Η μέριμνα της Γ’ Εθνοσυνέλευσης για την εγκατάσταση των Σουλιωτών στα χωριά της Επιδαύρου (1827) | Αντώνης Ξυπολιάς
«Ελεύθερο Βήμα»
Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.
Το «Ελεύθερο Βήμα» φιλοξενεί σήμερα μια ενδιαφέρουσα ιστορική ανακοίνωση του κ. Αντώνη Ξυπολιά, η οποία φωτίζει μια ιδιαίτερη αλλά και δραματική πτυχή της περιόδου του Αγώνα: τη μέριμνα της Γ’ Εθνοσυνέλευσης (1827) για την αποκατάσταση των ξεριζωμένων Σουλιωτών στην περιοχή της Επιδαύρου.
Μέσα από τη μελέτη αρχειακών τεκμηρίων, ο συγγραφέας αναδεικνύει τις προσπάθειες του επαναστατημένου Έθνους να στεγάσει τις προσφυγικές οικογένειες των Σουλιωτών ηρώων. Παράλληλα, το άρθρο προσφέρει στον αναγνώστη μια πολύτιμη ακτινογραφία της ιστορικής γεωγραφίας της Αργολίδας του 1827. Τα στοιχεία της πενταμελούς επιτροπής καταμέτρησης αποκαλύπτουν με ανάγλυφο τρόπο την οικονομική, δημογραφική και οικιστική αποσύνθεση των χωριών από την Επίδαυρο έως την Απάθεια, καταγράφοντας ερειπωμένους οικισμούς και εγκαταλελειμμένες εθνικές γαίες.
Μια σημαντική συμβολή στην τοπική ιστορία, που συνδέει τον ηρωικό ξεριζωμό του Σουλίου με την αργολική γη.
Η Γ’ Εθνική Συνέλευση του 1827, που συνεδρίασε στην Τροιζήνα, κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα από τα πλέον κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα της Επανάστασης: τη μέριμνα και την αποκατάσταση των ξεριζωμένων οικογενειών του Σουλίου. Είχαν ήδη παρέλθει πέντε έτη από τις 2 Σεπτεμβρίου 1822, όταν οι Σουλιώτες, εξαναγκασμένοι σε συνθηκολόγηση με τους Τουρκαλβανούς[1], εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, τα σπίτια και τις περιουσίες τους[2].

Η περιοχή της Επιδαύρου στα τέλη του 19ου αιώνα: Τμήμα του χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη (1886). Στην ιστορική αυτή αποτύπωση εμφανίζονται οι οικισμοί και οι εκτάσεις που εξετάστηκαν από την Εθνοσυνέλευση του 1827 για την οικιστική αποκατάσταση των προσφύγων Σουλιωτών.
Οι Σουλιώτες, ένα «μαύρο καραβάνι σε μακριά γραμμή», πήραν τον δρόμο με ψυχικό θρήνο, μεταφέροντας μαζί τους τα ελάχιστα υπάρχοντά τους[3]. Αρχικά κατέφυγαν στα Επτάνησα και συγκεκριμένα στο νησί Κάλαμο, υπό βρετανική διοίκηση, όπου εγκαταστάθηκαν προσωρινά. Από εκεί επιχείρησαν επανειλημμένα να εξασφαλίσουν τόπο μόνιμης εγκατάστασης – από το Ζαπάντι και το Βραχοχώρι [Αγρίνιο] έως το Νεόκαστρο Μεσσηνίας – χωρίς επιτυχία[4].
Οι πολεμικές συνθήκες, σε συνδυασμό με τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, δημιουργούσαν ανυπέρβλητα εμπόδια στην αποκατάστασή τους[5].
Τα αιτήματα προς την Εθνοσυνέλευση
Οι Σουλιώτες υπέβαλαν επανειλημμένα αιτήματα τόσο στη Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου όσο και αργότερα σε εκείνη της Τροιζήνας, ζητώντας μόνιμο τόπο εγκατάστασης.
Στις 9 Απριλίου 1827 αναγνώστηκε ενώπιον του Σώματος αίτημα των Νότη Μπότσαρη, Ν. Τζαβέλα, Γ. Κίτσου και Ζώη Πάνου, στο οποίο τονιζόταν με δραματικό τρόπο ότι «αι χήραι των λεγομένων ηρώων λιμοκτονούσιν εις ξένους τόπους, ενώπιον των υποσχέσεων του Έθνους»[6].
Η Συνέλευση ενέκρινε το αίτημα και προσδιόρισε ως κατάλληλη περιοχή εγκατάστασης τις εθνικές γαίες «από της Επιδαύρου μέχρι της Απάθειας».
Έγγραφο της 12 Αυγούστου 1827 ενημέρωνε τους κατοίκους των χωριών Επιδαύρου και Απάθειας για την απόφαση της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης να δώσει έκταση γης σε περιοχή που έπρεπε να οριστεί μεταξύ των δύο χωριών, «η οποία θα έπρεπε πρώτα να καταμετρηθεί επαρκώς δια την κατοίκηση των οικογενειών, και πιθανόν να χρειαστούν πληροφορίες» και ζητούσε την συνέργειά τους[7].
Παράλληλα, προβλέφθηκε η σύσταση ειδικής πενταμελούς επιτροπής καταμέτρησης, η οποία θα αξιολογούσε την επάρκεια των εκτάσεων έως την «ανάκτηση της γενεθλίου γης » των Σουλιωτών. Ωστόσο, η τελική έγκριση και η υλοποίηση του σχεδίου έπρεπε να περάσουν και από το Βουλευτικό.
Η συγκρότηση και το έργο της επιτροπής
Το Βουλευτικό πρότεινε η επιτροπή να αποτελείται από δύο αυτόχθονες και τρεις μη αυτόχθονες και να προβεί σε λεπτομερή καταγραφή των καλλιεργήσιμων και βοσκήσιμων εκτάσεων, των υποδομών, του πληθυσμού και των ιδιοκτησιακών σχέσεων των χωριών της περιοχής.
Το σχέδιο εγκρίθηκε και διαβιβάστηκε στην Αντικυβερνητική Επιτροπή, η οποία την 13 Αυγούστου 1827 όρισε τα πέντε μέλη της· μεταξύ αυτών ήταν ο Παναγιώτης Τζολακόπουλος από τη Νέα Επίδαυρο και ο Αναγνώστης Λογοθέτης από το Αγγελόκαστρο ως οι δύο αυτόχθονες, καθώς και οι Ν. Λουριώτης, Σ. Σκύφος και Σίμος Αναστασίου[8].
Η άφιξη των Σουλιωτών στο Ναύπλιο
Κατά την ίδια περίοδο, καραβάνι αποτελούμενο από 126 γυναικόπαιδα μεταφέρθηκε από τον Κάλαμο στο Ναύπλιο, όπου το Υπουργείο Εσωτερικών προέβη στην επίσημη απογραφή τους. Σύμφωνα με τον ονομαστικό κατάλογο της 4 της Αυγούστου 1827, οι οικογένειες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη περιλαμβάνονται 28 χήρες με τα ορφανά τέκνα τους, συνολικού αριθμού 69 ατόμων, των οποίων οι σύζυγοι είχαν απολεσθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Γιωργάκενα Τζαβέλα, η Παπούλαινα, η Κώστα Μπέκενα, επώνυμα που απαντώνται σήμερα στην Αρχαία Επίδαυρο.
Η δεύτερη κατηγορία αφορά γυναίκες και τέκνα οικογενειών στρατηγών, οπλαρχηγών και στρατιωτών που βρίσκονταν εν ενεργεία στα πεδία των μαχών· συνολικά 57 άτομα[9].
Παράλληλα η πενταμελής επιτροπή προχώρησε σε εκτενή και συστηματική καταγραφή των οικισμών από την Επίδαυρο έως την Απάθεια. Πέραν του άμεσου πρακτικού της σκοπού, η καταγραφή αυτή αποτελεί σήμερα πολύτιμη πηγή για τη μελέτη της ιστορικής γεωγραφίας της περιοχής κατά τα έτη της Επανάστασης[10].
Τα στοιχεία αποκαλύπτουν μια περιοχή σε κατάσταση έντονης δημογραφικής και οικονομικής αποσύνθεσης. Οι περισσότεροι οικισμοί εμφανίζονται ακατοίκητοι ή σχεδόν εγκαταλελειμμένοι, με κατοικίες ερειπωμένες ή ασκέπαστες. Για κάθε οικισμό καταγράφονται, εκτός από τον αριθμό κατοικιών και εκκλησιών, τα όρια της επικράτειας με αναφορά σε τοπωνύμια, καθώς και αναλυτικός υπολογισμός καλλιεργήσιμων και βοσκήσιμων εκτάσεων. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται σε χέρσες, εγκαταλελειμμένες ή βαλτώδεις γαίες.
Στην Επίδαυρο (Αρχαία και Άνω) δεν καταγράφονται κατοικίες· αντιθέτως, σημειώνονται εκτεταμένες καλλιεργήσιμες εθνικές εκτάσεις σε διάφορες θέσεις, συνολικής έκτασης 636 στρεμμάτων, εκ των οποίων 150 στρέμματα ήταν βαλτώδεις και 100 στρέμματα ακαλλιέργητα.
Στα χωριά Κολιάκι, Χατζημέτο και Τραχειά καταγράφονται επτά, δέκα και δεκαοκτώ κατοικίες αντίστοιχα, όλες ασκέπαστες, με τους αχυρώνες. Παρά την εγκατάλειψη των οικισμών, σημειώνονται καλλιεργήσιμες εκτάσεις, οι οποίες είχαν παραμείνει ακαλλιέργητες επί επτά έτη, καθώς και περιορισμένος αριθμός ελαιοδέντρων.
Στην Τραχειά, στη θέση Β. Δ. του χωριού υπήρχε «μούλκι του Αναγνώστη Δήμα», ενώ μία μεγάλη τριγωνικού σχήματος έκταση καθώς και μία οικία σε αυτή ανήκε στον Αναγνώστη Ελευθερίου από Νέα Επίδαυρο. Κανένας κάτοικος δεν κατοικούσε στα χωριά.
Οι οικισμοί Μπεντένι (18 κατοικίες ασκέπαστες) και Καρατζάς (8 κατοικίες ασκέπαστες) διέθεταν εκτεταμένες εθνικές εκτάσεις με περιβόλια και περιορισμένο αριθμό ελαιοδέντρων, αλλά και μεγάλες ακαλλιέργητες εκτάσεις.
Στον Καρατζά καταγράφεται η ύπαρξη ενός νερόμυλου και της βρύσης του Μουλά Χασάνη, ενώ δεύτερος νερόμυλος σημειώνεται στη θέση Κόκλα, « καινούριος του Μοναστηρίου Αυγού». Κατά τον χρόνο της καταγραφής (1827), κανένας κάτοικος δεν διέμενε στους οικισμούς αυτούς.
Στον οικισμό Ράδου [Ράντου] καταγράφονται 1.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης και 160 στρέμματα στη θέση Λάλεζα , ενώ κατοικούσαν έξι οικογένειες καλλιεργητών σε έξι κατοικίες· δύο ακόμη κατοικίες καταγράφονται ως ασκέπαστες και κενές, όπως και οι τρεις κατοικίες της Ματαράγγας.
Μικρότεροι οικισμοί, όπως η Χώριζα και το Σκαπέτι, δεν διέθεταν κατοικίες· ωστόσο, οι γεωργικές τους εκτάσεις καλλιεργούνταν από κατοίκους άλλων περιοχών, κυρίως των Διδύμων. Χαρακτηριστικά, για τη γη της Χώριζας η επιτροπή σημειώνει ότι πρόκειται για «ορεινάς και υγιείς θέσεις, κατάλληλους δια κατοικίαν, με νερά πολλά». Ανάλογες, επίσης, κατάλληλες θέσεις για ορεινή κατοίκηση αναφέρονται και για την ακατοίκητη Τζουκαλιά, όπου σε δύο φυσικές βρύσες έτρεχε νερό.
Στη Λεσιά καταγράφονται ένα πετρόκτιστο σπίτι, ένα μαγαζί και δεκαπέντε καλύβες. Καταγράφεται επίσης έκταση 3.980 στρεμμάτων εκ των οποίων τα περισσότερα να παραμένουν ακαλλιέργητα. Αναφέρεται και ένας περιβολότοπος του οθωμανού Αρίφμπεη λεγόμενος, με λεμονιές και άλλα δένδρα και μία βρύση. Στο Βαλαριό και στα Μαζώματα αναφέρονται μικρές εκτάσεις με αμπελώνες και καλλιεργήσιμη γη, καθώς και οκτώ και δέκα σκεπασμένα σπίτια αντίστοιχα, μαζί με άλλα ερειπωμένα.
Για τον οικισμό Κοκκινιά η επιτροπή σημειώνει: «Νερό βρύον από το βουνό, εκ του οποίου δύναται να γενή μύλος και να ποτισθή μέρος του κάμπου».
Στην Απάθεια καταγράφεται η ύπαρξη πύργου και καλυβών για σέμπρους καλλιεργητές, ενώ στο Δαμαλά σημειώνονται περισσότερες υποδομές: εξήντα τέσσερα σπίτια, νερόμυλοι, αμπελώνες, εκτενέστερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και «δύο τοιχόκτιστα περιβόλια με λεμονιές του Χατζη-Ιμπραήμη λεγόμενα».
Ως προς τις εκκλησιαστικές υποδομές, καταγράφεται μία εκκλησία στην Τραχειά, μία στον Καρατζά, μία ασκέπαστη στο Μπεντένι (Αγία Ελένη), η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη Λεσιά, σε πετρώδη λόφο, καθώς και το νεόδμητο τότε μοναστήρι της Παναγίας στο Βίδι.
Τέλος, σημειώνεται ότι τα χωριά Κοκκινιά, Μαζώματα και Δαμαλάς είχαν ήδη εκποιηθεί, τον Μάρτιο του 1825, σε Υδραίους, «οίτινες τα βαστούν ως ιδιόκτητα».
Η μη υλοποίηση του σχεδίου
Παρά το εκτεταμένο έργο της επιτροπής, η προγραμματισμένη εγκατάσταση των Σουλιωτών δεν υλοποιήθηκε. Η διαδικασία παρέμεινε σε εκκρεμότητα, καθώς η βραδύτητα στη λήψη των σχετικών αποφάσεων από τα πολιτικά σώματα της εποχής συνδυάστηκε με τις διεκδικήσεις εγχώριων παραγόντων επί των ίδιων εθνικών γαιών[11]. Έτσι, το καραβάνι των Σουλιωτών προσφύγων συνέχισε την πολυετή και μαρτυρική του περιπλάνηση.
Με την άφιξη του Καποδίστρια, οικογένειες Σουλιωτών συνέχισαν να καταφθάνουν στο Ναύπλιο, αναζητώντας στέγη και ασφάλεια. Σε τρεις επιστολές, δύο από τις οποίες απευθύνονταν προς τον Κυβερνήτη από τον γιο του Στουρνάρα και μία από τον χιλίαρχο Χριστόδουλο προς τον Δημήτριο Υψηλάντη, καταγράφεται η ανάγκη άμεσου ανεφοδιασμού οικογενειών Σουλιωτών, οι οποίες είχαν φτάσει στο Ναύπλιο στις αρχές Μαρτίου του 1828 και βρίσκονταν, «εις ελεεινήν κατάστασιν».
Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ο καραβοκύρης Κωσταντής Μεσολογγίτης, ο οποίος τους μετέφερε από τον Κάλαμο στο Ναύπλιο, παρακρατούσε τα πράγματά τους, απαιτώντας την καταβολή των εξόδων και του ναύλου, συνολικής αξίας 4.600 γροσίων[12].
Επίσης, οι χήρες Λάμπρο Βεϊκένα, Γιώργο Τζαβέλενα και του Φώτη Φωτομάρα απηύθυναν, στις 10 Μαρτίου 1828, επιστολή προς τον Συνταγματάρχη Εϋδέκ, εκθέτοντας τη δεινή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει:
«Οι άνδρες μας θυσιάσθησαν υπέρ Πίστεως και υπέρ Πατρίδος, οι μεν άφησαν παιδιά ανήλικα, οι δε αδέλφια, οι δε αδελφάς, και ημείς, ως ασυνήθισται, να καταντήσομεν εις τας οδούς και τας πλατείας [του Ναυπλίου], σαρώνοντας αυτάς να κουβαλούμεν χώμα. Μην το καταδεχθείτε, κύριοι…» .
Μαζί με την επιστολή υποβλήθηκε και κατάλογος των ανήλικων παιδιών των οικογενειών, στοιχείο που αποτυπώνει με συγκεκριμένο τρόπο τις ανάγκες των οικογενειών των πεσόντων [13].
Ένα χρόνο μετά στις 28 Φεβρουαρίου 1830, ο διοικητής Ναυπλίου Γερακάρης υπέβαλε στον Κυβερνήτη ονομαστικό κατάλογο ογδόντα Σουλιωτών, στους οποίους χορηγούνταν μερίδες φαγητού. Μεταξύ αυτών καταγράφονται μέλη γνωστών σουλιώτικων οικογενειών Φωτομάρα, Ζώτου, Μπότσαρη, Νάσενα, Δράκου κλπ., ενώ δίπλα στα ονόματα σημειώνεται και η ηλικία τους [14]. Ο κατάλογος αποτελεί μια ακόμη ένδειξη της παρουσίας και της δύσκολης κατάστασης των Σουλιωτών στο Ναύπλιο κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Καποδίστρια.
Το 1832, στο πλαίσιο της Ε’ Εθνοσυνέλευσης, αποφασίστηκε, με το ψήφισμα ς’, η παραχώρηση εθνικών οικοπέδων στη Ναύπακτο και στο Βραχοχώρι (Αγρίνιο)[15]. Η απόφαση, ωστόσο, δεν υλοποιήθηκε άμεσα· η εγκατάσταση των Σουλιωτών στις δύο αυτές περιοχές προχώρησε «κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας»[16].
Υποσημειώσεις
[1] Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία, τόμος Ε’ Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 699-710 και τομ. ΣΤ’ Θεσσαλονίκη 1982, σελ.144-192 και Λάμπρου Κουτσονίκα, Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Εν Αθήναις: Τύποις του «Ευαγγελισμού» Δ. Καρακατζάνη, 1863-1864. τ.Β σελ. 179 κ.ε. και Κώστα Κόμη, Σύναμμα, Κοινωνικές Δομές και όψεις του Νεοελληνικού Χώρου. Πόλεις, πληθυσμιακές μετακινήσεις, Μηχανισμοί κυριαρχία και άλλα σχετικά ζητήματα. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Επιστημονική επεξεργασία Φιλοσοφικής Σχολής Δωδώνη: Παράρτημα Αρ.78, Ιωάννινα 2007, σελ. 25.
[2] Τούρκικο έγγραφο γράφει σχετικά: «εις το φρούριον λεγόμενον Σούλι, εμβάς ο Βαλής Ιωαννίνων Ουμέρ πασάς, κατεκυρίευσεν αυτό, και καταφανίσας τους εν αυτώ απίστους, άλλους μεν εφόνευσε και ολίγους δ’ εξ αυτών διεσκόρπισεν…», ΓΑΚ Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Εσωτερικών, [περίοδος Αγώνος] φάκελος 4, που φέρει την ημερομηνία 9η Μουχαραμίου 1238 [12η Σεπτεμβρίου 1822]. Το έγγραφο έχει δημοσιεύσει και ο Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία: από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήναι 1950, σελ. 411.
[3] Σωτήρης Δ. Γεωργίου, Αυλαία για το ηρωικό Σούλι, 2 Σεπτέμβρη 1822.
[4] Αιτωλοακαρνανία και Ευρυτανική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. Α, σελ. 175-226 και τομ. Γ σελ. 921-923 και Κώστας Κόμης [2007] σελ. 25.
[5] Κώστας Κόμης [2007] σελ. 25.
[6] Αρχείο Ελληνικής Παλιγγενεσίας Τόμος 3, σελίδα, 502 και Τόμος 5, σελ. 372: «Εις τόσους τόπους δεν άφησαν αυτοί ιερά θύματα υπέρ πίστεως και πατρίδος, αδελφούς, υιούς, συγγενείς και τόσους άλλους συντρόφους; Πόσαι χήραι γυναίκες! Πόσα ορφανά παιδία λιμοκτονούσι και αυτόν τον επιούσιον άρτον! Οι Σουλιώται εν πέμπτον έμειναν απ’ όσους ήτον πρώτον…».
[7] ΓΑΚ Αρχείο Γραμματείας των Εσωτερικών [περιόδου Αγώνος] 1821-1828 Φάκελος 100.
[8] ΓΑΚ Αρχείο Γραμματείας των Εσωτερικών [περιόδου Αγώνος] 1821-1828 Φάκελος 100.
[9] ΓΑΚ Αρχείο Γραμματείας των Εσωτερικών [περιόδου Αγώνος] 1821-1828 , Φάκελος 99.
[10] ΓΑΚ Αρχείο Λαδά (ΓΑΚ, Κ. 47, Β, φ. IV, αρ. 27).
[11] Κώστας Κόμης [2007] σελ. 25.
[12] ΓΑΚ Αρχείο Γενικής Γραμματείας περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια 1828-1833, Φάκελος 35.
[13] ΓΑΚ Αρχείο Γενικής Γραμματείας περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια 1828-1833, Φάκελος 35 και ΓΑΚ Αρχείο Γραμματείας των Εσωτερικών [περιόδου Αγώνος] 1821- 1828, Φάκελος 100.
[14] ΓΑΚ Αρχείο Γενικής Γραμματείας περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια 1828-1833 Φάκελος 232.
[15] Αρχείο Ελληνικής Παλιγγενεσίας Τόμος 5 σελ. 48 και 212.
[16] Κώστας Κόμης σελ. 26 και Διονύσης Μιτάκης, Εποικισμός Ηπειρωτών στο Βραχοχώρι, συμπλήρωμα. Ηπειρωτική Εστία 1990, σελ. 120 κ.ε.
Αντώνης Ξυπολιάς
Αρχιτέκτονας
– Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
Διαβάστε ακόμη:







Σχολιάστε