Το μερίδιο των Λυγουριατών από τα Λάφυρα της κατάκτησης του Ναυπλίου 1822 – Αντώνης Ξυπολιάς
«Ελεύθερο Βήμα»
Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.
Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση του κ. Αντώνη Ξυπολιά, σχετικά με το μερίδιο των Λυγουριατών από τα Λάφυρα της κατάκτησης του Ναυπλίου 1822, την επέμβαση της Διοίκησης και τη διαμάχη για τα λάφυρα, η οποία δοκίμασε την αλληλεγγύη, την ενότητα και την αξιοπρέπεια της τοπικής κοινωνίας.
Μετά την άλωση του Ναυπλίου το 1822, τα λάφυρα της πολιορκίας κατανεμήθηκαν σε χίλια μερίδια. Από αυτά, τα εκατό αποδόθηκαν στο Εθνικό Ταμείο και τα υπόλοιπα διανεμήθηκαν στους αρχηγούς των στρατιωτικών σωμάτων, ανάλογα με τη δύναμη κάθε σώματος [1].
Μερίδιο έλαβαν και οι Λυγουριάτες, οι οποίοι, με αισθήματα υπερηφάνειας, τα μετέφεραν στο χωριό και τα εμπιστεύθηκαν για φύλαξη στον καπετάνιο τους, τον Δημήτρη Λιάτα [2].
«Ημείς όταν επήραμε τα λάφυρα του Αναπλιού δηλ. την αναλογία μας, τα φέραμε εις το χωρίον όλη μας η συντροφιά ως είμεθα εις τον ιερόν Αγώνα της πατρίδος και τα βάλαμε εις του καπετάνιου το σπίτι, διά ναν τα μεράσωμεν, να πάρει την αναλογία του ο καθείς και σήμερον-αύριο να μας τα μεράση…»[3].
Για δύο και πλέον χρόνια, όσο ο Αγώνας συνεχιζόταν, τα λάφυρα αυτά συμβόλιζαν την κοινή προσπάθεια, την αλληλεγγύη και την ενότητα της τοπικής κοινωνίας, καθώς και τη συμμετοχή της σε μια περήφανη νίκη.
Η στρατιωτική κινητοποίηση του 1825 και το Μανιάκι
Τον Απρίλιο του 1825, εν μέσω της εισβολής του Ιμπραήμ πασά, η επαναστατική Διοίκηση ζήτησε από το Λυγουριό να συνεισφέρει 30 ενόπλους [4] – έναν εντυπωσιακό αριθμό για ένα χωριό μόλις 40 οικογενειών – υπό τον καπετάν Μητρολιάτα[5]. Η διαταγή όριζε ότι έπρεπε να ενσωματωθούν στην επαρχιακή δύναμη Ναυπλίου και να κινήσουν άμεσα με κατεύθυνση την Μεσσηνία[6], όπου οι δυνάμεις του Ιμπραήμ πασά πολιορκούσαν το σημαντικό Νεόκαστρο[7].
Στις 20 Μαΐου 1825, στη μάχη του Μανιακίου, ο καπετάνιος και δώδεκα ακόμη Λυγουριάτες σκοτώθηκαν πολεμώντας υπό τον Παπαφλέσσα[8].
Η απώλεια συγκλόνισε την κοινότητα: η χήρα του καπετάνιου «εζουρλάθη διά λύπην του άνδρός της», ένα παιδί της «εδαιμονίσθη» και τα άλλα δύο ασθένησαν[9].
Το χωριό βυθίστηκε σε συλλογικό πένθος. Όμως νέα διαταγή του Επαρχείου Ναυπλίου υπ.αρ. 495 /9 Ιουνίου 1825 διέταζε τη δημογεροντία Λυγουριού: «Κατά την Σ. Διαταγήν της Διοικήσεως όλοι οι φέροντες όπλα αναμεταξύ 24 ωρών να εισβάλωσι κατά του εχθρού του επαπειλούντος την Πατρίδα, χωρίς εξαίρεση πολιτικών και πολεμικών»[10].
Οικογένειες βουτηγμένες στο πένθος για την πρόσφατη θυσία των παιδιών τους στα βουνά της Μεσσηνίας έπρεπε, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, να κατευοδώσουν και τ’ άλλα τους παιδιά, που έπαιρναν τον δρόμο προς το μέτωπο του πολέμου.
Παράλληλα, με τη διαταγή Γ’ υπ’ αριθμ. 8540/25 Ιουνίου 1825, το Υπουργείο Πολέμου ανέθεσε στον Λυγουριάτη Αναγνώστη Αναστασόπουλο τη στρατολόγηση όλης της επαρχίας Ναυπλίου. Το έγγραφο, επισημαίνοντας τον επείγοντα χαρακτήρα της αποστολής, του ζητούσε να χρησιμοποιήσει «πειθώ και βία»· και η φράση «ο προκείμενος της πατρίδος κίνδυνος αναβολήν παντελώς δεν επιδέχεται» αποτυπώνει καθαρά το κλίμα της εποχής[11].
Η κλιμάκωση της κρίσης
Την ίδια περίοδο, οι επιχειρήσεις του «σατράπη της Αιγύπτου» Ιμπραήμ προκαλούσαν εκτεταμένες καταστροφές στην Αρκαδία και είχαν φτάσει στην περιοχή του Άργους, συνοδευόμενες από εμπρησμούς οικισμών και καλλιεργειών [12].

Η Μονή του Αγίου Μερκουρίου. Φωτογραφία: Σαραντάκης Πέτρος. Δημοσιεύεται στο «Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Αθήνα, 2007.
Η εχθρική προέλαση προκάλεσε μαζική φυγή πληθυσμών. Κάτοικοι «από βουνά και σπήλαια διαβαίνοντας» κατέφυγαν και στο Λυγουριό. Στη θέση Βίλια Λυγουριού κατέφυγαν Βαλτετσιώτες[13], ενώ στη μονή Αγίου Μερκουρίου βρήκαν άσυλο ο ηγούμενος Συμεών και μοναχοί της μονής Βαρσών[14].
Στα αθέριστα χωράφια της περιοχής εγκαταστάθηκαν οικογένειες από το Άργος και το Ναύπλιο, μεταφέροντας μαζί τους και μικρό αριθμό οικιακών ζώων[15].
Επιπλέον, διερχόμενα άτακτα και τακτικά στρατιωτικά σώματα από το Λυγουριό, προέβαιναν σε αυθαιρεσίες, καταστρέφοντας ότι είχε απομείνει από τα γεννήματα και αρπάζοντας ζώα[16].
Οι έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων στα Υπουργεία Οικονομίας και Εσωτερικών, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα[17], αντίθετα το Επαρχείο Ναυπλίου τους ζητούσε να αποστείλουν άμεσα τρόφιμα στο μέτωπο του πολέμου[18].
Μέσα σε αυτό το χάος φάνηκε ότι και η κοινωνική συνοχή είχε διασπαστεί: Στην εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κάτοικος του χωριού χτύπησε τον παπά Αθανάσιο [πρόγονο της οικογένειας Παπαθανασίου] κατά τη διάρκεια της λειτουργίας: «Ο Αναστάσης του Ψυχογιού, χωρίς να φοβηθεί Θεό, σήκωσε τας μιαράς του χείρας και έδειρεν τον ιερέα παπά Αθανάσιο, καθ’ ην ημέρα ήτο εις λειτουργία…»[19].
Ο ιερέας υπέκυψε λίγο αργότερα, αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του Κατερίνα και τα τρία μικρά ορφανά παιδιά τους να ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης, ενώ το Επαρχείο Ναυπλίου διέταξε τη σύλληψη του δράστη[20].
Τα λάφυρα από σύμβολο ενότητας σε αφορμή διχόνοιας
Τις ίδια ημέρες, πέντε αγωνιστές – Γιώργης Ντουροκώστας [21], Θανάσης Μελάς, Μήτρος Λιάπης [22], Γιώργης Καραδημήτρης και Γιώργης του Συμεών [23], – διεκδίκησαν από τη χήρα του καπετάν Μητρολιάτα τα μερίδιά τους από τα λάφυρα του Ναυπλίου του 1822 [24]. Η χήρα, συντετριμμένη από τον θάνατο του συζύγου της, αρνήθηκε αρχικά, αλλά υπαναχώρησε ύστερα από την παρέμβαση του ηγουμένου της μονής Βαρσών Συμεών [25]. Τα λάφυρα μεταφέρθηκαν στη μονή Αγίου Μερκουρίου [26].
Πέρασαν μέρες, μήνες και η διαχείριση των λάφυρων συνέχιζε να προκαλεί εντάσεις και αποδυνάμωση της τοπικής κοινωνικής συνοχής.
Ο αδελφός του καπετάνιου, Αναγνώστης Λιάτας, υποστήριξε ότι η διανομή είχε ήδη γίνει όσο ο Μητρολιάτας ζούσε:
«Αφού δε τοιούτον έλαβε τέλος ή διαφορά αύτη με αμοιβαία των διαφερομένων μερών ευχαρίστηση, έζησε έκτοτε δύο χρόνους περίπου ο μακαρίτης αδελφός μου. Και εις αυτό το διάστημα δεν εκκίνησεν ποτέ κανείς των ρηθέντων στρατιωτών αγωγήν εναντίον του, μήτε έκαμον την παραμικρά απαίτησιν. Μετά τον θάνατον όμως του ρηθέντος αδελφού μου πεσόντος υπέρ πατρίδος εις την εν Μανιάκι μάχη του Γρηγορίου Φλέσσα, επειδή ή γυνή αυτού διά λύπη του ανδρός της και άλλα τινά περιστατικά έγινε φρενήρης περιοδικώς, εύρε ευκαιρία ο Βαρσιώτης Ηγούμενος Συμεών και ερέθισε αυτή να μαρτυρήσει που τα πράγματα του ανδρός της έχει τοποθετημένα…»[27].
Στη δημόσια Νοταρία του Ναυπλίου κατατέθηκαν αντικρουόμενες μαρτυρίες, από κατοίκους του χωριού: άλλοι μιλούσαν για αρπαγή, άλλοι για νόμιμη διεκδίκηση και «κατά πάθος παράνομα φερσίματα»[28]. Η κοινωνική συνοχή του χωριού είχε διαταραχθεί.

Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875). Εξέχουσα στρατιωτική προσωπικότητα του 1821 και κατόπιν βουλευτής Άργους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αστάθειας ο στρατηγός Τσώκρης επιχείρησε το 1827 να επιτύχει έναν συμβιβασμό, αλλά οι πρόκριτοι του Λυγουριού – παπα-Γεώργιος Καυτάνης, Θανάσης του Δασκάλου, Γιώργης του γέρο-Κωσταντή (Καλούδης), Αναστάσης Μελάς και Γιάννης Γκάτζιος – του απάντησαν με ένα μήνυμα γεμάτο πικρία και συναισθηματική ένταση, αλλά με έντονο ιστορικό και ηθικό φορτίο: «Σε ανά παρακαλούμε, μην αφήσεις το δίκαιο της φτώχειας να γίνει άδικο∙ ότι είναι δώδεκα χωριά έχασαν τους άνδρες τους στο Μανιάκι και δεν έχουν τον επιούσιο άρτο για να θρέψουν τις οικογένειές τους»[29].
Δύο χρόνια είχαν περάσει από τη μάχη στο Μανιάκι, και το πένθος για την απώλεια των ανδρών του Λυγουριού – όπως και των άλλων έντεκα χωριών της επαρχίας Ναυπλίου – παρέμενε ακόμη βαθύ και ζωντανό. Η αίσθηση αδικίας και απογοήτευσης ήταν έντονη μεταξύ των κατοίκων, οι οποίοι, παρά τις θυσίες τους για τον Αγώνα, δεν λάμβαναν την υποστήριξη και την αποκατάσταση που δικαιούνταν.
Το «δίκαιο της φτώχειας» εξέφραζε την απαίτηση των κατοίκων για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. Παρά τις θυσίες τους στο Μανιάκι, βρέθηκαν σε ένδεια και ζητούσαν να μην επιτραπεί η φτώχεια τους να μετατραπεί σε αδικία εις βάρος τους.
Η επέμβαση της Διοίκησης για τα λάφυρα
Το Υπουργείο Εσωτερικών διέταξε τους πέντε αγωνιστές να παραδώσουν τα λάφυρα στη Διοίκηση, ώστε να φυλαχθούν με ασφάλεια, να καταμετρηθούν και να εξεταστεί η υπόθεση, προκειμένου να αποφασιστεί σε ποιον ανήκαν δικαιωματικά. Η διαταγή συνοδευόταν από αυστηρή προειδοποίηση: «…να μην κάμετε διαφορετικά, διότι η Κυβέρνησις θέλει μεταχειρισθεί την βία…»[30].
Τα λάφυρα, αρχικά σύμβολα νίκης, μετατράπηκαν – λόγω των συνθηκών του πολέμου και της φτώχειας – σε αιτία διαμάχης, δοκιμάζοντας την αλληλεγγύη, την ενότητα και την αξιοπρέπεια της τοπικής κοινωνίας. Με απόφαση της Διοίκησης τα λάφυρα επέστρεψαν στο Ναύπλιο.
Το 1828 η «διχοστασία και ταραχή εις το χωρίον» επιβαρυμένη και από άλλες δυσκολίες οδήγησε τους δημογέροντες Λυγουριού σε παραίτηση[31]. Έγγραφο του επιτρόπου (Νομάρχη), με εντολή του Καποδίστρια, που διαβάστηκε από το Βήμα της εκκλησίας – Κοιμήσεως της Θεοτόκου – για να επιτευχθεί συμφιλίωση, δεν απέδωσε καρπούς[32].
Την ίδια χρονιά, η θανατηφόρα πανώλη προκάλεσε τον θάνατο είκοσι ενός Λυγουριωτών, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Η διχόνοια και η έλλειψη ενότητας εμπόδισαν την έγκαιρη λήψη προστατευτικών μέτρων, όπως έγινε σε άλλα χωριά, με αποτέλεσμα το Λυγουριό, παραμένοντας απροστάτευτο, να υποστεί αναλογικά τις μεγαλύτερες απώλειες[33].
Υποσημειώσεις
[1] Κων.Κοτσώνης, «Συμβάντα μετά την κατάληψιν του Ναυπλίου 1822», ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ, τ.ΙΓ Αθήναι 1979, σελ..174 και Διον. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάσταση Τ.3 σελ. 255, γράφει ότι χωρίστηκαν σε χίλια μερίδια, κάθε μερίδα 30 τάληρα, δηλ.240 γρόσια. [Αυτή η αξία ανταποκρίνεται σήμερα περίπου σε 3000 ευρώ, το κάθε μερίδιο].
[2] Για τον Αγώνα του Δημητρίου Λιάτα στην πολιορκία του Ναυπλίου υπάρχουν σχετικές αναφορές, όπως του Νικολάου Σταματελόπουλου [αδελφού του Νικηταρά και αρχηγού των ελληνικών δυνάμεων στην πολιορκία του Ναυπλίου] την 16 Μαρτίου 1822, ΓΑΚ υπουργείου Οικονομίας Φ 5, του Γερουσιαστή και συγγραφέα Αμβρόσιου Φρατζή την 29 Μαΐου 1822 στην Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1852, τόμος Β, σελ.117, του υπουργού Δικαίου Ανδρούσης Ιωσήφ την 6 Ιουνίου 1822, ΓΑΚ υπουργείο Δικαίου Φ 2 και προσωπική επιστολή του στο Εκτελεστικό, ΓΑΚ Εκτελεστικό Φ 26, Επιστολή επίσης των πολεμιστών Παλαμηδίου με τίτλο: «Πιστοποίησης της πτώσης του Παλαμηδίου» φέρει τις υπογραφές του Στάϊκου Σταϊκόπουλου, Δημητρίου Λιάτα και τεσσάρων ακόμη αγωνιστών της επαρχίας Ναυπλίου και Κρανιδίου. βλ. Στέφανου Παπαγεωργίου: Το Αρχείο Σισίνη, Αθήνα 1980,σελ. 255 κ.ε.
[3] Τάσου Γκριτσόπουλου, Κων. Κοτσώνη, ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, Σύλλογος Αργείων ο Δαναός, σελ. 149/150
[4] ΓΑΚ Ιστορικά Αρχεία Γιάννη Βλαχογιάννη, Β’ κατάλογος χειρογράφων Φ 90.
[5] ΓΑΚ Ιστορικά Αρχεία Γιάννη Βλαχογιάννη Β’ κατάλογος χειρογράφων Φ 90.
[6] ΓΑΚ Κατάλογος Α’ Συλλογής Γιάννη Βλαχογιάννη, Αρχείο Αγώνος, Φ 10. Εκτελεστικό και ΓΑΚ Αρχείο Γραμ. Υπουργείου Πολέμου[περιόδου Αγώνος][1822-1827] Φ 27 και φ 77.
[7] ΓΑΚ Αρχείο Εκτελεστικού [Περιόδου Αγώνος][1822-1826]. Φ 87.
[8] ΓΑΚ Αρχείο Γραμ. Υπουργείου Οικονομίας περιόδου Ι. Καποδίστρια Φ 2.
[9] Τάσου Γκριτσόπουλου, Κων. Κοτσώνη, ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878 Σύλλογος Αργείων ο Δαναός, σελ.149/150.
[10] ΓΑΚ, Ιστορικά Αρχεία Γιάννη Βλαχογιάννη Β’ κατάλογος χειρογράφων Φ 90.
[11] ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Πολέμου, περιόδου Αγώνος [1821-1827 ]Φ 98.
[12] ΓΑΚ, Αρχείο Εθνικού Ταμείου Περιόδου Αγώνος Φ 21 και ΓΑΚ, Αρχείο Γιάννη Βλαχογιάννη Β’ Χειρόγραφα Φ 90.
[13] ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου της Οικονομίας [Αρχείο Αγώνος], Φ53.
[14] ΓΑΚ, Αρχείο Βλαχογιάννη, Ιδιωτικαί Συλλογαί, Ρήγας Παλαμήδης Φ 253.
[15] ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου της Οικονομίας [περιόδου Αγώνος] Φ 62.
[16] ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Εσωτερικών [περιόδου Αγώνος] Φ73.
[17] ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Πολέμου [περιόδου Αγώνος] Φ 113.
[18] ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Πολέμου [περιόδου Αγώνος] Φ87, και Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Εσωτερικών [περιόδου Αγώνος] Φ 68.
[19] ΓΑΚ, Ιστορικά Αρχεία Βλαχογιάννη Β’ κατάλογος χειρογράφων Φ 90.
[20] ΓΑΚ, Ιστορικά Αρχεία Βλαχογιάννη Β’ κατάλογος χειρογράφων Φ 90.
[21] Ο Γιώργης Ντουροκώστας ήταν πρόγονος της οικογένειας Δουράνου στο Λυγουριό.
[22] Ο Μήτρος Λιάπης φυλακίστηκε από τον Ιμπραήμ μετά την μάχη στα Τρίνησα το 1825, πέθανε από πανώλη στο Λυγουριό το 1828.
[23] Ο Γιώργης Συμεών με καταγωγή από τις Σπέτσες, ήταν πρόγονος της οικογένειας στο Λυγουριό.
[24] ΓΑΚ Αρχείο Γραμματ. Υπουργείου Εσωτερικών [περιόδου Αγώνος][1821-1828] Φ 104.
[25] ΓΑΚ Αρχείο Γραμματ. Υπουργείου Εσωτερικών[περιόδου Αγώνος][1821-1828] Φ 104.
[26] ΓΑΚ Αρχείο Γραμματ. Υπουργείου Εσωτερικών [περιόδου Αγώνος] [1821-1828] Φ 104.
[27] ΓΑΚ Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Εσωτερικών [1821-1828] Φ 104.
[28] ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Εσωτερικών, [1821-1828] Φ 104.
[29] Τάσου Γκριτσόπουλου, Κων. Κοτσώνη, ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, Σύλλογος Αργείων ο Δαναός, σελ.149/150.
[30] ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Εσωτερικών Αρχείο Αγώνος [1821-1828]Φ 105.
[31] ΓΑΚ, Αρχείο έκτακτων Επιτρόπων και προσωρινών Διοικητών [περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια] [1828-1833] Φ 59.
[32] ΓΑΚ Αρχείο Επιτρόπων Φ 63.
[33] ΓΑΚ Αρχείο Επιτρόπων Φ 30.
Αντώνης Ξυπολιάς
Αρχιτέκτονας
– Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Διαβάστε ακόμη:
- Το Λυγουριό λίγα χρονιά πριν την Επανάσταση του 1821
- Μονή Αγίου Μερκουρίου Λυγουριού
- Έγγραφα Επιστράτευσης της Επαρχίας Ναυπλίου το 1825 και η θυσία στο Μανιάκι









Σχολιάστε