Οι Μυκήνες και η Τίρυνς μέσα από τις απεικονίσεις των περιηγητών | Δημήτρης Τότσικας
Η παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζει χαρακτικά και ζωγραφικά έργα, που απεικονίζουν τα ερείπια των μυκηναϊκών ακροπόλεων των Μυκηνών και της Τίρυνθας, τα οποία εκπονήθηκαν από τους ξένους περιηγητές και ζωγράφους, που επισκέφθηκαν την Αργολίδα κατά τους νεότερους χρόνους (15ος -19ος αι.) και συνοδεύουν τις περιηγητικές αναφορές.[1] Το Ηραίον του Άργους εντοπίστηκε από τον Θείρσιο μόλις το 1831 πλήρως ερειπωμένο και ως εκ τούτου δεν απαθανατίστηκε από τους ξένους περιηγητές. Τα έργα αυτά αποτυπώνουν την κατάσταση των μυκηναϊκών ερειπίων μέσα στον χρόνο, οδηγώντας μας στην εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων του Ερρίκου Σλήμαν.
Η συλλογή ξεκινά με τις πρώτες αποτυχημένες προσπάθειες των ξένων περιηγητών να εντοπίσουν και να απαθανατίσουν τις Μυκήνες. Το 1448, κατά τη δεύτερη επίσκεψή του στην Αργολίδα, ο Ιταλός έμπορος και λόγιος Ciriaco de Pizzicolli, γνωστός ως Κυριακός ο Αγκωνίτης, που καταγόταν από οικογένεια μεγαλεμπόρων της Καλαβρίας, εντοπίζει και σχεδιάζει την ακρόπολη των Μυκηνών,[2] εσφαλμένα, όπως αποδείχτηκε, καθώς αυτό που βρίσκει είναι ένα μικρό οχυρό της ελληνιστικής εποχής κοντά στο χωριό Κατσίγκρι (Άγιος Αδριανός Ναυπλίου), που είναι σήμερα γνωστό ως «Παλαιόκαστρο» ή «Κάστρο Αδριανού».[3]
Ο πρώτος που εντοπίζει τη θέση των Μυκηνών και εκπονεί ένα σχέδιο της ακρόπολης και έναν χάρτη της Αργολίδας είναι ο Γάλλος αββάς Michel Fourmont, φιλόλογος και κληρικός, που έμεινε στην ιστορία ως φανατικός αρχαιοθήρας.
Το 1729 ο Fourmont, με εντολή του βασιλιά της Γαλλίας, Λουδοβίκου ΙΕ’, φθάνει στην Ελλάδα με πολυάριθμη συνοδεία και απογυμνώνει σχεδόν την ελληνική επικράτεια σε 16 μήνες. Στο σχέδιο αυτό (Εικ.1), που αποτελεί μία από τις παλαιότερες απεικονίσεις των Μυκηνών και φιλοτεχνήθηκε από τον Claude Louis Fourmont, ανιψιό και συνοδοιπόρο του αββά, αποτυπώνεται η ακρόπολη από τα δυτικά, με την Πύλη των Λεόντων να αχνοφαίνεται στο κέντρο της εικόνας. Οι κυκλώπειες οχυρώσεις ξεχωρίζουν εκατέρωθεν της πύλης μισοθαμμένες μέσα στο χώμα, σε δύο επίπεδα. Αρκετά μακρύτερα από την Πύλη των Λεόντων και προς τα δεξιά σημειώνεται το σημείο όπου βρίσκεται ο «υπόγειος Τάφος του Ατρέα», όπως αποκαλείται από τον Fourmont το θολωτό κτίσμα, τα ίχνη του οποίου είναι ορατά στην κορυφή του λόφου της Παναγίτσας.

Εικ.1. Claude Louis Fourmont, Ο τάφος του Ατρέα/υπόγειος (Le Tombeau d’Α tree/Souterrain), 1729 (Buscemi 2009, 72).
Την άνοιξη του 1795 βρίσκεται στις Μυκήνες ο John Hawkins, Άγγλος γεωλόγος και συγγραφέας, ιδιοκτήτης ορυχείων στην περιοχή της Κορνουάλης, που αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστήμη και την τέχνη. Ο Hawkins σχεδιάζει τον Θησαυρό του Ατρέα και την Πύλη των Λεόντων (Εικ.2) σε ελεύθερο τρισδιάστατο σχέδιο και είναι ο πρώτος που απαθανατίζει τα μνημεία των Μυκηνών από τόσο κοντινή απόσταση. Λάτρης της τριγωνομετρίας, αποτυπώνει εξαιρετικά τα γεωμετρικά σχήματα, ενώ διεξάγει μετρήσεις των αρχαίων μνημείων.[4] Η ανθρώπινη μορφή που αποτυπώνεται στα δεξιά της πύλης χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς για να αποδώσει τις διαστάσεις του μνημείου.
Λίγο αργότερα, το 1797, φθάνει στις Μυκήνες ο Thomas Hope, έμπορος, τραπεζίτης, συγγραφέας και συλλέκτης έργων τέχνης, γεννημένος στο Άμστερνταμ από αριστοκρατική Σκωτσέζικη οικογένεια, στο πλαίσιο ενός grand tour στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική.
Ο Hope εκπονεί συνολικά επτά σχέδια με σέπια πάνω σε χαρτί (ελεύθερα σχέδια, αρχιτεκτονικές τομές και κατόψεις) και μια υδατογραφία για τις αρχαιότητες των Μυκηνών (Εικ.3), που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη. Στα σχέδιά του οι μυκηναϊκοί ογκόλιθοι μοιάζουν θαμμένοι μέσα στη γη, ενώ δίπλα στα ερείπια απεικονίζονται σύγχρονες ανθρώπινες μορφές. Χρησιμοποιεί την τεχνική της φωτοσκίασης, ενώ δεν διστάζει να αφαιρέσει μερικές πέτρες από την οροφή του Θησαυρού του Ατρέα, προκειμένου να φωτιστεί το οικοδόμημα, ώστε να μπορέσει ο ίδιος να αποπερατώσει το έργο του.[5]

Εκ. 3. Thomas Hope, Μυκήνες – Κρηπίδωμα ή περιοχή της ακρόπολης – Πύλη των Λεόντων – Τείχος των Κυκλώπων – Τοίχος του τάφου του Αγαμέμνονος – Κοίτη του ποταμού στο βάθος του γκρεμού που χωρίζει την περιοχή της ακρόπολης από τα πίσω βουνά (Mycenae – Platform or esplanade of the citadel – Gate of the Lions – Wall of the Cyclops -Wall of Agamemnon’s tomb – Bed of the torrent at the bottom of the precipice whseparates the esplanade of the citadel from the mountains behind it), 1797 (Τσιγκάκου 1985, 125).
Οι πρώτες χαλκογραφίες που απεικονίζουν τα ερείπια των Μυκηνών εκπονούνται από τον Edward Daniel Clarke το 1801. Ο Άγγλος φυσιοδίφης και μεταλλειολόγος επισκέπτεται την Ελλάδα εξετάζοντας όχι μόνο το φυσικό περιβάλλον και τις αρχαιότητες κάθε περιοχής αλλά και τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων.[6]
Εκπονεί μια χαλκογραφία με τίτλο Τα Προπύλαια των Μυκηνών (Propylaea of Mycenae), όπου, σε αντίθεση με τους προηγούμενους περιηγητές, δεν μας δίνει ολόκληρη την πρόσοψη της εισόδου στην ακρόπολη των Μυκηνών, παρά μόνο την πύλη και την πρώτη σειρά των ογκόλιθων γύρω από αυτήν (Εικ 4). Οι κυκλώπειες πέτρες είναι ακανόνιστου σχήματος και σε ορισμένα σημεία αφήνουν κενά μεταξύ τους. Η έμφαση του καλλιτέχνη δίνεται στο τριγωνικό ανάγλυφο των δύο λεόντων, που παριστάνεται λεπτομερώς.

Εκ.4. Edward Daniel Clarke, Τα Προπύλαια των Μυκηνών (Propylaea of Mycenae), 1801 (Clarke 1814, 653).
Αμέσως μετά την επίσκεψή του στην Αργολίδα το 1801, ο Λόρδος Elgin αναθέτει το έργο της αποτύπωσης των αρχαίων μνημείων των Μυκηνών στον Ιταλό ζωγράφο Sebastiano Ittar. Ο Ιταλός καλλιτέχνης επισκέπτεται τις Μυκήνες το 1803 και εκπονεί αρκετά σχέδια,[7] που περιλαμβάνουν κατόψεις, αποκαταστάσεις και μελέτες των αρχιτεκτονικών μελών της Πύλης των Λεόντων, του Θησαυρού του Ατρέα, της βόρειας πύλης της Ακρόπολης των Μυκηνών και των τειχών της Ακρόπολης της Τίρυνθας. Τα περισσότερα αποτελούν ελεύθερα σχέδια με γραφίτη και μελάνι πάνω σε απαλό μπλε χαρτί, χωρίς κλίμακα αλλά με προοπτική και ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες, τη συμμετρία και την αναλογία των διαστάσεων.
Στην Εικ.5, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εφόσον αποτελεί την πρώτη απόπειρα αποκατάστασης της πρόσοψης του Θησαυρού του Ατρέα, ο καλλιτέχνης επιστρατεύει τη φαντασία του προκειμένου να απεικονίσει την πύλη εισόδου στο μνημείο, με βάση τα ευρήματα της συνοδείας του Λόρδου Elgin στο σημείο. Ξεχωρίζουν οι δυο ημικίονες εκατέρωθεν της εισόδου, που παριστάνονται αρκετά πιστά, διακοσμημένοι με τεθλασμένες γραμμές,[8] καθώς και πέντε διακοσμητικές προσωπίδες στο κάτω μέρος του επιστηλίου, που αποτελούν αποκύημα της φαντασίας του καλλιτέχνη.

Εκ.5. Sebastiano Ittar, Θύρα του τάφου του Αγαμέμνονα (Porta del Sepolcro di Agamemnone), 1803. British Museum.
Αμέσως μετά, και ενώ το περιηγητικό ρεύμα προς την Ελλάδα βρίσκεται στο απόγειό του, η σκυτάλη δίνεται στους σπουδαίους Βρετανούς τοπογράφους (William Gell, Edward Dodwell, William Martin Leake), οι οποίοι μελετούν εξονυχιστικά τα αρχαία μνημεία των Μυκηνών και της Τίρυνθας.
Ο William Gell, Άγγλος αρχαιολόγος, τοπογράφος και χαρτογράφος, με αριστοκρατική καταγωγή και αξιόλογη κλασική παιδεία, περιηγείται στην Ελλάδα από το 1801 ως το 1806 ως απεσταλμένος της βρετανικής κυβέρνησης, έχοντας ως στόχο την ταύτιση των ομηρικών τοπωνυμίων.[9] Με τη συνοδεία του συμπατριώτη του, Edward Dodwell, και του Ιταλού ζωγράφου Simone Pomardi, εξετάζει εξονυχιστικά κάθε σπιθαμή της ελληνικής γης και συντάσσει καταλόγους τοπογραφικών παρατηρήσεων.[10]
Ιδιαίτερα στην Αργολίδα ο Gell, βασιζόμενος στις περιγραφές του Παυσανία και στις μαρτυρίες γηγενών, ταυτίζει πολλές μυκηναϊκές θέσεις, ενώ αφιερώνει συνολικά 11 έργα, ως επί το πλείστον χαλκογραφίες, στις αρχαιότητες των Μυκηνών, όπου επικεντρώνεται στην Πύλη των Λεόντων, τον Θησαυρό του Ατρέα, τη βόρεια πύλη και το πανόραμα της Ακρόπολης των Μυκηνών.
Αντίστοιχα, εκπονεί τρία έργα για την Ακρόπολη της Τίρυνθας: μία κάτοψη του μνημείου, μια όψη της εισόδου της υπόγειας σύριγγας στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ακρόπολης και ένα εντυπωσιακό πανόραμα του λιμανιού του Ναυπλίου με φόντο την Τίρυνθα.
Το σχέδιο που επιλέχθηκε προς παρουσίαση αφορά στο εσωτερικό του Θησαυρού του Ατρέα στις Μυκήνες από τα νοτιοδυτικά (Εικ.6) και είναι χαρακτηριστικό της τεχνοτροπίας του καλλιτέχνη, ενώ υπήρξε πρότυπο για άλλους καλλιτέχνες που το αντέγραψαν (Dodwell, Lemaitre).
Στα δεξιά απεικονίζεται η εσωτερική πλευρά της κύριας εισόδου του κτίσματος, με το ογκώδες επιστήλιο και το ανακουφιστικό τρίγωνο. Οι επάλληλες σειρές της τοιχοδομής αποδίδονται με ακρίβεια, ενώ στα αριστερά αποτυπώνεται η πρόσοψη της πύλης που οδηγεί στον πλευρικό θάλαμο. Το έδαφος εντός της θόλου έχει υποστεί εργασίες διάνοιξης και καθαρισμού. Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά την τεχνική της φωτοσκίασης, με το φως να εισέρχεται στο οικοδόμημα τόσο από την πύλη όσο κυρίως από ένα άνοιγμα στην κορυφή της θόλου.[11]

Εικ.6. William Gell, Ο Θησαυρός των Μυκηνών – Κύρια είσοδος- Πλευρικός θάλαμος (Treasury Mycenae – Great Entrance – Inner Chamber), 1810 (Gell 1810, 34 1).
Συνοδοιπόρος του Gell, ο Dodwell, Ιρλανδός ζωγράφος, συγγραφέας, αρχαιολόγος και περιηγητής, επισκέπτεται την Ελλάδα και επιχειρεί να εντοπίσει στοιχεία της αρχαίας κουλτούρας που τυχόν επιβιώνουν στους σύγχρονους Έλληνες.[12]
Στην Αργολίδα βρίσκεται τον Δεκέμβριο του 1805 μαζί με τον Pomardi και εκπονεί συνολικά δέκα έργα με θέμα τις Μυκήνες, που περιλαμβάνουν μία μακρινή άποψη της Ακρόπολης των Μυκηνών, την Πύλη των Λεόντων, τη βόρεια πύλη της Ακρόπολης, τον Θησαυρό του Ατρέα και τον θολωτό τάφο του Κάτω Φούρνου. Επίσης, φιλοτεχνεί τέσσερα έργα με θέμα το πανόραμα της αργολικής πεδιάδας, τα τείχη και τις στοές της Τίρυνθας. Τα έργα του Dodwell στην πλειονότητά τους είναι χαλκογραφίες. Ο ίδιος μάλιστα δηλώνει ότι τα ερείπια των Μυκηνών του προκάλεσαν μεγαλύτερο δέος και θαυμασμό από ό,τι η Αθήνα, οι Δελφοί ή η Τροία.[13]
Ο Dodwell ανακαλύπτει μαζί με τον Gell και είναι ο πρώτος που απαθανατίζει το μνημείο που είναι σήμερα γνωστό ως «Τάφος του Κάτω Φούρνου», τον πιο απομακρυσμένο από τους θολωτούς τάφους των Μυκηνών, βορειοδυτικά της Ακρόπολης (Εικ.7).
Ο καλλιτέχνης αποτυπώνει το πάνω μέρος της πύλης, που μόλις είναι ορατή από τους χωμάτινους όγκους που την καλύπτουν. Η θόλος έχει καταρρεύσει και σωροί από χώμα και πέτρες έχουν καλύψει ολόκληρο το εσωτερικό του. Σε αντίθεση με τον Gell, που θεωρεί την κατασκευή μια απλή πύλη, ο Dodwell ισχυρίζεται ότι πρόκειται για θολωτό τάφο, παρόμοιο με τον Θησαυρό του Ατρέα.[14] Εκτός από το ανώφλι που είναι σχεδόν ακέραιο, όλοι οι υπόλοιποι ογκόλιθοι είναι φθαρμένοι και διάσπαρτοι. Στο βάθος αποτυπώνεται το όρος Ζάρα και από πάνω του ένας συννεφιασμένος ουρανός.
Εκ.7. Edward Dodwell, Είσοδος ενός από τους Θησαυρούς στις Μυκήνες (Portal to one of the Treasuries at Mycenae), 1834 (Dodwell 1834, 11).
Ακολουθεί ο Άγγλος Συνταγματάρχης William Martin Leake, στρατιωτικός, τοπογράφος, αρχαιολόγος και πράκτορας των βρετανικών πολιτικών και στρατιωτικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο. Μεθοδικός και σχολαστικός ερευνητής, βαδίζει στα χνάρια του Παυσανία και επιδεικνύει ιδιαίτερο ζήλο και ευαισθησία για την Ελλάδα και τις αρχαιότητες.[15]
Το 1806 επισκέπτεται τις Μυκήνες και την Τίρυνθα και εντυπωσιάζεται από τα κυκλώπεια τείχη, διακρίνοντας τη διαφορά τεχνοτροπίας και εποχής ανάμεσα στα διάφορα μέρη τους.[16] Η Εικ.8 παρουσιάζει μια κάτοψη της ακρόπολης της Τίρυνθας με κλίμακα. Ο Leake είναι ο πρώτος που επιχειρεί κάτι τέτοιο και εκπονεί ένα αρκετά ακριβές σχέδιο του μνημείου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την περίμετρο της Ακρόπολης, διακρίνοντας το ανώτερο και το κατώτερο τμήμα αυτής. Ωστόσο τοποθετεί εσφαλμένα την κύρια είσοδο της ακρόπολης στο νοτιοανατολικό άκρο της (πάνω αριστερά στην εικόνα). Επίσης, σημειώνει τη θέση δύο ακόμα πυλών, μιας στο ανατολικό τμήμα της άνω ακρόπολης, που αποτελεί και την κύρια είσοδο σε αυτήν, και μιας ακόμα στη δυτική πλευρά. Τέλος, αποτυπώνει δυο σήραγγες στο νοτιοανατολικό και το νότιο τμήμα της ακρόπολης, καθώς και ένα άνοιγμα στο τείχος βόρεια της κύριας πύλης, το οποίο προφανώς είχε δημιουργηθεί από την κατάρρευση της οχύρωσης σε αυτό το σημείο. Το πάχος των τειχών είναι ενιαίο σε όλη την περίμετρο και αποδίδεται κατά προσέγγιση.
Εκ.8. William Martin Leake, Το φρούριο της Τίρυνθας (Fortress of Thryns), 1830 (Leake 1830, τ. Ι1, πίν. 3).
Τον Οκτώβριο του 1810 βρίσκεται στις Μυκήνες ο Άγγλος συγγραφέας, ποιητής, λογοτέχνης και ζωγράφος William Haygarth. Ο ρομαντικός φιλέλλην αφιερώνει μια χαλκογραφία και μια υδατογραφία στην Πύλη των Λεόντων, καθώς και δύο τρισδιάστατα σχέδια με μολύβι και μελάνι στα ερείπια της Ακρόπολης των Μυκηνών και της Τίρυνθας αντίστοιχα.
Στα έργα αυτά είναι φανερές οι συνέπειες των ανασκαφικών εργασιών του Βελή Πασά στην περιοχή, όπως για παράδειγμα οι εργασίες αποχωμάτωσης που έχουν διενεργηθεί στην Πύλη των Λεόντων, η οποία φαίνεται να έχει αποκατασταθεί σχεδόν στο αρχικό ύψος της. Ο καλλιτέχνης επιλέγει ένα σημείο κοντά στην κορυφή του Θησαυρού του Ατρέα προκειμένου να εκπονήσει μια εντυπωσιακή άποψη της ακρόπολης και του περιβάλλοντος χώρου (Εικ.9), η οποία επελέγη προς παρουσίαση ως ενδεικτική του ύφους και της καλλιτεχνικής ευαισθησίας του Haygarth.
Σε πρώτο πλάνο απεικονίζεται ο λόφος της ακρόπολης με την κυκλώπεια οχύρωση που είναι ορατή μόνο αποσπασματικά. Στην κορυφή της ακρόπολης απεικονίζεται μια ομάδα ανθρώπων, ίσως έφιππων. Στα δεξιά της εικόνας παρατηρούμε την χαράδρα που προστατεύει την ακρόπολη από τη νοτιοανατολική πλευρά, ενώ στο βάθος δεσπόζει ο Τρητός. Η φωτοσκίαση και το τρίπτυχο φύση-άνθρωποιαρχαιότητες δίνουν λυρική και ρομαντική διάσταση στο έργο.

Εκ.9. William Haygarth, Τοπίο στις Μυκήνες, άποψη από τον Θησαυρό του Ατρέα. 8 Οκτωβρίου 1810 (Mycenae from the treasury of Atreus. 8 October 1810). el.travelogues.gr
Ο Εσθονός Βαρόνος Otto Magnus von Stackelberg ήταν αρχαιολόγος, καλλιτέχνης, συγγραφέας, καθώς και ιστορικός και κριτικός της τέχνης. Στην Ελλάδα περιηγήθηκε από το 1810 ως το 1813, σχεδιάζοντας κυρίως σκηνές από την καθημερινή ζωή των Ελλήνων, ενδυμασίες, τοπία και αρχαία μνημεία. Το 1812 βρίσκεται στην Αργολίδα και φιλοτεχνεί συνολικά τέσσερις χαλκογραφίες για τις αρχαιότητες των Μυκηνών, οι οποίες αφορούν στην Πύλη των Λεόντων, τον Θησαυρό του Ατρέα, τη βόρεια πύλη της Ακρόπολης και ένα μυκηναϊκό μνημείο, που είναι γνωστό σήμερα ως «Οχυρωματικός Πύργος Λημικού» και βρίσκεται τρία χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Ακρόπολης των Μυκηνών.
Στην Εικ.10 παρουσιάζεται μια άποψη της Ακρόπολης των Μυκηνών από ψηλά, με την Πύλη των Λεόντων και τα Κυκλώπεια Τείχη να βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. Το έργο αυτό είναι αναμφίβολα το πιο εντυπωσιακό και συνάμα το πιο απαιτητικό από όσα αφιερώνει ο καλλιτέχνης στις Μυκήνες, καθώς δεν περιγράφει απλά την Πύλη των Λεόντων αλλά την εντάσσει στο ευρύτερο τοπίο, προσφέροντάς μας ένα πανόραμα της αργειακής γης. Στα αριστερά δεσπόζει το όρος Ζάρα, ενώ στα δεξιά ξεκινά η πεδιάδα που φθάνει ως τον Αργολικό Κόλπο. Ο καλλιτέχνης παρουσιάζει με εξαιρετική ακρίβεια τους λόφους γύρω από τον κάμπο και συγκεκριμένα τον λόφο της Λάρισας, το βουνό των Σταθέικων και τη μυτερή κορυφή του Αρτεμισίου στο βάθος. Αριστερά από την ακρόπολη του Άργους είναι ορατά τα βουνά των Μύλων και του Κιβερίου, κοντά στα σύνορα με την Αρκαδία.

Εκ.10. Otto Magnus von Stackelberg, Η πεδιάδα του Άργους και των Μυκηνών (Plaine d’Argos et de Mycene), 1830 (Stackelberg 1834, 95).
Επόμενος σταθμός του περιηγητισμού στην Αργολίδα είναι η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά (Expedition scientifique de Moree). Το 1828, ο Guillaume-Abel Blouet, Γάλλος αρχιτέκτων, γιος κλειδαρά και υφαντεργάτριας, ορίζεται επιστημονικός διευθυντής της Expedition και περιηγείται στην Ελλάδα ως το 1833, καταγράφοντας λεπτομερώς τις παρατηρήσεις του γύρω από την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τις επιγραφές της αρχαίας Ελλάδας. Με οδηγό τον Παυσανία, φθάνει στην αργειακή γη και εκπονεί συνολικά δέκα έργα που απαθανατίζουν τις αρχαιότητες των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Τα έργα αυτά περιλαμβάνουν έναν γενικό χάρτη της περιοχής των Μυκηνών, απόψεις και αρχιτεκτονικά σχέδια της Πύλης των Λεόντων και του Θησαυρού του Ατρέα, καθώς και μια κάτοψη και απόψεις της στοάς και των τειχών της Ακρόπολης της Τίρυνθας.
Η Εκ.11 αφορά στους θολωτούς τάφους των Μυκηνών και επιλέγεται για την αξιοσημείωτη ακρίβεια και ζωντάνια που παρουσιάζει. Στο κέντρο απεικονίζεται η πρόσοψη του Θησαυρού του Ατρέα (I). Ο δρόμος που οδηγεί στην πύλη έχει υποστεί εργασίες διάνοιξης, με αποτέλεσμα να έχει αποκατασταθεί στο αρχικό της ύψος. Ο καλλιτέχνης αποτυπώνει με ακρίβεια την πύλη και το ανακουφιστικό τρίγωνο, μέσα στο οποίο βλέπουμε πυκνή βλάστηση. Ο Blouet σχεδιάζει δύο ακόμα θολωτά μνημεία, τα οποία λανθασμένα ονομάζει Τάφους της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου. Πρόκειται για τα μνημεία που είχε εντοπίσει πρώτος ο Gell το 1805 και σήμερα είναι γνωστά με την ονομασία «Τάφος Κάτω Φούρνου» (εικόνα ΙΙ, επάνω) και «Τάφος Επάνω Φούρνου» (εικόνα V, κάτω). Ο καλλιτέχνης απαθανατίζει το πάνω τμήμα της πύλης εισόδου σε καθένα από αυτά τα ταφικά μνημεία, ενώ παράλληλα καταγράφει μετρήσεις των διαστάσεών τους, κατόψεις (εικόνα IV, VI) και τομές καθ’ ύψος (εικόνα 111, VII).

Εικ.11. Guillaume-Abel Blouet, Άποψη της εισόδου του υπογείου θαλάμου (Vue de l’entrέe de la chambre souterraine), 1838 (Blouet 1838, 69).
Τέλος, το 1832 ταξιδεύει στην Ελλάδα ο Christopher Wordsworth, επίσκοπος, καλλιτέχνης και άνθρωπος των γραμμάτων, ο πρώτος Βρετανός που γίνεται δεκτός από τον βασιλιά Όθωνα. Για έναν περίπου χρόνο περιηγείται ασταμάτητα στην ελληνική γη και καταγράφει τις παρατηρήσεις του σχετικά με την τοπογραφία και τους αρχαιολογικούς χώρους της. Στην Αργολίδα περιγράφει με δέος την Ακρόπολη των Μυκηνών και ιδιαίτερα την Πύλη των Λεόντων, ενώ οραματίζεται σκηνές της Ορέστειας σε μια ειδυλλιακή ατμόσφαιρα. Εκπονεί συνολικά έξι χαρακτικά σε ξύλο, με θέμα την Πύλη των Λεόντων, τον Θησαυρό του Ατρέα, τον «Οχυρωματικό Πύργο του Λημικού» και τη βόρεια πύλη της Ακρόπολης των Μυκηνών, καθώς και τις στοές της Τίρυνθας.
Στην Εικ.12 βλέπουμε μια άποψη της περιοχής των Μυκηνών και του αργολικού κάμπου από τον Βορρά, ένα πανόραμα της αργειακής γης, που επιλέγεται για να αντιπαραβληθεί προς το αντίστοιχο έργο του Stackelberg, το οποίο αναμφίβολα αποτέλεσε πρότυπο του καλλιτέχνη. Έμφαση δίνεται στο τριγωνικό ανάγλυφο των δύο λεόντων, που απεικονίζεται με ακρίβεια, αν και από μακρινή απόσταση, ενώ οι κυκλώπειοι ογκόλιθοι των τειχών παριστάνονται αδρομερώς. Δίπλα στα αρχαία μνημεία παρατηρούμε σύγχρονες ανθρώπινες μορφές (μεταξύ των οποίων και τον περιηγητή) και δύο γεράκια. Στο βάθος, πάνω αριστερά, απεικονίζεται το όρος Ζάρα, ενώ στο δεξί μέρος της εικόνας αποτυπώνεται η αργολική πεδιάδα από τα Φίχτια έως το Τημένιο. Ο Wordsworth σχεδιάζει με προσοχή και εξαιρετική ακρίβεια τα βουνά της Αργολίδας (Λάρισα, Σταθέικα, Αρτεμίσιο, βουνό των Μύλων).

Εικ.12. Christopher Wordsworth, Η αργολική πεδιάδα από την Πύλη των Λεόντων (Plain of Argos from the Gate of Lions), 1832 (Wordsworth 1882, 423).
Οι περιηγητές των Μυκηνών και της Τίρυνθας, κινούμενοι από αγνό ενδιαφέρον και θαυμασμό για τα αρχαία κατάλοιπα, επιχειρούν να τα απαθανατίσουν άλλοτε με βάση τα επιστημονικά τους κριτήρια και εργαλεία και άλλοτε επιστρατεύοντας τη φαντασία τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κεντρικό στοιχείο του αναγλύφου της Πύλης των Λεόντων, δηλαδή οι αμφίκοιλοι βωμοί της βάσης του κίονα ανάμεσα στους λέοντες καθώς και τα άκρα των δοκών της στέγης στον θριγκό. Οι πλέον παρατηρητικοί περιηγητές- καλλιτέχνες (Clark, Gell, Dodwell) απεικονίζουν έναν ανεστραμμένο κίονα με τέσσερις σφαίρες στην κεφαλή (βλ. Εικ. 2 και 4), στις οποίες μάλιστα αποδίδουν θρησκευτική σημασία, και γενικά προσπαθούν να προσδιορίσουν αρχιτεκτονικά το τριγωνικό ανάγλυφο με βάση τις αρχαιότητες της Αιγύπτου, που ήταν ήδη γνωστές στους κόλπους των αρχαιοδιφών, εφόσον η προϊστορία του ελλαδικού χώρου δεν ήταν ακόμα γνωστή, τουλάχιστον έως το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Σε ό,τι αφορά την αισθητική απόδοση των περιηγητικών έργων, στα πρώιμα σχέδια του Κυριακού του Αγκωνίτη και του Fourmont (Εικ.1) σκοπός του καλλιτέχνη είναι να εντυπωσιάσει τον θεατή, να εξάψει τη περιέργειά του και όχι να αποτυπώσει πιστά την πραγματική εικόνα του μνημείου.[17]
Τα παλαιότερα περιηγητικά απεικονιστικά έργα που αφορούν στις Μυκήνες και την Τίρυνθα ακολουθούν τους κανόνες της ερειπιογραφίας, με κύριο στόχο την πρόκληση εντυπώσεων στον θεατή,[18] με το ρεύμα αυτό να ενισχύεται κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα από την αυξημένη παρουσία των Grand Tourers στον ελλαδικό χώρο (Εικ.4) και από τους απεσταλμένους της Εταιρείας των Dilettanti, στόχος των οποίων ήταν να μελετήσουν και να
απαθανατίσουν τα αρχαία μνημεία της Ελλάδας[19] (Εικ.3,6). Σε πολλές περιπτώσεις η ερειπιογραφία συνυπάρχει με τον ρομαντισμό, αποπνέοντας μια αίσθηση θαυμασμού και νοσταλγίας για το αρχαίο κάλλος, όπως στο έργο του Dodwell (Εικ.7). Παράλληλα, οι αρχιτέκτονες Hope και Hawkins καταφθάνουν στην αργολική γη για να θαυμάσουν από κοντά τα αρχαία μνημεία και να τα απαθανατίσουν ως προς την αρχιτεκτονική τους πλευρά, μεταφέροντας στην Αργολίδα την τάση του Greek Revival[20] (Εικ. 2,3) και ασκώντας μεγάλη επιρροή στους μεταγενέστερους αρχιτέκτονες περιηγητές, οι οποίοι εκπονούν τις πρώτες πανοραμικές απόψεις σε ανοικτό ορίζοντα (Εικ.10,12), καθώς και λεπτομερή αρχιτεκτονικά σχέδια (όψεις, τομές και κατόψεις) των αρχαίων μνημείων (Εικ.11).
Με την έναρξη του 19ου αιώνα οι περιηγητές-καλλιτέχνες αρχίζουν να ενδιαφέρονται για το φυσικό περιβάλλον και το αποτυπώνουν δίπλα στα μνημεία, ακόμη και αν μοιάζει κάποιες φορές παρείσακτο και ευτελές, σε σύγκριση με τις αρχαιότητες,[21] ευελπιστώντας να διαισθανθούν κάτι από το ένδοξο παρελθόν και να μεταφέρουν τον θεατή στις ένδοξες εποχές της αρχαιότητας, μέσα σε μια ρομαντική και πνευματική ατμόσφαιρα.[22] Συχνά, μάλιστα, ο
ρομαντισμός συντάσσεται με το ρεύμα του νεοκλασικισμού και του οριενταλισμού (Εικ.12), που κατά τον 19ο αιώνα ενισχύει την περιηγητική ροή προς την Ελλάδα.[23]
Οι περιηγητές- τοπογράφοι, με σημαντικότερους τους Gell, Dodwell και Leake, στοχεύουν στο να εντοπίσουν κάθε αρχαία θέση, να την ταυτίσουν σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, να την αποτυπώσουν πιστά, με έμφαση στη λεπτομέρεια, και να την εντάξουν στο ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο, καταγράφοντας ακόμα και υπομνηματικές σημειώσεις επάνω στο έργο, με ονόματα βουνών, πόλεων ή μνημείων.[24] Παράλληλα, επιχειρούν να εξετάσουν και να αποτυπώσουν μια γνήσια εικόνα του φυσικού περιβάλλοντος και των μνημείων.[25] Ιδιαίτερα οι καλλιτέχνες της Expedition Scientifique de Moree αποτυπώνουν τα μνημεία της Αργολίδας συνδυάζοντας την αρχαιογνωστική και αρχαιοδιφική οπτική των περιηγητών με τα επιστημονικά δεδομένα και τα εγκυκλοπαιδικά πρότυπα του Διαφωτισμού.[26]
Οι περιηγητές της Αργολίδας, με την άκαμπτη θέληση και τη μεθοδικότητά τους, συνεισέφεραν τα μέγιστα στις μετέπειτα ανασκαφικές επιχειρήσεις του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και έθεσαν τον θεμέλιο λίθο στην προσπάθεια αναγωγής των αρχαίων μυκηναϊκών ερειπίων σε μνημεία παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς.
Μέσα από τις περιηγητικές τους αναφορές διαφαίνεται ολοκάθαρα η αίγλη που απέπνεαν τα κατάλοιπα του ενδόξου αρχαίου παρελθόντος της αργειακής γης, σε αντιδιαστολή με την εικόνα ερήμωσης που τα διακατείχε στην πραγματικότητα του τότε και αναγκαιότητας για άμεση προστασία. Η ζωντάνια των περιγραφών και της εικαστικής απόδοσης των ερειπιώνων εξάπτει την περιέργεια, ενεργοποιεί τη φαντασία και μας μεταφέρει πίσω στον χρόνο, σε μια εποχή που τα ξεχασμένα και μισοθαμμένα ερείπια ανέμεναν να αναδυθούν από το σκοτάδι της Λήθης.
Υποσημειώσεις
[1] Η παρούσα ανακοίνωση εντάσσεται στο πλαίσιο της διδακτορικής διατριβής μου, που εκπονείται στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, με επιβλέπουσα την Καθηγήτρια κα Ιωάννα Σπηλιοπούλου και συνεπιβλέποντες την Αν. Καθηγήτρια κα Αιμιλία Μάνου και τον Αν. Καθηγητή κ. Ηλία Κουλακιώτη.
[2] Wolters 1915, 92-93.
[3] Κουτσογιάννης 2008, 152. Karadimas κ.ά. 2014, 3-4.
[4] Βαβουρανάκης 2015, 97.
[5] Karadimas κ.ά. 2014, 50.
[6] Stoneman 1996, 230-233.
[7] Τα σχέδια αυτά σήμερα φυλάσσονται στο Βρετανικό Μουσείο.
[8] Ο ένας εξ αυτών των ημικιόνων εκτίθεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, μαζί με τμήματα της εξωτερικής διακόσμησης της εισόδου του μνημείου.
[9] Stoneman 1996, 223.
[10] Stoneman 1996, 226-227.
[11] Το άνοιγμα αυτό βρισκόταν κοντά στην κορυφή της θόλου και προέκυψε είτε από τον περιηγητή Hope, που αφαίρεσε έναν λίθο στην προσπάθειά του να φωτίσει καλύτερα το οικοδόμημα, ώστε να το σχεδιάσει με ακρίβεια, είτε από τους εντεταλμένους του Βελή Πασά της Πελοποννήσου, που διεξήγαγαν ανασκαφές στο μνημείο προς αναζήτηση πολύτιμων λίθων. Παρά τη σημαντική φθορά στην τοιχοδομή, η σταθερότητα της θόλου δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα, εφόσον το άνοιγμα αυτό παρέμεινε για αρκετά χρόνια, χωρίς να προκαλέσει την κατάρρευσή της. Σήμερα έχει αποκατασταθεί πλήρως.
[12] Σιμόπουλος 2001, γ’1, 144.
[13] Dodwell 1819, 229.
[14] Dpodwell 1819, 235-236. Dodwell 1834, 11.
[15] Stoneman 1996, 237.
[16] Leake 1830, 368.
[17] Κούρια 2007, 55-56.
[18] Τσιγκάκου 2007, 32.
[19] Κούρια 2007, 90. Τσιγκάκου 2007, 29-31. Loukaki 2008, 27. Βαβουρανάκης 2015, 96.
[20] Stoneman 1996, 188-190. Γιακωβάκη 2006, 371. Τσιγκάκου 2007, 52-63.
[21] Τσιγκάκου 2005, 207-208.
[22] Loukakί 1997, 308. Τσιγκάκου 2005, 207. Τσιγκάκου 2007, 76-77.
[23] Βαβουρανάκης 2015, 96.
[24] Stoneman 1996, 223. Κούρια 2007, 122. Βαβουρανάκης 2015, 102.
[25] Κούρια 2007, 116-117.
[26] Βαβουρανάκης 2015, 113-114.
Βιβλιογραφία
- Βαβουρανάκης 2015: Γ. Βαβουρανάκης, Εικόνα και αρχαιολογία. Η περίπτωση της προϊστορικής αρχιτεκτονικής. Μέρος Α’, Αθήνα.
- Blouet 1838: G. A. Blouet, Expédition scientifique de Morée, ordonnée par le gouvernement français. Architecture, sculptures, inscriptions et vues du Péloponèse, des Cyclades et de l’Attique, τ. ΙΙ, Paris.
- Παπαδάκη 2006: Ν. Παπαδάκη, Ευρώπη μέσω Ελλάδας. Μια πορεία στην ευρωπαϊκή αυτοσυνειδησία, 17ος-18ος αιώνας, Αθήνα.
- Clarke 1814: E. D. Clarke, Travels in Various Countries of Europe, Asia and Africa, by Edward Daniel Clarke LL.D., Part the second, Greece, Egypt and the Holy Land, London.
- Dodwell 1819: E. Dodwell, A Classical and Topographical Tour through Greece During the Years 1801, 1805, and 1806, London.
- Dodwell 1834: E. Dodwell, Views and Descriptions of Cyclopian, or, Pelasgic Remains, in Greece and Italy, with Constructions of a Later Period; from Drawings by the late Edward Dodwell, ESQ. F.S.A. and member of several foreign Academies. Intended as a supplement to his Classical and Topographical Tour in Greece during the years 1801, 1805, and 1806. One hundred and Thirty-one Lithographic Plates, London.
- Gell 1810: W. Gell, The Itinerary of Greece with a Commentary on Pausanias and Strabo and an Account of the Monuments of Antiquity at Present existing in that Country compiled in the Years MDCCC I. II. V. VI, London.
- Haygarth χ.χ.: W. Haygarth, Collection of 120 Original Sketches of Greek Landscape made in 1810–1811 (συλλογή μεμονωμένων σχεδίων, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)
- Karadimas κ.ά. 2014: N. Karadimas – D. Moore – E. Rowlands, In Search of Agamemnon. Early Travelers to Mycenae, Newcastle.
- Κούρια 2007: Α. Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών, Αθήνα.
- Κωνσταογιάννης 2008: Ο. Κωνσταογιάννης, Τα σχέδια του Κυριακού της Αγκώνας (1391–;1452;) και η επίδρασή τους στην αρχαιολογία και την τέχνη της Αναγέννησης, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
- Leake 1830: W. M. Leake, Travels in the Morea, London.
- Loukaki 2008: A. Loukaki, Living Ruins, Value Conflicts, Aldershot.
- Stackelberg 1834: O. M. von Stackelberg, La Grèce. Vues pittoresques et topographiques, Paris.
- Stoneman 1996: R. Stoneman, Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα, Αθήνα.
- Τσιγκάκου 1985: Φ.-Μ. Τσιγκάκου, Thomas Hope (1769–1831). Εικόνες από την Ελλάδα του 18ου αιώνα, Αθήνα.
- Τσιγκάκου 2005: Φ.-Μ. Τσιγκάκου, Το ελληνικό τοπίο τον 19ο αιώνα, στο Π. Ν. Λουκάκης (επιμ.), Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες, ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου, Αθήνα.
- Τσιγκάκου 2007: Φ.-Μ. Τσιγκάκου, Η Αθήνα με τα μάτια των ζωγράφων-περιηγητών 16ος-19ος αιώνας, Αθήνα.
- Wordsworth 1882: C. Wordsworth, Greece Pictorial, Descriptive, & Historical by Christopher Wordsworth, D.D. Lord Bishop of Lincoln, with Numerous Engravings Illustrative of the Scenery, Architecture, Costume, and Fine Arts of that Country and a History of the Characteristics of Greek Art by George Scharf, F.S.A. Director, Keeper, and Secretary of the National Portrait Gallery. A New Edition revised. With Notices of recent Discoveries by H.F. Tozer, M.A. Fellow and Tutor of Exeter College, Oxford. Author of the «Highlands of Turkey», «Lectures on the Geography of Greece», London.
Δημήτρης Τότσικας
Φιλόλογος – Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στο τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών.
Αρχαιολογικό Έργο στην Πελοπόννησο 3 (ΑΕΠΕΛ3), Πρακτικά της Γ’ Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, Καλαμάτα, 2-5 Ιουνίου 2021. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών, Καλαμάτα, 2024.
* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Διαβάστε ακόμη:
- Οι Μυκήνες και το Άργος μέσα από τα μάτια των περιηγητών
- Θολωτοί Τάφοι των Μυκηνών
- Μυκήνες 1806 ( François-René de Chateaubriand – Σατωβριάνδος)
- Urquhart David 1830. Άργος – Μυκήνες – Αγροτικές Καλλιέργειες.
- Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν, Πελοπόννησος 1802 (Άργος, Μυκήνες, Αχλαδόκαμπος, Τρίπολη, Επίδαυρος)
- Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών
- Ντόντουελ Έντουαρντ – «Προς το Άργος», 1805









Σχολιάστε