Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λαογραφία’

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιά.


 

Παραδοσιακή φορεσιά – ανδρική και γυναικεία – του Κρανιδίου και της ευρύτερης περιοχής της Ερμιονίδας. Ομιλία  της Ερμιονίτισας κας Μαρίκας Κανέλλη – Τουτουντζή, συλλέκτριας παραδοσιακών ενδυμασιών σε κούκλες μινιατούρες από την Ελλάδα και χώρες του εξωτερικού, στο Λαογραφικό Κέντρο Δήμου Κρανιδίου, την Κυριακή 17 Μαΐου 2009. 

 

 […] Οι παραδοσιακές Ελληνικές φορεσιές είναι εκδήλωση της λαϊκής μας τέχνης και ο λαός εκφράζεται μέσα από αυτές. Είναι ένας σύνδεσμος του παρελθόντος με το παρόν. Γνώρισαν την μεγαλύτερή τους άνθηση στα τέλη του 18ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη  και στα Γιάννενα. Εκεί η καλλιτεχνική και τεχνική δημιουργία έφτασαν στο απόγειό τους. Χαρακτηριστικό είναι το νανούρισμα « κοιμήσου και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου, στα Γιάννενα τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου».

Στο Κρανίδι στο κεφαλοχώρι της επαρχίας μας και στην ευρύτερη περιοχή του η γυναικεία φορεσιά ήταν αρχικά απλή. Η φούστα η βαμβακερή ή μάλλινη μακριά, με πιέτες ή σούρες. Από μέσα φοριόταν λευκό μπλουζάκι και από πάνω ένα κοντό μεσάτο σακάκι. Στο κεφάλι φορούσαν απλό λευκό μαντίλι με αζούρ στο τελείωμα, που το έλεγαν τσεμπέρι ή κούντρο.

Η αντρική φορεσιά ήταν νησιώτικη, φορούσαν πολύπτυχη βράκα σε μπλε ή γαλάζιο χρώμα, λευκό πουκάμισο με φαρδιά μανίκια και από πάνω ένα γιλέκο, βελούδινο ή τσόχινο, κεντημένο με σχέδια από σκούρο κορδόνι και πλεκτά κουμπιά. Στη μέση φορούσαν πολύχρωμο μεταξωτό ζωνάρι και στο κεφάλι φεσάκι το λεγόμενο καλπάκι. Αυτή τη στολή την λέγανε Καραμάνικη.

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιάΌπως βλέπουμε η επιρροή για το Κρανίδι αλλά και γενικότερα για την Ερμιονίδα, έρχεται περισσότερο από τη θάλασσα παρά από τη στεριά. Έτσι αναφέρει και η κα Μαρία Βελιώτη σε δημοσιευμένο κείμενό της σε έκδοση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος. Και έτσι είναι διότι οι φορεσιές της Ερμιονίδας έμοιαζαν με αυτές της Ύδρας και των Σπετσών. Στο Κρανίδι φορέθηκε από λιγοστούς άνδρες και η φουστανέλα. Οι πατριώτες μας ναυτικοί άρχισαν να φέρνουν από ταξίδια τους δώρα στις γυναίκες τους πολυτελή υφάσματα. Έτσι οι φούστες των γυναικών του 18ου και 19ου αιώνα έγινα ταφταδένιες ή βελούδινες, πάντα φαρδιές με σούρες. Το ζακετάκι μεσάτο μεταξωτό ή βελούδινο- ανάλογα με την εποχή και από μέσα λευκοκεντημένο πουκάμισο με πιετάκια και χειροποίητες δαντέλες. Το απλό λευκό μαντίλι του κεφαλιού αντικατέστησε η χρυσοκέντητη από Υδραίες κεντήστρες πιέτα που ήταν το ωραιότερο εξάρτημα- αξεσουάρ όπως θα λέγαμε σήμερα – της Κρανιδιώτικης φορεσιάς.

Οι γυναίκες του Κρανιδίου ξεχώριζαν από όλη την επαρχία για τα πολυτελή ρούχα τους, όπως ξεχώριζαν και τα υπέροχα αρχοντικά πετρόκτιστα σπίτια τους που είχαν κτίσει οι καραβοκυραίοι και καπεταναίοι άνδρες τους. Από τις Υδραίες κεντήστρες έμαθαν την τέχνη της χρυσοκέντητης πιέτας Κρανιδιώτισες, που έφτιαχναν πραγματικά έργα τέχνης συναγωνιζόμενες η μια την άλλη για την ωραιότερη πιέτα. Αναφέρω μερικά ονόματα από κεντήστρες που είχαν την καλοσύνη να με πληροφορήσουν η κα Μαρία Τσεγκή και η θεία μου Μαρία Βογανάτση από την Ερμιόνη, όπως τους είχαν διηγηθεί οι μητέρες τους. Ήταν η Σταματίνα του Καράκαλου, η Καλλιώ Στελλάκη, η Δέσποινα Τσιρτσίκου, η Ελένη Παπαμιχαήλ, η ονομαστή Μαριγώ και άλλες.

Οι πιέτες ήταν τριγωνικές τριών ειδών. Η πρώτη η χρυσή ήταν νυφική (δώρο του γαμπρού μαζί με τα κοσμήματα) κεντημένη με χρυσή κλωστή η ψιλό χρυσό σύρμα (το τερτίλι). Στο τελείωμα είχε κίτρινη μπιρμπίλα από μεταξωτή κλωστή. Μερικές πιέτες είχαν πάνω τους ραμμένα αληθινά μαργαριτάρια. Αυτήν την πιέτα εκτός από την ημέρα του γάμου τη φορούσαν και στις μεγάλες γιορτές. Η δεύτερη πιέτα λεγόταν Πρεβάζι και οι κεντημένες στο χέρι πολύχρωμες μεταξωτές κλάρες, δηλαδή κλαδιά με λουλούδια, ξεκινούσαν από τη γωνία του τριγώνου και απλωνόταν δεξιά και αριστερά έως στις άκρες της πιέτας.

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιάΣτην τρίτη πιέτα οι πολύχρωμες μεταξωτές κλωστές αντικατεστάθησαν με τον καιρό από άσπρο μετάξι. Στις άκρες κεντούσαν φεστόνια που σχημάτιζαν γλώσσες. Κάθε γλώσσα είχε ένα ασπροκεντημένο λουλούδι. Αυτήν την πιέτα, που ήταν πολύ όμορφο κομμάτι της φορεσιάς τη φορούσαν στην εκκλησία όταν οι άνδρες ταξίδευαν ή έλειπαν στην Αμερική. Την πρώτη πιέτα και τη δεύτερη που ήταν πλουμιστές τις φορούσαν όταν συνοδεύονταν από τους άνδρες τους. Το μαντίλι της κεφαλής είχε τραγουδηθεί σε όλη την Ελλάδα. Δεν έμεινε πίσω και το Κρανίδι. Σε Αρβανίτικο τραγούδι ένας ερωτευμένος λέει στη καλή του. « Στο μαντίλι με τα πουλιά άγγιξα το χέρι μου και κάηκα». Όλες οι πιέτες ήταν φυτόσχημες παραστάσεις. Μια προίκα είχε τουλάχιστον δυό πιέτες. Το 1903 υπήρξε προίκα με 12 πιέτες μας λέει από πληροφορίες γυναικών της επαρχίας μας η λαογράφος κα Βελιώτη. Στις αρχές του 19ου αιώνα μια τέτοια πιέτα στοίχιζε περίπου 1.500 δρχ, μεγάλο ποσό για την εποχή και μαζί με τα κοσμήματα έφτανε 5.000 δρχ.
Όλες οι πιέτες ήταν φοδραρισμένες με κίτρινο ύφασμα, σύμβολο γονιμότητας και εξ’ αιτίας του κίτρινου χρώματος τις έλεγαν και καναρίνια. Για τα πένθη έφτιαχναν και τις πένθιμες με μαύρα λουλούδια κεντημένες ή ολόμαυρη δαντέλα για το βαρύ πένθος.

Η πιέτα σαν ονομασία για το κεφαλομάντηλο πρέπει να είναι τοπικός όρος, διότι σε καμία βιβλιογραφία δεν συνάντησα τη λέξη πιέτα. Μάλιστα στην έκδοση «Ελληνικές φορεσιές» της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας το συγκεκριμένο κεφαλομάντηλο αναφέρεται σαν Υδραίικο τσεμπέρι η νυφική καλύπτρα. Η πιέτα λοιπόν που σημαίνει πτυχή έδωσε το όνομα στο τοπικό μας μαντήλι διότι η ομορφιά στο δέσιμο οφείλεται στις πτυχές δηλαδή, που σχηματίζονται κυρίως γύρω από το πρόσωπο. Το ίδιο ισχυρίζεται και η κα Γιάννα Παπαντωνίου σε αναφορά στις πιέτες.

Την πιέτα δεν γνώριζαν όλες οι γυναίκες να την δένουν σωστά, γι’ αυτό οι περισσότερες την έπαιρναν από την κεντήστρα έτοιμη δεμένη και την φορούσαν περνώντας την πάνω από το κεφάλι. Απλωνόταν στην πλάτη και στους ώμους σαν εσάρπα και αφού σταύρωνε μπροστά στο στήθος οι άκρες της δένονταν έντεχνα πίσω από το κεφάλι. Έτσι απλωμένη έδειχνε όμορφα η φυτόσχημη παράσταση της.

Στο τέλος οι γιαγιάδες μας συμπλήρωναν το στόλισμα της πιέτας με χρυσές καρφίτσες στις πτυχές, για να κρατηθούν αυτές στην αρχική του θέση. Οι καρφίτσες είχαν σχήματα και ανάλογα με το σχήμα τις έλεγαν χεράκια , πέταλα, στέμματα κτλ.
Μέσα από την πιέτα φορούσαν ένα λευκό μαντήλι από τουλουπάνι, το φακιόλι. Το φορούσαν για δυό λόγους. Πρώτον για να κρατούν την πιέτα καθαρή και δεύτερον για να καρφιτσώνονται καλύτερα και σταθερότερα οι καρφίτσες.

Το στολισμό του ντυσίματός τους συμπλήρωναν ο Ρώσικος μαλαματένιος τους όπως τον έλεγαν σταυρός (χρυσός), «οι περισπωμένες» και τα «κοφινάκια» σκουλαρίκια, η χρυσή μάρκα με το όνομά τους σκαλιστό, και η άγκυρα, δυο χαρακτηριστικές καρφίτσες του τόπου μας.

Μια εικόνα περιγράφει ο αείμνηστος δάσκαλος από την Ερμιόνη Μιχ. Παπαβασηλείου στο βιβλίο του, «Οι Μητσαίοι» αγωνιστές του 1821 το σπίτι των οποίων έχουμε την τιμή να είναι δικό μας. Λέει λοιπόν για τη μητέρα των Μητσαίων». Της καπετάν Γιώργαινας – έτσι έμεινε στην ιστορία το όνομά της – που το στήθος της στόλιζε πάντα ένας μεγάλος ολόχρυσος Ρούσικος σταυρός. Να αναφέρω εδώ ότι η καπετάν Γιώργαινα ήταν αρχόντισσα από γενιά ηρώων καπεταναίων της ιστορικής φαμίλιας Σαρρή από το Κρανίδι.

Η πιέτα φοριόταν από τον 18ο αιώνα και συνέχισαν να την φορούν έως τις αρχές του 20ου αι. Μετά άρχισαν να φοριούνται στο Κρανίδι και σε όλη την επαρχία μας Ευρωπαϊκά φορέματα. Πολλές γυναίκες εγκατέλειψαν την πιέτα και άφησαν ελεύθερο το κεφάλι χτενισμένο με φουσκωτό περίτεχνο χτένισμα και χωρίστρα στη μέση ή χτένισμα με αρχοντικό κότσο.

Από προσωπικές μου αναμνήσεις η πιέτα φορέθηκε έως το 1966 και σιγά – σιγά μπήκε στα σεντούκια των αρχοντικών. Σώθηκαν αρκετές πιέτες που στολίζουν το λαογραφικό σας μουσείο, το Ι.Λ.Μ. Ερμιόνης, στολίζουν κορνιζαρισμένες τα σαλόνια πολλών σπιτιών, μεγάλος αριθμός δόθηκε στις εκκλησίες για άμφια και τις υπόλοιπες σύμφωνα με επιθυμία των γυναικών όταν έφυγαν από τη ζωή τις πήραν μαζί τους για πάντα.

Όσον αφορά τις ανδρικές φορεσιές εξευρωπαΐστηκαν γρηγορότερα από τις γυναικείες και στις αρχές του 20ου αιώνα μετριόντουσαν στα δάκτυλα σε ολόκληρη την επαρχία.  Από τα μπαούλα όπου φυλάσσονταν οι βράκες και οι φουστανέλες, οι ταφταδένιες φούστες και τα γιλεκάκια που ήσαν φορεσιές των παππούδων και των γιαγιάδων μας, ας ανασύρουμε και τις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων, τότε που οι μητέρες μας κολλάριζαν τις φουστανέλες για τις παρελάσεις και τα θεατρικά, τότε που σιδέρωναν τις βράκες, που φρεσκάρανε τις ταφταδένιες φούστες για να ντυθούμε Βλαχούλες και Αμαλίες, βρακοφόροι και φουστανελάδες και ας κλείσουμε τη σημερινή ομιλία με αυτές τις θύμησες»[…].

 Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα  «ΑΡΓΟΛΙΔΑ», Τετάρτη 27 Μαΐου 2009.

Read Full Post »

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

 

Για να παντρευτεί μια κοπέλα, γινότανε προξενιό. Κι η κοπέλα έπρεπε να ήτανε καλή, αν δεν ήτανε καλή, δεν την παίρνανε. Φρόντιζε ο πατέρας γι’ αυτό ή του κοριτσιού ή του παιδιού. Με τον γείτονα, με τον συγγενή, πηγαίνανε, βρίσκανε το κατάλληλο κορίτσι, πηγαίνανε, λέγανε μερικές φορές, άλλοτε συμφωνούσανε, άλλοτε δεν συμφωνούσανε. Κι όταν συμφωνούσανε, κανονίζανε την προίκα. Χτήματα είχανε τότες, είχαν και λεφτά, αλλά πιο πολύ είχανε χτήματα. Κι όλ’ αυτά τα κανονίζανε, τα συζητάγανε στο σπίτι, σ’ αυτόνε που αρχινούσε το προξενιό. Κι ήτανε κάτι επιτήδειοι, που ξέρανε για προξενιά, οι προξενητάδες. Κι οι συγγενείς όμως. Εδώ είναι ο Σό­λων, ο Γκίκιζας, η Μαρία η Κουτσοτάσαινα, που ‘καμε και το δικό μου προξενιό. Και σαν τελείωνε το προξενιό, κανονίζανε οι συγγενείς να γνωριστούν ο γαμπρός κι η νύφη. Ή την ήξερε ο γαμπρός τη νύφη ή θα περνούσε έξω από ένα καφενείο και θα την έβλεπε ο γαμπρός κι εκείνη θα ‘βλεπε πάλι τον γαμπρό. Κι όταν θέλανε και τα δυο μέρη, συμφωνούσανε και στην προίκα και σ’ όλα, και μετά παγαίνανε στο σπίτι, για να περάσουν το σημάδι στη νύφη. Πηγαίνανε οι γονείς, αδέρφια, αν είχε ο γαμπρός, αδερφές, πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και της φορούσανε ένα πρόχειρο δαχτυλίδι. Βράδυ πηγαίνανε κι είχανε μεζέδες, το γλυκό… Και μετά κανονίζανε μια μέρα, θα περνούσαν τις βέρες. Τραγούδια, χοροί, βιολιά, πιάνανε τους χορούς μέσα στο σπίτι. Σηκωνότανε ο πατέρας του γαμπρού και φορούσε της νύφης και ο πατέρας της νύφης φορούσε του γαμπρού. Και τους ευχόντουσαν για τη στέψη. Τη μια Κυριακή περνούσανε τις βέρες, την άλλη φτιάνανε γλυκά, δίπλες, αμυγδαλωτά, κουραμπιέδες, τα βάζανε σε πιατέλες, τις βάζανε σε δίσκο νικέλινο με χεράκια κι από πάνω ρίχνανε μεταξωτή πετσέτα. Πηγαίνανε δέκα πιατέλες στη σειρά. Κι όταν πηγαίνανε τα γλυκά του γαμπρού στη νύφη, τότε ξεκινούσανε απ’ τη νύφη στο γαμπρό. Τα λέγανε απλάδες και τα πηγαίνανε παιδάκια. Αλλάζανε τα γλυκά.

 

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Οι αρραβωνιασμένοι όλον αυτόν τον καιρό, βλεπόντουσαν. Η νύφη πήγαινε στου γαμπρού, ο γαμπρός στης νύφης, βγαίνανε κι οι δύο μόνοι τους και πηγαίνανε επισκέψεις. Αλλ’ άμα ήταν να κάνουνε μεγάλο ταξίδι, να πάνε, ας πούμε στον Πειραιά, έπρεπε να πάει κάποιος μαζί τους. Ο αρραβώνας κρατούσε και μήνα και έξι μήνες και χρόνο, ανάλογα. Αν ήσαν έτοιμοι, παντρευόντουσαν γρήγορα, αλλιώς αργούσανε. Τα προικοσύμφωνα τα κάνανε σε συμβολαιογραφείο και γράφα­νε την προίκα στ’ όνομα του γαμπρού ή στο όνομα και των δύο μαζί. Μετά τις απλάδες, ψωνίζανε και μετά γινότανε ο γάμος. Φτιάνα­νε τη στοίβα με τα ρούχα. Καζάνια, ταψιά, ρούχα, παπλώματα, κουρελούνες, μαρούλες, κιλίμια, τσέργες, όλα. Για έπιπλα, δίνανε κομό, κασέλα, τραπέζι. Τα παλιά χρόνια δεν είχανε ούτε κρεβάτια. Τα φτιάνανε με στρίποδα και με σανίδια και βάζανε ‘κει ένα στρώμα. Το φτιάνανε μόνοι τους από βαμπάκι. Και πηγαίνανε και τα ραίνανε με κουφέτες κι αν θα ‘μεναν σ’ άλλο σπίτι, τα βάζανε σ’ ένα κάρο με άλογα και τα πηγαίνανε στο σπίτι και τα ραίνανε με κουφέτες κι αμύ­γδαλα.

 

Προσκαλούσανε τους συγγενείς, αλλά τότες δεν είχανε προσκλητήρια. Πήγαινε ο πατέρας του κοριτσιού και καλούσε τους συγγενείς τους κι ο πατέρας του παιδιού πάλι τους δικούς τους. Και λέγανε, στις τάδε του μηνός θα γίνει ο γάμος! Σας προσκαλώ να ‘ρθείτε! Και πηγαίνανε στον γάμο. Άλλοι πηγαίνανε δώρα, άλλοι δεν πηγαίνανε. Καμιά πιατέλα, ύφασμα, τέτοια πράματα. Κουμπάρος γινότανε ο νουνός του κοριτσιού ή του γαμπρού. Κι αν είχε πεθάνει, άλλος, ξέ­νος. Παράνυφοι γινόντουσαν μικρά παιδιά, αλλά δεν τα ντύνανε όπως τώρα. Με τα ρούχα τους. Πιο πολύ, του κουμπάρου τα παιδιά.

Τα ψωμιά του γάμου τα φτιάνανε την προπαραμονή. Πιάνανε μπροζύμι και ρίχνανε και λεφτά, καλούσανε τους γειτόνους και πιά­νανε ένα παιδί αρσενικό και του βουτάγανε το κεφάλι μέσα στη σκά­φη, στο αλεύρι. Τα ψωμιά τα κάνανε προσφορές μεγάλες και τα σκαλίζανε γύρω γύρω με το πηρόνι και τα κάνανε σαν μύλους, σαν τα πανιά του μύλου. Οι βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) είχαν ένα συνήθειο και στο ψήσιμο φέρνανε ένα ψωμί κι ένα αρνί. Εδώ όμως δεν είχαμε τέ­τοια. Το ζυμάρι του ψωμιού το ζύμων’ η μάνα του κοριτσιού. Και μετά προετοιμάζανε το γάμο. Είχανε τα σφαχτά, τα ψήνανε, βράζανε μακαρόνια στο καζάνι, είχανε και φρούτα, όχι πολλά, γιατί δεν υπήρχανε τότες πολλά. Η στέψη γινόταν περσότερο στο σπίτι της νύ­φης, και στην εκκλησία, αλλά πιο πολύ στο σπίτι της νύφης.

Την ημέρα του γάμου πλενότανε η νύφη στη σκάφη και την ντύ­νανε. Τραγουδούσανε τότες τη νυφούλα:

 

Νυφούλα, τα στολίδια σου και τα διαμαντικά σου,

με γεια σου, με χαρά σου!

Ας είν’ η ώρα η καλή κι η ώρα ευλογημένη,

που την ευλόγησ’ ο παπάς με το δεξί τον χέρι.

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπ’ η μέρα,

σήμερα στεφανώνεται ο αϊτός την περιστέρα.

Γαμπρέ μου, σε παρακαλώ,

το κρίνο που σου δίνουμε,

να μη μας το μαράνεις!

Να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός,

να ζήσει κι ο κουμπάρος!

Χρόνους πολλούς να χαίρεσαι,

με γεια σου, με χαρά σου,

και τα πεθερικά σου!

 

Της φορούσανε το νυφικό. Παλιά, είχανε ζακέτα μεσάτη, μπεζ, όλο καστίσματα κι είχανε άσπρα κάτω τα μανίκια και άσπρα στο στήθος κι από μέσα άσπρο όρθιο γιακά. Κι είχανε το τσεμπέρι το νυφικό, άσπρο. Άλλες είχανε πέπλο, αλλά πιο πολύ είχανε τσεμπέρι. Ήταν χρυσοκεντημένο. Κεντημένο με χρυσοκλωστή πίσω απ’ τ’ αυ­τιά και πίσω απ’ το κεφάλι, που ένωναν οι δύο μύτες του τσεμπεριού με άλλη καρφίτσα-χεράκι. Και μπροστά πέντε καρφίτσες και κά­τω τη μάρκα, δηλαδή καρφίτσα με τ’ όνομα αυτής που το φόραγε. Κι ήσανε χρυσά και φορούσανε και σταυρό χρυσό. Κι εκείνα πο ‘χανε πίσω από τ’ αυτιά, χρυσά ήσανε. Αυτά τα είχε πάει ο αρραβωνιαστικός στον αρραβώνα, δώρο στη νύφη μαζί με το νυφικό, δηλαδή το σα­κάκι και τη φούστα τη φαρδιά και το τσεμπέρι το νυφικό. Στις νύφες κάνανε δώρο και πολλά δαχτυλίδια. Αν είχε πολλά αδέρφια ο γα­μπρός, ο καθένας έκανε δώρο στη νύφη από ένα δαχτυλίδι. Γι’ αυτό φορούσανε πολλά δαχτυλίδια παλιά, και στα τέσσερα δάχτυλα και στα δύο χέρια. Γιατί αυτά τα φορούσαν και μετά τον γάμο. Και το τσεμπέρι το χρυσό το είχανε για καλό και το φορούσανε στις γιορτές. Κι όταν παγαίνανε στην εκκλησία, ήτανε όλες με τα τσεμπέρια τα χρυσά.

Άμα ο γαμπρός έκανε δώρο στη νύφη το χρυσό τσεμπέρι, έπρεπε η νύφη να φοράει τσεμπέρι πάντοτε. Γιατί, στα πιο νέα χρόνια, ο γα­μπρός πήγαινε στη νύφη καμιά φορά, αντί για τσεμπέρι, καπέλο και γάντια. Και τότε η νύφη, θα έπρεπε να φοράει πάντα καπέλο, όχι τσεμπέρι. Αλλά αυτό το κάνανε μερικοί πλούσιοι. Οι πιο πολλοί, στέλνανε τσεμπέρι. Και τη ντύνανε τη νύφη κοπέλες γειτόνισσες κι ήταν ένα παιδί (=αγόρι) που της φόραγε τα παπούτσια. Κι έπρεπε να έχει και τους δυο γονιούς του.

 

Ο γαμπρός φορούσε φουφούλα, γελέκο, φέσι, ζωνάρι στη μέση και μπότες από δέρμα. Η νύφη έκανε δώρο στον γαμπρό παντόφλες κεντητές, πουκάμισα, κάλτσες και πετσέτα. Όταν γινότανε ο γάμος, παίρνανε τον γαμπρό και τον κουμπάρο από το σπίτι με τα όργανα. Μπροστά πηγαίνανε οι οργανοπαίχτες. Λαούτα, βιολιά, σαντούρια. Πίσω πήγαινε ο δίσκος με τις λαμπάδες, την κουλούρα και τα κουφέτα, με το ποτήρι και τις μποτίλιες με το κρασί. Τα όργανα τα παίρνανε απ’ τον κουμπάρο. Μετά περνούσανε και παίρνανε το γαμπρό. Μετά πηγαίνανε στης νύφης και γινότανε η στέψη. Μόλις φτάνανε εκεί, ο γαμπρός καθότανε έξω. Ο πατέρας του γαμπρού έμπαινε μέσα. Η νύφη αποχαιρετούσε τους γονείς της κι έκλαιγε. Καθότανε στην καρέκλα κι ο πεθερός της της έδινε μια λίρα και της την έβαζε μέσα στο παπούτσι και τη σήκωνε απ’ την καρέκλα. Κι εκείνη του φίλαγε το χέρι του πεθερού. Κι όταν τη σήκων’ απ’ την καρέκλα, είχανε ένα ποτήρι μ’ αλατόνερο κι ο πατέρας της τη ράντι­ζε μ’ αυτό κι έλεγε: «νερό κι αλάτι ό,τι είπαμε». Κι έπειτα η μάνα της, τη ράντιζε κι εκείνη. Κι η νύφη έκανε μετάνοιες και φίλαγε το χέρι του πατέρα και της μάνας της. Κι ο πεθερός της την πήγαινε έξω, που την περίμενε ο γαμπρός. Και ο γαμπρός σταύρωνε την πόρτα με τη λίρα που έδωσε στη νύφη ο πεθερός της που τη σήκων’ απ’ την καρέ­κλα. Κι άμα η στέψη γινότανε στην εκκλησία, πήγαιναν μπροστά ο κου­μπάρος με τον γαμπρό κι η νύφη από πίσω με τους δικούς της. Μετά την παίρνανε οι συγγενείς του γαμπρού, όταν γινότανε η στέψη.

Άμα γινότανε η στέψη στο σπίτι της νύφης, μπαίνανε μέσα, και η μάνα της νύφης έδινε από μια κουταλιά γλυκό στον γαμπρό και στη νύφη. Τον κουμπάρο τον… γελούσε. Πήγαινε να του δώσει γλυκό, του τό ‘παιρνε, πήγαινε του δώσει, του τό ‘παιρνε, την τρίτη φορά, τό ‘βαζε αυτή στο στόμα. Και πιάνανε τα γέλια.

Μετά τη στέψη, πηγαίνανε το ζευγάρι στο σπίτι του. Κι η μάνα του γαμπρού τους έπιανε και τους δύο μαζί μ’ ένα άσπρο μαντίλι και τους πήγαινε και τους έβαζε στον καναπέ. Κι εκεί χωρίζανε οι συγγενείς. Οι συγγενείς της νύφης πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και τρώ­γανε. Και του γαμπρού, μένανε στο σπίτι του γαμπρού και χορεύανε όλοι μαζί μέχρι το πρωί. Και μετά παίρνουν τον κουμπάρο και τον πηγαίνουν στο σπίτι του. Και μετά μένουν οι συμπεθέροι και χορεύ­ουν όσο θέλουν. Το ζευγάρι έμενε σπίτι του, δεν το παίρνανε. Οι συ­μπεθέροι χορεύανε με τη σειρά τον γαμπρό και τη νύφη στο καινούργιο σπίτι και μετά φεύγανε και τους αφήνανε. Βγαίνανε σε τρεις μέρες, γιατί δεν έκανε να βγουν πιο νωρίς, γιατί φυλάγανε το στεφάνι. Το γλέντι δεν κρατούσε πολύ, μια μέρα, δύο το πολύ. Και γάμοι γινόντουσαν απόκριες, Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι. Τη Μεγάλη Σαρακοστή δεν έκανε.

Η στέψη γινότανε πάντα στο χωριό της νύφης. Άμα ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό, ερχότανε μ’ ένα άλογο. Έριχνε κι ένα μπετενί κόκκινο με φούντες στο σαμάρι, γιατ’ ήτανε, βλέπεις, γαμπρός. Κι όλοι οι συγγενείς του, πάνω σε ζώα.

Τα στέφανα και τότες τα φτιάνανε από συρματάκι, ντυμένο με άσπρο και κάτι λουλουδάκια. Είχανε δύο λαμπάδες άσπρες που τις κρατούσανε ένα κορίτσι κι ένα παιδί (=αγόρι). Ο παπάς έριχνε στο ποτήρι κουμανταρία κι έδινε στον γαμπρό τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές στη νύφη και μετά του κου­μπάρου· κι έπειτα αυτός το ‘δινε πίσω, στους συγγενείς, κι όποιος προλάβαινε, το ‘παιρνε κι έπινε. Και το ψωμί το μοιράζανε. Κι όταν γυρίζανε γύρω γύρω, τους ραίνανε με κουφέτες, με ρύζι, με δεκάρες. Και το ποτήρι με το κρασί, όποιος προλάβαινε, το ‘κλεβε και το πή­γαινε σπίτι του. Τα κουφέτα του δίσκου τα μοιράζανε και τα βάζανε κάτω απ’ το μαξιλάρι κι έβλεπαν όνειρο οι ανύπαντρες, και λέγανε «αυτόν θα πάρω».

Μετά τη στέψη, η νύφη πήγαινε μπροστά, μαζί με τους συγγενείς του γαμπρού, και πίσω οι συγγενείς της νύφης. Όταν μπαίνανε σπίτι η νύφη κι ο γαμπρός, δίνανε μια κότα. Της δένανε κι ένα φιόγκο στον λαιμό και λέγανε στους γονείς της νύφης: «Η την κότα ή την Κατίνα», ας πούμε, «ή την κότα ή την Κατίνα»· σαν ν’ άξιζε η κοπέλα μια κότα. Και την παίρνανε την κότα οι γονείς του κοριτσιού και την τρώγανε την άλλη μέρα. Σπάζανε και ρόδι στην πόρτα κι έμπαινε η νύφη με το δεξί πόδι. Στο γλέντι, έπαιρνε ο πατέρας του γαμπρού το γαμπρό και τη νύ­φη και τους χόρευε. Κι έπειτα τους χορεύανε όλοι οι συγγενείς του γαμπρού, και της νύφης οι συμπεθέροι. Κι ύστερα χορεύανε τον κουμπάρο. Ο κουμπάρος καθότανε δίπλα στον γαμπρό, τρώγανε και μετά τραγουδούσανε και χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους, και στο τέλος πια, αν κανένας ήθελε, χόρευε και ζεϊμπέκικο.

Το ζευγάρι, όπως είπαμε, έβγαινε μετά το γάμο, ύστερα από τρεις ημέρες. Το πρώτο Σάββατο μετά το γάμο, η μάνα της νύφης έκανε το πρώτο τραπέζι στο ζευγάρι. Και πήγαιναν οι αδερφές της, τ’ αδέρφια του γαμπρού. Και τους έφτιανε και παστίτσιο και ψητό και μακαρό­νια και πουπέκι (=γαλακτομπούρεκο) ενώ στον γάμο δε φτιάνανε γλυκά, δεν τρώγανε, δεν χορεύανε· αλλά κανά τραγούδι, ε, το λέγανε:

 

πουλιά, και παγώνια και κανερίνια μου,

μην την εξυπνάτε την πάπια χήνα μου.

Είσαι ένας ήλιος, φεγγάρι λαμπερό.

Θάμπωσες το φως μου και δεν μπορώ να ιδώ.

 

Μετά οι νιόπαντροι βγαίνανε μαζί κανονικά πηγαίνανε στην εκκλησία και αρχίζανε τις επισκέψεις σ’ όσους είχανε πάει στο γάμο. Την Κυριακή γινότανε αυτό. Κι η νύφη έκανε δώρο στην οικογένεια του γαμπρού παντόφλες κεντητές στο τελάρο. Στον πεθερό, την πεθερά, στα κουνιάδια. Στα χρόνια μου, δεν είχα ακούσει να κοιτάζουν τα σεντόνια· Χρι­στός και Παναγία! Βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) τα κοιτάζανε και κάνανε σημαία και τραγουδάγανε. Κι άμα η νύφη δεν ήτανε εντάξει, τη διώχνανε. Εγώ όμως δεν είχα ακούσει τέτοιο πράμα. Τη δεύτερη Κυριακή μετά τον γάμο, πήγαινε το ζευγάρι η μάνα του γαμπρού στην εκκλησία, κι έβαζε τη νύφη στη θέση που καθότανε η ίδια. Αν δεν ζούσε, τους πήγαινε κάποιος άλλος από το σόι όμως του γαμπρού πάλι. Για ένα χρόνο μετά τον γάμο, δεν έπρεπε να πάνε σ’ άλλο γάμο ή κηδεία.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Ε’ τάξης Δημοτικού.

 

Πηγή

  •  Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.

Read Full Post »

Αντωνίου Γιώργος, «ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ».

 

 

Αντωνίου Γιώργος, «ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ».Ένα νέο καλαίσθητο βιβλίο Λεύκωμα με σημαντικές αναφορές στην οικονομική και κοινωνική ζωή του Άργους κατά την τελευταία 100ετία, παρουσιάζουν οι εκδόσεις «Δ. Μαγκλάρας και Σία Ε.Ε.». Το Άργος υπήρξε ανέκαθεν το σημαντικότερο εμπορικό – οικονομικό κέντρο της Αργολίδας και από τα σημαντικότερα της Πελοποννήσου. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα με την αυγή του 20ου, εμφανίζονται με δυναμισμό στην πόλη αξιόλογες παραγωγικές δραστηριότητες με τα εκατοντάδες μικρομάγαζα, καταστήματα, εργαστήρια, βιοτεχνίες, εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις. Όλη αυτήν την άκρως ενδιαφέρουσα οικονομική – κοινωνική διαδρομή, φέρνει στην επιφάνεια ο δημοσιογράφος – ερευνητής Γιώργος Αντωνίου, με το νέο του λεύκωμα με τίτλο «ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ». Μέσα από τις σελίδες του λευκώματος και τις εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες της εποχής που δένουν το παρελθόν με το παρόν, τα παλιά τιμολόγια, έγγραφα, λογότυπα, κατάστιχα, δημοσιεύματα, τις παλιές τοπικές διαφημίσεις από το 1870 κ.ά., ο αναγνώστης θα γνωρίσει και κατανοήσει βαθύτερα την αγωνία, το μόχθο και τον καθημερινό αγώνα του χθεσινού επαγγελματοβιοτέχνη για την επιβίωσή του. Θα κατανοήσει το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο αλλοτινών εποχών. Θα θυμηθεί  παλιά εμπορικά μαγαζιά του Άργους, ταβέρνες, μπακάλικα, καφενεία, κουρεία, χασάπικα, μανάβικα, ψαράδικα, τσαγκαράδικα, μαραγκούδικα κ.ά., με τους μαγαζάτορες να στέκουν χαμογελαστοί στην πόρτα του καταστήματός τους, δίπλα στους φθαρμένους πάγκους ή τις υποτυπώδεις βιτρίνες, φιγούρες που τείνουν να εκλείψουν σήμερα…

 

Ξεχωριστό ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και το κινηματογραφικό υλικό, αφού το Λεύκωμα – Βιβλίο συνοδεύει και DVD – ντοκιμαντέρ  60λεπτων στο οποίο απεικονίζονται οι τελευταίοι παλαιοί παραδοσιακοί μαστόροι του Άργους. Έτσι, θα δει κανείς τον Σαμαροποιό να κατασκευάζει σαμάρια, τον Πεταλωτή να πεταλώνει άλογο, τον Κοφινοποιό να κατασκευάζει κοφίνια, το Σαρωθροποιό σκούπες, το Βαρελοποιό βαρέλια, το Σιδηρουργό να πλάθει το σίδερο, το Χαμουρατζή (Χαράτσης) να κατασκευάζει σέλλες και γκέμια αλόγων, όλοι «επί το έργον» εμπρός στην κάμερα να εξιστορούν στιγμές του παρελθόντος, να μας μαρτυρούν μυστικά της τέχνης τους παραδοσιακές τεχνικές που περνούν στη λήθη και χάνονται …

 

Παράλληλα υπάρχει και φωτογραφικό υλικό με τους πλανόδιους πωλητές να σεργιανούν  και διαλαλούν την πραμάτια τους στους δρόμους του Άργους, όπως  ο Παγοπώλης, ο Παγωτατζής, ο Λατερνατζής, ο Έμπορος με τη σούστα, ο Μανάβης με το γάϊδαρο κ.ά.

Ακόμη, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ο αναγνώστης,  θα γνωρίσει τις προσπάθειες των επαγγελματοβιοτεχνών της πόλης για την κοινωνική – επαγγελματική τους οργάνωση μέσα από τους Συλλόγους τους, τις Ομοσπονδίες, το Επιμελητήριο, τις γιορτές των συντεχνιών τους. Επίσης παρατίθεται και κατάλογος ΟΛΩΝ των καταστημάτων και εργαστηρίων της πόλης κατά τη δεκαετία του 1920, αλλά και των κατοπινών χρόνων.  Γενικότερα, το νέο Βιβλίο – Λεύκωμα απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που νοσταλγεί το παρελθόν του, στους νέους ανθρώπους, σε μαθητές και σπουδαστές, προκειμένου να γνωρίσουν τη ζωή των προγόνων τους, σε όσους αγαπούν και θέλουν να γνωρίσουν σημαντικές πτυχές της οικονομικής – κοινωνικής ιστορίας του τόπου.

Οι εκδόσεις «Μαγκλάρα» και ο Γιώργος Αντωνίου παρουσιάζουν το νέο βιβλίο πιστεύοντας ότι το περιεχόμενό του συμβάλει σημαντικά στη μικροϊστορία του τόπου μας και  στον οικονομικό – κοινωνικό μας πολιτισμό.  Τιμή βιβλίου 25 €.   Το βιβλίο πωλείται σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία.

 

Read Full Post »

Μάιος στο Κρανίδι – Λαογραφία

 

ΜάηςΤην Πρωτομαγιά βγαίνανε έξω, μαζεύανε τον «Μάη», μ’ αυγά κόκκινα και κουλούρια, που τα ‘χανε από τη Λαμπρή. Μαζεύανε λουλούδια, τα βάζανε απέξω απ’ την πόρτα και του Άη Γιαννιού της Ψώρας (24 Ιουνίου) τα καίγανε. Και σταυρό κάνανε, και στεφάνια, και σκέτο τον «Μάη» κάνανε, μια ανθοδέσμη δηλαδή. Μέσα στον «Μάη» βάζανε σκόρδο, ένα κομμάτι ελιά, σπαρτό στάρι, κριθάρι και λουλούδια, παπαρούνες, διάφορα…

Εκεί στην εξοχή τρώγανε, διασκεδάζανε, χορεύανε, μαζεύανε λουλούδια και τα βάζανε στο κεφάλι, κάνανε ανθοδέσμες, τραγουδούσανε «Μάη, χρυσομάη, Μάη με δροσιές, Μάη, χρυσομάη, μ’ άσπρες φο­ρεσιές».

