Ο Στρατηγός Guillaume Henri Dufour και ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας στην Ευρώπη του 19ου αιώνα – Δρ Σοφία Κ. Μωραΐτη
Τον 19ο αιώνα ο γεωπολιτικός χάρτης της Ευρώπης διαμορφώθηκε από τους πολέμους του Ναπολέοντα και τους πολυάριθμους άλλους επιμέρους πολέμους. Η αφύπνιση των εθνικών συνειδήσεων και των πολύ δυνατών πατριωτικών συναισθημάτων, η ενοποίηση της Ιταλίας και η απελευθέρωση βαλκανικών περιοχών καθώς και οι βιομηχανικές επαναστάσεις έδωσαν το έναυσμα για συζητήσεις σχετικές με το νέο πρόσωπο της Ευρώπης. Από το 1815 έως το 1871 η Ευρώπη των Εθνών κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της εποχής: από το συνέδριο της Βιέννης και την Ιερά Συμμαχία στην ενοποίηση της Ιταλίας και της Γερμανίας, οι λαοί προσδοκούσαν την δημιουργία εθνικών Κρατών υπό το ανεκτικό ή εχθρικό βλέμμα των μεγάλων δυνάμεων.
Ο 19ος αιώνας ήταν επίσης ο αιώνας κατά την διάρκεια του οποίου οι πνευματικές ελίτ μετέτρεψαν την γηραιά ήπειρο σε έναν τεράστιο λέβητα μέσα στον οποίο σφυρηλατήθηκαν και διαμορφώθηκαν όλες οι ιδέες και όλες οι τέχνες. Οι σοφοί του, οι καλλιτέχνες του, οι διανοούμενοί του στήριξαν την τεχνολογική έρευνα, την επιστημονική έρευνα, την αναζήτηση ιδεών σε επίπεδο που ποτέ πριν δεν είχαν αγγίξει.
Ο Ναπολέων, που θεωρείται στρατηγική και πολιτική ιδιοφυΐα, ιδρυτής βασιλικής δυναστείας, καταλύτης αλλά και οικοδόμος ευρωπαϊκών βασιλείων και εθνών, πάνω στα οποία άφησε το βαθύ αποτύπωμα της προσωπικότητάς του, κυριάρχησε τόσο στη γαλλική όσο και στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Μετά την πτώση της Γαληνοτάτης και την διανομή των εδαφών της με την Αυστρία, ο Ναπολέων στράφηκε προς τα Επτάνησα. Στις 16 Αυγούστου 1797 έγραφε στο Διευθυντήριο ότι τα νησιά της Κέρκυρας, της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς ήταν πιο ενδιαφέροντα από όλη την Ιταλία, καθώς τα θεωρούσε πηγή πλούτου και ευημερίας για το γαλλικό εμπόριο. Με την Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο της 17ης Οκτωβρίου 1797, τα Επτάνησα «και όλα τα μέχρι πρότινος ενετικά εδάφη στην Αλβανία» έγιναν γαλλικά. Αργότερα, με τα δύο μυστικά άρθρα της ειρηνευτικής συνθήκης του Τιλσίτ, που υπογράφηκε στις 8 Ιουλίου 1807 και επικυρώθηκε την επόμενη μέρα, τα ρωσικά στρατεύματα θα παρέδιδαν στα γαλλικά στρατεύματα «την χώρα που είναι γνωστή ως Kόλποι του Κοτόρ» και «τα επτά Ιόνια νησιά θα ανήκουν πλήρως και κυριαρχικά στη Α.Μ. τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα». Έτσι ο Βοναπάρτης εκδίωξε τους Ρώσους από την Μεσόγειο. Χωρίς να εγκαταλείψει την ανατολική του πολιτική, ο Βοναπάρτης θεωρούσε την Κέρκυρα ως «το κλειδί της Αδριατικής».

Η πόλη και το λιμάνι της Κέρκυρας από το νησί Βίδο. Χαλκογραφία, έργο του Άγγλου ζωγράφου Joseph Cartwright (Τζόζεφ Κάρτραϊτ 1789;-1829), Λονδίνο, 1821.
Στις 7 Φεβρουαρίου 1808, σε επιστολή του προς τον βασιλιά της Νάπολης, ο Ναπολέων έγραφε ότι η Κέρκυρα ήταν τόσο σημαντική για εκείνον, ώστε η απώλειά της θα έδινε ένα μοιραίο πλήγμα στα σχέδιά του. Πρόσθετε ότι η Αδριατική θα έκλεινε και ότι το βασίλειο του βασιλιά της Νάπολης θα είχε στα αριστερά του ένα λιμάνι απ’ όπου ο εχθρός θα στρατολογούσε Αλβανούς και άλλες δυνάμεις για να τους επιτεθεί. Ο Ναπολέων κατέληγε λέγοντας πως ο βασιλιάς της Νάπολης όφειλε να θεωρεί την Κέρκυρα πιο σημαντική και από την Σικελία, και ότι, με βάση την τότε κατάσταση της Ευρώπης, η μεγαλύτερη συμφορά που θα μπορούσε να του συμβεί ήταν η απώλεια της Κέρκυρας.

Το πορθμείο στο Πέραμα της Κέρκυρας. Χαλκογραφία, έργο του Άγγλου ζωγράφου Joseph Cartwright (Τζόζεφ Κάρτραϊτ 1789;-1829), Λονδίνο, 1821.
Ο Γάλλος Αυτοκράτορας ενδιαφέρθηκε να μετατρέψει την Κέρκυρα σε στρατιωτική βάση, ικανή να ελέγχει την Αδριατική – την οποία θεωρούσε «γαλλική λίμνη» – και να ανταγωνιστεί αυτήν που κατείχαν οι Άγγλοι στην Μάλτα. Για να το επιτύχει, έστειλε στο νησί στρατιώτες, κανόνια και όλμους, πυρομαχικά, τρόφιμα, χρήματα, και στρατιωτικούς μηχανικούς, μαζί με φρουρά 13.000 ανδρών υπό την ηγεσία του στρατηγού Donzelot. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αποστολή του Ντυφούρ. Αλλά πώς θα ξεπερνούσαν τις δυσκολίες και θα απέφευγαν τα αγγλικά πλοία, που ήταν πιο γρήγορα και περιπολούσαν στο Ιόνιο;
Αυτό είναι, εν συντομία, το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησαν δύο μεγάλες προσωπικότητες της εποχής: ο Στρατηγός Guillaume Henri Dufour (Γουλιέλμος Χένρι Ντιφούρ) και ο Υπουργός του Τσάρου Αλεξάνδρου 1oυ και πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας.

Πορτρέτο του στρατηγού Ντυφούρ (1787-1875) από την κόρη του, Άννα Οκτάβι Λ’ Χάρντι (Anne Octavie L’Hardy), το γένος Ντυφούρ, να φέρει το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, 1840.
Μελετώντας τα ιστορικά δρώμενα της εποχής μπορούμε να μιλήσουμε για «παράλληλους βίους» των δύο αυτών προσωπικοτήτων. Οι δύο άνδρες έχουν σχετικά μικρή διαφορά ηλικίας. Ο Dufour γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1787 στην Κονστάνς της Γερμανίας και ο Καποδίστριας στις 11 Φεβρουαρίου του 1776 στην Κέρκυρα. Ο πρώτος τελειώνει την ζωή του πλήρης ημερών, τιμημένος από τους συμπατριώτες του, στο σπίτι του στην Ελβετία το 1875 και ο δεύτερος ως Κυβερνήτης πλέον της Ελλάδος δολοφονείται στο Ναύπλιο σε ηλικία 55 ετών, το 1831. Και οι δύο μετά τις εγκύκλιες σπουδές τους στην χώρα τους, συνεχίζουν ο μεν πρώτος στην Ecole polytechnique στο Παρίσι ο δε δεύτερος στην Ιταλία στο ονομαστό πανεπιστήμιο της Padova. Η χρονική περίοδος των σπουδών τους είναι σημαντική. Γεγονότα όπως η γαλλική επανάσταση του 1789, ο διαφωτισμός, και η διάθεση των λαών για κοινωνική αλλαγή σημάδεψαν την κοινωνική εξέλιξη της Ευρώπης. Και οι δύο μελετούν και επηρεάζονται από τις νέες ιδέες που κυριαρχούν την εποχή εκείνη. Η παράθεση των σημαντικών γεγονότων της ζωής τους αποδεικνύει τις κοινές αξίες τις οποίες εφάρμοσαν και οι δύο στην πορεία τους.
Το 1807, 20 ετών, ο Dufour[1], εισάγεται μετά από εξετάσεις στην Ecole Impériale Polytechnique στο Παρίσι η οποία στεγαζόταν, την εποχή εκείνη, στις εγκαταστάσεις του Collège de Navarre στο Quartier Latin. Το 1809, μετά το πέρας των σπουδών του (πέμπτος στην γενική κατάταξη) σε ηλικία 22 ετών, βρίσκεται στην πόλη Metz της Γαλλίας στην Ecole d’application de l’artillerie et du génie για να συνεχίσει την εκπαίδευσή του ως μηχανικός του στρατού. Στα τέλη του 1809 οι πέντε αριστούχοι της Σχολής έχουν διαταγή να φύγουν εσπευσμένα για την Κέρκυρα,[2] πρωτεύουσα της Δημοκρατίας των Επτά Νήσων και ανατολικό σύνορο της αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα, προκειμένου να συμμετάσχουν στις οχυρωματικές εργασίες του νησιού εναντίον των Άγγλων. Γράφει ο Dufour στα Βιογραφικά σημειώματα: «Ήταν μεγάλη απογοήτευση για μας. Το να βρισκόμαστε έτσι μακρυά από την μεγάλη στρατιά, όπου εκεί θάχαμε προαγωγή και παρασημοφορίες, που τόσο τότες επιζητούνταν, μας φαινόταν εξορία…».[3]

Πορτραίτο του Ιωάννη Καποδίστρια, πριν το 1836, αποδίδεται στην Ελβετίδα ζωγράφο Amélie Munier-Romilly (1788 – 1875). Bibliothèque de Genève.
Ο Καποδίστριας ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα ενωρίτερα. Επέστρεψε στο νησί του μετά τις σπουδές του στην Ιταλία το 1797 και ξεκίνησε την καριέρα του ασκώντας το επάγγελμα του ιατρού. Αναμείχθηκε με την πολιτική το 1801, όταν αποβιβάσθηκε μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο στην Κεφαλονιά για την αποκατάσταση της τάξης στο νησί. Η αποστολή αυτή στέφθηκε με επιτυχία και οι δύο άντρες επέστρεψαν στην Κέρκυρα. Το 1802 συμμετείχε στην ίδρυση του Εθνικού Ιατρικού Συλλόγου, του οποίου διετέλεσε Γραμματέας. Τον επόμενο χρόνο – 1803 – ανέλαβε την θέση του Γραμματέα της Ιονίου Πολιτείας με αρμοδιότητα την αλληλογραφία με τους επιτετραμμένους της Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Ζήτησε από την Γερουσία και επέτυχε την ίδρυση «Σχολής Επιμορφώσεως των Υπαλλήλων του Κράτους» με έδρα την Μονή Τενέδου, η οποία λειτούργησε αργότερα λόγω οικονομικών δυσκολιών. Τον Μάρτιο του 1804 τιμήθηκε με τον βαθμό του Κρατικού Συμβούλου 6ου βαθμού από τον Τσάρο Αλέξανδρο 1ο. Το 1805 διορίσθηκε Επιθεωρητής της Εκπαιδεύσεως, δηλαδή Υπουργός της Δημόσιας Εκπαιδεύσεως και ίδρυσε 40 σχολεία σε όλα τα Επτάνησα. Η Σχολή στην Μονή Τενέδου ήταν η πρώτη Ελληνική σχολή δημόσιας εκπαίδευσης, όπου φοιτούσαν υποχρεωτικά για δύο χρόνια όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι κληρικοί. Κανένας δημόσιος λειτουργός δεν μπορούσε να προαχθεί σε ανώτερο βαθμό, εάν δεν παρουσίαζε πιστοποιητικό ότι όλοι οι υφιστάμενοί του φοίτησαν στην Σχολή της Τενέδου. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι ο Καποδίστριας εγκαινίασε το σύστημα των υποτροφιών για να βοηθήσει απόρους μαθητές να σπουδάσουν.
Το 1806 ανέλαβε την διεύθυνση της Δημόσιας σχολής της Δημοκρατίας των Επτά Νήσων που είχε ιδρυθεί με πρωτοβουλία του. Το ίδιο έτος εξελέγη Γραμματέας της Γερουσίας και Γραμματέας και Εισηγητής της Επιτροπής σχεδίου του νέου συντάγματος. Οι προτάσεις του απορρίφθηκαν ως πολύ φιλελεύθερες. Παρόλα αυτά έπεισε την Γερουσία να ψηφίσει το σύνταγμα με το επιχείρημα: «μόνο αυτό που είχε προτείνει ο Μοντσενίγος θα τύγχανε έγκρισης από την ρωσική αυλή».
Ως έκτακτος Επίτροπος στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα), το 1807, για την άμυνα του νησιού από τους Οθωμανούς ανήκε στην ρωσική υπηρεσία, αφού μαζί με τον Καποδίστρια υπήρχαν 300 Ρώσοι στρατιώτες και ο Μητροπολίτης Άρτας Ιγνάτιος. Εκεί συνάντησε τους Έλληνες οπλαρχηγούς και αναγνώρισε τον σημαντικό ρόλο τους να εξαντλήσουν τα στρατεύματα του Αλή πασά, θέτοντας υπεράνω όλων την αγάπη τους για την πατρίδα. Ήταν αποφασισμένοι να αφιερώσουν την ζωή τους, ακόμη και τις οικογένειές τους για την απελευθέρωσή της από τον Οθωμανό κατακτητή.
Το 1807 με την Συνθήκη του Τιλσίτ (7 Ιουλίου 1807) η Επτάνησος τίθεται υπό την Γαλλική προστασία. Για τον Ναπολέοντα η κατάκτηση της Κέρκυρας ήταν πλέον ή απαραίτητη για τον έλεγχο της Αδριατικής, η οποία ήταν «γαλλική λίμνη», όπως προαναφέρθηκε, και σε αυτόν τον έλεγχο διέθεσε όχι μόνο χρήματα, αλλά και στρατιωτικούς τεχνικούς με φρουρά 13.000 ανδρών. Σε αυτή την πολιτική αντίληψη εντάχθηκε η ανάθεση του Dufour. Κυβερνήτης των Ιόνιων νησιών ήταν από τις 28 Μαρτίου 1808 ο στρατηγός François Xavier Donzelot, αγαπητός τόσο από τους υφισταμένους του όσο και από τον Κερκυραϊκό λαό.
Όταν έφθασαν οι αυτοκρατορικοί Γάλλοι στην Κέρκυρα, το 1807, ο στρατηγός Berthier τού προσέφερε αξιώματα, τα οποία ο Καποδίστριας δεν δέχθηκε περιμένοντας την πρόταση των Ρώσων με τους οποίους διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις. Η πρόταση αυτή ήρθε το 1808 με επιστολή του επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κόμη Νικολάου Πέτροβιτς Ρουμιάτσεφ που του ανακοίνωνε ότι τιμήθηκε από την Ρωσία με τον τίτλο του ιππότη Β’ Τάξεως του τάγματος της Αγίας ΄Άννας και τον προσκαλούσε στην Αγία Πετρούπολη. Το 1809 έφθασε στην Αγία Πετρούπολη όπου παρέμεινε επί δύο έτη ως κρατικός σύμβουλος. Άρα, όταν το 1810 ο Dufour έφθασε στην Κέρκυρα μέσω Μιλάνου, Ρώμης, Νάπολης και Οτράντου, ως αξιωματικός για να αναλάβει τα οχυρωματικά έργα του νησιού για την προστασία του από τους Άγγλους, ο Καποδίστριας βρισκόταν ήδη στην Ρωσία.
Παρά την αντίδραση του Dufour που περιγράφεται στις Σημειώσεις του, ότι τον ενδιέφεραν, εκείνη την εποχή, περισσότερο οι προαγωγές και οι διακρίσεις, ήταν υποχρεωμένος να υπακούσει: «Προς τι όλος αυτός ο κόπος για ένα τέτοιο αποτέλεσμα ! Όμως, έπρεπε να το αποδεχθούμε και να υπακούσουμε.»[4] Η περιγραφή της θαλάσσιας διαδρομής από το Οτράντο μέχρι την Κέρκυρα προκαλεί έκπληξη στον αναγνώστη, όταν διαβάζει ότι μεγάλο μέρος του ταξιδιού έγινε με κουπιά. Ήταν μια από τις δυσκολίες που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι Γάλλοι, αν ήθελαν να μεταφέρουν εφόδια, αλληλογραφία, άνδρες και χρήματα. Έπρεπε να χρησιμοποιούν νύχτες χωρίς φεγγάρι ή με κακοκαιρία για να ξεφεύγουν από την αγγλική επιτήρηση, διότι οι Άγγλοι διέθεταν ταχύτερες και ισχυρότερες δυνάμεις.
Μία δεύτερη δυσκολία που αντιμετώπισαν ήταν οι σχέσεις τους με τον πασά των Ιωαννίνων. Στην αρχή ο Αλής ήταν ευνοϊκός προς τους Γάλλους, γιατί επιθυμούσε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην Αδριατική, κάτι που η Βενετία του αρνιόταν επί μακρόν. Η επιστροφή των Γάλλων δεν βελτίωσε τις σχέσεις. Αντίθετα, οι Άγγλοι υπέγραψαν συνθήκη με τον Αλή, με την οποία του υποσχέθηκαν την Πάργα, την Ιθάκη και την Λευκάδα και τον κάλυψαν με δώρα. Ο Αλής προσχώρησε στην αγγλική πλευρά.
Η άφιξή του και η παραμονή του στην Κέρκυρα περιγράφονται με γλαφυρό τρόπο στα Βιογραφικά του σημειώματα.[5] Στην Κέρκυρα έφθασαν ανήμερα των Χριστουγέννων του 1810:
«Την επομένη των Χριστουγέννων του 1810 μπήκαμε βράδυ στο λιμάνι της Κέρκυρας. Η απόλυτη σιγή διαδέχθηκε τον άνεμο. Χρειαστήκαμε τα κουπιά για να φθάσουμε. Βρισκόμαστε σε μία κανονιοφόρο που είχε πανιά και κουπιά. Δεν χρησιμοποιούσαμε μεγαλύτερα πλοία για να μην μας αντιλαμβάνονται οι Άγγλοι»[6]. Και ο Dufour συνεχίζει:
«…Δεν είχαμε έτοιμη στέγη. Μας είχαν εγκαταστήσει σ’ ένα δωμάτιο, στερούμενο απ’ όλα, πλάι σ’ ένα άλλο, όμοιο, όπου βρίσκονταν ένα πλήθος χορευτριών, που είχαν φθάσει τον ίδιο καιρό μ’ εμάς. Τα δύο δωμάτια συγκοινωνούσαν, ωστόσο δεν συνέβη τίποτα το έκτροπο, αλλά αυτή η συγκατοίκηση ανδρών από την μια μεριά, γυναικών από την άλλη, που μπορούσαν να βλέπονται και να συζητούν, ήταν αρκετά κωμική…».[7]
Υπηρέτησε κάτω από τις διαταγές του διοικητή του μηχανικού και διοικητή των οχυρωμάτων των Ιονίων Νήσων συνταγματάρχη Baudrand. O Dufour αναφέρει ότι ήταν τυχερός που είχε βρει σε αυτόν τον εκπληκτικό στρατιωτικό «ένα φωτισμένο οδηγό και αργότερα έναν αφοσιωμένο φίλο».[8] Και τελειώνει γράφοντας: «Μου έλεγε συχνά: «Δεν αρκεί να είσαι ένας καλός αξιωματικός, πρέπει ακόμη να μάθεις και άλλα, να μάθεις να διοικείς τους ανθρώπους για να γίνεις ένας πραγματικός στρατιώτης». Προσπάθησα να επωφεληθώ από τα λόγια του και το παράδειγμά του».[9] Ο Baudrand τού δίδαξε την τέχνη της χαρτογράφησης και αργότερα, τον Μάρτιο του 1813, τον ενθάρρυνε να αναλάβει τη διοίκηση ενός λόχου σκαπανέων.

Ο χάρτης του Dufour των οχυρώσεων της Κέρκυρας το 1811-12, το πρωτότυπο βρίσκεται στο Dépôt de la Guerre (στρατιωτικό αρχείο και το τμήμα χαρτογραφίας της Γαλλίας) στο Παρίσι.
Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο νησί ο Dufour ως λοχαγός πλέον,[10] επέβλεπε και διηύθυνε τα έργα και έφτιαξε τον χάρτη «της περιοχής σε μεγάλη κλίμακα με τις πυροβολαρχίες του, που τις διέκρινε καθένας καθαρά»[11] όπως γράφει, σύμφωνα με μία μέθοδο σχεδιασμού που επέτρεπε να φαίνονται σαν ανάγλυφα. Στα Βιογραφικά του Σημειώματα αναφέρει ότι σχεδίασε τον χάρτη αυτό κατά τα έτη 1811 και 1812 και ότι είναι ο πρώτος χάρτης στον οποίο εφαρμόσθηκαν οι ισοϋψείς καμπύλες.[12] Το πρωτότυπο του χάρτη φυλάσσεται στα Αρχεία του Υπουργείου Στρατιωτικών της Γαλλίας. Έλαβε επίσης μέρος και στις αρχαιολογικές έρευνες της Κέρκυρας. Έφεραν στην επιφάνεια τα ερείπια του ναού του Αρτέμιδος. Επιπλέον παρακολούθησε πολλά μαθήματα στην Ιόνιο Ακαδημία, στην οποία ήταν Πρόεδρος ο Baudrant και καθηγητές οι λοχαγοί Antoine Marie Augoyat και Charles Dupin.
Παράλληλα με τις στρατιωτικές και κοινωνικές απασχολήσεις του, στην Κέρκυρα έγραψε μία πραγματεία περί «Προοπτικής». Η ζωή όμως, στο νησί είχε τις ευχάριστες, τις επικίνδυνες και τις δυσάρεστες πλευρές της. Από τις ευχάριστες εκτός από την πρώτη διαμονή τους στο νησί που ήδη έχει αναφερθεί, ήταν η συμμετοχή του Dufour μαζί με τους συναδέλφους του «στους χορούς του Kυβερνήτη», στους οποίους παρευρίσκονταν, ώστε να εκπροσωπείται το Σώμα του Μηχανικού. Περιγράφει ο Dufour: «Ήμουν πολύ καλά προετοιμασμένος για τον χορό και, χωρίς να τον αγαπώ ιδιαίτερα, ασχολήθηκα με αυτόν από αίσθημα συλλογικότητας, ώστε το σώμα του Μηχανικού να εκπροσωπείται επάξια στους χορούς του Κυβερνήτη. Ήμασταν τέσσερις αξιωματικοί (μηχανικού, πυροβολικού, ναυτικού, επιτελείου) που συναγωνιζόμασταν στα βήματα και τις φιγούρες».[13] Οι υποχρεώσεις του στο στράτευμα δεν απέκλειαν την συμμετοχή τους σε θεατρικές κωμωδίες, γκιόστρες, ιππασία και ιπποδρομίες.[14] Οι στρατιωτικές του υποχρεώσεις δεν απέκλειαν τη διασκέδαση. Χαρακτηριστικό της ατμόσφαιρας χαράς και κεφιού είναι η αναφορά του στο Καρναβάλι όπου η μεταμφίεσή του σε γυναίκα ήταν τόσο επιτυχημένη, ώστε ένας αξιωματικός του ναυτικού τον …ερωτεύθηκε!
Η επικίνδυνη πλευρά που περιγράφεται από τον τότε λοχαγό ήταν η φωτιά στην πυριτιδαποθήκη του Νέου φρουρίου. Μπροστά στον κίνδυνο επέκτασης των εκρήξεων δημιουργήθηκε πανικός τόσο στους κατοίκους όσο και στα πλοία που ήταν στο λιμάνι. Ο Dufour ήταν επικεφαλής των ανδρών, τους οποίους είχε τοποθετήσει επάνω σε ανάχωμα για να είναι ασφαλείς και χωρίς νερό, αλλά με χώμα κατάφερε να σβήσει την φωτιά. Η απώλεια: ένας μόνο νεκρός, αυτός που προκάλεσε την έκρηξη. Όμως, η τρίτη περίπτωση που αναφέρει στα Βιογραφικά του σημειώματα και που παραλίγο να του στοιχίσει την ζωή ήταν η επίθεση των Άγγλων στο γαλλικό πλοίο που είχε βγει για αναγνώριση με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Baudrant, ο οποίος για να τον διασκεδάσει κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του από την ελονοσία, τον πήρε μαζί του «σε αναγνώριση στο νησί των Παξών και στην Πάργα, το τελευταίο εναπομείναν γαλλικό έδαφος στην ηπειρωτική χώρα». Η φωτιά που έπιασε ξαφνικά στα κιβώτια των φυσιγγιών άρχισε να καίει και την στολή του. Έπεσε στην θάλασσα, σοβαρά τραυματισμένος και όπως λέει «κολύμπησε με την μεγάλη στολή και το σπαθί του στο πλάι» μέχρι το κοντινότερο πλοιάριο. Όσο κι αν αυτή η στιγμή ήταν πολύ επικίνδυνη για εκείνον, ο σοβαρός τραυματισμός του τον γλύτωσε από την μεταφορά του στην Μάλτα μαζί με τον Συνταγματάρχη Baudrant και τους άλλους αιχμαλώτους. Μεταφέρθηκε μόνος στην Κέρκυρα όπου παρέμεινε για νοσηλεία και θεραπεία.[15]
Ο Dufour έγραψε στον Baudrant: «Έχετε δίκιο που ζηλεύετε την μοίρα μου, εσείς στενάζετε στην αιχμαλωσία, ενώ εγώ βρίσκομαι στην Κέρκυρα και σχεδόν έχω θεραπευτεί· υπέφερα πολύ, είναι αλήθεια, αλλά περισσότερο για το ότι δεν μπόρεσα να σας υπερασπιστώ, παρά για τα εγκαύματά μου…». Από τα τρία περιστατικά που αναφέρει ο Dufour στα Βιογραφικά του σημειώματα η επίθεση των Άγγλων ήταν αυτή που παραλίγο να του κοστίσει την ζωή.
Στις 12 Ιουλίου 1813 περιγράφει την δύσκολη κατάσταση που αντιμετώπιζαν στο νησί: δεν είχαν νέα από την Γαλλία, δεν είχαν πλέον πιστώσεις, περιορίζονταν μόνο σε αγορές από αυτά που υπήρχαν στα καταστήματα τροφίμων, καλλιεργούσαν τους κήπους που είχαν εγκαταλείψει οι ιδιοκτήτες τους και εκεί είχαν και τα πουλερικά τους. Στο τραπέζι τους υπήρχε μόνο το ψωμί της μονάδας τους, μπακαλιάρος παστός και λίγα λαχανικά.[16] Από την πλευρά τους οι Άγγλοι είχαν ενημερωθεί για την καταστροφή και την παραίτηση του Ναπολέοντα. Στις 30 Μαΐου 1814, η νέα βασιλική εξουσία υπέγραψε για την προστασία της Δημοκρατίας των Επτά Νήσων και την παραχώρησε στους Άγγλους. Στην Κέρκυρα οι Γάλλοι δεν θέλησαν να παραδώσουν το νησί μέχρις ότου λάβουν εντολές από την νέα Κυβέρνηση.

Ο Στρατηγός Ντυφούρ, με ανώτατους αξιωματικούς. Πίνακας H. Fischer, λιθογραφία Orell, Füssli and co, Zürich, 1848, τέταρτος από αριστερά.
Ο Dufour περιγράφοντας με γλαφυρότητα την παράδοση του νησιού στους Άγγλους μετά την πτώση του Ναπολέοντα αφήνει να διαφανεί η συγκίνηση, η απογοήτευση αλλά και η αγάπη του στον Γάλλο Αυτοκράτορα. Πιστός στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, δεν ήθελε να πιστέψει την πτώση του και ήταν ο τελευταίος που ήθελε να εγκαταλείψει την θέση του στην Κέρκυρα και να παραδώσει το νησί στους Άγγλους. Επέμενε στον Διοικητή του νησιού Donzelot, ώστε η αυτοκρατορική σημαία να κυματίζει στα φρούρια μέχρι την στιγμή που ένα πλοίο που θα έφερε στην πρύμνη του λευκή σημαία θα τους ανακοίνωνε τα δυσάρεστα νέα και την εντολή να παραδώσουν στους Άγγλους τα φρούρια. Πράγμα που τελικά συνέβη.
Ο γαλλικός στόλος υπό τον ναύαρχο Cosmaο έφερε την διαταγή παράδοσης του νησιού καθώς και όλες τα εφόδια που βρίσκονταν σε αυτό. Ο Dufour περιγράφει την αναχώρηση: «Το βράδυ μιας ωραίας ημέρας όλα τα πλοία μας άπλωναν τα πανιά τους και με ένα ελαφρύ άνεμο, απομακρύνονταν από τούτην την πόλη, που λυπόμαστε τώρα, που την αφήναμε, αφού την είχαμε καταρασθή πιο πολύ από μία φορά, όταν την κατοικούσαμε. Η στρατιωτική μουσική ακουγόταν. Το κανόνι μας απαντούσε στο αγγλικό. Ήταν ένα θέαμα μεγαλόπρεπο αλλά και πολύ λυπηρό. …».[17]
Για την στάση του τις τελευταίες ημέρες της παραμονής του γαλλικού στρατού στην Κέρκυρα τιμήθηκε από τους Γάλλους με το παράσημο της Λεγεώνας της τιμής.
Μια γλαφυρή περιγραφή της περιόδου της παραμονής των αυτοκρατορικών Γάλλων στην Κέρκυρα και των τελευταίων ημερών πριν από την αναχώρησή των γαλλικών στρατευμάτων από την Κέρκυρα κάνει και ο Εμμ. Ροδοκανάκης. O Donzelot και όλοι οι Γάλλοι που βρίσκονταν στην Κέρκυρα, αναφέρει ο Γάλλος λογοτέχνης και ιστορικός, δεν ήθελαν να παραδεχθούν την πτώση του Ναπολέοντα. Είχαν ορκιστεί πίστη στον αυτοκράτορα και αρνούνταν να υψώσουν την λευκή σημαία στο φρούριο και να το παραδώσουν στους Άγγλους. Προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο πριν αναγκασθεί να αποχωρήσει από την Κέρκυρα, ο Γάλλος διοικητής του νησιού επέμενε να περιμένει ενημέρωση και εντολές από την κυβέρνησή του. Στις 7 Ιουνίου 1814 έφθασε στην Κέρκυρα ο στρατηγός du Boulnois με πλοία και αποστολή τον επαναπατρισμό των Γάλλων στρατιωτών στην Τουλόν.
Στις 21 Ιουνίου ο στρατηγός du Boulnois αποχαιρετούσε τους Κορφιάτες με αυτά τα λόγια:
«Η Γαλλία είναι υποχρεωμένη να παραδώσει στις συμμαχικές δυνάμεις την εξουσία και το δικαίωμα προστασίας των κατοίκων και της χώρας σας, την οποία διατηρούσε επί 8 ολόκληρα χρόνια. Για να απαλύνει την πίκρα και να απαρνηθεί με λιγότερη θλίψη τους καρπούς τόσων έργων που έκανε για την ασφάλειά σας και τόσων πολλών θησαυρών που αφιερώθηκαν στην μελλοντική σας ευημερία, είναι υποχρεωμένη να δεχθεί ότι αυτή η θυσία είναι απαραίτητη για την ειρήνη και την ευτυχία του κόσμου… Κάτοικοι της Κέρκυρας! θα χάσετε τον άξιο και τίμιο στρατηγό Danzelot , τον στρατιωτικό που αποτελεί τιμή για τα γαλλικά στρατεύματα, αυτόν τον σοφό και φωτισμένο κυβερνήτη, η σωστή διοίκηση του οποίου θα διατηρήσει για πολύ καιρό στην μνήμη σας τις ωραιότερες αναμνήσεις…».
Αλλά και ο Danzelot δεν ήθελε να φύγει χωρίς να αποχαιρετίσει τους Κερκυραίους. Είπε μεταξύ άλλων: «Ήδη οι πλώρες των πλοίων μας είναι στραμμένες προς την Γαλλία. Σας αποχωρίζομαι, πριν ακόμη συμπληρώσω, εξαιτίας του πολέμου, όλα όσα είχα στον νου μου να κάνω για εσάς. Θα έρθουν άλλοι, οι οποίοι θα συμπληρώσουν το έργο μου… Με ονομάσατε «πατέρα», αυτή η ανάμνηση θα είναι η μόνη μου παρηγοριά τώρα που σας αποχαιρετώ.» Η Γερουσία του προσέφερε ένα χρυσό σπαθί ως επιβράβευση της συνετούς διοίκησής του και της υποστήριξης του λαού των Επτανήσων.[18] Στις 26 Ιουνίου 1814 οι Άγγλοι μπήκαν θριαμβευτικά στην πόλη της Κέρκυρας.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα Ιόνια Νησιά πέρασαν μέσα σε 15 χρόνια από τους Ενετούς στους Δημοκρατικούς Γάλλους, από τους Γάλλους στους Τούρκους, από τους Τούρκους στους Ρώσους, από τους Ρώσους στους Αυτοκρατορικούς Γάλλους και τελικά στους Άγγλους. Το τέλος του χρόνου του 1814 βρήκε τον Dufour με άδεια στην Γενεύη όπου και έμαθε την επιστροφή του Ναπολέοντα. Επέστρεψε στην Γαλλία στην περιοχή της Lyon, όπου πήρε εντολή εκτέλεσης οχυρωματικών έργων. Μετά το Βατερλώ, το 1815, βρέθηκε μαζί με τους οπαδούς του Βοναπάρτη που ήταν συγκεντρωμένοι στον Λίγηρα ποταμό και επέμεναν να συνεχίσουν τις μάχες, πιστός όπως και οι συμπολεμιστές του, στον όρκο πίστης στον Αυτοκράτορα και υπερήφανος για το παράσημό του της Λεγεώνας της Τιμής.
Η παλινόρθωση των Βουρβόνων ήταν για τον Dufour μάλλον υποβίβαση παρά αναγνώριση των υπηρεσιών του προς την Γαλλία, γι’ αυτό και τον κατέταξαν στους αδιόρθωτους αυτοκρατορικούς! Μετά από τα 8 χρόνια που υπηρέτησε και πολέμησε για τον Ναπολέοντα, ταυτίστηκε με την πολιτική του και του έμεινε πιστός. Το 1817 αρνήθηκε την νέα θέση που του πρότειναν οι Γάλλοι στην Briançon, αρνήθηκε την γαλλική υπηκοότητα και επέστρεψε στην πατρίδα του την Γενεύη, όπου ανέκτησε την ελβετική υπηκοότητα που είχε χάσει 17 χρόνια πριν, διορίσθηκε καθηγητής μαθηματικών στην Ακαδημία, επικεφαλής μηχανικός και πολιτικός μηχανικός του καντονίου και αντισυνταγματάρχης της εθνοφρουράς της Γενεύης. Το 1819 ίδρυσε την Στρατιωτική Σχολή της Τhoune. Σκοπός του ήταν αφενός η βελτίωση της παρεχόμενης μόρφωσης των αξιωματικών και αφετέρου η δημιουργία ενός ομογενούς ομοσπονδιακού στρατού.

O έφιππος ανδριάντας του στρατηγού Dufour στην πλατεία Neuve, όπου και το μουσείο Rath, στην καρδιά της Παλιάς Πόλης, 1908. Αρχείο: Bibliothèque nationale suisse.
Το έργο του ως μηχανικός, έχει αφήσει το αποτύπωμά του μέχρι τις ημέρες μας. Το κτηματολόγιο της Γενεύης εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς. Ως πολιτικός μηχανικός και ως μέλος του Συμβουλίου των Αντιπροσώπων συνέβαλε στην βελτίωση της αισθητικής τής πόλης από την πλευρά της λίμνης. Όπως και ο Καποδίστριας έτσι και ο Dufour εργάσθηκε πολύ για την Γενεύη.
Από την πλευρά του, ο Καποδίστριας, το 1811, εντάχθηκε στην πρεσβεία της Βιέννης και κατόπιν στον στρατό του Δούναβη ως διπλωματικός υπάλληλος επιφορτισμένος με πολιτικά καθήκοντα. Η διπλωματική του σταδιοδρομία υπήρξε τόσο επιτυχής ώστε ο Τσάρος τον τίμησε για τις επιτυχίες του με τον Τάγμα του Αγίου Βλαδιμήρου Γ’ Τάξεως το 1811, και τον Μεγαλόσταυρο της Αγίας Άννας, το 1813. Την ίδια χρονιά, ο Τσάρος τον έστειλε στην Ελβετία ως μυστικό απεσταλμένο με αποστολή να διασφαλίσει την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της. Οι εύστοχοι διπλωματικοί χειρισμοί του Καποδίστρια επέτυχαν τον στόχο τους, εξαλείφοντας κάθε αυστριακή επιρροή στην Ελβετία.
Ως πληρεξούσιος υπουργός του Τσάρου για την Ελβετία κατόρθωσε να διαλύσει τις καχυποψίες μεταξύ των κρατιδίων, έφτιαξε το ελβετικό Σύνταγμα και το πολιτειακό σύστημα με τα αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) – μέλη της Ελβετικής Ομοσπονδίας. Η Δίαιτα ενέκρινε κατά ένα μεγάλο μέρος το υπόμνημα του Καποδίστρια. Επέτυχε μάλιστα την συμμετοχή της Γενεύης στο νέο αυτό κρατίδιο και αφού ένωσε τα διάφορα καντόνια δημιούργησε ένα νέο ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα. Δικαίως λοιπόν, θεωρείται πάντα ο πρώτος επίτιμος πολίτης της Ελβετίας.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία, Καλλιτέχνες: Α. Brullof – Fr.Jent. Αποτελεί τύπωμα του ζωγραφικού πίνακα του Α. P. Brulloff (1798-1877). Από όλες τις προσωπογραφίες του Καποδίστρια όσο ζούσε, τη μεγαλύτερη δημοσιότητα και διάδοση γνώρισαν οι λιθογραφίες από αυτόν τον πίνακα. Η τεχνοτροπία είναι ιταλική. Ο Α. P. Brulloff σ’ ένα σημείωμά του γράφει: «Είδα τον διάσημο κόμη Καποδίστρια στη Γενεύη και μου έκανε εξαιρετική εντύπωση». Επομένως ο ζωγράφος συνάντησε και ζωγράφισε τον Καποδίστρια μεταξύ του 1826-1827 ή στη Γενεύη ή στο Παρίσι. Αυτός ο πίνακας-προσωπογραφία του Καποδίστρια βρισκόταν μέχρι το 1914 στην κατοχή της οικογένειας του ζωγράφου. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Πούσκιν, στην Πετρούπολη.
Το 1814 ο Καποδίστριας διέπρεψε στο Συνέδριο της Βιέννης ως εκπρόσωπος της Ρωσίας και σύμφωνα με τον ιππότη won Gentz, Σύμβουλο του Μέττερνιχ, η τελική πράξη του συνεδρίου που υπογράφηκε τον Μάιο του 1815 ήταν δημιούργημα του Καποδίστρια και του ιδίου. Στις 4 Ιουνίου ο Καποδίστριας έλαβε από τον Lord Castlerly την απόφαση σύμφωνα με την οποία «η βρετανική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να συμπορευθεί με την επιθυμία του Αυτοκράτορα και να αναλάβει υπό την άμεση προστασία της την Επτάνησο Πολιτεία» υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι συμφωνούσε και η Αυστρία.
Την επόμενη χρονιά, το 1815, ευρισκόμενος στην Βιέννη ίδρυσε την Εταιρεία των Φίλων των Μουσών, μαζί με τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον Άνθιμο Γαζή, τον Στούρτζα κ.α. σημαντικούς Έλληνες, με σκοπό να βοηθήσει τους νέους Έλληνες να σπουδάσουν. Με την κίνησή του αυτή ο εκπρόσωπος του Τσάρου Αλέξανδρου Α’ διεθνοποιούσε το δικαίωμα των Ελλήνων στην μόρφωση και παράλληλα το ελληνικό ζήτημα. Μετά την μάχη του Βατερλώ, ο Καποδίστριας ανέλαβε την εκπροσώπηση της Ρωσίας στο Παρίσι και επέτυχε την ακεραιότητα της Γαλλίας και την επιβολή συνταγματικής διακυβέρνησης στα Επτάνησα. Η συνθήκη της 5ης Νοεμβρίου 1815 αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες στην προσωπική διαδρομή του Καποδίστρια. Κατά την περίοδο αυτή ο Κερκυραίος πολιτικός διέπρεψε στην ευρωπαϊκή σκακιέρα.
Από το 1820 -1821 όμως, ο Μέττερνιχ κατάφερε να επηρεάσει την ευρωπαϊκή πολιτική του Τσάρου, ο οποίος , στα συνέδρια του Τροπάου και του Λάιμπαχ ακολούθησε την πολιτική της Αυστρίας. Με την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης από τον Αλ. Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ο Καποδίστριας έχασε την εύνοια του Τσάρου, ζήτησε άδεια για λόγους υγείας και τελικά παραιτήθηκε από την ρωσική κυβέρνηση. Από την ημέρα που εγκατέλειψε το νησί του την Κέρκυρα και την αρχή της σταδιοδρομίας του στην ρωσική διπλωματία είχε αποφασίσει ότι στόχος της ζωής του ήταν να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του την Ελλάδα και τον αγώνα της.[19]
Η Γενεύη ήταν η πόλη που επέλεξε για να μείνει μετά την αποχώρησή του από την Ρωσία και πριν την κάθοδό του στην Ελλάδα ως πρώτος Κυβερνήτης του μικρού ελεύθερου ελληνικού κράτους. Εκεί, στην Γενεύη, με τον στενό φίλο του και μεγάλο φιλέλληνα Εϋνάρδο ενίσχυσε τον φιλελληνισμό και βοήθησε όσο μπορούσε τους επαναστατημένους Έλληνες. Έστελνε χρήματα και οπλισμό στην Ελλάδα. Υποθήκευσε μάλιστα τα κτήματά του στην Κέρκυρα σε έναν εφοπλιστή για να στείλει δύο καράβια τρόφιμα για τον πεινασμένο λαό.

Το όνομα του Ιωάννη Καποδίστρια, δόθηκε σε τμήμα κεντρικού πάρκου της Λωζάνης όπου βρίσκεται και η προτομή του.
Μετά από πρόσκληση από την Γενική Συνέλευση της Τροιζήνας της 3ης Απριλίου 1827 και αφού παραιτήθηκε από τα αξιώματά του στην ρωσική κυβέρνηση αποδέχθηκε την πρόταση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης να είναι Κυβερνήτης της Ελλάδος για επτά χρόνια. Έφθασε στην Ελλάδα, στο Ναύπλιο στις 18 Ιανουαρίου 1828 και από την ημέρα εκείνη ακολούθησε τον δρόμο της θυσίας για το έθνος. Αρνήθηκε κάθε αμοιβή ως Κυβερνήτης. Χαρακτηριστικά είχε πει: «Αν βεβαιωθώ ότι κανένα Ελληνόπουλο δεν πεινά, τότε ίσως πάρω έναν οβολό».
Από τα πρώτα μέτρα που έλαβε ήταν η πάταξη της πειρατείας, η αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, η έκδοση κρατικού νομίσματος – του Φοίνικα –, κατασκεύασε σχολεία, εισήγαγε την μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ίδρυσε εκκλησιαστική και γεωργική σχολή – η πρώτη στον Πόρο και η δεύτερη στην Τίρυνθα -, ίδρυσε το Ορφανοτροφείο στην Αίγινα και στους χώρους του λειτούργησε και το τυπογραφείο. Παρά το γεγονός ότι στην αναφορά του προς τον Lord Castlerly για την κατάσταση στα Ιόνια νησιά πρότεινε την ίδρυση πανεπιστημίου στην Ιθάκη για να μη φεύγουν οι νέοι στο εξωτερικό, αλλά να μένουν στην πατρίδα όπου και θα σπουδάζουν, η πρότασή του δεν εγκρίθηκε. Αργότερα ως Κυβερνήτης δεν ίδρυσε πανεπιστήμιο, εφόσον δεν υπήρχαν ακόμη απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Τέλος ο Καποδίστριας μερίμνησε για τον επανασχεδιασμό και την ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων, Ναύπλιο, Άργος, Μεσολόγγι, Πάτρα με αρχιτέκτονα τον Κερκυραίο Σταμάτη Βούλγαρη. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι 300 Ελληνόπουλα σπούδασαν στην Ευρώπη με δικά του χρήματα.
Θεώρησε την γεωργία ως βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας και ενθάρρυνε την καλλιέργεια της πατάτας. Δημιούργησε ελληνικό και γαλλικό τυπογραφείο στην Αίγινα παρά το γεγονός ότι κινήθηκε εναντίον ορισμένων εφημερίδων. Ο Καποδίστριας γνώριζε τον Dufour αν όχι προσωπικά, τουλάχιστον το έργο του και την ύπαρξη της Σχολής του, γιατί στην αλληλογραφία του ως Κυβερνήτου της Ελλάδος υπάρχουν αναφορές στο όνομά του, όταν στέλνει Έλληνες σπουδαστές στην Ευρώπη για σπουδές και ζητά την βοήθειά του.
Ο Σπυρίδων Μ. Θεοτόκης[20] δημοσίευσε πέντε επιστολές του Ελβετού Φιλέλληνα Εϋνάρδου προς τον Κυβερνήτη. Η θεματική τους αφορά κυρίως στην σύναψη δανείων για την ενίσχυση της οικονομίας του νέου κράτους, την φιλανθρωπία αλλά και τις επαφές του Εϋνάρδου με τον Ελβετό στρατηγό Dufour. Στην επιστολή της 20ης Αυγούστου 1827 από το Λονδίνο ενημερώνει τον Καποδίστρια ότι ο στρατηγός θα βοηθούσε στην εύρεση «μερικών εκατοντάδων Ελβετών στρατιωτών» χρήσιμων τόσο για την προστασία του Καποδίστρια όσο και για να μάθουν στους Έλληνες την πειθαρχία. Και οι δύο περιπτώσεις θα συναντούσαν δυσκολίες από την Ελβετική κυβέρνηση και από τους Συμμάχους.
Στην επιστολή με ημερομηνία 5 Σεπτεμβρίου 1827, ο Εϋνάρδος ανακοινώνει την συζήτησή του με τον στρατηγό Dufour, τον οποίο είχε προσκαλέσει στο σπίτι του στην Γενεύη. Ο στρατηγός εστίασε στην δυσκολία εύρεσης ικανού διοικητή του τάγματος «όπως θα τον επιθυμούσα για τον Κόμη»[21], αλλά και στρατιώτες. Αναφέρει το όνομα του M. Beauvais Poque, παλαιού αξιωματικού της Βασιλικής φρουράς, τον οποίο θεωρεί άξιο εμπιστοσύνης και προτείνει να μην απορριφθεί η πρότασή του, εάν είναι πράγματι άνδρας που αξίζει.
Η τρίτη επιστολή εστάλη από το Παρίσι στις 8 Σεπτεμβρίου 1827 και πληροφορεί τον Καποδίστρια ότι αναμένεται στην πόλη του φωτός με πολύ χαρά και μεγάλη ανυπομονησία. Θα γίνει δεκτός από τον Βασιλιά και από τον Πρωθυπουργό Villèle, ο οποίος δεν αντιτάσσεται στην στρατολόγηση Ελβετών. Ο Εϋνάρδος, χωρίς να έχει λάβει απάντηση από τον Καποδίστρια, γράφει και στέλνει στον στρατηγό Dufour τους όρους στρατολόγησης: 1. στρατιωτικές υποχρεώσεις δύο ετών, 2. τα πιστοποιητικά θα είναι υπογεγραμμένα από τον Πρόεδρο, 3. Θα δοθούν αποζημιώσεις σε περίπτωση σοβαρού τραυματισμού. Τέλος, ο Εϋνάρδος εγγυάται ότι οι Δυνάμεις δεν θα έχουν αντίρρηση και οι κυβερνήσεις των ελβετικών καντονιών θα είναι ήσυχες γιατί η βοήθεια που εκείνος παρέχει στον Κόμη Καποδίστρια, έρχεται σαν αντιστάθμισμα των μεγάλων υπηρεσιών που ο τελευταίος είχε προσφέρει στην Ελβετία.[22]
Οι δυσκολίες στην εξεύρεση στρατιωτικών αρχηγών είναι πλέον εμφανείς στην τέταρτη επιστολή που ο Εϋνάρδος απευθύνει στον Καποδίστρια από το Beaulieu στις 13 Οκτωβρίου 1827. Είναι εμφανής η αγωνία του Ελβετού καθώς και η πίεση προς τον Dufour να μην παραμελήσει να βρει τον άνδρα εκείνο που θα εγκρίνει ο Καποδίστριας. Δυστυχώς οι ικανοί άνδρες και οι καλοί στρατιωτικοί είχαν φύγει για την Γαλλία, την Ισπανία και την Νάπολη. Και καταλήγει γράφοντας ότι λυπάται που δεν είναι στρατιωτικός και δεν γνωρίζει κανέναν από αυτούς ![23]
Σε αυτήν την επιστολή του Εϋνάρδου υπάρχει η άμεση απάντηση του Καποδίστρια από το Παρίσι στις 1/18 Οκτωβρίου 1827. Όπως αναφέρει ο Σπ. Θεοτόκης πρόκειται για αντίγραφο. Αφού ενημερώνει τον Ελβετό φιλέλληνα και φίλο του, ο Καποδίστριας γράφει και τονίζει ότι πρέπει να συνεχίσει, χωρίς να χάνει χρόνο, το σχέδιό του. Πρόκειται για την σύναψη ενός δανείου. Στο τέλος αναφέρει ότι έλαβε επιστολή από τον συνταγματάρχη Μέη και ότι είναι ανάγκη να βρεθεί ο διοικητής, εκφράζοντας την ελπίδα ότι ο Dufour θα φροντίσει γι’ αυτό.
Η πέμπτη επιστολή του Εϋνάρδου προς τον Καποδίστρια είναι χωρίς ημερομηνία, επισυνάπτεται αντίστοιχη του Dufour με την παράκληση να επιστραφεί συνοδευόμενη από τις σχετικές παρατηρήσεις του Καποδίστρια. Δυστυχώς δεν έχουμε ούτε την επιστολή του Ελβετού στρατηγού και ούτε τα σχόλια του πρώτου Κυβερνήτη.[24]
Αργότερα, όταν ο Καποδίστριας αναλαμβάνει τα καθήκοντά του ως Πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος συνεχίζει να αλληλογραφεί με τον Εϋνάρδο και να δέχεται την συνδρομή και την βοήθειά του. Στην τετράτομη Αλληλογραφία του Κόμη Ιω. Καποδίστρια, Προέδρου της Ελλάδος[25] ο Καποδίστριας αναφέρεται σε τέσσερεις επιστολές του στον Dufour. Για κάθε μία από αυτές παραλήπτης είναι ο Εϋνάρδος. Οι δύο πρώτες εστάλησαν από το Λονδίνο και φέρουν ημερομηνία 24 Αυγούστου/5 Σεπτεμβρίου 1827 και 2/14 Σεπτεμβρίου 1827. Αν και το περιεχόμενό τους δεν προσδιορίζεται, είναι πιθανόν να αφορούν αυτά που τους απασχολούσαν κυρίως την χρονική εκείνη περίοδο: την δημιουργία στρατιωτικού σώματος και επιλογή διοικητού του και τα οικονομικά ζητήματα.[26] Σε όλες τις επιστολές θεωρεί την βοήθεια του Εϋνάρδου σημαντική.
Γραμμένη στην Αίγινα στις 5/17 Αυγούστου 1828, από τον Καποδίστρια, η τρίτη επιστολή αναφέρει: «Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ζήτησε την βοήθειά μου σχετικά με τον γιο του που σπουδάζει στο Παρίσι… Αγνοώ ποιος και τι είναι ο νέος άνδρας, τι έμαθε και τι μπορεί να μάθει. Νομίζω όμως, ότι το Παρίσι είναι σε κάθε περίπτωση αυτό που δεν του ταιριάζει καθόλου. Εάν υπάρχει τρόπος να τοποθετήσετε τον νέο αυτόν …ή σαν ορντινάντσα του M. Dufour θα σας ήμουν υπόχρεος…» [27]. Το σπουδαιότερο είναι ότι αναλαμβάνει ο Καποδίστριας να πληρώνει 100 λουδοβίκεια ετησίως προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της εκπαίδευσης του νεαρού Μαυρομιχάλη[28].

Ο Ιερομόναχος Γαλακτίων Γαλάτης, σχέδιο του Βέλγου διπλωμάτη Benjamin Mary (1792-1846), 25 Αυγούστου 1841.
Στην τέταρτη επιστολή που γράφει ο Πρώτος Κυβερνήτης από τον Πόρο στις 2/14 Δεκεμβρίου 1828 στον Ελβετό φιλέλληνα τον συγχαίρει για το ότι επέλεξε να συμπεριλάβει τους Pictet , Hess και Dufour ως μέλη φιλελληνικής Επιτροπής υπό την προεδρία του και τους ανακοινώνει ότι θα τους αποστείλει εν καιρώ, τις οριστικές οδηγίες του.[29] Τέλος, η πέμπτη επιστολή του Καποδίστρια γραμμένη στο Ναύπλιο στις 5/17 Μαρτίου 1829, αποστέλλεται στον M. Hentsch de Chastel, στην Γενεύη. Μέσω αυτής συστήνει τον μοναχό Γαλάκτιο, ο οποίος πηγαίνει στην Γενεύη για να τελειοποιηθεί στην ωρολογοποιΐα και να επιστρέψει στην Ελλάδα με σκοπό να ασκήσει το επάγγελμα, και να μάθει την τέχνη του σε άλλους νέους. Ο Καποδίστριας αναλάμβανε όλα τα έξοδα του μοναχού και παρακαλούσε τον M. Hentsch de Chastel να τον συστήσει στον Μ. Dufour και σε άλλους φιλέλληνες καθηγητές.[30]
Εκτός από την αφοσίωση, την προσφορά τους στην πατρίδα και την θυσία τους γι’ αυτήν, ένα άλλο κοινό προτέρημα των δύο ανδρών ήταν η φιλανθρωπία τους. Ο Dufour είναι περισσότερο γνωστός ως αξιωματικός, μηχανικός ή μαθηματικός. Ήταν όμως ένα από τα πέντε μέλη της Επιτροπής – τα άλλα τέσσερα ήταν οι Henri Dunant, Louis Appia, Théodore Maunoir et Gustave Moynier που συνέλαβαν την ιδέα της περίθαλψης των πληγωμένων στα πεδία των μαχών. Χάρη στον Dufour και στις πολλές γνωριμίες του στο εξωτερικό συνήλθε η διάσκεψη του 1864 στο τέλος της οποίας υπεγράφη η Συνθήκη της Γενεύης που απετέλεσε την βάση για την ίδρυση του Ερυθρού Σταυρού.

Τα ιδρυτικά μέλη της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού. Στο κέντρο ο G.H. Dufour. Τα μέλη της Επιτροπής συνέλαβαν την ιδέα της περίθαλψης των πληγωμένων στα πεδία των μαχών. Χάρη στον Dufour και στις πολλές γνωριμίες του στο εξωτερικό συνήλθε η διάσκεψη του 1864 στο τέλος της οποίας υπεγράφη η Συνθήκη της Γενεύης που απετέλεσε την βάση για την ίδρυση του Ερυθρού Σταυρού. Επιτροπή των Πέντε: Louis Appia, Guillaume-Henri Dufour, Henry Dunant, Théodore Maunoir, Gustave Moynier, 1865.
O Καποδίστριας είναι γνωστός για την βοήθεια που παρείχε στις πτωχές οικογένειες των Ελλήνων με την παροχή τροφής και φροντίδας καθώς επίσης και για την εκπαίδευση των νέων. Μερίμνησε για την διδασκαλία των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών στα σχολεία που ίδρυσε στην Ελλάδα και διένειμε το βιβλίο μαθηματικών του Κερκυραίου καθηγητή της Ιονίου Ακαδημίας κ. Ιωάννη Καραντινού. Μέσω της Εταιρείας των Φίλων των Μουσών και των πολλών φιλελληνικών οργανώσεων της Ευρώπης παρέσχε κάθε δυνατή βοήθεια στους υπόδουλους Έλληνες που ζούσαν ακόμη υπό τον Οθωμανικό ζυγό.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Οι Έλληνες τους οποίους τόσο πολύ αγάπησε και για τους οποίους θυσίασε την πολιτική του καριέρα, την περιουσία του και την ζωή του συμπεριφέρθηκαν διαφορετικά από τους Ελβετούς. Οι Ελβετοί τίμησαν και εξακολουθούν να τιμούν τον συμπολίτη τους αναγνωρίζοντας την προσφορά του. Τίμησαν και εξακολουθούν να τιμούν τον Ιωάννη Καποδίστρια. Οι Έλληνες αν και ωφελήθηκαν πολύ περισσότερο από την βοήθειά του σε σχέση με τους Ελβετούς πολίτες, δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν το μέγεθος της στήριξης που τους είχε προσφέρει. Αγνόησαν τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε τόσο στην ευρωπαϊκή σκηνή όσο και στην ελληνική πραγματικότητα. Σε μία Ελλάδα που είχε μόλις ξαναβρεί την ελευθερία της έπειτα από 400 χρόνια σκλαβιάς η παρουσία του Καποδίστρια δεν γινόταν κατανοητή. Για τους εχθρούς του η λύση ήταν η δολοφονία του! Σήμερα ιστορικοί και ερευνητές ξανασκύβουν και μελετούν τις πηγές για μια νέα γραφή αυτής της ιστορικής περιόδου της οποίας πρωταγωνιστής της ήταν ο Κερκυραίος Ιωάννης Κόμης Καποδίστριας.
Ειρηνιστής, ουμανιστής, ανοικτό μυαλό, ο Dufour τιμημένος από την χώρα του είχε τον ρόλο «των μεγάλων ανθρώπων που δημιουργούν ιστορία» σύμφωνα με την φράση του Alexandre Vanautgaerden, Διευθυντή της Βιβλιοθήκης της Γενεύης. Φίλος της ειρήνης, και του ουμανισμού, ανοικτό μυαλό και ο Καποδίστριας είχε το κοινό όνειρο με τον Dufour: αυτό της προσφοράς προς την πατρίδα και προς τον συνάνθρωπο. Και ο καθένας με τον δικό του τρόπο προσπάθησε να το πραγματοποιήσει στην Ευρώπη του 19ου αιώνα.
Θα ήθελα να τελειώσω με τις φράσεις που ο Μίκης Θεοδωράκης είπε το 2013 στην τελετή απονομής σε εκείνον του τίτλου του Ομότιμου μέλους της Ακαδημίας Αθηνών εκφράζοντας το όνειρό του για την Ελλάδα: «Θέλω η Ελλάδα να γίνει μία Ελβετία ειρήνης και πολιτισμού. Με σύμβολα την Ακρόπολη των Αθηνών, την Ολυμπία και τους Δελφούς – παγκόσμια σύμβολα αδελφότητας και ειρήνης μεταξύ των λαών». Μήπως η ειρήνη και η ευημερία των λαών δεν ήταν το όραμα των δύο ανδρών του Ελβετού Στρατηγού Guillaume Henri Dufour και του Κερκυραίου Ιωάννη κόμη Καποδίστρια;
Υποσημειώσεις
[1] Bridget Dommen, Le général G.H. Dufour, Humaniste et pacificateur de la Suisse, Cabédita,2018 p.9
[2] Idem, p.13.
[3] Βιογραφικά αναγνώσματα Στρατηγού Guillaume Henri Dufour.
[4] Ιbid, p. 62.
[5] Αποσπάσματα από το βιβλίο του αυτό έχουν δημοσιευθεί στο Δελτίον της Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, το έτος 1969, σε μετάφραση και επιμέλεια της Αγάθης Νικοκάβουρα.
[6] Βιογραφικά Σημειώματα Στρατηγού G.H. Dufour.
[7] Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρίας, έτος 6, αρ. 6, Κέρκυρα 1969, σελ.62
[8] Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρίας, έτος 6, αρ. 6, Κέρκυρα 1969, σελ.62.
[9] Δ.Α.Ε., ο.π. σελ.67.
[10] «Je parvins assez rapidement au grade de capitaine, et à partir de ce moment, je me trouvai à l’aise pécuniairement parlant. Le colonel me donna le commandement d’une forte compagne de sapeurs, pour me frotter aux hommes, disait-il »
[11] Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρίας, ό.π. σελ.63.
[12] «Le premier plan par courbes horizontales qui ait été fait est parti de Corfou ; nous y avons tous travaillé. On s’en est servi pour faire à Paris un relief de la place. J’en fis un plan à grande échelle, avec toutes ses batteries, dont on distinguait l’espèce. » Notices Biographiques.
[13] Ibid.
[14] «J’étais bien taillé pour la danse et, sans l’aimer beaucoup, je m’y étais cependant adonné par esprit de corps, pour que le génie fût convenablement représenté aux bals du Gouverneur. Nous étions quatre officiers (génie, artillerie, marine, état-major) qui y faisaient assaut d’entrechats et de jetés-battus ».
[15] Ibid. « Vous avez bien raison d’envier mon sort, vous gémissez en captivité, tandis que je suis à Corfou et presque guéri ; j’ai beaucoup souffert, il est vrai, mais moins de mes brûlures que de n’avoir pas pu vous défendre… »
[16] Ο.π.
[17] Δ.Α.Ε., ο.π. σελ.70
[18] Emmanuel Rodocanachi, Bonaparte et les îles Ioniennes, Un épisode des conquêtes de la République et du Premier Empire, 1797-1816. Kessinger Legacy Reprints. Σ.σ.228-236.
[19] Στην Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας ο Καποδίστριας έγραφε στον Τσάρο Νικόλαο: «… Συμμεριζόμενος δε το αἴσθημα τοῦτο ὁ πατήρ μου, μετ’ αὐτοῦ δέκαί οἱ μᾶλλον ἰσχύοντες ἐν ταῖς Νήσοις και ἐν Ἑλλάδι ἄνδρες, ἐθεώρησαν την γενομένης μοι τῶ 1808 πρόσκλησιν τοῦ να ἀπέλθω εἰς Ρωσσίαν ὡς τον ἄριστον οἰωνόν διά το μέλλον τῆς ἐγκαταλειφθείσης πατρίδος των…», Εκδόσεις Μπάυρον Αθήνα, σ.σ.25-26.
[20] Σπυρίδων Μ. Θεοτόκης, Αλληλογραφία Ι.Α.Καποδίστρια – Ι.Γ.Εϋνάρδου 1826-1831, Βιβλιοπωλείο Ι.Ν.Σιδέρη, Αθήνα 1929.
[21] « Je doute que nous trouvions une personne comme je la désirerais pour le Comte », ο.π. σ.32.
[22] Ο.π. σ. 35.
[23] Ο.π. σ. 43.
[24] Ο.π. σ. 45.
[25] Correspondance du Comte J. Capodistrias, Président de la Grèce, publiée par personne comme l’un de ses secrétaires, Genève, Paris, Abraham Cherbuliez et Ce, Libraires.
[26] Correspondance…, t.1 p.p. 206 et 225.
[27] Ο.π. τ.2 σ. 273.
[28] Ο.π. τ. 2 σ. 273.
[29] Ο.π. τ.2, σ. 453.
[30] Correspondance, ο.π. τ. 3, σ.σ. 79-80. «Le porteur de ces lignes est le moine grec Galaction, qui vient à Genève pour se perfectionner dans l’ art de l’ horlogerie… M. le docteur Gosse que me l’ a fortement recommandé, vient de me donner l’assurance qu’ en travaillant six mois sous la direction d’ un bon professeur, ce moine sera en état de revenir en Grèce d’ y exercer son art et de faire même des élèves…je me charge des frais d’ entretien du moine à Genève, ainsi que des frais de voyage…je recommande en outre ce moine à votre bienveillance , et j’ espère que vous voudrez le recommander à M. Dufour et aux autres professeurs qui portent à la Grèce un noble intérêt».
Σοφία Μωραΐτη, Δρ Φιλοσοφίας
Διδάσκουσα Ε.Κ.Π.Α.
Έφορος Ε.Μ.Ε.Ι.Κ.
Η ανακοίνωση περιλαμβάνεται στον τόμο, «Guillaume Henri Dufour-Τα χρόνια στην Κέρκυρα 1810-1814», [κείμενα Jean-Jacques Langendorf, Yves Buyle-Bodin, Σοφία Μωραΐτη], Φίλοι του ιδρύματος «Μνήμη Albert Cohez» Κέρκυρας, 2017.
* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Σχετικά θέματα:
- Η αναδιάρθρωση της Ευρώπης και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1814 – 1820).
- Ο ωρολογοποιός, μοναχός Γαλακτίων και το σχέδιο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρύσει την πρώτη σχολή ωρολογοποιίας στην Ελλάδα
- Ιωάννης Καποδίστριας: Διεθνείς Θεσμικές και Πολιτικές Προσεγγίσεις (1800-1831)










Σχολιάστε