση του ότι ήταν εγγεγραμμένοι 128 μαθητές, αλλά κατά την ημέρα της επίσκεψης του ήταν παρόντες 95.

Ο Χρυσόγελος, ο οποίος είχε επισκεφθεί το σχολείο στις 24 Μαρτίου του 1830 και είχε διαπιστώσει από κοντά τα προβλήματα του, απέδιδε την ελλιπή φοίτηση των μαθητών στην άγνοια των γονέων, οι οποίοι κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απασχολούσαν τα παιδιά τους «άκοντα» σε γεωργικές κυρίως εργασίες παρά τις συμβουλές του αλληλοδιδασκάλου. Ο τελευταίος δεν μπορούσε να ασκήσει πίεση, όπως είχε το δικαίωμα, γιατί «θέλει μείνει χωρίς κανένα ή με πολλά ολίγους μαθητάς». Παράλληλα οι γονείς μόλις διαπίστωναν ότι τα παιδιά τους είχαν αρχίσει να μαθαίνουν να γράφουν, να διαβάζουν και να αριθμούν διέκοπταν τη φοίτηση τους, «πριν τελειοποιηθώσιν» πιστεύοντας ότι οι στοιχειώδεις αυτές γνώσεις ήταν αρκετά εφόδια για τη ζωή τους. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται επίσης ότι η ελάττωση του αριθμού των μαθητών οφειλόταν στην ύπαρξη αμαθών «γραμμα­τοδιδασκάλων», οι οποίοι δυσφημούσαν την αλληλοδιδακτική μέθοδο διαδίδοντας στους γονείς ότι τα παιδιά τους «δεν διδάσκονται γράμματα εις το Αλληλοδιδακτικόν, αλλά τακτικήν», και κατ ‘ αυτό τον τρόπο προσέλκυαν αρκετούς μαθητές του δημόσιου αλληλοδιδακτικού. Το ίδιο πρόβλημα υφίστατο και σε άλλες περιοχές του ελεύθερου ελληνικού κράτους.

Σύμφωνα με το μαθητικό κατάλογο της 21ης Ιουνίου του 1830, οι μαθητές του σχολείου ήταν χωρισμένοι σε οκτώ κλάσεις ( = τάξεις ) με ανώτερη την Α’  όπως υπαγόρευε ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Η προαγωγή σε ανώτερη τάξη γινόταν κατά μάθημα και όχι κατά το σύνολο των μαθημάτων.

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο στις υπάρχουσες πηγές εντοπίζουμε δύο εξετάσεις. Σ’ αυτές της 24ης Μαρτίου του 1830 παραβρέθηκε ο Χρυσόγελος, ο οποίος και ανέφερε τα αποτελέσματα προς τον Κυβερνήτη. Έτσι μαθαίνουμε ότι εξετάσθηκαν οι τάξεις και των 170 μαθητών του σχολείου στα μαθήματα της Ανάγνωσης και Αριθμητικής και οι μαθητές των τριών πρώτων τάξεων στην Αριθμητική, στις αρχές της Κατήχησης, στην Ιερή Ιστορία του Ευαγγελίου και στις αρχές της Γεωγραφίας. Κατά τις εξετάσεις αυτές «ευδοκίμησαν» 15 μαθητές. Οι δεύτερες εξετάσεις έγιναν από τον Ιω. Κοκκώνη, ο οποίος στις 6 Οκτωβρίου είχε επισκεφθεί το σχολείο για επιθεώρηση. Στην υπ’ αριθμ. 1 έκθεση που έκανε, σημείωσε τα ονόματα οκτώ μαθητών που διακρίθηκαν, για τους οποίους ανέφερε συγκεκριμένα:

 «Γεώργιος Βλάσης γενικός Πρωτόσχ. της αριθμητ. σπουδάζει 2 έτη.

Μιχ. I. Χιλιώτου – της Αναγνώσεως 20 μήνας εβραβεύθη εις τας εξετάσεις.

Σταύρος Ηλιακόπουλος – Αναγινώσκει καλώς.

Ν. Λαγοδημόπουλος, 14 ετών, ήλθεν αρχάριος και αναγινώσκει τώρα εις την Ζ’ μετά 7  μηνών σπουδήν.

Ν. Μαυραΐδης αναγινώσκει καλώς εις το Β’ τμήμα της Η’.46

Π. Σαραντόπουλος ομοίως ετών 14.

Χ. Μιχαλόπουλος ομοίως.

Θεμιστοκλής Βαλβίου εις το Β’ τμήμα της Η’».

Ο Κοκκώνης σημείωνε στην έκθεση του ότι εκτός από τους προαναφερθέντες μαθητές υπήρχαν και άλλοι «προχωρημένοι», αλλά δεν ανέφερε τα ονόματα τους γιατί δε φοιτούσαν τακτικά στο σχολείο «εμποδιζόμενοι υπό των συγγενών των». Επιχειρώντας μάλιστα να τους παρακινήσει, τους ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση δεν επρόκειτο να είναι αρωγός τους σε περίπτωση ελλιπούς φοίτησής τους. Ζήτησε δε από τη Γραμματεία της Παιδείας να στείλει δωρεάν οκτώ συνόψεις της Ιεράς Ιστορίας ως βραβείο για τους μαθητές που διακρίθηκαν. Κατά την εξεταζόμενη περίοδο εκτός από τους μαθητές αυτούς στο σχολείο φοίτησαν και στρατιωτικοί, όπως διαπιστώνουμε από έγγραφο του ίδιου του αλληλοδιδασκάλου προς τη Γραμματεία της Παιδείας, στις 9 Ιανουαρίου του 1833, όπου αναφέρεται ότι του είχε ζητηθεί να δεχθεί στο σχολείο του στρατιωτικούς από το τακτικό ιππικό σώμα του Άργους, για να τους διδάξει γραφή, ανάγνωση και πρακτική αριθμητική. Τα μαθήματα έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 2 Ιανουαρίου του 1830 μέχρι Μάρτιο του 1832, επί δύο ώρες καθημερινά (12:00-14:00 μ. μ.). Κατά το Φανδρίδη, οι στρατιωτικοί σημείωσαν αξιόλογη πρόοδο, για την οποία έγινε λόγος και σε σχετικό άρθρο της Γενικής Εφημερίδας τον Ιούνιο του 1831, απ’ όπου διαπιστώνεται η πρόοδος 184 υπαξιωματικών και στρατιωτικών.

Κατά την ίδια εποχή η κυβέρνηση είχε αναθέσει και σε άλλους αλληλοδιδασκάλους, όπου υπήρχαν στρατιωτικά σώματα, να δεχθούν στα σχολεία τους στρατιωτικούς, όπως συνέβη στο Ναύπλιο και την Καλαμάτα. Οι δάσκαλοι αυτοί είχαν αναφερθεί εγκαίρως προς την κυβέρνηση και τους είχε προσδιορισθεί μηνιαίος μισθός 60 φοινίκων, ενώ ο Φανδρίδης είχε αμελήσει αρκούμενος σε προφορικές υποσχέσεις. Για το λόγο αυτό ζητούσε με τη μνημονευθείσα αναφορά του της 9ης Ιανουαρίου του 1833 να πληρωθεί αναδρομικά.

Σε γενικές γραμμές μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η λειτουργία του δημοσίου αλληλοδιδακτικού σχολείου κατά την εξεταζόμενη περίοδο ήταν ικανοποιητική παρά τις όποιες δυσκολίες, οι οποίες ήταν λίγο ως πολύ κοινές για όλα τα σχολεία. Στο θετικό αποτέλεσμα συνέβαλε ο ζήλος και η επιμονή του αλληλοδιδασκάλου και το γεγονός ότι παρέμεινε στην ίδια θέση καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του σχολείου. Τρισήμιση μήνες πριν από τη δολοφονία του Κυβερνήτη, στο άρθρο που δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα με αφορμή τα εγκαίνια του νέου διδακτηρίου, που έγιναν στις 12 Ιουνίου του 1831, αναφέρεται ότι μέχρι τότε στο σχολείο είχαν φοιτήσει συνολικά 1017 μαθητές. Από αυτούς οι 145 εξακολουθούσαν να φοιτούν, ενώ από τους υπόλοιπους οι 500 ήταν «προπαρασκευασμένοι εις την σπουδήν ανωτέρων μαθημάτων, εις τα Ελληνικά Σχολεία, εις το Κεντρικόν της Αιγίνης ή εις άλλα επαγγέλματα».

 

Υποσημειώσεις 

  

* Ιωάννης Κοκκώνης, εκπαιδευτικός και παιδαγωγός μεγάλου κύρους.  

 Η πρώτη πρόταση για ίδρυση Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις 22 Μαρτίου 1833 η Αντιβασιλεία εξέδωσε διάταγμα «περί συστάσεως επιτροπής προς διοργανισμόν των σχολείων». Μέλη της επιτροπής ορίζονταν: ο νομομαθής φαναριώτης Κωνσταντίνος Σχινάς που το 1837 διορίστηκε πρώτος Πρύτανης του νεοσυσταθέντος Πανεπιστημίου, ο δικαστικός και πολιτικός Αναστάσιος Πολυζωίδης, ο παιδαγωγός Ιωάννης Κοκκώνης, ο γνωστός φαναριώτης ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος, ο κλασικός φιλόλογος Ιωάννης Βενθύλος, ο Γερμανός επιγραφολόγος Johann Franz. Στο σχέδιο που υπέβαλαν (στις 3 Ιουλίου 1833), εκτός από τα άρθρα που αφορούσαν στην ίδρυση δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων, υπήρχε και πρόταση για την ίδρυση Μουσείου, δηλαδή Πανεπιστημίου. Στο τέταρτο λοιπόν άρθρο γίνεται αρχικά μια θεωρητική προσέγγιση του θέματος (σκοποθεσία και διαίρεση των επιστημών), ενώ στη συνέχεια αναφέρονται τα μαθήματα που θα έπερεπε να διδάσκονται κατά σχολές. Παραθέτουμε τους τίτλους των εβδομήντα μαθημάτων, γιατί αντικατοπτρίζουν το επιστημονικό γίγνεσθαι της εποχής εκείνης: «1. Φιλοσοφική Σχολή: Γενική εισαγωγή εις την σπουδήν της φιλοσοφίας, Ιστορία της παλαιάς και νέας φιλοσοφίας, Η φιλοσοφία της φύσεως, Λογική και Μεταφυσική, Ανθρωπολογία, Φιλοσοφική Ηθική, Αισθηματική, ήτοι θεωρία του καλού, Μαθηματική, 2. Θεολογική Σχολή: Εγκυκλοπαιδεία και Μεθοδολογία της θεολογίας, Ιστορία της θεολογίας, Πολιτική και θρησκευτική ιστορία των Εβραίων, Ερμηνεία των θεοπνεύστων Γραφών, Αρχαί, ήτοι κανόνες της ερμηνείας της Καινής Διαθήκης, Εκκλησιαστική Iστορία, Ιστορία των Χριστιανικών Δογμάτων, Χριστιανική Ηθική, Ποιμαντική διδασκαλία, Νομική Εκκλησιαστική, 3. Ιστορική Σχολή: Εισαγωγή εις την σπουδήν της Iστορίας, Ιστορία των παλαιών και νέων Εθνών, Φιλολογία, Εισαγωγή εις την σπουδήν της φιλολογίας, Εγκυκλοπαιδεία της φιλολογίας, Φιλόσοφος έκθεσις περί των παλαιών γλωσσών, μάλιστα περί της Ελληνικής, Ερμηνευτική και Κριτική περί τα παλαιά, και εξήγησις συγγραφέων και ποιητών, οίον Αισχύλου, Πινδάρου, Θουκυδίδου, Πλάτωνος, Αριστοτέλους, Τακίτου, Περσίου κτλ., Μετρική των Ελλήνων και Ρωμαίων, Ιστορία των δύο Εθνών Ελλήνων και Ρωμαίων, Μυθολογία των δύο Εθνών, Αρχαιότητες Ελληνικαί και Ρωμαϊκαί, Αρχαιολογία, Ιστορία της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Φιλολογίας, Ανατολικαί γλώσσαι (Εβραϊκή, Αραβική, Περσική, Τουρκική), Νεώτεραι Γλώσσαι, 4. Νομική Σχολή: Εγκυκλοπαιδεία και Μεθοδολογία του Δικαίου, Εισηγήσεις του Ιουστινιανού, Πανδέκται, Ιστορία του Ρωμαϊκού Διακαίου, Εξήγησις των εισηγήσεων του Γαΐου, Ιδιωτικόν Δίκαιον, Δημόσιον Δίκαιον, Φυσικόν Δίκαιον, Πολιτική δικολογία, Ποινικόν δίκαιον και Ποινική δικονομία, Εγκληματικόν δίκαιον και Εγκληματική δικονομία, Εθνική και Πολιτική Oικονομία, Δίκαιον Εθνών, Ιατρική δίκη, 5. Φυσική Σχολή: Εισαγωγή εις την σπουδήν της Φυσικής, Πειραματική Φυσική, Χημεία και πρακτικαί γυμνάσεις εις την χημείαν, Φυσιογραφία, Oρυκτολογία, Γεωγνωσία, Βοτανική, Ζωολογία, Αγρονομική, 6. Ιατρική Σχολή: Ιστορία της Ιατρικής, Εγκυκλοπαιδεία και Μεθοδολογία της Ιατρικής, Γενική και μερική ανατομία, Γενική παθολογία και θεραπεία μετά της σημειωτικής, Ανατομικαί γυμνάσεις, Ειδική θεραπεία, Φαρμακολογία και περί ύλης φαρμάκων, Χειρουργία, περί εργαλείων χειρουργικών, περί δεσμών, Φυσιολογία ανθρώπου και φυσιολογία συγκριτική με αποδείξεις, πειράματα γινόμενα επί ζώων, Ιατρική κλινική, Χειρουργία και οφθαλμιατρική κλινική, Μαιευτική, Πρακτικαί γυμνάσεις εις την Μαιευτικήν (εις τα ανδρείκελα), Εξήγησις των γνησίων Ιπποκράτους συγγραμμάτων, Περί δηλητηρίων». Σήμερα, η αναγραφή των διδασκόμενων μαθημάτων στα τριάντα Τμήματα του Πανεπιστημίου καταλαμβάνει 100 περίπου σελίδες στον τόμο Πανόραμα του Πανεπιστημίου Αθηνών (Δομή-Λειτουργία-Εκπαιδευτικό έργο), Αθήνα 2002. 

 Υλικό από το βιβλίο του Δαυίδ Αντωνίου, « Οι απαρχές του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Νεοελληνικό Κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1833», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992).

 

** Η αλληλοδιδακτική μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από τα μέσα του 17ου αιώνα στην Αγγλία, τελειοποιήθηκε τον 18ο αιώνα στη Γαλλία του Sarazin. Ονομάστηκε έτσι για το λόγο ότι με την καθοδήγηση του δασκάλου χρησιμοποιούνταν οι καλύτεροι μαθητές (οι πρωτόσχολοι) για να διδάσκουν τους υπόλοιπους. Την αλληλοδιδακτική στην Ελλάδα εισήγαγε επίσημα ο Ιωάννης Κοκκώνης στα χρόνια του Καποδίστρια, μεταφράζοντας (1830) τον οδηγό της αλληλοδιδακτικής μεθόδου του Σαραζίνου (Sarazin).

Ο Καποδίστριας ως απεσταλμένος του τσάρου Αλέξανδρου θα συναντηθεί το 1814 με τον φημισμένο Παιδαγωγό Emanuel von Fellenberg. Οι εντυπώσεις που αποκόμισε ο Καποδίστριας τον έκαναν ενθουσιώδη οπαδό του συστήματος του Fellenberg. Ο συνδυασμός Πνευματικής και Χειρωνακτικής εργασίας, η προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά και η προσπάθεια για πνευματική σύμπνοια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις με στόχο την κοινωνική Ειρήνη θα βρουν σύμφωνο τον Καποδίστρια. Ως Κυβερνήτης της Ελλάδας έριξε όλο το βάρος των προσπαθειών του στην επέκταση του πρωτοβάθμιου σχολικού δικτύου σε εθνική κλίμακα. Το ψήφισμα για την παιδεία που εκδόθηκε το 1829 στη διάρκεια της Δ’ εθνοσυνέλευσης στο Άργος αναφέρεται ρητά στην προώθηση των αλληλοδιδακτικών σχολείων. Εκτός των άλλων προβλέπει ακόμα τα εξής: Τη σύσταση του λεγόμενου «Γαζοφυλακίου» οι πόροι του οποίου θα προορίζονταν για την οικονομική ενίσχυση των σχολείων, τη σύσταση δευτεροβάθμιων σχολείων τα οποία ονόμαζε «πρότυπα» ή «τυπικά», ενώ παράλληλα διατηρήθηκαν και τα λεγόμενα Ελληνικά σχολεία.

 Το ψήφισμα του 1829 δεν εφαρμόστηκε ως προς όλα τα σημεία. Ο ίδιος πάντως πίστευε ότι χωρίς την εξάπλωση της λαϊκής μόρφωσης θα επικρατούσε πάντοτε το «δίκαιο του ισχυρότερου στηριζόμενο εις την αμαθίαν και αποκτήνωσιν του πλήθους».
Σύμφωνα με την έκθεση του Ν. Χρυσόγελου, γραμματέα των εκκλησιαστικοί και της δημόσιας εκπαίδευσης, χα λιγοστά σχολεία του αγώνα είχαν αυξηθεί μέχρι το 1831 σε 121, ενώ ο αριθμός των μαθητών σε 9.246 από τους οποίους οι 6.718 φοιτούσαν στα 75 αλληλοδιδακτικά που λειτουργούσαν την περίοδο αυτή στη χώρα.

 
 Αναγνωρίζοντας ότι το σύστημα Fellenberg απαιτούσε πολλούς δασκάλους, ειδικές κτιριακές εγκαταστάσεις και ανάλογα οικονομικά μέσα, ο Καποδίστριας υποστήριξε την εισαγωγή της αλληλοδιδακτικής στην Ελλάδα και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα της ενιαίας εφαρμογής της στα σχολεία. Τον Οκτώβριο του 1829 προχώρησε στην σύσταση τριών ειδικών επιτροπών που θα επιδίδονταν «εις την μετάφρασιν και σύστασιν βιβλίων στοιχειωδών και εις την αναθεώρησιν συγγράμματος ήδη μεταφρασμένων, συντεινόντων προς ομοιόμορφον και τελειότερον οργανισμόν των αλληλοδιδακτικών και τυπικών σχολείων».

Μία από τις τρεις επιτροπές και συγκεκριμένα η «Επιτροπή επί της προπαιδείας» έκανε τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να συγκεντρώσει όσα εγχειρίδια αναφέρονταν στην οργάνωση των σχολείων και την αλληλοδιδακτική μέθοδο.

Τα εγχειρίδια που συγκεντρώθηκαν από την επιτροπή είναι τα εξής:

1) Η ερμηνεία του Κλεόβολου ο οποίος τελικά δεν κατάφερε να την τυπώσει με αποτέλεσμα να περιφέρεται χειρόγραφο από χέρι σε χέρι. Το πρώτο μέρος της ερμηνείας αναφερόταν στο διδακτικό υλικό, στα κατάστιχα που έπρεπε να συμπληρώσουν οι δάσκαλοι και στους κανόνες της σχολικής οργάνωσης. Ενώ στο δεύτερο μέρος της ερμηνείας περιέγραφε τον μηχανισμό των προσταγμάτων με τα οποία οι πρωτόσχολοι καθοδηγούσαν τους μαθητές στη διάρκεια της παράδοσης των μαθημάτων και των ασκήσεων.

2) Η ερμηνεία του Πολίτη: ο οποίος υπήρξε εισηγητής της αλληλοδιδακτικής στα Επτάνησα. Συνέταξε ένα συνοπτικό εγχειρίδιο για τους Επτανήσιους δασκάλους, το οποίο εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1820 με τον τίτλο «Εγχειρίδιον της αλληλοδιδακτικής μεθόδου εις χρήσιν των κατά το Ιόνιον Κράτος παιδαγωγών». Φαίνεται ότι κυκλοφόρησε και αυτό στην Ελλάδα ως χειρόγραφο αντιγραμμένο από το πρωτότυπο διότι, κατά τα λεγόμενα του Κοκκώνη, η επιτροπή μελέτησε το έργο του Πολίτη Βάσει ενός χειρογράφου που δανείστηκε ο ίδιος από κάποιον δάσκαλο στην Αίγινα.

3) Η ερμηνεία του Συνέσιου. Το χειρόγραφο του, το οποίο ήταν και το πρωτότυπο προμήθευσε στην επιτροπή η Γραμματεία Εκπαιδεύσεως. Ο Συνέσιος πραγματευόταν το μάθημα της αριθμητικής με έναν δικό του τρόπο. Παρόλο που αποτελούσε αντιγραφή αντίστοιχων κεφαλαίων της ερμηνείας του Πολίτη. Στο τέλος της Ερμηνείας αφιέρωνε 4-5 σελίδες στις ποινές των μαθητών, τον προβιβασμό τους από την μια κλάση στην άλλη, τα καθήκοντα του θυρωρού του σχολείου. την οικοδομή του σχολείου και παρέθετε δυο υποδείγματα καταλόγων για την πρόσκληση και τον γενικό έλεγχο της προόδου των μαθητών.

4) Η ερμηνεία με τίτλο Σύστημα αγγλικών δια τα σχολεία ή εύκολος μέθοδος δια την διδασκαλίαν των παιδιών η οποία εκδόθηκε το 1827 από την Αγγλικανική Ιεραποστολή της Μάλτας. Χωρίζεται σε τέσσερα μέρη που αφορούν: α) στο σχήμα της σχολικής αίθουσας, το κτίριο του σχολείου και το διδακτικό υλικό, β) στη μέθοδο διδασκαλίας, τη διαίρεση των μαθητών σε κλάσεις και πρέπει να γίνεται η διδασκαλία των τριών μαθημάτων, γ) στα χρέη των πρωτόσχολων, τις εξετάσεις των μαθητών για τον προβιβασμό από την μια κλάση στην άλλη, δ) στη γενική οργάνωση του σχολείου. Είναι η μόνη Ερμηνεία που αναφέρεται στην εκπαίδευση των κοριτσιών για τα οποία προβλέπει εκτός από τα τρία γνωστά μαθήματα και διδασκαλία ραπτικής.

Η επιτροπή εισηγήθηκε στη Γραμματεία να στείλει ειδική εγκύκλιο προς τους δασκάλους με την οποία αφενός να ζητά πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση των σχολείων τους, τον τρόπο με τον οποίο δίδασκαν, τα βιβλία και τους πίνακες που έγραφαν και αφετέρου τις προτάσεις για αλλαγές που θεωρούσαν αναγκαίες. Η εγκύκλιος εστάλη στις 14.11.1829 μετά από επιμονή του Νικητόπουλου, αφού ο Καποδίστριας δεν ήταν σύμφωνος.

Πίστευε ότι αυτού του είδους οι ενέργειες είναι άσκοπες αφού ήταν γνωστή η έλλειψη γνώσεων και η απειρία των δασκάλων. Η σύνθεση των μελών της επιτροπής πολύ γρήγορα δημιούργησε εντάσεις: από την μια πλευρά ο Νικητόπουλος, δάσκαλος με φιλελεύθερες αντιλήψεις. Από την άλλη, ο Κοκκώνης και ο Μουστοξύδης αφοσιωμένοι στον Καποδίστρια και στις αυταρχικές του επιλογές. Η θέση του Νικητόπουλου σχετικά με το πώς έπρεπε να χειριστεί η επιτροπή το ζήτημα του εγχειριδίου της αλληλοδιδακτικής υπήρξε αφορμή διαφωνίας μεταξύ τους, ιδιαίτερα επιφορτίστηκε με το καθήκον να μελετήσει τις παρατηρήσεις των δασκάλων και να υποβάλει σχετική αναφορά στην επιτροπή. Είκοσι δάσκαλοι ανταποκρίθηκαν στην εγκύκλιο του Υπουργείου και συμφωνα με τον Νικητόπουλου «αποδεικνύονται ότι γνωρίζουν την αλληλοδιδακτική μεθόδον, καθώς είμαι βεβαιωμένος και από άλλα των γραμμάτων ιδιαίτερα εις εμέ».

(Λυδίας Παπαδάκη, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.
Χρ. Λέφα, Ιστορία της Εκπαιδεύσεως. Ελευθερία Γκαρή ).

 ***Δασκαλάκη, ό.π., Β’, σ. 1391-1395 ( = Γ.Α.Κ., Υπ. Θρησκείας, φάκ. 32, Σχολικά, 8 Οκτωβρίου 1830). Χαρακτηριστικός για την ιστορία του θεσμού των επιθεωρητών και την επικρατούσα νοοτροπία είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάσθηκε ο Κοκκώνης στον αλληλοδιδάσκαλο και γι’ αυτό παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:

 « Την 6 του παρόντος περί την 4 ώραν από μεσημβρ. φθάσας εις Άργος επήγα αμέσως εις το Αλληλ. σχολείον, εις τον διδάσκαλον του οποίου επαρουσιάσθην ως ξένος ταξιδιώτης περίεργος να ίδω το σχολείον του. Είχε τελειώσει εκείνην την ώραν το μάθημα της γραφής και έμελλε ν’ αρχίσει την ανάγνωσιν.  Περιεργάσθην τους τρόπους καθ’ ούς γίνεται το μάθημα τούτο από ημικύκλκιον εις ημικύκλιον διαβαίνων και τα προστάγματα εν ταυτώ· εύρηκα δε και ταύτα και εκείνα γινόμενα όχι ακριβώς κατά τον οδηγόν. Τον ηρώτησα « τίνος μέθοδον ακόλουθη » και μ’ απεκρίθη ότι του Σαραζίνου, δεν είναι όμως ακριβώς βαλμένα εις πράξιν, διότι οι πρωπόσχολοί του δεν εγυμνάσθησαν ακόμη ικανώς εις τούτο. Μάθημα αριθμητικής δεν έκαμεν, επειδή διατρίψας πολύ εις την Γραφήν είχεν εξορίσει. Τη επαύριον επαρουσιάσθην το πρωί, πριν αρχίση έτι το μάθημα οδηγηθείς εις το σχολείον παρά του γραμματέως του Τοποτηρητού … ». [ ό.π.].

**** Το δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο στο Άργος σύμφωνα με μαρτυρίες λειτούργησε σε οικία – μετόχι, που ανήκε στην έγγεια περιουσία της μονής της Κατακεκρυμμένης στο Μπεκίρ Μαχαλά (Ν. Δ. συνοικία του Άργους). Την είχε αφιερώσει στο μοναστήρι τα πρώτα χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα η Αγγελίνα, σύζυγος του Αθανασίου Μπούρα. Η οικία αυτή επισκευάστηκε από τη δημογεροντία του Άργους και χρησιμοποιήθηκε ως «κοινόν αλληλοδιδακτικόν σχολείον». Το οίκημα αυτό, που σύμφωνα με έκθεση του Ιω. Κοκκώνη, ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού» φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε το καλοκαίρι του 1831, όταν έγιναν στο Άργος τα εγκαίνια του νέου σχολείου, που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. (Δανούση Κ., Ιδιοκτησιακά της μονής Κατακεκρυμμένης στο Άργος, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 12, σελ. 65)

Ο Γιάννης Χελιώτης και Νικόλαος Ζεγκίνης αναφέρουν ότι «η προειρημένη οικία, ανακαινισθείσα και επιδιωρθωθείσα παρά των τότε δημογερόντων της πόλεως ταύτης εχρησίμευε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν» και «κατά το 1828, ερείπιον ον, το έκτισαν και το κατασκεύασαν και εχρησίμευσε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν.»

 

Αννίτα Κορδατζή – Πρασσά, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 83-89, τεύχος 11, 1994.

 

Επιμέλεια: Τσάγκος Αναστάσιος  

 

Read Full Post »

Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)


 

Παρά το γεγονός ότι στην Πελοπόννησο εξαιτίας του Αγώνα είχαν συμβεί πολλές καταστροφές, κατά την επαναστατική περίοδο σημειώθηκε δραστηριοποίηση υπέρ της εκπαίδευσης, η οποία εντάθηκε κατά την καποδιστριακή εποχή, όπου τέθηκαν οι βάσεις για τη συστηματική οργάνωση της.

Πορτραίτο του Άνθιμου Γαζή.

Πορτραίτο του Άνθιμου Γαζή.

Το Άργος, το οποίο ανήκε στα παραδοσιακά διοικητικά κέντρα της χώρας, ήταν μία από τις περιοχές όπου παρατηρήθηκε σχετική παιδευτική κινητοποίηση ήδη πριν από την άφιξη του Καποδίστρια. Το 1824 η γνωστή πενταμελής επιτροπή, η οποία με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή* υπέβαλε σχέδιο οργάνωσης της εκπαίδευσης, πρότεινε μεταξύ άλλων την ίδρυση κεντρικού αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Άργος, το οποίο θα χρησίμευε ως πρότυπο Διδασκαλείο για την εκπαίδευση δασκάλων κατά την αλληλοδιδακτική μέθοδο.**

Έφορος του σχολείου αυτού ανέλαβε ο Γρηγόριος Κωνσταντάς. Στις αρχές του 1825, ο τελευταίος ανέφερε στην έκθεση του για τη δημόσια εκπαίδευση, που απηύθυνε προς τον Ιταλό περιηγητή Pecchio, ότι το σχολείο βρισκόταν «εις ανθούσαν κατάστασιν», απ’ όπου άλλωστε αποφοίτησε ορισμένος αριθμός αλληλοδιδασκάλων Παρ’ όλα αυτά όμως από τις υπάρχουσες πηγές δε διαπιστώνεται η  εύρυθμη λειτουργία του σχολείου, αφού στις 19 Απριλίου του 1825, οι επιστάτες του σχολείου ιερομόναχος Παρθένιος και Αναγνώστης Ιατρός ανακοίνωναν στη Διοίκηση την παραίτηση τους, μετά το σφετερισμό των εθνικών κτημάτων που είχαν αφιερωθεί τον προηγούμενο χρόνο για την αντιμετώπιση των εξόδων συντήρησης του σχολείου.

Μετά την άφιξη του Κυβερνήτη, τον Ιανουάριο του 1828, έγιναν συντονισμένες προσπάθειες για τη συστηματοποίηση της εκπαίδευσης. Η οργάνωση αλληλοδιδακτικών σχολείων, όπως ονομάζονταν τα σχολεία της στοιχειώδους εκπαίδευσης, ιεραρχήθηκε σε σύγκριση με τα ελληνικά σχολεία, που ανήκαν στη μέση βαθμίδα εκπαίδευσης. Παράλληλα λειτούργησαν κοινά σχολεία, στα οποία δεν εφαρμόσθηκε η αλληλοδιδακτική μέθοδος και όπου διδάσκονταν τα λεγόμενα «κοινά γράμματα»***. Τα σχολεία, τα οποία συντηρούνταν από την κυβέρνηση ή την κοινότητα, χαρακτηρίζονταν ως δημόσια, ενώ ιδιαίτερα ήταν τα σχολεία, των οποίων τα έξοδα καταβάλλονταν από τους γονείς.

Στα πλαίσια της εκπαιδευτικής πολιτικής του Καποδίστρια εντάχθηκε και η καθιέρωση ενιαίας αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Επειδή μέχρι τότε στα αλληλοδιδακτικά σχολεία δεν υπήρχε ομοιογενής μέθοδος διδασκαλίας, με το κυβερνητικό διάταγμα 1032 της 12ης Ιουλίου του 1830 έπρεπε να εισαχθεί σε όλα τα σχολεία η μέθοδος του Γάλλου Sarazin μεταφρασμένη από τον I. Κοκκώνη και να σταλεί σε όλα τα σχολεία το εγχειρίδιο «Οδηγός της Αλληλοδιδακτικής Μεθόδου».

Στο Άργος την περίοδο 1828 – 1832 λειτούργησαν τα σχολεία:

Δημόσιο Αλληλοδιδακτικό Σχολείο.

Ιδιαίτερο Παρθεναγωγείο.

Ιδιαίτερα Σχολεία «των κοινών γραμμάτων».  

Ιδιαίτερο Ελληνικό Σχολείο.

Την καποδιστριακή περίοδο στο Άργος σημειώθηκαν σημαντικές προσπάθειες στον τομέα της εκπαίδευσης, οι οποίες όμως ανεστάλησαν μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, εφόσον η λειτουργία των σχολείων επηρεάσθηκε από τα διαδραματιζόμενα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Εξαιτίας δε των συγκρούσεων του Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, που έλαβαν χώρα στο Άργος και μετά την ερήμωση της πόλης, τα σχολεία έπαψαν να λειτουργούν.

Δέκα μήνες αργότερα, οι κάτοικοι έχοντας πλέον επιστρέψει στις εστίες τους έκαναν έκκληση προς την κυβέρνηση για την επαναλειτουργία του αλληλοδιδακτικού σχολείου, την οποία ενίσχυσε και σχετική αναφορά του αλληλοδιδασκάλου Ν. Φανδρίδη προς τη Γραμματεία της Παιδείας στις 19 Οκτωβρίου, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για την επιδιόρθωση των ζημιών που είχε υποστεί το διδακτήριο. Το αίτημα βρήκε ανταπόκριση και στις 22 Οκτωβρίου, ο τότε Γραμματεύς της Παιδείας Ιάκωβος Ρίζος ανέφερε προς το Διοικητικό Τοποτηρητή Άργους να φροντίσει για την πληρωμή των μισθών του δασκάλου από τους επιτόπιους πόρους, αλλά να αναλάβουν οι ίδιοι οι κάτοικοι την επισκευή του σχολείου «δια την ενεστώσαν εντελή αμηχανίαν του Ταμείου». Έτσι το αλληλοδιδακτικό σχολείο επαναλειτούργησε και προσωρινά στεγάσθηκε σε οίκημα που παραχώρησαν οι κάτοικοι, μέχρι να επιδιορθωθεί το σχολικό κτήριο. Για την λειτουργία των σχολείων του Άργους την παρούσα περίοδο, θα δανειστούμε σε επόμενα άρθρα μας, την εργασία της κας Αννίτας Κορδατζή – Πρασσά, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό « Ελλέβορος», τεύχος 11, το 1994.    

  

Υποσημειώσεις

 

 

* Άνθιμος Γαζής (Μηλιές Πηλίου, 1758 – Σύρος, 1828) ήταν Έλληνας συγγραφέας, χαρτογράφος και από τους σημαντικότερους διαφωτιστές, που αγωνίστηκε για την διάδοση των ευρωπαϊκών ιδεών στην Ελλάδα. Σπούδασε στη γενέτειρά του και στην Κωνσταντινούπολη, όπου και χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης. Το 1796 έγινε εφημέριος του ναού της ελληνικής παροικίας στη Βιέννη της Αυστρίας.

Από το 1799 έως και το 1812 ανέπτυξε ιδιαίτερη συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα, εκδίδοντας έργα Ελλήνων ή ξένων συγγραφέων μεταφρασμένα από τον ίδιο. Από αυτά ξεχωρίζουν τα δικά του έργα, όπως η πεντάτομη Ελληνική Βιβλιοθήκη (1807), η οποία περιλαμβάνει βιογραφίες αρχαίων συγγραφέων, και το τρίτομο Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής (1809–1816). Το 1811, με υπόδειξη του Κοραή εξέδωσε στην Βιέννη το περιοδικό Ερμής ο Λόγιος, το πιο αξιόλογο προεπαναστατικό έντυπο, μέσα από το οποίο σχολιάζει ο ίδιος τα φιλολογικά γεγονότα και την δημιουργία πνευματικών ευρωπαϊκών κινημάτων. Ο ίδιος είχε την επιμέλεια του περιοδικού μέχρι το 1814. Το περιοδικό συνέχισε να κυκλοφορεί μέχρι το 1821. H χαρτογραφική του ενασχόληση ήταν πολύ αξιόλογη. Σημαντικότερο έργο του είναι ο Πίναξ Γεωγραφικός της Ελλάδος τον οποίο εξέδωσε στη Βιέννη το 1800, που θεωρείται μία νέα έκδοση της Χάρτας του Ρήγα. Μικρότερων διαστάσεων από αυτήν (102 Χ 104 εκ.), είναι σήμερα, ένας από τους σπανιότερους ελληνικούς χάρτες, αφού σώζονται μόνο 6 αντίτυπά του στο εξωτερικό. Ένα από αυτά κοσμεί την Κεντρική Εθνική Βιβλιοθήκη της Ιταλίας στη Φλωρεντία. Ένας άλλος εξαιρετικά σπάνιος χάρτης του Γαζή (Άτλας περιέχων καθολικούς γεωγραφικούς πίνακας της υδρογείου σφαίρας) αποκτήθηκε από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας.

Ο Γαζής πίστευε ότι μόνο με την πνευματική αφύπνιση των υποδούλων θα επιτυγχανόταν η Επανάσταση. Όντας άνθρωπος πνευματικής αναζήτησης, ο Γαζής επιθυμούσε να αναπτυχθεί το επίπεδο του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα. Το 1814, σε συνεργασία με τον Καποδίστρια και άλλους σημαντικούς Έλληνες, ίδρυσε την Φιλόμουσο Εταιρεία, πολιτιστική οργάνωση, η οποία είχε ουσιαστικά πολιτική χροιά. Παράλληλα, ξεκίνησε την ανέγερση στην πατρίδα του προτύπου σχολείου, εστιασμένου στις φυσικές επιστήμες (βλ. Δημόσια Βιβλιοθήκη Μηλεών).

Το 1817 έφτασε μέχρι την Οδησσό, προκειμένου να συλλέξει συνδρομές για την Σχολή. Εκεί τον βρήκε ο Σκουφάς και του προτείνει να γίνει μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο Γαζής δίστασε και έτσι επέστρεψε στις Μηλιές, όπου, μαζί με τον Γρηγόριο Κωνσταντά, οργάνωσε την Σχολή. Εκεί τον συνάντησε ο Ξάνθος, ο οποίος κατάφερε να τον πείσει να μπει στην Εταιρεία. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της, καθώς συνέβαλε στη μύηση νέων μελών και συνεννοήθηκε με ντόπιους οπλαρχηγούς, έτσι ώστε να προετοιμάσει την Επανάσταση. Υπήρξε ένα είδος συνδέσμου για τους Φιλικούς που βρίσκονταν στην Ρωσία και στην Μολδοβλαχία και τους μυημένους στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα.

Την 1η Μαΐου του 1821, ανήμερα του Πάσχα, κήρυξε την επανάσταση στη Θεσσαλία και τη Μαγνησία και έλαβε μέρος σε όλες τις μετέπειτα μάχες στην περιοχή. Μετά την αποτυχία της επανάστασης στην Θεσσαλία, κατέφυγε στον Νότο και διορίσθηκε μέλος του Αρείου Πάγου. Συμμετείχε σε όλες τις εθνοσυνελεύσεις, αλλά ύστερα παραμερίστηκε και έγινε σχολάρχης στην Τήνο και την Σύρο, όπου και πέθανε το 1828. ( Βικιπαίδεια )

 ** Κατά την μέθοδο αυτή μεγάλος αριθμός μαθητών στο ίδιο σχολείο διδασκόταν από τον ίδιο δάσκαλο «αλληλοδιδακτικός» με τη βοήθεια των καλύτερων μαθητών , που ονομάζονταν «πρωτόσχολοι». Η μέθοδος αυτή συστηματοποιήθηκε στην Αγγλία από τους Α. Bell και J. Lancaster στο   τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα και κατόπιν στη Γαλλία.  Στην Ελλάδα καθιερώθηκε από τη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους το 1823.

 *** Αυτά ήταν η γραφή, η ανάγνωση και λίγη αριθμητική που διδάσκοντο από τους γραμματοδιδάσκαλους.

 

Πηγή   

  •  Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», τεύχος 11, 1994.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »