Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μάνη’

Μαυρομιχάλης Α. Αντώνιος (Μάνη 1829 – Αθήνα 1902 ή 1903)


 Παραθέτουμε  βιογραφικό σημείωμα του Αντωνίου Μαυρομιχάλη, από το Περιοδικό  «Το ΑΣΤΥ», τεύχος 2ο  της 19ης Οκτωβρίου 1885, γι’ αυτό και το κείμενο είναι γραμμένο σε χρόνο ενεστώτα.

 

Μαυρομιχάλης Α. Αντώνιος

Ο Υπουργός των Στρατιωτικών, Συνταγματάρχης Αντώνιος Μαυρομιχάλης, ανήκει στην ηγεμονική οικογένεια της Μάνης. Γιος του Αναστασίου Μαυρομιχάλη και εγγονός του μεγάλου Πετρόμπεη. Γεννήθηκε το 1829 και αφού τελείωσε με επιτυχία τις Γυμνασιακές του σπουδές, κατετάγη εθελοντικά στο Στρατό ως απλός στρατιώτης, στη διλοχία των ακροβολιστών (φουστανελοφόρων) παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.

Το 1851, όταν ο πατέρας του, ως Υπουργός των Στρατιωτικών παρουσίασε κατάλογο υποψηφίων προς προαγωγή, από διακριτικότητα και υπερηφάνεια δεν είχε συμπεριλάβει τον γιο του. Ο Όθωνας όμως πρόσθεσε το όνομα του νεαρού στρατιώτη ιδιοχείρως στον κατάλογο, προάγοντας αυτόν σε Ανθυπασπιστή. Μετά την προαγωγή του και επιθυμώντας να βελτιώσει τις στρατιωτικές του γνώσεις μετά από εξετάσεις, εισήχθη στην Δ΄ τάξη της Σχολής Ευελπίδων, την οποία τέλειωσε αμέσως.

Το 1854, ως Υπολοχαγός, εστάλη από το Κράτος στην Γαλλία, προκειμένου να συμπληρώσει τις στρατιωτικές του γνώσεις. Εκεί, έμεινε επί 2 χρόνια, υπηρετών σε κάποιο Σύνταγμα του Πεζικού. Λοχαγός επί της Μεσοβασιλείας, εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Οιτύλου στην Εθνοσυνέλευση. Η κοινοβουλευτική του αξία εκτιμήθηκε και αναγνωρίστηκε  από την πρώτη στιγμή.

Το 1866 ο Δεληγιώργης ως Πρωθυπουργός τον παρακαλεί να δεχτεί να αναλάβει το Υπουργείο Ναυτικών ενώ το 1867, επί Βούλγαρη, ανέλαβε Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης.

Το 1875, ο Τρικούπης, κατά την πρώτη θητεία του, του πρότεινε να αναλάβει το Υπουργείο Ναυτικών αλλά αυτός δεν δέχτηκε, εκφράζοντας και την μεταμέλειά του γιατί στο παρελθόν είχε αναλάβει το συγκεκριμένο Υπουργείο, χωρίς να είναι ειδικός. Κατά το 1876 ο Δεληγιώργης του ανέθεσε το Υπουργείο των Στρατιωτικών και ως Υπουργός Στρατιωτικών χρημάτισε και επί Κουμουνδούρου, την  περίοδο της Επιστράτευσης.

Ως Υπουργός Στρατιωτικών ανέλαβε και τον περασμένο Απρίλιο, όπου  υπηρετεί μέχρι και σήμερα. Ασχολείται με πολλή ζήλο με τις στρατιωτικές μελέτες και πολλές φορές παίρνει το λόγο στην βουλή μιλώντας με κύρος, σαφήνεια και ευγλωττία για ζητήματα που αναφέρονται στις αρμοδιότητές του. Ιδίως, αγωνίστηκε έντονα για την πολυετή στρατιωτική θητεία. Γενικά, θεωρείται αυστηρός στο καθήκον του και ανένδοτος  στις βουλευτικές πιέσεις.

Κατά κοινή ομολογία, έδειξε ιδιαίτερη δύναμη, ενέργεια και δραστηριότητα, είναι δε ευτυχής σύμπτωση ότι υπηρετεί ως προϊστάμενος του Ελληνικού Στρατού, αυτές τις κρίσιμες στιγμές που η Ελλάδα διέρχεται, κάποιος που το όνομά του συνδέεται με οικογένεια  ένδοξη και ηρωική που θα συντελέσει στην εξύψωση των φρονημάτων του στρατού.

   

Πηγή  


  • Περιοδικό, «Το Άστυ», αρ. 2, Αθήνα, 1885.

Read Full Post »

Η Μωραΐτισσα γυναίκα στον αγώνα του 21 


Σκόρπια χαρακτηριστικά σκίτσα γυναικείας δραστηριότητος θα παρουσιαστούν στην γρήγορη παρακάτω έρευνα, γιατί μια μελέτη του ρόλου της γυναίκας στην Επαναστατική περίοδο του 1821 και πριν από αυτή, δεν μπορεί να περιοριστή σε λίγες σελίδες. Το έργο αυτό είναι πολύμοχθο μα και Εθνικά αναγκαίο για την συνειδητοποίηση της συνεισφοράς στην εθνική μας Αναγέννηση του μισού πλην παραγνωρισμένου ιστορικά πληθυσμού.

Νεαρή Ελληνίδα, Χαλκογραφία, C. L. Eastlake, London, 1848.

Δύο ακριτικές περιοχές, το Σούλι και η Μάνη μας δίδουν άφθονο υλικό και στα προεπαναστατικά χρόνια και στα κατοπινά για να εκτιμήσουμε τη συμβολή της Γυναίκας στην αναβίωση του Έθνους μας. Ελεύθερες και αυτόνομες κι’ οι δύο περιοχές, με ανεπτυγμένο δημοκρατικά το κοινοτικό τους σύστημα, στους αδιάκοπους αγώνες διά την διατήρηση της αυτονομίας τους, είχαν επιτύχει μια πολύ βελτιωμένη θέση στην κοινωνική ζωή της γυναίκας.

Χαρακτηριστικός τύπος της Σουλιώτισσας η Καπετάνισσα Τζαβέλαινα που επί κεφαλής των γυναικών του Σουλίου στην κρίσιμη στιγμή ρίχνεται στην μάχη, πλευροκοπεί το Τούρκικο ασκέρι και χαρίζει την νίκη που η ευγνώμων μούσα χιλιοτραγούδησε αργότερα.

Από την ίδια ηρωική γενιά βγαλμένη η χήρα του Γιώργη Μπότσαρη, γιαγιά του Μάρκου, μας γνωρίζει το ηθικό ύψος της αρετής της, όταν χάριν της ενότητος του αγώνος συγχωρεί τον Γώγο Μπακόλα, θανάσιμο αντίπαλο της οικογένειας της και φονιά του ανδρός της, και πείθει το ίδιο να κάνουν και τα παιδιά της και όλο το συγγενολόι.

Αργότερα την τραγική αυτή σύζυγο και μητέρα θα την συναντήσουμε αδάκρυτη και αλύγιστη μαζί με το γέρο Νώτη Μπότσαρη, αφού έχει θάψει το παιδί του παιδίου της  το Μάρκο με τα ίδια της τα χέρια, να παίρνει μέρος στην έξοδο του Μεσολογγιού επί κεφαλής των δικών της.

Αφίνοντας κατά μέρος τη θρυλική περίπτωση του Ζαλόγγου, βρίσκει κανείς άφθονα στοιχεία, της γυναικείας παρουσίας, στην άλλη αυτόνομη γωνιά, τη Μάνη. Πριν από την Επανάσταση η γυναίκα κι’ οι νυφάδες του φοβερού Παναγιώταρου που πολεμούν Τουρκαρβανίτες και τους νικούν.

Η ξακουστή Κωνσταντινιά αχώριστος σύντροφος και  συμπολεμιστής του Ζαχαριά που η παράδοση άλλοτε μας την φέρνει σαν την μονάκριβη όμορφη κόρη ενός παπά της Κυνουρίας που τιμώρησε ο Ζαχαριάς για τις ανομίες του κι’ άλλοτε πάλι σαν εκδικήτρια 7 αδελφιών της σκοτωμένων. Η καπετάνισσα η μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, άλλη ιστορική μορφή του Μωρηά. Η Βλαχοθανάσω που συνέδεσε τ’ όνομά της με τη γόνιμη πατριωτική δράση του  Καπετάν – Μαντά, μεγάλου Κλέφτη στα μέσα του 18ου αιώνα.

Κι εδώ μια παρένθεση: Η γυναίκα αντάρτισσα, σύντροφος και συμπολεμιστής του Κλέφτη κι’ αργότερα του Επαναστάτη, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Άλλες κοπέλες με φανερή την ιδιότητα του φύλλου τους και άλλες μεταμφιεσμένες σε παλικάρια, στάθηκαν κι’ αυτές δημιουργοί του Αθάνατου Έπους της Κλεφτουριάς.

Ο τύπος της Μανιάτισσας που συνοδεύει τον άνδρα, πολεμάει μαζί του, κουρσεύει μαζί του, γκρεμοτσακίζει τον Ιμπραήμ την κρίσιμη ώρα, είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος της Ελληνίδας γυναίκας του 21.

Ελληνίδες πατριώτισσες, Ατσαλογραφία σε χαρτί, W. Perring – J. Hall, 1839.

Η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη μαθαίνει το θάνατο του ανδρός της στα Ψαχνά της Ευβοίας. Ζητάει να της φέρουν την πάλλα (σπαθί) του σκοτωμένου. Την βάζει στην κούνια του νεογέννητου παιδιού της και το νανουρίζει να μεγαλώσει για να εκδικηθή τον πατέρα του. Η γριά Μαυρομιχάλαινα μαθαίνει το σκοτωμό του Καποδίστρια και την εξόντωση του γιου της και ανεψιού της που ήσαν οι δολοφόνοι του… Κάνει μνημόσυνο και για τους τρεις…

Κι’ ερχόμεθα στην Επανάσταση. Στην Δημητσάνα οι γυναίκες με την αυτοθυσία τους μέσα σε μια νύχτα κατορθώνουν να καμουφλάρουν τόσο καλά τους μπαρουτόμυλους και να ξεγελάσουν τους Τούρκους. Οι ίδιες πάλι καθ’ όλην την διάρκεια του αγώνος ενισχυμένες κι’ από τις γυναίκες της υπόλοιπης Γορτυνίας, καταστρέφοντας την περίφημη Δημητσανίτικη Βιβλιοθήκη φτιάχνουν τ’ απαραίτητα πυρομαχικά και σώζουν την Επανάσταση.

Οι Μανιάτισσες στον πόλεμο και στο κούρσεμα ασυναγώνιστες δίπλα στους άνδρες είχαν την τιμή πρώτες να μπουν στην Καλαμάτα, και να ελευθερώσουν  την πόλη. Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς από την στοματική παράδοση κι’ από τις αφηγήσεις των αγωνιστών, βρίσκουμε σκόρπια μα άφθονα στοιχεία της γυναικείας παρουσίας. Τα στρατόπεδα ήσαν ανάμικτα με άνδρες και γυναίκες. Η ίδια σκληρή ζωή δοκίμασε αμφότερα τα φύλα. Καθένας πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Κι’ έμεινε ξακουστή η δράση των Τεγεατισσών, των γυναικών της Βορείας Κυνουρίας και του Χρυσοβιτσιού.

Εδώ ας θυμηθούμε τις γυναίκες απ’ τα Σουλιμοχώρια της Μεσσηνίας, περίφημες για τις πολεμικές τους ικανότητες. Ένα χρόνο ύστερα η ομαδική γυναικεία δραστηριότητα και τόλμη απαθανατίζεται από τον Φωτάκο: Η εκστρατεία του Δράμαλη και οι πρώτες του νίκες έχουν γεμίσει με τρόμο τον Μωριά. Μανιάτικα τμήματα που βρίσκονταν στο Άργος πανικόβλητα περνούν τον Αχλαδόκαμπο με κατεύθυνση την Τρίπολη.

Πετιούνται αγριεμένες οι γυναίκες του Αχλαδοκάμπου και με τα γουχαΐσματα και τις αποδοκιμασίες τους, καλώντας τους να τους δώσουν τα όπλα να πάν αυτές να πολεμήσουν, κατορθώνουν να συγκρατήσουν την κατάσταση και να σταματήσουν τον πανικό. Πιο ύστερα όταν ο Ιμπραήμ περνάει με την φωτιά και το σίδερο ολόκληρη την Πελοπόννησο, Μανιάτισσες στην μάχη της Βέργας θαυματουργούν.

Στο Ίσαρι της Αρκαδίας μονάχες οι γυναίκες με πρόχειρα μέσα άμυνας εμποδίζουν Τούρκικα αποσπάσματα να πατήσουν το χωριό. Κι’ εκεί κάπου κοντά στα σύνορα Αρκαδίας – Ηλείας ξετυλίγεται ένα από τα φοβερώτερα δράματα της Επαναστάσεως: Στα χέρια του Ιμπραήμ πέφτει ο ανθός από νεαρές κοπέλλες. Η παράδοση διέσωσε τα ονόματα της Τρισεύγενης Δεληβοριά από τα Λαγκάδια που καταδιωκομένη από τις ορδές του Ιμπραήμ προτίμησε να πνίξη τα δύο μικρά παιδιά της και να πνιγή κι’ αυτή στο Λάδωνα παρά να αιχμαλωτισθή και να ατιμασθή. Και η Ελένη Λιαροπούλου από τη Βυτίνα προτίμησε κι’ αυτή το θάνατο πέφτοντας μαζί με το παιδί της στον ποταμό Λούσιο.

Τι τράβηξαν οι γυναίκες αυτές το αφηγείται παραστατικά στο Μακρυγιάννη μια Παπαδιά από το χωριό του Μεγάλου Σπηλαίου. «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι εμείς είμαστε μέσα στο Βάλτο, στο νερό, τόσες ψυχές να γλιτώσωμεν˙ κι’ ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε κι’ ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες – μας φάγαν και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν˙ κι’ άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οκτώ και με αφάνισαν κι’ εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήξαμε αυτά; Δι’ αυτήνη την Πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν˙ όλο δόλο και απάτη».

Χωρίς να εξαντλείται το απέραντο θέμα της ομαδικής δραστηριότητος από ανάγκη χώρου, περνούμε στην υπόμνηση της ιστορικής δράσης εξαιρετικών γυναικών: Στην Δημητσάνα ή Κυρά-Θανάσω Αντωνοπούλου από το Δεληγιαννέϊκο σόϊ.  

Πιο κάτω στο Παλούμπα η αδελφή του Γιωργακλή Κολοκοτρώνη, η Στεκούλα, κατοπινή σύζυγος του Στρατηγού Πλαπούτα. Φημιζόταν για την παλληκαριά της και σε μάχη με Λαλαιούς Τουρκαλβανούς, είχε αφοπλίσει και σκοτώσει τον περίφημο για τη θηριωδία του Αχμέτ Αγά. Πιο κάτω στο Λεοντάρι η γυναίκα του Πέτρου Σαλαμώνου, παραστάτη (Βουλευτού) της επαρχίας Λεονταρίου, κατά την Επανάσταση, περίφημη για τις οικονομολογικές της ικανότητες και την ευψυχία της. Στάθηκε η ψυχή του ενοφοδιασμού των Λεονταρίτικων τμημάτων και δεν δίστασε νάρθη εις ανοιχτή σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα!

Εδώ οι γυναίκες του Λεονταριού είναι ανάγκη να μιλήσουμε και για την περίφημη Χανούμισσα, φιλενάδα και εμπνεύστρια του Παπαφλέσσα που βαπτίσθηκε Χριστιανή. Η παράδοση δεν διέσωσε ούτε τ’ όνομά της κι’ όμως φαίνεται πως ήταν μια εξαιρετική γυναίκα που είχε υποτάξει το θρυλικό Αρχιμανδρίτη.

Η Αγγελίνα, κόρη του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, γυναίκα του Νικηταρά, είναι μια άλλη εξαιρετική Ελληνίδα άξια σύζυγος πλάι στον υπεράξιο Τουρκοφάγο. Στη Μάνη ξεχωρίζει η γυναίκα του Ηλία Μαυρομιχάλη που πρόωρα σκοτώθηκε στην Εύβοια. Στο Μιστρά για τη σοφία της και τον πατριωτισμό της, η Ηγουμένη της Παντάνασσας.

Πιο κάτω στο Ναύπλιο έζησε και έδρασε, κυρίως στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια επί Όθωνος, η περίφημη Παπαλέξαινα. Απ’ τα Μελίσσια της Κορινθίας η Σοφία Ρέντη, στάθηκε η ηρωΐδα εμφυλίων πολέμων, γιατί για το χατίρι της οι Νοταράδες, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Καλλέργης, παρ’ ολίγο να πετσοκοφτούν για τα όμορφα μάτια της και τα πλούσια σταφιδοχώραφα του πατέρα της. Ας θυμηθούμε ακόμη και την Κυρά – Φλώρα, γυναίκα του Σισίνη στο Χλιμούτσι της Ανδραβίδας.

Υπάρχουν βέβαια εκατοντάδες κι’ ίσως χιλιάδες επώνυμες γυναίκες που δικαιούνται να μνημονεύονται για την Εθνική τους δράση στην Επανάσταση του 21 και πριν απ’ αυτή, και υπάρχουν, και εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες ανώνυμες που με την ομαδική τους δράση ορθοπόδησαν την Εθνική μας Απελευθέρωση.

Γιατί όσο και αν οι άνθρωποι έχουν ενισχυμένη την μνήμη τους μονάχα σαν πρόκειται για μεγάλους πολεμάρχους, για φονικές μάχες και για ηρωϊσμούς με τη στενή έννοια του όρου, η σύγχρονη ιστορία ενδιαφέρεται και δια τους οικονομικούς συντελεστάς μιας προσπαθείας.

Το πώς ο πολεμιστής έφθασε στην μάχη, έχοντας τα στοιχειώδη εφόδια, που βρέθηκαν τα υλικά μέσα, πως κρατήθηκε η παραγωγή σε ώρα πολέμου, όλα αυτά έπαψαν πλέον να αποτελούν τις φτωχοσυνοικίες της ιστορικής έρευνας, διότι δίχως αυτά δεν θα μπορούσε να κρατηθή η Ελληνική Επανάσταση.

  

Δήμητρα Θ. Κατριβάνου

Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1957, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», Αθήνα, 1957.

 

Read Full Post »

Καρίγιαννης Αθανάσιος (Οπλαρχηγός)


 

Μανιάτης οπλαρχηγός που διακρίθηκε για τον ηρωισμό του κατά την επανάσταση του 1821. Όταν τον Ιούλιο του 1822 τα πρώτα τμήματα της στρατιάς του Μαχμούτ πασσά Δράμαλη επιτέθηκαν στο αργολικό πεδίο, το οποίο και είχαν εκκενώσει οι Έλληνες, ο Καρίγιαννης, ο οποίος βρισκόταν στο Άργος εκείνες τις ημέρες της φυγής και του τρόμου, πήρε δέκα οπλίτες και ανέβηκε άφοβα στο φρούριο του Άργους υψώνοντας την σημαία του σ’ αυτό.

Όταν μετά από λίγες ημέρες είδε 50 Τούρκους ιππείς να εισέρχονται στο Άργος, τους επιτέθηκε σκοτώνοντας κάποιους από αυτούς και τρέποντας τους υπόλοιπους σε φυγή. Το παράδειγμα του γενναίου Καρίγιαννη βρήκε μετά από λίγες μέρες και άλλους γενναίους μιμητές.

Οι οπλαρχηγοί Μπαρμπιτσιώτης, Κατσάκος, Κουμουστιώτης και Ζαχαρόπουλος ανέβηκαν με 200 οπλίτες στο φρούριο, το οποίο και αργότερα ενισχύθηκε από άλλους 500 με τους Δημήτριο Υψηλάντη, Γεώργιο και Ιωάννη Μαυρομιχάλη και Πάνο Κολοκοτρώνη.

 

 

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

 

 

Μετά την κάθοδο της στρατιάς του Δράμαλη στο αργολικό πεδίο και τον αποκλεισμό του φρουρίου του Άργους από τον πολυάριθμο στρατό του εχθρού, οι Έλληνες με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και των Αντ. Μαυρομιχάλη προσπάθησαν, πλησιάζοντας τον τουρκικό στρατό, να βοηθήσουν την έξοδο των Ελλήνων από το φρούριο.

Οι Έλληνες, επωφελούμενοι το σύντομο χρονικό διάστημα που είχαν στη διάθεσή τους, κατάφεραν να βγουν από το φρούριο όλοι σώοι και αβλαβείς, εκτός από τον Καρίγιαννη, ο οποίος κοιμόταν αμέριμνος σε κάποια γωνιά. Όταν ξύπνησε και συνειδητοποίησε πως ήταν μόνος ανάμεσα στον εχθρό, που εκείνη την ώρα συγκέντρωνε λάφυρα, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Καλύπτοντας το κεφάλι του με μία κατσαρόλα και έχοντας στα χέρια του το όπλο του και άλλα ασήμαντα σκεύη, πέρασε τραγουδώντας και χορεύοντας ανάμεσα στους Τούρκους που τον θεώρησαν συμπατριώτη τους που μετέφερε τα λάφυρά του. Έτσι ο Καρίγιαννης ενώθηκε και πάλι με τους συντρόφους του χωρίς καν να τραυματιστεί.  

 

Ο Τρικούπης γράφει:

«Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν, ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα εν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν ΄Αργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του ΄Αργους και ύψωσε σημαίαν”.

 

Στον Άγγλο Φίνλεϋ διαβάζουμε:

» Όταν ο Δράμαλης εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ΄Αργος, είχε περίπου δέκα χιλιάδες άνδρες κάτω από την άμεση διοίκησή του, και οι μισοί σχεδόν από αυτούς είτανε ιππείς. Ενώ οι υπουργοί, οι γερουσιαστές και οι καπετανέοι της Ελλάδας τα σκάγανε στα πλοία που είτανε αγκυροβολημένα στη Λέρνα και οι οπαδοί λεηλατούσαν την πόλη, ένα σώμα εθελοντών έπιασε το ερειπωμένο κάστρο της Λάρισας, όπου βρισκότανε η αρχαία Ακρόπολη του Άργους. Η πατριωτική στάση αυτών των ανδρών μέσα στο γενικό πανικό, είναι τόσο αξιέπαινη, ώστε θα έπρεπε το όνομα του καθενός να παραδοθεί στην ευγνωμοσύνη της Ελλάδας. Ένας Μανιάτης αξιωματικός ο Αθανάσιος Καρίγιαννης, υπερηφανευόταν ότι είταν ο πρώτος που μπήκε στη θέση και ο τελευταίος που την εγκατέλειψε”.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.
  • Αναργύρου Γ. Κουτσιλιέρη, «Ιστορία της Μάνης», Εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα, 1996.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts