Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μυκήνες’

Ιώ (μυθολογία)


 

Κόρη του Ινάχου βασιλέα του Άργους – γιου του Ωκεανού και της Τηθύος – ήρωα τραγωδίας του Σοφοκλή. Μητέρα της ήταν η Ωκεανίδα Μελία. Έγινε διάσημη, επειδή δέχτηκε την οργή της Ήρας όταν η θεά ανακάλυψε τις σχέσεις με τον Δία, (ήταν ιέρεια της Ήρας) που τον είχε σκλαβώσει με τα παρθενικά της θέλγητρα. Τότε ο Ζευς, για να την προστατεύσει από το μένος της συζύγου του, την μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Η Ήρα όμως υποχρέωσε τον Δία να αρνηθεί, με όρκο (αφροδίσιος όρκος), την παράνομη σχέση του και να της παραδώσει το ζώο. Ο Ζευς αναγκάστηκε να υποχωρήσει και η Ήρα έθεσε την αγελάδα υπό την επιτήρηση του Άργου, ενός γίγαντα συγγενούς της που είχε εκατό οφθαλμούς, διεσπαρμένους σε όλο του το σώμα.

 

Ο Δίας και η Ιώ, 1550. Έργο του Ιταλού ζωγράφου, Paris Bordone, Gothenburg Museum of Art (Μουσείο Τέχνης Γκέτεμποργκ), Σουηδία.

 

Εκτελώντας την εντολή της Ήρας, ο Άργος οδήγησε την Ιώ – αγελάδα σ’ ένα άλσος ιερό κοντά στις Μυκήνες και την έδεσε σ’ ένα δέντρο (μια ελιά, κατά τον Απολλόδωρο). Το δέντρο αυτό υπήρχε και το δείχνανε στους επισκέπτες και κατά την ιστορική εποχή. Εκεί  δεμένη τη φύλαγε ο Άργος, χωρίς να παραμελεί το καθήκον του μήτε στιγμή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αερόπη


 

Κόρη του βασιλιά Κατρέα  και εγγονή του  Μίνωα, γυναίκα του Ατρέα, που έγινε βασιλέας των Μυκηνών κάτω από ιδιότυπες συνθήκες. Διωγμένος από τον πατέρα του Πέλοπα απ’ την Πίσα, γιατί με τον αδελφό του Θυέστη είχαν σκοτώσει τον από άλλη μάννα αδελφό τους Χρύσιππο, είχε καταφύγει στην αυλή του ανιψιού του Ευρυσθέα.

Τότε όμως αυτός βρισκόταν σε πόλεμο με τους Ηρακλείδες, που τους υποστήριζαν οι Αθηναίοι, και δεν γύρισε πίσω, γιατί στην Αττική τον σκότωσε ο Ιόλαος (γιος του Ιφικλέα, οδηγός του άρματος του Ηρακλή, πιστός του σύντροφος στους άθλους του και στις μάχες του, όπως τον βλέπουμε στην Ησιόδεια αφήγηση της πάλης του με τον Κύκνο, βλ. Πινδ. Ίσθμ. 1,16 και επομ. Σχολ. Ασπίς 77 κέξ.).

Τότε ο λαός των Μυκηνών, όρισε βασιλέα του τον Ατρέα βάζοντας τέρμα στη δυναστεία των Περσίδων. Από τούτη τη στιγμή αρχίζει και η περιπέτεια του οίκου των Ατρειδών. Την αρχή την κάνει η Αερόπη που γίνεται ερωμένη του κουνιάδου της Θυέστη κι’ αποφασίζει μ’ αυτόν να αφαιρέσει την βασιλεία απ’ τον Ατρέα. Και να πως:

Ο Ατρέας είχε ένα χρυσόμαλλο αρνί, δώρο του Ερμή, που μ’ αυτό τον τρόπο εκδικείτο το θάνατο του γιου του Μυρτίλου, που τον είχε σκοτώσει ο Πέλοπας. Κι είχε πει πως όποιος ήταν κάτοχος του αρνιού θα ήταν και κάτοχος του θρόνου. Από δω κι’ η διχόνοια των γιών του Πέλοπα.

Ο Θυέστης με την βοήθεια της Αερόπης έκλεψε το αρνί και διακήρυξε πως αυτός ήταν ο νόμιμος κάτοχος του θρόνου. Ο Δίας για να τον ξεσκεπάσει έκανε τον ήλιο να παλινδρομήσει. Ο Ατρέας αποκαλύπτοντας την διπλή προδοσία έριξε την Αερόπη στη θάλασσα κι’ έδιωξε τον Θυέστη.

Αργότερα, δήθεν για συμφιλίωση τον κάλεσε πίσω και του έκανε τραπέζι προσφέροντας του μαγειρεμένα τα ίδια του τα παιδιά, τον Τάνταλο και τον Πλησθένη. Μετά του αποκάλυψε το αποτρόπαιο έγκλημα. Τότε ο ήλιος – από δέος προς το φριχτό τούτο περιστατικό – άλλαξε πορεία κι’ η γη σκοτείνιασε κι’ ο Θυέστης έφυγε καταρώμενος την γενιά του Ταντάλου, που οι περιπέτειες των μελών της ενέπνευσαν στους τραγικούς τις (Αισχύλο,* Σοφοκλή, Ευριπίδη) παθητικές τραγωδίες. 

 

 Υποσημείωση


 

* Ο Αισχύλος από την μακριά και αιματοβαμμένη ιστορία του οίκου των Τανταλιδών, επιλέγει εκείνα τα σημεία που αναφέρονται στους απογόνους του Πέλοπα.

Ο Πέλοπας είχε δυο παιδιά, τον Ατρέα και τον Θυέστη. Ο Ατρέας έγινε βασιλιάς των Μυκηνών και πήρε γυναίκα του την Αερόπη. Η Αερόπη όμως αγάπησε τον Θυέστη και συνωμότησε μαζί του ενάντια στον Ατρέα. Όταν ο Ατρέας κατάλαβε τη συνωμοσία, έδιωξε από τις Μυκήνες τον Θυέστη, τον οποίο ακολούθησε και η Αερόπη παίρνοντας μαζί της και τον μικρό της γιο, τον Πλεισθένη, που μεγάλωσε στην εξορία, χωρίς να μάθει ότι πατέρας του ήταν ο Ατρέας.

Ο Θυέστης, μετά από καιρό στην εξορία, αποφασίζει να σκοτώσει τον Ατρέα, και για τον σκοπό αυτό στέλνει στις Μυκήνες τον μεγαλωμένο πια Πλεισθένη. Όμως εκεί, αντί να σκοτώσει ο Πλεισθένης τον Ατρέα, σκοτώνεται ο ίδιος από τον Ατρέα. Όταν ο Ατρέας μαθαίνει ότι αυτός που σκότωσε ήταν δικός του γιος και ότι τον είχε στείλει εναντίον του ο Θυέστης, αποφάσισε να εκδικηθεί με φοβερό τρόπο.

Με πρόφαση ότι επιθυμεί τη συμφιλίωση, καλεί τον Θυέστη από την εξορία, σκοτώνει τα δύο δίδυμα παιδιά του, τον προσκαλεί σε δείπνο και του προσφέρει για φαγητό, το ψημένο κρέας των παιδιών του.

Όταν ο Θυέστης κατάλαβε, εκφέρει «βαρείαν αράν», εναντίον του γένους του Πλεισθένη, δηλαδή εναντίον του οίκου του Ατρέα και των απογόνων του. Γιοι του Ατρέα είναι ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος, και γιος του Θυέστη ο Αίγισθος.

Πολύ αργότερα, με αφορμή την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη, γίνεται η εκστρατεία των Ελλήνων στην Τροία, με επικεφαλείς τους γιους του Ατρέα. Όταν συγκεντρώθηκε ο στόλος των Ελλήνων στην Αυλίδα, η θεά Αρτεμις, στέλνει αντίθετους ανέμους εμποδίζοντας τον απόπλου των πλοίων. Με υπόδειξη του μάντη Κάλχα, ο Αγαμέμνων θυσιάζει την κόρη του Ιφιγένεια προκειμένου να εξιλεωθεί απέναντι στην Άρτεμη της οποίας είχε σκοτώσει το ελάφι.

   

Πηγή

  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Ορέστεια του Αισχύλου, Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

 

 

Read Full Post »

Νικίππη

 


Κόρη του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας – αδελφή του Ατρέα, του Θυέστη και του εξώγαμου Χρύσιππου. Είναι  η γυναίκα  του  βασιλιά  των  Μυκηνών  Σθένελου*, μητέρα του Ευρυσθέα και πολλών άλλων, καθώς και του Τροιζήνα και Επιδαύρου – επώνυμων των αργολικών πόλεων.

Υποσημείωση

* Γιος Περσέα – Ανδρομέδας˙ εκθρόνισε τον Αμφιτρύωνα (πατέρα του Ηρακλή) απ’ το Άργος        και ένωσε σ’ ένα βασίλειο αυτό, την Τίρυνθα και τις Μυκήνες.

 

Πηγή

  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Read Full Post »

Τίρυνθα, Άργος, Μυκήνες –  Buchon, J. A. C.

  

Το 1840 – 1841 είχε επισκεφθεί την Αργολίδα ο Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης -Αλέξανδρος Mπυσόν (J.-A. Buchon). Αποτέλεσμα του ταξιδιού του και των μελετών του στην Ελλάδα υπήρξε το βιβλίο του Ηπειρωτική Ελλάς και ο Mοριάς, που εκδόθηκε το 1843.

Ας δούμε τι γράφει για την Τίρυνθα, το Άργος και τις Μυκήνες.

 

[…] Η Τίρυνθα βρίσκεται μόλις μισή λεύγα από το Ναύπλιο.  Είχε κτιστεί πάνω σ΄ ένα μικρό λόφο στην άκρη του Ναυπλιακού Κόλπου και από εκεί, μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει την πεδιάδα του Άργους και τα κομμάτια γης που περιβάλλουν τον Κόλπο από τις δυο πλευρές, περίπου μέχρι το έλος της Λέρνης και να δει από μακριά να μετακινούνται οι βάρκες και τα καράβια που κατευθύνονταν προς το λιμάνι του Ναυπλίου.  Τα ελληνικά του τείχη, ήδη παλαιά την εποχή του Ομήρου, αποτελούνται από τεράστιους ασμίλευτους ογκόλιθους ενωμένους ενίοτε με πολύ μικρές πέτρες, αλλά χωρίς τη βοήθεια τσιμέντου.

Τα τείχη της Τίρυνθας

Τα τείχη της Τίρυνθας

 

Περιβάλλουν όλο το λόφο και πρόκειται για επιβλητική κατασκευή.  Εκείνη την εποχή των μη ακριβή μεγάλων πολεμικών μηχανών αυτά τα τείχη ήταν σε θέση να αντισταθούν όχι μόνο στην όποια επίθεση πειρατών που θα έφθαναν από τον Κόλπο, αλλά και στην όποια αιφνιδιαστική επίθεση μεγαλύτερου στρατού.  Όσο για κάποια τακτική πολιορκία, ο εσωτερικός του πληθυσμός ήταν πολύ λίγος και η κλίση του λόφου του ήταν πολύ μικρή και λίγη, για να την  φοβηθεί κάποιος πιο ισχυρός εχθρός.  Τα εσωτερικό της Ακρόπολης της Τίρυνθας είναι σήμερα ένα χωράφι με εξαιρετικό καπνό, και πάνω στις πλαγιές και ακόμα και στον κάμπο, αναπτύσσονται αμπέλια που παράγουν, λέγεται, πολύ καλό κρασί.

Ο ποταμός Ίναχος

Ο ποταμός Ίναχος

Σε άλλη μισή ώρα με σταθερό καλπασμό ενός καλού αλόγου άμαξας, φθάνουμε από τα ερείπια της  Τίρυνθας στη σύγχρονη πόλη του Άργους.  Πρόκειται για ένα είδος μεγάλης κωμόπολης κτισμένη σε πεδιάδα και που έχει περίπου 6000 κατοίκους.  Δυο ή τρία από τα σπίτια είναι αρκετά καλά κτισμένα και περίπου όλα έχουν έναν μικρό κήπο.  Το δημόσιο σχολείο και ο στρατώνας είναι επίσης καλά κτίρια.  Όλα τα σπίτια δείχνουν κάποια άνεση λόγω της καλλιέργειας του καπνού, του οποίου η ανωτερὀτητα της ποιότητας  είναι αναγνωρισμένη σε όλη την Ελλάδα .  Μερικά κομμάτια από αρχαία μάρμαρα εμφανίζονται που και που ανάμεσα στους τοίχους και πάνω στις εξωτερικές πόρτες των σπιτιών.  Σε μια οδό που οδηγεί στο βουνό, σταμάτησα μπροστά σε ένα πολύ όμορφο μαρμάρινο ανάγλυφο, ύψους έξι ποδιών, που  απεικονίζει την Αφροδίτη και τον   Έρωτα.

