Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον» ή «Κυβερνείον»
Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής (1828-1833). Κατασκευές κτιρίων στο Ναύπλιο – Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον» ή «Κυβερνείον» | Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Δικηγόρος – Πολιτικός επιστήμονας – Ιστορικός
Η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο έγκριτο Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχη 43-44, το 1992.
Σε προηγούμενα τεύχη της «Αρχαιολογίας»[1] δημοσιεύσαμε σειρά άρθρων με τον ίδιο επίτιτλο και με αντικείμενο την κατασκευή δημοσίων κτιρίων στο Άργος κατά την καποδιστριακή εποχή.
Με το σημερινό άρθρο τα πορίσματα της έρευνάς μας «περνούν» στην πόλη του Ναυπλίου, η οποία, μετά την Δ’ Εθνοσυνέλευση που οργανώθηκε στο αρχαίο θέατρο του Άργους κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1829, αναδείχθηκε σε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και εκεί άρχισαν να μετακομίζουν οι Αρχές από τον Σεπτέμβριο του χρόνου εκείνου.
Από την πλευρά της κτιριοδομίας δημοσίων κτιρίων, που μας απασχολεί εδώ, το Ναύπλιο παρουσιάζει μοναδικό παράδειγμα πόλης της καποδιστριακής εποχής (1828-32) για την οποία έχουμε συλλέξει επαρκείς πληροφορίες από γνωστές και άγνωστες πηγές, ώστε να ανασυστήσουμε με αρκετή πληρότητα την εικόνα ολόκληρης της υποδομής και του ιστού των δημοσίων οικοδομών ή κατασκευών. Τούτο παρουσιάζει προφανές ενδιαφέρον για την ιστορία της οικοδόμησης και της κατασκευής δημοσίων κτιρίων στην Ελλάδα και πιστεύω ότι μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ακόμα «εργαλείο» για την εμβάθυνση στην πολιτική ιστορία της καποδιστριακής περιόδου.
Η κατασκευή δημοσίων κτιρίων, από την άποψη αυτή, πρέπει να ενταχθεί στην όλη προσπάθεια για δημιουργία και λειτουργία μηχανισμών ενός σύγχρονου κράτους με ευρωπαϊκές δομές στην Ελλάδα, της εποχής εκείνης βεβαίως, μια προσπάθεια για την οποία έχουν διατυπωθεί οι γνωστές μέχρι σήμερα θέσεις ιστορικών και πολιτικών, χωρίς να έχουν ερευνηθεί προηγουμένως όλες οι παράμετροι της τότε περιόδου με τρόπο εξαντλητικό.
Αν στον τομέα των διπλωματικών προσπαθειών του Καποδίστρια ή της σύγκρουσής του με ανθρώπους και συμφέροντα σε τοπικό επίπεδο οι έρευνες έχουν προχωρήσει αρκετά, αντίθετα, σε τομείς όπως η λειτουργία της διοίκησης την εποχή εκείνη και η οργάνωση του χώρου μένει να γίνουν πολλά.
Για το τελευταίο θέμα η δική μας έρευνα έχει ολοκληρωθεί και όσα δημοσιεύονται στην «Αρχαιολογία» αποτελούν τα πρώτα δεδομένα – και τα πρώτα κατασταλαγμένα συμπεράσματα – μιας πορείας που, ελπίζω, θα οδηγηθεί στην τελική ολοκλήρωσή της και στη σύνθεση.

Αγνώστου ζωγράφου, H άφιξη του πρώτου Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, στο Ανάπλι, στις 7 Ιανουαρίου 1828, (λεπτομέρεια), ελαιογραφία σε καμβά, χ.χ. Την άφιξη του Καποδίστρια (1776-1831), πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου 1828, συνόδευσαν εκδηλώσεις ενθουσιασμού. Η παρουσία αγγλικών, γαλλικών και ρωσικών πολεμικών πλοίων ερμηνεύτηκε ως άτυπη αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας.
Ας ξαναγυρίσουμε στο Ναύπλιο. Πολυετής έρευνά μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έως το 1832 είχε κατασκευασθεί η υποδομή για πενήντα περίπου δημόσια κτίρια, ενώ ολοκληρωνόταν ο πολεοδομικός σχεδιασμός για την πόλη και το προάστιό της, την Πρόνοια, με ταυτόχρονες επεμβάσεις για καθαρισμό τους από σωρούς ερειπίων και σκουπιδιών όπως και για δημιουργία των βασικών δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης.[2]
Από τα κτίρια μπορούμε να μνημονεύσουμε εδώ ενδεικτικά ως εξ υπαρχής κατασκευές ή ως ριζικά μετασκευασμένα παλαιότερα οικοδομήματα το Κυβερνείο, το Αλληλοδιδακτικό σχολείο (ιδρύθηκε και λειτούργησε και «Σχολείον των κορασίων» και προχώρησαν οι ετοιμασίες για ίδρυση Ελληνικού σχολείου), το «Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον», το «Οπλοστάσιον», το Τελωνείο (κτίριο διαφορετικό από το σημερινό, το οποίο τελικά είναι άγνωστο πότε οικοδομήθηκε), ο Ναύσταθμος, και στην Ακροναυπλία δύο Στρατώνες (ο «μεγάλος» και ο «μικρός»), το Στρατιωτικό Νοσοκομείο (ακριβώς κάτω από αυτήν, κοντά στον Ψαρομαχαλά, λειτούργησε το Πολιτικό Νοσοκομείο), το Ορφανοτροφείο και ένα άλλο σχολείο.[3]
Στην Τίρυνθα οικοδομείται το κτίριο του Γεωργικού Σχολείου. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης μπορούμε να αναφερθούμε στα δεδομένα της απογραφής του 1825,[4] σύμφωνα με την οποία ως δημόσια κτίρια εμφανίζονταν ένα για το Εκτελεστικό, ένα για το Βουλευτικό, πέντε για υπουργεία, δύο για νοσοκομεία, ένα για στρατώνας και ένα για φυλακές· σύνολο δώδεκα.
Στη γνωστή αναφορά του φρουράρχου Ναυπλίου Χάιντεκ[5] προς την Δ’ Εθνοσυνέλευση (3.7.1829) γίνεται μνεία για κατασκευή ορισμένων δημοσίων κτιρίων.
Λιγότερο από ένα μήνα μετά την πρώτη επίσκεψή του στο Ναύπλιο, με το «Warspite», ο Καποδίστριας εκδηλώνει το άμεσο ενδιαφέρον του για τη δημιουργία υποδομής δημοσίων κτιρίων στην πόλη. Με το έγγραφό του αρ. 183/4.2.1828 προς «τους αρχηγούς των φρουρών του Παλαμηδίου, του Ιτς-Καλέ, της πόλεως Ναυπλίου και του επιθαλασσίου φρουρίου»[6] πληροφορεί ότι:
«Η Επιτροπή συγκειμένη από τους Κυρίους Σταμάτιον Βούλγαρην, λοχαγόν των Επιτελών εις την λειτουργίαν της Α.Μ. του Βασιλέως της Γαλλίας, Χάινε, λοχαγόν Ανοβρινόν, Γραλιάρδ, αξιωματικόν της Μηχανοποιίας, Σπύρον Σπηλιόπλον και Στέφανον Βαλλιάνον, διετάχθη να επιθεωρήση κατά τας οποίας έλαβαν οδηγίας τα φρούρια του Ναυπλίου, παρατηρούσα με όλην την λεπτομερή ακρίβειαν τα οχυρώματα, τας πολεμικάς οικοδομάς, αποσκευάς, ύλας, ζωοτροφίας, τας ελλείψεις, τας απαιτουμένας αναπληρώσεις, και εν γένει παν ό,τι αναφέρεται εις την πολεμικήν κατάστασιν των φρουρίων.
Το έργον τούτο είναι ανάγκη να εκτελεσθή όσον τάχιστα και με την δυνατήν εξακρίβωσιν. Όθεν διατάττεσθε να προσφέρητε εις την επιθεωρητικήν ταύτην επιτροπήν πάσαν πρόθυμον σύμπραξιν, και καθ’ όσον τα χρέη του φρουράρχου και του πολίτου σας υπαγορεύουν να υπακούσητε άνευ αναβολής εις όσα προς ευκολωτέραν των οδηγιών της εκτέλεσιν ήθελε σας διατάξη, δίδοντες προς αυτήν τας οποίας ήθελε κρίνη αναγκαίον να σας ζητήση πληροφορίας. Ο Κυβερνήτης δεν αμφιβάλλει ότι αισθανόμενοι το αξιόλογον της υποθέσεως, και την ιερότητα των χρεών σας, θέλετε προθυμοποιηθή να δείξητε πλήρη και τελείαν ευπείθειαν εις την παρούσαν διαταγήν».
Ο τόνος του εγγράφου ήταν ανάλογος προς το κλίμα που επικρατούσε στο Ναύπλιο, ακόμα και μόλις έφθασε εκεί ο Καποδίστριας: εσωτερική πολεμική διαμάχη, δύο φρούραρχοι (του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας – Ιτς-Καλέ) σε πολεμική σύγκρουση με τακτικούς κανονιοβολισμούς ανάμεσα στα δύο φρούρια και προς την πόλη, γενικευμένο χάος. Μετά από λίγες μέρες δημιουργείται και ενιαία διοίκηση στην πόλη (στις 20.2.1828),[7] ο Χάιντεκ αναλαμβάνει φρούραρχος, υποφρούραρχος ο Μύρμπεργκ, ο Πίζα πολιτάρχης, ο Ρώσος αξιωματικός Ράικο φρούραρχος Ακροναυπλίας (αργότερα τον αντικαθιστά ο Μύλλερ). Σε γενικότερο επίπεδο, ο Γάλλος Τρεζέλ αντικαθιστά τον Φαβιέ, ως αρχηγός Στρατού (Απρίλιος), ενώ μόλις η χώρα διαιρείται σε Τμήματα, ο αδελφός τού Δημητρίου Καλλέργη Νικόλαος αναλαμβάνει ως Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας.
Αρχές Ιουνίου έρχεται ο Αυγουστίνος στο Ναύπλιο, ενώ το Μάρτιο είχε φτάσει ο άλλος αδελφός του Καποδίστρια, ο Βιάρος, με τον Γενατά.
Στις 12 Απριλίου ο Προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου Ιω. Θεοτόκης[8] στο έγγραφο απολογίας του (είχε κατηγορηθεί για σπατάλη δημοσίου χρήματος) σημειώνει, μεταξύ άλλων: «Τα πρώτα έξοδα περί επισκευής εθνικών οίκων [Σ.Σ. γενικά, κτίρια που ανήκαν στο Δημόσιο] ήρχισαν από την πρώτην φοράν τού εις τα ενταύθα ερχομού της Α. Εξοχότητος» (…).
Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ο Χάιντεκ αρχίζει να πληροφορεί τον Καποδίστρια, σε τακτικότατη βάση, για τις προόδους της δημιουργίας κτιριακής υποδομής για δημόσιες υπηρεσίες. Οι αναφορές αυτές αποτελούν πολύτιμη συμβολή στη διαλεύκανση πολλών θεμάτων αναφορικά με την κατάσταση δημοσίων κτιρίων.
Σ’ αυτό το άρθρο, μετά την αναγκαία εισαγωγή που προτάξαμε, θα εξετάσουμε δύο θέματα που για πολλά χρόνια ή έχουν συγκεντρώσει μία λανθασμένη, όπως θα αποδείξουμε, συναίνεση ή παραμένουν με πολλά κενά και αδιευκρίνιστες πλευρές, έχοντας δημιουργήσει και αρκετή σύγχυση. Πρόκειται για την κατοικία του ίδιου του Καποδίστρια στο Ναύπλιο και για το κτίριο του «Παλατίου» ή «Κυβερνείου».

Σχέδιο της πόλης του Ναυπλίου από τον Θ. Βαλλιάνο, που είχε ανασχεδιαστεί στην Κέρκυρα, όπου βρισκόταν το 1934, από τον Wulf Schaefer. Με βέλος σημειώνουμε τη θέση όπου το περίγραμμα του Κυβερνείου. Δημοσιεύεται στο: «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 43, 1992
Η κατοικία του Καποδίστρια
Είναι εμπεδωμένη η γνώμη ότι ο Καποδίστριας, όταν στις 8 Ιανουαρίου 1828 αποβιβάζεται από το «Warspite» για πρώτη φορά στο Ναύπλιο, φιλοξενείται στο σπίτι του Εμμ. Ξένου.[9] [Σημ. Βιβλιοθήκης: Η οικία Εμμανουήλ Ξένου βρίσκεται στη συμβολή των οδών Βασιλέως Κωνσταντίνου και Σωφρόνη. Σήμερα στεγάζει τη Γραμματεία του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών].
Αλλά παραμένει παράδοξο πώς όσοι επαναλαμβάνουν την πληροφορία αυτή δεν συμβουλεύονται τουλάχιστον το ίδιο το κείμενο επιστολών του Καποδίστρια, που παρουσιάζει και γενικότερο ενδιαφέρον, αλλά και δεν προχωρούν προς τον μετέπειτα χρόνο. «Κεντρικό» κείμενο για το θέμα αυτό θεωρούμε το πλήρες σχετικό απόσπασμα επιστολής που απευθύνει ο Κυβερνήτης προς τους Δημογέροντες του Ναυπλίου, όταν επιβιβάζεται, και πάλι, στο «Warspite» για να αποπλεύσει προς Αίγινα. Δίδουμε το απόσπασμα αυτό σε δική μας μετάφραση:[10]
«Επιθυμώντας να έρθω νωρίτερα και να εγκατασταθώ ανάμεσά σας, σας παρακαλώ να συνδράμετε τον κ. Σταμάτη Βούλγαρη, λοχαγό στην υπηρεσία της Γαλλίας και σε άδεια, στην εκτέλεση της αποστολής με την οποία θα επιφορτισθεί. Θα σας πει ποιες είναι οι αναγκαίες επισκευές στο σπίτι του κ. Ξένου, όπου θα εγκατασταθώ προσωρινά. Θα δει, επίσης, με τους εργάτες της πόλης σας ποιες επισκευές χρειάζεται το μεγάλο οίκημα της κυβέρνησης, αλλά μόνο μετά τη σύνταξη προϋπολογισμού θα μπορέσει να προχωρήσει το έργο.
Ο κ. Βούλγαρης έχει, επίσης, επιφορτισθεί με την επιθεώρηση των οχυρώσεων της θέσης του Ναυπλίου και με τη σύνταξη σχετικής έκθεσης προς την κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, σας παρακαλώ να προσφέρετε τη βοήθειά σας προς ό,τι θελήσει να σας ζητήσει για τον σκοπό αυτό. Προσωρινά θα μείνει στο σπίτι του κ. Ξένου και δεν θα είναι εις βάρος κανενός».
Θα έλεγα ότι στην επιστολή αυτή έχουμε ανάγλυφη τη μεθοδολογία αλλά και τη νοοτροπία του Καποδίστρια ως προς τα «δημόσια έργα», την οποία απαρασάλευτα συναντούμε και σε κάθε άλλη ευκαιρία, όπως αποδεικνύεται άλλωστε από όσα δημοσιεύσαμε μέχρι σήμερα στην «Αρχαιολογία». Πρόκειται για μεθοδολογία και για νοοτροπία που διατηρούν μέχρι και σήμερα την απόλυτη ορθότητα και χρηστικότητά τους, από πολιτική, τεχνοκρατική αλλά και ηθική άποψη. Συγκεκριμένα, γίνεται σαφής προσπάθεια άκρων οικονομιών, απαιτείται απαρέγκλιτα η σύνταξη (ακριβούς) προϋπολογισμού πριν αρχίσει οποιοδήποτε έργο, προηγείται πλήρης αυτοψία, θα λέγαμε σήμερα, των τόπων και κτιρίων, μετά την οποία συντάσσεται λεπτομερής έκθεση προς την κυβέρνηση, και, ακόμη, ο επιβλέπων μηχανικός και υπεύθυνος για τα έργα συνεργάζεται, προηγουμένως, με τους ντόπιους εργάτες, ενώ γίνεται προσπάθεια να φιλοξενηθεί από ιδιώτη ώστε να μην αποτελεί οικονομικό βάρος για την τοπική Κοινότητα (Δημογεροντία).
Αλλά ως προς ό,τι μας ενδιαφέρει ειδικότερα εδώ, παρατηρούμε ότι ο Καποδίστριας, έχοντας ήδη φιλοξενηθεί στο σπίτι του Ξένου, διαπιστώνει ότι τούτο χρειάζεται επισκευές ώστε να τον φιλοξενεί ως προσωρινή οικία διαμονής του στο Ναύπλιο, για το οποίο εκφράζει πλέον την επιθυμία, με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο, να γίνει πρωτεύουσα του κράτους. Αλλά επισημαίνουμε ότι κάνει λόγο για το «μεγάλο οίκημα της κυβέρνησης», που ήδη υπάρχει και για το οποίο, επίσης, προγραμματίζει επισκευές. Πρόκειται, μήπως, για το κτίριο που θα στεγάσει σε λίγο τη Γενική Γραμματεία (πρωθυπουργικό γραφείο και υπηρεσίες) και που στέγαζε ήδη πιθανότατα το μέχρι τότε Εκτελεστικό; Θα επανέλθουμε στο θέμα αυτό.
Σε «Ημερολόγιο δαπανών του μηνός Ιουνίου» (1828), από αυτά που υπέβαλλε τακτικά ο Χάιντεκ, με υπογραφή του και με ημερομηνία 1 Ιουλίου,[11] αναγράφεται με αύξ. αρ. 8 και ημερομηνία 7 Ιουνίου κονδύλι 317 ταλήρων, πέντε παρόδων και 6 γροσίων για «την επισκευή του σπιτιού του κ. Ξένου όπου κατέλυε ο Πρόεδρος», και για ένα άλλο σπίτι.
Ας δούμε όμως στο σημείο αυτό πώς αναφέρονται στο θέμα ορισμένες γραπτές μαρτυρίες (δημοσιευμένες οι περισσότερες). Αρχίζουμε με τον γνωστό ιστορικό του Ναυπλίου Μιχ. Λαμπρυνίδη.
Στη δημοσιευμένη πρώτη γραφή της «Ναυπλίας» του[12] αναφέρει ρητά ότι ο Καποδίστριας φιλοξενείτο στο σπίτι του Εμμ. Ξένου. Προτιμάμε όμως να δώσουμε δύο λεπτομερέστερα αποσπάσματα από το χειρόγραφό του (που προοριζόταν για μια δεύτερη έκδοση του έργου[13]), από τα οποία το δεύτερο περιέχει πληροφορία που δεν έχουμε εντοπίσει σε άλλον συγγραφέα:
Αναφέρει ότι στις 8 Ιανουαρίου ο Καποδίστριας αποβιβάζεται στο Ναύπλιο, και μετά τη λειτουργία στο ναό του Αγ. Νικολάου (στην παραλιακή, σήμερα, πλατεία του Ναυπλίου, όπου και το Δημαρχείο) οδηγείται «εις μίαν των καλλιτέρων οικιών της πόλεως, την του Εμμανουήλ Ξένου, ήτις ην άλλοτε κατοικία του τούρκου φρουράρχου Αλή-Πασά. Εν τη οικία ταύτη καθ’ όλην την ημέραν εδέχθη εις ακρόασιν πάσας τας αρχάς και τους προκρίτους και την εσπέραν επανήλθεν επί του Warspite».
Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνονται από όσα παραθέσαμε προηγουμένως· το δεύτερο απόσπασμα από το χειρόγραφο[14] αναφέρει:
«Όπως δε η εγγύτερον προς τους προσφιλείς αυτώ Προνοιείς εχρησιμοποίησε τον παρά την αρκτικήν [Σ.Σ., βόρεια] του Παλαμηδίου υπώρειαν Τουρκικόν Τεκέν, μεταβαλών αυτόν εις αναπαυτήριον, εν ω τας ώρας της ανέσεως αυτού διήρχετο μη αποκνών να ακούη τας αιτήσεις και τα παράπονα των Προνοίων, ων τας ανάγκας προθύμως πάντοτε ανεκούφιζεν».
Πρόκειται για πληροφορία που δεν έχουμε μπορέσει να διασταυρώσουμε· θυμίζουμε ότι στην Πρόνοια κατοικούσαν πρόσφυγες, κυρίως από την Κρήτη, και επισημαίνουμε ότι δεν υπάρχει σήμερα το κτίριο του τουρκικού τεκέ. Με επιφύλαξη δίδουμε, πάντως, τη μοναδική μαρτυρία του πάντα αξιόπιστου Αργολιδέα (Αργίτη) ιστορικού Δημ. Βαρδουνιώτη, από σχόλιά του στη βραχύβια εφημερίδα «Ίναχος» που εξέδωσε στο Άργος:[15]
«Προς Θεού, κ. Δήμαρχε Ναυπλίου! Λάβετε επί τέλους εν μέτρον διά τον υπό το Παλαμήδιον ιστορικόν κήπον του αοιδίμου κυβερνήτου Καποδιστρίου και τον εν αυτώ οικίσκον του. Επισκευάσατέ τον, διασώσατέ τον από επικειμένης καταρρεύσεώς του, καθαρίσατε τον βορβορώδη χώρον του και εξασφαλίσατε το σεμνόν εκείνο τοπείον. Τιμή και δόξα θα η δι’ υμάς και τους συμπολίτας σας».
Ας έρθουμε όμως στον Ιω. Β. Θεοτόκη (τον οποίο αναφέραμε στην αρχή), στο κείμενο από το «Ιστορικόν Ημερολόγιόν» του που δημοσιεύθηκε μόλις πριν από 27 χρόνια.[16] Ο Θεοτόκης βρισκόταν στην Αίγινα και στην εγγραφή με ημερομηνία 10 Ιανουαρίου αφηγείται μεταξύ άλλων:
«Κατέφθασεν εκ Ναυπλίου πεζός, κομιστής επιστολής της Δημογεροντίας δια της οποίας καθίσταται γνωστόν εις την Κυβέρνησιν ότι ο Κυβερνήτης απεβιβάσθη εις την πόλιν και επεθεώρησε τας οικίας του Αγά Πασά, του Νικήτα και του Ξένου» (…).
«Πεζός σταλείς εκ Ναυπλίου ανέφερεν ότι ο Κυβερνήτης απεβιβάσθη εκεί την Κυριακήν 8 τρέχοντος και μετέβη προς εκκλησιασμόν εις την Μητρόπολιν, μεθ’ ο επεσκέφθη την οικίαν του Ε. Ξένου όπου και παρέμεινεν επί τετράωρον συνομιλών με διαφόρους και ιδίως με τους κ.κ. Υψηλάντην και Κωλέττην. Εζήτησε να επισκεφθή τας καλλιτέρας οικίας του Ναυπλίου εν αις τας των Αγά Πασά και Νικηταρά και άφησε χρήματα προς επισκευήν της δευτέρας».
Στο έργο του «Ιστορικαί αναμνήσεις» ο Νικόλαος Δραγούμης αναφέρει τα εξής σχετικά, που πλουτίζουν και όσα αναφέραμε εισαγωγικά:[17]
«Και αι οικίαι δε, διηρημέναι προ της αλώσεως εις γυναικωνίτιδας και ανδρώνας, ήσαν μεν ευρύχωροι, αλλά και ερείπια. Κατέλυσε δε ο Κυβερνήτης έν τινι των ευπρεπεστέρων, τη του Εμ. Ξένου, ανδρός πλουσίου και φιλοπάτριδος, πολλά μεν θυσιάσαντος υπέρ του αγώνος, αποχωρήσαντος δ’ επί τέλους εις Τήνον, όθεν μετακαλέσασα η Αντιβασιλεία ωνόμασε Σύμβουλον της Επικρατείας μικρόν όμως επέζησεν εις την δικαίαν ταύτην αμοιβήν».[18]
(Οι έκτακτοι επίτροποι) «κυριώτατον καθήκον είχον την αποκατάστασιν της ασφαλείας, την προστασίαν των συμφερόντων του λαού και την εις τας αρχαίας εστίας ανάκλησιν των διασκορπισμένων. Διά τον λόγον δε τούτον «διετηρήθησαν ακέραια», κατά το από 16 Απριλίου 1828 διάταγμα, «τα κατά νόμον δικαιώματα εις όλας τας κατεδαφισθείσας πόλεις, κώμας και χωρία».
Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος) στο έργο του «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως»[19] αναφέρει τα εξής για το θέμα, από τα οποία φαίνεται να έχει αντλήσει και ο Λαμπρυνίδης:
«Μετά ταύτα έλαβα διαταγήν του αρχηγού μου να ζητήσω τα κλειδιά του φρουρίου από τον Αλή Πασά, όστις ήτο φρούραρχος. Ούτος ήτο ο Αλή μπέης Αργίτης, περί του οποίου είπαμεν ανωτέρω, όστις πρότερον έλειπεν εκτός της Πελοποννήσου, και έπειτα ήλθε μετά του Δράμαλη διορισθείς πασάς υπό του Σουλτάνου, και τούτο διότι ακολούθησε τον Χουρσίτ πασάν αρχηγόν των στρατευμάτων εις την κατά των Ιωαννίνων και του Αλή-Πασά εκστρατεί αν, κατά την οποίαν εγένετο πασάς δευτέρας τάξεως ο Αλή-μπέης, και εδιωρίσθη συνάμα και φρούραρχος Ναυπλίου, διότι το φρούριον ήτο εκ των επισήμων και δεν εδιωρίζετο άλλος, ει μη πασάς φρούραρχος
Αφού έλαβα την διαταγήν επήγα εις την οικίαν του, η οποία ήτο μεγάλη και έκειτο πλησίον των καφενείων (αγορασθείσα έπειτα επί της Ελληνικής Διοικήσεως από τον Εμμ. Ξένον, και εις την οποίαν κατόπιν εκατοίκησεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, και επί τέλους αγοράσθη υπό του Δήμου Ναυπλιέων διά δημοτικόν κατάστημα), διά να αναγγείλω προς αυτόν την διαταγήν του αρχηγού μου».
Και συνεχίζει ο Φωτάκος τη γλαφυρή περιγραφή του για το πώς κατάφερε και πήρε τα κλειδιά του φρουρίου. Παρακάτω αναφέρεται σε άλλον Τούρκο του Ναυπλίου, τον Ισούφ μπέη, που είχε μητέρα χριστιανή, και συμπληρώνει: «Ο Ισούφ-μπέης επέστρεψε εις την Ελλάδα μετά την έλευσιν του Κυβερνήτου, και η Κυβέρνησίς του τον εδιώρισεν υπάλληλον προς μετάφρασιν των Τουρκικών εγγράφων, τα οποία απέβλεπαν εις τας ιδιοκτησίας».
Όπως θα δούμε, η πληροφορία αυτή είναι χρήσιμη σε ό,τι θα αναπτύξουμε στη δεύτερη ενότητα.
Αλλά και στην «Ιστορία της Ελλάδος» του Μέντελσον Μπαρτόλντυ[20] εντοπίζουμε τα εξής ενδιαφέροντα: «Εν Ναυπλίω κατώκει πενιχρόν οικίσκον, σκοτεινήν έχοντα την αυλήν και ξυλίνην την κλίμακα ουδεμία δε ίστατο προ αυτού φρουρά, ως αν η αγάπη του λαού ην η καλλίστη προστασία του Κυβερνήτου. Το κύριον κόσμημα της προς υποδοχήν αιθούσης του απετέλει ο ήλιοςˑ κυκλικόν τι δε ανάκλιντρον και εν γραφείον ήσαν τα μόνα της έπιπλα».
Πρόκειται για τμήμα της οικίας Ξένου ή ο συγγραφέας αναφέρεται στο κτίριο του μετασκευασμένου τεκέ στην Πρόνοια; Με την περιγραφή, πάντως, αυτή πιθανόν συνδέονται τα αναφερόμενα από τον Δ. Γατόπουλο στο έργο του «Ιωάννης Καποδίστριας».[21]
«Περί της απλουστάτης επιπλώσεως του πρώτου Κυβερνητικού μεγάρου της Ελλάδος αναφέρεται το γεγονός ότι όταν έφθασεν ο Καποδίστριας εις το Ναύπλιον, έφερε μαζή του και την επίπλωσιν της εν Γενεύη κατοικίας του. Μόλις όμως είδε την πενιχράν επίπλωσιν των σπιτιών των προκρίτων του Ναυπλίου, που δεν απετελείτο παρά μόνον από μερικούς σοφάδες και ξύλινα σκαμνιά, διέταξε να καρφωθούν πάλιν τα κιβώτιά του και να επιπλωθεί η κυβερνητική κατοικία με ολίγα πενιχρά έπιπλα που ηγοράσθησαν εις το Ναύπλιον».
Ο Δ. Γατόπουλος προφανώς έχει κάμει σύγχυση μεταξύ του Κυβερνείου και της (ιδιωτικής) κατοικίας του Καποδίστρια, αλλά ως προς την επίπλωση δίδει πληροφορία που έχει «διαχυθεί» σε πολλές άλλες συγγραφές.
Ας γυρίσουμε όμως σε στοιχεία που έχουμε εντοπίσει στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, για να κλείσουμε την ενότητα αυτή, διευκρινίζοντας καλύτερα τα πράγματα με άλλες λεπτομέρειες. Καταρχήν σε έγγραφο της 4 Φεβρουαρίου 1828[22] εντοπίζουμε ότι στην οικία Ξένου ετοιμαζόταν «το οίκημα διά τον Κυβερνήτην», όμως ένα τμήμα της είχε νοικιαστεί από τον Ν. Σκούφο. Το γεγονός αυτό εμπόδιζε τις εργασίες επισκευών και διαρρύθμισης, γι’ αυτό και γινόταν σύσταση να βρει η Δημογεροντία άλλο και ανάλογο οίκημα για τον Ν. Σκούφο ώστε να μεταστεγασθεί.
Τέσσερις μέρες αργότερα, σε έγγραφο της Δημογεροντίας Ναυπλίου προς τη Γενική Γραμματεία, διευκρινίζεται ότι έκαμε υπόδειξη προς τον Ν. Σκούφο να επιλέξει ένα σπίτι από τας «εθνικάς οικίας», αλλ’ ότι αυτός πρόβαλε άρνηση να μετοικήσει «χωρίς να προηγηθεί η κατά την αρέσκειάν του επισκευή».[23] Και η Δημογεροντία συμπλήρωνε:
«Το Δημογεροντείον αμηχανούν ως προς την ενέργειαν της διαταγής κατά την θέλησιν της Γεν. Γραμματείας, συνεβουλήθη και μετά των παρεπιδημούντων της Α. Εκλαμπρότητος επιστατών κυρίων Βούλγαρη και Ν. Μαυρομμάτου, και μεθ’ αρκετών σκέψεων και παρατηρήσεων, ενεκρίθη προς αποφυγήν της ματαίου πολυεξοδίας, να μείνη ο κ. Ν. Σκούφος εις την οποίαν κάθηται οικίαν, να διορθωθή δε η υπ’ αρ. 301 εθνική οικία εις την οποίαν προεκάθητο ο κ. Νοταράς, η οποία κατά τας παρατηρήσεις του κ. Βούλγαρη προεκρίθη αρμοδιωτέρα εις χρήσιν της Α. Εκλαμπρότητος».
Την αμέσως επόμενη μέρα, σε άλλο έγγραφό της προς τον Καποδίστρια και με θέμα στατιστικά ζητήματα,[24] η Δημογεροντία τον πληροφορεί, παρ’ όλα αυτά, στο τέλος του εγγράφου της: «Γνωστοποιείσθε συν τούτοις ότι η προσωρινή κατοικία Σας ετελειοποιήθη ως προς την επιδιόρθωσιν καθ’ όλα», και προφανώς αναφέρεται στο σπίτι του Ξένου.
Πάντως, λίγο αργότερα, σε γράμμα του προς τον Άγγλο στρατηγό Τσερτς ο Καποδίστριας τονίζει, ανάμεσα σε άλλα:[25] «Εδώ στην Αίγινα, στο Ναύπλιο, και παντού όπου πήγα, κατασκήνωσα χειρότερα κι από ό,τι σε αντίσκηνο μόλις μπόρεσα να προσφέρω στον εαυτό μου ένα κρεβάτι εκστρατείας και ένα τραπέζι για να γράφω».
Στις 12 Απριλίου ο προσωρινός Διοικητής Ναυπλίου Ιω. Θεοτόκης, σε έγγραφό του προς τη Γενική Γραμματεία, αναφέρει[26] ότι το «Διοικητήριον ήτον ακατοίκητον εξ αιτίας του Εμφυλίου Πολέμου», και ότι «μία άλλη ανάγκη επαρουσιάσθη εις την ετοιμασίαν οικήματος διά την Γεν. Γραμματείαν της Επικρατείας», «καθώς και εις την ετοιμασίαν κατοικίας δια να χρησιμεύση εις ένα σημαντικόν υποκείμενον, το οποίον ήτον ενδεχόμενον να έλθη μετά της Α. Εξοχότητος».
Και παρακάτω αναφέρει ότι επιτροπή από τον ίδιο, τον Χάιντεκ και τον Βούλγαρη «απεφάσισε να καθαρισθούν οι δρόμοι πλησίον της κατοικίας της Α. Εξοχότητος».
Είναι σαφές ότι το θέμα της κατοικίας του Κυβερνήτη συνδυάζεται με ετοιμασίες για να μετοικήσει σύντομα η Κυβέρνηση στο Ναύπλιο, πράγμα που ζητούν τον Αύγουστο μέλη του Πανελληνίου (του συμβουλευτικού Σώματος της εποχής) από τον ίδιο τον Καποδίστρια, προτείνοντας το Ναύπλιο ή το Άργος. Αυτός όμως επιφυλάσσεται να απαντήσει.[27]
Σε άλλο ημερολόγιο δαπανών του Χάιντεκ,[28] με εγγραφή στις 10 Μαρτίου, αναφέρεται η δαπάνη 136 πιάστρων «για μικρές επισκευές στο σπίτι του κ. Ξένου που χρησιμοποιείται ως κατάλυμα της Α. Ε. του Προέδρου». Προφανώς η πρόταση της Δημογεροντίας δεν κατέληξε, όπως φαίνεται ότι δεν κατέληξε, ένα χρόνο αργότερα, άλλη προσπάθεια, αυτή τη φορά του αρχιτέκτονα Θ. Βαλλιάνου, που είχε αντικαταστήσει στο Ναύπλιο τον Βούλγαρη, να βρει και να διαμορφώσει άλλο σπίτι για κατοικία του Καποδίστρια.[29]
Μόνο το 1830, αφού η Κυβέρνηση έχει μεταφερθεί εδώ και ένα χρόνο στο Ναύπλιο, φαίνεται ότι ο Καποδίστριας εγκαταλείπει οριστικά την οικία Ξένου, για να εγκατασταθεί προφανώς στο Κυβερνείο.

Το Κυβερνείο όπως το σχεδίασε ο Andalbert Marc γύρω στα 1833. Το σχέδιο βρίσκεται στο βαυαρικό στρατιωτικό μουσείο του Ίνγκολοταντ.
Σύμφωνα με έγγραφο της επί της Οικονομίας Επιτροπής[30] προς τον Καποδίστρια, «Κατά τας προφορικάς διαταγάς της Υ. Ε. κατεσκευάσθησαν όσα χρήσιμα διά την νέαν οικίαν, εις την οποίαν ήδη κατοικεί η Υ. Ε., και επρομηθεύθησαν δι’ αυτήν τα ελλείποντα έπιπλα».
Αναφέρεται λογαριασμός, για εργασίες και επίπλωση, 2466,83 φοινίκων, και ως προς τα δεύτερα σημειώνονται «δύο μομπίλια Φεράλδη» και μία «τράπεζα Αντωνοπούλου», δηλαδή αγορασμένα «από δεύτερο χέρι». Η ίδια Επιτροπή σε επόμενο έγγραφό της μας λύνει οριστικά το όλο ζήτημα,[31] αφού μνημονεύει ρητά ότι η οικία Ξένου είχε νοικιαστεί για τον Καποδίστρια από την 1.1.1828 ώς το τέλος Αυγούστου 1830.
Το ενοίκιο, που δεν είχε πληρωθεί μέχρι τότε, καθοριζόταν σε 6600 φοίνικες για όλο αυτό το διάστημα (αλλά για ενάμισι χρόνο ο Καποδίστριας περιστασιακά και μόνο κατοικούσε εκεί). Είχε προταθεί στον Ξένο πληρωμή του ποσού μετά τρεις ή τέσσερις μήνες, αλλά εκείνος ζητούσε άμεση πληρωμή. Δημιουργήθηκε εμπλοκή και η Επιτροπή απευθύνθηκε στον Καποδίστρια για να δώσει λύση. Αγνοούμε ποια δόθηκε τελικά.
Με τα τεκμήρια που έχουμε εντοπίσει στα Γ.Α.Κ. είμαστε, πλέον, σε θέση να δώσουμε ακριβή στοιχεία για το λεγόμενο «Παλάτιον» ή «Κυβερνείον» ή «Ανάκτορον» (όπως αποκλήθηκε αργότερα, διότι εκεί κατοίκησε ο Όθωνας όσο παρέμεινε στο Ναύπλιο), έδρα του Προέδρου του κράτους, με τις υπηρεσίες του, ολιγάνθρωπες πάντως, και το αρχείο του, και που χρησιμοποιείτο και ως κατοικία του, λαμβάνοντας, πάντως, υπόψη και όσα αναφέρει ο Λαμπρυνίδης για τον πρώην τουρκικό τεκέ.
Ας αρχίσουμε, όμως, από τις δημοσιευμένες πηγές. Ο Αλέξανδρος Ρ. Ραγκαβής αναφέρει τα εξής στα «Απομνημονεύματά» του:[32]
«Εγώ δ’ έμεινα μόνος εν Ναυπλίω. Η κοινωνία ην εκεί τότε έτι εις την στοιχειωδεστάτην αυτής κατάστασιν. Ο Κυβερνήτης, άγαμος, αυστηρός τα ήθη, όλος εις την εκτέλεσιν των μεγάλων αυτού καθηκόντων αφιερωμένος, κατώκει, άνευ επιδείξεως και πολυτελείας, ως ο απλούστερος των ιδιωτών, την λιτήν οικίαν, ήτις δι’ αυτόν ωκοδομήθη εις μίαν των πλατειών της πόλεως και ουδέποτε εν αυτή εδέχετό τις συναναστροφή. Η μόνη του δ’ αναψυχή ην επί τινα καιρόν να μεταβαίνη πάσαν εσπέραν εις την οικίαν τού προ ολίγου και αυτού αφιχθέντος Κωνσταντίνου του Καρατζά, υιού του πρώην ηγεμόνος της Μολδαυΐας Ιωάννου, και να συνδιαλέγηται μετά της ευφυούς, εν Παρισίοις ανατραφείσης, και όλως Ευρωπαϊκούς εχούσης τους τρόπους Κυρίας Καρατζά, το γένος Κοντού εκ Κερκύρας».
Ο Τρύφων Ευαγγελίδης, στην ιστορία του Καποδίστρια,[33] αναφέρει λακωνικότατα ότι «ίδρυσε το εν Ναυπλίω κυβερνητικόν ανάκτορον», ενώ ο Λαμπρυνίδης, στο κείμενο της τυπωμένης «Ναυπλίας» του, αναφέρει ότι «επανελθών μετά την λήξιν των εργασιών τής εν Άργει Δης των Ελλήνων Εθνοσυνελεύσεως ο Κυβερνήτης εις Ναύπλιον κατέθετο τα θεμέλια του εν τη πόλει Ανακτόρου αυτού κατά την ανατολικοβόρειον άκραν της πόλεως παρά το οπλοστάσιον. Το Ανάκτορον τούτο ανεγερθέν ιδίαις του Κυβερνήτου δαπάναις και διά συνδρομών των ομογενών συνετελέσθη ταχύτατα».[34]
Στο χειρόγραφο του έργου του, για δεύτερη έκδοσή του, εντοπίσαμε τα εξής:[35]
«Επανελθών μετά την λήξιν των εργασιών της εν Άργει Δης των Ελλήνων Συνελεύσεως ο Καποδίστριας κατέθετο τον θεμέλιον λίθον τού εν τη πόλει Ανακτόρου αυτού κατά την πλατείαν των Τριών Ναυάρχων, προς νότον του Οπλοστασίου, επί γηπέδου δωρηθέντος αυτώ υπό της κοινότητος των Ναυπλιέων. Το Ανάκτορον τούτο, απλούν και απέριττον, ιδίαις του Κυβερνήτου δαπάναις και της συνδρομής των εν Ευρώπη ομογενών ανεγερθέν, συνετελέσθη εν βραχυτάτω χρονικώ διαστήματι, εγένετο δε αφετηρία ανεγέρσεως πολλών συγχρόνων οικοδομών, αίτινες εκόσμησαν την ανακαινιζόμενην πόλιν».
Αργότερα, και διηγούμενος τη δολοφονία του, αναφέρει ότι το πρωί της 27.9.1831 ο Καποδίστριας «εξήλθε των Ανακτόρων αθορύβως», και ότι μετά τη δολοφονία το ταριχευμένο σώμα του τοποθετήθηκε στην κεντρική αίθουσα του κτιρίου, όπου για μέρες γινόταν λαϊκό προσκύνημα. Τα σπλάχνα του εναποτέθηκαν στο Άγ. Βήμα του ναού του Αγ. Σπυρίδωνα, εμπρός από την πόρτα του οποίου δολοφονήθηκε. «Η κηδεία του λειψάνου», αναφέρει κατόπιν, «του αοιδίμου ανδρός εκ του ανακτόρου αυτού εγένετο την μεσημβρίαν της 18ης Οκτωβρίου 1831, εν εκτάκτω συρροή πλήθους και εν βαθυτάτη συγκινήσει». Ακολούθως αναφέρει ότι το πρόγραμμα της κηδείας είχε γίνει από τον Θ. Βαλλιάνο, ταγματάρχη του Μηχανικού και «αρχηγόν της εκφοράς», ενώ παραθέτει και το κείμενο του προγράμματος.
Κλείνει το κεφάλαιο αυτό με το ότι στη 1.10 το απόγευμα της 11.10.31 εκτελέσθηκε ο Γεώρ. Μαυρομιχάλης, 31 ετών, νεόνυμφος και πατέρας «βρέφους θήλεος», ενώ ο Αυγουστίνος, που διαδέχθηκε τον Κυβερνήτη, παραιτήθηκε και έφυγε παίρνοντας και το λείψανο εκείνου, στις 30.3.1832.
Ανάλογα με αυτά είναι τα αναφερόμενα, για το κτίριο, από νεότερες εγκυκλοπαίδειες, από συγγραφείς σύγχρονους ή και από διπλωματικές εργασίες. Έτσι, στην εγκυκλοπαίδεια του «Πυρσού»[36] αναφέρεται ότι επί εποχής Καποδίστρια ιδρύθηκε στο Ναύπλιο «το ανάκτορον του κυβερνήτου (παλάτιον), όπερ εχρησίμευσεν επί Όθωνος μεν ως ανάκτορον αυτού, εν τοις μεταγενεστέροις δε χρόνοις ως νομαρχία (1829)».
Η Σ. Καρούζου, στο «Ναύπλιο»,[37] αναφέρει για το κτίριο, παραθέτοντας και αποτύπωση της κύριας όψης του από σχέδιο τοu Α. Κοντόπουλου:
«Στο «Παλατάκι» του Καποδίστρια, ένα από τα παλαιότερα κτίρια του αναπλιώτικου κλασικισμού, πέτυχαν το άπλωμα σε μάκρος με τη μικρή απόσταση ανάμεσα στα πατώματα και με μελετημένες αναλογίες ανάμεσα σε ύψη και σε μάκρος. Ένα λαϊκό στοιχείο, η συμπαθητική καμάρα, αντί να παραμεριστεί στη μιαν άκρη, χρησιμοποιήθηκε, όπως και το αέτωμα, για να τονιστεί το κέντρο, με αποτέλεσμα τη συμμετρική αντιστοιχία των μελών. Στο γνωστό πίνακα του HESS, στο Μόναχο (εικ. εξωφύλλου), όπου παρασταίνεται η υποδοχή του Όθωνα στο Ναύπλιο, διακρίνεται καθαρά το αέτωμα, που θα αχρηστεύθηκε αργότερα (δεν το δείχνουν οι κατοπινές φωτογραφίες)».

Η κύρια όψη του Κυβερνείου, σε σχέδιο του Α. Κοντόπουλου (δημοσιεύθηκε από την Σ. Καρούζου στο «Ναύπλιο», 1979).

Σχέδιο της κύριας όψης του Κυβερνείου από τον Wulf Schaefer. Διαφέρει σαφώς από εκείνη των δημοσιευόμενων φωτογραφιών. Μήπως πρόκειται για πρόταση αποκατάστασης των όψεων; Με τα αρχικά του W.S. υπάρχει και η χρονολογία 1935. Πιθανόν το σχέδιο να έγινε με βάση τυχόν ερείπια του κτιρίου, αν υπήρχαν ακόμα το έτος εκείνο.
Τέλος, η Όλγα Τραγανού, σε εργασία της,[38] επαναλαμβάνει όσα αναφέρει ο Λαμπρυνίδης και, για το εσωτερικό του κτιρίου, ο Σπ. Μαρκεζίνης, στην «Ιστορία» του, δανεισμένα αυτά από τον Ross.
Ας προχωρήσουμε, όμως, στις ανέκδοτες και άγνωστες αρχειακές αναφορές που εντοπίσαμε προ ετών. Ένα έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κων. Ράδου προς τον Καποδίστρια (αρ. 2257, της 12ης Ιουλίου 1829[39]) μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καθοδηγητικό για το κτίριο του Κυβερνείου. Το παραθέτουμε ολόκληρο:
«Κατ’ αναφοράν του κ. Π. Νοταρά, αιτούντος την αποζημίωσιν του εν Ναυπλίω τόπου του, κειμένου κατά την πλατείαν των Τριών Ναυάρχων, διετάχθη η Δημογεροντία Ναυπλίου και η επί της εκποιήσεως των εθνικών οικιών επιτροπή ίνα, συμφώνως μετά του κυρίου Νοταρά και του πολιτικού μηχανικού κυρίου Θ. Βαλλιάνου, συμπαραλάβη και δύω από μέρους, [όπως] καταμετρήσωσι και εκτιμήσωσιν επιτοπίως τον διαληφθέντα τόπον και την εν αυτώ ευρισκομένην ύλην. Και εκτελέσαντες το χρέος τούτο ανέφεραν προς την Έκτακτον Επιτροπείαν ταύτην την γενομένην παρ’ αυτών εκτίμησιν, της μεν ύλης διά γρόσια 1725, του δε τόπου συνισταμένου από πήχεις τετραγωνικάς 1.134 χιλίας εκατόν τριάκοντα τέσσαρας διά γρόσια είκοσι τρία αρ. 23 εκάστην πήχυν. Εξ ων όλων συμποσούται η ολικη ποσότης, κατά την γενομένην εκτίμησιν της τε ύλης και του τόπου εις γρόσια εικοσιεπτά χιλιάδας οκτακόσια επτά. αρ. 27807.
Θέλει δε παρατηρήση η Σ. Κυβέρνησις ότι δεν επαρρησίασε το πωλητήριον ο κύριος Νοταράς, επί λόγω ότι το άφησεν εις Τρίκαλα. Και ένεκα τούτου επειδή η καταμέτρησις του τόπου ήτο δύσκολον να γίνη δια την μετάθεσιν των ορίων του από την εν αυτώ οικοδομήν του παλατίου, εβιάσθησαν οι καταμετρηταί να οδηγηθώσιν από άλλα δύω έγγραφα της επαρχίας Ναυπλίου και της τότε εκποιητικής αρχής, τα οποία τους επαρρησίασεν ο κύριος Νοταράς.
Καθυποβάλλονται λοιπόν τα περί τούτου υπ’ όψιν της Σ. Κυβερνήσεως, διά να διατάξη τίνι τρόπω και πόθεν εγκρίνει διά να γίνη η ζητουμένη αποζημίωσις».
Από το έγγραφο αυτό γίνεται σαφές ότι το κτίριο του Κυβερνείου είχε ήδη διαμορφωθεί τότε σε «τόπο» που είχε αγοράσει ο Πανούτσος Νοταράς από την επιτροπή που εκποιούσε «εθνικούς τόπους», δηλαδή οικόπεδα και κτίρια που ανήκαν σε Τούρκους, πριν από την Επανάσταση.
Ο Νοταράς ζητούσε, λοιπόν, αποζημίωση για τη χρησιμοποίηση της πρώην ιδιοκτησίας του, όπου διαμορφώθηκε το κτίριο του Κυβερνείου, και συγκροτήθηκε επιτροπή εκτιμητική η οποία κατέθεσε το πόρισμά της. Δεν έχουμε βρει μνεία τού αν η Δημογεροντία Ναυπλίου και ομογενείς τυχόν συνέβαλαν για τον σκοπό αυτό και για το κτίριο, οπότε θα μπορούσαν να επιβεβαιωθούν τα αναφερόμενα από τους συγγραφείς που μνημονεύσαμε.
Με άλλο έγγραφό του,[40] της 1.9.1829 προς τον Καποδίστρια, ο Ράδος τον συμβουλεύει να μη κατοικήσει αμέσως το κτίριο μετά την αποπεράτωσή του, ώστε να αποφύγει την υγρασία. Τον Οκτώβριο του 1829 ένας αγιογράφος, ο ιερομόναχος Στέφανος (με δυσανάγνωστο επώνυμο) από την Πάρο, έστειλε επιστολή με την οποία τον πληροφορούσε ότι είχε ετοιμάσει τις εικόνες που εκείνος του είχε ζητήσει («Τότε ουν με ανέφερες και εζήτησες εξ εμού αγίας και ιεράς να ιστορίσω εικόνας, διά το υμέτερον παλάτιον». Ο χειμώνας, όμως, όπως γράφει, τα γηρατειά και «της θαλάσσης το επικίνδυνον» τον εμπόδιζαν να του τις προσφέρει ο ίδιος, γι’ αυτό και του ζητούσε: «Διόρισον ποίαν ώραν και ημέραν θέλεις να έλθουν εις το υμέτερον Παλάτιον».[41]
Τον ίδιο μήνα περνάει από το Ναύπλιο ο Τ. Abercromby Trant [Τόμας Αμπερκρόμπι Τραντ], που στο βιβλίο του[42] αναφέρει για το κτίριο: «and a respectable mansion has been erected for the president» [και ένα αξιοπρεπές αρχοντικό έχει ανεγερθεί για τον πρόεδρο].
Τον Ιανουάριο του 1830 ο Βιάρος Καποδίστριας, Γραμματέας (Υπουργός) επί των Στρατιωτικών και των Ναυτικών, απευθύνει έγγραφο στον Κυβερνήτη με τον τελικό λογαριασμό εξόδων για το Κυβερνείο.[43] Γράφει ο Βιάρος:
«Κατά την προφορικήν διαταγήν της Υ.Ε. παρέλαβα από τον Στρατηγόν Κον Πίζα τον λογαριασμόν των εξόδων διά την οικοδομήν της οικίας προς χρήσιν της Κυβερνήσεως. Ο λογαριασμός ούτος είναι καταστρωμένος εις βιβλίον εκ φύλλων 32 και με πάσαν ακρίβειαν και ο Στρατηγός μ’ επρότεινε εις έκαστον τα αποδεικτικά πάσης παρτίδος. Με παρέδωκεν έκαστα τα σκεύη αγορασθέντα εις Μάλτα, τα οποία φυλάττω, εις την διαταγήν σας. Κατ’ αυτόν τον λογαριασμόν οφείλονται εις τον Στρατηγόν εις αποπληρωμήν γρόσια 10159,20.
Διά την εξόφλησιν αυτού περιμένω τας διαταγάς σας».
Το «Παλάτιον» μνημονεύεται μετά από ένα μήνα, ως ολοκληρωμένο κτίριο, και σε άρθρο της «Γενικής Εφημερίδος»[44] («το λεγόμενον παλάτιον εις νέαν πλατείαν των Τριών Ναυάρχων»), ενώ έπειτα από λίγες μέρες ο υπασπιστής του Πίζα Ιω. Κένδερ στέλνει στον Βιάρο τα αποδεικτικά «της αγοράς κάθε ύλης οπού ηγοράσαμεν διά την κατασκευήν του παλατίου, ομού και των μαστόρων οπού εις αυτό εδούλευσαν».[45]
Στις 10 Ιουνίου 1830 ο Joseph Michaud, με τον Γάλλο πρεσβευτή Rouan, επισκέπτονται τον Καποδίστρια, και ο ίδιος ο Michaud δίδει την εξής ενδιαφέρουσα περιγραφή του κτιρίου:[46]
«Αφ’ ου διεσχίσαμεν μίαν ερημικήν οδόν, εισήλθομεν εις μίαν οικίαν της οποίας το εξωτερικόν δεν έχει τίποτε το ιδιάζον. Δεν ενθυμούμαι μάλιστα να είδα ούτε καν ένα φρουρόν εις την είσοδον. Διήλθομεν από ένα διάδρομον στενόν και σκοτεινόν και ανελθόντες μίαν ξυλίνην κλίμακα εφθάσαμεν εις ένα αντιθάλαμον όπου δεν υπήρχε κανείς. Μία τόσον μεγάλη απλότης μου ενεθύμιζε κάτι από τας αρχαίας αρετάς της Ελλάδος και, αν είσθε εκεί, θα ενομίζατε ότι επήγαινα να επισκεφθώ τον Φωκίωνα ή κάποιον στωίκόν φιλόσοφον.
Ο Κυβερνήτης μάς υπεδέχθη εις μίαν αρκετά ευρείαν αίθουσαν, όπου το φως εισβάλλει πανταχόθεν και της οποίας ο ήλιος είναι, ούτως ειπείν, το μόνον στόλισμα. Δεν υπάρχουν άλλα έπιπλα παρά είς σοφάς κυκλοτερής και έν είδος γραφείου όπου εργάζεται ο Κυβερνήτης».
Από την εποχή εκείνη και για ένα χρόνο το κτίριο μνημονεύεται σε διάφορα δημοσιεύματα της «Γενικής Εφημερίδος».[47]
Μετά από αυτά μπορούμε να προσεγγίσουμε εγγύτερα το κτίριο, την προϊστορία του και λεπτομέρειες της κατασκευής του. Ορισμένα έγγραφα από τα Γ.Α.Κ. μας παρέχουν ουσιαστικές πληροφορίες. Πρώτα, μία αναφορά Τούρκου προς τον Καποδίστρια, γραμμένη στο Ναύπλιο, στις 18 Φεβρουαρίου 1831, σε γλώσσα ελληνική (μεταγλωττισμένη από τον Ισούφ;). Παραθέτουμε το κείμενό της:[48]
«Ο υποφαινόμενος Οθωμανός, τόνομα Ισίς αγάς Μοσκόβ Χουσείν ογλού, είμαι γέννημα και θρέμμα Ναύπλιος. Εκ προγόνων είχον ενταύθα οσπήτια και εργαστήρια ιδιόκτητα, και το χωρίον Περτζοβά [Σ.Σ. το μέχρι πριν από λίγα χρόνια Βαρδουβάς;] με όλην την γην του. Ότε
παρεδώσαμεν το Ναύπλιον προς τους Έλληνας, εκ της κινητής περιουσίας μας μέρος εχάρισα προς τους επιστάτας διωρισμένους παρά των τότε ελληνικών όπλων. Και το πλείστον είχα κρυμμένον μέσα εις το οσπήτιόν μου επ’ ελπίδι μεταπολαύσεως. Αφ’ ου παρεδώσαμεν το Ναύπλιον, επήγαμεν εις την Σμύρνην, εκεί όσοι είχον χρήματα ή τέχνας επεχειρίσθησαν έργα. Εγώ δε στερούμενος και του ενός και του άλλου, έζησα ζωήν δυστυχεστάτην. Τώρα δε μαθών από φήμην κραταιάν την δικαιοπρεπή και φιλάνθρωπον διοίκησιν της υμετέρας εξοχότητος, εκίνησα επίτηδες και ήλθον εδώ, ή να εύρω τας κρυμμένας μου κινητάς περιουσίας, ή να λάβω μίαν φιλάνθρωπον βοήθειαν της υμετέρας εξοχότητος, εις απάντησιν των δεινών μου.
Ελθών εδώ, εύρον τας μεν κινητάς περιουσίας ευρημένας προ χρόνων και σφετερισμένας παρά του Αρχηγού Δημητρίου Κολιοπούλου, και έν των οσπητίων μου μεταποιημένον εις παλάτιον του Κυβερνήτου της Ελλάδος (διά το δεύτερον εχάρην πάρα πολύ).
Εις τοιαύτην λοιπόν κατάστασιν ευρισκόμενος και διάθεσιν προσπίπτω εις το έλεος και την φιλανθρωπίαν της υμετέρας μεγαλοπρεπείας, παρακαλών θερμώς να ευαρεστηθήτε, ή να μοι δοθούν μέρος των όσων είχον κρυμμένα και τα εύρεν ο Αρχηγός Κολιόπουλος, ή μία χρηματικήν βοήθειαν παρά της Σ. Κυβερνήσεως. Εξοχώτατε, προσέφυγον ικέτης εις την εστίαν την καποδιστριακήν, σώσατε, ελεήσατε, και κάμετε και εμέ κήρυκα μεγαλοφωνότατον φιλανθρωπίας απαραμίλλου.
Υποσημειούμαι δε με βεβαίας ελπίδας, και σέβας βαθύ».
Τα στοιχεία της αναφοράς μας φαίνονται αξιόπιστα. Δεν διασταυρώνονται ρητά, σε όλη την έκτασή τους, με όσα εντοπίσαμε και παραθέσαμε προηγουμένως. Όμως θα ήταν εύκολα ελέγξιμα από την καποδιστριακή διοίκηση, ενώ το διάβημα του Ισίς αγά δεν είναι ασύνηθες (στο άρθρο μας για το «Καλλέργειο» παραθέσαμε ανάλογο έγγραφο, που κατά σύμπτωση αφορούσε την έκταση όπου εκείνο οικοδομήθηκε στο Άργος). Δυστυχώς, τα επόμενα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε, αυστηρά υπηρεσιακής φύσεως, δεν παρέχουν την παραμικρή άμεση ή έμμεση πληροφορία για το θέμα αυτό. Παρέχουν, όμως. άλλα ακριβέστατα στοιχεία, και μάλιστα το όνομα του αρχιτέκτονα του κτιρίου, του Πασκουάλε Ιππολίτι, από τη Νεάπολη της Ιταλίας.
Πρόκειται για τέσσερα έγγραφα, που συνόδευαν αναφορά του στρατηγού Gerard, αρχηγού τότε του Τακτικού Στρατού, προς τον Καποδίστρια, ακριβώς είκοσι έξι μέρες πριν από τη δολοφονία του.[49]
Ο Ιππολίτι υποβάλλει παραίτηση (στα ιταλικά), την οποία διαβιβάζει με το έγγραφό του ο Gerard, που πλέκει το εγκώμιό του και ζητά να του δοθεί κάποια αποζημίωση για τις εργασίες τις οποίες προσέφερε. Συνημμένα στέλνει δύο αναφορές του Ολλανδού βαρόνου ντε Σάουμπουργκ, τότε επικεφαλής του Μηχανικού (στα γαλλικά), που ζητά τόσο από τον ίδιο τον Gerard όσο και από τον Καποδίστρια να μη γίνει δεκτή η παραίτηση διότι θα στερηθούν άριστο αξιωματικό, ακούραστο και με ζήλο. Το τέταρτο έγγραφο είναι βεβαίωση, στα γαλλικά, του αξιωματικού του μηχανικού Θ. Βαλλιάνου, της οποίας δίνουμε την πλήρη μετάφραση:
«Πιστοποιώ ότι είχα τον κύριο Pascale (sic) lppoliti υπαξιωματικό στο επιτελείο του Μηχανικού, ότι χρησιμοποιήθηκε από τον Στρατηγό Πίζα ως αρχιτέκτονας στην κατασκευή του Παλατιού της Α.Ε. της Προεδρίας (sic) της Ελλάδας, και ότι παρέμεινε να κατευθύνει τις εργασίες, από την αρχή ώς το τέλος, δηλαδή από τον μήνα Μάρτιο 1829 έως τον Δεκέμβριο 1829. Κατά συνέπεια των οποίων και μετά από αίτησή του του παραδόθηκε η παρούσα βεβαίωση.
Ναύπλιο 27 Αυγούστου 1831».
Μπορούμε να σχηματίσουμε, έτσι, μία ακριβή εικόνα για το Κυβερνείο του Ναυπλίου, με πολύ ισχυρή πιθανολόγηση ως προς την αρχή του και με βεβαιότητα για τη διαμόρφωσή του, έχοντας υπόψη μας και το φωτογραφικό υλικό που παραθέτουμε. Πρόκειται, αρχικά, για σπίτι Τούρκου, που αγοράζει με τον περιβάλλοντα χώρο ο Πανούτσος Νοταράς, από τον οποίο αγοράζεται το όλο ακίνητο για τη δημιουργία του Κυβερνείου ή «Παλατίου της Κυβερνήσεως». Δεν μπορούμε να διακριβώσουμε ποιος, τελικά, πλήρωσε την αγορά του ακινήτου αυτού.
Το 1829 αρχίζουν και περατώνονται οι εργασίες διαμόρφωσης του κτιρίου, με αρχιτέκτονα τον Ιταλό Πασκουάλε Ιππολίτι, που συμμετείχε σε σχεδιασμούς πόλεων και κτιρίων και στην επίβλεψη δημοσίων έργων, υπηρετώντας στο σώμα του Μηχανικού.

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886-1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου. O Μαζαράκης το 1916 αγόρασε την πρώτη «Κόντακ» στην πόλη και τράβηξε σειρά ιστορικών φωτογραφιών. Δημοσιεύεται στο: «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 44, 1992.

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886-1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 44, 1992.
Η δαπάνη για το κτίριο, συγκριτικά με εκείνη για άλλα ανάλογα κτίρια, δεν ήταν μεγάλη. Η επίπλωσή του ήταν απέριττη, όπως προφανώς ήθελε ο ίδιος ο Καποδίστριας. Μετά τη δολοφονία του, έγινε εκεί δημόσιο προσκύνημα στη σορό του, υπήρξε η έδρα του διαδόχου και αδελφού του Αυγουστίνου και, όπως θα δούμε, αμέσως μετά χρησιμοποιήθηκε ως ανάκτορο του Όθωνα στο Ναύπλιο, ακόμα και μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Αργότερα στέγασε τη Νομαρχία, μέχρι που κάηκε από πυρκαγιά το 1929, ακριβώς εκατό χρόνια μετά τη δημιουργία του.

Οι πυροσβέστες στην πυρκαγιά το 1929. Δεξιά, στην ένθετη εικόνα, το Παλατάκι. μετά την πυρκαγιά της 16ης Οκτωβρίου 1929. «Απόπειρα», ημερολόγιο 1998.
Πριν δούμε σύντομα τις μετέπειτα εξελίξεις, ας αναφέρουμε μία ενδιαφέρουσα περιγραφή του Λουδοβίκου Ρος:[50]
[Το 1832] «η Κυβερνητική Επιτροπή συνεδρίαζε στο λεγόμενο Παλάτι, ένα ταπεινό δίπατο σπιτάκι, που είχε κτίσει ο Καποδίστριας και όπου, αργότερα, έμεινε κι ο βασιλιάς ώς τη μετάθεση της πρωτεύουσας στην Αθήνα» (…).
«Το τοτινό «Παλάτι» ήταν, όπως ειπώθηκε, ένα εγκάρδιο και μικρό σπιτάκι. Μόλις διέθετε δύο δωμάτια για τέτοιες περιστάσεις. Ο υπουργός Μαυροκορδάτος οδήγησε τους κυρίους του διπλωματικού σώματος στο γαλάζιο δωμάτιο, ενώ προώρισε το κίτρινο δωμάτιο για το προξενικό σώμα. Ο φίλος μου ο Φάλμπε ήταν ένας απ’ τους πρώτους που το πρωί της Πρωτοχρονιάς βρέθηκε στο γαλάζιο δωμάτιο των διπλωματών» [αναφέρεται στην πρωτοχρονιά του 1835. Σ.Σ.].
Το 1839, το κτίριο εξακολουθεί να αποκαλείται επίσημα «Βασιλικόν Παλάτιον», ενώ υπάρχει και «οδός Παλατίου»[51]. Την ονομασία αυτή πήρε μετά την εγκατάσταση του Όθωνα στο Ναύπλιο,[52] όπως φαίνεται από επίσημη αλληλογραφία του 1833, όπου ο τότε Νομάρχης κάνει λόγο για το «ενταύθα Β. Παλάτιον»,[53] οπότε ιδιοκτήτης παρακείμενου σπιτιού υποχρεώνεται να το εκκενώσει για τις ανάγκες της βασιλικής Αυλής.

Το γραφείο του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο. Υδατογραφία του A.Haubenschmid. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Το 1834, εφημερίδα του Ναυπλίου το αποκαλεί «τα Ανακτόρια»,[54] ενώ στο βιβλίο του που δημοσιεύεται τον ίδιο χρόνο ο J.-C. Lacour γράφει[55] ότι «ο κύριος δρόμος, οδηγεί από τον μεγάλο στρατώνα [Σ.Σ. το σημερινό μουσείο Ναυπλίου] στο κτίριο (HOTEL) του Καποδίστρια, σήμερα το μικρό ανάκτορο του βασιλιά».
Το κτίριο μνημονεύεται και από δύο Άγγλους περιηγητές, τον Major Sir Grenville Temple και τον W. Knight.[56] Ο δεύτερος κάνει λόγο για το «ανάκτορο που πρόσφατα κατοικήθηκε από τον Όθωνα, και το οποίο είναι ένα κτίριο με πολύ άσχημη όψη («a very mean-looking building»), ενώ ο πρώτος γράφει ότι «στην άλλη πλατεία βρίσκεται το ανάκτορο του βασιλιά, αν τέτοιος όρος μπορεί να εφαρμοστεί για ένα μικρό, ιδιωτικό σπίτι».

Μέρος όψης του Κυβερνείου, σε ταχυδρομικό δελτάριο με ένδειξη εκδότη τα αρχικά «Φ.Σ.» και χωρίς τυπωμένη χρονολογία. Τέθηκε στη διάθεσή μου, για το άρθρο αυτό, από την κ. Μάρω Αδάμη. Δημοσιεύεται στο: «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 44, 1992.
Λίγο αργότερα, το 1842, διαπιστώνεται η ανάγκη επισκευών στους εξωτερικούς σοβάδες του κτιρίου,[57] ενώ τον επόμενο χρόνο, από έγγραφο του Αυλαρχείου, γίνεται γνωστό ότι ένας αξιωματικός, ο τότε υπολοχαγός του Πυροβολικού και αργότερα διευθυντής του Βασιλικού Τυπογραφείου στην Αθήνα Ι. Καρπούνης, κατοίκησε ένα διάστημα σε αυτό, «εκ (sic) ιδιαιτέρας Βασ. Χάριτος», για να το επιβλέπει, ενώ από τότε αξιωματικός του Μηχανικού έστελνε κάθε μήνα αναφορά στο Αυλαρχείο για την κατάσταση του οικήματος.[58]

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886-1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: «Αρχαιολογία και Τέχνες», τεύχος 44, 1992.
Έως το 1858 βρίσκουμε στοιχεία που δείχνουν ότι το κτίριο διατηρεί το ρόλο του ως ανακτόρου του Όθωνα,[59] μετά την έξωση του οποίου τίθεται το θέμα χρησιμοποίησής του για δημόσιες υπηρεσίες, και συγκεκριμένα το 1866, μετά την έλευση του Γεωργίου Α’.[60]
Μεσολαβούν κάποια χρόνια ασάφειας,[61] και μόνο το 1884 βρίσκουμε σαφή αναφορά ότι στο κτίριο έχει εγκατασταθεί η Νομαρχία,[62] ενώ τον επόμενο χρόνο ο Μηλιαράκης αναφέρει ότι εκεί στεγάζονται, εκτός από τη Νομαρχία, η Εφορία και το Ταχυδρομείο της πόλης.[63]

Ναύπλιο. Φωτογραφία του Κυβερνείου, δημοσιεύεται στο βιβλίο, του Γερμανού Herbert Lehman «Argolis. I: Landeskunde der Ebene von Argos und ihrer Randgebiete», 1937, Αθήνα, Deutsches Archäologisches Institut.
Στο τέλος, όμως, του αιώνα παρουσιάζεται ως ερείπιο ή και ετοιμόρροπο.[64] Από τότε ώς την πυρκαγιά του 1929, που το κατέστρεψε εντελώς, φαίνεται ότι έγιναν επισκευές, αφού τότε στέγαζε τη Νομαρχία, που λειτουργούσε κανονικά στο οίκημα. Η πυρκαγιά ξέσπασε στις 5 το πρωί της Τετάρτης, 16 Οκτωβρίου 1929, και η ειρωνεία είναι ότι πολύ κοντά, στα μέσα Αυγούστου, είχε γίνει μεγάλη επίδειξη πυροσβεστήρων.[65] Το γεγονός προκάλεσε έντονη συγκίνηση σε τοπικό και σε εθνικό επίπεδο αθηναϊκές εφημερίδες μιλούν για εθνική απώλεια, ενώ εκφράζονται έντονες υπόνοιες για εμπρησμό, και η αρχή της πυρκαγιάς εντοπίζεται σε καταστήματα που στεγάζονταν, τότε, στο ισόγειο του κτιρίου.[66]
Και αρχίζει σύντομα έντονος διάλογος, που συνεχίζεται άκαρπος… μέχρι σήμερα, για το αν θα πρέπει να ανακατασκευασθεί το κτίριο ή όχι. Στις αρχές Νοεμβρίου τοπική εφημερίδα πληροφορεί ότι έγινε σύσκεψη για την τύχη του όλου θέματος, με εισηγητή τον μηχανικό Αλέξ. Βερδέλη, τότε, και μεταπολεμικά βουλευτή Αργολίδος και πολιτευόμενο.[67]

Κύριο άρθρο τοπικής εφημερίδας μετά την πυρκαγιά. Το ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου Ναυπλίου, για την αποτροπή εκποίησης του χώρου του Κυβερνείου.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η έμμεση άρνησή του για ανακατασκευή του κτιρίου και η πρότασή του για οικοδόμηση καινούργιου κτιρίου Νομαρχίας, που θα στεγάσει όλες τις δημόσιες υπηρεσίες (η ιδέα του «Διοικητηρίου», διά μέσου ενός αιώνα, επιζεί ώς τις μέρες μας και απείλησε όλα τα ιστορικά κτίρια του Άργους και του Ναυπλίου) και θα ανταποκρίνεται σε κανόνες ασφαλείας, φθάνει να στηριχθεί στους… ταξικούς αγώνες: (Το νέο κτίριο) «δέον να ή απομεμονωμένον προς αποφυγήν ομοίας πυρκαϊάς και προς φρούρησιν τούτου, νυν μάλιστα ότε οξύνονται οι αγώνες των τάξεων».
Ο Αλ. Βερδέλης είναι βουλευτής των Φιλελευθέρων. Ο δημοτικός σύμβουλος του Λαϊκού κόμματος Πραξ. Μουτζουρίδης στηρίζει την ιδέα αυτή και προτείνει να κατεδαφιστεί το Οπλοστάσιο (πράγμα που έγινε λίγο αργότερα) και στη θέση του να οικοδομηθεί το Διοικητήριο (εκεί, όμως, κτίστηκαν τα κτίρια του Γυμνασίου και του Δημοτικού σχολείου). Με την πρόταση συμφώνησαν ο δήμαρχος Κ. Κόκκινος (των Φιλελευθέρων), ο βουλευτής του Λαϊκού κόμματος Ιω. Μουτζουρίδης και ο πολιτευτής Μηναίος (θείος του μετέπειτα βουλευτή της «Ν. Δημοκρατίας»).
Όμως, τόσο το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης όσο και ο τοπικός Τύπος εμμένουν στην ανακατασκευή του Κυβερνείου.[68] Το 1933, πάντως, προκηρύσσεται δημοπρασία για εκποίηση του «οικοπέδου» του Κυβερνείου, πράγμα που προκαλεί την ομόφωνη, πλέον, αντίδραση Δημοτικού Συμβουλίου και Δημάρχου.[69] Η αντίδραση αυτή φαίνεται ότι προκαλεί την κήρυξη του «Οικοπέδου» ως διατηρητέου ιστορικού μνημείου, πέντε μήνες αργότερα.[70]
Από όσο γνωρίζω, η κήρυξη αυτή δεν έχει αρθεί μέχρι σήμερα, αλλά και δεν εμπόδισε να μετατραπεί ο όλος χώρος σε πάρκο. Η Νομαρχία μεταστεγάστηκε, τελικά, σε κτίριο της πλατείας Συντάγματος Ναυπλίου.
Περιέργως, και αυτό είχε την ίδια τύχη: κάηκε από πυρκαγιά το 1960 και από τότε η Νομαρχία φιλοξενείται σε άθλιο κτίριο, στην είσοδο της πόλης, μακριά από το ιστορικό κέντρο της. Το Δημοτικό Συμβούλιο και ο τότε Νομάρχης Θ. Χαμπίτης προώθησαν από το 1978 την ιδέα να ανακατασκευασθεί το κτίριο του Κυβερνείου, έγινε ο σχετικός θόρυβος στον τοπικό Τύπο, προχώρησαν κάποιες διαδικασίες, και τελικά η όλη υπόθεση θάφτηκε· λέγεται ότι αιτία ήταν αντιδράσεις περιοίκων, που δεν ήθελαν να χαλάσει το πάρκο και, ιδίως, να «σκιασθούν» τα σπίτια τους.[71]
Μονεμβασία 27 Μαρτίου 1992
Υποσημειώσεις
[1] Στα τεύχη 30 (Μάρτ. 1989) και 31 (Ιούν. 1989) η γενική εισαγωγή και άρθρο για το κτίριο του «Δημοσίου Καταστήματος» (σήμερα Δημαρχείου)· στα τεύχη 32 (Σεπτ. 1989) και 33 (Δεκέμ. 1989) άρθρο για το κτίριο του «Αλληλοδιδακτικού Σχολείου» (σήμερα πρώτου Δημοτικού σχολείου) και στο τεύχος 36 (Σεπτ. 1990) για το κτίριο του «Καλλεργείου» (σήμερα μουσείου). Επίσης, συμπληρωματικό άρθρο στο τεύχος 38 (Μάρτ. 1991). Στο τεύχος 13 των «Αρχιτεκτονικών Θεμάτων» (1979) είχαμε δημοσιεύσει μία πρώτη μελέτη για το κτίριο των Στρατώνων του Καποδίστρια. Από τότε έχουμε συγκεντρώσει πολύ πλουσιότερο γραπτό και φωτογραφικό υλικό για το κτίριο αυτό, που είναι αδύνατο να δημοσιευθεί στον περιορισμένο χώρο της «Αρχαιολογίας». Τέλος, στο περιοδικό του Άργους «Ελλέβορος» (τχ. 6-7, Καλοκαίρι 1990) δημοσιεύσαμε τη μελέτη «Ο Καποδίστριας στο Άργος», η οποία κατά κάποιον τρόπο συμπληρώνει την παρούσα.
[2] Βλ. ανακοίνωσή μας στο διεθνές συνέδριο για τις ελληνικές πόλεις (Οκτώβριος 1984), που δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά του («Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου επί Καποδίστρια, 1828-33. Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα», Αθήνα 1985).
[3] Μέσα στην πόλη, το κτίριο της παλαιάς αποθήκης του ενετικού στόλου (σήμερα μουσείο Ναυπλίου) χρησιμοποιήθηκε επίσης ως στρατώνας, γνωστός ως «της Πλατείας του Πλατάνου». Ο μεγάλος στρατώνας της Ακροναυπλίας, ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός για τις φυλακές που στέγασε, ήταν επίσης κτίριο της Ενετοκρατίας, σύμφωνα με στοιχεία που έχουμε βρει. Μετά από επίσκεψη του Παττακού με ελικόπτερο, το 1973, κατεδαφίσθηκε μαζί με άλλα ιστορικά κτίρια για να πάρει τη θέση του ο όγκος του «Ξενία Παλάς», σήμερα μεταξύ των άκρως προβληματικών επιχειρήσεων.
[4] Βλ. Χρ. Ρέππα, «Γενική απογραφή του πληθυσμού του Ναυπλίου κατά το 1825», στη «Μνημοσύνη», τόμ. 9ος, 1984, σ. 293.
[5] Δημοσιεύθηκε από τον Μάμουκα στο: «Συλλογή των κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος…», τόμος ΙΑ’, 1852, και αναδημοσιεύθηκε από τον Λαμπρυνίδη («Ναυπλία»).
[6] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 12. (Ταυτόσημη πληροφορία δίδει ο Βούλγαρης στη «Notice», Παρίσι 1832, σσ. 3-4 στη σ. 27 έγγραφο του Καποδίστρια).
[7] Βλ. χΦ. για Β’ έκδοση «Ναυπλίας», Μιχ. Λαμπρυνίδη, σελ. 293.
[8] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 54.
[9] Βλ. σχετικά το διαφωτιστικό άρθρο του Π. Γ. Κρητικού «Ο Ιωάννης Καποδίστριας τέκτων κανονικός», στον «Ερανιστή», τεύχ. 15-16, 1965, σ. 141.
[10] Τόμος Ι της «Αλληλογραφίας» του, στα γαλλικά, σ. 385. Στη «Notice» (όπ. παρ., σσ. 3-4) ρητά αναφέρεται ότι ο Καποδίστριας του ανέθεσε να διαρρυθμίσει μια κατοικία γι’ αυτόν.
[11] Ημερολόγιο δαπανών του μηνός Ιουνίου» (1828).
[12] Σελ. 278 και 283, σημ. 1. Από την Γ’ έκδοση (ανατύπωση) του «Παλαμήδη», Ναύπλιο 1975.
[13] Σελ. 280.
[14] Σελ. 313-314.
[15] Φύλλο αρ. 8 της 25.1.1902, σ. 3. Στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Σύνταγμα» της 4.2.1940 δημοσιεύεται άρθρο, σύμφωνα με το οποίο ο Σύλλογος κουρέων και κομμωτών της πόλης «είχεν παραλάβει παρά του Δήμου Ναυπλιέων την έκτασιν ένθα άλλοτε ήτο η έπαυλις του πρώτου Κυβερνήτου της Ελλάδος». Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η παραχώρηση έγινε το 1903, με τον όρο ο σύλλογος να την διαχειρίζεται επί μία εικοσιπενταετία, προθεσμία που παρατάθηκε αργότερα. Εκεί οικοδόμησαν το ναό του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου, του οποίου τη διαχείριση αποφασίσθηκε το 1940 να αναλάβει το Δ.Σ. του Νεκροταφείου Ναυπλίου, που βρίσκεται ακριβώς στους πρόποδες του Παλαμηδιού, προς βορρά. Πιθανότατα πρόκειται για το ίδιο μέρος, και έτσι μπορεί να γίνει η σχετική ταύτιση.
[16] Στα «Κερκυραϊκά Χρονικά», 1965, σ. 56.
[17] Τόμος Α’, σ. 98, από την πρόσφατη έκδοση του «Ερμή» (Αθήνα 1973).
[18] Την άνοιξη (πιθανόν Μάιο) του 1832 η Γραμματεία της Επικρατείας τον είχε διορίσει Γερουσιαστή, θέση που αρνήθηκε, δικαιολογούμενος ότι ήταν πληρεξούσιος για την Εθν. Συνέλευση (βλ. «Εθνική Εφημερίδα» της 28.5.1832, σ. 68).
[19] Δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1858. Το παρατιθέμενο απόσπασμα είναι από την επανέκδοση της «Νέο-ιστορικής βιβλιοθήκης», τόμος Α’, σσ. 325 και 327, 1955.
[20] Στη μετάφραση του Άγγ. Βλάχου, Αθήνα-Κων/πολη 1873, σσ. 25 και 409.
[21] Έκδοση Δημητράκου. Αθήνα 1932, σσ. 92-93.
[22] ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχ., φ. 122.
[23] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 13.
[24] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 14.
[25] «Αλληλογραφία» στα γαλλικά, επιστολή του της 12.3.28.
[26] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 54.
[27] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 114.
[28] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., Φ. 40.
[29] Καποδ. αρχείο Κέρκυρας, φ. 357.
[30] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 252, έγγραφο αρ. 5894 της 15.9.1830.
[31] Το ίδιο, έγγραφο αρ. 6144, της 25.9.1830.
[32] Αθήνα, 1894, σελ. 255.
[33] Αθήνα, 1894, σελ. 181.
[34] Πρωτοεκδόθηκε το 1898. Χρησιμοποίησα εδώ την τρίτη έκδοση (Ναύπλιο, 1975), σελ. 284 βλ. και σημ. 1, στη σελ. 332.
[35] Σελ. αντίστοιχα 310, 335 και 352.
[36] Λήμμα «Ναύπλιον», 1932.
[37] Έκδοση της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1979. Η ίδια, στο ξεχασμένο, σημαντικό και πάντως αμφιλεγόμενο άρθρο της «Το τέλος της φοινικιάς» (στη «Νέα Εστία», της 1.4. 1943, με βάση κείμενό της του 1936), γράφει επίσης: «Το «Παλατάκι» του Καποδίστρια στ’ Ανάπλι, που κάηκε εδώ και λίγα χρόνια, μαζί με το περιεχόμενό του, το πολύτιμο αρχείο, στάθηκε ένα από τα πρώτα κρατικά κλασικιστικά κτίρια. Ο νέος ρυθμός δεν εκφράζεται εδώ με κολόνες ή με άλλα αρχιτεκτονικά μέλη, αλλά με την καθαρότητα στα περιγράμματα, με τον αδρό χωρισμό κάθε πατώματος, και με τον τονισμό της οριζόντιας γραμμής. Αντί να υψώνεται κάθετα, όπως τα στενόμακρα σπίτια της Τουρκοκρατίας, τραβάει σε πλάτος, χαμηλώνει και απλώνεται. Σαν εισαγωγή στην πρόσοψή του, αλλά και σα συμπλήρωμα της απλής αρχιτεκτονικής του, υψώνονταν στην απέναντί του πλατεία μια ομάδα φοινικιές, που τις έβλεπε κανείς έως τελευταία μπροστά στο κενό που είχε αφήσει το Παλατάκι. Ήταν ακόμη οι φοινικιές αυτές ένας τόνος επισημότητας στο χτίριο, ένα γιορταστικό στολίδι».
[38] «Το Ναύπλιο από τον 13ο αιώνα ως σήμερα», Τμήμα Ε’ Αρχιτεκτόνων, 1974.
[39] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 209 β.
[40] Αναφέρεται από τον Απ. Βακαλόπουλο στην «Ιστορία του νέου Ελληνισμού», τόμος 8ος, σελ. 252.
[41] ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ., φ. 224.
[42] «Narrative of a Journey through Greece in 1830», Λονδίνο 1830, σελ. 142-143.
[43] ΓΑΚ, Γραμμ. Στρ. και Ναυτ., φ. 12, με άλλα δύο συναφή έγγραφα.
[44] Της 22.2.1830, σελ. 64.
[45] ΓΑΚ, Γραμμ. Στρ. και Ναυτ., φ. 22.
[46] Στο έργο του Κ. Καιροφύλα, «Ο Καποδίστριας και οι Γάλλοι περιηγηταί», έκδοση «Φιλολογικού Ν. Κόσμου», στο κουτί 59 του Αρχείου Βλαχογιάννη, των ΓΑΚ.
[47] Έτσι, στα φύλλα της 10.12.1830 (σελ. 456), της 10.1.1831 (εμπρός σελίδα), της 29.4.1831 (σελ. 178 το αποκαλεί «παλάτιον της Κυβερνήσεως»), της 20.5.1831 (εμπρός σελίδα, αρ. 211· η ίδια ονομασία) και της 14.10.1831 (σελ. 79, άρθρο υπό τον τίτλο «εγχώριοι ειδήσεις», που αρχίζει με τα εξής: «Εις έν των δωματίων του παλατίου της Κυβερνήσεως, λαμπρώ και πενθίμως κεκοσμημένω, εξετέθη ήδη η λάρναξ η φέρουσα τον νεκρόν της Α.Ε. του μακαρίτου Κυβερνήτου, προς κοινήν επίσκεψιν»). Η Ελ. Κούκου, στο άρθρο της «Ο ανέκδοτος κατάλογος των υπαρχόντων του Κυβερνήτου Ιω. Καποδίστρια» («Δελτίον Ιστ. και Εθν. Εταιρείας της Ελλάδος», τόμ. ΙΕ’, 1961), δημοσιεύει σε μετάφραση το γαλλικό χειρόγραφο, που βρίσκεται στο Καποδιστριακό Αρχείο της Κέρκυρας, όπου το κτίριο αποκαλείται «ανάκτορο».
[48] ΓΑΚ, Αρχ. Βλαχ., Γεν. Γραμμ., φ. 91.
[49] ΓΑΚ, Γραμμ. Στρ. και Ναυτ., φ. 108.
[50] Βερολίνο, 1863. Το απόσπασμα από τη μετάφραση στα ελληνικά «Αναμνήσεις και ανταποκρίσεις από την Ελλάδα (1832-1833)», του Α. Σπήλιου, Τολίδης, 1976.
[51] Ναύπλιο, Αρχείο Αργολίδας, Δημοτογράφηση Ναυπλίου 1839, αρ. 165, «διακήρυξις» για σπίτι και στοιχεία Δ. Παπαλεξόπουλου.
[52] Βλ. σχετικά Λαμπρυνίδη, Γ’ έκδ., σελ. 312 και 315.
[53] Βλ. διάφορα έγγραφα στα ΓΑΚ, Οικον., φ. 329, 336, 338 και 358.
[54] «Ο Σωτήρ», 28.1.1834, στη στήλη των ειδήσεων· το ίδιο και στο φύλλο του της 31.1.1835, στη στήλη «Εσωτερικά».
[55] Στο «Excursions en Grece», Παρίσι 1834, σελ. 123.
[56] Του Temple από το έργο του «Travels in Greece and Turkey», Λονδίνο, τόμος 1, 1843, σελ. 35 (για επίσκεψή του το 1834), και του Knight (από επίσκεψή του το 1838) από το έργο του «Oriental outlines» (Λονδίνο 1839). Την ίδια εποχή, βρίσκουμε στην «Αποθήκη των ωφελίμων γνώσεων» (αρ. 94, Οκτ. 1844) μνεία του «Βασιλικού Παλατίου» (σελ. 149).
[57] ΓΑΚ, Οθωνικό, ΜΓ’1, a1, φ. 35.
[58] Ίδια παραπομπή.
[59] Ο πρίγκιπας Αδαλβέρτος, αδελφός του Όθωνα, εκεί καταλύει (βλ. εφημ. «Ο Έλλην», φ. 9, της 7.3.1858, σελ. 2, στ. 3). Ο Όθωνας επισκέπτεται το Ναύπλιο από τις 23 Φεβρουαρίου έως τις 3 Μαρτίου.
[60] Η εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» (φ. 36, της 30.4. 1866) αφιερώνει κύριο άρθρο της, με αφορμή τα σχέδια για ανέγερση ανακτόρου του Γεωργίου Α’ στην Τρίπολη και τις προτάσεις για μετατροπή του Κυβερνείου σε κτίριο γραφείων δημόσιας υπηρεσίας. Σε επόμενο φύλλο της (αρ. 39, της 6.6. 1866) επιτίθεται, πλέον, ανοιχτά στον υπουργό Οικονομικών για τη σχετική πρόταση.
[61] Ο Jerningham, το 1873, περιγράφει δεξίωση που έγινε στη Νομαρχία το 1870, δίχως να αναφέρει το κτίριό της. Στο «Ανάκτορον» αναφέρεται και ο «Οδηγός της Ελλάδος», του 1875 (σελ. 260 και 261), δίχως να προσδιορίζει την τότε χρήση του κτιρίου, ενώ ο Η. Belle, στο έργο του «Trois annees en Grece» (Παρίσι 1881), αναφέρεται στο «ανάκτορο της Κυβερνήσεως που έκτισε ο Καποδίστρας» (σελ. 273).
[62] Εφημερίδα «Πρόοδος» του Ναυπλίου, περίοδος Β’. φ. 4, της 15.10.1884.
[63] Στη «Γεωγραφία» του για την Αργολιδοκορινθία (σελ. 72).
[64] Ο Gabriel Thomas, στο έργο του «Etudes sur la Grece- (Παρίσι 1895), γράφει «L’ ancient palais du gouvernement provisoire, presque unemasure» (σελ. 180), ενώ στην εφημερίδα «Ακρόπολις», της 31.5.1899 (σελ. 2, στ. 6), αναφέρονται τα εξής: «Το ιστορικόν κτίριον, όπου νυν η Νομαρχία, και το οποίον άλλοτε εχρησίμευσεν ως ανάκτορον του Βασιλέως Όθωνος, εξήτασεν ο Βασιλεύς μετ’ ενδιαφέροντος. Ο κ. Νομάρχης παρέστησεν εις τον Βασιλέα ότι το κτίριον είναι ετοιμόρροπον. Ο Βασιλεύς εξέφρασε την ζωηράν λύπην Του διά τούτο και σχεδόν ηγανάκτησεν ειπών ότι πρέπει να ληφθώσι σύντονα μέτρα δια την επισκευήν του». Ο Γεώργιος Α’ είχε επισκεφθεί το Ναύπλιο με την ευκαιρία της Α’ Πανελλήνιας Γεωργοκτηνοτροφικής Έκθεσης, που είχε οργανωθεί στο προαύλιο των Στρατώνων Καποδίστρια στο Άργος.
[65] Εφημερίδα Ναυπλίου «Σύνταγμα», φ. 1588, της 18.8.1929.
[66] Το «Σύνταγμα», στις 27.10.29. δημοσιεύει κύριο άρθρο με τον τίτλο «Ταχίστη ανοικοδόμησις», όπου υποστηρίζεται ότι όλοι οι σύλλογοι και οι δημότες πρέπει να κινητοποιηθούν για την ανακατασκευή του κτιρίου. Από τις αθηναϊκές εφημερίδες. Στο «Έθνος» της 16.10.29 δίδεται η πληροφορία ότι στο ισόγειο στεγαζόταν το βιβλιοχαρτοπωλείο Χριστόπουλου, ενώ στο φύλλο της επομένης δίδεται η πολύ σημαντική πληροφορία ότι το κτίριο καιγόταν ακόμα, ενώ καταστράφηκαν και τα αρχεία του Καποδίστρια στη Νομαρχία. Η ίδια πληροφορία περνάει και στην «Καθημερινή» της ίδιας μέρας. Η «Πρωία» της ίδιας μέρας επιτίθεται έντονα κατά της ιστορικής αμνησίας και του αμέριμνου της εποχής, ενώ στις 19 Οκτωβρίου θίγει το θέμα της καταστροφής του αρχείου, υποστηρίζει ότι τα έγγραφα θα είχαν… τοπικό ενδιαφέρον και υπογραμμίζει ότι τα με γενικό ενδιαφέρον βρίσκονται ήδη στα ΓΑΚ… Σε άλλο άρθρο, την ίδια μέρα, εκφράζονται υπόνοιες εμπρησμού (που στις 17.10 είχε αποκλεισθεί) και στηλιτεύεται η παραμόρφωση του Ναυπλίου, μεταξύ άλλων και η κατεδάφιση της Πύλης της Ξηράς. Για την καταστροφή του καποδιστριακού αρχείου επιμένει και το «Ελεύθερον Βήμα» της 18 Οκτωβρίου, που την προηγουμένη έθετε το θέμα της έλλειψης πυροσβεστικής υπηρεσίας στους Δήμους. Η «Βραδυνή» της 16.10 δίδει και αυτή μεγάλη έκταση στο γεγονός, ενώ στις 18.10 επανέρχεται με ειδικό σχόλιο και καυτηριάζει την αδιαφορία του κράτους για τα ιστορικά κτίρια. Η «Εστία» της 16.10 δίδει και αυτή έκταση στο γεγονός και αναφέρεται στην καταστροφή των αρχείων, ενώ το «Εμπρός» της 17.10 πληροφορεί ότι η φωτιά άρχισε από το ισόγειο και χαρακτηρίζει την αποτέφρωση του κτιρίου ως εθνική απώλεια.
[67] «Σύνταγμα» της 17.11.29, για τη σύσκεψη που έγινε στις 3 Νοεμβρίου, τη μέρα που η ίδια εφημερίδα δημοσίευε, πάλι, άρθρο για την ανακατασκευή του κτιρίου.
[68] Βλ. «Ναυπλιακή Ηχώ» της 1.1.1930. Αργότερα, στα φύλλα της 3 και 17 Αυγούστου, πληροφορεί για την αναβολή ανεγέρσεως νέου Διοικητικού Μεγάρου, οπότε απαντά ο Αλ. Βερδέλης με το επιχείρημα ότι το έργο εντάσσεται σε γενικότερο πρόγραμμα.
[69] Δημοσιεύεται στη «Ναυπλιακή Ηχώ» της 3.12.1933.
[70] ΦΕΚ Α’, αρ. 165, της 19.5.1934, απόφαση Υπουργού Παιδείας Ι. Μακρόπουλου, και προεδρικό διάταγμα της 14.5.1934, του Αλ. Ζαΐμη.
[71] Έχουμε στην κατοχή μας σειρά εγγράφων με αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου και προτάσεις της Νομαρχίας. Το Κεντρικό Συμβούλιο του τότε ΥΧΟΠ γνωμοδότησε, το 1983, ευνοϊκά για το θέμα, και τότε το νέο Δημοτικό Συμβούλιο, με πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ (δήμαρχος ο Γιάν. Μελίδης, σήμερα βουλευτής), πήρε αντίθετη απόφαση και το θέμα «έκλεισε».
Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.
Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχη 43-44, 1992.
* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Διαβάστε ακόμη:








Σχολιάστε