Πασαλείβανε τα πρόβατα με μούργα στο πρόσωπο, για να μην τα χτυπάει ο γούδερος. Επειδή ο ήλιος είναι ζεστός, τα κάνει όλο βού­λες κι έχουν φαγούρα.

Η Αγία Μαύρα είν’ η Παναγία. Και λένε να μη ζυμώνεις την ημέρα της γιορτής, στις Τρεις του μηνός, γιατί τα ψωμιά γίνονται μαύρα. Και ποια μέρα θα τύχει της Αγίας Μαύρας; Τετάρτη; Όλο τον χρόνο, την Τετάρτη δεν αρχίζουνε δουλειές! Δεν κόβουνε, σας πούμε, ένα φόρεμα, δεν αρχίζουν ένα κέντημα, δεν παντρεύονται!

Του Αγίου Κωνσταντίνου, ήτανε μεγάλη γιορτή. Έχει εκκλησία δώθε Άγιο Κωνσταντίνο και την ημέρα της γιορτής πηγαίνανε όλος ο κόσμος στη λειτουργία. Κι αυτή την ημέρα βγάζανε, παλιά, τα χειμω­νιάτικα και φορούσανε τα καλοκαιρινά, τα κοντομάνικα. Της Μεσοπεντηκοστής πηγαίνανε στην εκκλησία, γονατίζανε τρεις φορές, τους περνούσε ο παπάς ευχή κι έλεγε για τις ψυχές.

Της Αναλήψεως, οι τσοπαναραίοι μοιράζανε γάλα στους γειτόνους, και το βούτυρο που φτιάνανε κείνη την ημέρα, το φυλάγανε και το ‘χανε σαν φάρμακο. Έβαζαν παντού αν έσπαγε πόδι, χέρι, για όλα, γιατί ήτανε της Αναλήψεως. Και τη νύχτα καθόντουσαν ως το πρωί και περιμένανε να δουν τον Χριστό, που θ’ ανέβαινε στους ουρανούς. Μια φορά, μια γριά, είδε, λέει, μια λάμψη στον ουρανό κι ένα σταυρό. Άνοιγε, βλέπεις, ο ουρανός εκείνος το βράδυ.

Το Σάββατο πριν απ’ την Πεντηκοστή ψέλνανε, διαβάζανε πολλά ονόματα πεθαμένων, πηγαίνανε στο νεκροταφείο, ψέλνανε τρισάγιο, γιατί θα μπαίνανε οι ψυχές στον Άδη.

Του Αγίου Πνεύματος πηγαίνανε ο κόσμος στον εσπερινό στην Αγία Τριάδα και μαζευόντουσαν πολλοί εκεί και πουλούσαν βερίκοκα, αγγούρια, γλυκά, παγωτά, ο Μανολάκης, ο μπάρμπα Γιώργης ο Καπέβης…

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

Ντελάλης (Παραδοσιακά επαγγέλματα – Κρανίδι)

 

 

Περικλής Βυζάντιος «Ντελάλης» (1893-1972)

Περικλής Βυζάντιος «Ντελάλης» (1893-1972)

Ο Ντελάλης* διαλαλούσε τα νέα, τις παραγγελίες που έπαιρνε από τις αρχές ή για τα εμπορεύματα που έφερναν οι πραματευτάδες. Τα παλιά τα χρόνια που δεν είχαν ανακαλυφτεί το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και το μεγάφωνο οι αρχές είχαν πρόβλημα να επικοινωνήσουν με τους κατοίκους και να τους πουν για κάποια πράγματα ή αποφάσεις που τους αφορούσαν. Η δυνατή φωνή και κυρίως ο τρόπος που παρουσίαζαν συνοπτικά τα νέα ή διαφήμιζαν τα προϊόντα, τους καθιστούσε γνωστούς στην τοπική κοινωνία. Έβαζε την παλάμη στο στόμα, σαν χωνί, κι έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας. Η αμοιβή του ήταν ένα ποτηράκι τσίπουρο ή λίγο κολατσιό.

Ο τελευταίος  ντελάλης των Διδύμων Παναγής (αριστερά) με τον φωτογράφο Στέφο Αλεξανδρίδη.

Ο τελευταίος ντελάλης των Διδύμων Παναγής (αριστερά) με τον φωτογράφο Στέφο Αλεξανδρίδη.

Στο Κρανίδι υπήρχαν αρκετοί που ασκούσαν το παραδοσιακό επάγγελμα του Ντελάλη. Ορισμένοι μάλιστα είχαν ιδιαίτερα δυνατή φωνή και τους προτιμούσαν. Κάθε φορά που κάποιος ήθελε να ανακοινώσει  κάτι που εμπορευόταν έστελνε το ντελάλη να φωνάξει στους Κρανιδιώτες  τα νέα. Για παράδειγμα αν ερχόταν ένα καράβι που πουλούσε πατάτες στο Πόρτο Χέλι ,  την προηγούμενη μέρα ο ντελάλης φώναζε σε όλο το Κρανίδι πως όποιος ήθελε πατάτες μπορούσε να πάει την επόμενη  μέρα να τις αγοράσει στο Πόρτο Χέλι.

 

 Άλλοτε πάλι ο δήμος έστελνε τον ντελάλη να ενημερώσει τους δημότες του για διάφορα τοπικά ζητήματα Η ευρεία διάδοση των εφημερίδων, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης υποκατέστησε σταδιακά τους ντελάληδες σε όλα τα χωριά της περιοχής. Σήμερα τους συναντάμε στις λαϊκές αγορές, που βροντοφωνάζουν την πραμάτεια ή τα προϊόντα τους.

Υποσημείωση

 

 

* ντελάλης ο [delális] & τελάλης ο [telális]: αυτός που ανακοίνωνε φωναχτά στους δρόμους αποφάσεις ή διαταγές της διοίκησης ή άλλα γεγονότα που αφορούσαν τους κατοίκους ενός τόπου: Οι προεστοί έβαλαν ντελάληδες να διαλαλήσουν τον ερχομό των Tούρκων. ΦΡ βγάζω ντελάλη, κοινολογώ κτ. που θα έπρεπε να το κρατήσω μυστικό: Δεν μπορείς να του εμπιστευτείς τίποτε, γιατί θα βγάλει αμέσως ντελάλη.

[τελ-: μσν. *τελάλης (πρβ. μσν. τελάλισσα) < τουρκ. tellâl (από τα αραβ.) -ης· ντελ-: ηχηροπ. του αρχικού [t > d] από συμπροφ. με το άρθρο στην αιτ. [ton-te > tonde > ton-de] 

 

Πηγές

  • Ιστότοπος Γυμνασίου Κρανιδίου
  • Λεξικό Τριανταφυλλίδη

 

Read Full Post »

Λαϊκή Ιατρική στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

Τις αρρώστιες τις έστελνε ο Θεός κι ανάβανε τα καντήλια, για να τους κάνει καλά. Και περνούσανε κατ’ απ’ τον Επιτάφιο οι άρρωστοι και τα μικρά, για υγεία. Παίρνανε και λουλούδια και κεριά απ’ τον Επιτάφιο. Τα κεριά τ’ ανάβανε όταν βρόνταγε και άστραφτε και στο καράβι, αν έχει τρικυμία. Τα λουλούδια τα καίγανε και λιβανίζανε τον ματιασμένο και το πρόσωπο, όταν πρηζότανε. Λέγανε τότε ότι είχε ανεμοπύρωμα, κι αυτό ήτανε αγερικό. Τ’ ανεμοπύρωμα το στέλνανε οι νεράιδες.

Παλιά, όσους είχανε ευλογιά, τους κλείνανε στα σπίτια και δεν αφήνανε κανένα να τους δει. Απ’ τα παράθυρα τους δίνανε ψωμί, φαΐ και μετά τους επήγανε στον Προφήτη Ελισσαίο, ένα ερημοκκλήσι έξω και τους κλείσανε μέσα. Κι ήσανε ‘κει οι συγγενείς και τους περιποιούσανε, αλλά για λίγο καιρό. Μετά είπανε ότι ο Προφήτης Ελισσαίος έδιωξε την αρρώστια.

Όταν ένα μωρό είχε σιδρωστιές από κάτω στον λαιμό, γιατί με το σήκωμα τ’ απότομο του ‘πεφταν οι σιδρωστιές κι έκλαιγε πολύ το παιδί, το ‘παιρνε μια πραχτική, του σταύρωνε τα χέρια πίσω, τα πόδια, και το κυλούσε στο κρεβάτι, το τύλιγε με φασκιά και γινότανε καλά.

Βότανα βράζουνε μέχρι τώρα. Είν’ ένας απ’ την Τσακωνιά που τα κάνει αυτά. Και χέρια, πόδια, που σπάζουνε, τα δένει με μαλλί άπλυτο, με χαρτόνι, δεν βάζει γύψο και πιάνει το κόκαλο. Πολλοί εδώ δεν θέλουνε τους γιατρούς. Να, η μάνα μου, που ‘σπασε το πόδι της και δεν ήθελε να πάει σε γιατρό. Πήγε σε πραχτικό. Κι αυτός βράζει διάφορα βότανα.

 

Παλιά, παθαίνανε πολύ κοιλιακά, δηλητηρίαση. Και πέθαιναν από τους πόνους στην κοιλιά. Και πίνανε πολύ χαμόμηλο τότε. Βράζανε και χαμομήλι με λάδι, το σουρώνανε και το είχανε για εντριβή, που πιανόντουσαν που σηκώνανε τα βαρέλια στην πλάτη και φέρνανε νερό. Όταν κρυολογούσανε, βάζανε καταπλάσματα από πίτουρο.

Στις αμυγδαλές, όταν αρρώσταινε κανένας, βάζανε ζάχαρη, σ’ ένα μαντίλι, του ανοίγανε το στόμα και βάζανε το μαντίλι εκεί μέσα, το πιέζανε με τα δάχτυλα, έσκαζαν οι αμυγδαλές κι έβγαινε το πύον. Ήσανε κάτι ειδικές γι’ αυτό, που ξέρανε. Όταν πρηζόντουσαν, φωνά­ζανε τον παπά για να τους περάσει ευχή και να ξορκίσει το κακό, γιατί το πρήξιμο το λέγανε δαιμονικό. Κι έψελνε ο παπάς ευχέλαιο, περ­νούσε ευχή κι ακουμπούσε τον σταυρό πάνω στο κεφάλι. Μάγια, ξόρκια δεν κάνανε.

Είχανε τα βότανα απ’ το βουνό· τη ρίγανη, ας πούμε, τη μολόχα. Παίρνανε απ’ την τριανταφυλλιά την απριλιάτικη τα φύλλα του λου­λουδιού, τα ξεραίνανε, τ’ ανακατεύανε με μολόχα κι όταν το ‘βραζες, αυτό ήτανε ευκοίλιο.

Τα φάρμακα τους, παλιά, ήσανε οινόπνευμα και καμιά πλακίτσα καμφορά.

Είχανε και βεντούζες. Ήσανε ποτήρια του κρασιού, ή, παλαιά, κάτι φούσκες και βάζαν’ ένα δίφραγκο· παλιά, το λέγανε δεκάρα. Κι είχανε πανί ψιλό, τουλουπάνι, βάζανε μέσα το δίφραγκο, το σουρώνανε και το δένανε με κλωστή κι απάνου αφήνανε μια φουντίτσα. Και το κόβανε κι αφήνανε τη φουντίτσα και την ανάβανε, το βά­ζανε στο κρέας του ανθρώπου, έσβηνε και σήκωνε τη φουσκάλα. Κάνανε και έμπλαστρα. Βάζανε χαρτί μπλε, έπαιρναν απ’ τον πεύκο ρετσίνι και το ραντίζανε με τουλπάνι και το κολλάγανε πάνω στο κρέας.

Όταν πονούσε η κοιλιά, λέγανε ότι είχε ξεστρίψει ο αφαλός, γι’ αυτό είχε μεγάλο πόνο. Και πήγαιναν κάποιοι ειδικοί και τον γυρίζανε με το δάχτυλο. Άμα γινότανε απόστεμα, δεν τ’ ανοίγανε μόνοι τους. Όλο με ζεστά, με καταπλάσματα, με λιναρόσπορο. Με τα ζε­στά, ή διέλυε ή άνοιγε και έβγαιναν κάτι ξερά, μαύρες τα λέγανε.

 

Όταν πρηζόντουσαν κάτω απ’ το λαιμό, βάζανε κατάπλασμα. Κρεμμύδι ψητό, το λιώνανε με αλάτι, βάζανε και λουκούμι, και άνοι­γε. Είχανε και τσιρέτο. Άμα βγάζανε το κακό σπυρί, πεθαίνανε. Άμα βγάζανε καλόγερο, βάζανε μαλαχτικα, ζεστά. Ζεστά πίνανε για τον βήχα. Για την ελονοσία, τις θέρμες που λέμε, είχανε κινίνο. Και μερικοί που ξέρανε, φτιάνανε ένα πράμα σαν μελάνι. Κι ο πατέρας μου είχε ελονοσία κι είχε πάρει τέτοιο μελάνι και του είχε γίνει μέσα το στόμα κατάμαυρο. Η επιληψία δεν έφευγε. Όταν τον έπιανε τον άνθρωπο, του τρίβανε τα χέρια, το κεφάλι. Για τη χρυσή, ήτανε μια ‘δω πέρα που ήξερε. Έκοβε ένα κομματά­κι κρέας από τα χείλη, από μέσα, και τους έδινε κάτι χαπάκια κίτρι­να, που τα ‘φτιανε μόνη της, και περνούσε η χρυσή. Όταν έπιανε η ιλαρά τα παιδιά, όλο γλυκά τους δίνανε. Στις μαγουλάδες βάζανε ‘κει που ‘χε πρηστεί ζεστά και μετά τ’ αλείφανε με κατράμι και το μαυρίζανε για να ψοφήσει ο πόνος. Όταν είχανε κοκκύτη, τους δίνανε ζεστά και τα πηγαίνανε στη θάλασσα για να φύγει. Κι άμα μπορούσανε και κάνανε ένα ταξιδάκι με καραβάκι, ακόμα καλύτερα.

Άμα πονούσε το αυτί, ρίχνανε μια σταγόνα λάδι απ’ το καντήλι ή κανένα κεροπάνι. Είναι πανί άσπρο, το βουτούσανε στο κερί, στέγνωνε, το κάνανε σαν χωνί και βάζανε το φαρδύ μέρος στο αυτί και ανάβανε τη μύτη του χωνιού. Κι από τη ζεστασιά, ή θα ‘σκαζε τ’ αυ­τί ή θα ξεθύμαινε και θα γινότανε καλά σιγά σιγά. Οι άρρωστοι τρώγανε καμιά σούπα, καμιά χυλοπίτα, γάλα απ’ τα ζωντανά· δεν είχανε και πολλά πράματα τότε. Στα μωρά, άμα δεν κοιμόντουσαν, πολλοί τους δίνανε κούπζες, δηλαδή αυτό τ’ αφιόνι από τις παπαρούνες· το βράζανε και τους το δίνανε με ζάχαρη. Αλλά και πολλοί φοβόντουσαν και δεν τους δίνα­νε.

 

Κτηνιατρική

 

 

Από ζώα, δώθε, πιο πολύ, είχανε άλογα. Κι όταν τα ‘πιανε η κοιλιά, τα φέρνανε στην εκκλησία απέξω και τα φέρνανε τρεις φορές γύ­ρω. Στον Άη Γιώργη, γιατ’ ήτανε κι αυτός καβαλάρης. Και τους βά­ζανε τηγάνια ζεστά στην κοιλιά ή τους ανάβανε φωτιά από κάτου. Κι όταν τα έπιανε ξεροσαγκαή ή αμυγδαλές, βράζανε κριθάρι, κι όπως ήτανε ζεστό, τους το βάζανε σ’ ένα ντορβά και τους το κρεμάγανε στο λαιμό και τους πήγαινε το άχνος, έσπαγαν οι αμυγδαλές κι έβγαζαν, όπως ο άνθρωπος, βρόμες. Κι όταν τους πονούσε η κοιλιά, τα τρέχα­νε.

Οι κότες, άμα δεν πίνανε νερό, βγάζανε την πιπίτα (=κόρυζα). Κι αυτό, όταν διψάνε πολύ οι άνθρωποι, το λένε: «Θα βγάλω την πιπί­τα». Και βγάζανε οι κότες ένα κοκαλάκι στη γλώσσα. Ήσανε κάτι ειδικοί και πηγαίνανε, τους ανοίγανε το στόμα και τους το βγάζανε.

Πιάνανε και ψείρες, τις κοτόψειρες, και ξυνόντουσαν, αλλά αυ­τές δεν έρχονται στον άνθρωπο. Παθαίνανε και τη χολέρα που λέμε και μαραζώνουν, μαυρίζει το λειρί και ψοφάνε. Αυτό είναι κολλητι­κό και μπορούσες να χάσεις σε μια βδομάδα, ξέρω ‘γω, τριάντα κό­τες, γιατί δε μπορούσες να κάνεις τίποτε. Βγάζανε τις άρρωστες απ’ το κοτέτσι και τις δένανε κάπου μακριά, για να μη μολύνουν τις άλ­λες.

Οι γίδες παθαίνανε κλαμπάτσα και πρηζόντουσαν οι κοιλιές τους.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Ελένη Μανιάτη, ετών 84, απόφοιτη Τρίτης Δημοτικού.

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

 

Read Full Post »

Πάσχα στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

 

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Το Σάββατο του Λαζάρου φτιάνανε οι γονείς στα παιδιά Λάζαρο με πουκάμισο, με γραβάτα κόκκινη και κόκκινο σκουφάκι. Του βάζανε και κίτρινα λουλούδια, τα λούλετ Σεν Λάζαρι (=λουλούδια του Άγιου Λάζαρου). Και τα παιδιά τον βάζανε σε δύο ξύλα και τον γυρνούσανε στα σπίτια και λέγανε το τραγουδάκι και του δίνανε αυγό άσπρο και στραγάλια, τέτοια. Οι παλιές φτιάνανε και κουλούρια, λαζαρούδια, με τρύπα στη μέση. Την Κυριακή των Βαΐων, ρίχνανε βάγια χάμω στην εκκλησία. Ο παπάς μετά έδινε φυλλαράκια βάγια και τα βάζανε στις εικόνες. Τα ρίχνανε στη φακή και γινότανε ωραία, αλλά και λιβανίζανε μ’ αυτά τις λεχώνες, τους ματιασμένους. Πλέχανε και σταυρούς με βάγια, δύο κλώνους εκεί, και τους σιάχνανε σταυρό.

 

Όλη τη Σαρακοστή κάνανε ευχέλαια. Τη Μεγάλη Τετάρτη πιάνα­νε μπροζύμι και τη Μεγάλη Πέμπτη φτιάνανε το προσκόμιδο που θα πηγαίνανε στην εκκλησία για το Μεγάλο Σάββατο, γιατί τη Μεγάλη Παρασκευή δε δίνανε ούτε αντίδερο, ούτε τίποτα. Και κρατούσανε το μπροζύμι της Μεγάλης Πέμπτης και το είχανε όλο το χρόνο και ήτανε καλό το μπροζύμι αυτό, γιατ’ ήτανε της Μεγάλης Πέμπτης. Και τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ βάζανε στον σταυρό μπροζύμι και μια μποτίλια νερό. Μέχρι τώρα το κάνουν αυτό. Το μπροζύμι το φτιάνουν με σκέτο αλεύρι και φούσκωνε και γι­νότανε ως εκεί πάνω. Το νερό το είχανε σαν αγιασμό. Και καθόντου­σαν το βράδυ και φιλάγανε τον Χριστό και λέγανε:

 

Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερις μαύρη μέρα.

Σήμερις όλοι θλί­βονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερις έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυ­λιά, οι τρισκατηραμένοι.

 

Τον Ιησού τον πιάσανε και τον χαλκιά τον πάνε:

Χαλκιά, χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία πηρούνια.

Τα δυό βάλ ‘ τα στα χέρια τον, τα άλλα δυό στα πόδια,

το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε μοναχή της,

γιατί πολύ λυπήθηκε για το Μονογενή Της.

Αυτό το λέγανε και στην εκκλησία και στα σπίτια, έτσι πένθιμα.

 

Τη Μεγάλη Πέμπτη τότες, παλιά, δε φτιάνανε τσουρέκια. Φτιάνανε κουλούρια, τα κάνανε στρογγυλά και τους βάζανε το μπροζύμι σταυρό επάνου και βάζανε στη μέση ένα κόκκινο αυγό και τα είχανε έτοιμα για την Ανάσταση. Και τα τσιμπούσανε γύρω γύρω με το ψα­λίδι, για να γίνει όπως το αγκάθινο στεφάνι. Και ήσανε ψωμί τα κου­λούρια, δεν ήσανε γλυκά. Μπροζύμι.

Βάφανε και τ’ αυγά κόκκινα και τα είχαν’ έτοιμα, γιατί τη Μεγά­λη Παρασκευή δεν τρώγανε ούτε ψωμί. Μαχαίρι δεν βάζανε στο τρα­πέζι. Τρώγανε μαρούλι με ξίδι, τέτοια πράματα. Και καθόλου δεν τρώγανε! Το βράδυ πια. Τ’ αυγά τα βάφανε κόκκινα, όπως το αίμα τον Χριστού. Και το βράδυ στην εκκλησία, στο έκτο ευαγγέλιο, βγάζανε το Χρι­στό. Και λένε ότι τη Μεγάλη Πέμπτη βγαίνανε οι πεθαμένοι απ’ τον Κάτω Κόσμο και μένανε σαράντα ημέρες έξω. Είχανε και στεφάνια, λουλούδια, και τα πηγαίνανε στον Χριστό.

 

Επιτάφιος

 

Τον Επιτάφιο, τον στολίζανε τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, με λουλούδια, κορδέλες, φαναράκια, λαμπάδες στις γωνίες. Το απόγευμα γινότανε η Αποκαθήλωση και πηγαίνανε ντυμένοι ο κόσμος με τα καλά τους, παιδιά, γέροι, νέοι, γριές, όλοι, και γινότανε η Αποκαθήλωση. Και τον έπαιρνε ο παπάς το Χριστό και τον έβαζε στο σεντό­νι, τον τύλιγε και τον έβαζε στην Αγία Τράπεζα. Το βράδυ γινότανε ο ενταφιασμός. Τον Επιτάφιο τον βγάζανε έξω, σημαίναιναν οι καμπάνες, τον γυρίζουν στο χωριό και τον ξανα­φέρνουν πίσω. Τον κρατάνε τέσσερις στην πόρτα της εκκλησίας και τότε περνάει όλος ο κόσμος από κάτω. Πίσω είναι ο παπάς, οι ψάλ­τες, και ψέλνουνε. Και τα παιδιά και τα κορίτσια λένε κι αυτά ψαλμωδίες. Τα κεριά και τα λουλούδια του Επιταφίου δεν κάνει να τα πά­ρουν από τον Επιτάφιο. Αυτά τα πετάει ο παπάς το Μεγάλο Σάββατο το πρωί, που λέει το «Ανάστα ο Θεός!». Τα έχει σ’ ένα πανέρι και τα πετάει και τα πιάνει ο κόσμος. Τα παίρνουνε στο σπίτι για φυλαχτό. Τα βάζουνε στις ει­κόνες, κι όταν τα χρειαστούν, τα βάζουνε στα κάρβουνα και λιβανίζουνε. Το κερί του Επιταφίου το ανάβουνε και στη στεριά και στη θάλασσα. Όταν έχει βροντές, αστραπές, κύματα, τ’ ανάβουνε, κι έτσι ησυχάζει η βροντή και η αστραπή κι ο κεραυνός.

Τη Μεγάλη Παρασκευή φτιάνουνε και τα παιδιά επιτάφιο. Παίρνανε μία πίτα από φραγκόσυκα (κομμάτι του πράσινου κορμού του κάκτου), βάζανε δύο ξυλαράκια που λυγίζανε και τα μπήγανε σταυ­ρωτά στην πίτα. Σταυρώνανε τα ξυλαράκια, πάνω έκαναν σταυρό, όπως το ‘βλεπες, ή βάζανε και τέσσερα ξυλαράκια όρθια, για να γίνει τετράγωνο, όπως ο Επιτάφιος της εκκλησίας. Στη μέση κάνανε μια τρύπα κι εκεί βάζανε ένα κουτί της βερνίκης, αυτό το σιδερένιο, το στρογγυλό, με καρβουνάκι και λιβάνι. Και βάζανε λουλουδάκια στα ξυλάκια και γυρνούσανε τα σπίτια και λέγανε «Η Ζωή εν Τάφω» και «Παναγία Δέσποινα φύλαξε τους δούλους Σου, να γελάσει ο Χρι­στός και να σκάσει ο πειρασμός». Αυτή την ημέρα πηγαίνανε και στα ξωκλήσια κι ανάβανε τα καντήλια. Μετά τον εσπερινό, γυρνούσανε όλες τις εκκλησίες και βλέπανε τους επιτάφιους, ποιος ήτανε πιο ωραίος.

 

Λαμπρή

 

Το Μεγάλο Σάββατο φτιάνουνε τα κουλούρια της Λαμπρής, αν δεν τα έχουνε φτιάξει τη Μεγάλη Πέμπτη. Σφάζουνε τ’ αρνιά, ετοι­μάζουν τη μαγειρίτσα. Και το βράδυ πηγαίνανε στην εκκλησία οι οι­κογένειες. Στις δώδεκα, έλεγε ο παπάς το Χριστός Ανέστη και πε­τούσανε τρίγωνα, βεγγαλικά, τρακατρούκες, βαρελότα. Αγκαλιαζό­ντουσαν ο παπάς με τους επιτρόπους κι ο κόσμος. Μετά, γυρίζανε στα σπίτια τους και φέρνανε τις λαμπάδες αναμμένες και πριν μπού­νε, κάνουνε σταυρό μαύρο με τη λαμπάδα πάνω στην πόρτα. Το φως της Αναστάσεως το φέρνανε μέσα στο σπίτι για ν’ ανάβουν το καντήλι και να ‘μενε αναμμένο σαράντα μέρες. Το κερί της Αναστάσεως το είχανε όλο τον χρόνο κι ανάβανε το καντήλι. Τρώγανε τη μαγειρίτσα, διασκεδάζανε. Την Κυριακή του Πάσχα και σούβλα φτιάνανε, και το κρέας μαγειρεμένο το είχανε, και μαγειρίτσα τρώγανε. Αλλά, πιο πολύ, το κρέας το κάνανε σούπες, γιατ’ ήσανε απ’ τη νηστεία. Οι τσοπαναραίοι φτιάνανε τραχανάδες. Διασκεδάζανε, χορεύανε, τραγουδάγανε, ρίχνανε και βαρελότα. Οι αρραβωνιασμένοι πηγαίνανε στην πεθερά την κουλούρα και αυγά κόκκινα.

 

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Το απόγευμα είχανε τον εσπερινό της αγάπης. Πηγαίνανε στην εκκλησία, λέγανε τα ευαγγέλια και μετά, απέξω από μια εκκλησία, εί­χανε τον Γιούδα (Ιούδα). Γεμίζανε άχερο ένα ύφασμα, το ράβανε, του βάζανε χέρια, πόδια και τον είχανε ‘κει. Και του βάζανε φωτιά και τον καίγανε. 

Τη Δευτέρα του Πάσχα πηγαίνανε το πρωί στην εκκλησία με τα καλά τους. Και το μεσημέρι κάνανε το κρέας στον φούρνο. Ανάβανε όλοι τους φούρνους και ψήνανε το φαΐ. Κι ήτανε μεγάλη γιορτή κεί­νη την ημέρα, γιατί, τις πιο πολλές φορές, τότε πέφτει του Αγίου Γιωργιού. Κάνανε περιφορά της εικόνας· τα πρώτα χρόνια, όχι σ’ όλο το χωριό, εκεί γύρω στην εκκλησία. Οι βοσκοί σφάζανε αρνί, το αγιογιωργίτικο, και πανηγυρίζανε. Μεγάλο πανηγύρι αυτή την ημέρα γίνεται στα Δίδυμα, πο ‘χουν εκκλησία μέσα σε σπηλιά. Κι είχανε μυτζήθρες, ψητά, χορεύανε, τραγουδούσανε.

 

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

Read Full Post »

Πάσχα στην Ασίνη (Τζαφέραγα) Αργολίδας

 

Πάσχα

 

Όλες οι νοικοκυρές τη Μεγάλη βδομάδα με άσβεστη ασπρίζουν – ασβεστώνουν τους τοίχους και τα σπίτια. Φτιάχνουν τα κουλούρια και τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τ’ αυγά. Το αυγό πού θα γεννήσει ή κότα τη Μεγάλη Πέμπτη το βάφουν και το φυλάνε ή το βάζουν στο μέσο του περιβολιού για να φέρει γούρι.

 

Το κάψιμο του Ιούδα

 

Ένα έθιμο πού επικρατεί και σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα είναι το κάψιμο του Ιούδα, το Πάσχα. Την Μεγάλη Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο μια ομάδα από νέους της Ασίνης μαζεύονται και κατασκευάζουν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα Ισκαριώτη. Μόλις το κατασκευάσουν το βάζουν επάνω σ’ ένα καρότσι και το γυρίζουν σ’ όλο το χωριό. Παλιότερα, όπου περνούσε ό Ιούδας οι κάτοικοι τον έφτυναν λέγοντας «Ουναχαθείς – Προδότη, Γιούδα Ισκαριώτη». Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα μετά τη θεία λειτουργία τής Αγάπης, γύρο στις 4 ή ώρα, τοποθετούσαν τον Ιούδα πάνω σε ένα Ικρίωμα (κρεμάλα) στην τοποθεσία «Κόντρα», είναι το πιο ψηλό και εμφανές μέρος του χωριού.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Εκεί εμαζεύονται οι κάτοικοι, ενώ μια ομάδα από τουφεκιοφόρους του χωριού έχουν σταθεί σε θέση βολής έτοιμοι να πυροβολήσουν για την εκτέλεση του Προδότη του Χρίστου. Ένας νέος σαν επικεφαλής τής ένοπλης ομάδας σκέφτεται να δώσει το παράγγελμα του πυροβολισμού για την εκτέλεση. Ένας άλλος νέος του χωριού πριν από την εκτέλεση διαβάζει την καταδίκη του Ιούδα σε θάνατο πού εννοείται οί δικαστές προηγουμένως τον καταδίκασαν. «Προδότη Ιούδα, για την προδοσία του Χρίστου μας καταδικάστηκες να τιμωρηθείς από τούς Χριστιανούς. Η Χριστιανοσύνη σε κηρύσσει Μεγάλο Προδότη και σε σιχαίνονται όλοι οι Χριστιανοί. Τίποτα δεν πρέπει να μείνει απάνω στη γη πού να το μαγαρίζει ή παρουσία σου». Έτσι τελειώνει ή καταδικαστική απόφαση. Ό Αρχηγός της ένοπλης ομάδας διατάσσει. Πυρ!!! και μια ομοβροντία από ντουφεκιές πυροβολούν το αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα. Στο τέλος ένας άλλος της ομάδας παίρνει στουπί βρεγμένο με βενζίνη ή πετρέλαιο και βάζει φωτιά σ’ ότι έχει απομείνει.

Εδώ και λίγα χρόνια όμως «Το κάψιμο του Ιούδα» δεν γίνεται στην Κόντρα άλλα κάτω στον «Άγιο Κωνσταντίνο» στο Δρόμο πού οδηγεί στο Τολό κοντά στα εξοχικά κέντρα στην «Ντάπια». Εκεί γίνεται περισσότερη διαφήμιση του τοπικού αυτού Πασχαλιάτικου Εθίμου γιατί είναι Δημόσιος δρόμος και πέρασμα Τουριστών. Το Έθιμο τούτο φαίνεται να χρονολογείται από πολλά χρόνια. Δεν είναι εξακριβωμένο πόθεν προέρχεται. Συμπεραίνεται ότι μόλις ιδρύθηκε το Τζαφέραγα ή Ασίνη, από εφτά οικογένειες, ίσως να είναι φερτό και το έθιμο τούτο. Ίσως από οικογένειες φερτές από την νήσο Ύδρα όπου και κει γίνεται το «Κάψιμο του Ιούδα». Υπάρχουν απόγονοι των οικογενειών από την ‘Ύδρα εγκατασταθέντων εδώ στην Ασίνη. Αυτοί έφεραν το έθιμο και υπάρχει μια τάση να κατασκευάζουν «Ιούδα»· ίσως έτσι έμεινε το έθιμο για το «Κάψιμο του Ιούδα», όπως ακριβώς γίνεται και στην «Ύδρα.

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 129-132, Αθήνα 1981.

 

Read Full Post »

Πάσχα – Λίμνες Αργολίδας

 

 

Το Μ. Σάββατο οι γυναίκες ζυμώνουν το πασχαλινό κουλούρι και μαζί μ’ αυτό ζυμώνουν κουλούρες μεγάλες για να τις πάνε στα βαφτιστήρια τους και ένα μικρό κουλούρι πού το βάζουν στο εικόνισμα. Όλα τα κεντούν με διάφορα κεντίδια και ένα κόκκινο αυγό θα βάλουν επάνω στην πασχαλινή κουλούρα, την οποία θα φάνε την Κυριακή του Πάσχα μαζί με το αρνί. Το αρνί το βάζουν στην σούβλα. Μαζεύονται φίλοι και συγγενείς και ψήνουν τ’ αρνιά. Την ώρα αυτή τραγουδούν. Όταν ψηθεί το αρνί τρώνε όλοι μαζί και γλεντούν.

 

Την ήμερα του Πάσχα θα μοιράσουν τις κουλούρες στα βαφτιστήρια. Η κουμπάρα θα τούς δώσει γλυκίσματα. Το απόγευμα τής ημέρας του Πάσχα οι τσοπάνηδες θά μοιράσουν στους φίλους και τούς συγγενείς τυρί. Οι άνθρωποι πού θα πάρουν το τυρί θα δώσουν στους τσοπάνηδες κουλουράκια και αυγά. Το απόγευμα γίνεται γλέντι στην πλατεία του χωριού. Το γλέντι θα επαναληφθεί από το απόγευμα τής Δευτέρας του Πάσχα. Επίσης κατά τον ίδιο τρόπο θα γλεντήσουν την Παρασκευή της Λαμπρής (της Ζωοδόχου) σ’ ένα εξωκκλήσι μετά το πέρας τής θείας Λειτουργίας. Το απόγευμα τής ίδιας ημέρας θα συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι του χωρίου στην πλατεία, όπου θα χορέψουν οι νέοι και οι νέες, για να παρακολουθήσουν το γλέντι. Όμοιος χορός θα γίνει και το απόγευμα τής Κυριακής του Θωμά.

 

Τραγούδια πού τραγουδούσαν οι χορευτές  τις ήμερες αυτές.

 

«Δευτέρα ήμερα κίνησα κοντή, κοντούλα

μαύρα μαύρα γλαρά μου μάτια, βγήκα να σεργιανίσω.

Παπαδοπούλα απάντησα κοντή, κοντούλα μ’ ένα μαντήλι μήλα,

δυό μήλα της εγύρεψα μαύρα γλαρά μου μάτια και αυτή πολλά μου δίνει.

Δεν Θέλω εγώ τα μήλα σου κόρη κοντούλα μαύρα γλαρά μου

μάτια τα τσαλαπατημένα, μόνο θέλω το κορμάκι σου να το χαρούμε αντάμα.

Έμενα το κορμάκι μου κόρη κοντούλα μαύρα γλαρά μου μάτια πολλούς δραγάτες έχει».

 

Πηγή

 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.

 

Read Full Post »

Πάσχα στην Παλαιά Κίο (Θρησκευτικά ήθη και έθιμα)

 

 

Το κάψιμο του Βαραβά 

 

 

 

Διοικητήριο Κίου -1920

Διοικητήριο Κίου -1920

Η Παλαιά Κίος στη Μικρά Ασία είχε πέντε ενορίες. Από ενωρίς της Μ. Τεσσαρακοστής  του Πάσχα άρχιζε ή συλλογή των υλικών για το κάψιμο του Βαραβά κατά την Μ. Παρασκευή. Τις εσπερινές και νυκτερινές ώρες μεταξύ των νέων κάθε ενορίας παρετηρείτο μεγάλη κίνηση ή όποια πολλές φορές εξελίσσετο σε πετροπόλεμο, διότι οι νέοι της μιας ενορίας προσπαθούσαν να κλέψουν τα υλικά της άλλης ή να τα καταστρέψουν ώστε να μην μπορέσουν αυτοί να πραγματοποιήσουν το έθιμο και να μείνουν μόνο αυτοί. Τα υλικά ήσαν ένα μεγάλο ξύλο πού καρφωνόταν στη γη και επάνω του κρεμόταν ομοίωμα του Bαραβά πολλά άχυρα ή κλαδιά τα όποια θα μετέδιδαν το πυρ. Το κάψιμο γινόταν  σε κάποιο μέρος άπ’ όπου θα περνούσε ό επιτάφιος και ακριβώς την ώρα πού θα έφθανε στο σημείο αυτό.

 

Η δεύτερη Ανάσταση

 

Στις 10 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα ο κλήρος και οι πιστοί των πέντε εκκλησιών συγκεντρώνονταν  στο Μητροπολιτικό Μέγαρο. Σχηματιζόταν πομπή προπορευόμενου του Μητροπολίτου του Κλήρου και ακολουθούντων των πιστών (με μεγάλη στολή οι κληρικοί, άμφια) κατευθύνονταν στην συνοικία πού βρίσκεται ή εκκλησία «Παζαριώτισσα» διότι ήταν κοντά στο παζάρι. Εκεί ο Μητροπολίτης έλεγε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως. Αμέσως οι ιερείς  έλεγαν με την σειρά το ίδιο Ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες και τελευταίος ο Διάκος έλεγε πάλι το Ευαγγέλιο στα Ελληνικά από του άμβωνος. Έπειτα ή ίδια πομπή επέστρεφε στο Μητροπολιτικό Μέγαρο και διαλυόταν.

 

Κατά την πρώτη Ανάσταση

 

Μετά την απόλυση και χωρίς να ξεντυθεί ό Μητροπολίτης κατευθύνονταν όλοι στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, εν πομπή δηλαδή, εκεί οι πιστοί έτρωγαν ένα κόκκινο αυγό και ένα κουλούρι. Τα Χριστούγεννα γινότανε το ίδιο, οι πιστοί έπιναν μία κούπα ζωμού από κρέας μοσχαρίσιο, και έτρωγαν και λίγο μοσχάρι.

 

Πηγή

 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »