Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ίναχος (μυθολογία)

 


 

Ανιχνεύοντας τις πρώτες γενεαλογικές ρίζες του Ινάχου, μπαίνουμε όλο και βαθύτερα στα σκοτεινά μονοπάτια του χρόνου, μέχρι που αγγίζουμε τις απαρχές της εθνοφυλετικής μας γενέσεως.

Ο Ίναχος είναι γενάρχης της βασιλικής δυναστείας των Ιναχιδών, που πρώτη εγκαθίδρυσε την βασιλεία στο Άργος και από αυτόν ξεκινά η μυθολογία του Άργους.

Από τον Ίναχο αρχίζει η μυθολογική παράδοση, αλλά και η πανάρχαια ιστορική διαδρομή της Ιναχίας γης, όπως ήταν η αρχική ονομασία του τόπου, αλλά και όλης της Πελοποννήσου κατά τον τραγικό ποιητή Σοφοκλή[1].

Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, «στην ονομαζομένη σήμερα Ἀργολίδα δέν ὑπάρχουν μνñμες παλαιότερες ἀπό τόν Ἴναχο».

Η συνύφανση ιστορίας και μύθου που αναφέρονται στις απαρχές του αρχαίου Άργους και της πρώτης βασιλικής γενιάς του, ξεκινούν από το απώτατο παρελθόν, από την δυναστεία του Ουρανού – της φύτρας των θεών – και της Γαίας, οι οποίοι «᾽Ωκεανόν…καί Τηθύν ἐποίησαν τñς γενέσεως πατέρας».

« Αλλά κατόπιν (η γη) με τον Ουρανό επλάγιασε και γέννησε τον βαθυστρόβιλο Ωκεανό…και την γλυκόθωρη Τηθύα˙και η Τηθύς εγέννησε στον Ωκεανό τους Ποταμούς με τα νερά τα γοργοστρόβιλα…Είναι πολύ κοπιαστικό τα ονόματα όλων να αραδιάση ανθρώπου γνώση˙ξέρουνε τον καθένα αυτοί που ολόγυρά τους κατοικούνε»[2]

Ο ποταμός Ίναχος

Ο ποταμός Ίναχος

Παιδί του Ωκεανού και της Τιτανίδας Τηθύος μητέρας των ποτάμιων θεών, ήταν και ο Ίναχος, από τον οποίο πήρε το όνομά του ο ποταμός του Άργους. Κατά τους αρχαίους ιστορικούς εγκατέστησε την βασιλεία του στο Άργος πολλές γενεές προ του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος[3].

Ένας παλαιότερος κατακλυσμός που συνέβη στα χρόνια του, πλημμύρισε την αργολική πεδιάδα, μετατρέποντάς την σε μιαν απέραντη λίμνη, καθώς τα νερά της ενώθηκαν με αυτά του γειτονικού Αργολικού κόλπου.

Η Λάρισα, η κατοπινή ακρόπολη του Άργους, ο γιγάντιος βράχος που ορθωνόταν νότια (το Παλαμήδι), η Τίρυνθα, και πιο απόμακρα οι Μυκήνες, πρόβαλαν μοναχικά βραχονήσια μέσα στο θολό, απέραντο, υγρό στοιχείο. Οι λιγοστοί κάτοικοι τρομαγμένοι, άφησαν τον κάμπο και ζήτησαν σωτηρία ψηλά, στα σπήλαια των γύρω βουνών.

Όταν σταμάτησε ο κατακλυσμός κι άρχισαν να αποτραβιούνται τα νερά, πρόβαλαν λίγες οάσεις στεριάς, ανάμεσα σε αμέτρητα μικρά και μεγάλα ποτάμια. Ο Ίναχος κατέβασε τους ανθρώπους στα πεδινά και τους οδήγησε να μαζέψουν τα νερά των μικρών ποταμών στην κοίτη του μεγαλύτερου, που είχε βρει διέξοδο στη θάλασσα.

Η πεδιάδα ξανάπαιρνε σιγά σιγά ζωή. Για να τιμήσουν οι Αργείοι τον ευεργέτη τους Ίναχο, έδωσαν το όνομά του σ’ αυτό το ποτάμι που συγκέντρωσε όλα τα νερά και τα έστρεψε στον Αργολικό κόλπο[4].

Προηγουμένως – γράφει ο Απολλόδωρος – ονομαζόταν Καρμάνωρ και κατόπιν Αλιάκμων, ονομασίες που κατά την τοπική παράδοση σήμαιναν «ο ακαταπονήτως και μετά σπουδής ρέων προς την θάλασσαν».[5]

Ο ποταμός Ίναχος υπήρξε αντικείμενο λατρείας για τους πανάρχαιους κατοίκους της περιοχής και καθιερώθηκε ως ποτάμια θεότητα, γιατί σ’ αυτόν οφειλόταν όχι μόνο η ευφορία αλλά και η δημιουργία της ποταμογενούς αργολικής πεδιάδας, που ο Όμηρος ονομάζει «ούθαρ αρούρης», μαστάρι της γης. Καθώς έρεε αδιάκοπα από τα κατάφυτα και χιονοσκεπή αρκαδικά όρη και γονιμοποιούσε την πεδιάδα, της έδινε μια μεγαλοπρεπή και μαγευτική εικόνα.

Μετά από εξήντα χρόνια βασιλείας του Ινάχου, του οποίου η επικράτεια εκτεινόταν σε όλη σχεδόν την Βαλκανική χερσόνησο, ακολούθησαν άλλοι οκτώ Ιναχίδαι με πρώτο τον γιο του Φορωνέα που τον διαδέχθηκε:

 Πελασγός:   Κι όλα τα μέρη που ο αγνός περνάει Στρυμόνας

κι αφήνει δυτικά, στην εξουσία μου έχω.

Κι ακόμα ορίζω και των Περραιβών τη χώρα

και τα κείθ’ απ’ τον Πίνδο προς την Παιονία,

και της Δωδώνης τα βουνά, ως εκεί που κόβει

της θάλασσας το σύνορο˙ αυτούς τους τόπους ορίζω

κάτω ίσαμ’ εδώ.[6]

 

Υποσημειώσεις


[1] Ηλέκτρα, 1

[2] Ησιόδου Θεογονία, από 125, μετ. Π. Λεκατσά

[3] Αθ. Σταγειρίτου Ωγυγία τομ. Δ’ σελ.443

[4] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,5: « Ίναχον δε βασιλεύοντα τον τε ποταμόν αφ’ αυτού λέγουσιν ονομάσαι και θύσαι τη Ήρα».

[5] Αλιάκμων:άλς (=θάλασσα) + ακμαίνω (χτυπώ) > ο χτυπών με τα ορμητικά νερά του τη θάλασσα.

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ. 255-260, μετ. Ι. Γρυπάρη, εκδ. Εστίας:

   Πελασγός: Στρυμών, το προς δύνοντος ηλίου κρατώ

                  «Ορίζομαι δε την Περραιβών χθόνα πέλας,

                   όρη τε Δωδωναία συντέμνει δ’ όρος

                   υγράς θαλάσσης των δε επί τόδε κρατώ».

 

Βλέπε επίσης Ιωάν. Κοφινιώτη: 

 «Όταν δε εβασίλευεν ο Ίναχος εν τω Άργει, εξουσίαζε και όλην την χώραν δι ής ο Άλγος (Αξιός) και ο Στρυμών ρεί.

 Ώστε ο Ίναχος ήρχε και της Ηπείρου ήτις τότε Περραιβών εκαλείτο χώρα και είχεν εν εαυτή τα Κεραύνια (Δωδωναία) όρη παρά τα οποία τότε ευρίσκοντο οι Παίονες, και επομένως των Πελασγών το κράτος ορίζετο επί Ινάχου βορείως διά της σειράς του Αίμου, κατά δε τα επίλοιπα κύκλωθι μέρη υπό θαλάσσης, δηλαδή της από Ευξείνου μέχρι του Αδρίου εκτεταμένης θαλάσσης». (Ιστορία του Άργους σελ. 124)

 Σημ. Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής είχε γράψει έργο με τίτλο «Ίναχος», αποσπάσματα του οποίου βρέθηκαν σε παπύρους της αρχαίας Αιγυπτιακής πόλης Οξυρρύγχου και φυλάσσονται στην Οξφόρδη. (Βλέπε Ελένης Νικολαΐδου Σοφοκλής ο μεγάλος τραγικός, εκδ. Σαββάλα, σελ.88).

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

Λίνος (μυθολογία)


 

Ο Λίνος ήταν ένας πολύ όμορφος νέος που πέθανε πρόωρα και καθημερινά τον θρηνούσαν οι Μούσες. Οι εκδοχές για την γενεαλογία του είναι διάφορες. Κατά τον Απολλόδωρο ήταν γιος της Μούσας Ουρανίας ή της Τερψιχόρης ή της Ευτέρπης και του Οιάγρου. Ο Παυσανίας (Θ 29.6) θεωρεί ως πατέρα του τον γιό του Ποσειδώνα, Αμφίμαρο.

Η άλλη εκδοχή δέχεται ότι πως ήταν γιος της Νύμφης ψαμάθης και του Απόλλωνα. Η μητέρα του, επειδή φοβήθηκε την οργή του πατέρα της Κρότωπα, τον εγκατέλειψε και τον κατασπάραξαν τα άγρια σκυλιά.

Όταν ο Κρότωπας – βασιλιάς του Άργους – έμαθε το αμάρτημα της κόρης του, την έθαψε ζωντανή. Ο Απόλλων, για εκδίκηση, έστειλε αρχικά κατά του Άργους ένα τέρας, την Ποινή, το οποίο άρπαζε τα παιδιά από την αγκαλιά των Αργειτισσών. Αργότερα, όταν η Ποινή σκοτώθηκε από κάποιο Αργείο ήρωα, έστειλε λιμό απ’ τον οποίο πέθαιναν οι Αργείοι αδιακρίτως ηλικίας.

Σύμφωνα με το χρησμό που τους δόθηκε, ο Απόλλωνας σταμάτησε το λιμό, αλλά οι Αργείοι τελούσαν κάθε χρόνο το μήνα Αρνείο, γιορτή στην οποία θυσίαζαν αρνιά, σκότωναν τα σκυλιά που τυχόν συναντούσαν στο δρόμο και οι γυναίκες θρηνούσαν την τύχη του Λίνου με το θλιβερό τραγούδι, το Αίλινον, που ονομάστηκε έτσι από την θρηνώδη προσφώνηση « Αϊ Λίνε» με την οποία άρχιζε και τελείωνε η επωδός του. Η γιορτή αυτή λεγόταν Αρνηίς ή Κυνοφόντις.

Ο Λίνος ήταν ο μεγαλύτερος μουσικός της εποχής του και σκοτώθηκε από τον πατέρα του Απόλλωνα, γιατί θέλησε να εξισωθεί στο τραγούδι με τον θεό.

Υπάρχει όμως και η γνώμη, ότι ολόκληρος ο μύθος του Λίνου πλέχτηκε γύρω από το Αίλινον, το πανάρχαιο τραγούδι, το οποίο κατά τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο (παρ. Αθην.XIV 619) δεν ήταν μόνο θρήνος αλλά και ύμνος που αναφέρεται και από τον Όμηρο ( Ιλιάδα Σ 570) και τον Ησίοδο ( αποσπασμ. 211,212) ενώ στην πραγματικότητα ο Λίνος ήταν φιλόσοφος και γραμμα- τικός, αν και δεν σώθηκε κανένα από τα έργα του.

Μεταγενέστεροι συγγραφείς αμφισβητούν την όλη συγγραφική του δραστηριότητα. Μια άλλη παράδοση τον φέρει ως δάσκαλο του Ηρακλή στη μουσική.

Κατά τον Απολλόδωρο ήταν αδελφός του Ορφέα, τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλής, όταν τον τιμώρησε την ώρα της διδασκαλίας της λύρας.

Ο Λίνος αναφέρεται ως εφευρέτης της τρίχορδης λύρας, μιας νέας χορδής ( λιχανός), ως επίσης  του  άσματος, του  ρυθμού  και γενικά της μουσικής, ακόμη δε της ποίησης και τέλος « παντοίας σοφίας».   

Κατά τον Πλούταρχο ήταν σύγχρονος του Αμφίονα και συνθέτης θρήνων, κατά δε τον Πλίνιο αναφέρεται ως εφευρέτης της κιθαρωδίας.

Τον τάφο του Λίνου τον έδειχναν σε διάφορα μέρη όπως στο Άργος, στην Πιερία, στον Ελικώνα, στη Θήβα, στην Εύβοια και στην Χαλκίδα.

Ο Λίνος, λένε, δίδαξε το αλφάβητο στον Ηρακλή κι ότι είναι ο πρώτος που έφερε το αλφάβητο στην Ελλάδα.

Γι’ αυτόν τον Λίνο γνώριζαν όλοι, ότι αυτός, ένας γιος του Απόλλωνα ή της Μούσας Ουρανίας ( Ευριπίδης, Ικέτιδες) πέθανε από βίαιο θάνατο κι ότι όλοι οι τραγουδιστές κι οι λυράρηδες  σε κάθε συμπόσιο και κάθε χορό τον μοιρολογούσαν.

Μια άλλη διήγηση έλεγε ότι τον σκότωσε ο Κάδμος γιατί ήθελε να είναι ο πρώτος που θα έφερνε στους Έλληνες την γραφή.

 

Πηγή

  •   Γεώργιος Βασ. Σιέττος, «Τα Ορφικά Μυστήρια», Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, Αθήνα, 1993.

Καρίγιαννης Αθανάσιος (Οπλαρχηγός)


 

Μανιάτης οπλαρχηγός που διακρίθηκε για τον ηρωισμό του κατά την επανάσταση του 1821. Όταν τον Ιούλιο του 1822 τα πρώτα τμήματα της στρατιάς του Μαχμούτ πασσά Δράμαλη επιτέθηκαν στο αργολικό πεδίο, το οποίο και είχαν εκκενώσει οι Έλληνες, ο Καρίγιαννης, ο οποίος βρισκόταν στο Άργος εκείνες τις ημέρες της φυγής και του τρόμου, πήρε δέκα οπλίτες και ανέβηκε άφοβα στο φρούριο του Άργους υψώνοντας την σημαία του σ’ αυτό.

Όταν μετά από λίγες ημέρες είδε 50 Τούρκους ιππείς να εισέρχονται στο Άργος, τους επιτέθηκε σκοτώνοντας κάποιους από αυτούς και τρέποντας τους υπόλοιπους σε φυγή. Το παράδειγμα του γενναίου Καρίγιαννη βρήκε μετά από λίγες μέρες και άλλους γενναίους μιμητές.

Οι οπλαρχηγοί Μπαρμπιτσιώτης, Κατσάκος, Κουμουστιώτης και Ζαχαρόπουλος ανέβηκαν με 200 οπλίτες στο φρούριο, το οποίο και αργότερα ενισχύθηκε από άλλους 500 με τους Δημήτριο Υψηλάντη, Γεώργιο και Ιωάννη Μαυρομιχάλη και Πάνο Κολοκοτρώνη.

 

 

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος – Peter Von Hess

 

 

Μετά την κάθοδο της στρατιάς του Δράμαλη στο αργολικό πεδίο και τον αποκλεισμό του φρουρίου του Άργους από τον πολυάριθμο στρατό του εχθρού, οι Έλληνες με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και των Αντ. Μαυρομιχάλη προσπάθησαν, πλησιάζοντας τον τουρκικό στρατό, να βοηθήσουν την έξοδο των Ελλήνων από το φρούριο.

Οι Έλληνες, επωφελούμενοι το σύντομο χρονικό διάστημα που είχαν στη διάθεσή τους, κατάφεραν να βγουν από το φρούριο όλοι σώοι και αβλαβείς, εκτός από τον Καρίγιαννη, ο οποίος κοιμόταν αμέριμνος σε κάποια γωνιά. Όταν ξύπνησε και συνειδητοποίησε πως ήταν μόνος ανάμεσα στον εχθρό, που εκείνη την ώρα συγκέντρωνε λάφυρα, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Καλύπτοντας το κεφάλι του με μία κατσαρόλα και έχοντας στα χέρια του το όπλο του και άλλα ασήμαντα σκεύη, πέρασε τραγουδώντας και χορεύοντας ανάμεσα στους Τούρκους που τον θεώρησαν συμπατριώτη τους που μετέφερε τα λάφυρά του. Έτσι ο Καρίγιαννης ενώθηκε και πάλι με τους συντρόφους του χωρίς καν να τραυματιστεί.  

 

Ο Τρικούπης γράφει:

«Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν, ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα εν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν ΄Αργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του ΄Αργους και ύψωσε σημαίαν”.

 

Στον Άγγλο Φίνλεϋ διαβάζουμε:

» Όταν ο Δράμαλης εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ΄Αργος, είχε περίπου δέκα χιλιάδες άνδρες κάτω από την άμεση διοίκησή του, και οι μισοί σχεδόν από αυτούς είτανε ιππείς. Ενώ οι υπουργοί, οι γερουσιαστές και οι καπετανέοι της Ελλάδας τα σκάγανε στα πλοία που είτανε αγκυροβολημένα στη Λέρνα και οι οπαδοί λεηλατούσαν την πόλη, ένα σώμα εθελοντών έπιασε το ερειπωμένο κάστρο της Λάρισας, όπου βρισκότανε η αρχαία Ακρόπολη του Άργους. Η πατριωτική στάση αυτών των ανδρών μέσα στο γενικό πανικό, είναι τόσο αξιέπαινη, ώστε θα έπρεπε το όνομα του καθενός να παραδοθεί στην ευγνωμοσύνη της Ελλάδας. Ένας Μανιάτης αξιωματικός ο Αθανάσιος Καρίγιαννης, υπερηφανευόταν ότι είταν ο πρώτος που μπήκε στη θέση και ο τελευταίος που την εγκατέλειψε”.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.
  • Αναργύρου Γ. Κουτσιλιέρη, «Ιστορία της Μάνης», Εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα, 1996.

 

 

Υπερμνήστρα (μυθολογία) 


 

Η πιο γνωστή απ’ τις πενήντα κόρες του Δαναού, βασιλιά του Άργους, ανιψιά, όπως και οι αδελφές της του Αιγύπτου, εγγονή του Βήλου και της Αγχιρρόης, δισεγγονή της Λιβύης και του Ποσειδώνα, τρισεγγονή του Έπαφου και τετράκις εγγονή της Ιώς και του Δία.

Η μόνη, από τις 50 αδελφές της, που δεν σκότωσε τον άντρα – εξάδελφό της την πρώτη νύχτα του γάμου της όπως τις είχε συμβουλεύσει ο πατέρας τους Δαναός.

Υπερμνήστρα

Σύμφωνα με το μύθο, ενώ ο Δαναός ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του, κατέπλευσε στο Άργος ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του και αξίωσε να πραγματοποιηθούν με τη βία οι γάμοι των γιων του με τις κόρες του αδελφού του. Ο  Δαναός αρνήθηκε και πάλι και οι γιοι του Αίγυπτου πολιόρκησαν το Άργος. Ο Δαναός με τις κόρες του κλείστηκαν στην ακρόπολη του Άργους, αλλά στην πόλη δεν υπήρχαν πήγες και δεν είχαν νερό. Όταν ο Δαναός κατάλαβε ότι η δίψα θα τον κάνει γρήγορα να παραδοθεί, προσποιήθηκε ότι δέχεται να κάνει αυτό που του ζητούσαν οι γιοι του Αιγύπτου, εάν αυτοί θα έλυναν την πολιορκία. Έτσι λύθηκε η πολιορκία και κανονίστηκε να γίνει ομαδικός γάμος.

Τα ανδρόγυνα τα ζευγάρωσε ο Δαναός. Σε κάποια ζευγάρια η εκλογή του οφειλόταν στο γεγονός ότι νύφη και γαμπρός είχαν μητέρες της ίδιας κοινωνικής τάξης. Σε άλλα ζευγάρια έμοιαζαν τα ονόματά τους και έτσι η Κλείτη, η Σθενέλη και η Χρυσίππη παντρεύτηκαν τον Κλείτο, το Σθένελο και το Χρύσιππο. Για τα υπόλοιπα ο Δαναός τράβηξε κλήρο μέσα από ένα κράνος και, αφού ο κάθε νέος έμαθε ποια νύμφη θα παντρευτεί, ακολούθησαν οι γαμήλιες τελετές και ο Δαναός παράθεσε συμπόσιο, όπου έψαλαν και το τραγούδι του γάμου, τον Υμέναιο.

Επειδή όμως ο Δαναός φοβόταν ακόμη το χρησμό, που έλεγε ότι θα τον σκοτώσει ένας γιος του αδελφού του, πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου μάζεψε τις κόρες του, τους μοίρασε μυτερές βελόνες, που τις έκρυψαν μέσα στα μαλλιά τους, και τις πρόσταξε να σκοτώσει καθεμιά τον άντρα της στον ύπνο του την πρώτη νύχτα του γάμου, όταν θα έχει αποκοιμηθεί, απειλώντας με θάνατο όποια δειλιάσει και παρακούσει την εντολή του. Οι Δαναΐδες υπάκουσαν στην πατρική προσταγή και τα μεσάνυχτα, μετά το γαμήλιο γλέντι, καθεμιά κάρφωσε τον εξάδελφο και σύζυγό της στην καρδιά.

Μόνον ένας επέζησε, ο Λυγκέας, που η σύζυγός του η Υπερμνήστρα του έσωσε τη ζωή είτε γιατί ο σύζυγος και εξάδελφός της είχε σεβαστεί την παρθενιά της, είτε γιατί  υπερίσχυσε ο πόθος της μητρότητας, είτε γιατί το ερωτεύτηκε το παλικάρι και από αγάπη και συμπάθεια του χάρισε τη ζωή  και δεν τον θανάτωσε. Τον βοήθησε μάλιστα να το σκάσει από την πόλη και να πάει στη Λυγκεία, εξήντα στάδια μακριά, και να ανάψει έναν πυρσό, σύνθημα ότι είχε φτάσει σώος, ενώ ανέλαβε κι αυτή την υποχρέωση να απαντήσει με άλλον πυρσό από την ακρόπολη. Από τότε οι Αργείοι εξακολουθούσαν κάθε χρόνο να ανάβουν πυρσούς σε ανάμνηση αυτής της συμφωνίας.

 

Οι Δαναΐδες σκοτώνουν τους συζύγους τους. Danaïdes tuant leurs maris. Miniature extraite des Epistres d’Ovide (Héroïdes), traduction d’Octavien de Saint-Gelais, 1496-1498. Bibliothèque nationale de France (BNF).

 

Το πρωί ο Δαναός πληροφορήθηκε την ανυπακοή της Υπερμήστρας,  που παράκουσε τη διαταγή του και δε θανάτωσε το σύζυγό της  Λυγκέα. Αμέσως τη φυλάκισε για να την τιμωρήσει και την πέρασε από δίκη. Η δίκη αυτή έγινε στον ιστορικό χώρο του αρχαίου Κριτηρίου του  Άργους.  Οι Αργείοι όμως επικαλούμενοι το θεϊκό νόμο της Αφροδίτης, προστάτιδας της συζυγικής κλίνης, αρνήθηκαν την καταδίκη. Έτσι η Υπερμνήστρα με τη βοήθεια της Αφροδίτης, που προσήλθε μάρτυρας υπεράσπισης, αθωώθηκε! Ο Λυγκέας και η Υπερμήστρα ενώθηκαν πάλι, ο Δαναός και ο Λυγκέας συμφιλιώθηκαν και ο Λυγκέας έγινε γενάρχης του βασιλικού γένους των Αργείων και απόλυτος κύριος στο Άργος και αναγνωρίστηκε βασιλιάς μαζί με την Υπερμνήστρα, που αφιέρωσε στο ναό του Λύκειου Απόλλωνα ένα ξόανο της Αφροδίτης.

Ύστερα απ’ αυτά ο Λυγκέας παράχωσε τα κεφάλια των δολοφονημένων αδελφών του στη Λέρνη και κήδεψε τα σώματα τους με όλες τις τιμές κάτω από τα τείχη του Άργους. Οι Δαναΐδες, αφού καθαρίστηκαν για το ανοσιούργημά τους από την Αθηνά και τον Ερμή στη λίμνη Λέρνη, ήρθαν σε δεύτερο γάμο με ντόπιους νέους. Ο Δαναός προκήρυξε γαμήλιους αγώνες, τα «Σθένεια», και στον κάθε νικητή έδινε για έπαθλο μια κόρη του. Έτσι έκανε γαμπρούς τους άριστους από τους Αργείους νέους και οι Δαναΐδες έγιναν μητέρες των απόγονων του Δαναού, από τους οποίους προήλθε μια μεγάλη γενιά ένδοξων ηρώων, μεταξύ των οποίων ο Παλαμήδης και ο Ηρακλής.

Όταν πέθανε ο Δαναός, οι Αργείοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη τους, τον ενταφίασαν στο κέντρο της αγοράς και κόσμησαν τον τάφο του με ένα λαμπρό μνημείο, ενώ στους Δελφούς έστησαν ανδριάντα του μαζί με της Υπερμνήστρας με την επιγραφή:  «Οι ανδριάντες αυτοί εικονίζουν ήρωες˙ τον ισχυρότερο βασιλιά του Άργους Δαναό και την Υπερμνήστρα, η οποία μόνη από τις αδελφές της είχε τα χέρια αμόλυντα».

Τις κόρες όμως του Δαναού, τις Δαναΐδες, μολονότι η Αθηνά και ο Έρμης με την άδεια του Δία τις εξάγνισαν, οι Κριτές των Νεκρών τις καταδίκασαν μετά το θάνατό τους και την κάθοδό τους στον Άδη να μεταφέρουν και να ρίχνουν αιώνια νερό σε ένα πιθάρι τρύπιο σαν κόσκινο («τετρημένον πίθον»), για να τιμωρηθούν για τη δολοφονία των συζύγων τους την πρώτη νύχτα του γάμου.

 

 Πηγές


  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των Αιώνων, Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996.
  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.
  • Αλέξης Τότσικας, Μύθος και Ιστορία, Άργος, 2018.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Άντεια (μυθολογία)


  

Από τον πόθον άναψε κρυφά μ’ αυτόν να σμίξη

η δέσποιν’ Άντεια, γυνή του Προίτου. Αλλά σ’ εκείνην

δεν έστεργε ο καλόγνωμος χρηστός Βελλερεφόντης

κι η  Άντεια  ψευδολόγησε του Προίτου: «Ν’ αποθάνης,»

του είπε, «ω Προίτε, ή φόνευε συ τον Βελλερεφόντην,

που θέλ’ εμέν’ αθέλητην εκείνος να φιλήσει». (Ιλ. VI, 164-165).

 

Κόρη του Ιοβάτη της Λυκίας, παντρεύτηκε τον βασιλιά της Τίρυνθας Προίτο, γιό του Άβαντα, όταν είχε διωχτεί απ’ τον αδελφό του Ακρίσιο απ’ το Άργος, κι είχε καταφύγει στη Λυκία.

Γνωστή απ’ τον άνομο έρωτά της προς τον Βελλεροφόντη, γιό του Γλαύκου της Κορίνθου, που «οι θεοί κάλλος τε και ηνορέην ώπασαν». (Ιλ. VI, 156).

Όταν ο νέος απέκρουσε τον έρωτά της, πήγε στον άντρα της και του είπε «τεθναίης, ώ Προίτ’, ή κάκτανε Βελλεροφόντην, ος μ’ έθελεν φιλότητι μιγήμεναι, ουκ εθελούση»(Ιλ. VI, 164-165).

Ο Προίτος αγανάκτησε, αλλά μη θέλοντας ως οικοδεσπότης να σκοτώσει τον φιλοξενούμενό του « στίματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πικτώ θυμοφθόρα πολλά»(Ιλ.VI, 168-169) τα έστειλε με τον νέο στον πεθερό του για να τον σκοτώσει αυτός. Από εδώ  αρχίζουν τα κατορθώματα του  ήρωα – πρώτη  πηγή ο Όμηρος (Ιλ. VI, 179 κεξ.).

Το πάθος της Άντειας, που θυμίζει την όμοια περίπτωση της γυναίκας του Πουτιφάρ, απ’ όπου η διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης Ιωσήφ – γυναίκας του Πετεφρή, της Φαίδρας και του Ιππόλυτου, της Δημαινέτης και του Κνήμονα, της Ζουλέϊκας – Ιωσήφ και της Βασίλισσας και του προγονού της [Ιστορία των Επτά Σοφών], ενέπνευσε τον Ευριπίδη που έγραψε την τραγωδία Σθενέβοια.

Από την τραγωδία αυτή που η ηρωΐδα από Άντεια καλείται Σθενέβοια,  σώθηκαν λίγα αποσπάσματα.

 

Πηγή


  •  Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

Λυσίππη και Ιφιάνασσα (μυθολογία)


 

Κόρες του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας και της Άντειας, εγγονές του Άβαντα, δισέγγονες του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας. Τις τρέλανε ο Διόνυσος ή η Ήρα επειδή δεν τιμούσαν την λατρεία τους.

Κάτω απ’ την μανία τους περιφέρονταν μισόγυμνες στην Πελοπόννησο. Ο Προίτος κάλεσε τον μάντη και γιατρό Μελάμποδα, γιο του Αμυθάονα* να τις γιατρέψει, αλλά αυτός ζήτησε αμοιβή το ένα τρίτο του βασιλείου. Ο Προίτος οργίστηκε και τον έδιωξε. Τον ξανακάλεσε όμως όταν είδε πως η αρρώστια απλωνόταν και σ’ άλλες γυναίκες του βασιλείου.

Ο Μελάμπους** όμως, αυτή την φορά ζήτησε άλλο ένα τρίτο του βασιλείου για τον αδελφό του Βίαντα. Ο Προίτος υπέκυψε. Ο Μελάμπους θεράπευσε  τις νέες. Παντρεύτηκε τότε την Ιφιάνασσα ενώ ο Βίας πήρε την Λυσίππη.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Γιος του Κρηθέα και της Τυρούς (αδελφός του Αίσωνα και του Φέρη – ιδρυτή των Φερών) πατέρας του Βίαντα, μυθολογικού ιδρυτή της Πύλου.

** Οι Προιτίδες, Λυσίππη και Ιφιάνασσα, θυγατέρες του Προίτου χάνουν τα λογικά τους και τρέχουν εδώ κι εκεί στην εξοχή μουγκανίζοντας σαν αγελάδες. Η τρέλα τους γίνεται μεταδοτική και όλες οι γυναίκες της Τίρυνθας τις ακολουθούν στις περιπλανήσεις τους. Έντρομος ο Προίτος απευθύνεται στο μάντη Μελάμποδα που δέχεται να γιατρέψει τις τρελές, αν του παραχωρήσει ο πατέρας τους το ένα τρίτο από το βασίλειό του. Η απαίτηση αυτή εκνευρίζει τον Προίτο, μα ο Μελάμποδας δεν κάνει την παραμικρότερη παραχώρηση, κι απεναντίας, σ’ ένα δεύτερο διάβημα του Προίτου, αυξάνει τις απαιτήσεις του. Κι ο δύστυχος πατέρας αναγκάζεται να δεχτεί. Και τότε ο μάντης αρχίζει να κυνηγά τις άτυχες νεαρές κοπέλες με τη συνοδεία νέων που μπήγουν κάθε τόσο άγριες κραυγές. Μόνο κοντά στη Σικυώνα καταφέρνει ο Μελάμποδας να φτάσει τη Λυσίππη και την Ιφιάνασσα. Τις υποβάλλει σε καθαρμό και παίρνει γυναίκα του τη μια, ενώ η άλλη παντρεύεται τον αδελφό του Βίαντα.

*** Η τρέλα των Προιτίδων θυμίζει εκείνη της Αγάνης, της μητέρας του Πενθέα των Θηβών, γιου του Εχίωνα και  εγγονού του Κάδμου και των Θηβαίων γυναικών. Βλ. Ευριπίδη «Βάκχαι».  

  

Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

 

Δανάη (μυθολογία)


 

Η Δανάη και η Χρυσή Βροχή.

Η Δανάη και η Χρυσή Βροχή.

Κόρη του Ακρίσιου βασιλιά του Άργους, αδελφού του Προίτου και της Ευρυδίκης, κόρης του Λακεδαίμονα,  ξαδέλφη της Λυσίππης και Ιφιάνασσας, εγγονή του Άβαντα, δισέγγονη του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας και μητέρα του ημίθεου ήρωα Περσέα. Ο Ακρίσιος δεν είχε διάδοχο, το μαντείο που ρώτησε του είπε πως θα τον διαδεχτεί ο εγγονός του και πως θα κάνει ένδοξο το βασίλειο, με την διαφορά πως θα τον σκοτώσει. Για να μην επαληθευτεί ο χρησμός, όμοια όπως έκανε ο Λάιος με τον Οιδίποδα, «υπό γην θάλαμον κατασκευάσας χάλκεον» έκλεισε (ο Λάιος απέρριψε τον Οιδίποδα) σ’ αυτόν την Δανάη, για να μη γίνει μητέρα.

Ο Δίας όμως μαγεμένος από τα θέλγητρα της Δανάης μπήκε απ’ την οροφή ως χρυσή βροχή και η Δανάη συνέλαβε και γέννησε τον Περσέα. Ο Ακρίσιος πήρε τότε ένα κιβώτιο, έκλεισε σ΄ αυτό  μητέρα και παιδί, και το πέταξε στη θάλασσα. Τα κύματα όμως, έφεραν το κιβώτιο στη Σέριφο, όπου βασίλευε ο Πολυδέκτης. Το βρήκε ο αδελφός του Δίκτυς που εργαζόταν ως ψαράς. Ο Πολυδέκτης ερωτεύτηκε την Δανάη, αλλά από φόβο προς τον Περσέα που ανδρώνονταν μέρα με την μέρα σκέφτηκε ένα σατανικό τρόπο για να απαλλαγεί απ’ αυτόν. Ανήγγειλε πως θα παντρευτεί την Ιπποδάμεια του Οινόμαου και ζήτησε τα καθιερωμένα δώρα του γάμου απ’ τους υπηκόους του.

 

«Δανάη», Αγνώστου, κύκλος Jean-Baptiste Regnault, τέλη 18ου – αρχές 19ου αιώνα, λάδι σε καμβά.

 

Τότε ο Περσέας του έταξε ως δώρο το κεφάλι της Γοργόνας. Ο Πολυδέκτης γνωρίζοντας πως ο Περσέας οδεύει προς τον θάνατο δέχτηκε. Από δω αρχίζουν τα θαυμάσια κλέα του ήρωα που τα περιγράφουν η «Θεογονία», η «Ασπίς Ηρακλέους», ο Απολλόδωρος και άλλοι.

Όταν γύρισε, βρήκε την Δανάη και τον Δίκτυ ικέτες μπρος στους βωμούς των θεών, γιατί  τους απειλούσε ο Πολυδέκτης, πιστεύοντας πως ο Περσέας δε θα γυρίσει. Τότε ο Περσεύς μπήκε στα ανάκτορα και δείχνοντας στον διώκτη το κεφάλι της Γοργόνας τον απολίθωσε. Ανέβασε στο θρόνο τον Δίκτυ και μαζί με τη Δανάη και τη γυναίκα του Ανδρομέδα πήρε το δρόμο για το Άργος. Το έμαθε ο Ακρίσιος και κατέφυγε στους Πελασγούς της Θεσσαλίας.

Τότε όμως έτυχε ο βασιλέας της Λάρισσας να τελεί επικήδειους αγώνες προς τιμή του πατέρα του. Σ’ αυτούς πήρε μέρος κι’ ο Περσεύς και στον αγώνα του πένταθλου, ρίχνοντας τον δίσκο σκότωσε άθελά του τον Ακρίσιο που ήταν εκεί θεατής.

Όταν γύρισε στο Άργος δεν κράτησε τον θρόνο αλλά τον αντάλλαξε με εκείνον του Μεγαπένθη, γιου του Προίτου, πρωτοξάδελφου της Δανάης και βασιλεύοντας σ’ αυτόν, έγινε πρόγονος των Περσιδών απ’ όπου κατάγεται κι’ ο Ηρακλής.

 

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.

Αμυμώνη (μυθολογία)


 

Αμυμώνη  του Félix-Henri Giacomotti

Αμυμώνη του Félix-Henri Giacomotti

Μια απ’ τις πενήντα Δαναΐδες, κόρη του Δαναού. Μητέρα της Αμυμώνης ήταν η Ευρώπη, και επομένως η Αμυμώνη ήταν ομοθαλής αδελφή της Αγαύης ή Αγαυής, της Αυτομάτης και της Σκαιής. Η Αμυμώνη, κατά την επικρατούσα εκδοχή, παντρεύτηκε τον γιο του Αιγύπτου Εγκέλαδο και τον δολοφόνησε την πρώτη νύχτα του γάμου τους, όπως έπραξαν με τους συζύγους τους και οι άλλες 48 από τις Δαναΐδες. Ωστόσο, το όνομά της (που σημαίνει «αθώα») την ταυτίζει ίσως με την Υπερμήστρα, τη μόνη Δαναΐδα που δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της. Όταν έφτασε μαζί με τον πατέρα και τις αδελφές της στο Άργος, βγήκε όπως και οι άλλες, με διαταγή του τελευταίου να αναζητήσει νερό.

Αποκομμένη κάποια στιγμή δέχτηκε επίθεση Σατύρου. Κάλεσε σε βοήθεια τον Ποσειδώνα, που την έσωσε, αλλά την έκανε δική του. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο ιδρυτής της Ναυπλίας, Ναύπλιος.

Στη θέση που την έκανε δική του ο Ποσειδώνας χτύπησε το έδαφος με την τρίαινά του κι’ ανέβλυσε πηγή, η γνωστή, ως τις μέρες μας, πηγή της Αμυμώνης.

   

Πηγές


  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969.
  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Ζαβιτσάνος Γεώργιος (1838-1893)


  

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Έλληνας χημικός γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1838 και πέθανε στην Αθήνα το 1893. Μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών γράφτηκε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Φυσικές Επιστήμες. Δύο χρόνια μετά πήγε στο Παρίσι και συνέχισε τις σπουδές του στο ανώτερο φαρμακευτικό σχολείο, από το οποίο κατόπιν ευδοκίμου πτυχιακής εξετάσεως πήρε τον τίτλο του «πρωτοταγούς  φαρμακέως». Στο Παρίσι έγραψε την πραγματεία «Περί της επιδράσεως του φωσφόρου εις τον ζωικόν οργανισμό».

Το 1863 έγινε υφηγητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, το1869 διορίστηκε έκτακτος  καθηγητής της φαρμακευτικής χημείας και συνταγολογίας. Το 1875 τακτικός καθηγητής. Υπήρξε εύγλωττος και μεθοδικός διδάσκαλος και πολύ καλός πειραματιστής.

Εξέδωσε: «Φαρμακευτικόν δελτίον» επί μια τετραετία, «Φαρμακευτική χημεία»  (τ.Α΄), «Ουρολογίαν», «Συνταγολογία», μετέφρασε δε τα χημικά σύμβολα, έτσι ώστε να γράφει  Αργ = αργίλλιον, Μ = μόλυβδος, Λ= λευκόχρυσος, Χρ = χρυσός κλπ.

Ως αντιπρόσωπος της Ελλάδος παρακάθησεν σε ευρωπαϊκά συνέδρια υποβάλλοντας ανακοινώσεις «Περί της φαρμακευτικής εκπαιδεύσεως» και «Περί των εν Ελλάδι τελουμένων νοθειών», οι οποίες κρίθηκαν πολύ επιτυχείς. 

  

Πηγή


  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.

Λάνδερερ Ξαβέριος (Xaver Landerer, 1809-1885)


 

Ο πρώτος καθηγητής της Χημείας στην Ελλάδα.

 

Πορτρέτο του καθηγητή Ξαβιέρου Λάνδερερ (1809-1885). Συλλογή φωτογραφιών του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ξαβέριος Λάνδερερ γεννήθηκε σε προάστιο του Μονάχου της Βαυαρίας το 1809, σπούδασε φυσικές επιστήμες και ιατρική στο εκεί Πανεπιστήμιο και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Στην Ελλάδα τον έστειλε νεότατο, το 1833, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος για να υπηρετήσει τον γιό του Βασιλέα Όθωνα, στο Ναύπλιο, ως αρχιφαρμακοποιός του. Στρατιωτικός φαρμακοποιός αρχικά, διορίσθηκε, μόλις ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκτακτος καθηγητής του για τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και της Πειραματικής Φυσικής (14 Απριλίου 1837) και σε λίγο τακτικός καθηγητής της ίδιας έδρας (11 Ιανουαρίου 1838).

Μετά τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, απολύθηκε ως αλλοδαπός, σε εφαρμογή του σχετικού γενικού μέτρου, για να ξαναδιορισθή σε λίγο (12 Σεπτεμβρίου 1844), ως τακτικός καθηγητής της Φαρμακευτικής Χημείας, της Συνταγολογίας και της Βοτανικής, και να συνεχίσει διδάσκοντας, έκτοτε, με εξαιρετικό ζήλο, επί ολόκληρη 25ετία. Στις 17 Ιανουαρίου 1869 λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να παραιτηθεί, αλλά στις 26 Ιουνίου 1875 διορίσθη εκ νέου ως επίτιμος πια καθηγητής.

Επιστήμων εμβριθείς και πολυπράγμων, ερευνητής ακούραστος, διδάσκαλος ευφραδής και απολαυστικός, πρόσφερε και σαν πνευματικός άνθρωπος και σαν κοινωνικός παράγων πολύτιμες υπηρεσίες στον τόπο μας, τον πρωτόγονο ακόμη τότε και καθυστερημένο. Τον αγάπησε, του αφοσιώθηκε και έγινες ένας αληθινός Έλληνας. Κοντά στις άλλες πολύτιμες υπηρεσίες του για τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κράτους της εποχής εκείνης, στις οποίες ανταποκρίθηκε, του ανήκει η τιμή να είναι ο πρώτος που δίδαξε επί πανεπιστημιακού επιπέδου, τη χημεία στην Ελλάδα. Χημικός, φαρμακοποιός και ιατρός συγχρόνως, προσέτρεχε και βοηθούσε πρόθυμα και ακούραστα όπου ζητούσαν τη συνδρομή του.

Διατέλεσε μέλος του Ιατροσυνεδρίου για πολλά χρόνια, άμισθος καθηγητής της Χημικής Τεχνολογίας στο σχολείο των Τεχνών (1833 – 1868), συνεργάσθηκε στην ίδρυση του Οφθαλμιατρείου και το βοήθησε στη λειτουργία του, οργάνωσε τις ολυμπιακές εκθέσεις και δούλεψε αποτελεσματικά και για πολλούς ακόμη ελληνικούς και ξένους επιστημονικούς οργανισμούς και ιδρύματα. Παντού και πάντοτε έτοιμος για όλα. Ιδιαίτερα μνημονεύεται η με αυτοθυσία προσωπική του συμβολή στην καταστολή της πανώλης, που κτύπησε τον Πόρο το 1837.

Τα μαθήματά του, πριν κτισθή το Πανεπιστήμιο, γίνονταν στο Βασιλικό Φαρμακείο, στη γωνία των δρόμων Ακαδημίας και Κηφισίας (στο κτίριο που μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως υπουργείο Στρατιωτικών) και τα παρακολουθούσαν, εκτός από τους φοιτητές, και πολλοί ιδιώται ακροαταί.

Στο στρατιωτικό φαρμακείο στεγαζόταν επίσης και το προσωπικό του μικρό χημικό εργαστήριο, που είχε δημιουργήσει με δικές του δαπάνες. Ο Λάνδερερ έφθανε στην αίθουσα του μαθήματος με παραγεμισμένες τις τσέπες της φαρδιάς ρεντιγκότας του από χημικά σκεύη και ουσίες, για τα πειράματα που σε λίγο θα παρουσίαζε. Τα σπασμένα ελληνικά του δεν χαλούσαν την πηγαία ευφράδεια και μάλιστα με τους ιδιωματισμούς τους, προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο το ενδιαφέρον.

Αργότερα, όταν χτίσθηκε το Πανεπιστήμιο, το υποτυπώδες χημείο του, που εν τω μεταξύ ενισχυόταν και από το κράτος, με ετήσια επιχορήγηση 600 δραχμών, μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της βορεινής πλευράς του, ενώ τα μαθήματα διδάσκονταν στην αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής.

Η αγάπη του για την επιστήμη του και το ακούραστο ενδιαφέρον του για τη νέα του πατρίδα, εκδηλωνόταν και με το ερευνητικό του έργο για τον φυσικό της πλούτο, το οποίο υπήρξε αξιόλογο, μάλιστα όταν κριθή υπό τις δύσκολες συνθήκες και τα πενιχρά μέσα της εποχής. Ασχολήθηκε κυρίως με τα ιαματικά μας νερά και δημοσίευσε σχετικές μελέτες που περιγράφουν τη σύστασή τους, την ωφελιμότητά τους και τη θεραπευτική τους εφαρμογή. Έγραψε για τα νερά της Μήλου, της Κύθνου, της Υπάτης, της Αιδηψού, των Θερμοπυλών και των Μεθάνων. Και άλλα θέματα ερεύνησε και πολλά γι’ αυτά δημοσίευσε, σε ελληνικά και σε ξένα ειδικά περιοδικά. Ακούραστος επίσης συλλέκτης, απέκτησε πλούσια βιβλιοθήκη και κατάρτισε συλλογές φαρμακογνωστικές και ορυκτολογικές.

Πολυγραφότατος, εξέδωσε πολλά διδακτικά βιβλία που υπήρξαν πολύτιμα στην εποχή τους για τους φοιτητές του και τον άλλο κόσμο και είναι από τα πρώτα του χημικού κλάδου. Η δουλειά του αυτή ήταν δύσκολη και κουραστική για εκείνον, αφού οι γνώσεις του της ελληνικής υστερούσαν. Και όμως κατόρθωνε να ξεπερνά το εμπόδιο αυτό με επιτυχία. Στα συγγράμματά του περιλαμβάνονται: Αναλυτική Χημεία (1842), Χημεία (ανόργανος 1840, οργανική 1842), Οδηγίαι προς παρασκευήν Χημικών και Φαρμακευτικών σκευασμάτων (1857), Εγχειρίδιον Ζωολογίας (1844), Εγχειρίδιον Συνταγολογίας (1845), Εγχειρίδιον Τοξικολογίας (1843) κ.ά.

Τη φημισμένη αναλυτική του δεξιοτεχνία, που γινόταν με τα ολίγα και πτωχά μέσα του εργαστηρίου του, τη συμπλήρωνε, χρησιμοποιώντας και τη γλώσσα του. Δοκίμαζε κάθε τι που ανέλυε, ακόμη κι εκείνα που ήσαν ή φαίνονταν αηδή και αποκρουστικά. Απαράδεκτο αυτό για τον πολύ κόσμο, υπήρξε αφορμή να τον χαρακτηρίζουν μερικοί ως «ρυπαρό».

Ο Ξ. Λάνδερερ, που έφθασε στον τόπο μας μόλις 24 χρονών, που πολύ εργάσθηκε γι’ αυτόν κι πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στην αγαπημένη του Αθήνα και που τόσο αγαπήθηκε και θαυμάστηκε από όλους τους Έλληνες, πέθανε* στις 7 Ιουλίου του 1885.

 

Υποσημείωση


* Εφημερίς, αρ. φύλ. 189, 08.07.1885

Υπό κεραυνοβόλου αποπληξίας βληθείς εξέπνευσε χθες ο ΞΑΒΕΡΙΟΣ ΛΑΝΔΕΡΕΡ. Γεννηθείς εν Βαυαρία κατά το 1809 επεράτωσεν εκεί τα γυμνασιακά αυτού μαθήματα και ενεγράφη φοιτητής εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου του Μονάχου, ίνα τραπή κατόπιν εις την σπουδήν της ιατρικής. Περατώσας τας εις την ιατρικήν σπουδάς του, ηκολούθησε προσκληθείς τον μακαρίτην Όθωνα εις Ελλάδα, όπου ανέλαβε την διδασκαλίαν της φαρμακευτικής, αναδείξας τότε πλείστους φαρμακοποιούς διασπαρέντας ανά πάσαν την Ελλάδα. Κατά το 1834 εκλήθη ως μέλος της συστάσης επιτροπής προς έκδοσιν ελληνικής φαρμακολογίας, ήτις εξεδόθη κατά το 1837 και ης δευτέρα έκδοσις εγένετο κατά το 1868. Κατά το 1837 ιδρυθέντος του Εθνικού Πανεπιστημίου, διωρίσθη τακτικός καθηγητής της φυσικής χημείας και φαρμακευτικής μετά ζήλου εργασθείς.

Ευθύς μετά τον διορισμόν του εξερράγη εν Πόρω η πανώλης, ένθα μετέβη και συνέτεινε προς περιορισμόν της εξαπλώσεως της νόσου. Κατά το 1843 μετά των άλλων Βαυαρών ο Λάνδερερ ηναγκάσθη να αποσυρθή του Πανεπιστημίου, αλλά επειδή ουδείς υπήρχεν ο αντικαταστήσων αυτόν, εξεδόθη μετά δύο έτη Β. Διάταγμα, δια ου επανήλθε πάλιν εις την προτέραν εν τω Πανεπιστημείω έδραν του. Ο Λάνδερερ ειργάσθη και επί 25 έτη αμισθώς ως καθηγητής της χημικής τεχνολογίας εν τη πολυτεχνική σχολή. Την εν τω Πανεπιστημίω θέσιν του ετήρησε και μετά την έξωσιν του Όθωνος, μετ΄ ολίγον ηναγκάσθη να παραιτηθή, αλλά και μετά τούτο παρέμεινεν εν τω ανωτάτω τούτω εκπαιδευτηρίω διδάσκων επί τίνα χρόνον αμισθί την Βοτανικήν. Κατά το 1847 το εν Ερλάγγη πανεπιστήμιον ανηγόρευσε τον Λάνδερερ διδάκτορα της φιλοσοφίας. Και μετά την εκ του πανεπιστημίου απομάκρυνσιν του ο Λάνδερερ ουκ επαύσατο εργαζόμενος υπέρ κοινοφελών σκοπών άλλοτε μεν συγγράφων άλλοτε δε εις εφημερίδας καταχωρίζων κοινωφελείς γνώσεις.

Ο μακαρίτης ετιμήθη διά παρασήμων διαφόρων κρατών, έφερε δε και τον χρυσούν σταυρόν του Σωτήρος. Διετέλει μέλος πεντήκοντα επιστημονικών συλλόγων και εταιριών, συνέγραψε δε γερμανιστί και ελληνιστί περί τα είκοσι συγγράμματα. Άμα τη γνώσει του θανάτου του συνήλθεν εις συνεδρίασιν η του πανεπιστημίου σύγκλητος, ήτις διά δημοψηφίσματός της απεφάσισεν, ίνα εκφρασθώσι διά του πρυτάνεως τα συλλυπητήρια τη οικογενεία του θανόντος, καθηγηταί του Πανεπιστημίου να κρατώσι κατά την κηδείαν τας ταινίας του φερέτρου του και εξελέγη ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Χρηστομάνος να εκφωνήση από μέρους του Πανεπιστημίου τον επικήδειον.

Δρ. Ιωάννης Δ. Κανδήλης

 

Πηγή


  • Βιομηχανική Επιθεώρησις 49, 565-569 (Αύγουστος 1981).