Η κόμμωση της Αφροδίτης έχει ωραίο σχήμα.  Αυτό το ανάγλυφο αποτελεί ένα εκ των δύο στύλων που στηρίζουν το υπέρθυρο  μιας αυλόπορτας τοποθετημένης στο δρόμο.  Πηγαίνοντας από την καινούργια πόλη προς το βουνό πάνω στο οποίο στέκονταν η ακρόπολη του Άργους και  το μεσαιωνικό κάστρο, βρίσκουμε πρώτα απομεινάρια ρωμαϊκών κατασκευών. Ἐπειτα, λίγο πιο πέρα, τα ερείπια ενός μεγάλου θεάτρου, σκαλισμένου όπως συνηθιζόταν, στις ίδιες τις πλαγιές του βουνού.  Οι κερκίδες διατηρούνται αρκετά καλά μέχρι και το πιο ψηλό σημείο.  Πρέπει ν΄ ανέβεις άλλη μια ώρα για να φτάσεις στην κορυφή του βουνού πάνω στο οποίο ήταν κτισμένα η ακρόπολη και το φράγκικο κάστρο.

Σ΄ όλη την έκταση του βουνού βρίσκουμε  όγκους από τούβλα, που αποδεικνύουν ότι  όλος αυτός ο χώρος καλυπτόταν από οικίες.  Φτάνοντας στη μέση βρίσκουμε ένα πρώτο τείχος του κάστρου, που αποτελείται από επάλξεις φράγκικης κατασκευής.  Πέρα από αυτό το πρώτο τείχος βλέπουμε εδώ και εκεί, περίπου παντού μέσα στην εσωτερική περίβολο, μερικά ερείπια των ελληνικών τειχών από φαρδιές τετράπλευρες πέτρες ομοιόμορφα σκαλισμένες και τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη χωρίς να ενώνονται με τσιμέντο.  Βλέπουμε ότι οι Φράγκοι αρκέστηκαν  να προσαρμόσουν τις κατασκευές τους στις αρχαίες κατασκευές και να υψώσουν πιο ψηλά τείχη πάνω από εκείνα που υπήρχαν ήδη, διατηρημένα εν μέρει.

Πολύ συχνά μάλιστα, χρησιμοποίησαν υλικά από αρχαία ερείπια που βρίσκονταν εκτός από τα τείχη, αφού στο εξωτερικό τείχος παρατηρούμε μία κολόνα με αυλακώσεις τοποθετημένη με υπέροπτο τρόπο  ως πλαϊνό παραθύρου ενώ κοντά της, πάνω στο ίδιο τείχος, πολλές κολόνες είναι ξαπλωμένες στο βάθος του τείχους σαν να ήταν αποθηκευμένες.  Το φράγκικο κάστρο είναι τέλεια διατηρημένο·  στρογγυλοί πύργοι, ορθογώνιοι πύργοι, επάλξεις, βρίσκουμε τα πάντα.  Όταν το βλέπεις από τη μεριά της δύσης, κάνει πολύ όμορφη εντύπωση.

Την εποχή του πολέμου της Τροίας τα στρατεύματα του Άργους και της χερσονήσου των Μεθάνων τα οδηγούσε στον πόλεμο ο Διομήδης, μεγάλος υποτελής του βασιλιά Αγαμέμνονα, ηγεμόνα της Αργολίδας.  Μετά την κατάκτηση του Μοριά από τους Φράγκους, η φεουδαρχία αυτού του κράτους δόθηκε σ΄ έναν Γάλλο, που ήταν υποτελής των πριγκίπων ντ΄ Ασέιγ της οικογένειας Βίλλε-Αρντουέν.  Το δέκατο τέταρτο αιώνα ο Γκι ντ΄ Ανγκιέν,  μη μπορώντας να κατακτήσει ξανά την Αθήνα, που είχε αποκτήσει ο παππούς του Γκοτιέ ντε Μπριέν, δούκας της Αθήνας, έγινε ηγεμόνας του Άργους· αλλά  είχε μόνο μια διάδοχο, και οι Βενετοί, οι οποίοι καιροφυλακτούσαν αυτή την διαδοχή, κατάφεραν να παντρέψουν τη Μαρία, την κόρη του, με έναν δικό τους, της οικογένειας Κορνάρο·  μετά, του εξαγόρασαν τα δικαιώματά του, και μετά το θάνατο της Μαρίας ντ Άνγκιέν και του Πέτρου Κορνάρο, κληρονόμησαν τα φέουδα του Άργους και του Ναυπλίου*· αλλά δεν μπόρεσαν να γίνουν κάτοχοι αυτών.  Αφού ο Κάρολος του Τόκκο, δεσπότης της Ρωμανίας και της Άρτας, Δούκας της Λευκάδος, κόμης του παλατιού της Κεφαλονιάς και γαμπρός του Νέρι Ατσιαγιούλι, δούκας της Αθήνας, τις είχε κατακτήσει με όπλα στο χέρι, και χρειάστηκαν χρόνια για να τελειώσουν διαπραγματεύσεις προς όφελός τους.

Πάμε από το Άργος προς το Χαρβάτι, τους πρόποδες των λόφων των Μυκηνών, σε μια ώρα.  Εκεί, άφησα την άμαξά μου διότι σταματάει κάθε δρόμος, και ανέβηκα με τα πόδια αυτές τις άγονες πλαγιές.  Το πρώτο αρχαίο μνημείο που συναντάμε είναι ο θησαυρός των Ατρειδών, γνωστός και ως τάφος του Αγαμέμνονα.  Ένας ευρύς προθάλαμος με φαρδιές τετράπλευρες πέτρες οδηγεί σε μια φαρδιά και όμορφη πύλη με ύψος δέκα οκτώ πόδια·  τρεις τεράστιες πέτρες σχηματίζουν τα δυο στηρικτικά πίλαστρα και το υπέρθυρο της πυραμιδοειδούς πύλης που οδηγεί σ΄ ένα δωμάτιο, διαμέτρου  περίπου σαράντα οκτώ ποδιών, κατασκευασμένο με θόλο κωνικού σχήματος.  Μέσα στο πέρασμα που οδηγεί στο εσωτερικό, παρατηρούμε ακόμα από κάτω προς τα πάνω δυο σειρές από πρόκες που προορίζονταν να στηρίξουν μια δίφυλλη πόρτα.  Αυτό το δωμάτιο είναι κτισμένο όλο με τετράπλευρες πέτρες μέχρι το πάνω μέρος του κώνου ή του ακροσφήνιου, που φθάνει στο πάνω μέρος του λόφου, περίπου στην επιφάνειά του. 

Θησαυρός του Ατρέα ( Χαλκογραφία C. Wordsworth, 1841)

Θησαυρός του Ατρέα ( Χαλκογραφία C. Wordsworth, 1841)

Η πέτρα που είναι τοποθετημένη στο υψηλότερο σημείο αυτού του κώνου σηκώθηκε λένε, μετά από διαταγή του Βελί πασά, λόγω των έντονων φημών ότι θα έβρισκε εκεί ανεκτίμητους θησαυρούς.  Όλες οι πλάκες έχουν φαρδιές πρόκες που μάλλον στήριζαν σκαλιστές μπρούντζινες πλάκες, όμοιες με την επικάλυψη της στήλης της Πλατείας Βαντόμ.  Από αυτό το κυκλικό δωμάτιο περνάμε, μέσω μιας πόρτας και ενός περάσματος πιο μικρού, σ΄ ένα άλλο δωμάτιο ορθογώνιου σχήματος, σκαλισμένο στο βράχο.  Εκεί, λέγεται, οι Ατρείδες φύλαγαν τα πολύτιμα όπλα τους, τα ποτήρια που τους είχαν κάνει δώρο, και άλλα παράξενα αντικείμενα που αποτελούσαν την οικογενειακή τους κληρονομιά.  Σκεπάστε την Σιταραγορά του Παρισιού μ΄ έναν θόλο από μεγάλες πέτρες αντί ενός σιδερένιου θόλου, και θα έχετε μια αρκετά πιστή αναπαράσταση του επιβλητικού θησαυρού των Ατρειδών.  Αυτό το μνημείο φαίνεται ότι ήταν έξω από τον περίβολο της πόλης, και βλέπουμε κάποιους τάφους  στην επιφάνεια του εδάφους λίγα βήματα από εκεί που οδηγούν στα τείχη των Μυκηνών που αποτελούνται από μεγάλες σκαλισμένες πολυγωνικές πέτρες που σκεπάζουν όλες τις πλαγιές του βουνού.  Στο πιο χαμηλό σημείο, βρίσκεται η φημισμένη πύλη των Λεόντων που είναι τόσο αρχαία .

Είναι ημιπυραμιδικού  σχήματος, και τα λιοντάρια που είναι τοποθετημένα στην κάθε πλευρά  φαίνονται να στηρίζουν τον κολοσσιαίο θυρεό μιας πύλης του μεσαίωνα. 

Πιο πάνω, στο μέρος των βουνών και της πηγής, βρίσκεται μια άλλη πύλη μικρότερη, και πιο πέρα παρατηρούμε στην άκρη ενός τοίχου έναν τετράγωνο πύργο.  Ανάμεσα σ΄ αυτά τα εκτενή ερείπια δεν υπάρχει πια ούτε μια κατοικία, και ο καπνός αναπτύσσεται σε ύψος ανθρώπου στα καλύτερα χώματα.  Παρά τη τωρινή ξεραΐλα αυτών των βραχωδών βουνών, το νερό δεν πρέπει να έλειπε στην αρχαία πόλη των Μυκηνών.  Οι εξαιρετικές πηγές που βλέπουμε εκεί ακόμα  χρησιμοποιούνται και με τη βοήθεια αγωγών  τροφοδοτούν ακόμα τα πηγάδια του Χαρβατιού.  Η πόλη των Μυκηνών, κτισμένη πάνω σε απόκρημνα βουνά, περικυκλωμένη με ένα τείχος από βουνά ακόμα πιο σκληρά, είναι το πιο τέλειο είδος μιας μεγάλης και δυνατής πόλης των ημιμυθικών χρόνων, χωρίς κανένα ανακάτεμα με τα χρονικά των ιστορικών εποχών και τους αιώνες του μεσαίωνα να έχουν αλλοιώσει τη φυσιογνωμία της· πρόκειται ακόμα για την καλοκτισμένη πόλη των Μυκηνών, για τις Μυκήνες με τους φαρδιούς δρόμους, την εύπορη πόλη των Μυκηνών, που αγάπησε η Ήρα, που περιγράφει ο Όμηρος, αλλά που μετά από εκείνον, δεν είχε ζωή πια παρά κατά κάποιο τρόπο μόνο μέσα στα αθάνατα ποιήματά του[…]

 

* Βλ. στα Χρονικά του Αντρέα Ντάντολο, σελ. 482, το κεφάλαιο:  Acquisitio Argos et Neapolis. (Συλλογές του Μουρατόρι, τ. 12)

Μετάφραση από τα γαλλικά: Κυπαρισσία Ηλιοπούλου

 

Πηγή

  • Buchon, J. A. C. (Jean Alexandre C.), « La Grece continentale et la Moree 1840-1841», Paris, 1843.

 

 


Read Full Post »

Γεωγραφία Μεθοδική – Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος 1834


  « Διατρίβων δια τρεις χρόνους σχεδόν εις τας Αθήνας ερανίσθην και έκαμα την μεθοδικήν μου Γεωγραφίαν, την οποίαν εξηγήσας εις τους μαθητάς μου έπεμψα και ετυπώθη εις Βενετίαν…».

 

Αυτά γράφει ο ίδιος ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος στην βιογραφία του, σχετικά με την συγγραφή και έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου του. Αναφέρεται βέβαια στην πρώτη έκδοση η οποία πραγματοποιήθηκε το 1818 στην Βενετία.

Υπάρχει και η δεύτερη έκδοση ( την οποία παραθέτουμε), διορθωμένη και βελτιωμένη του 1834, η οποία τυπώθηκε στο Ναύπλιο.

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΜΕΘΟΔΙΚΗ

ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

ΑΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ

 

ΕΚ ΠΑΛΑΙΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΣΟΦΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΣΥΝΕΡΑΝΙΣΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΕΘΕΙΣΑ

 

Παρά του

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΙΑΤΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΥΡΡΟΥ

ΤΟΥ ΘΕΤΤΑΛΟΥ.

 

ΝΕΩΣΤΙ ΔΕ

ΔΙΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΕΠΑΥΞΗΘΕΙΣΑ ΜΕ ΤΑ ΔΙΑΤΡΕΞΑΝΤΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ.

 

Εκδίδεται το δεύτερον

 

Προς όφελος των αυτού φίλων Μαθητών και του

Ελληνικού Γένους.

 

ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ

Α. ΚΑΙ Ν. ΑΓΓΕΛΙΔΩΝ.

1834.

 

 

Σε αυτή την έκδοση, διαβάζουμε σχετικά με τον Νομό Αργολίδας και τις Επαρχίες της:

 

Ν ο μ α ρ χ ί α  η  Α ρ γ ο λ ί ς


 

Πύρρος,-Διονύσιος,-αρχιμανδρίτης,-Γεωγραφία-μεθοδική-και-καταγραφή-απάσης-της-οικουμένης--1834-5Η Αργολίς είναι μία Νομαρχία εκτεταμένη εις πλάτος και μήκος. πρωτεύουσα πόλις της Νομαρχίας ταύτης είναι η αρχαία Ναυπλία, όπου κατά το παρόν είναι ο Βασιλικός θρόνος του Βασιλέως της Ελλάδος, και η διανομή του επάρχου. η Ναυπλία εκτίσθη υπό Ναυπλίου του υιού του Ποσειδώνος καί της Αμυμώνης νύμφης, τά θεμέλια της αρχαίας Ναυπλίας σώζονται εδώ και εκεί, εις την αρχαίαν Ναυπλίαν, η αρχαία Ναυπλία κείται εις θέσιν καλήν και ωραίαν, είς τι ακτρωτήριον πετρώδες, τό κάτωθεν Ναύπλιον είναι κτίσμα των Βενετών πρό τεσσάρων αιώνων, οι Βενετοί γεμίσαντες τήν θάλασσαν έκτισαν την πόλιν ταύτην καθόν καιρόν εκυρίευον την Πελοπόννησον οι τούρκοι. άνωθεν της Ναυπλίας κείται το περίφημον Παλαμίδι συγκείμενον από επτά δυνατώτατα οχυρώματα, τό εν μέ το άλλον διαφεντεύεται. Επήραν οι Έλληνες το Παλαμίδιον με προδοσίαν μάλλον, παρά μέ έφοδον εν έτει 1822 τη 30 του Νοεμβρίου μηνός. Η πόλις Ναυπλία είναι καλώς κατοικημένη με οικοδομάς μεγάλας και ωραίας, πλήν τα ενοίκια των οικιών της Ναυπλίας διά την πλεονεξίαν υπερβαίνουσι τά των Παρισίων και Λόνδρας, ή Ναυπλία έχει κατοίκους κατά τό παρόν έως έγγιστα 25,000, μήκος γεωγραφικόν 40˚, 57’, καί πλάτος 37˚,32’.

Δευτέρα επαρχία είναι ή κυρίως Αργολίς, πρωτεύουσα της οποίας είναι το Άργος, κτίσμα του Ινάχου του Βασιλέως, πρό Χριστού έτη 1783, όπου διατρίβει ο κατά καιρόν έπαρχος. την Ακρόπολιν ταύτην έκτισεν ο Δαναός ο υιός του Βόλου του Βασιλέως της Αιγύπτου, κατά το 1572 έτος. Η Αργολίς εγέννησε τους μεγαλητέρους και ανδρειοτέρους άνδρας του κόσμου, Περσέα, Ηρακλέα, Διομήδην, Αγαμέμνονα καί τους λοιπούς, πλήν αθλίους κατά την τύχην τους. τόσον τό Άργος, όσον και η λοιπή Αργολίς κατοικείται από περισσοτέρους αλβανούς. Όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας και Ναυπλίας είναι έως 34810. εκτός των της Ναυπλίας. Παράγει προϊόντα επέκεινα των 1’,000,000 δραχμών. Απέχει το Άργος από την Ναυπλίαν μίλια 4. από Τρίπολιν 22 και από Κόρινθον 18 από το μεσημβρινόν 40˚, 18’ και Ισημερινόν 37˚ 32’. πρός άρκτον του Άργους 4 μίλια είναι τα ερείπια των Μυκηνών πόλεως, και ο τάφος του Αγαμέμνονος Βασιλέως αυτών. προς ανατολάς ταύτης 4 μίλια είναι τα ερείπια του ναού της Αργείας λεγομένης Ήρας Ηραίον καλούμενον.

Τρίτη επαρχία είναι η Κορινθία, την κλήσιν λαβούσα από του Κορίνθου του υιού του Μαραθώνος αυτή πρότερον ελέγετο καί Εφύρα, και πόλις Ηλίου κτλ’. Αύτη συνορεύει προς άρκτον με το Κρισαίον κόλπον, πρός  νότον με την Αργολίδα καί πρός δυσμάς με την Αρκαδίαν. πρωτεύουσα πόλις της επαρχίας ταύτης είναι η ομώνυμος Κόρινθος, η ακρόπολις της οποίας κείται εις υψηλοτάτην τινά πέτραν, όλη περιτειχισμένη καλώς και οπλισμένη με πολλότατα κανόνια, επήραν την ακρόπολιν ταύτην οι Έλληνες με πολιορκίαν εν έτει 1822. η πόλις αύτη το πάλαι ήτον ευδαίμων και πλουσία εξ αιτίας, ότι τα εμπορικά πλοία εξεφόρτωναν ενταύθα καί πάλιν εφόρτωναν εις τον άλλον λιμένα. προς ανατολάς της πόλεως ήτον ο ναός της ωραίας Αφροδίτης, της οποίας Ιέρεσσαι και εταίραι ήσαν έως χίλιαι. εις αυτό το Κράνειον μέρος διέτριβεν ενίοτε και Διογένης ο Κυνηκός φιλόσοφος. η Κορινθία έχει κατοίκους 23,760 και προϊόντα 1’,000,000 δραχμάς, μήκος 40˚,50’ και πλάτος 37˚,38΄.

Τετάρτη επαρχία είναι η Τροιζηνία, πρωτεύουσα της οποίας είναι η Καλαυρία νήσος των παλαιών, ήτις τά νυν Πόρος καλείται. Τροιζηνία ωνομάσθη από την Τροιζήνην ποτέ πόλιν την νυν Δαμαλάν, η πόλις Τροιζήν είναι αρχαιοτάτη, κειμένη άνωθεν του Σαρωνικού κόλπου 2 μίλια. ο τόπος αυτός είναι καρποφόρος και ωραίος, πλήν νοσώδης. εις την Τροιζηνίαν εγενήθη ο Θησεύς ο Βασιλεύς των Αθηνών, εις την Τροιζήνα εις έτι ευρίσκονται πολλοί Ελληνικοί ναοί, και μάρμαρα διάφορα με γράμματα και επιγραφάς. αυτού προλαβόντως έγινε και εθνική Συνέλευσις των Ελλήνων.

Η Πόρος νήσος γυρίζει 18 μίλια γεωγραφικά εις την μέσην αυτής ήτον το πάλαι ο ναός του Ποσειδώνος, όπου ο Δημοσθένης πιών το κώνιον απέθανε. κάτωθεν εις την σφαιρίαν νήσον είναι η πόλις Πόρος, όπου είναι ο Ναύσταθμος ο Βασιλικός. η Καλαυρία νήσος,  έχει κατοίκους έως 6000 και πλοία της δευτέρας κλάσεως 165. παράγει δε και λεμόνια εις πλήθος. όλοι οι Ποριώται είναι ναύται έμπειροι, τίμιοι και καλοί, επί Καποδίστρια και αυτοί εδοκίμασαν τα κακά της τύχης των. εις τον Λιμένα του Πόρου έκαυσαν το μεγαλήτερον πλοίον των Ελλήνων Ελλάς καλούμενον.

Πέμπτη επαρχία είναι η Ερμιονίς, η οποία πρότερον ελέγετο Κάτω Ναχαές. αύτη κείται προς μεσημβρίαν της Ναυπλίας, την κλήσιν λαβούσα από την Ερμιόνην ποτέ πόλιν, την νυν Καστρί καλουμένην, εις την οποίαν σώζονται εις έτι μερικοί αρχαίοι ναοί και το Ολυμπιακόν Θέατρον χαλασμένον, η επαρχία αύτη σύγγειται από το Κρανίδι και Πέτσαν, απέχει το Κρανίδι προς δυσμάς μίλια 7 και από την θάλασσαν μίλια 2. οι αρχαίοι κάτοικοι της παραλίας ταύτης αλιείς ελέγοντο˙ δηλ. ψαράδες, οίτινες και μέχρι την σήμερον ψαρεύουσιν οψάρια και σπόγγους θαλασσίνους. οι Κρανιδιώται είναι ναύται κάλλιστοι, μάλιστα εις τα μικρά πλοιάριά των.

Η Πέτσα νήσος το πάλαι Τιπάρινος ελέγετο. αύτη γυρίζει μίλια 1.3. είναι καλώς κατοικημένη με 7000 κατοίκους. Έχει πλοία της πρώτης κλάσεως 79˙ και της δευτέρας 120. όλοι οι Πετσιώται είναι ναύτοι εμπειρότατοι, οι οποίοι εις τον Ελληνικόν αγώνα επολέμησαν γενναίως με τα πλοία των εναντίον των εχθρών της Ελλάδος, ηνδραγάθησαν και εις διαφόρους μάχας. εις την νήσον ταύτην διατρίβει και ο κατά καιρόν έπαρχος αυτής.

Έκτη επαρχία της Αργολίδος είναι η Ύδρα, ήτις  και Υδραία το πάλαι ελέγετο, ίσως την κλήσιν λαβούσα εκ της Ύδρας αρχαίας πόλις, τα ερείπια της οποίας φαίνονται εις την μέσην της νήσου, Επισκοπήν τα νυν λεγομένην. διότι μόνον αυτού φαίνεται ότι ήτον νερόν πηγαίον, και πότιμον ως μέχρι την σήμερον εκεί σώζεται. η νήσος αύτη είναι επί μήκη και στενή, γυρίζει μίλια γεωγραφικά 20. Η πόλις Ύδρα είναι καλώς κατοικημένη με καλάς και ωραίας οικοδομάς. είς άναντες τόπον κτισμένε. αύτη πρότερον είχε 30,000 κατοίκους και πλοία  μεγάλα 120. και την σήμερον μόλις έχει 15,000. και πλοία της πρώτης κλάσεως 95, και της Β᾿. 301. οι Υδριώται είναι ναύται εμπειρότατοι, αξιώτατοι, ως και οι Πετσιώται. Αυτοί διαπλέουσιν όλα σχεδόν τα μέρη του Κόσμου, ώστε εμπορούν να φιλονεικήσωσιν με όλα σχεδόν τα έθνη του Κόσμου διά την θαλασσοπορίαν. η φύσις ως φαίνεται, εσυνερίσθη να τους πλάτη ευκινήτους, μεγαθύμους και επιτηδείους εις την Ναυτικήν και πολεμικήν.

Όλοι οι γενναίοι Υδριώται εις την επανάστασιν των Ελλήνων έχοντες αρχιναύαρχον της Ελλάδος τον αγαθόν πατριώτην  τους Ανδρέα Μιαούλην, άνω κάτω έφερον  την θάλασσαν, πολεμώντες γενναίως με τους Τούρκους των τριών δυνάμεων της Τουρκίας και καίοντες τα πλοία και τους αρχιγούς αυτών. Κατά τούτον τον αιώνα οι Υδριώται εφάνησαν οι πλέον άξιοι πολεμιστάί ναύται της Ελλάδος και οι τιμιώτεροι, ούτοι ενίκησαν μέν τους εχθρούς των εις διαφόρους μάχας πλην εχάθησαν οι περισσότεροι από τον πόλεμον, εδυστύχησην και επτώχηναν εις άκρον από τάς αδράς δαπάνας των τοσούτων χρόνων της επαναστάσεως και παράβλεψιν των κατά καιρών Διοικήσεων.

Ο άξιος και ενάρετος Λάζαρος Κουντουριώτης ως ένας εύσπλαχνος και αγαθός πατήρ των τέκνων εβοήθησε τα μέγιστα την πατρίδα του, πολλούς πτωχούς Υδριώτας έθρεψε και πολλάς χήρας και ορφανά των φονευθέντων ηλέησεν και εβοήθησε με τα ελέη του, το όνομα του εναρέτου τούτου ανδρός θέλει μείνειν αθάνατον εις τας επερχομένας γεννεάς, ως του Δικαίου Αριστίδου του Αθηναίου. Η περίμετρος της Ύδρας είναι μίλια 20. 

  

Πηγές

  •  Γεωγραφία μεθοδική και καταγραφή απάσης της οικουμένης / Εκ παλαιών τε και νεωτέρων σοφών συγγραφέων Συνερανισθείσα και συντεθείσα παρά του Αρχιμανδρίτου και Ιατροδιδασκάλου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Νεωστί δε διορθωθείσα και επαυξηθείσα με τα διατρέξαντα του νέου Βασιλείου της Ελλάδος και λοιπών Βασιλείων. Εκδίδεται το δεύτερον προς όφελος των αυτού φίλων Μαθητών και του Ελληνικού Γένους. 1834
  •  Επιστολή του Αρχιμανδρίτου και Ιατροδιδασκάλου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού προς τον Ευγενέστατον άρχοντα των Θεσσαλων κύριον Αθανάσιον Παπα Πολυμέρου του Θετταλού. Αθήνηθεν :Εκ της Τυπογραφίας Αγγέλου Αγγελίδου,1837.

 

 

   

Read Full Post »

Αργολικός κάμποςWordsworth Christopher ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ)

 

Ο Άγγλος Christopher Wordsworth ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ) (1807-1885),  υπήρξε ένας από τους ελάχιστους περιηγητές που ήρθε στην Ελλάδα για να μελετήσει και όχι να λεηλατήσει τους αρχαίους θησαυρούς. Στα 1832 – 1833 ταξίδεψε στην Ελλάδα. Ας δούμε τις εντυπώσεις του από την περιήγηση του στην Αργολίδα.

Wordsworth Christopher

Wordsworth Christopher

Η καλύτερη θέα του Αργολικού κάμπου, στον οποίο περνάμε τώρα, είναι αυτή που έχει κανείς από την ακρόπολη – τα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Λάρισα – του Άργους, πρωτεύουσας της Αργολίδας. Η Ακρόπολη αυτή βρίσκεται στην κορυφή ενός ψηλού και απομονωμένου λόφου, σε απόσταση περίπου έξι χιλιομέτρων από τη βόρεια ακτή του Αργολικού Κόλπου. Από εδώ ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει τις τοποθεσίες που χάρισαν τη δόξα στο αργολικό έδαφος επί χιλιάδες χρόνια στην ιστορία και την ποίηση της Ελλάδας.

Μπροστά του, στο νότο, βρίσκεται ο όρμος στον οποίο αποβιβάστηκε ο Δαναός με τις κόρες του, ερχόμενος από την Αίγυπτο – θέμα ενός από τα πρώτα δράματα της αθηναϊκής σκηνής. Στο δυτικό άκρο του ίδιου όρμου, βρίσκεται η λίμνη Λέρνη σ’ ένα σημείο πιο κοντά στην πόλη, ο ποταμός Ερασίνος πέφτει στη θάλασσα, έχοντας διασχίσει ένα υπόγειο ρήγμα από τη βόρεια Αρκαδία, ενώνοντας έτσι τη λίμνη Στυμφαλία, από την οποία πηγάζει και ήταν το σκηνικό ενός από τους Άθλους του Ηρα­κλή, με την αργολική Λέρνη, η οποία υπήρξε επίσης μάρτυρας ενός ανάλογου άθλου του ίδιου ήρωα.

Ακόμα πιο κοντά στην πόλη από την οποία έχουμε τη θέα, ρέει ο περίφημος πο­ταμός Ίναχος, που συνδέεται με την αργολική ιστορία από τα πολύ παλιά χρόνια. Στην πραγματικότητα κατηφορίζει από τα σύνορα της Αρκαδίας· σύμφωνα όμως με τις μυθώδεις αφηγήσεις Ελλήνων ποιητών – που τους άρεσε να συνδέουν μακρινούς τόπους μεταξύ τους με ποτάμια και οι οποίοι, επομένως, δε δίσταζαν να τους αποδίδουν την πορεία που ήταν πιο πρόσφορη για έναν τέτοιο σκοπό – δεν ήταν άλλος από έναν πο­ταμό με το ίδιο όνομα, ο οποίος έρεε στην περιοχή της Αμφιλοχίας, στην ανατο­λική ακτή του Αμβρακικού Κόλπου, και ο οποίος, έχοντας αναμίξει τα νερά του με τα νερά του Αιτωλικού Αχελώου, περνούσε κάτω από τη γη και αναδυόταν σε ένα σπήλαιο στους πρόποδες του Όρους Χάον, κοντά στους νότιους πρόποδες της ακρόπολης του Άργους.

Σ’ αυτό το πλάσμα της φαντασίας, αναγνωρίζουμε τα ίχνη μιας πολύ φυσικής και όχι δυσάρεστης προσπάθειας να συνδέονται οι κάτοικοι μιας αποικίας με αυτούς της μητρικής πόλης, με συναισθηματικούς δεσμούς που, παρά την απόσταση της μίας από την άλλη, ενισχύονταν από το γεγονός ότι ζούσαν στις όχθες του ίδιου ποταμού. Οι κάτοικοι και η ονομασία του Αμφιλοχικού Άργους προέρχονταν από το Άργος της Πελοποννήσου και σύμφωνα με όσα αναφέραμε προηγουμένως, οι δύο συγγενικές πόλεις βρίσκονταν σε διαρκή συμμαχία και επικοινωνία μεταξύ τους· οι καρδιές τους ήταν δεμένες πράγματι μεταξύ τους με το ασημένιο νήμα του ίδιου ποταμού.

 

 Μυκήνες

Mycenae Gate Drawing

Mycenae Gate Drawing

 Στο βόρειο άκρο του Αργολικού κάμπου βρίσκεται η πόλη Μυκήνες. Η θέση της είναι ορατή από την Ακρόπολη του Άργους. Παραμένει σχεδόν στην κατάσταση που βρισκόταν την εποχή του Αθηναίου ιστορικού, ο οποίος από την έκταση και την κατάσταση των ερειπίων της, όπως ήταν τότε, συνήγαγε ένα συμπέρασμα σχετικά με το μέγεθος της δύναμης του οίκου των ηγεμόνων της, των Ατρειδών , σε σύγκριση με αυτήν πιο πρόσφατων δυναστειών. Ατενίζουμε με δέος μια πόλη που ήταν ερειπωμένη την εποχή του Θουκυδίδη. Αλλά και με κάποια ευχαρίστηση παρατηρούμε το ίδιο περίφημο μνημείο αρχαίας γλυπτικής, που είχε δει εκεί σε παλαιότερες εποχές ο ταξιδιώτης Παυσανίας – στην καλαισθησία και την εργατικότητα του οποίου όλα τα άτομα που αισθάνονται ένα ενδιαφέρον για τη γεωγραφία και τις αρχαιότητες της Ελλάδας είναι βαθύτατα υποχρεωμένα – το οποίο στέκεται ακόμα στις μέρες μας, όπως το περιγράφει να στέκεται στη δική του εποχή, πάνω από την κύρια και στην πραγματικότητα μοναδική πύλη, με εξαίρεση μια μικρή παράπλευρη είσοδο, της πόλης της Μυκηνών.

 Εξερευνώντας τον αρχαιολογικό χώρο αυτής της πόλης και παρατηρώντας τη δομή και τον διάκοσμο της Πύλης Των Λεόντων, στη βορειοδυτική γωνία της πόλης, νιώθουμε να γινόμαστε οι συνοδοιπόροι των δύο αυτών συγγραφέων, οι οποίοι είδαν αυτά που βλέπουμε εμείς τώρα. Ή, μάλλον, παρασυρμένοι από το ρεύμα της δικής τους πεποίθησης και ενδίδοντας στο χείμαρρο των συναισθημάτων που ωθούσαν κι εκείνους, νιώθουμε να αναγνωρίζουμε εδώ τα ίδια πράγματα τα οποία, στη φαντασία τους, έδιναν ζωή σ’ αυτόν τον τόπο σε παλαιότερους καιρούς.

Έτσι, για παράδειγμα, καθώς στεκόμαστε μπροστά στην κεντρική πύλη της πόλης των Μυκηνών, στην οποία μόλις αναφερθήκαμε, που εξακολουθεί να πλαισιώνεται από τα τείχη και τον πύργο επιβλητικής και ηρωικής λιθοδομής, με τον αρχιτεκτονικό και γλυπτό διάκοσμο των πρώτων ημερών της, φανταζόμαστε τον Αγαμέμνονα, Αρχιστράτηγο των Ελλήνων, να φτάνει μπροστά της με το άρμα του, κατά την επιστροφή του από την εκστρατεία στην Τροία τον βλέπουμε να παραδίδει τα ηνία του στον ακόλουθο του, να κατεβαίνει από το άρμα του και να πατάει το πόδι του στον λιθόστρωτο δρόμο που, σύμφωνα με την περιγραφή του δραματικού ποιητή, θα τον οδηγήσει στο ανάκτορο των προγόνων του, στην ακρόπολη, όπου ετοιμάζεται να επιστρέψει μετά από απουσία δέκα ετών. Ή ακόμα, έχουμε την αίσθηση ότι βλέπουμε τον Ορέστη, γιο του Αγαμέμνονα, να φτάνει τη χαραυγή με τον φίλο του Πυλάδη για να επισκεφτεί τον τάφο του νεκρού πατέρα του, που είδε εδώ ο Έλληνας ταξιδευτής στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως στη συνέχεια οραματιζόμαστε την πομπή των Παρθένων, που από το δρόμο της πόλης περνούν από την ίδια πύλη, κομίζοντας τις σπονδές και τα στεφάνια τους στον ίδιο τάφο ακούμε το θρήνο της περίλυπης Ηλέ­κτρας και είμαστε παρόντες τη στιγμή που αναγνωρίζει τον αδελφό της, τον Ορέστη, γεγονός που μετατρέπει τη θλίψη της σε χαρά.

Στην υπόγεια αίθουσα, ή Θησαυροφυλάκιο, που βρίσκεται έξω από την πόλη, όχι πολύ μακριά από την ίδια πύλη και η είσοδος του υποστηρίζεται από κίονες από πράσινο βασάλτη με υπέροχη γωνιώδη δια­κόσμηση, η ασυνήθιστη δομή και συμμετρία του οποίου προσέλκυσε την προσοχή του ίδιου Τοπογράφου και περιγράφεται από αυτόν, βλέπουμε το χώρο αποθήκευσης του πλούτου των αρχαίων βασιλέων, χάρη στον οποίο η πόλη είχε αποκτήσει τον τίτλο Χρυσές  Μυκήνες. Φανταζόμαστε αυτή την αψιδωτή αίθουσα, όπως πιθανότατα φαντάστηκε ο Παυσανίας ότι θα ήταν την εποχή του Ατρέα, στον οποίο την αποδίδει. Βλέπουμε αριστουργηματικά άρματα, που στις πλευρές τους είναι αποτυπωμένες ανάγλυφες φιγούρες ασυνήθιστης τεχνικής, να κρέμονται στους τοίχους, οι οποίοι ήταν τότε καλυμμένοι με μεταλλικά φύλλα βλέπουμε αγγεία και τρί­ποδες από ορείχαλκο και χρυσό, δώρα Ελλήνων ή Ασιατών ηγεμόνων, στοιβαγμένα στο πάτωμα περικεφαλαίες και ασπίδες, ξίφη και λόγχες, τα εμβλήματα και τα όπλα αρχαίων ηρώων – κάποιοι από αυτούς πίστευαν, ενδεχομένως, ότι ήταν έργα του Ηφαίστου ή δώρα της Αθηνάς – κρεμασμένα από καρφιά ή στημένα στη σειρά κατά μήκος των τοίχων υπάρχουν στομίδες και χαλινάρια, πολυτελείς σαγές αλόγων και προμετωπίδες από ελεφαντόδοντο χρωματισμένο από τις γυναίκες της Μαιονίας (ΣτΜ: αρχαίο όνομα της Λυδίας) και στα σεντούκια από κάτω τους υπάρχουν κεντημένοι χιτώνες και μανδύες που λάμπουν από την πορφύρα και το χρυσάφι αραχνοΰφαντα υφάσματα που έπλεξαν αρχόντισσες και ευγενείς γυναίκες του βασιλικού οίκου του Πέλοπα, του Περσέα  και του Ατρέα. Τέτοιες είναι κάποιες από τις εικόνες που θα ζωντανέψουν στη φαντασία του ταξιδιώτη, καθώς θα πατάει στο έδαφος και θα παρατηρεί τα μνημεία των Μυκηνών.

 

Ο Ναός της Ήρας

 

 

 Ολοκληρώνουμε το πανόραμα που απλώνεται μπροστά στα μάτια του θεατή από την κορυφή της ακρόπολης του Αργούς: Κοιτάζοντας προς τα βορειοανατολικά βλέπει, σε απόσταση έξι χιλιομέτρων και σε μία από τις πλαγιές των λόφων που βυθίζονται βαθμιαία από τα ανατολικά στην αρ­γολική πεδιάδα, τον αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου, ή του ναού της Ήρας, της προστάτιδας θεάς του Άργους. Οι πελεκημένοι όγκοι της υποδομής του σώζονται ακόμα. Είναι άξιο σχολιασμού το ότι επιλέχθηκε ένα τόσο μακρινό σημείο από την ίδια την πρωτεύουσα ως τοποθεσία για το οικοδόμημα που ήταν αφιερωμένο στην προστάτιδα της θεότητα. Τόσο απομακρυσμένο, ωστόσο, όσο ο ναός της Ήρας από τα μέρη όπου σύχναζαν άνθρωποι, πάνω σ’ έναν ήσυχο και μοναχικό λόφο που τον επισκέπτονταν μόνο βοσκοί με τα κοπάδια τους, περιτριγυρισμένο από συστάδες δέντρων, μ’ ένα βουνίσιο ποταμάκι να βρέχει και τις δύο πλευρές του, με μια μακριά κορυφογραμμή ψηλών λόφων να υψώνεται πίσω του και με τον πλατύ αργολικό κάμπο να απλώνεται στα πόδια του, το ιερό αυτό οικοδόμημα ενέπνεε κάτι περισσότερο από εκείνη την ιδιαίτερη αίσθηση δέους και σεβασμού που οφειλόταν ειδικά στη μεγαλοπρέπεια και το κύρος της δωρικής θεάς, της συζύγου του Δία και βασίλισσας των θεών, παρά αν βρισκόταν σε κάποιο λιγότερο απομονωμένο σημείο ή αν ήταν εκτεθειμένο καθημερινά στα μάτια των ανθρώπων μέσα στο θόρυβο των δρόμων ή το συνωστισμό της αγοράς της ίδιας της αργολικής πρωτεύουσας.

 Ο δρόμος που οδηγεί από το Άργος σ’ αυτόν το ναό και τον οποίο μπορούμε να ακολουθήσουμε με το βλέμμα μας από το σημείο όπου φανταζόμαστε τον εαυτό μας να στέκεται τώρα, έχει αποκτήσει ένα μόνιμο ενδιαφέρον – ανάλογο με αυτό της Πεδιάδας του Πίου, στις πλαγιές του Όρους Αίτνα – από την πράξη υικής στορ­γής των δύο αδελφών, που έσυραν με τα ίδια τους τα χέρια από τις πύλες του Άργους μέχρι την είσοδο του ναού, μια απόσταση σαράντα πέντε σταδίων, την άμαξα της μητέ­ρας τους, η οποία δεν είχε άλλο τρόπο για να φτάσει σε καλή κατάσταση την ημέρα του εορτασμού και να βρεθεί με την εύθυμη παρέα των συμπατριωτισσών της που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Στους δύο νέους, που είχαν στεφθεί νικητές στους γυμναστικούς αγώνες, το συγκεντρωμένο πλήθος επιφύλαξε θερμή υποδοχή κατά την άφιξη τους στο Ηραίο και συνεχάρη τη μητέρα για τους γιους της και τους γιους για τη δύναμη και την αρετή τους. Η μητέρα, εκφράζοντας τη χαρά της για την ευτυχία της και για τις πράξεις των παιδιών της, πήγε στο ιερό της Ήρας, στάθηκε μπροστά στο άγαλμα της και προσευχήθηκε για τους γιους της τις μεγαλύτερες ευλογίες που θα μπορούσε να δώσει η θεά και θα μπορούσαν εκείνοι να δεχθούν. Μετά από την προσευχή της μητέρας τους και αφού είχαν προσφέρει και τις δικές τους θυσίες, τα δύο αδέλφια, εξαντλημένα από την κούραση, ξάπλωσαν μέσα στο ναό και βυθίστηκαν μαζί σ’ έναν βαθύ ύπνο, από τον οποίο δεν ξύπνησαν ποτέ. Τα αγάλματα τους έστησαν στους Δελφούς με τα ίδια τους τα χέρια οι συμπατριώτες θαυμαστές τους· και η μοίρα τους αναφέρθηκε από το σοφό Σόλωνα στον πλούσιο Κροίσο ως κατώτερη σε ευτυχία μόνο του πεπρωμένου του Αθηναίου Τέλλου.

 

Τίρυνθα – Ναύπλιο

 

 

Grecia - Rovine di Tirinto.  Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Grecia - Rovine di Tirinto. Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Νοτίως του Ηραίου, ή Ναού της Ήρας, και στο βορειοανατολικό άκρο του Αργο­λικού Κόλπου, χτισμένη πάνω σ’ έναν χαμηλό στενόμακρο βράχο, βρίσκεται η ξεχωριστή πόλη Τίρυνθα. Έχοντας να επιδείξει πράγματι τα αρχαιότερα ερείπια της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της Ελλάδας και προκαλώντας το θαυμασμό του θεατή με τις τεράστιες διαστάσεις των ακατέργαστων ογκόλιθων με τους οποίους είναι κατασκευασμένα τα τείχη και οι στοές και που προκάλεσαν ένα επίθετο για την έκφραση του θαυμασμού ακόμα και από το στόμα του ίδιου του Ομήρου – διασώζεται ως ένα εντυπωσιακό μνημείο της δύναμης ανθρώπων για τους οποίους η γραπτή ιστορία σιωπά. Ανεγέρθηκε και άκμασε σε εποχές προγενέστερες της ιστορίας και δείχνει να υπάρχει, προκειμένου να κάνει πιστευτή τη μυθολογία. Γνωρίζουμε για την Τίρυνθα μόνο ότι χτίστηκε από τους Κύκλωπες και ότι ήταν η πρώτη κατοικία του Ηρακλή.

Πιο νότια και εξουσιάζοντας την είσοδο του όρμου του Άργους, στην ανατολική πλευρά του, βρίσκεται η πόλη Ναύπλιο, που την έκανε σημαντική το επιβλητικό ύψωμα στο οποίο βρίσκεται η ακρόπολη της. Η σημασία που είχε το Άργος κατά τους ηρωικούς χρόνους, την οποία απέκτησε το Ναύπλιο κατά το Μεσαίωνα, καθώς και τα φυσικά πλεονεκτήματα της θέσης του, συνέβαλαν ώστε να διατηρήσει μια σπουδαιότητα, η οποία για πολλούς αιώνες μετέτρεψε την ονομασία του Ναυπλίου – η οποία προήλθε από το όνομα ενός από τους γιους του Ποσειδώνα – σε λέξη γνώριμη στους εμπόρους και ναυτικούς του Αρχιπελάγους.

 

Σχήμα και μορφή της Αργολικής Πεδιάδας

 

[…] Από έναν δρόμο που έχουμε ακολουθήσει και νωρίτερα κατευθυνόμαστε από τη Σπάρτη, την πόλη του Μενέλαου, στην πόλη του αδελφού του, τις Μυκήνες. Ο δρόμος από τη Ναυπλία πpos τα εκεί περνάει μέσα από την αργολική πεδιάδα, η οποία περιορίζεται από ένα καμπυλωτό φράγμα από βουνά από όλες τις πλευρές εκτός από το νότο, όπου περιβάλλεται από τη θάλασσα. Οι Μυκήνες βρίσκονται στη βόρεια κόγχη αυτής της καμπυλωτής λοφοσειράς, σε απόσταση δεκατεσσάρων χιλιομέτρων περίπου από την κορυφή του κόλπου. Γι’ αυτό και δε θα μπορούσε να επινοηθεί καταλληλότερη ονομασία από αυτήν που περιγράφει το Άργος – με την οποία εννοούμε ολόκληρη την επαρχία και όχι την πόλη – ως κοίλο και την πόλη των Μυκηνών ως χωμένη στην κώχη ή τον μυχό του Άργους. Δε φαίνεται απίθανο οι Μυκήνες να έλκουν την ονομασία τους από τη λέξη που στην αρχαία γλώσσα υποδήλωνε τον ‘μυχό’. Η πεδιάδα από την οποία περνάμε στο δρόμο μας προς τα εκεί είναι άνυδρη και γεμάτη σκόνη και έχει λίγα αντικείμενα  και που να σπάνε τη μονοτονία του γυμνού κάμπου. Δε διακόπτεται από φράχτες και τα λιγοστά σύγχρονα χωριά που είναι σκορπισμένα στην επιφάνεια του είναι μικρά και σχεδόν έρημα. Αποτελούνται, σε γενικές γραμμές, από μία χαμηλή εκκλησία, από ένα πηγάδι, του οποίου τα πέτρινα χείλη είναι βαθιά αυλακωμένα από τα σκοινιά που ανεβάζουν τους κουβάδες με το νερό, από σωρούς πελεκημένης πέτρας ολόγυρα τους και από λιγοστά αγροτόσπιτα από λάσπη, στους τοίχους των οποίων, στο τέλος του καλοκαιριού, κρέμονται για να αποξηρανθούν βλαστοί καλαμποκιού και καπνού. Η απόσταση από τη Ναυπλία μέχρι τις Μυκηνές είναι γύρω στα είκοσι χιλιόμετρα. Ο δρόμος περνάει κάτω από τον επιβλητικό βράχο νοτιοανατολικά του Ναυπλίου, πάνω στον οποίο ορθώνεται το αρχαίο οχυρό Παλαμήδι και αφήνει τα Κυκλώπεια Τείχη της Τίρυνθας, της πόλης του Ηρακλή, σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου βορείως του Ναυπλίου στο δεξί χέρι. Τα ερείπια των Μυκηνών, για τα οποία έχουν δοθεί νωρίτερα κάποιες λεπτομέρειες, σε παραπάνω αναφορά, από κάποιες απόψεις είναι ασύγκριτα σε ενδιαφέρον με οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο στην Ελλάδα. Η θέση τους αποτελεί ευτυχή συγκυρία· η περιοχή δεν κατοικείται και ανηφορίζει από μια άδεια πεδιάδα στον έρημο λόφο πάνω στον οποίο βρίσκονται.

 

Η Ακρόπολη των Μυκηνών

 

 Η ακρόπολη καταλάμβανε ένα ύψωμα που εκτεινόταν από τα ανατολικά προς τα δυτικά και πρόσφερε ένα πλάτωμα με μήκος γύρω στα τριάντα μέτρα και πλάτος το μισό περίπου. Δύο χείμαρροι που κατέβαιναν από τους ανατολικούς λόφους έρεαν στις βραχώδεις κοίτες τους ο ένας νότια και ο άλλος βόρεια, κατά μήκος της βάσης της Ακρόπολης και από εκεί συνέχιζαν προς τον γενικό αποδέκτη των γειτονικών βουνίσιων ποταμών, την αργολική πεδιάδα. Μπορεί να ακολουθήσει κανείς τα τείχη της ακρόπολης σε ολόκληρη την περίμετρο τους· στη δυτική πλευρά φτάνουν σε σημαντικό ύψος. Ο χώρος τον οποίο περιέκλειαν,
δηλαδή η περιοχή της ακρόπολης, καλύπτεται από τη συνήθη χλόη και τα βουνίσια φυτά του τόπου. Μόνο λίγα θεμέλια αρχαίων κτηρίων σώζονται και μία ή δύο στέρνες λαξευμένες στο βραχώδες έδαφος και επιχρισμένες με κονίαμα. Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση της Ακρόπολης των Μυκηνών. Ήταν προσβάσιμη από δύο πύλες, μία στα βορειοανατολικά και άλλη μία στα βο­ρειοδυτικά, και μόνον αυτές. Στις αρχαίες πόλεις, οι πύλες φαίνεται ότι εθεωρούντο αναγκαία κακά, τα οποία ήταν επικίνδυνο να πολλαπλασιάζουν κι ένας μεγάλος αριθμός πυλών εθεωρείτο τιμητικός, καθώς αποδείκνυε την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δύναμη και τη γενναιότητα τους για την υπεράσπιση τους. Εξ ου και τα επίθετα που χρησιμοποιούσαν για τη Θήβα και άλλες παρόμοιες πόλεις. Τη γραμμή των τειχών της ακρόπολης των Μυκηνών δεν την αλλοίωναν ούτε προεξέχοντες πύργοι· μόνο δύο προσεγγίσεις προς μια πυργοειδή κατασκευή υπάρχουν σε ολόκληρη την περίμετρο τους. Είναι κατάλληλα τοποθετημένες, ώστε να προστατεύουν τις δύο εισόδους για τις οποίες μιλήσαμε και προεξέχουν με τέτοιο τρόπο στη δεξιά πλευρά της κάθε πύλης, ώστε το χέρι με το σπαθί ενός επιτιθέμενου να είναι εκτεθειμένο στα βλήματα που εκτόξευαν εναντίον του οι πολιορκούμενοι από τον πύργο.

Και τα δύο αυτά σημεία είναι άξια προσοχής: η σχέση της πύλης με τον πύργο και η προβολή του δεύτερου με σκοπό την άμυνα· και από τις δύο αυτές απόψεις η κατασκευή της ακρόπολης, που βρίσκεται μπροστά μας, παρέχει μια επεξήγηση για την πολεμική αρχιτεκτονική που μας παρουσιάζει στην Ιλιάδα ο Όμηρος. Το ποίημα αυτό και τα τείχη των Μυκηνών δείχνουν να ανήκουν στην ίδια εποχή. Στην Ιλιάδα, όταν αναφέρεται κάποιος πύργος, πάντα συμπεραίνεται, πιστεύουμε, ότι κάποια πόλη γει­τονεύει μ’ αυτόν. Η Ελένη, για παράδειγμα, οδηγείται σ’ έναν πύργο ώστε να μπορεί να βλέπει από την επίπεδη κορυφή του τους Έλληνες αρχηγούς στην πεδιάδα της Τροί­ας. Την υποδέχονται εκεί ο Πρίαμος και οι Προεστοί της Τροίας, που περιγράφονται καθήμενοι στη Σκαιά Πύλη. Η Ανδρομάχη, σε άλλο χωρίο του ποιήματος, ανεβαίνει σ’ έναν πύργο για παρόμοιο λόγο· ο Έκτωρ την αναζητεί και ανταμώνουν, μαθαίνου­με, στη Σκαιά Πύλη. Η συνήθης γειτνίαση της Πύλης και του Πύργου συμπεραίνεται ότι ήταν πολύ γνωστή στους ακροατές του ποιήματος σε αυτούς και σε άλλους τόπους. Σε πόλεις όμως νεότερες από τις Μυκήνες και σε ποιήματα πιο πρόσφατα από αυτά του Ομήρου, μολονότι δεν υπάρχει ποτέ πύλη χωρίς πύργο, ένας πύργος δεν συνεπά­γεται απαραίτητα την παρουσία μιας πύλης δίπλα του.

 

 

 Η σημασία της Πύλης των Λεόντων

 

Η κύρια ή βορειοδυτική από τις δύο πύλες των Μυκηνών έχει να επιδείξει πάνω από το ανώφλι της το αρχαιότερο μνημείο γλυπτικής στην Ελλάδα. Οι δύο αυτοί ημιανάγλυφοι λέοντες είναι οι μόνοι διασωθέντες της εποχής τους. Ο μονόλιθος από πράσινο βασάλτη, πάνω στον οποίο είναι σκαλισμένοι, περικλείει όλη την ιστορία της γλυπτικής εκείνης της περιόδου. Το ποιος ήταν ο σκοπός αυτού του έργου θα ήταν άσκοπο να ερευνηθεί, μετά από τις αναλυτικές πραγματείες που έχουν αναπτυχθεί πάνω σ’ αυτό. Πιθανολογείται από τη στήλη που χωρίζει τους δύο λέοντες και από το πιθανό τελείωμα της σε μια σπειροειδή φλόγα – γιατί το επίκρανο και το επιστήλιο είναι ακρωτηριασμένα – ότι το έμβλημα αυτό ήταν ένα σύμβολο της ηλιακής λατρείας, την οποία οι Μυκήνες εικάζεται ότι αποκόμισαν από τη σχέση τους με την Περσία. Η υπόθεση αυτή είναι μάλλον τολμηρή και στηρίζεται σε αβέβαιη βάση. Ο Παυσανίας, ευαίσθητος καθώς ήταν σε τέτοια θέματα και κάπως επιρρεπής στην αναζήτηση μυστικιστικής σημασίας εκεί όπου δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση, δε φαίνεται να έχει θεωρήσει ότι τα ζώα αυτά προσφέρουν έδαφος για την εφαρμογή μιας διαδικασίας μέσω της οποίας οι γλυπτές αναπαραστάσεις μετατρέπονται σε παπύρους θρησκευτικών ιερογλυφικών. Γι’ αυτόν ήταν απλώς λέοντες. Έτσι όπως στέκονται πάνω από την κύρια πύλη των Μυκηνών, μέσα από την οποία κατευθύνονταν προς την ακρόπολη όλοι αυτοί που ανέβαιναν από την πεδιάδα του Άργους από κάτω της, δείχνουν να υποβάλλουν μια πιο απλή υπόθεση – ότι σχεδιάστηκαν και τοποθετήθηκαν εκεί ως δηλωτικός υπαινιγμός για τον ξένο της δύναμης και του λιονταρίσιου θάρρους αυτής της πόλης, όπου ετοιμαζόταν να εισέλθει από την πύλη πάνω στην οποία στέκονταν. Έτσι αποτελούσαν εραλδικά εμβλήματα στον εθνικό θυρεό των Μυκηνών. Οι γλυπτοί σκύλοι που ήταν τοποθετημένοι στην είσοδο του Ανακτόρου του Αλκίνοου, σύμφωνα με την περιγραφή του Ομήρου, συμβόλιζαν την επαγρύπνηση με την οποία φυλασσόταν. Οι λέοντες των Μυκηνών, σε ανάλογη θέση, δήλωναν το τολμηρότερο πνεύμα που εμψύχωνε τους κατοίκους αυτής της πόλης. Η εμφάνιση επίσης του Βασιλιά των Μυκη­νών, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, ενέπνεε τον Τρόμο, με το λιονταρίσιο κεφάλι που κοσμούσε την ασπίδα του: το ζώο αυτό, επομένως, ήταν πιθανότατα όχι απλώς ένα αρμόζον χαρακτηριστικό, αλλά και ένα εθνικό σύμβολο της μυκηναϊκής δύναμης.

 

Άργος – Ακρόπολη – Θέατρο

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Ένας δρόμος ξεκινάει από την αργολική πεδιάδα στα νοτιοδυτικά, ο οποίος οδηγεί στη σύγχρονη πόλη Τριπολιτσά. Η ίδια η αργολική πεδιάδα εκτείνεται από το βορρά προς το νότο σε μια έκταση δεκαπέντε χιλιομέτρων περίπου· αρχίζει στην κορυφή του κόλπου και τελειώνει στα ορεινά περάσματα που οδηγούν προς το βορρά στον Ισθμό της Κορίνθου. Το πλάτος της είναι όσο το μισό μήκος της περίπου. Οι ψηλότερες ή βορειότερες περιοχές αυτής της πεδιάδας υποφέρουν από λειψυδρία: εξ ου και το επίθετο που χρησιμοποίησε γι αυτήν ο Όμηρος, ενδεικτικό της δίψας του εδάφους της. Η χαμηλότερη περιοχή της, αντίθετα, καλύπτεται από βάλτους κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους και τέμνεται από το πλούσιο ρεύμα του ποταμού Ερασίνου, ο οποίος πηγάζει από ένα γραφικό σπήλαιο, παλαιότερα αφιερωμένο στον Βάκχο και τον Πάνα, κάτω από τους βράχους του Όρους Χάον, μέσα από το οποίο έχει ανοίξει το δρόμο του από την αρκαδική λίμνη Στυμφαλία. Λίγο μακρύτερα προς το νότο, στην παραλία, βρίσκονται ο βάλτος της Λέρνης και η απύθ­μενη λίμνη Αλκυονία, από την οποία μεγάλες υδάτινες ποσότητες μεταφέρονται μετά από μικρή διαδρομή μέσα στον κόλπο. Ο ποταμός Ίναχος, ο οποίος έρχεται από την υψηλότερη περιοχή της πεδιάδας, σπάνια βρίσκει το δρόμο του προς τη θάλασσα, παρά μόνο όταν φουσκώνει από κάποια πρόσφατη νεροποντή: τότε γίνεται ένας πλατύς και ορμητικός χείμαρρος.

 Η ίδια η πόλη του Άργους βρίσκεται πέντε χιλιόμετρα βορείως του κόλπου, δυτικά της χαλικώδους όχθης του’Ιναχου και σε ίση απόσταση από τη Λέρνη και τη Ναυπλία, δηλαδή εννέα χιλιόμετρα. Η Ακρόπολη της ήταν ένας κωνικός λόφος, περίπου τριακόσια χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, συνδεόμενος μέσω μιας στενής λωρίδας γης με ένα χαμηλότερο πλάτωμα στα βορειοανατολικά. Ο πρώτος ήταν η παλιά ακρόπολη του Φορωνέα και ονομαζόταν με τον πελα­σγικό όρο για το φρούριο Λάρισα, καθώς και Ασπίς, εξαιτίας του κυκλικού σχήμα­τος του. Το δεύτερο, από τη στενή λωρίδα γης που αναφέραμε, ονομαζόταν Δειράς ή Λαιμός. (Στμ: στην πραγματικότητα επρόκειτο για δύο ακροπόλεις, τη Λάρισα και την Ασπίδα, ενώ Δειράς ονομαζόταν το μεταξύ τους διάσελο.) Τα κυριότερα αρχαία ερείπια του Άργους εμφανίζονται στα θεμέλια αυτής της ακρόπολης, που συνδυάζονται με έργα της σύγχρονης εποχής· οι τρεις σειρές προμαχώνων και τα τρία ξεχωριστά κάστρα, από τα οποία αποτελείται το φρούριο, είναι κυρίως βενετικής αρχιτεκτονικής.

Κάτω από την ακρόπολη, κοιτάζοντας σχεδόν νοτιοανατολικά προς την Τίρυνθα, υπάρχει ένα καλοδιατηρημένο δείγμα αρχαίου θεάτρου, του οποίου τα εδώλια είναι λαξευμένα στο βραχώδες έδαφος· ήταν μοιρασμένα σε τρεις ξεχωριστές βαθμίδες από δύο περιζώματα. Στο χαμηλότερο τμήμα του αμφιθεάτρου φαίνεται να υπήρχαν τριάντα έξι εδώλια, δεκαέξι στη δεύτερη βαθμίδα και πάνω από δεκατέσσερα στην ψηλότερη. Διαμορφώνονταν σε σφήνες από τρεις διαδρόμους. Το θέατρο αυτό διατηρείται σε τέτοια κατάσταση, ώστε είναι πολύ ευχάριστο και όχι πολύ δύσκολο να το ξαναγεμίσει κανείς με τους θεατές που συνωστίζονταν κάποτε σ’ αυτά τα έρημα τώρα εδώλια και να παρακολουθήσει με τη φαντασία του τους ηθοποιούς που κινούνταν πάνω στη σκηνή μπροστά τους· να ενδώσει, εν ολίγοις, σ’ εκείνη την ευχάριστη πλάνη που πρόσφερε τόσο μεγάλη απόλαυση στον Αργείο ευγενή του παλιού καιρού ο οποίος, όπως μας λέει ο Οράτιος, συνήθιζε να έρχεται σ’ αυτά τα εδώλια, όταν ήταν άδεια όπως είναι τώρα, και να ονειρεύεται επί ώρες ολόκληρες ότι ακούει φανταστικές τραγωδίες, ένας πανευτυχής θεατής και χειροκροτητής σ’ ένα άδειο θέατρο.

Μολονότι όμως οι παλιές δόξες του Άργους έχουν σβήσει, έχοντας αφήσει τόσο πενιχρά ίχνη πίσω τους, από τις αρχαίες κατακτήσεις του έχει καταφέρει να δανειστεί και να οικειοποιηθεί τιμές που δεν ανήκουν πλήρως σ’ αυτό. Το έτος 468 π.Χ. η γειτονική πόλη των Μυκηνών κατελήφθη και καταστράφηκε από τους Αργείους. Από τότε η ιστορία της αρχαίας έδρας του οίκου του Ατρέα συγχωνεύθηκε με αυτήν του Άργους και κατά συνέπεια γεγονότα που στην πραγματικότητα έλαβαν χώρα στις Μυκήνες έχουν μεταφερθεί από τους δραματικούς ποιητές των Αθηνών στο Άργος κι έτσι οι θεοί και οι ήρωες, καθώς και τα τείχη και οι κάτοικοι των Μυκηνών, μπορεί να πει κανείς ότι έγιναν κτήμα της νικήτριας πόλης, της ιστορίας και της μυθολογίας της οποίας αποτελούν τώρα μέρος. Συνεπής με αυτήν την αντίληψη, ο Αισχύλος, στις τραγωδίες του που συνδέονται με τις Μυκήνες, δεν έχει αναφέρει ποτέ το όνομα των Μυκηνών, παρά πάντα ονοματίζει το Άργος στη θέση τους· ενώ οι άλλοι δύο τραγικοί χρησιμοποιούν τόσο το όνομα των Μυκηνών όσο και του Άργους για το ίδιο θέμα[…].

 

Πηγές

  • Wordsworth, Christopher, «Greece : pictorial, descriptive and Historical», London, 1884.
  • Wordsworth, Christopher, «Ελλάδα:μέσα από εικόνες, περιγραφές και ιστορικά στοιχεία», Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα, 2008.

Read Full Post »

Αργολίδα – Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick NorthGuilford (1766-1827)


 

Ο Φιλέλληνας, περιηγητής και ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας της Κέρκυρας, λόρδος Γκίλφορν δίνει πολύ ζωντανές περιγραφές  από την περιοδεία του σε διάφορα μέρη της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας μετά το 1791.

 «Αναμφίβολα – γράφει – έχω κάποια προκατάληψη, αλλά θεωρώ ότι οι Έλληνες του 19ου αιώνα είναι πολύ ανώτεροι από εκείνους του 15ου… Η εντύπωση που υπάρχει γι’ αυτούς στη Δύση είναι πολύ λανθασμένη και ελλιπής και δεν πιστεύω ότι οποιοδήποτε άλλο έθνος στον κόσμο θα μπορούσε να κάνει τέτοια πράγματα κάτω από τόσο μακρόχρονη και φοβερή σκλαβιά».

 Ο Γκίλφορντ τονίζει την πολιτιστική διαφορά Ελλήνων και Τούρκων σημειώνοντας:

 – Τα σπίτια των Τούρκων είναι χωρίς συμμετρία και έχουν εμφάνιση αθλιότητας και παρακμής, με τοίχους από λάσπη.

– Η διαφθορά τους είναι πολύ πιο επαίσχυντη και η τυραννία τους πολύ πιο ανυπόφορη απ’ ό,τι περίμενα.

 Χαρακτηρίζει την Τριπολιτσά άθλια ενώ βρίσκει  καλοχτισμένο και καθαρό το  Άργος και το Ναύπλιο.  Ας δούμε τι γράφει για την Αργολίδα.

 

Ο κόμης του Γκίλφορδ, ελαιογραφία του Σπ. Προσαλέντη , 1882.

Φύγαμε από την Κόρινθο το βράδυ της 14ης Ιουνίου και φτάσαμε σε 3 ώρες σε ένα άθλιο χάνι, όπου περάσαμε τη νύχτα. Το επόμενο πρωί ξεφύγαμε λίγο από το δρόμο μας για να δούμε 4 δωρικούς κίονες, λείψανα ενός ναού που πιθανόν χτίστηκε από τον Αύγουστο ή τον Αδριανό, καθώς έχουν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από τους αρχαίους που βρίσκονται κοντά στη Νεμέα.

Έπειτα από την επίσκεψη αυτή, φτάσαμε σε 2 ώρες στα ερείπια των Μυκηνών, όπου ανακαλύφθηκε ο τάφος του Αγα­μέμνονα από το λόρδο Ελγιν και τώρα γίνονται πολλές ανασκαφές από τον πασά. Ο τάφος έχει πολύ ενδιαφέρον καθώς είναι το πιο αρχαίο μνημείο στην Ευρώπη. Είναι υπόγειος. Η είσοδος γίνεται από μια μεγάλη αιγυπτιακή πόρτα που στενεύει προς τα πάνω και καλύπτεται από μια πέτρα που έχει μήκος 7,5 μ., πλάτος 5,5 μ. και ύψος 1,8 μ. Στο εσωτερικό ο τάφος είναι θολωτός με βάση έναν κύκλο διαμέτρου 13 μ. Κοντά σ’ αυτόν ο πασάς ανοίγει έναν άλλο παρόμοιας κατασκευής, αλλά όχι τόσο μεγάλο.

 

The Citadel of Mycenas. George Newenham Wright, 1841.

 

Η ακρόπολη των Μυκηνών βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ αυτόν. Υπάρχουν ίχνη των τειχών και η πύλη με ένα ανάγλυφο ενός κίονα με δύο λιοντάρια σε όρθια στάση. Τα κεφάλια τους είναι σπασμένα, αλλά φαίνεται ότι ήταν τόσο κακοφτιαγμένα που θα μπορούσα να φανταστώ ότι έχουν τοποθετηθεί εκεί από τους κόντηδες του Άργους του 14ου αιώνα, αν δεν αναφέρονταν από τον Παυσα­νία. Γευματίσαμε στην εξοχική κατοικία ενός Τούρκου ευγενούς, περίπου ένα μίλι από τις Μυκήνες, και μετά προχωρήσαμε έξι μίλια διά μέσου μιας πλούσιας και όχι άσχημα καλλιεργημένης πεδιάδας, πάνω από την ξερή κοίτη του Ινάχου (που ήταν ξερή από την εποχή του Παυσανία) προς το Άργος.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 Η φημισμένη αυτή πόλη έχει ακόμη 6.000 χιλιάδες κατοίκους και δεν είναι ούτε βρόμικη ούτε άσχημα χτισμένη για τα δεδομένα μιας τουρκικής πόλης. Καταλύσαμε στο σπίτι ενός διακεκριμένου γιατρού της περιοχής, που λεγόταν κυρ Χριστόδουλος Σεβαστός, ο οποίος διαθέτει μια καλά επιλεγμένη βιβλιοθήκη με βιβλία που συγκέντρωσε στην Ιταλία. Μείναμε εκεί μία μέρα, για να ξεκου­ραστούμε, και πήγαμε να δούμε τις αρχαιότητες, που είναι τα ερείπια ενός μεγάλου πλίνθινου ναού, πιθανόν ρωμαϊκής κατασκευής, και ένα εγκαταλειμμένο πλακόστρωτο. Ο πασάς κάνει εκεί ανασκαφές και έχει βρει μερικά σημαντικά πράγματα στην περιοχή. Από τότε που οι Βενετοί εγκατέλειψαν τον Μοριά με τη συνθήκη του Πασάροβιτς στις αρχές του περασμένου αιώνα, έχει χτιστεί στο Άργος ένα ωραίο τζαμί και ένα τουρκικό σχολείο απέναντι του, το οποίο πήγαμε να δούμε κατά την επιστροφή από την επίσκεψη στο σπίτι του κυβερνήτη. Είναι χτισμένο γύρω από μια αυλή με ένα περιστύλιο, όπου ένας τρελός δερβίσης διάβαζε σε μερικά αγόρια που τον κορόιδευαν. Δεν ήταν όμως ένας κανονικός ιερέας.

 Από το Άργος ξεκινήσαμε περίπου στις πέντε την Κυριακή το πρωί και αφού διασχίσαμε το όρος Αρτεμίσιο, από έναν υποφερτό δρόμο, φτάσαμε εδώ περίπου στις έξι το απόγευμα (εννοεί στην Τρίπολη).  Η απόσταση είναι 30 μίλια και στο δρόμο κάναμε δύο στάσεις. Περίπου δύο μίλια από την πόλη συναντήσαμε το δραγουμάνο και γραμματέα του πασά με μια πολυπληθή συνοδεία και μερικά υπέροχα άλογα, ένα από τα οποία με επίχρυσο κασά, ίππευσα για μισό μίλι σε πλήρη καλπασμό και οι νεαροί φίλοι μου δήλωναν ότι δεν ήμουν τόσο καλός ανταγωνιστής και δεν έδειχνα σημάδια της εξαιρετικής τόλμης που γέμιζε την ευγενή ψυχή μου. Αντάλλαξα πάντως το πολεμικό μου άτι με ένα ήμερο άλογο, από εκείνα του δραγουμάνου, με το οποίο ίππευσα ήρεμα μέχρι την πόλη.

 Φύγαμε από την Τρίπολη την Πέμπτη 5 Ιουλίου και φτάσαμε το βράδυ στην  αρχαία Λέρνα, που λέγεται τώρα Μύλοι του Άργους, όπου μας πρόφτασε ο Απόστολος Καψά­λης, γραμματέας του βεζίρη Βελή πασά, ο οποίος είχε έρθει μαζί μας από τη Μάλτα και σκόπευε να μας συνοδεύσει μέχρι το μέρος της επιβίβασης μας σε πλοίο.

Κρατσάιζεν Καρλ - Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.

Κρατσάιζεν Καρλ – Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.

 Περίπου στις 8 το βράδυ μπήκαμε σε ένα καΐκι για να περάσουμε τον Αργολικό κόλπο και φτάσαμε τα μεσάνυχτα στο Ναύπλιο. Πήγαμε αμέσως σε ένα πολύ καλό σπίτι κοντά στο μόλο, μέσα στην πόλη, που ανήκε στο δρα Γιακόμπη, έναν Έλληνα γιατρό, που είχε υπηρετήσει στο στρατό μας στην Αίγυπτο. Κοιμηθήκαμε εκεί και το άλλο πρωί πήγαμε να δούμε την πόλη, που ίσως είναι η  πιο καλοχτισμένη και καθαρότερη από όσες έχουμε δει στην Τουρκία, και σε πολύ όμορφο μέρος. Ήταν ο τόπος διαμονής του Βενετού διοικητή και ένα μέρος αξιόλογου εμπορίου, αλλά τώρα έχει μόνο πολύ λίγους κατοίκους και αυτοί είναι κυρίως Τούρκοι. Οι Βενετοί είχαν φτιάξει μια πολύ ωραία προβλήτα στην παρα­λία, αλλά τώρα είναι τόσο ρηχά τα νερά, που δεν μπορούνε να πλησιάσουν πλοία με φορτία. Υπάρχουν πολύ λίγα λείψανα της αρχαιότητας, αλλά πολλά από τα κτίρια που χτίστηκαν από τους Βενετούς, τα οποία ο γιατρός μας, που μίλαγε γαλλικά μαζί μας τα οποία είχε μάθει στη Γερμανία, τα θεωρούσε πολύ παλιά και μας δημιούργησε σύγχυση για κάμποσο καιρό, κα­θώς παρατήρησα ότι έμοιαζαν πολύ νεότερα από τα ελληνικά ερείπια.

 Φεύγοντας από την πόλη, περάσαμε από ένα σπίτι όπου μερικές Τουρ­κάλες χαίρονταν για μια περιτομή. Μας πειράζανε από τα παράθυρα και ανταλλάσσαμε αστεία χωρίς να μας διακόψει κάποιος από τους άντρες συ­νοδούς που στέκονταν στην πόρτα του κήπου. Όλες φορούσαν βέλο.

 Περίπου 2 μίλια από το Ναύπλιο βρίσκονται τα τείχη της αρχαίας Τίρυνθας, της πόλης του Ηρακλή, η οποία ήταν ερειπωμένη στην πιο ακμαία εποχή της Ελλάδας και ακόμη παραμένει στην ίδια κατάσταση, μια συλλογή από τους μεγαλύτερους και ωραιότερους ογκόλιθους που θα μπορούσαν να βρεθούν. Διασχίσαμε μια απόσταση περίπου 20 μιλίων σε μια ακαλλιέργητη περιοχή χωρίς δάση, αλλά κατάφυτη από αρωματικούς θάμνους, μέχρι το Λιγουριό, ένα μικρό ελληνικό χωριό όπου κοιμηθήκαμε, και το επόμενο πρωί είδαμε τα απομεινάρια του παλαιού ναού του Ασκληπιού, που επεκτάθηκε και διακοσμήθηκε από τους Ρωμαίους, και ένα όμορφο θέατρο, δουλειά του Πολύκλειτου, περίπου 2 μίλια από το Λιγουριό και 5 από την Επίδαυρο. Προχωρήσαμε προς τη θάλασσα, όπου επιβιβαστήκαμε σε μια μικρή βάρκα μετά το δείπνο και φτάσαμε νωρίς το πρωί με φόρτσα κουπί στο νησί Αίγινα.

  

Πηγές

  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΧΙΙ», τεύχος 199, 21 Αυγούστου 2003.
  • « Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο», Ελένη Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη,  Αθήνα,  2000, Ακαδημία Αθηνών.

Read Full Post »

Μυκήνες και η πεδιάδα του Άργους. Λιθογραφία σε σχέδιο Stackelberg και εκτέλεση Bralloff.

Μυκήνες και η πεδιάδα του Άργους. Λιθογραφία σε σχέδιο Stackelberg και εκτέλεση Bralloff.

Read Full Post »

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick North Guilford (1766-1827)


 

Φιλέλληνας, περιηγητής και ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας της Κέρκυρας.

 

Ο κόμης του Γκίλφορδ, ελαιογραφία του Σπ. Προσαλέντη , 1882.

Άγγλος πολιτικός, περιηγητής και θερμός φιλέλληνας, πρόεδρος της Ιονίου Ακαδημίας. Γεννήθηκε στο Λονδίνο και ήταν γιος του λόρδου Νορθ, πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας (1732-1792). Πέρασε, λόγω υγείας, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε χώρες της νότιας Ευρώπης, στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Σπούδασε στο κολέγιο του Ιτον και στην Οξφόρδη και το 1793 έγινε διδάκτωρ του Αστικού Δικαίου. Το 1791 έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, στα Ιόνια νησιά και στην Ήπειρο και πιθανόν τότε να ασπάστηκε την ορθοδοξία*, γεγονός το οποίο δεν έγινε γνωστό.

Το 1792 έγινε βουλευτής, το 1794 ελεγκτής των τελωνείων του Λονδίνου και το 1798 διορίστηκε πρώτος κυβερνήτης στην Κεϊλάνη, θέση την οποία κατείχε μέχρι το 1805, διοικώντας με εντιμότητα και φιλανθρωπία. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στη σκλαβωμένη Ελλάδα, εξαιτίας του φιλελληνισμού του και της βοήθειας που παρείχε σε Έλληνες σπουδαστές.

Το 1814 έγινε πρόεδρος της φιλόμουσου Εταιρείας στην Αθήνα και το 1820 πρόεδρος της Ιονίου Ακαδημίας. Ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1791-2 και το 1810-13 δίνοντας εξαιρετικές περιηγητικές σελίδες, ενώ μετά το 1829 περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στην Κέρκυρα. Παρέδωσε σημαντικό έργο στην προσπάθεια ανάπτυξης της Ιονίου Ακαδημίας και πέθανε στο Λονδίνο στις 14 Οκτωβρίου του 1827.

Στο βιβλίο, « Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο», της Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη, το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 2000, από την Ακαδημία Αθηνών, υπάρχει αναφορά στην Αργολίδα και ιδιαίτερα, στο Άργος, και της Μυκήνες. Σε επόμενα άρθρα μας θα γράψουμε αναλυτικά τι αναφέρει ο περιηγητής, ξεχωριστά για τον κάθε τόπο.

 

 Υποσημείωση

*Είναι, πράγματι, αλήθεια, ότι βαπτίσεις Δυτικών υπό δυτική (ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική) κατοχή απαιτούσαν μεγάλο ηρωισμό και γι’ αυτό σπάνιζαν, ή τελούνταν εν κρύπτω και έμεναν για τούτο άγνωστες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Άγγλου Λόρδου Frederick NorthGuilford (1766-1827). Τον Ιανουάριο του 1791 ο Άγγλος ευγενής, γιος Πρωθυπουργού, έγινε ορθόδοξος, κατά την απαίτησή του δια κανονικού βαπτίσματος, διότι, όπως γράφει στην αυτόγραφη «Ομολογία» του, δεν το είχε λάβει ως αγγλικανός και πίστευε ότι η Ορθοδοξία ήταν η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία»,, κι εκτός αυτής κανένα μυστήριο δεν υπάρχει.

Έλαβε δε το όνομα Δημήτριος. Βλ. σχετικά την μελέτη του (Επισκόπου Διοκλείας) Kallistos Ware, The fifth earl of Guilford (1766-1827) and his secret conversion to the orthodox church, στο: D. Baker (Ed.), The orthodox churches and the west (= studies in church history, Vol. 13). Oxford 1976, σ. 247-256). Ο Γκίλφορδ είναι η σπουδαιότερη απόδειξη ότι γίνονταν βαπτίσεις επιστρεφόντων δυτικών και επί Ενετοκρατίας στα Επτάνησα, αλλά κρατούνταν για ευνοήτους λόγους μυστικές. Και ο Γκίλφορδ τηρούσε – για χρόνια – ως προς το ζήτημα αυτό απόλυτη μυστικότητα. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Οι Τρεις Ιεράρχαι Προστάται της Ιονίου Ακαδημίας, στο: «Αντίδωρον πνευματικόν» (= τιμητικός Τόμος Γερασ. Ιω. Κονιδάρη), Αθήναι 1981, σ. 287/8. Του ιδίου, Η Ιόνιος Ακαδημία – Κριτική παρουσίαση του ομωνύμου βιβλίου του E. P. Henderson, «Παρνασσός» ΚΓ’ (1981), σ. 332 ε.ε.

 

 Πηγές

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΧΙΙ», τεύχος 199, 21 Αυγούστου 2003.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τομ. 3, σ. 106-107) – 1983-1988

Read Full Post »

Όσκαρ Ουάιλντ  – Ταξίδι στην Ελλάδα 1877

 

Οδοιπορικό σε Ολυμπία, Βάσσες, Άργος, Ναύπλιο, Αίγινα, Αθήνα, Μυκήνες.

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

o Οscar Wilde με Ελληνική ενδυμασία

Ο Όσκαρ Ουάιλντ επισκέπτεται την Ελλάδα το 1877. Έχει περάσει ένας χρόνος από τον θάνατο του πατέρα του και συνοδεύεται από τον φιλέλληνα και ελληνολάτρη Τζων Πέντλαντ Μάχαφυ, σημαίνοντα ιστορικό και φιλόλογο, και υπεύθυνο καθηγητή του στο Τρίνιτυ Κόλλετζ του Δουβλίνου. Πρόθεση του καθηγητή, που είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα δυο χρόνια πριν, είναι να αποτρέψει τον προσηλυτισμό του Ουάιλντ από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και προσπαθεί να τον μεταπείσει να μην ακολουθήσει την επιθυμία του για ένα, ακόμα, ταξίδι στη Ρώμη, σαν αυτό που είχαν κάνει μαζί το καλοκαίρι του 1875. Χριστιανός προτεστάντης στο θρήσκευμα ο Μάχαφυ, πιστεύει ότι η θέα της Ακρόπολης, η επαφή του με τον ιερό χώρο της Ολυμπίας και η επίσκεψη στις Μυκήνες – όπου θα έχουν, μάλιστα, την ευκαιρία να δουν τα πρόσφατα ευρήματα του Σλήμαν -, θα συμβάλλουν ώστε να διαμορφώσει ο εικοσιτριάχρονος, τότε, Όσκαρ, παγανιστικές απόψεις, και ότι αυτό θα τον «γλιτώσει» από τον ρωμαιοκαθολικισμό. Το ταξίδι αυτό δεν είναι αυτή η πρώτη γνωριμία του Όσκαρ Φίνγκαλ Ο’ Φλάερτυ Ουίλλς Ουάιλντ, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, με τον ελληνικό πολιτισμό. Η μητέρα του, Τζέην Φρανσέσκα Ουάιλντ, είχε μελετήσει τα ελληνικά από πολύ νεαρή ηλικία, πράγμα ασυνήθιστο για τα κορίτσια της εποχής της. Ένας βιογράφος της γράφει πως μετά τον θάνατο του συζύγου της συνήθιζε να κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού της πλατείας Μέριον, και να διαβάζει στα ελληνικά, με δυνατή φωνή, τον Προμηθέα Αισχύλο, αδιαφορώντας αν την άκουγαν. Ο Όσκαρ, τρία χρόνια πριν το ταξίδι του στην Ελλάδα, είχε διακριθεί με ένα βραβείο στα αρχαία ελληνικά κατά την αποφοίτησή του από το Τρίνιτυ Κόλλετζ.

«Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρόνων όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι το θαύμα και το κάλλος της αρχαίας ελληνικής ζωής. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως έβλεπα λευκές φιγούρες να ρίχνουν πορφυρές σκιές πάνω στις ηλιόλουστες παλαίστρες’ ομάδες γυμνών νέων και νεαρών παρθένων να κινούνται μέσα σ’ ένα βαθύ γαλάζιο φόντο σαν να ήταν πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα… Από αγάπη σε όλα αυτά, άρχισα να μελετώ ελληνικά με ενθουσιασμό και όσο πιο πολύ τα μελετούσα, τόσο περισσότερο μαγευόμουν… Από μικρός συνήθιζα να ταυτίζομαι με κάθε ξεχωριστό χαρακτήρα που διάβαζα στα βιβλία, αλλά, εκεί ανάμεσα στα δεκαπέντε με δεκάξι, παρατήρησα, με κάποια απορία, ότι μου ήταν πιο εύκολο να με φαντάζομαι ως Αλκιβιάδη ή Σοφοκλή, παρά ως Αλέξανδρο ή Καίσαρα. »

Μετά την επιστροφή του από την Ελλάδα, δημοσιεύεται το πρώτο του κείμενο, που αφορά στα εγκαίνια της πινακοθήκης Γκρόβενορ και τον επόμενο χρόνο (1878) κερδίζει το ποιητικό βραβείο Νewdigate και τελειώνει με άριστα τις σπουδές του στην Ελληνική και Λατινική Φιλολογία. Το 1880 τυπώνεται το πρώτο θεατρικό του έργο και αυτό είναι το επίσημο ξεκίνημα της λογοτεχνικής του καριέρας μιας και τα βραβευμένα ποιήματά του εκδίδονται για πρώτη φορά το 1881.  

 

Στο θέατρο του Άργους

 

Τσουκνίδες και παπαρούνες φθείρουν το λαξευτό σκαλί:

κανένας ποιητής στεφανωμένος με την ελιά της αθανασίας

 δεν τραγουδά το ευχάριστο άσμα του, ούτε η γοερή Τραγωδία

τρομάζει τον αέρα, το πράσινο στάρι κυματίζει γλυκά

εκεί που κάποτε ο Χορός κινούνταν με γοργούς ρυθμούς

μακριά στην Ανατολή μια πορφυρή έκταση θάλασσας,

 οι χρυσαφένιοι βράχοι που φυλάκισαν τη Δανάη

και το βεβηλωμένο Άργος μπρος στα πόδια μου.

 

Δεν είναι τώρα η εποχή να θρηνούμε τα περασμένα,

το ναυάγιο ενός έθνους πάνω στην πέτρα του Χρόνου,

ή τις φοβερές καταιγίδες της παμφάγου Μοίρας,

διότι τώρα οι άνθρωποι φωνασκούν μπρος στην πόρτα μας,

       ο κόσμος γέμισε πανούκλα,

αμαρτία και έγκλημα,

ακόμα και ο Θεός έχει χάσει το μισό θρόνο του για Χρυσάφι!

                                              Όσκαρ Ουάιλντ Άργος, 1877

                                    (Μετάφραση: Γιάννης Καρβέλας, Μάιος 2001)

 

 

Στην Καθημερινή της Κυριακής, 10-05-09, διαβάζουμε:

 

«Για να είναι κανείς αρχαίος Eλληνας θα πρέπει να μην έχει ρούχα· για να είναι κανείς μεσαιωνικός θα πρέπει να μην έχει σώμα· για να είναι κανείς σύγχρονος θα πρέπει να μην έχει ψυχή. Το μόνο πνεύμα που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από μας είναι το μεσαιωνικό· το αρχαιοελληνικό πνεύμα είναι κατ’ ουσίαν σύγχρονο».

Την Κυριακή του Πάσχα, την 1η Απριλίου, πήγαν στο Μπρίντεζι και το ίδιο βράδυ πήραν το πλοίο για την Ελλάδα. Ξύπνησαν το χάραμα και είδαν μπροστά τους την Κέρκυρα. Στις 3 Απριλίου πήγαν στη Ζάκυνθο, όπου ο Ουάιλντ συνάντησε ξαφνικά ένα νεαρό βοσκό μ’ ένα μικρό αρνί κρεμασμένο γύρω απ’ το λαιμό του, όπως σ’ έναν πίνακα του Καλού Ποιμένα. Στο Κατάκολο, στην επόμενη στάση τους, τους συνάντησε ο δρ Γκούσταβ Χίρσφιλντ, διευθυντής των γερμανικών ανασκαφών στην Ολυμπία, ο οποίος την επομένη τούς οδήγησε έφιππος στον αρχαιολογικό χώρο. Στην κατοπινή ζωή του ο Ουάιλντ θα έλεγε στον Τσαρλς Ρίκετς:

«Ναι, ήμουν παρών κατά τη διάρκεια της ανασκαφής όπου σήκωσαν το μέγα Απόλλωνα απ’ το φουσκωμένο ποταμό. Είδα το λευκό τεντωμένο χέρι του να εμφανίζεται πάνω απ’ το νερό. Το πνεύμα του θεού εξακολουθούσε να ζει μέσα στο μάρμαρο». Στην πραγματικότητα, δεν είχε βρεθεί το χέρι του Απόλλωνα, αλλά το κεφάλι του, συγκεκριμένα στην ξηρά, και μάλιστα μερικές μέρες προτού πάει εκεί ο Ουάιλντ. Ούτε ο Μακ Mίλαν ούτε ο Μάχαφι αναφέρουν, όπως το δίχως άλλο θα είχαν κάνει αν ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αυτή τη διάσωση του πνιγμένου θεού. Ο Ρόμπερτ Ρος, στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης των απάντων του Ουάιλντ, αφηγείται μια άλλη παραλλαγή που θα πρέπει ν’ άκουσε απ’ τον Ουάιλντ, δηλαδή ότι όσο ήταν παρών ανακαλύφθηκε ο Ερμής του Πραξιτέλη, αυτό όμως συνέβη μετά την αναχώρηση του Ουάιλντ. Όπως θα έλεγε ο Ουάιλντ στο «Ο κριτικός ως καλλιτέχνης»: «Το να περιγράφει κανείς με απόλυτη ακρίβεια αυτό που δεν συνέβη ποτέ δεν είναι απλώς η καθαυτό ενασχόληση του ιστορικού, αλλά το αναφαίρετο προνόμιο κάθε ανθρώπου των Γραμμάτων και των Τεχνών».

Την επομένη, στις 7 Απριλίου, πήγαν έφιπποι στην Ανδρίτσαινα προχωρώντας κάτω από τις ανθισμένες αχλαδιές, κι από εκεί συνέχισαν στο Ναό των Βασσών. Είχαν αρκετά τουριστική διάθεση ώστε να φωτογραφηθούν με την τοπική ενδυμασία· η εμφάνισή τους ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Δύο περιστατικά έδωσαν ζωντάνια στο ταξίδι. Ο οδηγός τους, στον οποίο ανήκαν τα άλογα, είχε αντιρρήσεις για τον γρήγορο ρυθμό τους. Όταν δεν του έδωσαν την παραμικρή σημασία, ο οδηγός πλησίασε ένα μέλος της παρέας και άρχισε τις απειλές. Δεν ξέρουμε ποιο μέλος της παρέας ήταν αυτό – δεν έχουμε λόγους να υποθέσουμε ότι ήταν ο Ουάιλντ–, αλλά κάποιοι από την παρέα θυμούνται ότι είχε μαζί του περίστροφο, το οποίο τράβηξε και έστρεψε εναντίον του οδηγού. Ο οδηγός κατάπιε τη γλώσσα του. Το άλλο περιστατικό, καθώς πήγαιναν προς την Τριπολιτσά στις 9 Απριλίου, ήταν η εξαφάνιση του «Στρατηγού», του καθηγητή Μάχαφι. Υπήρχε φόβος ότι είχε πέσει στα χέρια ληστών. Οι υπόλοιποι τον έψαχναν επί ώρες και μετά προσέφυγαν στην αστυνομία. Ο Μάχαφι τελικά βρέθηκε. Εψαχνε το πανωφόρι του, το οποίο είχε πέσει απ’ το γυλιό του καθώς προσπαθούσε να κόψει δρόμο.

Μετά την επίσκεψή τους στο Άργος και στο Ναύπλιο, πήραν το καράβι για την Αίγινα και την Αθήνα. Το θέαμα της Αθήνας στις 13 Απριλίου τούς έκανε μεγάλη εντύπωση και το περιέγραψαν σε κείμενά τους τόσο ο Μάχαφι όσο κι ο ΜακΜίλαν. Ο Ουάιλντ, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε ένα μυθιστόρημα στο οποίο κάνει την εμφάνισή του, είπε ότι ήταν «η πόλη των πρώτων πρωινών ωρών – η οποία αναδύεται στο ψυχρό, αχνό, σταθερό φως της αυγής, μια νέα Αφροδίτη που βγαίνει μέσα από τον παφλασμό των κυμάτων». Για εκείνον, ο Παρθενώνας ήταν «ο μόνος από τους ναούς που ήταν τόσο πλήρης, τόσο προσωπικός, τόσο σαν άγαλμα». Ο Ουάιλντ, ωστόσο, δεν είδε τα ελγίνεια μάρμαρα και μερικά χρόνια αργότερα, σε μια διάλεξη που θα έδινε σε φοιτητές καλών τεχνών, θα αποκαλούσε το λόρδο Ελγιν κλέφτη. Εκτός από την απουσία των μαρμάρων, η Ελλάδα ήταν όλα όσα έλπιζε ότι θα ήταν και η Ρώμη αποδείχθηκε μια απογοητευτική μετάπτωση.

Ο Ουάιλντ έκανε μια τελευταία εκδρομή με τους φίλους του στις Μυκήνες, όπου το όνομα του Μάχαφι τους εξασφάλισε την πρόσβαση στους πρόσφατα ανακαλυφθέντες θησαυρούς του Σλήμαν. Τώρα ήταν 21 Απριλίου και ο Ουάιλντ είχε ήδη καθυστερήσει δεκαεπτά μέρες για τα μαθήματα. Σάλπαρε για τη Νάπολη και στο ταξίδι του αντιμετώπισε μια τρομακτική τρικυμία.

 

 Πηγές

 

  • Στοχασμοί /Oscar Wilde, μετάφρ. Αλεξ. Γ. Μαρπουτζόγλου.Εν Αθήναις :Γ. Φέξης,1915.
  • Για το ταξίδι του Oscar Wilde  στην Ελλάδα, Patrick Sammon,  3ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Βουκουρέστι, Ιουν. 2006)
  • Εφημερίδα Καθημερινή, Κυριακή 10 Μαΐου 2009.
  • Αργείων Πνεύμα, Διογένης Μαλτέζος, «Το Αρχαίο Θέατρο Άργους, με αφορμή ένα ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ», σελ. 102-107, τεύχος 2, Άργος, 2001.
  • Διαδίκτυο: Όσκαρ Ουάιλντ: «επιτέλους στο χώμα της Ελλάδας».

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »