Τοκιστές – Σαράφηδες της Αργολίδας
Με αφορμή τον «Οδηγό» του Ν. Ιγγλέση (1917)[1] κρίναμε σκόπιμο να ασχοληθούμε και με τους τοκιστές, μια και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός της άγριας εκμετάλλευσης των φτωχών αγροτών της Αργολίδας από τους συμπολίτες τοκογλύφους.
Ανέκαθεν συνέβαιναν αυτά, ο φτωχός που είχε άμεση ανάγκη από οικονομική βοήθεια να καταφεύγει σε κάποιον πλούσιο συμπολίτη του, ο οποίος του δάνειζε χρήματα, με το αζημίωτο φυσικά, κι έτσι οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, ιδιαίτερα όταν οι δανειζόμενοι έχαναν το υποθηκευμένο χωραφάκι τους ή το σπίτι τους, αν δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν το δάνειο. Αυτό δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Αρκούσε μία θεομηνία, ένας παγετός, ένα χαλάζι, για να μην πάει καλά η σοδειά, ή μια οικονομική κρίση όπως εκείνη του 1929, έτος κατά το οποίο τα καπνά της Αργολίδας πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές και οι καπνοπαραγωγοί βρέθηκαν σε οικονομικό αδιέξοδο.

Χαρτονόμισμα των 5 δραχμών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία έκδοσης την 1η Μαΐου 1912.
Στον «Οδηγό» του Ν. Ιγγλέση μνημονεύονται αρκετά ονόματα «τοκιστών», στο Άργος 11 ονόματα, στο Ναύπλιο 14, στην Ασίνη (Τζαφέραγα) 2, στο Κουτσοπόδι 1, στην Αλέα (Μπουγιάτι) 1 και στο Κρανίδι 4.
Οι πληροφορίες που ακολουθούν είναι παρμένες από τη γεωργοοικονομική μελέτη «Η Αργολική πεδιάς»,[2] η οποία ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο 1936 και στην οποία οι μελετητές σημειώνουν ότι «εις κάθε χωρίον υπάρχουν πάντοτε εις ή δύο τοκογλύφοι, οίτινες ευρίσκοντες τους αγρότας εις την ανάγκην να δανεισθούν, κατ’ αρχάς μεν ισχυρίζονται ότι δεν διαθέτουν χρήματα προς δανεισμόν, εφόσον όμως πεισθούν ότι ο αιτών ευρίσκεται εις απόλυτον ανάγκην, του χορηγούν χρήματα με τοκογλυφικόν επιτόκιον».
Οι γεωργοί πολύ συχνά δανείζονταν χρήματα για διάφορους λόγους. Αλλά σπανιότατα το έκαναν αυτό, για να καλύψουν καλλιεργητικές ανάγκες (αγορά λιπασμάτων φυτοφαρμάκων, ανόρυξη πηγαδιών, αγορά και διατροφή ζώου, πληρωμή ημερομισθίων για τη φύτευση ιδίως του καπνού, λινάτσες για τα τέγκια καπνού, αγορά δενδρυλλίων ή σπόρων. Τις ανάγκες αυτές τις κάλυπταν με πιστώσεις, εφόσον χρειαζόταν. Επίσης, σπάνια κατέφευγαν στην Αγροτική Τράπεζα, διότι θεωρούσαν προσβλητικό τον έλεγχο της Τράπεζας για τα χορηγούμενα δάνεια. Ας σημειωθεί εδώ ότι από το 1930 λειτουργούσε αντιπροσωπεία της Αγροτικής Τραπέζης Ελλάδος στο Ναύπλιο και ότι το 1935 ιδρύθηκε υποκατάστημα της ΑΤΕ στο Άργος.
Οι γεωργοί πολύ συχνά δανείζονταν χρήματα από ιδιώτες, πρωτίστως για να αγοράσουν ένα κτήμα. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου υπήρχαν μεγάλα κτήματα στην Αργολική πεδιάδα, που ανήκαν σε πλούσιες οικογένειες κυρίως του Ναυπλίου. Τα κτήματα αυτά αγοράστηκαν κατά καιρούς από τους αγρότες, οι οποίοι προσπαθούσαν με τα κτήματα αυτά που κληρονομούσαν από τους γονείς τους και με αυτά που αγόραζαν να εξασφαλίσουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα. Φυσικά, οι αγοραπωλησίες γης εξακολουθούσαν να γίνονται και μεταπολεμικά επί αρκετές δεκαετίες, έστω και με λιγότερο έντονους ρυθμούς. Επίσης, δανείζονταν χρήματα, για να προικίσουν τα κορίτσια τους και, τέλος, για να γιατρευτούν σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας, γιατί όποιος δεν είχε χρήματα να πληρώσει, αποδημούσε εις Κύριον.
Οι ιδιώτες τοκιστές δάνειζαν τους αγρότες με τόκο 20-40%. «Επί υποθήκη κτήματος ή οικίας, σπανιότερον δε διά γραμματίου». Ας υποθέσουμε ότι ο αγρότης ζητούσε 10.000 δρχ. δανεικά. Ο δανειστής τού έδινε στο χέρι 6.000 δρχ. και υπέγραφαν γραμμάτιο ή συμφωνητικό για 10.000 δρχ. με υποθήκη κάποιο ακίνητο. Για το πρώτο έτος ο αγρότης δεν πλήρωνε τόκο. Στην πραγματικότητα, όμως, είχε ήδη προπληρώσει τόκο 40% για το πρώτο έτος, εφόσον δεν έπαιρνε στο χέρι 10.000 δρχ. αλλά μόνο 6.000 δρχ. Στη συνέχεια πλήρωνε τον νόμιμο τόκο 10% αλλά επί των 10.000 δρχ. και όχι επί των 6.000 δρχ. Άλλοτε πάλι ο αγρότης έπαιρνε ακέραιο το ποσό των 10.000 δρχ., αλλά υπέγραφε για 13.000 δρχ.
Επίσης, οι αγρότες δανείζονταν από τους λαχανέμπορους και οι κτηνοτρόφοι από τους τυρέμπορους. Ο λαχανέμπορος δάνειζε μικροποσά με τη μορφή προκαταβολών και ο αγρότης δεσμευόταν να διαθέσει στον δανειστή του τα λαχανικά του, ο οποίος του έκανε λογαριασμό στο τέλος της συγκομιδής και με τιμές πολύ χαμηλότερες από τις κανονικές. Και ούτε είχε ο αγρότης το θάρρος να διαμαρτυρηθεί στον «ευεργέτη» του για τη φανερή εκμετάλλευση, γιατί φοβόταν πως δεν θα του ξαναδάνειζε. Ανάλογη εκμετάλλευση των κτηνοτρόφων γινόταν από τους τυρέμπορους (μπακάληδες), οι οποίοι έπαιρναν το γάλα σε καθημερινή βάση, για να υπολογίσουν την αξία του στο τέλος της γαλακτοκομικής περιόδου και με τις τιμές που ήθελαν.

Τοκιστής τον οποίο επισκέπτεται μια πελάτισσα που κλαίει. Οξυγραφία του Λεοπόλντ Φλαμένγκ (Léopold Flameng) βασισμένη στο έργο του Γκαμπριέλ Μέτσου (Gabriel Metsu), 1873;
Ακολούθησε ο πόλεμος και τα μαύρα χρόνια της κατοχής. Έπεσε πείνα και δυστυχία και όλα ξεπουλιούνταν αντί πινακίου φακής. Πολλοί πουλούσαν τα ακίνητά τους, χωράφια, οικόπεδα, σπίτια, για να εξασφαλίζουν λίγο αλεύρι και φασόλια, να μην πεθάνουν τα παιδιά τους από την πείνα. Άλλοι πουλούσαν τα έπιπλά τους, χρυσαφικά και διάφορα τιμαλφή. Οι χρυσές λίρες ήταν περιζήτητες, γιατί ο χρυσός είχε πάντα την αξία του. Οι μαυραγορίτες πλούτισαν. Κάποιοι Αργείοι απέκτησαν αρκετά ακίνητα την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Αλλά μήπως δεν συνέβαιναν παντού αυτά; Όποιος γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα εδώ στο Άργος μπορεί εύκολα να επιβεβαιώσει τις υποψίες του ή να διασταυρώσει όσα διατείνονται πολλοί μέχρι σήμερα σε αυστηρά ιδιωτικές συζητήσεις. Έστω και με 2-3 χρυσές λίρες π.χ. θα μπορούσες να διαγράψεις το όνομά σου από τη λίστα και να απαλλαγείς από την αγγαρεία του αεροδρομίου, όπου πολλοί Αργείοι αναγκάζονταν να εργάζονται υπό την απειλή των γερμανικών όπλων, εγκαταλείποντας τις δουλειές τους και τις οικογένειές τους.
Φυσικά, ο δανεισμός χρημάτων με «νόμιμο» τόκο εξακολουθούσε να γίνεται και μετά την κατοχή και η εκμετάλλευση των δανειζομένων ήταν περισσότερο ή λιγότερο άγρια. Αλλά φαίνεται πως κάποια στιγμή – μετά τη γερμανική κατοχή – ήταν της μόδας οι χρυσές λίρες, διότι απέφεραν στους κατέχοντες περισσότερα και ασφαλέστερα κέρδη.
Ο λαός τούς αποκαλούσε σαράφηδες. Αυτοί οι δανειστές ή τοκιστές δεν έλειψαν ποτέ από την ελληνική κοινωνία. Η λέξη σαράφης προέρχεται από την τουρκική sarraf, που σημαίνει αργυραμοιβός. Είναι αυτός που εξαργυρώνει ξένα νομίσματα, ο κολλυβιστής (κόλλυβος, μικρό νόμισμα). Αλλά οι σαράφηδες δεν είχαν καμία σχέση, υποθέτουμε, με τους κολλυβιστές της αρχαίας εποχής, οι οποίοι αντάλλασσαν νομίσματα διαφόρων πόλεων, όπως κάνουν σήμερα οι Τράπεζες, οι οποίες παρέχουν συναλλαγματικές διευκολύνσεις στους τουρίστες, με το αζημίωτο φυσικά.
Οι σαράφηδες εκμεταλλεύονταν όσους είχαν ανάγκη από χρήματα, τους δάνειζαν χρυσές λίρες και τους ανάγκαζαν να υπογράφουν για πολύ περισσότερες. Τα κέρδη τους ήταν πολλαπλάσια του κεφαλαίου και ο οφειλέτης αναγκαζόταν να πουλήσει το χωράφι του, για να μην υποστεί τα χειρότερα, πλειστηριασμό ακινήτου και άλλα όμοια.
Το σαράφικο ήταν τελικά το πιο προσοδοφόρο «μαγαζί». Θα μπορούσαν να ασκούν άλλο επάγγελμα, να είναι π.χ. υαλοπώλες, ξενοδόχοι, συμβολαιογράφοι ή δικηγόροι και ταυτόχρονα τοκιστές και τοκογλύφοι και άγριοι εκμεταλλευτές της κοινωνίας και του ανθρώπινου πόνου.
Για ευνόητους λόγους αποφεύγουμε να μνημονεύσουμε ονόματα.
Υποσημειώσεις
[1] Ο «Οδηγός της Ελλάδος» του Νικολάου Γ. Ιγγλέση αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά, εμβληματικά και πολυσέλιδα ιστορικά ντοκουμέντα της ελληνικής εκδοτικής δραστηριότητας των αρχών του 20ού αιώνα. Οι εκδόσεις του Οδηγού αυτού ξεκίνησαν γύρω στο 1900-1905 και συνεχίστηκαν για αρκετές δεκαετίες, προσφέροντας μια εξαιρετικά λεπτομερή αποτύπωση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομία. Οδηγοί αυτού του είδους λειτουργούσαν ως συνδυασμός εμπορικού, επαγγελματικού και γεωγραφικού οδηγού. Περιλάμβαναν ονομαστικούς καταλόγους επαγγελματιών (καταστηματάρχες, εστιάτορες, γιατροί, δικηγόροι), δημόσιων αρχών, καθώς και δημογραφικά, στατιστικά και τοπογραφικά στοιχεία.
[2] Ν. Αναγνωστόπουλου – Γ. Γάγαλη, Η Αργολική Πεδιάς, Αθήνα 1938. Εκδόσεις: Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος.
Φιλόλογος – Συγγραφέας
Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.








Σχολιάστε