Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μάνη’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Η Κήρυξη της Επανάστασης στη Μάνη

 

  

Η Φιλική Εταιρεία προετοιμαζόταν για μια παμβαλκανική επανάσταση κατά του οθωμανικού ζυγού και γι’ αυτό ξεκίνησε από τη Μολδοβλαχία υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, το Φεβρουάριο του 1821. Στις προεπαναστατικές ενέργειες της ηγεσίας της εταιρείας ήταν η προετοιμασία και της κυρίως  Ελλάδας, όπου είχαν αποσταλεί πολλοί Φιλικοί.

Η σημασία της Μάνης για την Επανάσταση είχε επισημανθεί πολύ έγκαιρα και όχι βεβαίως τυχαία. Το μαχητικό πνεύμα των κατοίκων, το υψηλό πολεμικό τους φρόνημα, η αυτονομία της περιοχής και η απουσία τουρκικής εξουσίας ήταν ευνοϊκοί παράγοντες για την επιτυχία της πολεμικής εξέγερσης. Στις παραμονές του Αγώνα υπήρχαν εκεί ένοπλα σώματα υπό την ηγεσία έμπειρων αρχηγών και αρκετοί Φιλικοί είχαν μεταβεί για να προετοιμάσουν το έδαφος.

Ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος προεπαναστατικά βρισκόταν στη Ζάκυνθο, μνημονεύει στα απομνημονεύματά του ότι στις 6 Ιανουαρίου 1821 έφθασε στην Καρδαμύλη «εις του πατρικού φίλου Παναγιώτη Μούρτζινου» και μέχρι το Μάρτιο φρόντιζε για την εσωτερική ηρεμία λόγω των αντιζηλιών που υπήρχαν μεταξύ των τοπικών, ισχυρών και πολυάριθμων οικογενειών.  [1] Η συνένωση αυτή και η ομόνοια μεταξύ των αρχηγών ήταν απαραίτητη για την επιτυχία του Αγώνα.

Εν τω μεταξύ η αποτυχία της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία οδήγησε στην Εθνική Ελληνική Επανάσταση που ξεκίνησε από την Πελοπόννησο. Ήδη από τις αρχές Μαρτίου και πριν ακόμη οριστεί η ημέρα της έναρξης των πολεμικών επιχειρήσεων, παρατηρείται επαναστατικός αναβρασμός που όλο και δυνάμωνε, παρά τα μέτρα εκφοβισμού των Τούρκων με τις συλλήψεις ομήρων και την κράτηση των αρχιερέων και προκρίτων στην Τρίπολη μετά τη γνωστή παραπλανητική πρόσκληση.  [2]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Στη Μάνη υπήρχε διχογνωμία ως προς τον κατάλληλο χρόνο έναρξης της Επανάστασης. Στην Ανατολική Μάνη από τις αρχές Μαρτίου επικρατούσε απροκάλυπτη πολεμική κινητοποίηση με τη στρατολόγηση ανδρών και την προμήθεια πολεμοφοδίων. Στη Δυτική Μάνη, που τελούσε υπό την άμεση επιρροή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επικρατούσε μια φαινομενική τάξη λόγω των δισταγμών του τελευταίου, ο οποίος ανησυχούσε πως οποιαδήποτε πρόωρη και ασυντόνιστη κίνηση των ντόπιων θα προξενούσε στρατιωτική επέμβαση των Τούρκων και ακύρωση της όλης προσπάθειας. Τους φόβους του αυτούς εξέφρασε και εγγράφως στις 11 Μαρτίου προς τους Πιέρρο-Μαγγιόρο και Γεωργάκη Γρηγοράκηδες, γιους του παλιού μπέη της Μάνης.  [3]

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1773-1848) ήταν ο τοπικός ηγεμόνας από το 1815 όταν ανέλαβε από το σουλτάνο το αξίωμα του μπέη της Μάνης (εξ ου και Πετρόμπεης), τίτλο που μέχρι τότε κατείχε ο Θεοδωρόμπεης Γρηγοράκης, ο οποίος είχε καθαιρεθεί. Χάρη στο αξίωμα αυτό και στις αναμφισβήτητες ικανότητές του, ο Πετρόμπεης κατάφερε να επιβληθεί στην περιοχή τόσο στους Έλληνες όσο και στους Τούρκους και να αποκτήσει μεγάλη επιρροή. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από τον Κυριάκο Καμαρινό και αργότερα μύησε και ο ίδιος τους κυριότερους αρχηγούς της Μάνης. Υπήρξε συνετός και έμπειρος αρχηγός, ένθερμος πατριώτης, διορατικός και δεν ενθουσιαζόταν εύκολα.

Οι διαβεβαιώσεις του Παπαφλέσσα για επέμβαση της Ρωσίας στην επικείμενη ελληνική ένοπλη εξέγερση με την κήρυξη ρωσοτουρκικού πολέμου και την αποστολή ένοπλης δύναμης στην Ελλάδα και για την ύπαρξη πληθώρας οικονομικών μέσων δεν έπειθαν το διστακτικό Μαυρομιχάλη, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει τις πληροφορίες του από τον Καποδίστρια και την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Πίστευε ότι οποιαδήποτε βεβιασμένη και ασυντόνιστη κίνηση θα έβαζε σε μεγάλο κίνδυνο την όλη προετοιμασία.

Οι τουρκικές αρχές ήδη υποψιάζονταν τον Πετρόμπεη εξαιτίας της απειθαρχίας του να συλλάβει τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα και σχεδία­ζαν την αντικατάστασή του από τη θέση του μπέη. Ο τελευταίος ξεγέλασε τις ανησυχίες του εχθρού με την αποστολή του γιου του Αναστάση στην Τρίπολη στη σχετική πρόσκληση των Τούρκων.

Στα μέσα Μαρτίου στο λιμάνι του Αρμυρού κατέ­πλευσε το πλοίο με τα πολεμοφόδια που είχαν στείλει οι Φιλικοί της Σμύρνης. Ο πολυμήχανος Παπαφλέσσας σκέφτηκε να κάνει συμμέτοχο το δι­στακτικό Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και του ζήτησε να εκδώσει άδεια εκτελωνισμού του φορτίου. Έτσι, σε περίπτωση αποκάλυψης του πραγματικού πε­ριεχομένου του, ο Πετρόμπεης θα βρισκόταν εκτε­θειμένος στους Τούρκους ως συνεργός των επαναστατών.

Πράγματι, όταν η μεταφορά του φορτίου α­πό ένοπλους χωρικούς έγινε γνωστή στον Σουλεϊμάν αγά Αρναούτογλου, βοεβόδα της Καλαμάτας, οι πρόκριτοι προφασίστηκαν ότι μετέφεραν λάδι και ότι αναγκάζονταν να είναι ένοπλοι για τον κίν­δυνο των ληστών. Ο Αρναούτογλου τότε ανήσυχος ζήτησε ενισχύσεις από τον Πετρόμπεη, ο οποίος έ­στειλε στις 20 Μαρτίου στην Καλαμάτα το γιο του Ηλία  [4] επικεφαλής σώματος 150 Μανιατών για να προστατέψει την πόλη.

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλήμονα, οι αρχιερείς και πρόκριτοι της Αχαΐας, που είχαν συνέλθει στη Λαύρα, πρότειναν στον Πετρόμπεη «την προκαταρκτικήν κίνησιν των Λακωνικών όπλων», επι­σημαίνοντας τα πλεονεκτήματα της περιοχής λόγω του ιδιότυπου πολιτικού καθεστώτος και της πολε­μικής εμπειρίας των κατοίκων.

Οι Μανιάτες ο­πλαρχηγοί ήταν πλέον πεπεισμένοι για την επί­σπευση των πολεμικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα δε με τοπική παράδοση, στις 17 Μαρτίου στην Αρεόπολη – Τσίμοβα οι καπεταναίοι της Μάνης με επι­κεφαλής τον Κατσάκο Μαυρομιχάλη κήρυξαν την Επανάσταση και έγινε δοξολογία στο ναό των Ταξιαρχών. Παράδοση που επιβεβαιώνεται από τις πληροφορίες του Φιλήμονος και του Ιωάννη-Γενναίου Κολοκοτρώνη, γιου του Θεόδωρου. Κατά τον Κολοκοτρώνη, οι Έλληνες «διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου» και «όθεν την 17ην Μαρτίου οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων».

Στη μικρή πλατεία μπροστά από το ναό, στη θέση «Κοτρώνι», υψώθηκε η επαναστατική σημαία που είχε κατασκευαστεί πρόχειρα από λευκό ύφασμα και μαύρο σταυρό. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση και όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι ιερείς ευλόγησαν τη σημαία και οι οπλαρχηγοί, μεταξύ των οποίων και ο Πετρόμπεης, ορκίστηκαν ότι θα αγωνιστούν για την ελευθερία του έθνους. Η ημέρα της 17ης Μαρτίου έχει κηρυχθεί από το κράτος ως τοπική εθνική εορτή της Αρεόπολης.

Η επιλογή της περιοχής αυτής για την κή­ρυξη της Επανάστασης δεν κρίθηκε τυ­χαία, αφού η Τσίμοβα – Αρεόπολη ήταν επί ηγεμονίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη η «πολιτική πρωτεύουσα» της Μάνης, ο εκεί μεγάλος πύργος του αποτελούσε το διοικητή­ριό του και εκεί έμεναν τα ισχυρότερα μέλη της οι­κογένειάς του. Επίσης η Τσίμοβα αποτέλεσε το κέ­ντρο του επαναστατικού αγώνα της Μάνης. Στη συνέχεια άρχισε η πολεμική προετοιμασία και οργανώθηκαν δύο στρατιωτικά τμήματα, της Ανατολικής και της Δυτικής Μάνης, τα οποία έ­δρασαν χωρισμένα, αλλά ταυτόχρονα υπό τους το­πικούς τους αρχηγούς, το μεν πρώτο προς Λακε­δαίμονα και το δεύτερο προς Καλαμάτα.

Στα γεγονότα της Δυτικής Μάνης πρωτοστάτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Δεδομένου ότι οι τοπικές τουρκικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί στην εκστρατεία υπό τον Χουρσίτ πασά εναντίον του Αλή πασά, ο Αρναούτογλου διέθετε μόνο μια μι­κρή, αλλά εμπειροπόλεμη δύναμη 100 ανδρών, η οποία θα μπορούσε να κρατήσει την άμυνα της πό­λης για κάποιο διάστημα μέχρι την άφιξη ενισχύ­σεων.

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, «ο Μαυρομιχάλης επανιστά την Μεσσηνίαν».

 

Ήταν συνεπώς κατάλληλη η ευκαιρία να καταληφθεί η Καλαμάτα και με όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες. Ο Πετρόμπεης ζήτησε από τους Παπαφλέσσα, Κεφάλα και Αναγνωσταρά να κατα­λάβουν τους λόφους γύρω από την Καλαμάτα και να οχυρωθούν εκεί. Η προαναφερθείσα όμως πα­ρουσία των Μανιατών του Ηλία Μαυρομιχάλη εν­θάρρυνε τα ένοπλα σώματα της Μεσσηνίας, τα ο­ποία ανυπομονούσαν να εισέλθουν πρόωρα στην πόλη προδίδοντας τα σχέδια των συμπατριωτών τους. Οι πρόκριτοι της πόλης τότε, σε συνεννόηση με τον Πετρόμπεη, συμβούλευσαν τον Αρναούτο­γλου να ζητήσει τη βοήθεια του ίδιου του Πετρό­μπεη, όπως και έγινε.

Το μεσημέρι της 22ας Μαρ­τίου μια στρατιά 2.500 ανδρών με επικεφαλής τον Πετρόμπεη εξόρμησε προς τις πεδιάδες της Μεσ­σηνίας. Μαζί του ήταν πολλά μέλη της οικογένει­άς του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και καπετάνιοι της Δυτικής Μάνης: ο Μούρτζινος, οι Καπετανάκηδες, οι Κουμουντουράκηδες, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος, ο Κυβέλος, ο Χριστέας κ.ά. Το πρωί της επόμενης μέρας είχαν πλέον εισέλθει στην Καλαμάτα, μαζί τους ήταν οι Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς, Νικηταράς και οι άλλοι οπλαρχη­γοί που φυλούσαν τους γύρω λόφους, αφού πρώτα απέκοψαν κάθε προσπάθεια διαφυγής των Τούρ­κων προς Τρίπολη. Ο Αρναούτογλου παρέδωσε την πόλη χωρίς αντίσταση, έπειτα από σχετικό πρωτόκολλο και αφού διασφαλίστηκε η ζωή των Τούρκων.

Το μεσημέρι της 23ης Μαρτίου, στις όχθες του χειμάρρου Νέδωνος και μπροστά από τη βυζαντι­νή εκκλησία των Αγίων Αποστόλων έγινε πανη­γυρική δοξολογία, κατά την οποία 24 ιερείς και ιε­ρομόναχοι ευλόγησαν τις σημαίες των αγωνιστών και τους όρκισαν για τον απελευθερωτικό αγώνα. Ακολούθησε σύσκεψη των οπλαρχηγών και των προκρίτων, κατά την οποία αποφασίστηκε η σύστα­ση επαναστατικής επιτροπής, της «Μεσσηνιακής Γερουσίας» ή «Συγκλήτου», με σκοπό το συντονι­σμό του επαναστατικού αγώνα. Η ηγεσία δόθηκε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο οποίος έλαβε τον τίτλο του «αρχιστράτηγου των σπαρτιατικών δυ­νάμεων».

Την ίδια μέρα ο Πετρόμπεης, ως πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, απέστειλε «προειδοποίησιν εις τας ευρωπαϊκάς αυλάς», γνωρίζο­ντας την Επανάσταση των Πελοποννησίων και ζη­τώντας βοήθεια για την Ελλάδα «εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε […] όσον τάχος την φιλάνθρωπον συνδρομήν και διά χρημάτων και διά ό­πλων, και διά συμβουλής», διαβεβαιώνοντας για την έμπρακτη απόδειξη της ευγνωμοσύνης της. Η «προειδοποίησις» αυτή αποτελεί το πρώτο διπλω­ματικό έγγραφο της επαναστατημένης Ελλάδας προς τις ξένες δυνάμεις.

 

Η προκήρυξη του Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου. (Αρχεία υπουργείου Εξωτερικών Μεγάλης Βρετανίας)

 

Ένα δεύτερο κείμενο της Γερουσίας υπογεγραμ­μένο από τον Πετρόμπεη απευθυνόταν, το Μάιο του ίδιου χρόνου, προς τους Αμερικανούς πολίτες. Το κείμενο αυτό στάλθηκε μέσω του Αδαμάντιου Κο­ραή στον Αμερικανό καθηγητή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και γερουσιαστή  Έντουαρντ Έβερετ και αποτελεί την πρώτη προσπάθεια κινητοποίησης των αμερικανικών φιλελληνικών αισθημάτων.  [5]

Στην Ανατολική Μάνη οι πολεμικές επιχειρή­σεις άρχισαν ταυτόχρονα με τη Δυτική. [6] Στην Ανατολική Μάνη υπήρχαν πάνω από 1.500 Βαρδουνιώτες Τούρκοι, πολύ γενναίοι και έμπειροι πολε­μιστές, οχυρωμένοι σε πύργους. Αυτοί συχνά αναστάτωναν την Πελοπόννησο και τις ίδιες τις τουρ­κικές αρχές «άλλοτε ως αντιπολιτευόμενοι άλλο­τε ως αντάρται, ενίοτε δε και ως λησταί». [7] Επίσης το φρούριο του Μυστρά ήταν πολύ καλά οχυρωμέ­νο από πολυάριθμους Τούρκους. Υπό τις συνθήκες αυτές η κατάσταση ήταν δύσκολη για τους Ανατολι­κούς Μανιάτες και η αντίσταση των Τούρκων θα καθυστερούσε πολύ τις επιχειρήσεις στην Πελο­πόννησο.

Έτσι, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (αδελφός του Πετρόμπεη και συγγενής των Γρηγοράκηδων), ο οποίος (όπως και οι άλλοι οπλαρχηγοί) διατη­ρούσε καλές σχέσεις με τους Βαρδουνιώτες, άρχι­σε σκόπιμα να διαδίδει ότι έρχονται ευρωπαϊκές (φράγκικες) ενισχύσεις, γεγονός που θορύβησε τους Τούρκους, οι οποίοι άρχισαν με τις οικογένει­ές τους να εγκαταλείπουν τους πύργους τους, είτε «μικροψυχήσαντες» είτε φοβούμενοι ότι δεν θα άντεχαν σε μακρόχρονη πολιορκία. Καθώς έφευγαν διέδωσαν τον πανικό τους σε όλη τη Λακεδαίμονα.

Από τις 20 Μαρτίου οι Γρηγοράκηδες μαζί με άλ­λους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Μάνης (Π. Κοσονάκο, I. Κατσούλη κ.ά.) είχαν αρχίσει να συ­γκροτούν πολεμικά σώματα και κατευθύνονταν προς το Μαραθονήσι-Γύθειο, όπου ύψωσαν την ε­παναστατική σημαία στις 22 Μαρτίου.

Στη συνέχεια ορισμένα πολεμικά σώματα στράφηκαν προς την Κυνουρία για να ενι­σχύσουν την πολιορκία της Τρίπολης, ενώ τα μεγαλύτερα προς την πεδιάδα του Έλους για την πολιορκία του ισχυρότατου φρουρί­ου της Μονεμβασίας. Η κατάληψή του είχε μεγάλη σημασία για την πορεία της Επανάστασης λόγω του θαλάσσιου αποκλεισμού των Τούρκων από εκείνη την πλευρά. Στις 28 Μαρτίου, έπειτα από δοξολογία που τέλεσε ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, άρχισε η από ξηράς πολιορκία, και λίγες μέρες αργότερα ο θαλάσσιος αποκλεισμός.

  

Αννίτα  Ν. Πρασσά

Δρ. Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις


 [1]  Άπαντα Κολοκοτρώνη, εισαγ. – επιμ. Έλλη Αλεξίου, Αθήνα (Ιστορικές Εκδόσεις 1821), τ. 2, σ. 277.

 [2] Απόστ. Β. Δασκαλάκης, «Η προπαρασκευή της Ελληνικής Επαναστάσεως εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Α’ (1972), σ. 1-72. 

[3] Για την επανάσταση στη Μάνη, βλ. Απόστ. Β. Δασκαλάκη, «Η έναρξις της Επαναστάσεως και τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1975), σ. 5-62 και Έφης Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, σ. 87-91, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[4] Γι’ αυτόν, βλ. Δικαίου Β. Βαγιακάκου, «Ηλίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλης», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1972), σ. 223-243.

[5] Σχετικά βλ. Θάνου Βαγενά και Ευρ. Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί φιλέλληνες εθελοντές στο Εικοσιένα, Αθήνα 1949, σ. 8-13.

[6] Για την επανάσταση στην Ανατολική Μάνη, βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήναι 1874, σ. 56 επ., Δασκαλάκη, ό.π., σ. 41 επ., όπου και αποσπάσματα σύγχρονων με τα γεγονότα πηγών.

[7] Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως  (έκδ. Β’, 1978), τ. Α’, σ. 68.       

Πηγή


 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « 1821 Η κήρυξη της Επανάστασης», τεύχος 229, 24 Μαρτίου 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γιατράκος Γιωργάκης (Άρνα Λακωνίας; – Άργος 1841) 


 

Κλέφτης στα προεπαναστατικά χρόνια και οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1821. Στα τέλη του 1822 κατηγορή­θηκε ότι αναμίχθηκε στη δολοφονία του πρόκριτου του Μυστρά Παναγιώτη Κρεββατά (Νοέμβριος 1822), επειδή φοβόταν, όπως αναφέρεται, ότι ο τελευταίος θα παραχωρούσε τη στρατιωτική διοίκηση της επαρ­χίας του Μυστρά στο Νικηταρά ή επειδή παρακινήθηκε από τους «κυβερνητικούς» αντιπάλους του Θεό­δωρου Κολοκοτρώνη, στην παρά­ταξη του οποίου ανήκε ο Κρεββατάς. Τον Ιούνιο του 1823 διορίσθηκε φρούραρχος του Βουλευτικού. Κατά τους εμφύλιους πολέμους στήριξε τους «πολιτικούς» και τον πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κου­ντουριώτη. Στο τέλος όμως αντιλή­φθηκε την κρισιμότητα της εσωτερι­κής κατάστασης και κατέβαλε κάποιες προσπάθειες να συμβιβάσει τις αντιμαχόμενες μερίδες.

Ως οπλαρχηγός ο Γιωργάκης Για­τράκος διακρίθηκε ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις των Πελοποννησίων για την αναχαίτιση των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ. Συγκεκριμένα με 800 Μυστριώτες ταμπουρώθηκε στο χωριό Δυρράχι της Αρκαδίας, για να βοηθήσει το Θεό­δωρο Κολοκοτρώνη και τους άλλους Έλληνες αρχηγούς στην προσπά­θειά τους να ανακόψουν την προέ­λαση του Ιμπραήμ στο βουνό Τραμπάλα (Ιούνιος 1825). Ο Γιατράκος και οι άνδρες του δέχτηκαν σφοδρό­τατη επίθεση του εχθρού και καταγκρεμίστηκαν στους απόκρημνους βράχους, ενώ ο ίδιος τραυματίστη­κε. Αργότερα (Αύγουστος 1826) υπήρξε από τους αρχηγούς των συμπατριω­τών του Μανιατών (ανάμεσά τους και οι αδερφοί του Νικόλαος και Παναγιώτης Γιατράκος) που απέ­κρουσαν τις ισχυρότατες δυνάμεις του Ιμπραήμ στο Πολυ(τσ)άραβο της Μάνης και ματαίωσαν τα σχέδια του τελευταίου να καταλάβει την πε­ριοχή. Πέθανε το 1841 στο Άργος, με το βαθμό του υποστράτηγου και ασκώντας καθήκοντα νομοεπιθεωρητού.    

 

Επιστολή του Γεωργάκη Γιατράκου προς τον Ιωάννη Κωλέττη με χρονολογία 23 Σεπτεμβρίου 1832, στο οποίο ο Γιατράκος αναφέρει στον Κωλέττη ότι δεν ανέχεται την παρουσία του Ν. Ζέρβα, απεσταλμένου του Κολοκοτρώνη και επιθυμεί να μεταβεί στο Άργος με τους αδελφούς Κατσάκο και Δελιγεωργόπουλο. ( Ακαδημία Αθηνών – Αρχειακή συλλογή ΚΕΙΝΕ – Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη).

 

Γιατράκος

 

  

Επίθετο ιστορικής μανιάτικης οικογένειας, που καταγόταν, σύμφωνα με μια παράδοση, από το φλωρεντινό οίκο των Μεδίκων. Ως γενάρχης της ελληνικής οικογένειας αναφέρεται ο Πέτρος Μέδι­κος, που το 1331 ακολούθησε τον τιτουλάριο δούκα των Αθηνών Γκωτιέ Β’ ντε Μπριέν στην αποτυχημένη του προσπάθεια να διώξει τους Καταλανούς από το δουκάτο του. Στη συνέχεια ο Φλωρεντινός ευπατρίδης εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου εξελλήνισε το όνομά του σε «Ιατρός».

Αργότερα, μετά την κατάκτηση του Ναυπλίου από τους Οθωμανούς (1540), οι απόγονοι του Πέτρου Μέδικου ή Ιατρού κατέφυγαν σε βενετοκρατούμενες κυρίως περιοχές. Στη Μάνη η οικογένεια εμφανίζεται από το 1582 και το επίθετό της, παίρνοντας τη γνωστή κατάληξη των μανιάτικων επωνύμων, μετατράπηκε σε «Γιατράκος».

Οι Γιατράκοι εγκαταστάθηκαν στα Βαρδουνοχώρια, αναδείχτηκαν σε ισχυρούς προύχο­ντες και ανέπτυξαν στα προεπαναστατικά χρόνια σημαντική δραστηριότητα εναντίον των Τούρκων. Αναφέρεται επίσης ότι μέρος της δημο­τικότητάς τους το όφειλαν στις κληρονομικές εμπειρικές ιατρικές τους γνώσεις. Από τους Γιατράκους που έδρασαν στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης αξιολογότεροι είναι οι πέντε γιοι του Ιωάννη Γιατράκου, Νικόλαος Γιατράκος (Άρνα Λακω­νίας, ; – Σπάρτη, 1846), Μιχαήλ Για­τράκος (Άρνα, ; – Άργος, 1850), Ηλίας Γιατράκος (Άρνα, ; – Σπάρτη, 1875), στρατιωτικός που έφτασε στο βαθμό του υποστράτηγου, Γιωρ­γάκης Γιατράκος και Παναγιώτης Γιατράκος.

 

Αλίκη Σολωμού

Αρχαιολόγος



Πηγή


  •  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,    Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Ηλίας Κατσάκος (; – 1836)


 

Ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε στη Μάνη. Ο πατέρας του Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης ήταν αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Ο Ιωάννης Κατσής Μαυρομιχάλης, φημιζόταν για την ανδροπρεπή ομορφιά του και είχε τόσο μεγάλη επιρροή στη Μάνη, ώστε ο λαός τον αποκαλούσε «Βασιλιά». Λέγεται μάλιστα ότι, όταν αφαιρέθηκε η ηγεμονία της Μάνης από τον Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκη, ο Καπουδάν πασάς, πρόσφερε αρχικά το μπεηλίκι στον Κατσή. Αυτός όμως αρνήθηκε την προσφορά με τον ισχυρισμό ότι έχει μεγαλύτερο αδελφό τον οποίο σύμφωνα με τα λακωνικά έθιμα όφειλε να σέβεται. Έτσι το αξίωμα δόθηκε στον Πετρόμπεη.

Στα χρόνια του Αγώνα ο Κατσής δεν έδειξε πολεμική ή πολιτική δράση. Ενώ δηλαδή τα άλλα αδέλφια του, ο Πετρόμπεης, ο Κυριακούλης, ο Κωνσταντίνος και ο Αντώνης κινήθηκαν σε όλη την Ελλάδα, αυτός παρέμεινε στη Μάνη, διοικώντας την περιοχή και διαχειριζόμενος τα οικογενειακά ζητήματα της οικογένειας. Μόνο στην αρχή της Επανάστασης έδρασε κατά την πολιορκία των κάστρων της Μεθώνης και της Κορώνης και κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ανέλαβε την διοίκηση των στρατολογικών  και  οικονομικών  υπηρεσιών  του  αμυντικού  στρατοπέδου στην Φουρτζάλα (Θουρία) της Μεσσηνίας.

Αλλά αντί για τον πατέρα, στην πρώτη γραμμή του Αγώνα, βρέθηκε ο γιος του Ηλίας, ο οποίος σύμφωνα με την Μανιάτικη συνήθεια, επονομαζόταν Κατσάκος (γιος του Κατσή) αλλά και για να τον ξεχωρίζουν από τον πρώτο του εξάδελφο Ηλία, τον περίφημο Μπεζαντέ- Ηλία, γιό του Πετρόμπεη, που έπεσε ηρωικά στην Κάρυστο.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, εμφανίζεται ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, μόλις είκοσι χρόνων, να ανασυγκροτεί ως αρχηγός λακωνικού σώματος την διαλυθείσα πολιορκία της Κορώνης, που μόλις πριν από λίγο είχε αποτύχει.

Κατά την εισβολή του Δράμαλη πολέμησε στις μάχες της Αργολίδας, όπου και διακρίθηκε. Σ’ αυτόν ανέθεσαν την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους. Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ, διέπρεψε και ριψοκινδύνευσε στην Βέργα του Αλμυρού, όταν βγαίνοντας από το οχύρωμα, λαφυραγώγησε ένα πολύ ωραίο αραβικό άλογο. Μετέβη εσπευσμένα στα ενδότερα της Μάνης και επί κεφαλής 300 Μανιατών χτύπησε τον εχθρό στη Μινιάκοβα και έσωσε από βέβαιο όλεθρο τον Κοσσονάκο, που ήταν στενά πολιορκημένος.  

Ο τάφος του Ηλία Κατσάκου Μαυρομιχάλη στο Μόναχο.

Το 1830, επί Καποδίστρια, φυλακίστηκε στο Ναύπλιο, επειδή συμμετείχε ενεργά στην αντιδραστική κίνηση των Μαυρομιχαλαίων κατά του Κυβερνήτη. Κατάφερε να δραπετεύσει και υποκίνησε την εξέγερση της Μάνης, μπαίνοντας επί κεφαλής των στασιαστών. Κατηγορήθηκε μαζί με τους άλλους συγγενείς του για τον φόνο του Κυβερνήτη αλλά απαλλάχτηκε από την κατηγορία της φονικής συνωμοσίας.

Σημαντική είναι η δράση του Ηλία Κατσάκου στα χρόνια της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Τα σκληρά μέτρα που έλαβε η βαυαρική Αντιβασιλεία προκειμένου να σταματήσει τους εμφύλιους πολέμους και να επικρατήσει η νόμιμη τάξη. Όταν επιχειρήθηκε ο βίαιος αφοπλισμός και η κατεδάφιση των πολεμικών πύργων*, προκάλεσαν την βίαιη αντίδραση των ατίθασων Μανιατών και την ένοπλη στάση.

Στην καταστολή τους συνέδραμε αποτελεσματικά με την παρέμβασή του ο Κατσάκος. Σε αναγνώριση των υπηρεσιών του η Αντιβασιλεία τον ονόμασε « Μοίραρχο υπεράριθμο» και προσελήφθηκε  από τον Αρχηγό των Βαυαρικών στρατευμάτων στρατηγό Σμάλτς μαζί με τον Βαυαρό ταγματάρχη Φέδερ ως σύμβουλος και βοηθός για την καταστολή της ανταρσίας της Μάνης, όπου κατάφερε με τις δραστήριες ενέργειες του και της σημαντικής τοπικής επιρροής του να επιφέρει την ειρήνη και τον συμβιβασμό. Σ’ αυτόν οφείλεται η καταστολή του κινήματος της Τσίμοβας, η διάλυση της πολιορκίας της Ζαρνάτας, η κατάθεση των όπλων της Ανδρούβιστας, και η απελευθέρωση των Βαυαρών που είχαν αιχμαλωτιστεί στο Πορτοκάγιο.

Οι προσπάθειες του για την επικράτηση της τάξης και της ειρήνης, συνεχίστηκαν στην Μεσσηνία και κατάφερε να καταστείλει την στάση κατά της Αντιβασιλείας, την οποία είχε υποκινήσει ο Κολοκοτρώνης και να δώσει σκληρούς αγώνες με κίνδυνο της ζωής του, κατά του Νικηταρά και του Μητροπέτροβα.  Όταν πλέον είχε κατασταλεί η στάση, ο Σμάλτς διέλυσε τα στρατιωτικά σώματα αλλά διατήρησε ενεργά μόνο δύο. Το σώμα της Αρκαδίας υπό τον Γαρδικιώτη και της Μεσσηνίας υπό τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη.

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα και την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κατσάκος, σε αναγνώριση και ανταμοιβή των υπηρεσιών του προς τον θρόνο και προς ικανοποίηση της ισχυρής λακωνικής οικογένειας, διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα.

Στην νεοσύστατη τότε βασιλική αυλή και την νεοπαγή αθηναϊκή κοινωνία η εμφάνιση του Ηλία Κατσάκου έκανε καταπληκτική εντύπωση και έλαμψε κυριολεκτικά με τις ψυχικές και σωματικές αρετές του. Με το ψηλό και ευλύγιστο ανάστημά του, το ωραίο του πρόσωπο με τα απολλώνεια χαρακτηριστικά, την ευγένεια και την ανδρεία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό Ελλήνων και ξένων.

Sophie de Marbois-Lebrun

Είναι γνωστός ο θρύλος που δημιουργήθηκε σχετικά με τις σχέσεις του με την Δούκισσα της Πλακεντίας (Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν), την εκκεντρική εκείνη γυναίκα, η οποία μολονότι ήταν φειδωλή και εκλεκτική στις σχέσεις της, δεχόταν συχνά και με οικειότητα τον υπασπιστή του βασιλιά.

Κάποτε, η Δούκισσα και η κόρη της Ελίζα, διέτρεξαν θανάσιμο κίνδυνο να γκρεμιστούν στον Ιλισσό όταν αφηνιάσανε τα άλογα της άμαξας τους. Ο Κατσάκος τα συγκράτησε με τα στιβαρά του χέρια ή, κατά μια άλλη εκδοχή,  τα πυροβόλησε με τόλμη και ακρίβεια. Από τότε η Δούκισσα τον αγάπησε πολύ θεωρώντας τον σωτήρα της ίδιας και της κόρης της. Μάλιστα η κόρη της, τον θεωρούσε ως μελλοντικό μνηστήρα της.** Ο θρύλος αυτός, βεβαιώνεται και από την οικογενειακή παράδοση των Μαυρομιχαλαίων αλλά ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι ο Κατσάκος και η σύζυγός του, χώρισαν «κοινή συναινέσει». Μάλιστα ο Κατσάκος πάντρεψε την πρώην γυναίκα του με έναν φίλο του από την Λακωνία, κάποιον Κατρίνη. Είναι πολύ πιθανό, να επεδίωξε και να πήρε το διαζύγιο, προκειμένου να παντρευτεί την κόμισσα Ελίζα. Και ο γάμος αυτός θα γινόταν εάν δεν μεσολαβούσε το τραγικό τέλος των δύο αυτών ανθρώπων.

Τον Απρίλιο του 1836 ο νεαρός Βασιλιάς ταξίδεψε στη Γερμανία, προκειμένου να βρει σύζυγο. Ως υπασπιστές του πήρε μαζί του τον Αντώνιο Μιαούλη και τον Ηλία Κατσάκο. Όταν όμως η βασιλική συνοδεία έφτασε στο Μόναχο, τους κατοίκους της πόλης αποδεκάτιζε φοβερή επιδημία χολέρας. Ο Κατσάκος ασθένησε και πέθανε, όπως πέθανε μετά από λίγο και ο συνάδελφός του Αντώνιος Μιαούλης κατά την διάρκεια του ταξιδιού του Όθωνα από το Μόναχο προς το Ολδεμβούργο. Ο Μιαούλης ετάφη στο Ούφφενχάϊμ της Βαυαρίας.

Πόσο αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε ο Κατσάκος από την βασιλική οικογένεια και την αυλή της Βαυαρίας αλλά και πόσο θρηνήθηκε ο πρόωρος θάνατός του το εντοπίζουμε στις τοπικές εφημερίδες εκείνης της εποχής και στο μεγαλοπρεπές μνημείο, το οποίο ανήγειρε επί του τάφου του ο Λουδοβίκος Α΄

Σε άρθρο του 314 φύλλου (1836) της «Γενικής Εφημερίδος» του Άουσβουργκ  αναφέρεται:

 

«Την περασμένην νύχτα (6 Νοεμβρίου) μεταξύ άλλων απέθανεν εις το βασιλικόν ανάκτορον κάτοχος ενδόξου ονόματος, ο υπασπιστής της Α.Μ. του Όθωνος, Κατσάκος Μαυρομιχάλης, όστις συνόδευσεν εδώ την Α.Μ. εις ηλικίαν πολύ νέαν, διακρινόμενος δια την μόρφωσιν και το θάρρος του. Τα προσόντα αυτά και η εύνοια του βασιλέως του τον οδήγουν εις υψηλούς εν τη πατρίδι του προορισμούς».

 

Στο 315 φύλλο: «Σήμερα (8 Νοεμβρίου) το απόγευμα εκηδεύθη ο υπασπιστής της Α.Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος αντισυνταγματάρχης Μαυρομιχάλης με στρατιωτικάς τιμάς».

Σε έκτακτο παράρτημά της, της 11ης Νοεμβρίου 1836, δημοσιεύεται μεγάλη νεκρολογία, στην οποία αναφέρονται μερικά ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία του Κατσάκου. 

« Μετά την κατάλυσιν του Κερκυρο- Ρωσσικού κόμματος ετάχθη ο Κατσάκος με όλην την οικογένειάν του ενθουσιώδης υποστηρικτής της Βασιλείας και ως τοιούτος αντιμετώπισεν σκληρούς αγώνας εις την Μεσσηνίαν με τους αντιθέτους και τον Νικήταν, όστις παρ’ ολίγον να τον καταστρέψη. Διότι οδηγών ( ο Νικηταράς) τους Μεσσηνίους αντάρτας υπό τας σημαίας του Καποδίστρια και του Κολοκοτρώνη, του επετέθη και τον είχε πολιορκημένον επί τρεις ημέρας εις το χωρίον Μικρομάνη. Αλλά την 4ην ημέραν επελθών ορμητικός ο νεότερος 18ετής αδελφός του Γερμανός με σώμα Μανιατών τον έσωσεν εκ του κινδύνου.

Με την άφιξιν της Αντιβασιλείας ο Κατσάκος από στρατηγός έγινε λοχαγός. Αλλά τούτο ουδόλως τον εμπόδισεν από του να δράση και να καταστείλη την κατά της Αντιβασιλείας εξεγερθείσαν στάσιν της Μεσσηνίας και της Μάνης. Ένεκα δε των υπηρεσιών του τούτων, οίτινες έφεραν την υποταγήν και την τάξιν εις την Μάνην, επροβιβάσθη εις αντισυνταγματάρχην και έγινεν υπασπιστής της Α.Μ. του βασιλέως Όθωνος.

Υπό την ιδιότητά του ταύτην συνόδευσε τον νεαρόν μονάρχην εις Γερμανίαν και μαζί του εταξίδευσεν όλην την Μεσημβρινήν Γερμανίαν, την Ρηνανίαν, την Σαξωνίαν, το Βραδεμβούργον. Το υψηλόν και λαμπρόν ανάστημά του 36ετούς ανδρός με την ωραίαν εθνικήν ενδυμασίαν είλκυε παντού την προσοχήν και την συμπάθειαν των κατοίκων, οίτινες εις το πρόσωπον του Κατσάκου έβλεπον ένα εκ των γνησίων ηρώων, οίτινες με καρτερίαν και με ανυπέρβλητον θάρρος διεξήγαγον νικηφόρως τον τελευταίον αξιοθαύμαστον αγώνα εναντίον δεσπότου ισχυρού και αλαζόνος.

Όσοι τον επλησίαζαν εθέλγοντο από την ανοικτόκαρδον και ανεπιτήδευτον συμπεριφοράν του, η δε μέχρις αυταπαρνήσεως αφοσίωσίς του εις το πρόσωπον του νεαρού μονάρχου του, του εξησφάλισε την αγάπην, τον σεβασμόν και την συμπάθεια της χώρας μας, ήτις εξετίμα το γένος του, το πρόσωπόν του και τας πράξεις του. Εις όσους εγνώριζον το γιγάντειον σώμα και την φυσικήν και ηθικήν ρώμην του νέου ανδρός, την ενέργειαν και το σφρίγος του οργανισμού του, είναι ακατανόητον πως ήτο δυνατόν να υποκύψουν όλαι αυταί αι δυνάμεις εις την νόσον, ήτις παρά την σκληρότητά της επιστεύετο ότι εις το τέλος ήθελε νικηθή.

Η πρώτη αφορμή εδόθη, ως λέγουν, από κρυολόγημα, που επήρεν εις το κυνήγι, όπου την περασμένην Πέμπτην επέρασε όλην την ημέραν ενδεδυμένος ελαφρά παρ’ όλην την υπερβόρειον αυτήν κακοκαιρίαν. Άλλη αιτία ήτο η περιφρόνησις που ησθάνετο εις την αρρώστια με την σκέψιν ότι αυτός που επέρασεν εις την πατρίδα του όλους τους κινδύνους ασθενειών και μαχών χωρίς να πάθη τίποτε, ήτο υποχρεωμένος εδώ εις την ξενητειά να υπομένη επί της κλίνης ωσάν γυναίκα τας προφυλάξεις και τας περιποιήσεις των ιατρών.

Υποτιμών λοιπόν την κατάστασίν του ελοιδώρει τους φίλους που τον συνεβούλευαν ή τον εμάλωναν, και όταν του ωμίλουν δια χολέραν, τους απήντα με την αστειότητα, ότι « αυτή είναι γυναίκα κι αυτός δεν φοβείται τις γυναίκες». Έτσι ανεπτύχθη το κακόν εις τον ισχυρόν οργανισμόν του και την Κυριακήν το πρωί είχε σφοδρότατον εμετόν με δυνατούς πόνους, οι οποίοι παρά τας ιατρικάς βοηθείας και την δύναμιν του οργανισμού του, του έφεραν εντός 16 ωρών τον θάνατον, τον οποίον αντιμετώπισε με αταραξίαν ήρωος.

Εκοινώνησε από τον Έλληνα ιερέα με συγκίνησιν και ευλάβειαν της αγίας μεταλήψεως και δύο ώρας προ του θανάτου του όταν τον είδεν εις το δωμάτιον του με το Ευαγγέλιον, του είπε ζωηρά: « Δεήσου υπέρ εμού˙ γεροντάκι. Για με δεν υπάρχει πλέον ελπίς. Άνοιξέ μου την πύλην της ευσπλαχνίας». Περί την 10ην ώραν η αντίστασις της ισχυράς του φύσεως εκάμφθη τελείως και εκοιμήθη ήρεμα περιβαλλόμενος από κλαίοντας συμπατριώτας και Γερμανούς φίλους. Ο εξαφνικός θάνατος του μέσα εις το παλάτι, εμπρός εις τα μάτια των δύο μοναρχών και ολίγας εβδομάδας προ των επικειμένων γάμων του βασιλέως του, όστις τον υπερηγάπα, έκαμε παντού οδυνηράν εντύπωσιν. Σήμερα το απόγευμα εις τας 3 θα κηδευθή με τιμάς στρατιωτικάς κατά τα ελληνικά εκκλησιαστικά έθιμα. Ας είναι ελαφρά η γη του νέου και ευγενούς ήρωος, όστις μη ευρών τον θάνατον εις τους αγώνας του πατρίου εδάφους, ήτο πεπρωμένον να πέση από χολέραν εις την ξένην, αλλά πλησίον όμως του βασιλέως του, τιμημένος με το πένθος του και με το πένθος όλων όσοι τον εγνώρισαν».    

Κατόπιν αναφέρεται στην οικογένεια Κατσάκου και τους συγγενείς τους, τους οποίους απαριθμεί και καταλήγει με ύμνους στην εκατόχρονη μητέρα του Πετρόμπεη και γιαγιά του νεκρού, προς τον οποίον έτρεφε εξαιρετική αδυναμία.

Η ίδια εφημερίδα βρίσκει την ευκαιρία και στην νεκρολογία του Μιαούλη ( παράρτημα 552) να αναφερθεί και πάλι στον Κατσάκο. Συγκρίνουσα τους δυο άτυχους Έλληνες υπασπιστές του Όθωνα λέει ότι τα βλέμματα του Γερμανικού κόσμου στράφηκαν κυρίως προς τον Κατσάκο με το ψηλό του ανάστημα και με τη λαμπρότητα της γραφικής του ενδυμασίας. Ακόμη δε, ότι αντίθετα με τον Μιαούλη, που ήταν ήρεμος, σοβαρός και μελαγχολικός, νοσταλγώντας συνεχώς την Ύδρα και την οικογένειά του, ο Κατσάκος διακρινόταν για την ευδιαθεσία του. Ήταν «παιδί της φύσεως, ήρως των βουνών και των λόγγων, τύπος αντιπροσωπευτικός της χαράς και της αβιάστου διαθέσεως». Πόση δε εντύπωση έκανε και σε άλλους ξένους κύκλους ο θάνατος του Κατσάκου, φανερώνει η αναφορά του στην επιτύμβια πλάκα της κόμισσας Σαπόρτα, που πέθανε στην Αθήνα. Εκεί αναγράφεται μεταξύ άλλων σχετικών:

«…Λουδοβίκος δε ο μονογενής αυτής υιός υπό χολέρας εννεάτης ετελεύτησεν εν Μονάχω τη 27 Οκτωβρ./8 Νοεμβρίου, εν έτει 1836, ημέρα καθ’ ήν ενταφιάζετο εκεί ο γενναίος του Βασιλέως Υπασπιστής ο συνταγματάρχης Κατσάκος Μαυρομιχάλης».

Ο κόμης Σαπόρτα, αυλάρχης του Όθωνα, είχε συνωδεύσει τότε και αυτός τον βασιλιά  στο ταξίδι εκείνο, το οποίο απέβη τόσον οδυνηρό  στην βασιλική συνοδεία.

Βασιλεύς Όθων

Αλλά και μετά τον θάνατο του δεν έπαψε ο Ηλίας Κατσάκος ν’ απασχολεί την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ο ευφάνταστος λαός της Μάνης, τρέφοντας λατρεία και θαυμασμό για τον εξαιρετικό άνδρα, στην ωραιότητά του, στην ευρωστία του και  στην ανδρεία του, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τέτοιος άνθρωπος στην ακμή της ανδρικής του ηλικίας πέθανε από φυσικό θάνατο. Και πλάστηκε ο θρύλος περί της δολοφονίας του στην Αυλή του Μονάχου, είτε λόγω ερωτικής περιπέτειας, είτε λόγω αντεκδίκησης των Βαυρών για όσα είχαν υποστεί κατά την ανταρσία από τους Μανιάτες. Ο θρύλος αυτός αποτέλεσε θέμα και περιεχόμενο της γνωστής μπαλάντας, η οποία με διάφορες παραλλαγές αλλά πάντοτε ως «τραγούδι του Λιά του Κατσή» τραγουδιόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στις γιορτές και τα πανηγύρια από τους πλανόδιους τραγουδιστές της Πελοποννήσου. (Κ. Πασαγιάννη, Μανιάτικα Μοιρολόγια και τραγούδια αριθ. 137, Β. Πετρούνια, Μανιάτικα Μοιρολόγια αριθ. 2).

Ο θρύλος βρήκε απήχηση και στην Αθήνα μεταξύ σοβαρών προσώπων, και έδωσε αφορμή σε σοβαρότερα γεγονότα. Ο εκδότης της Εφημερίδας «Ελπίς» Κωνσταντίνος Λεβίδης, υιοθέτησε την διάδοση αυτή περί δολοφονίας του Κατσάκου και δέχτηκε επίθεση τον Νοέμβριο του 1837 στο Καφενείο της «Ωραίας Ελλάδος» από δέκα Βαυαρούς αξιωματικούς με τον Φέδερ επί κεφαλής παρόντος και του Ιωάννη Κατσή Μαυρομιχάλη, πατέρα του Κατσάκου, πράγμα το οποίον έδωσε αφορμή σε ποικίλα σχόλια.

«Αυτός ο περμπάντης είναι όπου υβρίζει τους τιμίους Βαυαρούς» είπαν αλλά ο Λεβίδης αποτεινόμενος προς τον παριστάμενο γερο  -Κατσή αντέστρεψε: «Θέλουν να ειπούν: Αυτός είναι εκείνος, όστις στηλιτεύει τους φονεύσαντας τον υιόν σου Κατζάκον εις την Βαυαρίαν».

Ο Λεβίδης, που δημοσίευσε το επεισόδιο αυτό  στο Παράρτημα της εφημερίδας του (αριθ. 85-86) έγραψε την εξής υποσημείωση: «Υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλαί και μεγάλαι υποψίαι ότι ο υιός του κυρίου Κατζή, ο γενναίος Κατζάκος, εφονεύθη εις την εν Μονάχω διαμονήν του από τον ιατρόν Β……… ετυπώθη φυλλάδιον εμπείρου ιατρού Γερμανού πραγματευομένου περί της φαρμακεύσεως ταύτης, θέλομεν δημοσιεύσει κατόπιν μερικά τεμάχια». Αλλά η υπόσχεση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, είτε γιατί σταμάτησε μετά το επεισόδιο η έκδοση της «Ελπίδος», είτε γιατί δεν υπήρχε τέτοιο φυλλάδιο.

Λέγεται, ότι όταν ο Όθωνας επισκέφτηκε για τελευταία φορά στο Μόναχο τον ετοιμοθάνατο Κατσάκο, αυτός του διατύπωσε με αδύναμη φωνή την παράκληση: «Τα παιδιά μου Μεγαλιότατε»! Ο Όθωνας δεν λησμόνησε την τελευταία παράκληση του αγαπημένου του υπασπιστή. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα φρόντισε αυτοπροσώπως να παραλάβει και να προστατεύσει τους δυο ανήλικους γιούς του Κατσάκου, τον Ιωάννη και τον Δημήτριο.

Ο μεν Ιωάννης εκλέχτηκε βουλευτής για πολλές περιόδους κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και τα πρώτα του Γεωργίου, διακρίθηκε για τον χαρακτήρα και την μόρφωσή του, έγινε στενός φίλος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και, όπως αναφέρει ο τελευταίος στις επιστολές του, είναι αυτός που βρέθηκε στο πλευρό του ποιητή κατά την συμπλοκή του με τους Ιακωβάτους στη Βουλή. Αποσύρθηκε πολύ νωρίς από την πολιτική, έζησε στον ιστορικό πύργο των Κιτριών και πέθανε εκεί σε μεγάλη ηλικία. Ο δεύτερος γιος του Ηλία Κατσάκου, ο Δημήτριος, πέθανε πρόωρα. Αλλά άφησε γιούς και απογόνους.

  

Υποσημειώσεις


  

* Τρεις φορές επιχειρήθηκε η κατεδάφιση των Μανιάτικων πύργων. Την πρώτη αποφάσισαν οι Τούρκοι, προκειμένου να καταστείλουν την πειρατεία εκ μέρους των Μανιατών, επί Θεοδωρόμπεη Γρηγοράκου (1810-1815). Η δεύτερη επιχειρήθηκε επί Καποδίστρια. Η τρίτη και πιο αιματηρή πραγματοποιήθηκε από την βαυαρική Αντιβασιλεία και είναι αυτή που αναφέρουμε στο κείμενό μας. «…λόγω σθεναράς αντιστάσεως των Μανιατών κατά των προς τούτο εισβαλόντων εις Μάνην κυβερνητικών, βαυαρικών κατά το πλείστον δυνάμεων υπό τον Βαυαρόν αξιωματικόν Φέδερ» απέτυχε. « Μόνον εις ακραίας τινάς περιοχάς, ιδίως της ανατολικής Μάνης οι βαυαροί επρόλαβον να κατακρημνίσουν πύργους τινας, οι δε εισβαλόντες προσκρούσαντες εις λυσσώδη αντίστασιν κατετροπώθησαν, πολλοί μάλιστα ηχμαλωτίσθησαν. Έκτοτε οι πανύψηλοι πύργοι της Μάνης δεν ηνωχλήθησαν».

** Μολονότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία, λέγεται ότι ο Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης, υπήρξε το μήλον της έριδος μεταξύ μητέρας και κόρης. Βέβαια, ο θρύλος αναφέρεται κυρίως στις σχέσεις της Ελίζας και του Κατσάκου καθώς και στον επικείμενο γάμο τους. Το ειδύλλιο κλυδωνίστηκε όταν η Ελίζα έμαθε ότι ο Κατσάκος ήταν ήδη παντρεμένος. Η φήμη ότι δήθεν η γυναίκα του Κατσάκου πέθανε στην γέννα, δεν φαίνεται να απάλυνε την απογοήτευση της. Αν και ο Κατσάκος υπήρξε ο μεγάλος της έρωτας, η Ελίζα απομακρύνθηκε από τον αγαπημένο της. Ήταν Απρίλιος του 1836. Ο Κατσάκος έφευγε από την Ελλάδα, συνοδεύοντας ως υπασπιστής τον Όθωνα στην Γερμανία. Η Δούκισσα αποφάσισε να κάνει μαζί με την κόρη της ένα μεγάλο ταξίδι στη Μέση Ανατολή, πιστεύοντας ότι το ταξίδι αυτό θα βοηθούσε την Ελίζα να ξεχάσει την καταστροφική ερωτική σχέση της. Η είδηση του θανάτου του Κατσάκου βρήκε την Δούκισσα και την κόρη της στην Βηρυτό. Η υγεία της Ελίζας ήταν ήδη κλονισμένη από κάποιο πνευμονικό νόσημα. Ο θάνατος του Ηλία Μαυρομιχάλη ίσως λειτούργησε ως χαριστική βολή στην νεαρή Κοντέσα. Στις 18 Ιουνίου του 1837 υπέκυψε. Η λαϊκή παράδοση απέδωσε τον θάνατό της στην ραγισμένη από τον έρωτα καρδιά της, που δεν άντεξε στο άγγελμα του θανάτου του αγαπημένου της.

(Τα πιο πάνω δημοσιεύονται με κάθε επιφύλαξη αφού δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία αλλά αποτελούν μόνο θρύλους και σχόλια της εποχής ).

   

Πηγές


  • «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος»,  Ιδρυτής – Διευθυντής: Γεώργιος Δροσίνης, Εκδότης Ι. Ν. Σιδέρης, Αθήναι, 1936. 
  • Γεώργιος Α. Βασιλειάδης, «The Duchesse de Plaisance in fact and fiction»,  Athens News, 14 Μαΐου 2004.
  • Α. Δ. Δασκαλάκη, «Αρχείον Τζωρτζάκη- Γρηγοράκη», Ανέκδοτα Ιστορικά έγγραφα της Μάνης, 1810-1815.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης  (1765 ή 1773 – 1848)


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

 

Γόνος γνωστής οικογένειας προεστών της Μάνης, όπου γεννήθηκε το 1765 ή, κατά άλλη εκδοχή, το 1773. Είχε θυελλώδη χαρακτήρα, ενώ υπήρξε η ισχυρότερη προσωπικότητα των Μαυρομιχαλαίων κατά την επαναστατική περίοδο και ηγετική μορφή της Πελοποννήσου, πρωταγωνιστής πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων της Επανάστασης, όπως και της μετέπειτα πολιτικής ζωής.

Μετά το 1800, όταν πέθανε ο πατέρας του, κατάφερε να κατευνάσει τις οξύτατες αντιπαραθέσεις που σπάρασσαν τους κόλπους της οικογένειας. Όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν τα Επτάνησα μετά τη Συνθήκη του Τίλσιτ (1807), ο Μαυρομιχάλης, πιστεύοντας ότι είχαν διαμορφωθεί ευνοϊκές συνθήκες για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου, επιδίωξε, σε συνεργασία με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους για την προετοιμασία και την οργάνωση απελευθερωτικού κινήματος.

Οι αντιθέσεις, που δημιουργήθηκαν στη Μάνη μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της περιοχής κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία, προσέφεραν στο Μαυρομιχάλη την ευκαιρία να ασχοληθεί ενεργότερα με τα δημόσια πράγματα. Παντρεύτηκε την Άννα Μπενάκη, αδελφή του προεστού της Καλαμάτας Παναγιώτη Μπενάκη. Παιδιά του ήταν οι: Ηλίας, Αναστάσιος, Γεώργιος, Ιωάννης, και Δημήτρης Μαυρομιχάλης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ξυλογραφία.

Το 1815 ανέλαβε το αξίωμα του διοικητή (ή μπέη) της Μάνης, το οποίο είχε θεσμοθετηθεί από τους Οθωμανούς μετά τον τερματισμό των Ορλωφικών το 1774. Η επιρροή του, όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους Οθωμανούς, υπήρξε ισχυρή. Ήδη πριν από την Επανάσταση ο Μαυρομιχάλης είχε δώσει δείγματα των ηγετικών του ικανοτήτων. Αν και διστακτικός αρχικά, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρεία και στις 17 Μαρτίου 1821 κήρυξε την Επανάσταση στην Αρεόπολη της Μάνης.

Στις 23 Μαρτίου, επικεφαλής 2.000 ανδρών, κατέλαβε την Καλαμάτα. Στις 25 Μαρτίου συνέστησε με άλλους 12 προεστούς τη Μεσσηνιακή Γερουσία – την πρώτη διοικητική οργάνωση των επαναστατημένων Ελλήνων – η οποία έστειλε την επαναστατική της προκήρυξη στις αυλές της Ευρώπης. Προκήρυξη επίσης απηύθυνε ο Μαυρομιχάλης ως πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και προς τους Αμερικανούς, η οποία με τη φροντίδα του Αδαμάντιου Κοραή, μεταφρασμένη στην αγγλική γλώσσα, στάλθηκε στο φιλέλληνα καθηγητή του Χάρβαρντ Edward Everett και δημοσιεύτηκε στις αμερικανι­κές εφημερίδες.

 

«Παχύσαρκος, αργοκίνητος, καλοστεκούμενος. Δεν φαίνεται προσανατολισμένος σε ορισμένη τάξη ή πολιτική ιδεολογία. Στην επιστήμη της γαστρονομίας, όμως, είχε σημειώσει μεγάλες προόδους: Λένε πως είναι πρόθυμος να δεχτεί διακυβέρνηση οποιασδήποτε μορφής, αρκεί να του εξασφαλίσει πλούτη, ησυχία, καλοπέραση και ασφάλεια. Μια από τις φιλοδοξίες που του αποδίδονταν ήταν και η εισαγωγή της γαλλικής κουζίνας στη Μάνη.» [Waddington 1825]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Δύο μήνες αργότερα, το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του 1821, συ­νήλθαν στη Μονή Καλτεζών, στα σύνορα Λακωνίας και Αρκαδίας, ηγετικές προσωπικότητες της Πελοποννήσου και ίδρυσαν την Πελοποννησιακή Γερουσία. Στη συνέλευση αυτή πρόεδρος εξελέγη ο Μαυρομιχάλης. Στη διάρκεια της Επανάστασης κατέλαβε σημαντικά αξιώματα. Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (Δεκέμβριος 1821) ορίστηκε αντιπρόεδρος του Βουλευτικού σώματος. Υπήρξε πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους (30 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823) και αμέσως μετά, έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, πρόεδρος του Εκτελεστικού της διοικήσεως της υπό διαμόρφωση πολιτείας.

Αξιόλογη υπήρξε η στρατιωτική δράση του Πετρόμπεη. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, στις επιχειρήσεις για την απόκρουση του Δράμα­λη το καλοκαίρι του 1822 και στην άλωση του κάστρου του Άργους. Μετείχε, επίσης, το Νοέμβριο του 1822 στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στους εμφύλιους πολέμους δεν έλαβε μέρος. Αντίθετα, προσπάθησε να συμφιλιώσει τους αντιμαχομένους.

 

« Ο Μαυρομιχάλης που αντικαθιστούσε τον Υψηλάντη, είχε κατατρομοκρατηθεί από την επιδημία που έπληττε την πόλη και ζούσε περιχαρακωμένος μακριά από το στρατόπεδο. Πήγαινα κάθε μέρα για ενημέρωση. Αλλά αυτός ο νωθρός άνθρωπος δεν μιλούσε για τίποτα άλλο εκτός από την υγεία του. Ήταν ανήσυχος και δυσαρεστημένος, μ’ όλο που υπήρξε από τους πιο ωφελημένους από τα λάφυρα της Τριπολιτσάς. Δυο καμήλες και είκοσι μουλάρια έστειλε με συνοδεία στη Μάνη, φορτωμένα με την ανταμοιβή της εμπιστοσύνης των Τούρκων στο πρόσωπο του και της προστασίας που τους πρόσφερε.» [Raybaud 1824]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το 1825 ο Πετρόμπεης, μολονότι ήταν βαθύτατα θλιμμένος από το θάνατο των γιων και του αδελφού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη σε πολεμικές επιχειρήσεις, οργάνωσε την άμυνα της Μάνης και απέτρεψε την κατάληψη της από τους Αιγυπτίους.

Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) αποδέχτηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας και μετά την άφιξη του τελευταίου διορίστηκε πρόεδρος ενός τμήματος του Πανελληνίου, του συμβουλευτικού σώματος που συνέστησε ο Καποδίστριας το 1828.

Η συμμετοχή του Πετρό­μπεη στα δύο σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του δεν κράτησαν πολύ. Αυτό συνέβη εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Καποδίστρια να περιορίσει την κυριαρχία των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη και να ενισχύσει την κεντρική διοίκηση του νεοσύστατου κράτους, που βρισκόταν τότε στη φάση της οργάνωσης του σχεδόν εξ’ υπαρχής. Για τους λόγους αυτούς, το 1830, ο αδελφός του Τζαννής οργάνωσε εξέγερση εναντίον του Καποδίστρια. Ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμείνει στο Ναύπλιο, ουσιαστικά κρατούμενος, ενώ αργότερα φυλακίστηκε και ο αδελφός του.

Οι φυλακίσεις και προπαντός η αυστηρή στάση του Καποδίστρια απέναντι στους Μαυρομιχαλαίους όξυναν στο έπακρο την μεταξύ τους αντιπαράθεση, οδηγώντας τελικά στη δολοφονία του Καποδίστρια από τον αδελφό του Πετρόμπεη Κωνσταντίνο και το γιο του Γεώργιο στις 27 Σεπτεμβρίου 1831.

Έξι μήνες μετά το φόνο του Κυβερνήτη, πράξη που φέρεται να κατέκρινε ο Πετρόμπεης, με τη μεσολάβηση του Friedrich Thiersch (Ειρηναίου Θειρσίου)*, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας διέταξε την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη. Στη συνέχεια προ­σπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ των κυβερνητικών και των αντικαποδιστριακών για την αποτροπή ένοπλης σύγκρουσης.

Μετά την άφιξη του Όθωνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με το Γεώργιο Κουντουριώτη και τον Ανδρέα Ζαΐμη διορίστηκαν αντιπρόεδροι του Συμ­βουλίου της Επικρατείας. Αργότερα εντάχθηκε στις τάξεις των «συνταγματικών» και – μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τη μεταπολίτευ­ση που ακολούθησε – έλαβε το αξίωμα του γερουσιαστή.

Πέθανε, σε μεγάλη ηλικία, στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 1848. Παρά την τραγική κατάληξη της ρήξης του με τον Καποδίστρια που προκάλεσε έντονες επικρίσεις, ο Μαυρομιχάλης θεωρήθηκε ως ένας από τους ιστορικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης.

Υποσημείωση


 

* Ο Ειρηναίος Θείρσιος (1784- 1860) Γερμανός φιλέλληνας και ουμανιστής φιλόλογος, ο οποίος ονομάστηκε «Praeceptor Bavariae» (Διδάσκαλος της Βαυαρίας) και «Πατέρας της ουμανιστικής εκπαίδευσης» στην Βαυαρία. Ήταν ένθερμος φιλέλληνας, και από το 1812 εργάστηκε για να βοηθήσει την ανάπτυξη της παιδείας των ακόμα υπόδουλων Ελλήνων, ενώ στο σπίτι του είχε εγκαταστήσει ιδιαίτερη σχολή για νέους Έλληνες. Έπειτα, στα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 ενήργησε μέσα από τους φιλελληνικούς συλλόγους για την συλλογή οικονομικών ενισχύσεων για την Ελλάδα.

Ήρθε στην Ελλάδα το 1831, και επιδόθηκε με αρχαιολογικές μελέτες. Το 1851 συνέστησε επιτροπή για την επανόρθωση και μελέτη του Ερεχθείου που είχε καταστραφεί από τις μάχες με τις πολιορκίες της Αθήνας. Επέστρεψε στην Βαυαρία και τιμήθηκε από την πατρίδα του. Απεβίωσε στο Μόναχο στις 25 Φεβρουαρίου 1860.

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Older Posts »