Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Περιηγητές’ Category

Άργος (Arhoz, Erhoz) 1668 – Εβλιγιά Τσελεμπή

 

Ο Τούρκος περιηγητής Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1668, περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Ας δούμε τη γράφει για το Άργος στο βιβλίο του Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

Αποδώ – εννοεί την Τρίπολη- περνώντας από ενέδρες των ληστών και πορευόμενοι επί έξι ώρες προς την κατεύθυνση της Μέκκας, φτάσαμε στο Φρούριο του Άργους. Πρόκειται για κτίσμα των Βενετών. Κατακτήθηκε από το βεζίρη του σουλτάνου Σουλεϊμάν ναύαρχο Gulelce Κασίν πασά. Είναι καζάς.

Τοποθεσία – θέση του φρουρίου: Το φρούριο, πάνω σ’ ένα λόφο γυμνό, είναι τετράγωνου σχήματος, βρίσκεται σε απόσταση βολής πυροβόλου από την παραλία. Έχει μια πύλη προς νότο. Μέσα έχει έσώκαστρο. Μέσα στο φρούριο υπάρχουν 150 σπίτια πού, ένεκα της πανούκλας, τα είχαν εγκαταλείψει οι ιδιοκτήτες τους και γι αυτό είναι ερειπωμένα. Στο δυτικό μέρος του έξω κάστρου υπάρχει ένας ψηλός πύργος. Και αυτός ο πύργος είναι σαν ένα εσωτερικό κάστρο στο κάστρο. Και στην κορφή του πύργου κτίστηκε ένα πέτρινο κτίσμα με τρούλο. Εδώ υπάρχουν πέντε κανόνια βασιλικά. Μέσα στον πύργο υπάρχουν όχταώροφα γεμάτα ποικίλα πολεμοφόδια και τρόφιμα. Μέσα στο κάστρο υπάρχουν δεκαπέντε σπίτια με κεραμίδια. Βρίσκεται ένα τζαμί του Φατίχ Πορθη­τή Μωάμεθ. Η περίμετρος του φρουρίου είναι 2.100 βήματα. Το φρούριο περιβάλλεται από γυμνούς γκρεμούς και δεν έχει τάφρο. Το επάνω μικρό προάστιο. Υπάρχουν 80 σπίτια μωαμεθανών και χριστιανών.

 

 

Argos, Coronelli, «Morea, Negreponte, e Adiazenze», Venezia, 1685

Argos, Coronelli, «Morea, Negreponte, e Adiazenze», Venezia, 1685

 

Η κάτω πόλη του Άργους:  Από τον επάνω εξώτοιχο ώς τον εξώτοιχο στην κατηφοριά είναι ακριβώς 3.000 βήματα. Στην πόλη υπάρχουν 800 σπίτια και είναι σκόρπια μέσα στον κάμπο. Τα σπίτια έχουν αμπέλια και κήπους. Υπάρχουν 2 τζαμιά και 10 μικρά τζαμιά των γειτονιών. Αποτελείται από 11 γειτονιές. Οι γειτονιές Κετχουντά είναι περίφημες.  Η πόλη έχει 1 ιεροσπουδαστήριο, 2 σχολεία,* 2 τεκέδες, 1 χαμάμ, 1 χάνι και 20 αραιά καταστήματα, 500 πηγάδια. Το νερό και το κλίμα της είναι θαυμάσια. Υπάρχουν αμέτρητα αμπέλια και κήποι και 40 ειδών ζουμερά σταφύλια.

 

Υποσημείωση

 

* Σχετικά  με την πόλη του Άργους ο Evliya Çelebi  δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον αριθμό των οθωμανικών σχολείων της πόλης χωρίς, ωστόσο, να δίνει κάποια άλλα στοιχεία. Στο έργο του καταγράφονται δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) και ένας μεντρεσές (medrese). Το  πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Câmii), ενώ το άλλο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal İbrahim Efendi Câmii). Τέλος, ο μεντρεσές της πόλης  βρισκόταν στη συνοικία Καραμουτζά.  

Καραμουτζά μαχαλάς: μία από τις τέσσερις συνοικίες του Άργους κατά την τουρκοκρατία, η οποία βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης και η οποία πήρε την ονομασία της από κάποιον Καραμουτζά. Στην εν λόγω συνοικία υπήρχε μουσουλμανικό τέμενος και νεκροταφείο (σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και πέριξ αυτού το διοικητήριο, το σεράι του Αλή Νακή Μπέη, λουτρά και το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές).      

 

Πηγές

  • Evliya Çelebi, «Seyahatnâme [Οδοιπορικό]», 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • «Τα οθωμανικά σχολειά της τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου», Ευάγγελος Τσιανακας, (Υπ. Δρ Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ.).
  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 

Read Full Post »

Αργολικός κάμποςWordsworth Christopher ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ)

 

Ο Άγγλος Christopher Wordsworth ( Κρίστοφερ Γουόρντσγουορθ) (1807-1885),  υπήρξε ένας από τους ελάχιστους περιηγητές που ήρθε στην Ελλάδα για να μελετήσει και όχι να λεηλατήσει τους αρχαίους θησαυρούς. Στα 1832 – 1833 ταξίδεψε στην Ελλάδα. Ας δούμε τις εντυπώσεις του από την περιήγηση του στην Αργολίδα.

Wordsworth Christopher

Wordsworth Christopher

Η καλύτερη θέα του Αργολικού κάμπου, στον οποίο περνάμε τώρα, είναι αυτή που έχει κανείς από την ακρόπολη – τα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Λάρισα – του Άργους, πρωτεύουσας της Αργολίδας. Η Ακρόπολη αυτή βρίσκεται στην κορυφή ενός ψηλού και απομονωμένου λόφου, σε απόσταση περίπου έξι χιλιομέτρων από τη βόρεια ακτή του Αργολικού Κόλπου. Από εδώ ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει τις τοποθεσίες που χάρισαν τη δόξα στο αργολικό έδαφος επί χιλιάδες χρόνια στην ιστορία και την ποίηση της Ελλάδας.

Μπροστά του, στο νότο, βρίσκεται ο όρμος στον οποίο αποβιβάστηκε ο Δαναός με τις κόρες του, ερχόμενος από την Αίγυπτο – θέμα ενός από τα πρώτα δράματα της αθηναϊκής σκηνής. Στο δυτικό άκρο του ίδιου όρμου, βρίσκεται η λίμνη Λέρνη σ’ ένα σημείο πιο κοντά στην πόλη, ο ποταμός Ερασίνος πέφτει στη θάλασσα, έχοντας διασχίσει ένα υπόγειο ρήγμα από τη βόρεια Αρκαδία, ενώνοντας έτσι τη λίμνη Στυμφαλία, από την οποία πηγάζει και ήταν το σκηνικό ενός από τους Άθλους του Ηρα­κλή, με την αργολική Λέρνη, η οποία υπήρξε επίσης μάρτυρας ενός ανάλογου άθλου του ίδιου ήρωα.

Ακόμα πιο κοντά στην πόλη από την οποία έχουμε τη θέα, ρέει ο περίφημος πο­ταμός Ίναχος, που συνδέεται με την αργολική ιστορία από τα πολύ παλιά χρόνια. Στην πραγματικότητα κατηφορίζει από τα σύνορα της Αρκαδίας· σύμφωνα όμως με τις μυθώδεις αφηγήσεις Ελλήνων ποιητών – που τους άρεσε να συνδέουν μακρινούς τόπους μεταξύ τους με ποτάμια και οι οποίοι, επομένως, δε δίσταζαν να τους αποδίδουν την πορεία που ήταν πιο πρόσφορη για έναν τέτοιο σκοπό – δεν ήταν άλλος από έναν πο­ταμό με το ίδιο όνομα, ο οποίος έρεε στην περιοχή της Αμφιλοχίας, στην ανατο­λική ακτή του Αμβρακικού Κόλπου, και ο οποίος, έχοντας αναμίξει τα νερά του με τα νερά του Αιτωλικού Αχελώου, περνούσε κάτω από τη γη και αναδυόταν σε ένα σπήλαιο στους πρόποδες του Όρους Χάον, κοντά στους νότιους πρόποδες της ακρόπολης του Άργους.

Σ’ αυτό το πλάσμα της φαντασίας, αναγνωρίζουμε τα ίχνη μιας πολύ φυσικής και όχι δυσάρεστης προσπάθειας να συνδέονται οι κάτοικοι μιας αποικίας με αυτούς της μητρικής πόλης, με συναισθηματικούς δεσμούς που, παρά την απόσταση της μίας από την άλλη, ενισχύονταν από το γεγονός ότι ζούσαν στις όχθες του ίδιου ποταμού. Οι κάτοικοι και η ονομασία του Αμφιλοχικού Άργους προέρχονταν από το Άργος της Πελοποννήσου και σύμφωνα με όσα αναφέραμε προηγουμένως, οι δύο συγγενικές πόλεις βρίσκονταν σε διαρκή συμμαχία και επικοινωνία μεταξύ τους· οι καρδιές τους ήταν δεμένες πράγματι μεταξύ τους με το ασημένιο νήμα του ίδιου ποταμού.

 

 Μυκήνες

Mycenae Gate Drawing

Mycenae Gate Drawing

 Στο βόρειο άκρο του Αργολικού κάμπου βρίσκεται η πόλη Μυκήνες. Η θέση της είναι ορατή από την Ακρόπολη του Άργους. Παραμένει σχεδόν στην κατάσταση που βρισκόταν την εποχή του Αθηναίου ιστορικού, ο οποίος από την έκταση και την κατάσταση των ερειπίων της, όπως ήταν τότε, συνήγαγε ένα συμπέρασμα σχετικά με το μέγεθος της δύναμης του οίκου των ηγεμόνων της, των Ατρειδών , σε σύγκριση με αυτήν πιο πρόσφατων δυναστειών. Ατενίζουμε με δέος μια πόλη που ήταν ερειπωμένη την εποχή του Θουκυδίδη. Αλλά και με κάποια ευχαρίστηση παρατηρούμε το ίδιο περίφημο μνημείο αρχαίας γλυπτικής, που είχε δει εκεί σε παλαιότερες εποχές ο ταξιδιώτης Παυσανίας – στην καλαισθησία και την εργατικότητα του οποίου όλα τα άτομα που αισθάνονται ένα ενδιαφέρον για τη γεωγραφία και τις αρχαιότητες της Ελλάδας είναι βαθύτατα υποχρεωμένα – το οποίο στέκεται ακόμα στις μέρες μας, όπως το περιγράφει να στέκεται στη δική του εποχή, πάνω από την κύρια και στην πραγματικότητα μοναδική πύλη, με εξαίρεση μια μικρή παράπλευρη είσοδο, της πόλης της Μυκηνών.

 Εξερευνώντας τον αρχαιολογικό χώρο αυτής της πόλης και παρατηρώντας τη δομή και τον διάκοσμο της Πύλης Των Λεόντων, στη βορειοδυτική γωνία της πόλης, νιώθουμε να γινόμαστε οι συνοδοιπόροι των δύο αυτών συγγραφέων, οι οποίοι είδαν αυτά που βλέπουμε εμείς τώρα. Ή, μάλλον, παρασυρμένοι από το ρεύμα της δικής τους πεποίθησης και ενδίδοντας στο χείμαρρο των συναισθημάτων που ωθούσαν κι εκείνους, νιώθουμε να αναγνωρίζουμε εδώ τα ίδια πράγματα τα οποία, στη φαντασία τους, έδιναν ζωή σ’ αυτόν τον τόπο σε παλαιότερους καιρούς.

Έτσι, για παράδειγμα, καθώς στεκόμαστε μπροστά στην κεντρική πύλη της πόλης των Μυκηνών, στην οποία μόλις αναφερθήκαμε, που εξακολουθεί να πλαισιώνεται από τα τείχη και τον πύργο επιβλητικής και ηρωικής λιθοδομής, με τον αρχιτεκτονικό και γλυπτό διάκοσμο των πρώτων ημερών της, φανταζόμαστε τον Αγαμέμνονα, Αρχιστράτηγο των Ελλήνων, να φτάνει μπροστά της με το άρμα του, κατά την επιστροφή του από την εκστρατεία στην Τροία τον βλέπουμε να παραδίδει τα ηνία του στον ακόλουθο του, να κατεβαίνει από το άρμα του και να πατάει το πόδι του στον λιθόστρωτο δρόμο που, σύμφωνα με την περιγραφή του δραματικού ποιητή, θα τον οδηγήσει στο ανάκτορο των προγόνων του, στην ακρόπολη, όπου ετοιμάζεται να επιστρέψει μετά από απουσία δέκα ετών. Ή ακόμα, έχουμε την αίσθηση ότι βλέπουμε τον Ορέστη, γιο του Αγαμέμνονα, να φτάνει τη χαραυγή με τον φίλο του Πυλάδη για να επισκεφτεί τον τάφο του νεκρού πατέρα του, που είδε εδώ ο Έλληνας ταξιδευτής στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως στη συνέχεια οραματιζόμαστε την πομπή των Παρθένων, που από το δρόμο της πόλης περνούν από την ίδια πύλη, κομίζοντας τις σπονδές και τα στεφάνια τους στον ίδιο τάφο ακούμε το θρήνο της περίλυπης Ηλέ­κτρας και είμαστε παρόντες τη στιγμή που αναγνωρίζει τον αδελφό της, τον Ορέστη, γεγονός που μετατρέπει τη θλίψη της σε χαρά.

Στην υπόγεια αίθουσα, ή Θησαυροφυλάκιο, που βρίσκεται έξω από την πόλη, όχι πολύ μακριά από την ίδια πύλη και η είσοδος του υποστηρίζεται από κίονες από πράσινο βασάλτη με υπέροχη γωνιώδη δια­κόσμηση, η ασυνήθιστη δομή και συμμετρία του οποίου προσέλκυσε την προσοχή του ίδιου Τοπογράφου και περιγράφεται από αυτόν, βλέπουμε το χώρο αποθήκευσης του πλούτου των αρχαίων βασιλέων, χάρη στον οποίο η πόλη είχε αποκτήσει τον τίτλο Χρυσές  Μυκήνες. Φανταζόμαστε αυτή την αψιδωτή αίθουσα, όπως πιθανότατα φαντάστηκε ο Παυσανίας ότι θα ήταν την εποχή του Ατρέα, στον οποίο την αποδίδει. Βλέπουμε αριστουργηματικά άρματα, που στις πλευρές τους είναι αποτυπωμένες ανάγλυφες φιγούρες ασυνήθιστης τεχνικής, να κρέμονται στους τοίχους, οι οποίοι ήταν τότε καλυμμένοι με μεταλλικά φύλλα βλέπουμε αγγεία και τρί­ποδες από ορείχαλκο και χρυσό, δώρα Ελλήνων ή Ασιατών ηγεμόνων, στοιβαγμένα στο πάτωμα περικεφαλαίες και ασπίδες, ξίφη και λόγχες, τα εμβλήματα και τα όπλα αρχαίων ηρώων – κάποιοι από αυτούς πίστευαν, ενδεχομένως, ότι ήταν έργα του Ηφαίστου ή δώρα της Αθηνάς – κρεμασμένα από καρφιά ή στημένα στη σειρά κατά μήκος των τοίχων υπάρχουν στομίδες και χαλινάρια, πολυτελείς σαγές αλόγων και προμετωπίδες από ελεφαντόδοντο χρωματισμένο από τις γυναίκες της Μαιονίας (ΣτΜ: αρχαίο όνομα της Λυδίας) και στα σεντούκια από κάτω τους υπάρχουν κεντημένοι χιτώνες και μανδύες που λάμπουν από την πορφύρα και το χρυσάφι αραχνοΰφαντα υφάσματα που έπλεξαν αρχόντισσες και ευγενείς γυναίκες του βασιλικού οίκου του Πέλοπα, του Περσέα  και του Ατρέα. Τέτοιες είναι κάποιες από τις εικόνες που θα ζωντανέψουν στη φαντασία του ταξιδιώτη, καθώς θα πατάει στο έδαφος και θα παρατηρεί τα μνημεία των Μυκηνών.

 

Ο Ναός της Ήρας

 

 

 Ολοκληρώνουμε το πανόραμα που απλώνεται μπροστά στα μάτια του θεατή από την κορυφή της ακρόπολης του Αργούς: Κοιτάζοντας προς τα βορειοανατολικά βλέπει, σε απόσταση έξι χιλιομέτρων και σε μία από τις πλαγιές των λόφων που βυθίζονται βαθμιαία από τα ανατολικά στην αρ­γολική πεδιάδα, τον αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου, ή του ναού της Ήρας, της προστάτιδας θεάς του Άργους. Οι πελεκημένοι όγκοι της υποδομής του σώζονται ακόμα. Είναι άξιο σχολιασμού το ότι επιλέχθηκε ένα τόσο μακρινό σημείο από την ίδια την πρωτεύουσα ως τοποθεσία για το οικοδόμημα που ήταν αφιερωμένο στην προστάτιδα της θεότητα. Τόσο απομακρυσμένο, ωστόσο, όσο ο ναός της Ήρας από τα μέρη όπου σύχναζαν άνθρωποι, πάνω σ’ έναν ήσυχο και μοναχικό λόφο που τον επισκέπτονταν μόνο βοσκοί με τα κοπάδια τους, περιτριγυρισμένο από συστάδες δέντρων, μ’ ένα βουνίσιο ποταμάκι να βρέχει και τις δύο πλευρές του, με μια μακριά κορυφογραμμή ψηλών λόφων να υψώνεται πίσω του και με τον πλατύ αργολικό κάμπο να απλώνεται στα πόδια του, το ιερό αυτό οικοδόμημα ενέπνεε κάτι περισσότερο από εκείνη την ιδιαίτερη αίσθηση δέους και σεβασμού που οφειλόταν ειδικά στη μεγαλοπρέπεια και το κύρος της δωρικής θεάς, της συζύγου του Δία και βασίλισσας των θεών, παρά αν βρισκόταν σε κάποιο λιγότερο απομονωμένο σημείο ή αν ήταν εκτεθειμένο καθημερινά στα μάτια των ανθρώπων μέσα στο θόρυβο των δρόμων ή το συνωστισμό της αγοράς της ίδιας της αργολικής πρωτεύουσας.

 Ο δρόμος που οδηγεί από το Άργος σ’ αυτόν το ναό και τον οποίο μπορούμε να ακολουθήσουμε με το βλέμμα μας από το σημείο όπου φανταζόμαστε τον εαυτό μας να στέκεται τώρα, έχει αποκτήσει ένα μόνιμο ενδιαφέρον – ανάλογο με αυτό της Πεδιάδας του Πίου, στις πλαγιές του Όρους Αίτνα – από την πράξη υικής στορ­γής των δύο αδελφών, που έσυραν με τα ίδια τους τα χέρια από τις πύλες του Άργους μέχρι την είσοδο του ναού, μια απόσταση σαράντα πέντε σταδίων, την άμαξα της μητέ­ρας τους, η οποία δεν είχε άλλο τρόπο για να φτάσει σε καλή κατάσταση την ημέρα του εορτασμού και να βρεθεί με την εύθυμη παρέα των συμπατριωτισσών της που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Στους δύο νέους, που είχαν στεφθεί νικητές στους γυμναστικούς αγώνες, το συγκεντρωμένο πλήθος επιφύλαξε θερμή υποδοχή κατά την άφιξη τους στο Ηραίο και συνεχάρη τη μητέρα για τους γιους της και τους γιους για τη δύναμη και την αρετή τους. Η μητέρα, εκφράζοντας τη χαρά της για την ευτυχία της και για τις πράξεις των παιδιών της, πήγε στο ιερό της Ήρας, στάθηκε μπροστά στο άγαλμα της και προσευχήθηκε για τους γιους της τις μεγαλύτερες ευλογίες που θα μπορούσε να δώσει η θεά και θα μπορούσαν εκείνοι να δεχθούν. Μετά από την προσευχή της μητέρας τους και αφού είχαν προσφέρει και τις δικές τους θυσίες, τα δύο αδέλφια, εξαντλημένα από την κούραση, ξάπλωσαν μέσα στο ναό και βυθίστηκαν μαζί σ’ έναν βαθύ ύπνο, από τον οποίο δεν ξύπνησαν ποτέ. Τα αγάλματα τους έστησαν στους Δελφούς με τα ίδια τους τα χέρια οι συμπατριώτες θαυμαστές τους· και η μοίρα τους αναφέρθηκε από το σοφό Σόλωνα στον πλούσιο Κροίσο ως κατώτερη σε ευτυχία μόνο του πεπρωμένου του Αθηναίου Τέλλου.

 

Τίρυνθα – Ναύπλιο

 

 

Grecia - Rovine di Tirinto.  Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Grecia - Rovine di Tirinto. Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Νοτίως του Ηραίου, ή Ναού της Ήρας, και στο βορειοανατολικό άκρο του Αργο­λικού Κόλπου, χτισμένη πάνω σ’ έναν χαμηλό στενόμακρο βράχο, βρίσκεται η ξεχωριστή πόλη Τίρυνθα. Έχοντας να επιδείξει πράγματι τα αρχαιότερα ερείπια της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της Ελλάδας και προκαλώντας το θαυμασμό του θεατή με τις τεράστιες διαστάσεις των ακατέργαστων ογκόλιθων με τους οποίους είναι κατασκευασμένα τα τείχη και οι στοές και που προκάλεσαν ένα επίθετο για την έκφραση του θαυμασμού ακόμα και από το στόμα του ίδιου του Ομήρου – διασώζεται ως ένα εντυπωσιακό μνημείο της δύναμης ανθρώπων για τους οποίους η γραπτή ιστορία σιωπά. Ανεγέρθηκε και άκμασε σε εποχές προγενέστερες της ιστορίας και δείχνει να υπάρχει, προκειμένου να κάνει πιστευτή τη μυθολογία. Γνωρίζουμε για την Τίρυνθα μόνο ότι χτίστηκε από τους Κύκλωπες και ότι ήταν η πρώτη κατοικία του Ηρακλή.

Πιο νότια και εξουσιάζοντας την είσοδο του όρμου του Άργους, στην ανατολική πλευρά του, βρίσκεται η πόλη Ναύπλιο, που την έκανε σημαντική το επιβλητικό ύψωμα στο οποίο βρίσκεται η ακρόπολη της. Η σημασία που είχε το Άργος κατά τους ηρωικούς χρόνους, την οποία απέκτησε το Ναύπλιο κατά το Μεσαίωνα, καθώς και τα φυσικά πλεονεκτήματα της θέσης του, συνέβαλαν ώστε να διατηρήσει μια σπουδαιότητα, η οποία για πολλούς αιώνες μετέτρεψε την ονομασία του Ναυπλίου – η οποία προήλθε από το όνομα ενός από τους γιους του Ποσειδώνα – σε λέξη γνώριμη στους εμπόρους και ναυτικούς του Αρχιπελάγους.

 

Σχήμα και μορφή της Αργολικής Πεδιάδας

 

[…] Από έναν δρόμο που έχουμε ακολουθήσει και νωρίτερα κατευθυνόμαστε από τη Σπάρτη, την πόλη του Μενέλαου, στην πόλη του αδελφού του, τις Μυκήνες. Ο δρόμος από τη Ναυπλία πpos τα εκεί περνάει μέσα από την αργολική πεδιάδα, η οποία περιορίζεται από ένα καμπυλωτό φράγμα από βουνά από όλες τις πλευρές εκτός από το νότο, όπου περιβάλλεται από τη θάλασσα. Οι Μυκήνες βρίσκονται στη βόρεια κόγχη αυτής της καμπυλωτής λοφοσειράς, σε απόσταση δεκατεσσάρων χιλιομέτρων περίπου από την κορυφή του κόλπου. Γι’ αυτό και δε θα μπορούσε να επινοηθεί καταλληλότερη ονομασία από αυτήν που περιγράφει το Άργος – με την οποία εννοούμε ολόκληρη την επαρχία και όχι την πόλη – ως κοίλο και την πόλη των Μυκηνών ως χωμένη στην κώχη ή τον μυχό του Άργους. Δε φαίνεται απίθανο οι Μυκήνες να έλκουν την ονομασία τους από τη λέξη που στην αρχαία γλώσσα υποδήλωνε τον ‘μυχό’. Η πεδιάδα από την οποία περνάμε στο δρόμο μας προς τα εκεί είναι άνυδρη και γεμάτη σκόνη και έχει λίγα αντικείμενα  και που να σπάνε τη μονοτονία του γυμνού κάμπου. Δε διακόπτεται από φράχτες και τα λιγοστά σύγχρονα χωριά που είναι σκορπισμένα στην επιφάνεια του είναι μικρά και σχεδόν έρημα. Αποτελούνται, σε γενικές γραμμές, από μία χαμηλή εκκλησία, από ένα πηγάδι, του οποίου τα πέτρινα χείλη είναι βαθιά αυλακωμένα από τα σκοινιά που ανεβάζουν τους κουβάδες με το νερό, από σωρούς πελεκημένης πέτρας ολόγυρα τους και από λιγοστά αγροτόσπιτα από λάσπη, στους τοίχους των οποίων, στο τέλος του καλοκαιριού, κρέμονται για να αποξηρανθούν βλαστοί καλαμποκιού και καπνού. Η απόσταση από τη Ναυπλία μέχρι τις Μυκηνές είναι γύρω στα είκοσι χιλιόμετρα. Ο δρόμος περνάει κάτω από τον επιβλητικό βράχο νοτιοανατολικά του Ναυπλίου, πάνω στον οποίο ορθώνεται το αρχαίο οχυρό Παλαμήδι και αφήνει τα Κυκλώπεια Τείχη της Τίρυνθας, της πόλης του Ηρακλή, σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου βορείως του Ναυπλίου στο δεξί χέρι. Τα ερείπια των Μυκηνών, για τα οποία έχουν δοθεί νωρίτερα κάποιες λεπτομέρειες, σε παραπάνω αναφορά, από κάποιες απόψεις είναι ασύγκριτα σε ενδιαφέρον με οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο στην Ελλάδα. Η θέση τους αποτελεί ευτυχή συγκυρία· η περιοχή δεν κατοικείται και ανηφορίζει από μια άδεια πεδιάδα στον έρημο λόφο πάνω στον οποίο βρίσκονται.

 

Η Ακρόπολη των Μυκηνών

 

 Η ακρόπολη καταλάμβανε ένα ύψωμα που εκτεινόταν από τα ανατολικά προς τα δυτικά και πρόσφερε ένα πλάτωμα με μήκος γύρω στα τριάντα μέτρα και πλάτος το μισό περίπου. Δύο χείμαρροι που κατέβαιναν από τους ανατολικούς λόφους έρεαν στις βραχώδεις κοίτες τους ο ένας νότια και ο άλλος βόρεια, κατά μήκος της βάσης της Ακρόπολης και από εκεί συνέχιζαν προς τον γενικό αποδέκτη των γειτονικών βουνίσιων ποταμών, την αργολική πεδιάδα. Μπορεί να ακολουθήσει κανείς τα τείχη της ακρόπολης σε ολόκληρη την περίμετρο τους· στη δυτική πλευρά φτάνουν σε σημαντικό ύψος. Ο χώρος τον οποίο περιέκλειαν,
δηλαδή η περιοχή της ακρόπολης, καλύπτεται από τη συνήθη χλόη και τα βουνίσια φυτά του τόπου. Μόνο λίγα θεμέλια αρχαίων κτηρίων σώζονται και μία ή δύο στέρνες λαξευμένες στο βραχώδες έδαφος και επιχρισμένες με κονίαμα. Αυτή είναι η παρούσα κατάσταση της Ακρόπολης των Μυκηνών. Ήταν προσβάσιμη από δύο πύλες, μία στα βορειοανατολικά και άλλη μία στα βο­ρειοδυτικά, και μόνον αυτές. Στις αρχαίες πόλεις, οι πύλες φαίνεται ότι εθεωρούντο αναγκαία κακά, τα οποία ήταν επικίνδυνο να πολλαπλασιάζουν κι ένας μεγάλος αριθμός πυλών εθεωρείτο τιμητικός, καθώς αποδείκνυε την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δύναμη και τη γενναιότητα τους για την υπεράσπιση τους. Εξ ου και τα επίθετα που χρησιμοποιούσαν για τη Θήβα και άλλες παρόμοιες πόλεις. Τη γραμμή των τειχών της ακρόπολης των Μυκηνών δεν την αλλοίωναν ούτε προεξέχοντες πύργοι· μόνο δύο προσεγγίσεις προς μια πυργοειδή κατασκευή υπάρχουν σε ολόκληρη την περίμετρο τους. Είναι κατάλληλα τοποθετημένες, ώστε να προστατεύουν τις δύο εισόδους για τις οποίες μιλήσαμε και προεξέχουν με τέτοιο τρόπο στη δεξιά πλευρά της κάθε πύλης, ώστε το χέρι με το σπαθί ενός επιτιθέμενου να είναι εκτεθειμένο στα βλήματα που εκτόξευαν εναντίον του οι πολιορκούμενοι από τον πύργο.

Και τα δύο αυτά σημεία είναι άξια προσοχής: η σχέση της πύλης με τον πύργο και η προβολή του δεύτερου με σκοπό την άμυνα· και από τις δύο αυτές απόψεις η κατασκευή της ακρόπολης, που βρίσκεται μπροστά μας, παρέχει μια επεξήγηση για την πολεμική αρχιτεκτονική που μας παρουσιάζει στην Ιλιάδα ο Όμηρος. Το ποίημα αυτό και τα τείχη των Μυκηνών δείχνουν να ανήκουν στην ίδια εποχή. Στην Ιλιάδα, όταν αναφέρεται κάποιος πύργος, πάντα συμπεραίνεται, πιστεύουμε, ότι κάποια πόλη γει­τονεύει μ’ αυτόν. Η Ελένη, για παράδειγμα, οδηγείται σ’ έναν πύργο ώστε να μπορεί να βλέπει από την επίπεδη κορυφή του τους Έλληνες αρχηγούς στην πεδιάδα της Τροί­ας. Την υποδέχονται εκεί ο Πρίαμος και οι Προεστοί της Τροίας, που περιγράφονται καθήμενοι στη Σκαιά Πύλη. Η Ανδρομάχη, σε άλλο χωρίο του ποιήματος, ανεβαίνει σ’ έναν πύργο για παρόμοιο λόγο· ο Έκτωρ την αναζητεί και ανταμώνουν, μαθαίνου­με, στη Σκαιά Πύλη. Η συνήθης γειτνίαση της Πύλης και του Πύργου συμπεραίνεται ότι ήταν πολύ γνωστή στους ακροατές του ποιήματος σε αυτούς και σε άλλους τόπους. Σε πόλεις όμως νεότερες από τις Μυκήνες και σε ποιήματα πιο πρόσφατα από αυτά του Ομήρου, μολονότι δεν υπάρχει ποτέ πύλη χωρίς πύργο, ένας πύργος δεν συνεπά­γεται απαραίτητα την παρουσία μιας πύλης δίπλα του.

 

 

 Η σημασία της Πύλης των Λεόντων

 

Η κύρια ή βορειοδυτική από τις δύο πύλες των Μυκηνών έχει να επιδείξει πάνω από το ανώφλι της το αρχαιότερο μνημείο γλυπτικής στην Ελλάδα. Οι δύο αυτοί ημιανάγλυφοι λέοντες είναι οι μόνοι διασωθέντες της εποχής τους. Ο μονόλιθος από πράσινο βασάλτη, πάνω στον οποίο είναι σκαλισμένοι, περικλείει όλη την ιστορία της γλυπτικής εκείνης της περιόδου. Το ποιος ήταν ο σκοπός αυτού του έργου θα ήταν άσκοπο να ερευνηθεί, μετά από τις αναλυτικές πραγματείες που έχουν αναπτυχθεί πάνω σ’ αυτό. Πιθανολογείται από τη στήλη που χωρίζει τους δύο λέοντες και από το πιθανό τελείωμα της σε μια σπειροειδή φλόγα – γιατί το επίκρανο και το επιστήλιο είναι ακρωτηριασμένα – ότι το έμβλημα αυτό ήταν ένα σύμβολο της ηλιακής λατρείας, την οποία οι Μυκήνες εικάζεται ότι αποκόμισαν από τη σχέση τους με την Περσία. Η υπόθεση αυτή είναι μάλλον τολμηρή και στηρίζεται σε αβέβαιη βάση. Ο Παυσανίας, ευαίσθητος καθώς ήταν σε τέτοια θέματα και κάπως επιρρεπής στην αναζήτηση μυστικιστικής σημασίας εκεί όπου δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση, δε φαίνεται να έχει θεωρήσει ότι τα ζώα αυτά προσφέρουν έδαφος για την εφαρμογή μιας διαδικασίας μέσω της οποίας οι γλυπτές αναπαραστάσεις μετατρέπονται σε παπύρους θρησκευτικών ιερογλυφικών. Γι’ αυτόν ήταν απλώς λέοντες. Έτσι όπως στέκονται πάνω από την κύρια πύλη των Μυκηνών, μέσα από την οποία κατευθύνονταν προς την ακρόπολη όλοι αυτοί που ανέβαιναν από την πεδιάδα του Άργους από κάτω της, δείχνουν να υποβάλλουν μια πιο απλή υπόθεση – ότι σχεδιάστηκαν και τοποθετήθηκαν εκεί ως δηλωτικός υπαινιγμός για τον ξένο της δύναμης και του λιονταρίσιου θάρρους αυτής της πόλης, όπου ετοιμαζόταν να εισέλθει από την πύλη πάνω στην οποία στέκονταν. Έτσι αποτελούσαν εραλδικά εμβλήματα στον εθνικό θυρεό των Μυκηνών. Οι γλυπτοί σκύλοι που ήταν τοποθετημένοι στην είσοδο του Ανακτόρου του Αλκίνοου, σύμφωνα με την περιγραφή του Ομήρου, συμβόλιζαν την επαγρύπνηση με την οποία φυλασσόταν. Οι λέοντες των Μυκηνών, σε ανάλογη θέση, δήλωναν το τολμηρότερο πνεύμα που εμψύχωνε τους κατοίκους αυτής της πόλης. Η εμφάνιση επίσης του Βασιλιά των Μυκη­νών, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, ενέπνεε τον Τρόμο, με το λιονταρίσιο κεφάλι που κοσμούσε την ασπίδα του: το ζώο αυτό, επομένως, ήταν πιθανότατα όχι απλώς ένα αρμόζον χαρακτηριστικό, αλλά και ένα εθνικό σύμβολο της μυκηναϊκής δύναμης.

 

Άργος – Ακρόπολη – Θέατρο

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Ένας δρόμος ξεκινάει από την αργολική πεδιάδα στα νοτιοδυτικά, ο οποίος οδηγεί στη σύγχρονη πόλη Τριπολιτσά. Η ίδια η αργολική πεδιάδα εκτείνεται από το βορρά προς το νότο σε μια έκταση δεκαπέντε χιλιομέτρων περίπου· αρχίζει στην κορυφή του κόλπου και τελειώνει στα ορεινά περάσματα που οδηγούν προς το βορρά στον Ισθμό της Κορίνθου. Το πλάτος της είναι όσο το μισό μήκος της περίπου. Οι ψηλότερες ή βορειότερες περιοχές αυτής της πεδιάδας υποφέρουν από λειψυδρία: εξ ου και το επίθετο που χρησιμοποίησε γι αυτήν ο Όμηρος, ενδεικτικό της δίψας του εδάφους της. Η χαμηλότερη περιοχή της, αντίθετα, καλύπτεται από βάλτους κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους και τέμνεται από το πλούσιο ρεύμα του ποταμού Ερασίνου, ο οποίος πηγάζει από ένα γραφικό σπήλαιο, παλαιότερα αφιερωμένο στον Βάκχο και τον Πάνα, κάτω από τους βράχους του Όρους Χάον, μέσα από το οποίο έχει ανοίξει το δρόμο του από την αρκαδική λίμνη Στυμφαλία. Λίγο μακρύτερα προς το νότο, στην παραλία, βρίσκονται ο βάλτος της Λέρνης και η απύθ­μενη λίμνη Αλκυονία, από την οποία μεγάλες υδάτινες ποσότητες μεταφέρονται μετά από μικρή διαδρομή μέσα στον κόλπο. Ο ποταμός Ίναχος, ο οποίος έρχεται από την υψηλότερη περιοχή της πεδιάδας, σπάνια βρίσκει το δρόμο του προς τη θάλασσα, παρά μόνο όταν φουσκώνει από κάποια πρόσφατη νεροποντή: τότε γίνεται ένας πλατύς και ορμητικός χείμαρρος.

 Η ίδια η πόλη του Άργους βρίσκεται πέντε χιλιόμετρα βορείως του κόλπου, δυτικά της χαλικώδους όχθης του’Ιναχου και σε ίση απόσταση από τη Λέρνη και τη Ναυπλία, δηλαδή εννέα χιλιόμετρα. Η Ακρόπολη της ήταν ένας κωνικός λόφος, περίπου τριακόσια χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, συνδεόμενος μέσω μιας στενής λωρίδας γης με ένα χαμηλότερο πλάτωμα στα βορειοανατολικά. Ο πρώτος ήταν η παλιά ακρόπολη του Φορωνέα και ονομαζόταν με τον πελα­σγικό όρο για το φρούριο Λάρισα, καθώς και Ασπίς, εξαιτίας του κυκλικού σχήμα­τος του. Το δεύτερο, από τη στενή λωρίδα γης που αναφέραμε, ονομαζόταν Δειράς ή Λαιμός. (Στμ: στην πραγματικότητα επρόκειτο για δύο ακροπόλεις, τη Λάρισα και την Ασπίδα, ενώ Δειράς ονομαζόταν το μεταξύ τους διάσελο.) Τα κυριότερα αρχαία ερείπια του Άργους εμφανίζονται στα θεμέλια αυτής της ακρόπολης, που συνδυάζονται με έργα της σύγχρονης εποχής· οι τρεις σειρές προμαχώνων και τα τρία ξεχωριστά κάστρα, από τα οποία αποτελείται το φρούριο, είναι κυρίως βενετικής αρχιτεκτονικής.

Κάτω από την ακρόπολη, κοιτάζοντας σχεδόν νοτιοανατολικά προς την Τίρυνθα, υπάρχει ένα καλοδιατηρημένο δείγμα αρχαίου θεάτρου, του οποίου τα εδώλια είναι λαξευμένα στο βραχώδες έδαφος· ήταν μοιρασμένα σε τρεις ξεχωριστές βαθμίδες από δύο περιζώματα. Στο χαμηλότερο τμήμα του αμφιθεάτρου φαίνεται να υπήρχαν τριάντα έξι εδώλια, δεκαέξι στη δεύτερη βαθμίδα και πάνω από δεκατέσσερα στην ψηλότερη. Διαμορφώνονταν σε σφήνες από τρεις διαδρόμους. Το θέατρο αυτό διατηρείται σε τέτοια κατάσταση, ώστε είναι πολύ ευχάριστο και όχι πολύ δύσκολο να το ξαναγεμίσει κανείς με τους θεατές που συνωστίζονταν κάποτε σ’ αυτά τα έρημα τώρα εδώλια και να παρακολουθήσει με τη φαντασία του τους ηθοποιούς που κινούνταν πάνω στη σκηνή μπροστά τους· να ενδώσει, εν ολίγοις, σ’ εκείνη την ευχάριστη πλάνη που πρόσφερε τόσο μεγάλη απόλαυση στον Αργείο ευγενή του παλιού καιρού ο οποίος, όπως μας λέει ο Οράτιος, συνήθιζε να έρχεται σ’ αυτά τα εδώλια, όταν ήταν άδεια όπως είναι τώρα, και να ονειρεύεται επί ώρες ολόκληρες ότι ακούει φανταστικές τραγωδίες, ένας πανευτυχής θεατής και χειροκροτητής σ’ ένα άδειο θέατρο.

Μολονότι όμως οι παλιές δόξες του Άργους έχουν σβήσει, έχοντας αφήσει τόσο πενιχρά ίχνη πίσω τους, από τις αρχαίες κατακτήσεις του έχει καταφέρει να δανειστεί και να οικειοποιηθεί τιμές που δεν ανήκουν πλήρως σ’ αυτό. Το έτος 468 π.Χ. η γειτονική πόλη των Μυκηνών κατελήφθη και καταστράφηκε από τους Αργείους. Από τότε η ιστορία της αρχαίας έδρας του οίκου του Ατρέα συγχωνεύθηκε με αυτήν του Άργους και κατά συνέπεια γεγονότα που στην πραγματικότητα έλαβαν χώρα στις Μυκήνες έχουν μεταφερθεί από τους δραματικούς ποιητές των Αθηνών στο Άργος κι έτσι οι θεοί και οι ήρωες, καθώς και τα τείχη και οι κάτοικοι των Μυκηνών, μπορεί να πει κανείς ότι έγιναν κτήμα της νικήτριας πόλης, της ιστορίας και της μυθολογίας της οποίας αποτελούν τώρα μέρος. Συνεπής με αυτήν την αντίληψη, ο Αισχύλος, στις τραγωδίες του που συνδέονται με τις Μυκήνες, δεν έχει αναφέρει ποτέ το όνομα των Μυκηνών, παρά πάντα ονοματίζει το Άργος στη θέση τους· ενώ οι άλλοι δύο τραγικοί χρησιμοποιούν τόσο το όνομα των Μυκηνών όσο και του Άργους για το ίδιο θέμα[…].

 

Πηγές

  • Wordsworth, Christopher, «Greece : pictorial, descriptive and Historical», London, 1884.
  • Wordsworth, Christopher, «Ελλάδα:μέσα από εικόνες, περιγραφές και ιστορικά στοιχεία», Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα, 2008.

Read Full Post »

Αργολίδα – Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick NorthGuilford (1766-1827)


 

Ο Φιλέλληνας, περιηγητής και ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας της Κέρκυρας, λόρδος Γκίλφορν δίνει πολύ ζωντανές περιγραφές  από την περιοδεία του σε διάφορα μέρη της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας μετά το 1791.

 «Αναμφίβολα – γράφει – έχω κάποια προκατάληψη, αλλά θεωρώ ότι οι Έλληνες του 19ου αιώνα είναι πολύ ανώτεροι από εκείνους του 15ου… Η εντύπωση που υπάρχει γι’ αυτούς στη Δύση είναι πολύ λανθασμένη και ελλιπής και δεν πιστεύω ότι οποιοδήποτε άλλο έθνος στον κόσμο θα μπορούσε να κάνει τέτοια πράγματα κάτω από τόσο μακρόχρονη και φοβερή σκλαβιά».

 Ο Γκίλφορντ τονίζει την πολιτιστική διαφορά Ελλήνων και Τούρκων σημειώνοντας:

 – Τα σπίτια των Τούρκων είναι χωρίς συμμετρία και έχουν εμφάνιση αθλιότητας και παρακμής, με τοίχους από λάσπη.

– Η διαφθορά τους είναι πολύ πιο επαίσχυντη και η τυραννία τους πολύ πιο ανυπόφορη απ’ ό,τι περίμενα.

 Χαρακτηρίζει την Τριπολιτσά άθλια ενώ βρίσκει  καλοχτισμένο και καθαρό το  Άργος και το Ναύπλιο.  Ας δούμε τι γράφει για την Αργολίδα.

 

Ο κόμης του Γκίλφορδ, ελαιογραφία του Σπ. Προσαλέντη , 1882.

Φύγαμε από την Κόρινθο το βράδυ της 14ης Ιουνίου και φτάσαμε σε 3 ώρες σε ένα άθλιο χάνι, όπου περάσαμε τη νύχτα. Το επόμενο πρωί ξεφύγαμε λίγο από το δρόμο μας για να δούμε 4 δωρικούς κίονες, λείψανα ενός ναού που πιθανόν χτίστηκε από τον Αύγουστο ή τον Αδριανό, καθώς έχουν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από τους αρχαίους που βρίσκονται κοντά στη Νεμέα.

Έπειτα από την επίσκεψη αυτή, φτάσαμε σε 2 ώρες στα ερείπια των Μυκηνών, όπου ανακαλύφθηκε ο τάφος του Αγα­μέμνονα από το λόρδο Ελγιν και τώρα γίνονται πολλές ανασκαφές από τον πασά. Ο τάφος έχει πολύ ενδιαφέρον καθώς είναι το πιο αρχαίο μνημείο στην Ευρώπη. Είναι υπόγειος. Η είσοδος γίνεται από μια μεγάλη αιγυπτιακή πόρτα που στενεύει προς τα πάνω και καλύπτεται από μια πέτρα που έχει μήκος 7,5 μ., πλάτος 5,5 μ. και ύψος 1,8 μ. Στο εσωτερικό ο τάφος είναι θολωτός με βάση έναν κύκλο διαμέτρου 13 μ. Κοντά σ’ αυτόν ο πασάς ανοίγει έναν άλλο παρόμοιας κατασκευής, αλλά όχι τόσο μεγάλο.

 

The Citadel of Mycenas. George Newenham Wright, 1841.

 

Η ακρόπολη των Μυκηνών βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ αυτόν. Υπάρχουν ίχνη των τειχών και η πύλη με ένα ανάγλυφο ενός κίονα με δύο λιοντάρια σε όρθια στάση. Τα κεφάλια τους είναι σπασμένα, αλλά φαίνεται ότι ήταν τόσο κακοφτιαγμένα που θα μπορούσα να φανταστώ ότι έχουν τοποθετηθεί εκεί από τους κόντηδες του Άργους του 14ου αιώνα, αν δεν αναφέρονταν από τον Παυσα­νία. Γευματίσαμε στην εξοχική κατοικία ενός Τούρκου ευγενούς, περίπου ένα μίλι από τις Μυκήνες, και μετά προχωρήσαμε έξι μίλια διά μέσου μιας πλούσιας και όχι άσχημα καλλιεργημένης πεδιάδας, πάνω από την ξερή κοίτη του Ινάχου (που ήταν ξερή από την εποχή του Παυσανία) προς το Άργος.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 Η φημισμένη αυτή πόλη έχει ακόμη 6.000 χιλιάδες κατοίκους και δεν είναι ούτε βρόμικη ούτε άσχημα χτισμένη για τα δεδομένα μιας τουρκικής πόλης. Καταλύσαμε στο σπίτι ενός διακεκριμένου γιατρού της περιοχής, που λεγόταν κυρ Χριστόδουλος Σεβαστός, ο οποίος διαθέτει μια καλά επιλεγμένη βιβλιοθήκη με βιβλία που συγκέντρωσε στην Ιταλία. Μείναμε εκεί μία μέρα, για να ξεκου­ραστούμε, και πήγαμε να δούμε τις αρχαιότητες, που είναι τα ερείπια ενός μεγάλου πλίνθινου ναού, πιθανόν ρωμαϊκής κατασκευής, και ένα εγκαταλειμμένο πλακόστρωτο. Ο πασάς κάνει εκεί ανασκαφές και έχει βρει μερικά σημαντικά πράγματα στην περιοχή. Από τότε που οι Βενετοί εγκατέλειψαν τον Μοριά με τη συνθήκη του Πασάροβιτς στις αρχές του περασμένου αιώνα, έχει χτιστεί στο Άργος ένα ωραίο τζαμί και ένα τουρκικό σχολείο απέναντι του, το οποίο πήγαμε να δούμε κατά την επιστροφή από την επίσκεψη στο σπίτι του κυβερνήτη. Είναι χτισμένο γύρω από μια αυλή με ένα περιστύλιο, όπου ένας τρελός δερβίσης διάβαζε σε μερικά αγόρια που τον κορόιδευαν. Δεν ήταν όμως ένας κανονικός ιερέας.

 Από το Άργος ξεκινήσαμε περίπου στις πέντε την Κυριακή το πρωί και αφού διασχίσαμε το όρος Αρτεμίσιο, από έναν υποφερτό δρόμο, φτάσαμε εδώ περίπου στις έξι το απόγευμα (εννοεί στην Τρίπολη).  Η απόσταση είναι 30 μίλια και στο δρόμο κάναμε δύο στάσεις. Περίπου δύο μίλια από την πόλη συναντήσαμε το δραγουμάνο και γραμματέα του πασά με μια πολυπληθή συνοδεία και μερικά υπέροχα άλογα, ένα από τα οποία με επίχρυσο κασά, ίππευσα για μισό μίλι σε πλήρη καλπασμό και οι νεαροί φίλοι μου δήλωναν ότι δεν ήμουν τόσο καλός ανταγωνιστής και δεν έδειχνα σημάδια της εξαιρετικής τόλμης που γέμιζε την ευγενή ψυχή μου. Αντάλλαξα πάντως το πολεμικό μου άτι με ένα ήμερο άλογο, από εκείνα του δραγουμάνου, με το οποίο ίππευσα ήρεμα μέχρι την πόλη.

 Φύγαμε από την Τρίπολη την Πέμπτη 5 Ιουλίου και φτάσαμε το βράδυ στην  αρχαία Λέρνα, που λέγεται τώρα Μύλοι του Άργους, όπου μας πρόφτασε ο Απόστολος Καψά­λης, γραμματέας του βεζίρη Βελή πασά, ο οποίος είχε έρθει μαζί μας από τη Μάλτα και σκόπευε να μας συνοδεύσει μέχρι το μέρος της επιβίβασης μας σε πλοίο.

Κρατσάιζεν Καρλ - Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.

Κρατσάιζεν Καρλ – Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.

 Περίπου στις 8 το βράδυ μπήκαμε σε ένα καΐκι για να περάσουμε τον Αργολικό κόλπο και φτάσαμε τα μεσάνυχτα στο Ναύπλιο. Πήγαμε αμέσως σε ένα πολύ καλό σπίτι κοντά στο μόλο, μέσα στην πόλη, που ανήκε στο δρα Γιακόμπη, έναν Έλληνα γιατρό, που είχε υπηρετήσει στο στρατό μας στην Αίγυπτο. Κοιμηθήκαμε εκεί και το άλλο πρωί πήγαμε να δούμε την πόλη, που ίσως είναι η  πιο καλοχτισμένη και καθαρότερη από όσες έχουμε δει στην Τουρκία, και σε πολύ όμορφο μέρος. Ήταν ο τόπος διαμονής του Βενετού διοικητή και ένα μέρος αξιόλογου εμπορίου, αλλά τώρα έχει μόνο πολύ λίγους κατοίκους και αυτοί είναι κυρίως Τούρκοι. Οι Βενετοί είχαν φτιάξει μια πολύ ωραία προβλήτα στην παρα­λία, αλλά τώρα είναι τόσο ρηχά τα νερά, που δεν μπορούνε να πλησιάσουν πλοία με φορτία. Υπάρχουν πολύ λίγα λείψανα της αρχαιότητας, αλλά πολλά από τα κτίρια που χτίστηκαν από τους Βενετούς, τα οποία ο γιατρός μας, που μίλαγε γαλλικά μαζί μας τα οποία είχε μάθει στη Γερμανία, τα θεωρούσε πολύ παλιά και μας δημιούργησε σύγχυση για κάμποσο καιρό, κα­θώς παρατήρησα ότι έμοιαζαν πολύ νεότερα από τα ελληνικά ερείπια.

 Φεύγοντας από την πόλη, περάσαμε από ένα σπίτι όπου μερικές Τουρ­κάλες χαίρονταν για μια περιτομή. Μας πειράζανε από τα παράθυρα και ανταλλάσσαμε αστεία χωρίς να μας διακόψει κάποιος από τους άντρες συ­νοδούς που στέκονταν στην πόρτα του κήπου. Όλες φορούσαν βέλο.

 Περίπου 2 μίλια από το Ναύπλιο βρίσκονται τα τείχη της αρχαίας Τίρυνθας, της πόλης του Ηρακλή, η οποία ήταν ερειπωμένη στην πιο ακμαία εποχή της Ελλάδας και ακόμη παραμένει στην ίδια κατάσταση, μια συλλογή από τους μεγαλύτερους και ωραιότερους ογκόλιθους που θα μπορούσαν να βρεθούν. Διασχίσαμε μια απόσταση περίπου 20 μιλίων σε μια ακαλλιέργητη περιοχή χωρίς δάση, αλλά κατάφυτη από αρωματικούς θάμνους, μέχρι το Λιγουριό, ένα μικρό ελληνικό χωριό όπου κοιμηθήκαμε, και το επόμενο πρωί είδαμε τα απομεινάρια του παλαιού ναού του Ασκληπιού, που επεκτάθηκε και διακοσμήθηκε από τους Ρωμαίους, και ένα όμορφο θέατρο, δουλειά του Πολύκλειτου, περίπου 2 μίλια από το Λιγουριό και 5 από την Επίδαυρο. Προχωρήσαμε προς τη θάλασσα, όπου επιβιβαστήκαμε σε μια μικρή βάρκα μετά το δείπνο και φτάσαμε νωρίς το πρωί με φόρτσα κουπί στο νησί Αίγινα.

  

Πηγές

  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΧΙΙ», τεύχος 199, 21 Αυγούστου 2003.
  • « Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο», Ελένη Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη,  Αθήνα,  2000, Ακαδημία Αθηνών.

Read Full Post »

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ  – Frederick North Guilford (1766-1827)


 

Φιλέλληνας, περιηγητής και ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας της Κέρκυρας.

 

Ο κόμης του Γκίλφορδ, ελαιογραφία του Σπ. Προσαλέντη , 1882.

Άγγλος πολιτικός, περιηγητής και θερμός φιλέλληνας, πρόεδρος της Ιονίου Ακαδημίας. Γεννήθηκε στο Λονδίνο και ήταν γιος του λόρδου Νορθ, πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας (1732-1792). Πέρασε, λόγω υγείας, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε χώρες της νότιας Ευρώπης, στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Σπούδασε στο κολέγιο του Ιτον και στην Οξφόρδη και το 1793 έγινε διδάκτωρ του Αστικού Δικαίου. Το 1791 έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, στα Ιόνια νησιά και στην Ήπειρο και πιθανόν τότε να ασπάστηκε την ορθοδοξία*, γεγονός το οποίο δεν έγινε γνωστό.

Το 1792 έγινε βουλευτής, το 1794 ελεγκτής των τελωνείων του Λονδίνου και το 1798 διορίστηκε πρώτος κυβερνήτης στην Κεϊλάνη, θέση την οποία κατείχε μέχρι το 1805, διοικώντας με εντιμότητα και φιλανθρωπία. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στη σκλαβωμένη Ελλάδα, εξαιτίας του φιλελληνισμού του και της βοήθειας που παρείχε σε Έλληνες σπουδαστές.

Το 1814 έγινε πρόεδρος της φιλόμουσου Εταιρείας στην Αθήνα και το 1820 πρόεδρος της Ιονίου Ακαδημίας. Ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1791-2 και το 1810-13 δίνοντας εξαιρετικές περιηγητικές σελίδες, ενώ μετά το 1829 περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στην Κέρκυρα. Παρέδωσε σημαντικό έργο στην προσπάθεια ανάπτυξης της Ιονίου Ακαδημίας και πέθανε στο Λονδίνο στις 14 Οκτωβρίου του 1827.

Στο βιβλίο, « Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο», της Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη, το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 2000, από την Ακαδημία Αθηνών, υπάρχει αναφορά στην Αργολίδα και ιδιαίτερα, στο Άργος, και της Μυκήνες. Σε επόμενα άρθρα μας θα γράψουμε αναλυτικά τι αναφέρει ο περιηγητής, ξεχωριστά για τον κάθε τόπο.

 

 Υποσημείωση

*Είναι, πράγματι, αλήθεια, ότι βαπτίσεις Δυτικών υπό δυτική (ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική) κατοχή απαιτούσαν μεγάλο ηρωισμό και γι’ αυτό σπάνιζαν, ή τελούνταν εν κρύπτω και έμεναν για τούτο άγνωστες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Άγγλου Λόρδου Frederick NorthGuilford (1766-1827). Τον Ιανουάριο του 1791 ο Άγγλος ευγενής, γιος Πρωθυπουργού, έγινε ορθόδοξος, κατά την απαίτησή του δια κανονικού βαπτίσματος, διότι, όπως γράφει στην αυτόγραφη «Ομολογία» του, δεν το είχε λάβει ως αγγλικανός και πίστευε ότι η Ορθοδοξία ήταν η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία»,, κι εκτός αυτής κανένα μυστήριο δεν υπάρχει.

Έλαβε δε το όνομα Δημήτριος. Βλ. σχετικά την μελέτη του (Επισκόπου Διοκλείας) Kallistos Ware, The fifth earl of Guilford (1766-1827) and his secret conversion to the orthodox church, στο: D. Baker (Ed.), The orthodox churches and the west (= studies in church history, Vol. 13). Oxford 1976, σ. 247-256). Ο Γκίλφορδ είναι η σπουδαιότερη απόδειξη ότι γίνονταν βαπτίσεις επιστρεφόντων δυτικών και επί Ενετοκρατίας στα Επτάνησα, αλλά κρατούνταν για ευνοήτους λόγους μυστικές. Και ο Γκίλφορδ τηρούσε – για χρόνια – ως προς το ζήτημα αυτό απόλυτη μυστικότητα. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Οι Τρεις Ιεράρχαι Προστάται της Ιονίου Ακαδημίας, στο: «Αντίδωρον πνευματικόν» (= τιμητικός Τόμος Γερασ. Ιω. Κονιδάρη), Αθήναι 1981, σ. 287/8. Του ιδίου, Η Ιόνιος Ακαδημία – Κριτική παρουσίαση του ομωνύμου βιβλίου του E. P. Henderson, «Παρνασσός» ΚΓ’ (1981), σ. 332 ε.ε.

 

 Πηγές

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΧΙΙ», τεύχος 199, 21 Αυγούστου 2003.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τομ. 3, σ. 106-107) – 1983-1988

Read Full Post »

Κεγχρεαί – Πυραμίδα του Ελληνικού (Σ. Κ. Προφαντόπουλου,1895)

 

Από το βιβλίο του  Σ. Κ. Προφαντόπουλου, «Αρχαία μνημεία Ναυπλίας και Άργους», που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1895 αναδημοσιεύουμε  απόσπασμα, το οποίο αναφέρεται στην Πυραμίδα του Ελληνικού. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον κείμενο, που εκτός των άλλων μας δίνει και μαρτυρίες των βοσκών για την  πυραμίδα και τα αρχαία που βρέθηκαν κοντά της.

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Από του ναού τού Κεφαλαρίου βαδίζοντες παρά τούς πρόποδας τού βουνού προς το ΝΔ μέρος φθάνομεν μετά πορείαν ημισείας ώρας εις το χωρίον Ελληνικό. Το χωρίον τούτο συνίσταται εκ 30 περίπου καλυβών διεσπαρμένων επί των κλιτύων του βουνού και κατοικείται υπό ποιμένων εκ Τουρνικίου, παραχειμαζόντων ενταύθα, παρά το χωρίον τούτο εις βραχίων τού βουνού διευθύνεται προς την θάλασσαν και σχηματίζει γωνίαν ούτως, ώστε αποκλείει την θέαν της δυτικής παραλίας τού Αργολικού κόλπου· εντός της γωνίας ταύτης είναι λόφος μεμονωμένος, επί της κορυφής τού οποίου ευρίσκεται ή πυραμίς των Κεγχρεών, ήτις υπό των χωρικών καλείται Καστράκι. Η βάσις της πυραμίδος έχει σχήμα ορθογωνίου τετραπλεύρου,  ου το μήκος είναι περίπου 15 μέτρα, το δε πλάτος 12, επομένως ο χώρος, όν κατέχει ή πυραμίς, είναι  180 τετραγωνικά μέτρα· εν τη ανατολική πλευρά είναι η είσοδος, δι’ ής εισερχόμεθα εις στενόν διάδρομον, έχοντα πλάτος 1,10- εν τω στενώ διαδρόμω δεξιά ευρίσκομεν θύραν, δι’ ής εισερχόμεθα εις το εσωτερικών δωμάτιον της πυραμίδος, τούτο έχει σχήμα τετραγώνου και διαιρείται εις δύο μέρη, ή εξωτερική θύρα και ο διάδρομος φαίνονται ότι εσκεπάζοντο άνωθεν διά προεξοχής των επικειμένων λίθων,  καθώς αι σύριγγες της Τίρυνθος.

 Τα θεμέλια της πυραμίδος ενιαχού αποτελούσι λίθοι αυτοφυείς, έφ’ ών κείνται άλλοι πολυγωνικοί, αι δε εσωτερικαί επιφάνειαι των τοίχων υψούνται καθέτως μέχρι τινός, ενώ αι εξωτερικαί εκ των θεμελίων έχουσι κλίσιν προς τα ένδον και φαίνονται οι τοίχοι ότι τείνουσι να συναντηθώσιν εις το εσωτερικόν των δωματίων, καθώς και εις τους ειρμούς των λίθων, ευρίσκομεν αμμοκονίαν, το μέγιστον ύψος της πυραμίδος, καθώς ευρίσκεται σήμερον, είναι 5&1/2  μέτρα, αι τρείς πλευραί μέχρι τριών μέτρων ύψους διατηρούνται καλώς, ενώ η δυτική είναι σπουδαίως βεβλαμμένη, ή δε προς νότον πλευρά είναι πλατυτέρα των άλλων.

 Εις παλαιοτέραν εποχήν, καθώς βεβαιούσι γέροντες ποιμένες, ή πυραμίς αύτη ήτο άβλαβης και σώα, άλλ’ αφηρέθησαν εξ αυτής λίθοι, τούς οποίους μετεχειρίσθησαν εις τας ασβεστοκάμινους, επί τέλους οι ποιμένες κατά το ειωθός ενέπρησαν τους πέριξ θάμνους και τα δένδρα χάριν τού χόρτου προς τροφήν των ποιμνίων,  αφού λοιπόν το έδαφος απεψιλώθη, οι άσβεστοποιοι μη ευρίσκοντες καύσιμον ύλην δεν επανήλθον ενταύθα, και ούτως η πυραμίς εσώθη.

 Οι χωρικοί βεβαιούσιν ότι κατά τας ανασκαφάς, αίτινες εγένοντο εκτός της πυραμίδος, ένθα φαίνε­ται σωρός χώματος, ευρέθησαν αρχαιότητες, άλλα τας απέκρυψαν, οι δε εργάται πεισθέντες διά χρημάτων ετήρησαν το γεγονός μυστικόν. Ο προορισμός του κτιρίου τούτου είναι άγνωστος, φαίνεται πιθανώτερον ότι ήτο πολυάνδριον των Αργείων. Ενταύθα πιστεύεται ότι έκειτο ή πολίχνη Κεγχρεαί, ήτις κατά την μαρτυρίαν των αρχαίων ήτο οχυρά και ευρίσκετο παρά την οδόν την άγουσαν εξ Άργους εις Τεγέαν άλλοι όμως αμφισβητούσι τούτο φρονούντες ότι αι Κεγχρεαί έκειντο νοτιώτερον της θέσεως ταύτης, ένθα σήμερον είναι το Παληοσκαφιδάκι, διότι ενταύθα βλέπομεν πολλά αρχαία ερείπια, εν οίς συντρίμματα μαρμάρινων κιόνων, δύο κίονας εκ μέλανος μαρμάρου και τείχη πολυγωνικά.

 

Πηγή

  •  «Αρχαία μνημεία Ναυπλίας και Άργους», Υπό Σπυριδ. Κ. Προφαντοπούλου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1895.

Read Full Post »

Παγανέλης Σπυρίδων (1852-1933)

 

Πέραν του Ισθμού

Πέραν του Ισθμού

Ο Σπυρίδων Παγανέλης γεννήθηκε στη Μύκονο εγκαταστάθηκε όμως από νεαρή ηλικία και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα μαζί με τις αδελφές του, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια ανά την Ελλάδα. Από την επαγγελματική του δραστηριότητα σημειώνεται πως διετέλεσε βουλευτής, έλληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη και έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, συνεργαζόμενος με εφημερίδες όπως οι: Εστία, Εφημερίς, Ακρόπολις, Κλειώ, Σκριπ, Αθήναι, Νέα Ημέρα, Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως και περιοδικά όπως τα Εστία και Εβδομάς καθώς και ημερολόγια (Νέα Ελλάς, Κρητικόν Ημερολόγιον, Μεσσηνιακόν, Πανελλήνιον , Ηπειρωτικόν κ.α.). Πέθανε σε οίκο ευγηρίας. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποίησε το 1882 με την έκδοση του τόμου Οδοιπορικαί σημειώσεις. Το σύνολο του έργου του περιλαμβάνει άρθρα πολιτικού και οικονομικού προβληματισμού, κριτικά δοκίμια, χρονογραφήματα, ιστορικά μελετήματα, ταξιδιωτικά κείμενα και διηγήματα. Ο Σπυρίδων Παγανέλης τοποθετείται χρονικά στην πεζογραφία της γενιάς του 1880, γενιά που σημαδεύτηκε από το γλωσσικό ζήτημα και το ρεύμα της ηθογραφίας, ωστόσο αποτελεί μια μοναχική περίπτωση ανάμεσα στους άλλους λογοτέχνες, τόσο λόγω ιδιοσυγκρασίας, όσο και λόγω της συντηρητικής κοσμοθεωρίας του που τον έστρεψε ενάντια στις εξελίξεις. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του καλύπτουν τα ταξιδιωτικά κείμενα, στα οποία κυριαρχεί η νοσταλγία του ένδοξου αρχαιοελληνικού παρελθόντος και η διάθεση φυγής από την πραγματικότητα, στοιχεία που συναντώνται και στο υπόλοιπο έργο του. Ιδιαίτερα για τα διηγήματά του πρέπει να σημειωθεί η εμμονή του συγγραφέα στην έκφραση του αισθήματος της ματαιότητας και δυστυχίας που συνοδεύει τα ανθρώπινα.

Στο βιβλίο του, «Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1891, στις σελίδες 289-335 κάνει εκτεταμένη αναφορά στην Αργολίδα και ιδιαίτερα, στο Άργος, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, τον Ερασίνο, την Λέρνη   και την Επίδαυρο. Σε επόμενα άρθρα μας θα γράψουμε αναλυτικά τι αναφέρει ο περιηγητής, ξεχωριστά για τον κάθε τόπο.  

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

• Οδοιπορικές σημειώσειςΑ΄. Οι σεισμοί της Χίου. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Οδοιπορικές σημειώσεις Β΄. Η στρατιωτική κατάληψις Άρτης και Θεσσαλίας. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Η αδελφή Μάρθα. Αθήνα, 1886.
• Ο αγωνιστής του 1821. Αθήνα, 1886.
• Ο μύθος του Προμηθέως. Αθήνα, τυπ. Θρ.Παπαλεξανδρή και Αλ. Παπαγεωργίου, 1886.
• Αθηναϊκαί Νύκτες. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1888.
• Ραγήπ· Διήγημα. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1889.
• Ευρύαλος. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1890.
• Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις. Αθήνα, Γ.Κασδόνης, 1891.
• Παραισθήσεις. Αθήνα, 1893.
• Εις την μνήμην της αδελφής μου Σοφίας. Αθήνα, τυπ. Π.Δ.Σακελλαρίου, 1902.
• Ο Επιτάφιος εν τω νεκροταφείω. Αθήνα, τυπ. Νομικής Λ.Χ.Βεργιανίτου, 1903.
• Η τριλογία του μυστηρίου· Η γέννησις – Ο θάνατος – Η ανάστασις. Αθήνα, τυπ. Μιχ. Σαλίβερου, 1905.
• Πάρεργα φύλλα· Από του Σαρωνικού εις τον Αμπρακικόν ·Η Άρτα · Τα Τσουμέρκα. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1905.
• Αθηναϊκαί Ημέραι. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1907.
• Από της Ακροπόλεως εις την Άλτιν. Νέα Υόρκη, τυπ. Ατλαντίδος, 1908.
• Δελφοί. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Ο Επιτάφιος εν τω Πτωχοκομείω. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Νύκτες Φθινοπώρου. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1911.
• Ο Επιτάφιος από της Ακροπόλεως. Αθήνα, τυπ. Παρασκευά Λεώνη, 1912.
• Ο απόστολος Παύλος. Αθήνα, τυπ. Αλ. Βιτσικουνάκη, 1924.
• Λογοτεχνήματα · Απανθισθέντα εκ των έργων τουΑ΄. Αθήνα, Ηλ. Ν. Δικαίος, 1928.

 

Πηγή

 Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Γιάκος Δημ. – Φουριώτης Άγγελος (επιμέλεια), Δημ.Βικέλας, Εμ. Λυκούδης, Δ. Καμπούρογλους και άλλοι. Αθήνα, Αετός, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη, τ.21).
• Γιάκος Δημήτρης, «Παγανέλης Σπυρίδων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας11. Αθήνα, Χάρη – Πάτση, χ.χ.
• Μποέμ [ = Δημ. Χατζόπουλος], «Σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς· Σπυρίδων Παγανέλης», Το Άστυ, 30-31/3/1893.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Πάρεργα Φύλλα, Η Τριλογία του μυστηρίου, υπό Σπ.Παγανέλη», ΠαναθήναιαΙ΄, 15/5/1905, ετ.Ε΄, σ.86.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Σπυρίδων Παγανέλης», Νέα ΕστίαΙΔ΄, 1η/8/1933, αρ.159, σ.834-835.
• Πατσίου Βίκυ, «Σπυρίδων Παγανέλης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖ΄ (1880-1900), σ.206-216. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Επέτειοι του 1973 στη λογοτεχνία μας», Χρονικό ’73, σ.50. Αθήνα, έκδοση του Καλλιτεχνικού και Πνευματικού κέντρου Ώρα, 1973.

Read Full Post »

Buchon, Jean Alexandre – Ναύπλιο

 

 

 

JEAN ALEXANDRE BUCHON (1791-1849), French scholar, was born on the 21st of May 1791 at Menetou-Salon (Cher), and died on the 29th of August 1849 . 

Από το βιβλίο του, J.A. Buchón, La Grèce continentale et la Morée. Voyage en 1840 et 44. Παρίσι 1843, διαβάζουμε για το Ναύπλιο.

 

 

[….] Το Ναύπλιο είναι μια μικρή πολιτεία, κανονική και καθαρά χτισμένη ανάμεσα στα ριζά του οχυρωμένου βουνού πού φέρνει ακόμη το όνομα του άτυχου Παλαμήδη, γιου του βασιλιά Ναυπλίου και τής θάλασσας. «Έχει όλη την όψη μιας από τις πολιτείες μας της Δύσης, από την καλή και την κακή μεριά, την τάξη, άλλα κάποτε και την όχληση. Οι δρόμοι του είναι ίσιοι και καλά πλακοστρωμένοι, τα σπίτια έχουν ταιριαστό ύψος – στις δύο δημόσιες πλατείες είναι φυτεμένα δέντρα, τα μεγάλα μαγαζιά, τα χτισμένα άλλοτε άπα τούς Βενετσάνους στους πρόποδες του κάστρου και το Κυβερνείο, το χτισμένο από τον Καποδίστρια όταν έμενε στο Ναύπλιο, θυμίζουν τα καλύτερα, αν όχι τα κομψότερα κτίρια των μεγάλων μας πόλεων και σαν τελευταία και πλήρη απόδειξη δυτικού πολιτισμού, βρίσκει κανείς εδώ αυτό πού μόνο στην Αθήνα συναντάει με υποφερτό, στην Πάτρα με ικανοποιητικό και στην Κόρινθο με υποτυπώδη τρόπο: ένα πανδοχείο… δηλαδή ένα άσυλο, όπου κάθε άτομο, υποχρεωμένο από τις υποθέσεις του, από τα γούστα ή από τα πάθη του να γυρίσει στον κόσμο, βρίσκει, μιαν ανταύγεια της σπιτικής του ευμάρειας… και πάνω άπ’ όλα ένα καταφύγιο όπου, μόνος με παρουσία του εαυτού του μπορεί ν’ αναλογιστεί όσα είδε και αισθάνθηκε, να σκεφτεί τούς μακρινούς φίλους του, χωρίς να διατρέχει κίνδυνο να προσβάλει αυτούς πού τον φιλοξενούν, και να μιλήσει μαζί τους με τη γλυκιά οικειότητα της επιστολικής επικοινωνίας.

 

buchon-j-a-cjean-alexandre-c1Εμείς οι άλλοι, οι χορτασμένοι άνθρωποι της Δύσης, χαιρόμαστε όλα αυτά τα αγαθά χωρίς να ρωτιόμαστε τί αξίζουν, όπως ένας άνθρωπος γερός χαίρεται την υγεία του… Δεν μαθαίνει κανείς να εκτιμάει την αξία όλων αυτών των θησαυρών παρά αν τούς στερηθεί λίγες στιγμές και δυστυχώς, μόλις ταξιδεύει κανείς στην Ανατολή, είναι υποχρεωμένος πάντα να στερείται άπ’ όλα αυτά, έκτος από την διαύγεια του αέρα, την ομορφιά του ουρανού, τη λάμψη του ήλιου, τη χάρη τής νύχτας, το θαύμα της φύσης.Το Ναύπλιο υπήρξε, ως το τέλος του 1834, ή έδρα τής Κυβέρνησης του νέου ελληνικού κράτους. Η ξαφνική αυτή απόκτηση όλων των πλεονεκτημάτων μιας πρωτευούσης έφτασε για να διαμορφώσει ένα πληθυσμό τόσο επιδεκτικό στον πολιτισμό τον πιο λεπτό, όπως είναι ό ελληνικός λαός. Οι γυναίκες προσαρμόστηκαν στις γαλλικές μόδες– πολλές μιλούν τη γλώσσα μας με κομψότητα και πολλές θα ξεχώριζαν στις συναθροίσεις μας τις πιο λαμπρές, όχι μόνο με τον τύπο αυτό της ζωντανής και καθαρής ομορφιάς πού πήραν από την προγονή τους την Ελένη, αλλά και με την άνεση και την τέλεια χάρη των τρόπων τους, πού μοιάζουν τόσο φυσικοί εδώ όσο και ανάμεσα στις γυναίκες τής Γαλλίας. Επέρασα στο Ναύπλιο μερικές βραδιές με εύκολη συζήτηση, έτσι πού θα μπορούσα να πιστέψω ότι βρισκόμουν ακόμη στους δρόμους τής Anjou, της Ville-‘l Évêque και τς Astorg… Το Ναύπλιο είναι ένας τόπος ισχυρός. Έχει τις πλαγιές του, τις κινητές του γέφυρες, τα τείχη του, τη φρουρά του, τον στρατιωτικό του διοικητή, τις πύλες του, πού κλείνουν, και τα συνθήματα του. Με το βασίλεμα του ήλιου οι πύλες της πόλης κλείνουν και τα κλειδιά παραδίνονται στον διοικητή, τόσο το χειρότερο για σας αν έχετε μείνει πολύ έξω για να θαυμάσετε τα αρχαία τείχη της Τίρυνθος, της καλά οχυρωμένης (Ιλιάδος Π, 559), τη θέση όπου υπήρξε το Άργος, και τα θαυμαστά ερείπια των αρχαίων Μυκηνών… «Όταν δύσει ο ήλιος, δεν θα ξαναμπείτε στο Ναύπλιο και θα χρειαστεί να μετανοήσετε για τις χαρές της εκδρομής σας πηγαίνοντας να βρείτε ένα κατάλυμα σ’ ένα ακάθαρτο χάνι ή καραβάνσεράϊ της Πρόνοιας. […]

 

buchon-j-a-cjean-alexandre-c1791-1846Γυρίζοντας ο Buchón από την εκδρομή του «στα βασίλεια του βασιλιά Αγαμέμνονα», περιδιαβάζει στην πολιτεία και στα κάστρα του Άναπλιού και αντιγράφει λατινικές επιγραφές των Βενετσάνων. Στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου προσέχει μια τοιχογραφία, αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντά Βίντσι. Κοντά στην εκκλησία του Άγιου Νικήτα (Νικολάου;), πού κατεδαφίστηκε στα χρόνια του Καποδίστρια για να γίνει ό Μεγάλος Δρόμος, προσέχει πάνω σ’ ένα σκαλί μιαν επιγραφή, με το όνομα του Francisco Grimani «supremo classis moderatori qui urbem extra monumentis firmavit». Από μιαν εκδρομή του στο Τολό γύρισε στο Ναύπλιο πριν από τη δύση του ήλιου, γιατί ό διοικητής Αλμέϊδα φροντίζει να κλείνει τις θύρες στις 8 το βράδυ, σαν σε μια πόλη πού φοβάται εχθρικές επιθέσεις, μια φροντίδα στρατιωτική ανώφελη και πολύ δυσάρεστη για όλους τούς κατοίκους και για τον μικρόν αριθμό των ξένων πού φτάνουν εκεί. ( Σέμνη Καρούζου)

 

διαβάστε περισσότερα

 

Πηγές

 

  • J.A. Buchon, « La Grèce continentale et la Morée», Voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841, σελ. 380-393, Paris, 1843.
  • Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο»,  Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας, Αθήνα, 1979.

Read Full Post »

Otto Magnus von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ)

 

Ο κόμης ‘Οττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ (Ταλίν, 25 Ιουλίου 1786 – Αγία Πετρούπολη, 27 Μαρτίου 1837) υπήρξε ένας από τους πρώτους αρχαιολόγους καθώς επίσης και συγγραφέας, ζωγράφος και ιστορικός της τέχνης. Περιηγήθηκε την Ελλάδα και την Ιταλία και αποτύπωσε την αντίληψη της εποχής για τα μνημεία και τις σύγχρονες ανθρώπινες μορφές, για τις οποίες αποσκοπούσε να παραδώσει την πιο παραστατική εικόνα της πραγματικότητας: την ιστορική στιγμή που θα χαθεί. Εμπεριστατωμένα σχόλια συνόδευαν τις χαλκογραφίες του. Δημοσίευσε εντυπωσιακά έργα, κυρίως με τοπία και ανθρώπινους τύπους. Τα σχέδιά του, που είχαν μεγάλη απήχηση, αντιγράφηκαν και επανεκδόθηκαν επανειλημμένως προκειμένου να κοσμήσουν άλλα περιηγητικά έργα.

 

Η ζωή του – Νεανικά χρόνια

 

Otto Magnus von Stackelberg Γεννήθηκε στο Ταλίν της Εσθονίας από τον Όττο Κρίστιαν Ένγκελμπρεχτ Φον Στάκελμπεργκ και την Άννα Γκερτρούδα Ντούκερ. Ο πατέρας του ο οποίος υπήρξε Όμπερστ (Συνταγματάρχης) στο Ρωσικό Αυτοκρατορικό Σώμα πέθανε έξι χρόνια μετά τη γέννηση του γιού του το 1792. Ο νεαρός τότε Όττο έδειξε από νωρίς την κλίση του προς την μουσική, σε αντίθεση με τους αδερφούς του οι οποίοι ακολουθώντας την μόδα της εποχής έδειχναν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ιππασία, την πάλη και το κυνήγι. Η μητέρα του αναγνωρίζοντας το ταλέντο στα σχέδια του μικρού τότε Όττο κάλεσε το Γερμανό ζωγράφο Reus να έρθει στο πατρικό τους στη Fahna και να του παραδώσει μαθήματα ζωγραφικής. Αρχικά προοριζόταν για το διπλωματικό σώμα και γι’ αυτό ξεκίνησε τις σπουδές του στο GeorgAugust University του Gottingen το 1803. Αργότερα τον ίδιο χρόνο ταξίδεψε στη Ζυρίχη με δύο από τους αδελφούς του. Το ταξίδι αυτό επρόκειτο να ασκήσει μεγάλη επίδραση στη ζωή του. Εκεί είδε έργα από τον Johann Caspar Lavater  και τον Salomon Geßner και επισκέφτηκε τον Johann Heinrich Pestalozzi. Αφού πέρασε το χειμώνα στη Γενεύη, συνέχισε με τον αδελφό του Κarl στην Ιταλία όπου αποφάσισε να ακολουθήσει την αρχική του σκέψη να αφιερώσει τη ζωή του στις τέχνες. Το 1804 έμεινε στη Δρέσδη για να σπουδάσει ζωγραφική αλλά τον επόμενο χρόνο συνέχισε τις διπλωματικές σπουδές του στη Μόσχα. Η μητέρα του είχε πια συνειδητοποιήσει ότι ο γιος της δεν ήταν φτιαγμένος  για το διπλωματικό σώμα και από εκείνη τη στιγμή ο Στάκελμπεργκ αφιερώθηκε στην τέχνη και σιγά σιγά στην αρχαιολογία.

 

 

Tαξίδι στην Ελλάδα

 

Η πεδιάδα του Άργους και των Μυκηνών. Λεπτομέρεια λιθογραφίας που σχεδίασε ο Stackelberg και χάραξε  ο Brulloff.

Η πεδιάδα του Άργους και των Μυκηνών. Λεπτομέρεια λιθογραφίας που σχεδίασε ο Stackelberg και χάραξε ο Brulloff.

Ακολούθησε μια δεύτερη περίοδος σπουδών στο Gottingen και μεταξύ 1806 και 1808, εργάστηκε σε μια γκαλερί  στη Δρέσδη. Το φθινόπωρο του 1808, ξεκίνησε για ένα δεύτερο ταξίδι στην Ιταλία, αυτή τη φορά συνοδευόμενος από τον Ernst Heinrich Tolken. Στο ταξίδι τους προς την Ιταλία, συνάντησαν τον Jean Paul  στο Bayreuth και επισκέφτηκαν την γκαλερί Schleiβheimer στο Μόναχο. Έφτασαν στη Ρώμη το 1809. Εκεί γνώρισαν και δημιούργησαν φιλικούς δεσμούς με τον αρχαιολόγο και ιστορικό της τέχνης Carl Haller von Hallerstein, τους Δανούς αρχαιολόγους και φιλολόγους Peter Oluf Brondsted και Georg Koes, τον Γερμανό ζωγράφο Jakob Linckh και έπειτα τον Αυστριακό ύπατο στην Ελλάδα George Christian Gropius. Οι  Brondsted και Koes έπεισαν τον  Stackelberg να τους συνοδέψει στο ταξίδι τους στην Ελλάδα. Σκόπευαν με την επιστροφή τους  να ασχοληθούν με μια αρχαιολογική  έκδοση  για την οποία ο  Stackelberg θα συνεισέφερε με τα τοπία του.

Το ταξίδι στην Ελλάδα ήταν μακρύ και γεμάτο περιπέτειες. Ξεκίνησαν από τη Νάπολη τον Ιούλιο του 1810 και έφτασαν στον Πειραιά τον Σεπτέμβρη. Στην Αθήνα, συνοδεύτηκαν από τους Βρετανούς αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους  John Foster Charles και  Robert Cockerell. Η ομάδα πραγματοποίησε ανασκαφές σε διαφορές περιοχές της Ελλάδας. Tο 1811 στο Ναό της Αφαίας στην Αίγινα  μετακίνησαν τα πεσμένα θραύσματα των γλυπτών του αετώματος. Μάλιστα, με πρόταση του von Hallerstein, τα  έστειλαν με πλοίο στο εξωτερικό και τα πούλησαν τον επόμενο χρόνο στον πρίγκηπα Λουδοβίκο της Βαυαρίας.  Το 1812, εξέθεσαν τμήματα του ναού του Απόλλωνα στις (Bassae), Βάσσες* ( το διάζωμα που βρέθηκε βρίσκεται τώρα στο Βρετανικό Μουσείο) και το Ναό που έχτισε ο Αιακός προς τιμήν του  Ελλάνιου Δία στην Αίγινα. 

 

Ρώμη και Ιταλία

 

Το φθινόπωρο του 1814, ο  Stackelberg επέστρεψε από την Ελλάδα στην οικογένεια του στα Βαλτικά κράτη. Ταξίδεψε στην Ιταλία ξανά το 1816 ερευνώντας την αρχαιότητα και το μεσαίωνα ως ιστορικός  της τέχνης. Επίσης έγινε συνιδρυτής του “Instituto Archeologico Germanico” στη Ρώμη. Μαζί με τους Eduard Gerhard, August Kestner και Theodor Panofka, ίδρυσε  το 1824 μια ομάδα, τον «Υπερβορέα» ( Romischen Hyperboraeer) , που αποτελείτο από βορειοευρωπαίους λόγιους οι οποίοι μελετούσαν τις κλασσικές αρχαιότητες. Και οι δυο ομάδες υπήρξαν οι πρόδρομοι του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Το 1826, η αρχαιολογική δουλειά του  Stackelberg δημοσιεύτηκε ως “Der Apollotempel zu Bassae in Arcadien und die daselbest ausgegrabenen Bildwerke” ( Ο ναός του Απόλλωνα στις Βάσσες Αρκαδίας και οι ανασκαφές τοιχογραφιών στην περιοχή) , για τη οποία έφτιαξε επίσης  τα σχέδια.  Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Ρώμη, ο Stackelberg πραγματοποίησε ταξίδια στην Ελλάδα, στην Τουρκία και στην Ιταλία. Στην Ετρουρία το 1827, ανακάλυψε τον Ετρουσκικό ναό και το hypogaeum στην Ταρκίνια ( το σημερινό Κορνέτο).

 

 

Τα τελευταία χρόνια και ο θάνατος

 

Το 1827, ο Stackelberg άφησε  τη Ρώμη και την Ιταλία για τελευταία φορά. Από το 1829 έως το 1833, έζησε για άλλη μια φορά στη Γερμανία, συναντώντας εκεί ανάμεσα σε άλλες προσωπικότητες και τον Johann Wolfgang von Goethe. Επίσης ταξίδεψε στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ολλανδία. Από το 1835 μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε στη Ρίγα Λεττονίας.

 

 

Έργα για τον ίδιο και εντυπώσεις

 

Η κόρη του Natalie von Stackelberg  δημοσίευσε μια βιογραφία του το 1882, βασιζόμενη στο ημερολόγιο και τις επιστολές του πατέρα της. Στη βιογραφία του για τον von Stackelberg, ο Gerhart Rodenwaldt  τον χαρακτήρισε ως «αυτόν που ανακάλυψε το [αρχαίο] ελληνικό τοπίο».

 

Έργα

 

  • Costumes et usages des peuples de la Grece moderne”/ “Trachen und Gebrauche der Neugriechen” (Ενδυμασία και έθιμα των λαών της νεότερης Ελλάδας). Ρώμη 1825.
  • Der Apollotempel zu Bassae in Arcadien und die daselbst ausgegrabenen Bildwerke”. (Ο ναός του Απόλλωνα στις Βάσσες Αρκαδίας και οι τοιχογραφίες που ανακαλύφθηκαν εκεί). Ρώμη 1826.
  • “La Grece. Vues pittoresques et topographiques, dessinus par O.M baron de Stackelberg”. ( Ελλάδα – γραφικά τοπία και τοπογραφικά τοπία, δημιουργίες του Otto Magnus, βαρώνου του Stackelberg). Παρίσι 1834.
  • Die Graber der Hellenen in Bildwerken und Vasengemalden”. (Οι τάφοι των Ελλήνων στις τοιχογραφίες και στα σχέδια των αγγείων). Βερολίνο 1837.

   

Πίνακές του

   

Αρχόντισσα

Αρχόντισσα

 

 

 

 

 

 

        

 

 

 

 

 

 

 

Έλληνας έμπορος

Έλληνας έμπορος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μεσολογγίτισσα

Μεσολογγίτισσα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναύπλιο, επιχρωματισμένη  λιθογραφία 1834. “La Grece. Vues pittoresques et topographiques, dessinus par  O. M baron de Stackelberg”.

Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία 1834. “La Grece. Vues pittoresques et topographiques, dessinus par O. M baron de Stackelberg”.

Σημείωση επιμελήτριας

 * Βάσσες  = Τοποθεσία κοντά στην Ανδρίτσαινα, σημαίνει μικρά πλατώματα σε βράχους.

 Μετάφραση – Επιμέλεια: Κατερίνα Κυριακοπούλου 

  

Πηγές

  

 

 

Βιβλιογραφία

  

  • Gerhart Rodenwaldt, “Otto Magnus von Stackelberg. Der Entdecker der griechischen Landschaft 1786-1837”, Deutcher Kunstverlag, Berlin-Munchen 1957.
  • STACKELBERG, Otto Magnus von. Costumes et Usages des Peubles de la Grece Moderne dessines sur les lieux… (Παρίσι, Senefelder & Formentin pour Marino, c. 1828).

 

Read Full Post »

William George Clark – Γουίλιαμ Τζωρτζ Κλαρκ

 

 

Γουίλιαμ Τζωρτζ Κλαρκ ( Μάρτιος,  1821- Νοέμβριος, 1878), Άγγλος κλασσικός και σαιξπηρικός μελετητής , γεννήθηκε στο Barford Hall, Darlington. Στο βιβλίο του «Peloponnesus :notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της.

 

PeloponnesusΗ εκπαίδευσή του περιλαμβάνει φοίτηση στο Sedbergh School, Shrewsbury School και στο Trinity College του Cambridge, όπου εξελέγη μέλος μετά από μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα. Το 1857, ορίστηκε Δημόσιος Ρήτορας.* Ταξίδεψε πολύ κατά τη διάρκεια των μεγάλων διακοπών του και επισκέφτηκε την Ισπανία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Πολωνία. Με το έργο του «Πελοπόννησος» (1858), έδωσε αρκετές πληροφορίες για τη χώρα εκείνης της εποχής. Αν και το 1853, ο Κλαρκ είχε λάβει το βαθμό της ιεροσύνης, το 1870 άφησε την ενασχόληση του με την Εκκλησία, ύστερα και από τη καθιέρωση του ασυμβίβαστου των ιερέων, το οποίο κιόλας υποστήριζε. Επίσης παραιτήθηκε και από τη θέση του Δημόσιου Ρήτορα τον ίδιο χρόνο και λόγω ασθένειας άφησε το Cambridge το 1873. Πέθανε στο York στις 6 Νοεμβρίου, 1878. Ο Κλαρκ κληροδότησε ένα ποσό χρημάτων σε έναν παλιό του συνάδελφο για τη δημιουργία θέσης λέκτορα στην Αγγλική λογοτεχνία. Αν και ο Κλαρκ ήταν κυρίως κλασσικός μελετητής, δημοσίευσε ελάχιστες μελέτες πάνω σ’αυτόν τον τομέα. Αφοσιώθηκε στη δημιουργία μιας συγκεντρωτικής έκδοσης των έργων του Αριστοφάνη, αλλά τελικά δεν την εξέδωσε ποτέ. Επισκέφτηκε την Ιταλία το 1868 με σκοπό να εξετάσει τα χειρόγραφα της  Ραβέννας καθώς και άλλα και επιστρέφοντας ξεκίνησε τις σημειώσεις του για τους Αχαρνής . Τις άφησε όμως ανολοκλήρωτες και έτσι ήταν αδύνατο να εκδοθούν ακόμη και μετά το θάνατο του( βλ. Journal of Philology, viii,1879).

 

Trinity College Δημιούργησε το Cambridge Journal of Philology και συνεργάστηκε με τον BH Kennedy James Riddell για τη δημιουργία του γνωστού έργου Sabrinae Corolla. Η δουλειά η οποία τον καταξίωσε είναι το έργο Cambridge Shakespeare (1863-6) και περιέχει μια συλλογή παλιότερων εκδόσεων και επιλεγμένων διορθώσεων που επιμελήθηκε ο Κλαρκ πρώτα με τον John Glover  και έπειτα με τον W. Aldis Wright. Με το έργο του Gazpacho (1853), ο Κλαρκ αφηγείται το ταξίδι του στην Ιταλία. Οι επισκέψεις του στην Ιταλία την εποχή της επανάστασης του Garibaldi και στην Πολωνία κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1863 περιγράφονται στο έργο του Vacation Tourists, με επιμέλεια F.Galton i και iii.  Ο HAJ Munro στο  Journal of Philology ( viii.1879) περιγράφει τον Κλαρκ ως τον πιο ταλαντούχο και πολυμήχανο άνθρωπο που έχει γνωρίσει. Βλ. επίσης παρατηρήσεις από τον W. Aldis Wright στο Academy (Nov, 23, 1878), R. Burn στο Athenaeum (Nov. 16, 1878). Notes and Queries, 5th series, x (1878), σελ. 400.

 

 

Peloponnesus: Notes of Study and Travel, London, 1858

 

 

Δρομολόγιο: Athens, Megara, Isthmus – Corinth, Nemea, Mycenae, Tiryns, Argos, Karya, Mantinea, Tripolitza, Tegea, Sparta, Xerokampo, Taygetus, Kalamata, Navarino, Vourkamo, Messene, Mavrozoumeno, Phigalea, Bassae, Andritzena, Olympia, Pyrgo, Elis, Patras, Vostizza, Meg.

 

Γλώσσα κειμένου: English Notes for the traveler. Fellow and tutor of Trinity College, Cambridge.

 

 

 

Σημείωση επιμελήτριας

 

* Δημόσιος Ρήτορας = Υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας του Πανεπιστημίου

 

Μετάφραση – Επιμέλεια: Κατερίνα Κυριακοπούλου 

 

 

 

Πηγές

 

 

Online Encyclopedia

Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ

 

Read Full Post »

Παρασκευόπουλος  Γ. Π. «Ταξίδια ανά την Ελλάδα», Ναύπλιον – Άργος

 

 

Από το βιβλίο τον δημοσιογράφου Γ. Π. Παρασκευόπουλου «Ταξίδια ανά την Ελλάδα», που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1869 σε σχήμα 21×14 cm και 442 σελίδες, αναδημοσιεύουμε τα αποσπάσματα, τα οποία αναφέρονται στο Ναύπλιο (σ. 58-67) και το Άργος (σ.168-170). Πρόκειται για δυο ενδιαφέροντα κείμενα, που αποπνέουν το πνεύμα της εποχής. Ας δούμε τη γράφουν.

 

 

Η βάρκα μάς έφερε βράδυ – βράδυ εις το Τολόν, το εύμορφο χωριό, με τα σπίτια του από δένδρα και πρασινάδα πλαισιωμένο. Το Τολόν είναι αποικία Κρητών, κατελθόντων από πολλών ετών εκ Κρήτης και συνοικισθέντων εκεί. Διενυκτερεύσαμεν εις το φιλόξενον οίκημα πρώην Δήμαρχου του χωρίου του Ζήρικα, πρωί πρωί δε επιβάντες ευδρόμου σούστας ηκολουθήσαμεν την προς το Ναύπλιον άγουσαν, αντικρίζοντες τα εύφορα και οπωροφόρα χωρία, την Παναγίτσαν, το Χαΐντάρι, τον Τζεφέραγα, τα Ίρια και δια της Προνοίας εφθάσαμεν κάτωθεν του Παλαμηδίου.

 

Ναύπλιο

 

ΝΑΥΠΛΙΟΗ παλαιά του Βασιλείου μας έδρα ζει με τας αναμνήσεις της. «Άμες ποκ’ ήμες». Πού αι προ εικοσαετίας συστοιχίαι των ιστιοφόρων πλοίων, τα οποία εστόλιζον τον ευρύν του Ναυπλίου λιμένα. Εκεί συνεκεντρούτο η πλουσία παραγωγή της Αρκαδίας, της Αργολίδος και μέρους της Κορινθίας ακόμη, και εκείθεν εξηκοντίζετο καθ’ όλην σχεδόν την Πελοπόννησον και εις άλλους της Ελλάδος τόπους. Κίνησις και εμπόριον και μεσίται και πλοίαρχοι και ναύται επλημμύρουν την παραλιακήν λεωφόρον από των τειχών των Ενετικών μέχρι τον προς την είσοδον φανού. Όλα τα παραλιακά καταστήματα έβριθον πλήθους συναλλαζομένου, πολυπράγμονος, πολυτεχνίτου. Σήμερον πού να σχετίσεις και συγκρίνεις την κατήφειαν και το πένθιμον της αγοράς προς την ακμήν και δράσιν παρελθόντων χρόνων. Ο ατμός πρώτος και ο ΣΠΑΠ τελευταίος εγονάτισαν το Ναύπλιον. Μετέβην εις το τελωνείον και συναντήσας τον τελώνην: Πώς πάν’ αι εισπράξεις, κύριε τελώνα; τον ερωτώ αυτός δε με ύφος κτηματίου που δεν παράγει το χωράφι του:

 

          Δεν μας βλέπετε με σταυρωμένα τα χέρια; Μόνον τις αγκινάρες για την Πόλη τελωνίζομε!

 

Πράγματι εμπορικώς εξέπεσε το Ναύπλιον το τελειωτικόν κτύπημα το έλαβεν από τον ΣΠΑΠ. Άλλοτε η βορειανατολική Πελοπόννησος ετροφοδοτείτο από το Ναύπλιον αλλά δια της αναπτύξεως της ατμοπλοίας επροτιμήθησαν άλλα κέντρα, ιδίως ο Πειραιεύς. Κατόπιν επήλθεν το κακόν του σιδηροδρόμου. Οι Τριπολίται άλλοτε επρομηθεύντο τα πάντα εκ Ναυπλίου, όπου συνεκεντρούτο το δια θαλάσσης εμπόριον. Τώρα κατ’ ευθείαν εκ Πειραιώς ή εξ Αθηνών χάρις εις τον σιδηρόδρομον. Δι’ αυτό και ο πληθυσμός του ηλαττώθη εις 11 χιλ.

Αλλ’ ηλαττώθησαν δια του σιδηροδρόμου και αι ωφέλειαι εκ των δικαστηρίων. Αφ’ ότου έλειψεν η εμπορική ζωή από το Ναύπλιον, όλον σχεδόν τον βίον του εξήρτησεν από τα δικαστήρια. Πόλις φυλακών και δικαστηρίων. Αλλ’ οι δια τας υποθέσεις των μεταβαίνοντες άλλοτε εκεί παρέμενον εκόντες άκοντες ημέρας πολλάς. Σήμερον δε η Κορινθία ολόκληρος, η μεγάλη δικαστική τροφοδότις του Ναυπλίου, συγκοινωνεί σιδηροδρομικώς, και έρχεται το βράδυ ο Κορίνθιος δια να απέλθη την επομένην.

Πρώτη εντύπωσις ην γεννά το Ναύπλιον: πόλις δικηγόρων και στρατιωτικών. Σώζει ακόμη πλήρη την στρατιωτικήν της όψιν, την επικρατούσαν και κυριαρχούσαν πάσης άλλης. Η σχετικώς ευρεία τετράγωνος πλατεία του, – ο μόνος πνεύμων δι’ ου αναπνέει η πόλις, – με τον ιστορικόν της πλάτανον, και αυτή κλείεται δια τον μεγάλου στρατώνος. Αν δε την ημέραν ποικίλλεται οπωσδήποτε η όψις του Ναυπλίου και ο περιφερόμενος εν τη πλατεία ευρίσκεται μεταξύ δυο ρευμάτων, του στρατιωτικού και του δικαστικού – δικηγόρων κ.λπ. – την νύκτα όμως νομίζεις ότι κοιμάσαι εις στρατόπεδον. Ανά πάσαν ώραν σε αφυπνίζουν αι βαρείαι κραυγαί των φρουρών του Ιτς-Καλέ και των φυλακών. Την νεκρικήν σιγήν της πόλεως όλης διακόπτει ο μονότονος ήχος του από του Ιτς  -Καλέ σημαίνοντος ωρολογίου, και επακολουθεί εν βαρύβρομον εν τη αποκλεισμένη πόλει: Φύλακες γρηγορείιιιτεεε! ως Χότζα φωνή επικαλουμένου τον Αλλάχ, επαναλαμβανόμενον κατά σειράν από της μιας άκρας του Ιτς – Καλέ μέχρι της τελευταίας ντάπιας του Παλαμηδίου υφ’ όλων των φρουρούντων στρατιωτικών. Και αι φωναί αύται εις την μελαγχολικήν της νυκτός σιγήν αντηχούν εις τα ώτα μου πενθίμως διεγείρουσαι αίσθημα τι μελαγχολίας, το οποίον καθίστα ακόμη μελαγχολικώτερον η ανάμνησις παρελθούσης ευκλείας του Ναυπλίου, όσην υπενθύμιζον.

 

Τα Ενετικά τείχη του Ναυπλίου, με την λαβυρινθώδη είσοδόν των, δεν υπάρχουν πλέον. «Sic transit...» Και αυτά εκρημνίσθησαν, κατόπιν αγώνων και δαπανών του Δήμου, σήμερον δε η πόλις επήρεν άλλον αέρα. Πολλοί των ευπόρων  Ναυπλιέων σκέπτονται να ιδρύσουν εκεί κομψάς οικίας, διότι κατέστη το ευαερώτερον και υγιεινότερον τμήμα της πόλεως, θα συνεπληρούτο μάλιστα το έργον, αν και αυταί αι αποθήκαι κατεδαφίζοντο. Αλλ’ όπως και αν έχει, η προς το μέρος του Βιβαριού άγουσα απέβη λαμπρότατος περίπατος, όπου και ο σταθμός του ΣΠΑΠ, πέραν δ’ αυτού λεωφόρος δενδροφυτευμένη, αποτελεί μοναδικήν τέρψιν περιπάτου.

Ακολουθήσατε με εις τας φύλακας του Βουλευτικού τας προ της κεντρικωτέρας πλατείας της πόλεως κειμένας. Τι σήψις ατμοσφαίρας και οργανισμών! Εντός μιας ισογείου καταβόθρας, αφωτίστου, ανηλίου, εστοιβαγμένοι περί τους είκοσι φυλακισμένοι, κάτωχροι, ασθενικοί, κουκουλωμένοι με τα παληόρρουχά των και άλλοι τρώγοντες, άλλοι κοιμώμενοι, άλλοι… κτενιζόμενοι! Μόλις μαζί μου είδον τον κ. Νομάρχην ηγέρθησαν όλοι ως εν σώμα και εις ένδειξιν ευλάβειας, εστάθησαν όλοι εν προσοχή. Αναβαίνομεν εις την επάνω αίθουσαν την θολωτήν εδώ σύνταγμα ολόκληρον κατεσκηνωμένον. Πανδαιμόνιον αμφιέσεων, κατατομών, φωνών , αλλαλαγμών. Φουστανελλοφόροι, φρακοφόροι, φεσοφόροι, πωγωνοφόροι, ως ποικιλία δε πρωτοτυπία εις την συλλογήν, ένα μικρό παιδάκι δεκαεξαετές το οποίον μετά μήνα… αποθητεύει! Εδώ σχετική καθαριότης και ανθρωπιά· αλλά τι να σου κάμουν τόσοι άνθρωποι στοιβαγμένοι. Το ψωμί των όμως, η δίαιτα των, ο μισθός των, τα ασπρόρουχά των τακτικώτατα.

Δια να μη μείνη παραπονεμένον και το αδύνατον φύλον, ας το ακολουθήσωμεν όπου το ρίψει η μοίρα του, έστω και εις τας φυλακάς ακόμη. Εντός οικήματος ευπρεπούς, οικοκυρευμένου- πράγμα φυσικόν αφού κατοικούν γυναίκες – υψηρόφου και ετοιμόρροπου, ευρίσκονται δέκα ή δώδεκα ατυχή αμαρτωλά πλάσματα κατηγορούμενα επί παιδοκτονία, μοιχεία, κλοπή, διγαμία, συζυγοκτονία, μητροκτονία! Ένα μπουκέτο χρυσών πράξεων. Και τι κρίμα! Είδα κοράσιον δεκαεξαετές, ευμελές, στρογγυλοπρόσωπον, με δυο μαύρα σβησμένα κάρβουνα για μάτια, με επιμελή κόμμωσιν και μιαν φούσταν γαλάζιου χρώματος πολύπτυχον, συμπαθές και σεμνόν την φυσιογνωμίαν, συγκινούν με το παραπονετικό της τακερόν βλέμμα, κατηγορούμενον, διατί νομίζετε; Επί εραστοκτονία! Κι εσκέφθην: Πώς τέτοια συμπαθής κεφαλή να κρύπτει στην καρδιά τόσον αποτρόπαιον πάθος! Μια άλλη δε πάλιν ήτο … έγκυος και επρόκειτο να γίνει η μετακομιδή της δια τα περαιτέρω…

Εννοείται ότι εις τας φύλακας αυτάς ούτε φρουρός ή κλητήρ ή αστυφύλαξ. Μόνον μια γραία τας επιτηρεί, χρησιμεύουσα δι’ αυτάς ως μήτηρ, αδελφή, οικονόμος.

Απέκτησεν όμως το Ναύπλιον λαμπρόν κρηπίδωμα και αποβάθραν. Έναρξιν των έργων αυτών έκαμεν ο προκάτοχος δήμαρχος Ναυπλιέων κ. Κωτσονόπουλος. Αλλ’ εξωδεύθησαν εκατοντάδες χιλιάδων δραχμών δι’ έργον όπερ κατ’ ουσίαν δεν μπορεί να χρησιμεύσει και πολύ, αφού ναυσιπλοϊκή κίνησις δεν υπάρχει καν. Εν τοσοούτω κοσμεί την πόλιν επαρκέστατα. Πόσον όμως αδικεί την πόλιν το φοβερόν αυτό Παλαμήδι – το οποίον άλλως τόσον την τιμά, κολοσσαίον τρόπαιον δόξης- και το Ιτς  -Καλέ. Επικάθηται επ’ αυτής δίκην εφιάλτου. Διότι δε αι ακτίνες του Φοίβου κρύπτονται από της πόλεως μέχρι της ενάτης και δεκάτης πρωινής, δια τούτο υγρά η πόλις με οικοδομάς αιωνίως ευρωτιώσας.

Πολύ ορθά δε κάποιος περιέβαλε το εσωτερικόν του Ναυπλίου προς το της Κερκύρας. Όπως εις αυτήν αι οδοί στενώταται καλδεριμόστρωτοι, με οικίας πολυωρόφους και πεπαλαιωμένας, ούτω και εις το Ναύπλιον. Τούτο δ’ είναι αποτέλεσμα ελλείψεως χώρου προς επέκτασιν της πόλεως, αφού και τας δυο τας περιορίζουν και τας περισφίγγουν  τα τρομερά κυκλώπεια Ενετικά τείχη. Και η μεν Κέρκυρα διέσπασε τους δεσμούς αυτούς και επεξετάθη προς την Γαρίτσαν, το αυτό δ’ επέτυχεν εσχάτως και το Ναύπλιον μετά την κατεδάφισιν των τειχών, εναγκαλισθέν το προάστειόν του, την Πρόνοιαν.

 

Παρά πολλών ομολογείται ότι το Ναύπλιον φημίζεται επί αριστοκρατία πνεύματος, μορφώσεως, γραμμάτων. Ευλόγως ονομάσθη η πνευματική πρωτεύουσα της Πελοποννήσου. Πολλαί αι στρατιωτικοί οικογένειαι εκ Ναυπλίου, και πλείστοι Ναυπλιείς κατέχουν πολλάς και υψηλάς δικαστικάς και διοικητικάς θέσεις· αλλά πρέπει να γίνει διάκρισίς τις ως προς το ζήτημα των ιστορικών οικογενειών. Διότι εκεί κατ’ αρχάς εγκατέστη η πρωτεύουσα του κράτους, ανεπτύχθη κοινωνική τις υπεροχή και εκ της συγκεντρώσεως όλων των αρχών εν αυτω,  διο και λείψανα της παρελθούσης ευκλείας σώζονται και μέχρι της σήμερον.

 

Άργος

 

scene-on-the-inachus-near-argos Μετά τρίωρον σιδηροδρομικόν νανούρισμα εκ Κορίνθου ευρίσκομαι προ του Πελασγικού Αργούς. Η πρώτη μου εντύπωσις, το ευπρεπές καφεστιατόριον του Σταθμού με τον μπαξέ του τον χειμερινόν, με το κιόσκι του το καλοκαιρινόν, με τα κρασιά του τα νεκτάρια – ευρήκα κρασί μποτιλιαρισμένο πέντε χρόνων, ανώτερον και σαμπάνιας. Και από του σταθμού τέταρτον ώρας εφ’ αμάξης εν μέσω των λινοθωρήκων Αργείων. Οποία η αντίθεσις του Αργούς από την Κόρινθον. Εις αυτήν κόσμος σποραδικός, εις το Άργος πλήθος μυρμηγκιών, καθ’ οδόν, εις τα καφενεία, τα καπηλεία, την αγοράν, την πλατείαν, τα εργαστήρια. Ζωή εδώ, και εμπόριον και παραγωγή και πλούτος. Έχει όμως άλλους πόρους το Άργος περιζήτητους, πλουτοφόρους έχει τα καπνά του, τα σάρωθρα του, τα δημητριακά του, τις αγκινάρες του ακόμη, από τας οποίας ικανός πλούτος εισρέει εις τα θυλάκια των Αργείων εκ Κωνσταντινουπόλεως ιδίως, Αιγύπτου και Σμύρνης. Ξεύρετε δε πόσον πωλούνται οι αγκινάρες δια το εξωτερικόν; Εικοσιπέντε λεπτά το ζεύγος, αλλ’ υπό τον όρον οι κάτοχοι αγκιναροφόρων αγρών να μη δύνανται να πωλώσιν εν Ελλάδι ούτε ένα ζευγάρι μέχρι τέλους Μαρτίου. Αυτή δε η ρήτρα εμπεριέχεται εις το μεταξύ εργολάβου και κτηματίου συμβόλαιον. Εν τοσούτω δεν πρέπει ν’ αθυμήσωμεν, διότι οι Ευρωπαίοι ή μάλλον οι Ανατολίται μας απορροφούν το ελαφρόν αυτό χειμωνιάτικον μαγειρικόν είδος, αφού εις αντιστάθμισμα τοιαύτης απώλειας λαμβάνομεν χρυσάφι, το οποίον τόσο μας ενθουσιάζει μετά τας τόσας παραφροσύνας των Μεγαλειοτάτων μωροπολιτευτών μας.

 

Και τί δεν παράγει το Άργος; Αρκεί μόνον να ενθυμηθήτε ότι, ερωτηθείσα ποτέ η Πυθία εις τους της αρχαιότητος χρόνους, περί των ιδιοτήτων εκάστης των τότε πόλεων, εχρησμοδότησε τα εξής δια το Άργος: «Γαίης μεν πάσης το Πελασγικόν Άργος άμεινον, Αργείοι λινοθώρηκες, κέντρα πτολέμοιο». Προσθέσατε δε εις την παχυτάτην γαίαν την φιλοπονίαν των κατοίκων κι έχετε το αύταρκες, το αυτοσυντήρητον, το ευπορούν. Αλλά οι Αργείου εσκέφθησαν πρακτικώτερον των σταφιδοκαλλιεργητών Πελοποννησίων. Δεν περιωρίσθησαν μόνον εις σταφιδοφυτείας, αλλά και εις άλλα γαιοπαραγωγικά ασχολήματα· ώστε εν αποτυχία του ενός είδους, να ελπίζουν από το άλλο, δι’ αυτό σήμερον, μ’ όλην την σταφιδικήν νέκραν της Πελοποννήσου, οι Αργείοι κινούνται, ικανοποιούνται, δεν πένονται. Οι Αργείοι κατόρθωσαν δια δαπάνης 60 χιλ. να διοχετεύσουν τα ύδατα του Ερασίνου, δι’ ων αρδεύονται και υδρεύονται τα 2/5 της πόλεως. Αλλά και δρόμων ευμοιρεί το Άργος και φωτισμού επαρκούς. Οι κάτοικοι υπερβαίνουν τας 9 χιλ.

 

 

Πηγή

  • Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος»,  τεύχος 11, 1994.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »