Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αλέξανδρος ο Μέγας και η Αργεία καταγωγή του


 

 Ο Αλέξανδρος Γ’ γεννήθηκε το 356 π.Χ στην Πέλλα, την πρωτεύουσα τότε του Μακεδονικού βασιλείου. Ήταν γιος του Μακεδόνα Φιλίππου Β και της Ολυμπιάδας, Πριγκίπισσας των Μολοσσών στην Ήπειρο. Πέθανε στην Βαβυλώνα, στο παλάτι του Ναβουχοδωνώσορα Β’ στις 11 Ιουνίου του 323 π.Χ., σε ηλικία ακριβώς 32 ετών και 8 μηνών. Βασιλιάς της Μακεδονίας, συνέχισε το έργο του πατέρα του, του Φιλίππου Β’. Ο Φίλιππος Β’ ήταν ιδιαίτερα ικανός στρατηγός, πολιτικός και διπλωμάτης, αναμορφωτής του μακεδονικού στρατού και του μακεδονικού κράτους.

 

Μέγας Αλέξανδρος

Μέγας Αλέξανδρος

Από τα πανάρχαια χρόνια, Αργείοι άποικοι είχαν εγκατασταθεί στη Μακεδονία και ιδρύσει μεγάλο και ισχυρό κράτος. Πολύ αργότερα ο Κάρανος, αδελφός του βασιλιά του Άργους Φείδωνος, από την γενιά των Ηρακλειδών, ήρθε κι αυτός στη Μακεδονία και ίδρυσε δικό του βασίλειο. «Την δε χώρα που εκτείνεται από την θάλασσα και που σήμερα καλείται Μακεδονία, κατέκτησαν αρχικά και βασίλευαν σ’ αυτήν ο πατέρας του Περδίκα Αλέξανδρος και οι πρόγονοί του Τημενίδαι, καταγόμενοι παλαιότατα από το Άργος, αφού πρώτα εξεδίωξαν με τα όπλα από μεν την Πιερία τους Πίερας…» [1]

«Η Πέλλα υπήρξε πρωτεύουσα του Αλεξάνδρου. Τούτο πρόπαππος επί Μαρδονίου υπήρξεν Αλέξανδρος ο Αμύντου, του δε Αλεξάνδρου τούτου έβδομος πρόπαππος υπήρξεν Περδίκκας Τημενίδης, ελθών εξ’ Άργους εις την άνω Μακεδονίαν» [2]

Από τη γενιά του Τημενίδη Κάρανου, από την οποία κατάγεται ο βασιλικός οίκος των Μακεδόνων βασιλέων και τη γενιά των Αιακιδών από την πλευρά της μητέρας του, (την γενιά του Νεοπτολέμου γιου του ημίθεου και Τρωικού ήρωα Αχιλλέα, του και Τελαμώνιου Αίαντα), κατάγεται ο γιος του Φιλίππου Μέγας Αλέξανδρος: «Αλέξανδρος ότι τω γένει προς πατρός μέν ην Ηρακλείδης από Καράνου, προς μητρός δε  Αιακίδης από Νεοπτολέμου, των πάνυ πεπιστευμένων εστί». (Λεξικό Σουίδα, λ. Κάρανος).

Επίσης ο Αυτοκράτωρ Ιουλιανός θαυμαστής του αρχαίου Άργους και βαθύς γνώστης της ιστορίας του, στην επιστολή του προς τους Αργείους γράφει: «Αν ήθελε να τιμήσει κανείς την πόλη των Αργείων, θα μπορούσε να αναφέρει πολλά, παλαιά και καινούργια γεγονότα…. Ακόμη στην πόλη τούτη, ανήκει η τιμή των κατορθωμάτων των Μακεδόνων εναντίον των Περσών, γιατί είναι πατρίδα των προγόνων του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, αυτών των δύο ηρώων».[3]

Alexander is from the mosaic of the battle of Issus from the Museo Nazionale, Naples, Italy.

Alexander is from the mosaic of the battle of Issus from the Museo Nazionale, Naples, Italy.

Για την Αργεία καταγωγή του Μ. Αλέξανδρου ο Ηρόδοτος επίσης γράφει: «Ο Αλέξανδρος (ο Α’)[4] θέλησε να πάρει μέρος σ’ αυτούς (τους Ολυμπιακούς αγώνες) και γι’ αυτό το σκοπό είχε έρθει στην Ολυμπία. Οι Έλληνες όμως οι οποίοι επρόκειτο να συναγωνισθούν μαζί του εναντιώθηκαν, λέγοντας ότι ο αγώνας δεν είναι για βαρβάρους αλλά για Έλληνες. Ο Αλέξανδρος όμως αφού απέδειξε ότι είναι Αργείος, θεωρήθηκε Έλληνας και έτσι συμπεριελήφθη στο αγώνισμα δρόμου του ενός σταδίου και μάλιστα (στέφθηκε Ολυμπιονίκης), φθάνοντας στο τέρμα ταυτόχρονα με τον πρώτο δρομέα». (Ένα στάδιο = 184,87 μ.)[5].

Ο Φίλιππος στην κάθοδό του με σκοπό να γίνει κύριος όλης της Ελλάδος έδειξε ιδιαίτερη εύνοια προς την πόλη του Άργους αναγνωρίζοντας ότι είναι το λίκνο της καταγωγής του και μητρόπολη της Μακεδονίας. Το ίδιο και ο Αλέξανδρος υπερηφανευόταν για την Αργεία καταγωγή του και στις εκστρατείες του επεφύλασσε ιδιαίτερη μεταχείριση στους Αργείους που συναντούσε. Όταν κατέλαβε την πόλη Μαλλόν την οποία είχε αποικίσει ο Αργείος μάντης Αμφίλοχος μετά τον Τρωικό πόλεμο, πρώτα πρόσφερε θυσίες προς τιμήν του, όπως αρμόζει σε ήρωα. Έπειτα κατέπαυσε τις έριδες από τις οποίες σπαρασσόταν η πόλη και τους απάλλαξε, από τους φόρους που έδιναν στον Δαρείο, επειδή οι μεν Μαλλωτοί ήσαν άποικοι των Αργείων, του ίδιου δε η καταγωγή, όπως έκανε γνωστό, ήταν από το Άργος, από την γενιά των Ηρακλειδών:

 «Εντεύθεν δε εις Μαλλόν αφίκετο και Αμφιλόχω, όσα ήρωι ενήγισεּκαι στασιάζοντας καταλαβών την στάσιν αυτοίς κατέπαυσε και τους φόρους ούς βασιλεί Δαρείω απέφερον ανήκε, ότι Αργείων μέν Μαλλωτοί άποικοι ήσαν, αυτός δε απ’ Άργους των Ηρακλειδών είναι ηξίου». (Αρριανού Αλεξάνδρου Ανάβασις, Β’, 9).

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Ονομασία των Σκοπίων – Καταγωγή των Μακεδόνων


 

347 Ακαδημαϊκοί λένε όχι στην Σκοπιανή προπαγάνδα και στον σφετερισμό της Ελληνικής Ιστορίας…. σε επιστολή που απεστάλλει στις 18-5-2009 προς τον πρόεδρο Ομπάμα, τον αντιπρόεδρο Μπάιντεν, τη Χίλαρι Κλίντον, και υπογράφεται από κορυφαίους ακαδημαϊκούς απ΄ όλο τον κόσμο και αφορά το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων. Καθηγητές από πανεπιστήμια όπως το Χάρβαρντ, το Πρίνστον, το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, το Μπέρκλει, αλλά και πολλών ακόμα πανεπιστημιακών ιδρυμάτων από ΗΠΑ, Γερμανία, Ελβετία, Αυστρία, Ιταλία, Καναδά, με ένα κείμενο που δεν αφήνει αναπάντητο κανένα ερώτημα και αποτελεί την καλύτερη απάντηση στη σκοπιανή προπαγάνδα των τελευταίων 18 χρόνων.

 18 Μαΐου, 2009

Προς τον Αξιότιμο Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα

 Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής

 Λευκός Οίκος, 1600 Pennsylvania Avenue, NW, Washington, DC 20500

Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε,

Με την παρούσα επιστολή, οι υπογράφοντες ζητούμε με κάθε σεβασμό την παρέμβασή σας για να τακτοποιηθούν συντρίμμια ιστορικής αταξίας που άφησε πίσω της στη νοτιοανατολική Ευρώπη η προηγούμενη κυβέρνηση των ΗΠΑ. Στις 4 Νοεμβρίου 2004, δύο ημέρες μετά την επανεκλογή του Προέδρου George W. Bush, η κυβέρνησή του ομόφωνα αναγνώρισε τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Αυτή η πράξη όχι μόνο κατέλυσε γεωγραφικά και ιστορικά δεδομένα, αλλά και έδωσε έναυσμα να ξεσπάσει μια επικίνδυνη επιδημία ιστορικού ρεβιζιονισμού, του οποίου το πιο προφανές σύμπτωμα είναι η καταχρηστική οικειοποίηση από την κυβέρνηση των Σκοπίων του πιο διάσημου Μακεδόνα, του Μέγα Αλέξανδρου.

Πιστεύουμε ότι αυτή η ανοησία έχει ξεπεράσει κάθε όριο και ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν καμιά δουλειά να υποστηρίζουν την παραποίηση της ιστορίας. Ας κάνουμε μια ανασκόπηση των δεδομένων. (Η τεκμηρίωση αυτών των δεδομένων που απεικονίζονται εδώ με έντονα γράμματα, βρίσκεται στο http://macedonia-evidence.org/documentation.html).

Η εν λόγω περιοχή, με τη σύγχρονη πρωτεύουσά της τα Σκόπια, ονομαζόταν στην αρχαιότητα Παιονία. Τα όρη Βαρνούς και Όρβηλος (που σχηματίζουν σήμερα τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας) αποτελούν ένα φυσικό όριο που χώριζε και χωρίζει τη Μακεδονία από τη βόρεια γείτονά της. Η μόνη πραγματική σύνδεση βρίσκεται κατά μήκος του Αξιού/Βαρδάρη ποταμού αλλά ακόμα και αυτή η κοιλάδα ‘δε σχηματίζει μία δίοδο επικοινωνίας γιατί τέμνεται από χαράδρες’. Αν και είναι αλήθεια ότι οι Παίονες υποτάχθηκαν στο Φίλιππο Β΄, πατέρα του Μέγα Αλέξανδρου, το 358 π.Χ., δεν ήταν Μακεδόνες και δεν ζούσαν στη Μακεδονία. Παρομοίως, για παράδειγμα, οι Αιγύπτιοι που κατακτήθηκαν από τον Αλέξανδρο, μπορεί μεν να κυβερνούνταν από τους Μακεδόνες, συμπεριλαμβανομένης και της γνωστής Κλεοπάτρας, αλλά δεν υπήρξαν ποτέ οι ίδιοι Μακεδόνες και η Αίγυπτος δεν ονομάστηκε ποτέ Μακεδονία.

Αντίθετα, η Μακεδονία και οι Μακεδόνες Έλληνες βρίσκονταν για τουλάχιστον 2500 χρόνια εκεί ακριβώς όπου είναι η σύγχρονη ελληνική περιφέρεια της Μακεδονίας. Ακριβώς η ίδια σχέση ισχύει για την Αττική και τους Αθηναίους Έλληνες, το Άργος και τους Αργείους Έλληνες, την Κόρινθο και τους Κορίνθιους Έλληνες κ.ο.κ.

Δεν κατανοούμε πώς οι σύγχρονοι κάτοικοι της αρχαίας Παιονίας, που μιλούν Σλάβικα—μια γλώσσα που εισήχθη στα Βαλκάνια περίπου μια χιλιετία μετά το θάνατο του Αλέξανδρου—μπορούν να διεκδικούν τον Αλέξανδρο για εθνικό τους ήρωα. Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν εξολοκλήρου και αδιαμφισβήτητα Έλληνας. Ο προ-προ-προπάππος του, Αλέξανδρος Α΄, αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες όπου η συμμετοχή επιτρεπόταν μόνο σε Έλληνες.

Ακόμα και πριν από τον Αλέξανδρο Α΄οι Μακεδόνες τοποθετούσαν τις προγονικές τους ρίζες στο Άργος και πολλοί από τους βασιλείς τους χρησιμοποιούσαν την κεφαλή του Ηρακλή—του κατεξοχήν Έλληνα ήρωα- στα νομίσματά τους.

Ο Μέγας Αλέξανδρος νικά το Δαρείο στη μάχη της Ισσού. Ψηφιδωτή διακόσμηση στο πάτωμα της «exedra» της οικίας του Πάν στην Πομπηία, σήμερα στο Εθνικό Μουσείο Νεάπολης.

Ο Μέγας Αλέξανδρος νικά το Δαρείο στη μάχη της Ισσού. Ψηφιδωτή διακόσμηση στο πάτωμα της «exedra» της οικίας του Πάν στην Πομπηία, σήμερα στο Εθνικό Μουσείο Νεάπολης.

Ο Ευριπίδης—που πέθανε και θάφτηκε στη Μακεδονία—έγραψε το έργο του Αρχέλαος προς τιμήν του μεγάλου θείου τού Αλέξανδρου και το έγραψε στα ελληνικά. Όσο βρισκόταν στη Μακεδονία, ο Ευριπίδης έγραψε ακόμα τις Βάκχες, επίσης στα ελληνικά. Κατά συνέπεια, το Μακεδονικό κοινό μπορούσε να καταλάβει τι έγραψε και τι άκουγαν.

Ο πατέρας του Αλέξανδρου, Φίλιππος, κέρδισε αρκετές νίκες σε ιππικούς αγώνες στην Ολυμπία και τους Δελφούς, τα δύο πιο ελληνικά από όλα τα ιερά της αρχαίας Ελλάδας, όπου δεν επιτρεπόταν σε μη-Έλληνες να αγωνιστούν. Ακόμα πιο σημαντικό, ο Φίλιππος ορίστηκε διοργανωτής των Πύθιων Αγώνων στους Δελφούς το 346 π.Χ. Με άλλα λόγια, ο πατέρας του Μέγα Αλέξανδρου και οι πρόγονοί του ήταν εξολοκλήρου Έλληνες. Η ελληνική γλώσσα ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Δημοσθένης και η πρεσβεία του από την Αθήνα όταν επισκέπτονταν τον Φίλιππο επίσης το 346 π.Χ. Ένας άλλος Έλληνας του Βορρά, ο Αριστοτέλης, πήγε να σπουδάσει για περίπου 20 χρόνια στην Ακαδημία του Πλάτωνα. Στη συνέχεια, επέστρεψε στη Μακεδονία και έγινε ο δάσκαλος του Αλέξανδρου Γ΄. Μιλούσαν Ελληνικά στην σχολή που σώζεται ακόμα και σήμερα κοντά στη Νάουσσα στην Ελληνική Μακεδονία.

Ο Αλέξανδρος είχε μαζί του σε όλες του τις εκστρατείες την έκδοση του Αριστοτέλη της Ιλιάδας του Ομήρου. Ο Αλέξανδρος διέδωσε την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό σε όλη του την αυτοκρατορία, ιδρύοντας πόλεις και εγκαθιστώντας εκπαιδευτικά κέντρα. Εξού και βρίσκουμε επιγραφές που αφορούν χαρακτηριστικούς ελληνικούς θεσμούς όπως είναι το γυμνάσιο τόσο μακριά όσο στο Αφγανιστάν. Είναι γραμμένες στα Ελληνικά.

Προκύπτουν οι εξής ερωτήσεις: Γιατί ήταν η Ελληνική γλώσσα η lingua franca σε όλη την επικράτεια του Αλέξανδρου αν αυτός ήταν «Μακεδόνας»; Γιατί γράφτηκε η Καινή Διαθήκη στα Ελληνικά;

 Οι απαντήσεις είναι ξεκάθαρες: ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν Έλληνας, όχι Σλάβος, και οι Σλάβοι και η γλώσσα τους δεν σχετίζονταν με τον Αλέξανδρο ή την πατρίδα του παρά 1000 χρόνια αργότερα. Αυτό μας φέρνει πίσω στη γεωγραφική περιοχή που ήταν γνωστή στην αρχαιότητα ως Παιονία. Γιατί οι άνθρωποι που κατοικούν σε αυτήν την περιοχή σήμερα αποκαλούν τους εαυτούς τους Μακεδόνες και τη χώρα τους Μακεδονία; Γιατί να κλέψουν μια απόλυτα ελληνική μορφή για εθνικό τους ήρωα; Οι αρχαίοι Παίονες μπορεί να ήταν ή να μην ήταν Έλληνες, πάντως σίγουρα έγιναν ελληνίζοντες, και δεν υπήρξαν ποτέ Σλάβοι. Επίσης δεν ήταν Μακεδόνες. Η αρχαία Παιονία ήταν ένα μέρος του Μακεδονικού κράτους, όπως ήταν η Ιωνία και η Συρία και η Παλαιστίνη και η Αίγυπτος και η Μεσοποταμία και η Βαβυλωνία και η Βακτρία και πολλές άλλες περιοχές. Μπορεί λοιπόν να έγιναν προσωρινά ‘Μακεδονικές’ αλλά καμιά δεν ήταν ποτέ ΄Μακεδονία΄. Η κλοπή του Φίλιππου και του Αλέξανδρου από μια χώρα που δεν ήταν ποτέ η Μακεδονία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.

 Οι παραδόσεις της αρχαίας Παιονίας ωστόσο θα μπορούσαν να υιοθετηθούν από τους τωρινούς κατοίκους αυτής της γεωγραφικής περιοχής με αρκετά αιτιολογικά. Η επέκταση του γεωγραφικού όρου ‘ Μακεδονία’ ώστε να καλύπτει τη νότια Γιουγκοσλαβία δεν μπορεί. Ακόμα και στον ύστερο 19ο αι. αυτή η λάθος χρήση υπονοούσε μη υγιείς εδαφικές βλέψεις. Το ίδιο κίνητρο βρίσκεται και σε σχολικούς χάρτες που δείχνουν την ψευδο-μεγάλη Μακεδονία να εκτείνεται από τα Σκόπια μέχρι τον Όλυμπο και να επιγράφεται στα Σλαβικά. Ο ίδιος χάρτης και οι διεκδικήσεις του βρίσκεται σε ημερολόγια, αυτοκόλλητα αυτοκινήτων, χαρτονομίσματα κλπ που κυκλοφορούν στο νέο κράτος από τότε που διακήρυξε την ανεξαρτησία του από τη Γιουγκοσλαβία το 1991. Γιατί να επιχειρεί μια τέτοια ιστορική ανοησία μια φτωχή νέα χώρα, εσωτερική και περικυκλωμένη από στεριά; Γιατί να κοροϊδεύει θρασύτατα και να προκαλεί τη γείτονά της;

Όπως και να θέλει κανείς να χαρακτηρίσει μια τέτοια συμπεριφορά, σίγουρα δεν πρόκειται για πίεση για ιστορική ακρίβεια, ούτε για σταθερότητα στα Βαλκάνια. Είναι λυπηρό ότι οι ΗΠΑ έχουν ενισχύσει και ενθαρρύνει τέτοια συμπεριφορά. Στρεφόμαστε σε Εσάς, Κύριε Πρόεδρε, για να ξεκαθαρίσετε στην κυβέρνηση των Σκοπίων ότι δεν μπορεί να εισέλθει στην οικογένεια των χωρών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ όσο επιχειρεί να οικοδομήσει την εθνική της ταυτότητα εις βάρος της ιστορικής αλήθειας. Η κοινωνία μας από κοινού δεν μπορεί να επιβιώσει όταν η ιστορία αγνοείται, πολύ λιγότερο δε όταν η ιστορία κατασκευάζεται για να εξυπηρετήσει αμφίβολα κίνητρα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Θουκυδίδη 2,99 Εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλου, μετ. Π. Ξιφαρά. «Την δε παρά θάλασσαν νύν Μακεδονίαν Αλέξανδρος ο Περδίκκου πατήρ και οι πρόγονοι αυτού Τημενίδαι το αρχαίον όντες εξ Άργους πρώτον εκτήσαντο και εβασίλευσαν, αναστήσαντες μάχη εκ μέν Πιερίας Πίερας»

[2] Ηρόδοτος viii, 137.

[3] Ιουλιανός Αργείοις 198, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Όλγας Ρομπάκη. «Υπέρ της των Αργείων πόλεως πολλά μέν αν τις ειπείν έχοι σεμνύνειν αυτήν εθέλων, παλαιά και νέα πράγματα… Αλλά δή και τα τοσαύτα περί τους Πέρσας υπό των Μακεδόνων γενόμενα ταύτη προσήκειν τη πόλει δικαίως αν τις υπολάβοι… Φιλίππου τε γάρ και Αλεξάνδρου των πάνυ των προγόνων πατρίς ην αύτη»

[4] Από την εποχή του Αλέξανδρου Α’, που έμεινε στην ιστορία με το παρατσούκλι ο Φιλλέλην’, οι Μακεδόνες Βασιλείς μετείχαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, στους οποίους ως γνωστόν μόνο Έλληνες μπορούσαν να πάρουν μέρος. Λίγο πολύ θα έχουμε ακούσει όλοι μας την ιστορία του Αλέξανδρου Α’ και την διαμαρτυρία των συναθλητών του σχετικά με το ότι ήταν βάρβαρος και δεν θα έπρεπε να λάβει μέρος. Όταν του ζητήθηκαν εξηγήσεις, ο Αλέξανδρος απόδειξε την Ελληνική καταγωγή του, αναφερόμενος στην ιστορία των Τημενιδών και από τότε ποτέ δεν αμφισβητήθηκε ξανά.

[5] Ηροδ. Ιστορία Ε, 22, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Ε. Πανέτσου».

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Ζωγράφος Κωνσταντίνος  (1796 – 1856)

 


  

Γιατρός, πολιτικός και διπλωμάτης, γιος του αγιογράφου Μαυρονικόλα Ζωγράφου, γεννημένος στους Σολούς Καλαβρύτων – από τους βασικούς πολιτικούς πρωταγωνιστές της 3ης Σεπτέμβρη, μαζί με τον Ανδρέα Μεταξά και τον Ανδρέα Λόντο. Σπούδασε ιατρική στην Πίζα και συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1822 και αρχικώς εργάστηκε ως γιατρός στα Καλάβρυτα. Αναμίχθηκε στην πολιτική, με την παράταξη των Ζαΐμη και Λόντου. Πληρεξούσιος Καλαβρύτων το 1832, υπουργός Στρατιωτικών το 1833 και νομάρχης Αρκαδίας το ίδιο έτος.

Διορίστηκε πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη το 1834, αλλά τον Δεκέμβριο του 1837 ανακλήθηκε και έγινε υπουργός Εξωτερικών. Οπαδός του Ρωσικού Κόμματος, ο Ζωγράφος αντιτάχθηκε στον Όθωνα, απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση και συνεργάστηκε με την αντιβαυαρική αντιπολίτευση.

Μαζί με τους Λόντο και Μεταξά αποτέλεσαν την πολιτική τριανδρία του κινήματος του 1843. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος Καλαβρύτων στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Αθήνας, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του χρημάτισε πρέσβης της Ελλάδας στην Πετρούπολη.

Πέθανε στο Μπελβί της Γαλλίας, σε ηλικία 60 ετών.

  

Διπλωματικές σχέσεις με την Πύλη

 


Στις 24 Αυγούστου του 1833 διορίζεται «πληρεξούσιος παρά τη Oθωμανική Πύλη» και το Mάρτιο του επόμενου έτους αναχωρεί από το Ναύπλιο για την Πόλη, όπου στις 6 Mαρτίου τον υποδέχτηκε ο Σιμάν-μπέης ως εκπρόσωπος του σουλτάνου. H Πύλη κωλυσιεργούσε να αποδεχτεί τα διεπιστευτήριά του και η πρεσβεία ξεκίνησε να λειτουργεί άτυπα.

ζωγραφος αποδοκιμασιαO Ζωγράφος υπέβαλε στην Αθήνα σχέδια για την αναβάθμιση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με το σουλτάνο και για τη σύναψη συνθήκης φιλίας και εμπορίου. Η Πύλη όμως αναγνώρισε στις αρχές του Ιουλίου του 1834 μόνο το εμπορικό γραφείο και όχι την πρεσβεία ή τον πρεσβευτή, πράξη που υποβάθμιζε τη διπλωματική παρουσία της Ελλάδας. H πρώτη ανεπίσημη υποδοχή του Zωγράφου από το σουλτάνο έγινε, αποτέλεσμα της πίεσης των πρεσβευτών των Δυνάμεων, στους γάμους της κόρης του Σαλιέ, ενώ η επίσημη υποδοχή και αναγνώρισή του δεν ήρθε ποτέ κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρεσβευτή. Το 1837 ο Zωγράφος διορίστηκε υπουργός των Eξωτερικών και εγκατέλειψε την Πόλη.

Το 1839, μετά το θάνατο του Mαχμούτ, ο Zωγράφος αποστέλλεται στην Πύλη μεταφέροντας τη συγχαρητήρια επιστολή του Όθωνα στο νέο σουλτάνο Aβδούλ Mετζήτ. O νεαρός σουλτάνος τον δέχτηκε στις 7 Δεκεμβρίου στα ανάκτορα, όπου του απένειμε ανώτερο οθωμανικό παράσημο. Οι επίπονες διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν τότε ευοδώθηκαν με την υπογραφή στις 3/15 Mαρτίου του 1840 συνθήκης φιλίας και εμπορίου από το Zωγράφο και το Pεσίτ-πασά. H συνθήκη ρύθμιζε οικονομικές και ιδιαίτερα εμπορικές εκκρεμότητες ετών και δημιουργούσε ελπίδες για πρόοδο των ελληνικών εμπορικών συμφερόντων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Mε την επιστροφή του Zωγράφου στην Aθήνα εκδηλώθηκαν αντιδράσεις εναντίον της συνθήκης και του ίδιου του Zωγράφου, ο οποίος λοιδορήθηκε ως φιλότουρκος. H συνθήκη απορρίφτηκε από το υπουργικό συμβούλιο στις 11 Mαΐου ως εθνικά επιζήμια, ενώ και το Συμβούλιο της Επικρατείας αρνήθηκε να την επικυρώσει. O Zωγράφος παραιτήθηκε από υπουργός στις 16 Mαΐου υφιστάμενος μια πολιτική καταστροφή.
H αντίδραση του φιλοαγγλικού και φιλογαλλικού Τύπου εναντίον του ρωσόφιλου Zωγράφου και τα θερμά αλυτρωτικά και αντιτουρκικά αισθήματα της κοινής γνώμης οδήγησαν στη ματαίωση της επίσημης εξωτερικής πολιτικής για σύναψη καλών σχέσεων με την Aυτοκρατορία.
Παρόλα αυτά, η πολιτική του Zωγράφου για την προσέγγιση με την Πύλη αναβάθμισε διπλωματικά τις σχέσεις των δύο χωρών. H έστω και ανεπιτυχής σύναψη της συνθήκης οδήγησε στο διορισμό του Kωστάκη Mουσούρου ως πρεσβευτή της Πύλης στην Aθήνα το 1840, σε μια εποχή που σπάνιζαν οι μόνιμες διπλωματικές αντιπροσωπείες της Πύλης.

O Kωνσταντίνος Zωγράφος πέρασε για αρκετά χρόνια στην αντιπολίτευση, χρημάτισε πρέσβης στην Πετρούπολη και πέθανε το 1856, ένα χρόνο μετά τη σύναψη της βασικής για τις σχέσεις των δύο κρατών συνθήκης περί εμπορίας και ναυτιλίας στον Kανλιτζά το 1855.

 

Πηγές

 


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.

Μεταξάς Π. Ανδρέας (1790–1860)


 

 Αγωνιστής του 1821, διπλωμάτης, πολιτικός και Πρωθυπουργός, (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 16 Φεβρουαρίου 1844).

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Κεφαλλονίτης αγωνιστής της Επανάστασης του 1821, διπλωμάτης και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Αργοστόλι ήταν γιος του Πέτρου Μεταξά, της ιστορικής οικογένειας των Μεταξάδων.* Έφερε τον τίτλο του Κόμη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, μαζί με τον αδερφό του Αναστάσιο και τον ξάδελφό του Κωνσταντίνο, πέρασε στην Πελοπόννησο με δύναμη 400 ανδρών από την Κεφαλονιά.** Στις 25 Μαΐου του 1822 με ομόφωνη απόφαση εγκρίθηκε πράξη του Εκτελεστικού με την οποία ο Ανδρέας Μεταξάς, για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει μέχρι τότε προς την πατρίδα, πολιτογραφήθηκε Έλληνας κάτοικος Πελοποννήσου. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα εκλέχθηκε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και αντιπρόσωπος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους, ενώ χρημάτισε και υπουργός Αστυνομίας.

Το 1827 ο Ανδρέας Μεταξάς πρωτοστάτησε για την εκλογή του Καποδίστρια στη θέση του κυβερνήτη και υπήρξε μέλος του Γενικού Φροντιστηρίου, από το 1828 έως το 1831. Μετά το θάνατο του Καποδίστρια αντιτάχθηκε στην εκλογή του Αυγουστίνου Καποδίστρια, αλλά παρ’ όλα αυτά κρατήθηκε μακριά από τις διασπαστικές τάσεις του Κωλέττη. Παρά ταύτα διετέλεσε όμως μέλος της προσωρινής κυβέρνησης μέχρι την έλευση του Όθωνα.

Το 1833 συνελήφθη – ως ύποπτος για τις φιλελεύθερες αρχές του – μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και φυλακίστηκε στη Σύρο, απ’ όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στη Μασσαλία.

Το 1839, μετά την ανάκληση της δίωξής του, επέστρεψε στην Ελλάδα, διορίστηκε Σύμβουλος Επικρατείας και κατόπιν υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Μαυροκορδάτου το 1841.

Μετά τον θάνατο του Κολοκοτρώνη, ο Ανδρέας Μεταξάς έγινε αρχηγός του Ρωσικού Κόμματος και μαζί με τον Ανδρέα Λόντο τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη, πρωτοστάτησε στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Μετά την επικράτηση του κινήματος, σχημάτισε κυβέρνηση και ήταν ο πρώτος που πήρε τον τίτλο του πρωθυπουργού. Στη συνέχεια χρημάτισε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, για να παραιτηθεί το 1845, ύστερα από απόπειρα του τελευταίου για ανατροπή του Συντάγματος.

Το 1850 και ενώ ο Όθωνας είχε αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τη Ρωσία, ο Μεταξάς εκλέχθηκε γερουσιαστής και Βουλευτής. Το 1850 προάχθηκε στο βαθμό του αντιστρατήγου όπου και παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλέα Όθωνα με τον Μεγαλόσταυρο  και αργότερα διορίστηκε πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853 – 56) παραιτήθηκε από τη θέση του και οργάνωσε ένοπλα τμήματα, προκειμένου να συμμετάσχουν στην εξέγερση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου.

Μετά την καταστολή της τελευταίας, ο Ανδρέας Μεταξάς αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική, παρά την πρόταση του Όθωνα να αναλάβει εκ νέου την πρωθυπουργία. 

Ο Ανδρέας Μεταξάς διετέλεσε επίσης και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας καθώς και πολλών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Σε όλο τον βίο του υπήρξε γενναίος, ειλικρινής και φιλόπατρις με ακέραιο χαρακτήρα. Πέθανε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1860.

 

Υποσημειώσεις


* Με το όνομα Μεταξάς  φέρεται μεγάλη ιστορική βυζαντινή οικογένεια της οποίας πρώτη ιστορική αναφορά έγινε το 1081. Αρχηγός της οικογένειας στη πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Μάρκος Αντώνιος Μεταξάς ο οποίος συμπολεμιστής του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου διασωθείς την αποφράδα ημέρα κατέφυγε με τους δύο αδελφούς του στη Χίο, μετά στη Κρήτη, όπου παρέμεινε λίγο καιρό και στη συνέχεια στη Κεφαλονιά όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη περιοχή Φραντζάτα που έκτοτε μετονομάσθηκαν σε Μεταξάτα. Από τη πολυμελή αυτή οικογένεια πολλά μέλη διακρίθηκαν στο στρατό, στο κλήρο, καθώς και στα γράμματα και τις επιστήμες.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

** Η καταστροφή των Λαλαίων (13-6-1821). Το Λάλα είναι κωμόπολη του νομού Ηλείας, χτισμένο πάνω σε οροπέδιο συνεχόμενο με το όρος Φολόη, σε υψόμετρο 620 μέτρων. Είχε χτιστεί από Τουρκαλβανούς, που είχαν αναλάβει την είσπραξη των φόρων της Πελοποννήσου. Αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί επιφανείς Τούρκοι και ασκούσαν επιρροή σε όλη την Ηλεία.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ήσαν οι περίφημοι Τουρκαλβανοί Λαλαίοι, γενναίοι πολεμιστές, και οι περισσότεροι πλούσιοι από αρπαγές και λεηλασίες που έκαναν. Καύχημά τους ήταν ότι δεν είχαν νικηθεί ποτέ σε μάχη. Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ενώ οι άλλοι Τούρκοι της Πελοποννήσου φοβήθηκαν και κλείστηκαν στα φρούρια, οι Λαλαίοι έμειναν στο χωριό τους και ενεργούσαν επιδρομές, κατά τις οποίες λεηλατούσαν τα πάντα. Γι’ αυτό, το συνέδριο των προκρίτων, που συνήλθε στο Αίγιο, αποφάσισε να σταλεί εκεί εκστρατευτικό σώμα, για να εξουδετερώσει τον κίνδυνο. Άρχισαν λοιπόν να συγκεντρώνονται: Ηλείοι, με αρχηγούς το Σισίνη και το Βιλαέτη. Καλαβρυτινοί, με τους Φωτήλα και Λεχουρίτη. Τριφύλιοι (από την επ. Ολυμπίας) με το Χριστόπουλο. Γορτύνιοι, με τους Πλαπουταίους. Ζακυνθινοί και Κεφαλλήνες, με τους Ανδρέα και Κώστα Μεταξά και Ανδρέα Πανά. Όλοι αυτοί, 2.500 περίπου, με δύο κανόνια που είχαν οι Κεφαλλήνες, συγκεντρώθηκαν και στρατοπέδευσαν στη θέση Πούσι, μια ώρα μακριά από το Λάλα. Οι πολεμιστές Λαλαίοι ήταν περίπου 1.000.

Στις πρώτες μικροσυμπλοκές που έγιναν νικήθηκαν οι Ολύμπιοι και οι Γορτύνιοι και υποχώρησαν. Σημειώθηκε τότε λιποψυχία στο στρατόπεδο και άρχισαν και λιποταξίες. Τότε ρίχτηκε η ιδέα να λυθεί η πολιορκία. Την κατάσταση έσωσε ο Ανδρέας Μεταξάς και οι άλλοι αρχηγοί των Επτανησίων, που δήλωσαν ότι, και αν ακόμη όλοι οι άλλοι έφευγαν, αυτοί θα έμεναν στις θέσεις τους και θα πολεμούσαν.

Στο μεταξύ και οι Λαλαίοι καταλάβαιναν ότι ήταν δύσκολη η θέση τους και ζήτησαν βοήθεια από το Γιουσούφ πασά της Πάτρας. Εκείνος έστειλε 500 Τούρκους και όλοι μαζί επιτέθηκαν στο στρατόπεδο των Ελλήνων στις 13 Ιουνίου 1821. Ακολούθησε σφοδρότατη μάχη, στην αρχή της οποίας νικούσαν οι Τούρκοι, αλλά στη συνέχεια έπαθαν μεγάλη φθορά από τα δύο κανόνια των Επτανησίων και υποχώρησαν. Ξαναγύρισαν πάλι στο χωριό καταντροπιασμένοι, γιατί πρώτη φορά δε νικούσαν σε μάχη. Δεν έμειναν όμως ούτε στιγμή στο χωριό οι Λαλαίοι. Καταλάβαιναν ότι η θέση τους θα γινόταν όλο και πιο δύσκολη με τον καιρό και την ίδια νύχτα το εγκατέλειψαν και έφυγαν με τα γυναικόπαιδα για την Πάτρα.  Φεύγοντας  έκαψαν το χωριό, αλλά αργότερα οι Έλληνες το ξανάχτισαν. Η νίκη στο Λάλα, εκτός του ότι απάλλαξε την περιοχή από τους τρομερούς Λαλαίους Τουρκαλβανούς, αναπτέρωσε και το επαναστατικό φρόνημα των Ελλήνων της Πελοποννήσου.  

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Peter Von Hess, «1821 η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.
  • K. N. Σάθας, «Nεοελληνική φιλολογία. Bιογραφίαι των εν γράμμασι διαλαμψάντων Eλλήνων (1453-1821)», Aθήνα 1868.
  • Μακρής Γεράσιμος, «Η μάχη του Λάλα»», ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΘΑΚΗΣ,  επανέκδοση της «Μονογραφίας της εν Λάλα μάχης», πρώτη έκδοση, 1921.

 

 

Φορωνίς (έπος μυθολογικό)


  

Προς τιμήν του Φορωνέως γράφτηκε το αρχαιότερο έπος με τίτλο «Φορωνίς», από άγνωστο ποιητή, που χάθηκε. Αυτό το έπος χρησιμοποίησαν ως πηγή τους οι λογογράφοι Ακουσίλαος και Ελλάνικος και από αυτούς οι μεταγενέστεροι, από τους οποίους παίρνουμε μια εικόνα από το περιεχόμενό του.

Ο Αργείος διθυραμβοποιός Ελλάνικος, με πρότυπο αυτό το πρώτο έπος, έγραψε δέκα βιβλία με τίτλο « Φορωνίς» που πραγματεύονταν περί της βασιλείας και των έργων του.

Η « Φορωνίς» ιστορούσε τον κατακλυσμό του Ωγύγου και την ευεργετική βασιλεία των Ιναχιδών, που δεν επεδίωξε πολέμους, αλλά στα χρόνια αυτά που ανέτειλε η αυγή του πολιτισμού, συνέβαλε στην καλλιέργεια των εγχωρίων σπερμάτων του.

Σ’ αυτό ο Φορωνεύς θεωρείται ως φορέας του ανθρώπινου πολιτισμού και αποκαλείται «πατήρ θνητών ανθρώπων και πρώτος άνθρωπος»:

«Υπάρχει δε και αυτή η παράδοσις: Πως ο Φορωνεύς σε τούτη τη χώρα ήταν ο πρώτος κάτοικος και ο Ίναχος δεν ήταν άνθρωπος αλλά ποταμός και πατέρας του Φορωνέα».[1]

Σύμφωνα ακόμη με το έπος αυτό ο Φορωνεύς μετά τον κατακλυσμό, αποφάσισε να συγκεντρώσει σε έναν τόπο τους απογόνους του και μαζί και τους άλλους και να προστατεύσει το άοπλο και ανυπεράσπιστο ανθρώπινο γένος, γιατί καθώς ζούσαν σκορπισμένοι και απομονωμένοι, κινδύνευαν ν’ αφανιστούν, από τα θηρία και τους άλλους εχθρούς.

Τότε ο Δίας που βασίλευε σε θεούς και ανθρώπους, με την προτροπή της Ήρας του παραδίδει την εξουσία και ο Φορωνεύς γίνεται ο πρώτος θνητός βασιλιάς.

Η Ήρα τον συμπαθούσε γιατί ίδρυσε το πρώτο ιερό της στο Άργος και καθιέρωσε τις θυσίες προς τιμήν της, αλλά και γιατί στη διαμάχη της με τον Ποσειδώνα είχε πάρει το μέρος της.

Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Ερμής σκόρπισε τους ανθρώπους σε διάφορες πολιτείες πάνω στη γη, αφού δεν χωρούσαν όλοι σε μια πόλη. Όμως προέκυψαν καινούργια προβλήματα. Ενώ στην αρχή οι άνθρωποι είχαν μία γλώσσα, τώρα μιλούσαν διαφορετικές.

Αυτή η σύγχυσις γλωσσών,[2] έγινε αιτία ερίδων και πολέμων. Για να ζουν οι άνθρωποι με δικαιοσύνη και αρμονικά, ο Φορωνεύς συνέταξε τους πρώτους νόμους και ίδρυσε τα πρώτα δικαστήρια. Επινόησε επίσης τα όπλα, δίδαξε στους υπηκόους του η χρήση τους για να προστατεύονται από τα άγρια θηρία, να τρέφονται από το κυνήγι, αλλά και να τα χρησιμοποιούν όπου δεν επιβαλλόταν ο νόμος.

  

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Παυσαν. Κορινθ. XV,5 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου:

«Λέγεται δε και όδε λόγοςּΦορωνέα εν τη γη ταύτη γενέσθαι πρώτον, Ινάχου δε ουκ άνδρα αλλά τον ποταμόν πατέρα είναι Φορωνεί».

[2] Αντί σχολίου για την ομοιότητα του ελληνικού αυτού μύθου με την Βαβέλ, παραθέτουμε τον τρόπο με τον οποίο κατακρίνει ο Κέλσος την αντιγραφή των ελληνικών μύθων από άλλους λαούς: (Κι έπειτα συνέθεσαν έναν κατακλυσμό και μια κιβωτό αλλόκοτη, η οποία είχε μέσα της τα πάντα, και ένα περιστέρι και μια κουρούνα ως αγγελιοφόρους, παραχαράσσοντας και υποκλέπτοντας το μύθο του Δευκαλίωναּγιατί δεν πιστεύω ότι περίμεναν πως αυτά θα έρθουν στο φως, αλλά τα έπλασαν άκομψα για μωρά παιδιά).

Αληθής λόγος Δ,41, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου:

«είτα κατακλυσμόν τινά και κιβωτόν αλλόκοτον, άπαντα ένδον έχουσαν, και περιστεράν τινά κορώνην αγγέλους, παραχαράττοντες και ραδιουργούντες τον Δευκαλίωναּου γάρ οίμαι προσεδόκησαν ότι ταύτα εις φως πρόεισιν, αλλ’ ατεχνώς παισίν νηπίοις εμυθολόγησαν».

Άργος (Οι ρίζες)


 

«Υπὲρ τῆς Ἀργείων πόλεως πολλὰ μὲν ἄν τις εἰπεῖν ἔχοι,

σεμνύνειν αὐτὴν ἐθέλων, παλαιὰ καὶ νέα πράγματα»

——————-

 «Αν ήθελε κανείς να τιμήσει την πόλη των Αργείων,

θα μπορούσε να αναφέρει πολλά, παλαιά και καινούρια γεγονότα…»[1]

 

Δυτικά της αργολικής πεδιάδας κτισμένο κάτω από τα τείχη της Λάρισας και της Δειράδας και κοντά στις πολύχρυσες Μυκήνες, βρίσκεται το αρχαίο και δοξασμένο Άργος της ηρωικής εποχής, το όνομα του οποίου στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου έχει υποκαταστήσει ολόκληρη την Ελλάδα και τα ένδοξα ονόματα Αργείος και Δαναός είναι συνώνυμα με το εθνικό όνομα Έλληνας, γεγονός που υποδεικνύει ότι στους χρόνους αυτούς το Άργος ήταν η καρδιά του Ελλαδικού και Αιγαιακού κόσμου.

Ανάμεσα στις πόλεις που πρωταγωνίστησαν κατά την αρχαιότητα στην εθνική μας πορεία, το κλυτόν και πολυθρύλητον  Άργος κατέχει κορυφαία θέση. Κατά τις τοπικές παραδόσεις είναι η αρχαιότερη όλων των ελληνικών πόλεων, και η έδρα των πρώτων θεογενών βασιλέων, γιατί εκεί πρωτοεγκαθίδρυσαν τους θρόνους τους.

Φρονούσαν  ακόμη  οι  Αργείοι ότι  από  αυτούς έλκει τις ρίζες του το ελληνικό γένος: «Εντεύθεν Άργος παλαιόν ονομάζεται και οι Αργείοι παλαιότατοι των Ελλήνων αξιούσι και πρωτογενείς αντιποιούνται είναι».[2]

Ο δε Ευριπίδης αρχίζει την τραγωδία του Ηλέκτρα με τον χαιρετισμό, «Ω γης παλαιόν Άργος, Ινάχου ροαί».

Η ιστορία των πρώτων χρόνων του Άργους συνυφασμένη με τους τοπικούς θρύλους φτάνει σε τόσο βάθος χρόνου που, όπως είδαμε στον Ίναχο, αγγίζει τις απαρχές της μυθολογικής εθνοφυλετικής μας Γενέσεως.

Όπως όλες οι αρχαίες πόλεις, έτσι και το Άργος έχει τον ιστορικό του μύθο, δηλαδή την ιστορία του καταγεγραμμένη κατά μυθικό τρόπο. Καμιά όμως ιστορία άλλης πόλης δεν συνοδεύεται με τόσες παραδόσεις, τόσους σαγηνευτικούς μύθους, που μορφώνουν, διδάσκουν, και ψυχαγωγούν αλλά και μας βοηθούν ερμηνεύοντας τις ωραίες αυτές παραδόσεις, κάτω από τις οποίες κρύβεται ο πυρήνας των ιστορικών γεγονότων, να βρούμε τα ίχνη και το φως της ιστορικής αλήθειας. Και οι ηρωικοί μύθοι που σχετίζονται με την πόλη του Άργους είναι τόσοι πολλοί και έχουν τύχει καθολικής αποδοχής από τον κόσμο της κλασσικής αρχαιότητας, αφού υπήρξαν αστείρευτη πηγή εμπνεύσεως για τους μεγάλους μας ποιητές της αρχαιότητας.

Από την ανεξάντλητη και συναρπαστική αργολική μυθολογία και ιστορία δημιούργησαν αθάνατα και ανυπέρβλητα λογοτεχνικά έργα ο Όμηρος, οι τραγικοί ποιητές μας Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος, η λαϊκή Μούσα.

Η ηρωική αργεία μυθολογία μας πείθει για το ρόλο που έπαιξε η πόλη από τα πανάρχαια χρόνια, ενώ λίγες Ελληνικές πόλεις αξιώθηκαν με τόσους πολλούς επαίνους από τα αρχαιότατα χρόνια, ακόμη και από τους θεούς.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Ο Όμηρος συγκαταλέγει το Άργος ανάμεσα στις τρεις πιο αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας: «Ήτοι εμοί τρεις μεν πολύ φίλταταί εισί πόληες Άργος τε Σπάρτη τε και ευρυάγεια (=πλατύδρομη) Μυκήνη».[3] 

Ακόμη το Άργος περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις που φιλονικούσαν για το ποια είναι γενέτειρα του Ομήρου: «Επτά πόλεις μάρναντο σοφήν διά ρίζαν Ομήρου Σμύρνα, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι».[4]  

Ο μεγάλος λυρικός ποιητής Πίνδαρος σε μια ωδή του επικαλείται τις χάριτες να υμνήσουν την πόλη αυτή, του Δαναού και των αγλαοθρόνων θυγατέρων του, την θεϊκή κατοικία της Ήρας, γιατί κοσμείται από αμέτρητη δόξα και θαυμαστά έργα:

 

«Υμνείστε ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

Και τις πενήντα λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα,

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθαρτη το Άργος απαστράπτει χάρις

στα επιτεύγματα των πάντολμων τέκνων του».[5]

 

Η μεταγενέστερη ονομασία Άργος που πήρε η πόλη από τον ομώνυμο βασιλιά, εγγονό του Φορωνέα, το θεοπρεπές δώμα της Ήρας κατά τον Πίνδαρο, συνοδεύεται από τα πανάρχαια χρόνια από πλήθος ακόμη επιθέτων:

 

Ιναχία γη, Φορωνικόν, κλυτόν, κοίλον, πολυδίψιον, Ίασον, Ίππιον, Ιππόβοτον, Πελοποννήσιον, παλαιόν, πολύπυρον (πλούσιο σε σιτάρι), ούθαρ αρούρης, φιλτάτη πόλις της Ήρας.

 

Από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια το Άργος είχε την αγαθή τύχη να κυβερνηθεί από ονομαστούς και φημισμένους βασιλείς όπως ο Ίναχος, ο Φορωνεύς, ο Πελασγός, ο Δαναός, οι Ηρακλείδες, με πιο φημισμένο τον Τήμενο, (πρόγονο του Μεγάλου Αλεξάνδρου), ο Φείδων, ο Διομήδης και άλλοι ακόμη, που ο καθένας τους ξεχωριστά είχε πολύτιμη προσφορά στην μεγαλειώδη ιστορική πορεία του Αργείου κράτους. Όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (1,1), από την παλαιότατη εποχή, σε όλο τον ελληνικό χώρο που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα, το Άργος υπερείχε όλων των πόλεων: «Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη»

Το Άργος θεωρείται η κοιτίδα των Πελασγών, των αυτοχθόνων Πρωτοελλήνων, που ξεκινώντας από εκεί δημιούργησαν στα πέρατα της γης, πελασγικά βασίλεια, και σκόρπισαν τα πρώτα φεγγοβολήματα του πελασγικού πολιτισμού: «Ήν γάρ δή και το των Πελασγών γένος Ελληνικόν, εκ Πελοποννήσου το αρχαίον». (Διονύσιος Αλικαρνασεύς, Ιστοριών, 17) 

Με υπερηφάνεια για την πανάρχαιη πελασγική καταγωγή του αποκρίνεται ο βασιλιάς του Άργους στις κόρες του Δαναού:

 

«Γιατί του ντόπιου Παλαίχθονα ο γιος

ο Πελασγός εγώ είμαι αυτής της χώρας ο άρχοντας

και που από μένα το βασιλιά τους φυσικά ονοματισμένοι

οι Πελασγοί καρπίζονται τη χώρα τούτη».[6]

 

Υπάρχει δε και μια παράδοση, ότι ο ίδιος ο Όμηρος ήρθε στο Άργος και θέλοντας να τιμήσει τα κατορθώματα των Αργείων Ηρώων που τον ενέπνευσαν στα έπη του, ραψωδούσε στίχους της Ηλιάδος:

 

«Της πυργόστηθης Τίρυνθας και τ’ Άργους τους λεβέντες

κι όσους μες στη βαθύκολπη Ασίνη κι Ερμιόνη

και στην Τροιζήνα κάθονταν, κι όσοι στην Ηιόνα

και στην αμπελοφύτευτη Επίδαυρο μα κι όσους

στην Αίγινα και Μάσητα[7] των Αχαιών λεβέντες

τρεις τους οδήγουν, ο γέρος Διομήδης και το τέκνο

του Καπανέα του τρανού ο Σθένελος και τρίτος

του Μηκιστέα το παιδί, ο Ευρύαλος, τ’ αγγόνι

του Ταλαού κι όλων αυτών ο Διομήδης πρώτος

κι είχαν μαζί τους μελανά ογδόντα πλοία φέρει» [8]

 

Οι Αργείοι άρχοντες ακούγοντας το γένος τους από τον πιο δοξασμένο ποιητή, τόσο ενθουσιάστηκαν, ώστε τον τίμησαν με πλούσια και ακριβά δώρα, αποφάσισαν ομόφωνα να τελούν θυσίες προς τιμήν του και του έστησαν ανδριάντα όπου τοποθέτησαν χάλκινη εικόνα του, κάτω από την οποία χάραξαν την επιγραφή:

 

«Εδώ βρίσκεται ο θεϊκός Όμηρος

ο οποίος την πολυφημισμένη Ελλάδα

όλη με γλαφυρή σοφία εκόσμησε.

Ιδιαίτερα δε τους Αργείους,

που την θεόκτιστη Τροία γκρέμισαν

ως τιμωρία για την καλλίκομη Ελένη

για χάρη του ο μεγάλος μας δήμος

του έστησε αυτόν (τον ανδριάντα)

και με τιμές αθανάτων τον περιβάλλει».[9]

(ελεύθερη απόδοση)

 

Υπήρχε μάλιστα διαμάχη ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Αργείους για το ποια πόλη έχει τα πρωτεία της αρχαιότητας και την μεγαλύτερη εύνοια των θεών. Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, «πρώτοι γάρ Αθηναίοι τα άστη και τάς πόλεις ευρείν ιστορούνται», κατά δε τον Παυσανία: «Από τους Έλληνες, εκείνοι που αμφισβητούν πιο πολύ απ’ όλους στους Αθηναίους την αρχαιότητα και τα δώρα που λένε ότι έχουν από τους θεούς, είναι οι Αργείοι».[10]

Η από τα πανάρχαια χρόνια ονομασία της πόλεως Άργος προέρχεται από τη ρίζα αργ -που για τους αρχαίους σήμαινε φωτεινός, λευκός, λαμπρός, ταχύς, ευκίνητος.

Οι παραδόσεις που μας μεταφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς σχετικά με τον Πελασγό διαφέρουν. Την καταγωγή του διεκδικούν από τους Αργείους οι Αρκάδες.

Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση ο Πελασγός ήταν γιος του Ινάχου, που ίδρυσε μεταξύ Πηνειού και Ολύμπου την Πελασγιώτιδα. Κατά τον Ησίοδο, ο πρώτος βασιλιάς υπήρξε ο Αρκάς στην Πελοπόννησο, ο οποίος ήταν αυτόχθων και γενάρχης του αρχαιότερου ελληνικού γένους, των Πελασγών.

Και ο Παυσανίας μεταφέροντας την Αρκαδική παράδοση, θέλει τον Πελασγό πρώτο κάτοικο και βασιλιά της Αρκαδίας: «Οι Αρκάδες λένε ότι ο πρώτος κάτοικος της χώρας τους ήταν ο Πελασγός. Είναι φυσικό να υποθέσει κανείς, ότι ο Πελασγός δεν ήρθε μόνος, αλλά με άλλους μαζί…»

Ο ποιητής Άσιος λέει γι’ αυτόν: «Το ισόθεο Πελασγικό έθνος στα ψηλόκορφα όρη Η μαύρη γη γέννησε, για να δημιουργηθεί το ανθρώπινο γένος».[11]

Επίσης και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος τους θεωρεί προσέληνους και τους αποκαλεί «βαλανηφάγους»:

 

«Προτού ακόμα υπάρξουν όλα τ’ αστέρια

που τριγυρίζουν στον ουρανό

κι ούτε ακόμα θα μπορούσε κανείς, ακόμα κι αν ρώταγε

ν’ ακούσει για το ιερό γένος των Δαναών,

υπήρχαν μόνοι οι Αρκάδες οι Απιδανοί,

οι Αρκάδες που, κατά την παράδοση,

ζούσαν πριν κι από την σελήνη,

κι έτρωγαν βελανίδια στα βουνά.

Ούτε η γη των Πελασγών είχε ακόμα την εποχή εκείνη,

άρχοντες, τους δοξασμένους γιους του Δευκαλίωνα».[12]

 

Άλλες όμως μυθολογικές παραδόσεις αναφέρουν ότι τον πρώτο Αρκαδικό οικισμό ίδρυσαν Αργείοι άποικοι. Κατά τον Απολλόδωρο επίσης (Γ΄, 96) οι βασιλείς της Αρκαδίας Λυκάων, Νύκτιμος – στα χρόνια του οποίου έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος – και Αρκάς, ήταν απόγονοι του Πελασγού, που γεννήθηκε από τον Δία και την κόρη του Φορωνέως Νιόβη. Επίσης σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ο Λυκάων που θεωρείται ο ιδρυτής της Λυκόσουρας – της πρώτης πόλης που αντίκρισε ο ήλιος κατά τον Παυσανία, έζησε πέντε γενιές μετά τον Φορωνέα. (Fragm. Χρον. Α, CI, CII, τ.20, σελ.170).

 

Υποσημειώσεις


[1] Ιουλιανός Αργείοις 198, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Όλγας Ρομπάκη.

[2] Ιωάν. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, πρόλογος.

[3] Ιλιάς, Δ, 51

[4] Ελληνική Ανθολογία, 3

[5] Πινδάρου Επίνικοι, Νέμεα 10, 1, μετ. εκδ. Β. Λαζανά.

«Δαναού πόλιν αγλαοθρόνων τε πεντήκοντα κοράν Χάριτες, Άργος Ήρας δώμα θεοπρεπές υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις έργων θρασέων ένεκεν».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ. 250 – 254, Μετ. Ι. Γρυπάρη, εκδ. «Εστία».

 «Του γηγενούς γάρ είμ’ εγώ Παλαίχθονος  ίνις Πελασγός, τήσδε γης αρχηγέτης,

  εμού δε άνακτος ευλόγως επώνυμον  γένος Πελασγών τήνδε καρπούται χθόνα».

[7] Οι Ηιόνες και Μάσητες ήταν κάτοικοι της Ακτής. Ακτή ονόμαζαν οι αρχαίοι την χερσόνησο      που σχηματίζεται στο βορειοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου (Επιδαυρία, Ερμιονίδα, Τροιζηνία).

[8] Ιλιάς Β’ 559-564 Μταφρ. Πάικου Νικολαΐδη.

[9] Ι. Κοφινιώτη,Ιστορία του Άργους, πρόλογος, σελ. στ’

«Θείος Όμηρος οδ’ εστίν ος Ελλάδα την μεγαλαύχην πάσαν  εκόσμησεν καλλιεπώς σοφίη,

έξοχα δ’ Αργείους, οι την θεοτειχέαν Τροίην ήρειψαν ποινήν ηϊκόμου Ελένης˙

ου χάριν έστησεν δήμος μεγαλόπτολις αυτόν, ενθάδε και τιμαίς αμφέπει αθανάτων»

[10] Παυσαν. 1,14,2 Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη.

«Ελλήνων οι μάλιστα αμφισβητούντες Αθηναίους ες αρχαιότητα και δώρα παρά θεών φασίν έχειν, εισίν Αργείοι»

[11] Παυσανίου Αρκαδικά, 1, 4-5 Εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδη

«Φασί δε Αρκάδες ως Πελασγός γένοιτο εν της γης ταύτης πρώτος. Εικός δε έχει του λόγου και άλλους ομού του Πελασγού, μηδέ αυτού τω Πελασγώ γενέσθαι μόνον….

πεποίηται δε και Ασίω τοιάδε εις αυτόν. Αντίθεον δε Πελασγικόν εν υψικόμοισιν όρεσι

Γαία μέλαιν’ ανέδωκεν, ίνα θνητών γένος είη.

[12] Απολλων. Ροδίου Αργοναυτικά, Δ, 264, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου.

«ούπω τείρεα πάντα τα τ’ ουρανώ, ειλίσσονται, ουδέ τι πω Δαναών ιερόν γένος ήεν ακούσαι

πευθομένοις˙ ּοίοι δ’ έσαν Αρκάδες Απιδονήες, Αρκάδες, οί και πρόσθε σεληναίης υδέονται

ζώειν, φηγόν έδοντες εν ούρεσιν, ουδέ Πελασγίς χθών τότε κυδαλίμοισιν ανάσσετο Δευκαλίδησιν».

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Όθωνας (Όττο φον Βίττελσμπαχ – Otto von Wittelsbach) 1815-1867


 

Όθωνας (1815-1867)

Ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας (1833-1862). Δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου Α’, βασιλιά της Βαυαρίας και της Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σάζεν Άλτενμπουργκ. Γεννήθηκε την 20η Μαΐου (1 Ιουνίου) του 1815 στο Σάλσμπουργκ της Βαυαρίας. Επελέγη βασιλιάς της Ελλάδας από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις που υπέγραψαν το βασιλικό πρωτόκολλο του Λονδίνου 1/13 Φεβρουαρίου 1832 και έφθασε στο Ναύπλιο την 18η Ιανουαρίου 1833. Ο Όθωνας αποδέχθηκε το στέμμα σε ηλικία 17 ετών και έφθασε σε ηλικία 18 ετών στη νέα του πατρίδα, ανάμεσα σε πολυπληθές στρατιωτικό και πολιτικό επιτελείο Βαυαρών, υπό την επίδραση των οποίων αποφάσιζε τα πρώτα έτη της βασιλείας του.

Μέτριας διανοητικότητας, κληρονόμος γονιδίων ψυχικών νοσημάτων, με αργή αντίληψη των πραγμάτων και δύσκαμπτη σκέψη, διστακτικός στη λήψη αποφάσεων, χωρίς την ικανότητα να παίρνει πρωτοβουλίες, δεν είχε την προσωπική δύναμη να διαχειριστεί το υψηλό αξίωμα που του δόθηκε στη νέα του πατρίδα, παρά την εξαιρετική του χρηστότητα, την ευθύτητα και το καλοκάγαθο του χαρακτήρα του, τις πολλές προσωπικές του αρετές και την ειλικρινή αγάπη που είχε για την Ελλάδα.

Η βασιλεία του Όθωνα διαιρείται σε τρεις περιόδους: της αντιβασιλείας, της απόλυτης μοναρχίας και της συνταγματικής βασιλείας.

  

Αντιβασιλεία


 

Η περίοδος της αντιβασιλείας, η συντομότερη όλων (Φεβρ. 1833 – Μάιος 1835), δεν υπήρξε ούτε διαφωτιστική ούτε καθοδηγητική για τον Όθωνα και το πώς θα έπρεπε να επιτελέσει το τεράστιο έργο, το οποίο είχε να φέρει εις πέρας πρώτος, αυτό της αναγέννησης της ελληνικής φυλής. Αντιθέτως υπήρξε περίοδος σφαλμάτων με σημαντική επίδραση στη Β’ περίοδο.

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Ο Όθωνας έφτασε στην Ελλάδα ακολουθούμενος από βαυαρικό στρατό τριών πεζικών συνταγμάτων, δύο λόχους ιππέων και μίας πυροβολαρχίας (3.850 ανδρών) με τη συντήρηση των οποίων επιβαρύνθηκε ο κάτισχνος ελληνικός προϋπολογισμός, ενώ παράλληλα με δυσκολία επιβίωναν οι οπλαρχηγοί του αγώνα, λιμοκτονούσαν οι κατώτεροι βαθμοφόροι και οπλίτες και δεινοπαθούσε ο ελληνικός λαός. Κατά την περίοδο εκείνη η χώρα κυβερνήθηκε από την αντιβασιλεία, που είχε συγκροτηθεί από πέντε Βαυαρούς, τονΆρμανσμπεργκ ως πρόεδρο, τον Μάουρερ, τον Έιδεκ, τον Γραίνερ και τον Άδελ.

 

Απόλυτη Μοναρχία


Όθωνας. Αλληγορική εικόνα από τη στέψη του Όθωνα. Λιθογραφία από το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, του Άνθιμου Γαζή, Βιέννη, 1835.

 

Ο Όθωνας δεν είχε καμία συμμετοχή στις ραδιουργίες και τα σφάλματα της αντιβασιλείας, αλλά μετά την ενηλικίωσή του ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Άρμανσμπεργκ τον οποίο και έχρισε αρχικαγγελάριο ανάμεσα στο στέμμα και τους άλλους υπουργούς των οποίων η γνώμη δεν είχε κανένα κύρος και δεν τους επιτρεπόταν καμία αυτόβουλη ενέργεια, ούτε καν στο στενό κύκλο των υπηρεσιών των υπουργείων τους.  Αυτό το σφάλμα του επανόρθωσε τον επόμενο χρόνο ο Όθωνας, απομακρύνοντας τον Άρμανσμπεργκ και αντικαθιστώντας τον με τον Ρούδχαρτ. Κατά την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας ο Όθωνας έκανε το σφάλμα να παραδώσει τις σπουδαιότερες κρατικές αρχές στα χέρια των Βαυαρών, αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των τόσων πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών που είχαν καταστραφεί από τον μακροχρόνιο αγώνα, ενώ πολλές φορές ερχόταν σε αντίθεση στις τοπικές επιρροές τους. Ενθάρρυνε ακούσια τις εξωτερικές αντιθέσεις στις τάξεις δυσαρεστημένων, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η συνωμοσία του Ιουλίου του 1843 και η βίαιη ανατροπή της απόλυτης μοναρχίας κατά τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου.

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Συνταγματική Μοναρχία


Πορτραίτο του Όθωνα. Έργο του Karl Joseph Stieler.

 

Ο Όθωνας δεν αποδέχθηκε την πρόταση συνταγματικού πολιτεύματος, αναγκάσθηκε όμως κατά την νύχτα της στάσης να αποδεχθεί την απαίτηση των στασιαστών, αφού πείσθηκε πως δεν μπορούσε να στηριχθεί πουθενά αλλού γιατί ο μεν στρατός της πρωτεύουσας τάχθηκε με τους στασιαστές, ο δε λαός παρέμενε αδιάφορος.

Η Ελλάδα απαλλάχθηκε από τους Βαυαρούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από τις στρατιωτικές και πολιτικές θέσεις, ενώ στο λαό και το κράτος παραδόθηκαν οι λειτουργίες του πολιτεύματος, γεγονός που δεν ήταν δυνατό να έχει τα αναμενόμενα θετικά αποτελέσματα λόγω της μη προετοιμασίας κατανόησης της εφαρμογής τους. Η εναντίωση του Όθωνα στην εφαρμογή φιλελεύθερου πολιτεύματος αποδείχτηκε δίκαιη. Η πολιτική διαμάχη, η οποία λάμβανε τις διαστάσεις εμφύλιου σπαραγμού σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, είτε βουλευτική είτε δημοτική, είχε ως αποτέλεσμα την κακοδαιμονία της χώρας.

Ο Όθωνας επενέβαινε πάντα στις εκλογές για την ανάδειξη στα αιρετά αξιώματα των ηθικότερων ατόμων. Αυτή η συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση μεγάλης δυσαρέσκειας και προκάλεσε εχθρότητα και μίση εναντίον του. Οι αντίπαλοί του από τις πολιτικές και στρατιωτικές τάξεις τον συκοφαντούσαν στο λαό ως απολυταρχικό και βίαιο και εργαζόμενο για την επαναφορά της απόλυτης μοναρχίας και των Βαυαρών, με τη βοήθεια των οποίων θα υποδούλωνε την Ελλάδα. Αργότερα οι συκοφαντίες έλαβαν χαρακτήρα προδοσίας και χρηματισμού.

 

Ο Βασιλιάς Όθωνας και η Βασίλισσα Αμαλία έφιπποι στην Πλατεία Συντάγματος, Αθήνα, 25 Μαρτίου 1854, ακουαρέλα και μελάνι. Έργο του Γάλλου ζωγράφου και εικονογράφου για βρετανικές και γαλλικές εφημερίδες, ανταποκριτή του Κριμαϊκού Πολέμου, Constantin Guys, (1802-1892).

 

Ολόσωμο πορτραίτο του Βασιλιά Όθωνα με φουστανέλα. Έργο του Νικηφόρου Λύτρα.

Ο  Όθωνας μη διαθέτοντας πολιτικό νου και άμοιρος διπλωματικής δεξιοτεχνίας, απέτυχε και στον τομέα της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής. Στα εσωτερικά εξέφραζε ευθέως και άμεσα την αντίθεσή του στους τοπάρχες του Μοριά και της Ρούμελης, οι οποίοι αντλούσαν την επιρροή τους από τους προεπαναστατικούς ακόμα καιρούς και ασκούσαν μεγάλη επιβλητικότητα στον άμαθο και δεισιδαίμονα λαό. Ακόμα επιζητούσαν να διατηρήσουν την ισχύ τους σαν αληθινοί ηγεμονίσκοι, που τυραννούσαν και καταδυνάστευαν τον λαό, φορολογώντας το λαό αμείλικτα χωρίς να φορολογούνται ποτέ οι ίδιοι, υπέρτεροι πάντων και των αρχών και των νόμων του κράτους. Οι συνεχείς και αδιάλειπτες στάσεις και επαναστάσεις πήγαζαν από αυτά τα άτομα, τα οποία επιπλέον εκμεταλλεύονταν οι ξένες επιρροές και τα συμφέροντα των αντίζηλων προστάτιδων δυνάμεων κατά του στέμματος.

Ο Όθωνας εξάλλου, δεν είχε συγγένεια με καμία εκ των βασιλικών οικογενειών αυτών των δυνάμεων, ούτε ήταν σε θέση να λάβει βοήθεια από την Αυλή του Μονάχου, επηρεαζόταν πάρα πολύ από την ορμητική και φιλόδοξη σύζυγό του και λόγω της αγάπης και πίστης που έτρεφε προς τα εθνικά ιδεώδη υπερέβη τις δυνάμεις του κράτους και της φυλής, αντιτέθηκε στα ζωτικά συμφέροντα των δύο δυτικών Δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και αφενός μεν έβαλε τα ελληνικά συμφέροντα σε μεγάλο κίνδυνο, αφετέρου δε υπονόμευσε ο ίδιος το θρόνο του.

Λόγω της ευθύτητας του χαρακτήρα του και της ειλικρίνειάς του δέχθηκε πολλές και μεγάλες ραδιουργίες από τα «ξένα» κόμματα, όπως ήταν γνωστά τα τρία μεγάλα πολιτικά κόμματα, τα οποία διαίρεσαν και καταδυνάστευσαν την Ελλάδα κατά την περίοδο της Α’ Δυναστείας. Οποιαδήποτε προτίμηση του Όθωνα σε ένα από τα τρία είχε ως αποτέλεσμα τα άλλα δύο να στρέφονται εναντίον του τρίτου. Οι αρχηγοί και οι ιθύνοντες των κομμάτων εμπνέονταν και δέχονταν οδηγίες από τους πρεσβευτές των Δυνάμεων στην Αθήνα που είχαν την εντύπωση πως υπηρετούν τα συμφέροντα της πατρίδας τους. Έτσι ο Όθωνας βρισκόταν συνεχώς ανάμεσα στις συμπληγάδες των ξένων και των τοπικών επιρροών καθ’ όλη τη διάρκεια της ταραχώδους βασιλείας του.

Πιεζόμενος σκληρά από την Αγγλία, δεχόμενος απειλές από τη Γαλλία και παρασυρόμενος από τη Ρωσία, βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να εξαρτάται από εξαιρετικά τραγικούς όρους κατά την περίοδο της πρώτης κρίσεως του Ανατολικού ζητήματος (1854).

Ο Όθωνας θέλησε να οδηγήσει το κράτος σε πόλεμο και το λαό σε εξέγερση, παρά τις ρητές απαγορεύσεις των δύο Δυτικών Δυνάμεων, των οποίων οι πρεσβευτές στην Αθήνα απείλησαν έως και σε προσωπικό βαθμό το βασιλικό ζεύγος. Αποτέλεσμα της εθνικής μεν αλλά άστοχης πολιτικής του Όθωνα υπήρξε η ξένη κατοχή του Πειραιά και της Αθήνας και η απόφαση της Γαλλίας για εκθρόνισή του, η οποία και τελικά δεν έγινε πράξη λόγω δυσχερειών που προέκυψαν ως προς την αναπλήρωση του θρόνου αφενός και το βαθμό της δυσαρέσκειας του Ναπολέοντα Γ’ για τη Βαυαρία, την οποία και θεωρούσε σύμμαχο του ενάντια στον Πρωσικό κίνδυνο. Γι’ αυτό και μόνο ανατράπηκαν οι ενέργειες ορισμένων Ελλήνων τόσο στην Αθήνα όσο και στο Παρίσι για την εκθρόνιση του Όθωνα.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Ο Όθωνας και σε αυτή την περίπτωση απέδειξε για μία ακόμη φορά ότι δεν μπορούσε να πάρει ορθές πολιτικές αποφάσεις, γιατί παρασυρόταν συναισθηματικά από το πλήθος και τη θέληση να γίνουν πράξη τα εθνικά ιδεώδη που βρίσκονταν στις καρδιές των γενναίων ψυχών. Οι προετοιμασίες των κρατικών δυνάμεων για ένοπλη αντίσταση κατά της απειλής των Άγγλων και των Γάλλων και η εισβολή του βασιλικού ζεύγους στη Θεσσαλία που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή με την τολμηρή επέμβαση του Α. Μεταξά, είναι γεγονότα που πρέπει να κριθούν ψύχραιμα από την Ιστορία και δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως εκδηλώσεις ασυγχώρητης πολιτικής εγκατάλειψης.

Μετά τη λήξη της Ανατολικής κρίσης (1856) και τη Συνθήκη των Παρισίων, η αντιπολίτευση κατά του Όθωνα, που ενθαρρυνόταν από την Αθήνα, άρχισε και στις πρωτεύουσες των νομών.

Η αχαλίνωτη ελευθερία του τύπου και η κάθοδος νέων και τολμηρών ανδρών στην πολιτική και δημοσιογραφική παλαίστρα έφθειραν το γόητρο της Δυναστείας και ενίσχυαν το στρατόπεδο των αντιδυναστικών. Ο Όθωνας ξεκίνησε τον εσωτερικό αγώνα, απέφευγε ωστόσο τις εκλογές, σχεδόν κατήργησε το πολίτευμα και διόριζε πρωθυπουργούς και υπουργούς της προτίμησής του, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη συνένωση των αντιπολιτευτικών δυνάμεων κατά του στέμματος.

Όσο εξελισσόταν η πάλη δημιουργήθηκαν οι κύκλοι των «αφοσιωμένων» μέσω των οποίων αυξήθηκε η αντίθεση και η φθορά, η δε ενεργός ανάμειξη της βασίλισσας και οι επεμβάσεις της στα πολιτειακά, όπου αποφάσιζε για πρόσωπα του στρατού και της διοίκησης, η επίδραση που ασκούσε στις αποφάσεις του στέμματος και της κυβέρνησης, ενθάρρυναν αυτομάτως τους αντιδυναστικούς.

Εκτός από το ζήτημα των πολιτικών επεμβάσεων προστέθηκαν και δύο ακόμα κατά τα τελευταία χρόνια της Α’ Δυναστείας για την ενίσχυση των αντιδυναστικών: η διαδοχή του θρόνου και η ίδρυση εθνοφυλακής. Τόσο ο Όθωνας όσο και η Αμαλία αστόχησαν σε όλες τις προσπάθειες τους για τη διαδοχή. Όσον δε αφορά την εθνοφυλακή, τη σύσταση της οποίας επεδίωκαν οι πολιτικοί αρχηγοί, ο Όθωνας ήταν ανένδοτος προς τη δημιουργία σώματος ένοπλων πολιτών, λόγω των μεγάλων αντιθέσεων και των συγκρούσεων που επικρατούσαν στη χώρα.

  

Επανάσταση και έξωση του Όθωνα 


Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Κατά τα δύο τελευταία έτη της βασιλείας του ο Όθωνας υιοθέτησε και πάλι τη φιλοπόλεμο πολιτική, εξαιτίας της ιταλικής εξεγέρσεως και του δόγματος περί δικαίου των εθνοτήτων που είχε υψωθεί. Γι’ αυτόν τον λόγο προέβη σε μυστικές συνεννοήσεις με ικανούς Ιταλούς πατριώτες και Αλβανούς φυλάρχους, δαπανώντας από το ταμείο του εκατοντάδες χιλιάδες φράγκα. Αυτές οι συνεννοήσεις  χαρακτηρίστηκαν από τους Άγγλους πολιτικούς ως φιλοτάραχες και κατά τα δύο τελευταία έτη (1860-1862) αντιμετώπισε τρεις αιματηρές στάσεις και επαναστάσεις, με κυριότερη τη Ναυπλιακή Επανάσταση το Φεβρουάριο του 1862.   Το αίμα που χύθηκε προς εμπέδωση της τάξεως, έκανε ακόμα πιο αποφασιστικό το λαό και τη νεολαία, την οποία και έριξε στην πολιτική διαπάλη ο ορμητικός και δημαγωγός πολιτικός Επαμ. Δεληγιώργης.

Από τη στιγμή δε που προστέθηκαν στις ενέργειες κατά του στέμματος πρόσωπα σαν τον πυρπολητή Κ. Κανάρη και μυήθηκαν οι σωματάρχες της φρουράς της πρωτεύουσας, εξασφαλίστηκε η επιτυχία της ανατροπής.

Ο Όθωνας γνώριζε για τις συνομωτικές ενέργειες κατά του προσώπου του, αλλά δεν είχε υποπτευθεί την έκταση και το μέγεθός τους. Δημιούργησε το Υπουργείο της Αυλής, το οποίο και ήταν το τελευταίο της βασιλείας του, επιπλέον απομακρύνθηκε από την πρωτεύουσα, όπως τον συμβούλεψε η κυβέρνησή του, για να εξετάσει το πνεύμα και τα παράπονα των επαρχιών. Με αυτόν τον τρόπο άφησε την πρωτεύουσα στα χέρια των επαναστατών, με μία κυβέρνηση νωθρή και άβουλη, γεγονός που επίσπευσε την έκρηξη της επανάστασης και την ανατροπή του θρόνου (νύχτα της 10 Οκτωβρίου 1862).

Ο Όθωνας έφτασε εσπευσμένως την επόμενη ημέρα στον Πειραιά με την ατμοφρεγάτα «Αμαλία» και βρήκε την πρωτεύουσα και τον Πειραιά σε εξέγερση, όμως δεν κατέφυγε σε βίαια μέτρα, ούτε δημιούργησε εμφύλιο πόλεμο για την αποκατάστασή του στο θρόνο αν και μπορούσε να στηριχθεί στις επαρχίες του κράτους. Ακολούθησε τις συμβουλές των Άγγλων και Γάλλων πρεσβευτών και εγκατέλειψε την Ελλάδα με το αγγλικό ατμόπλοιο «Σκύλλα».

 

Η αναχώρηση του Όθωνα. Λαϊκή λιθογραφία, Μουσείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας.

 

Μετά την απομάκρυνσή του από την Ελλάδα, ο Όθωνας εγκαταστάθηκε με τη βασίλισσα Αμαλία στο Μόναχο όπου παρέμεινε για ένα οκτάμηνο και αργότερα στη Βαμβέργη όπου και πέθανε στις 14/26 Ιουλίου 1867 σε ηλικία 52 ετών από ερυσίπελα.* Σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία του θάφτηκε στην εκκλησία Τεατίνερ-Κίρχε του Μονάχου με την ελληνική ενδυμασία. Η αγάπη του για την Ελλάδα παρέμεινε αδιάσειστη μέχρι και το θάνατό του. Στο Μόναχο, όπου έμεινε κατά τους πρώτους μήνες της εξορίας του είχε ελληνική Αυλή, αλλά και στη μικρή πάλι Βαμβέργη, όπου περιορίστηκε από τον άστοργο αδελφό του, δεχόταν πάντα με χαρά τους Έλληνες που ήθελαν να τον χαιρετίσουν και  συζητούσε  μαζί τους για θέματα που αφορούσαν την Ελλάδα.

Ανώτερος χρημάτων, φιλεύσπλαχνος και φιλάνθρωπος, έφυγε από την Ελλάδα φτωχός και μέχρι το θάνατό του επιβίωνε με 100 χιλιάδες φράγκα ετήσια επιχορήγηση του Στέμματος του Μονάχου. Η άδολη αγάπη του προς την Ελλάδα και τους αγώνες της εκδηλώθηκε ένα μήνα πριν το θάνατό του με μυστική δωρεά ολόκληρης της ετήσιας επιχορήγησής του υπέρ του Κρητικού αγώνα (Μάιος 1867), την οποία παρέλαβε ο Σ. Καραϊσκάκης, απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης με σκοπό μυστικό έρανο στην Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του υπήρξε ο μεγαλύτερος δωρητής σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και διδακτήρια, χωρίς δε την προσωπική του δωρεά, της τάξεως των 40 χιλιάδων  φράγκων, ήταν αδύνατο να ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο.**

   

Υποσημειώσεις


* Ερυσίπελας. Σοβαρή λοίμωξη του δέρματος και των υποδόριων ιστών από στρεπτόκοκκο που προκαλεί ερυθρό εξάνθημα, κυρίως στο πρόσωπο.

** Οθώνειο Πανεπιστήμιο. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών ιδρύθηκε στις 3 Μαΐου 1837 από τον τότε Βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα και ονομάσθηκε προς τιμή του Οθώνειον Πανεπιστήμιον. Αποτελούσε το πρώτο πανεπιστημιακό ίδρυμα τόσο στο νέο Ελληνικό Κράτος όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Το πρώτο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το νεοσύστατο ίδρυμα συναποτελούσαν οι σχολές Θεολογίας, Νομικής, Ιατρικής και Τεχνών (στο γνωστικό πεδίο της οποίας συγκαταλέγονταν οι Εφαρμοσμένες Επιστήμες και τα Μαθηματικά). Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του, το ίδρυμα στελέχωναν 33 καθηγητές, ενώ μαθήματα παρακολουθούσαν 52 φοιτητές και 75 μη εγγεγραμμένοι ακροατές. Το πανεπιστήμιο στεγάσθηκε αρχικά στην κατοικία του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη στην Πλάκα που σήμερα φιλοξενεί το Μουσείο του ιδρύματος. Το Νοέμβριο του 1841 το ίδρυμα μεταστεγάσθηκε στο Κεντρικό Κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, ένα κτήριο σχεδιασμένο από το Δανό αρχιτέκτονα Κρίστιαν Χάνσεν και διακοσμημένο από το ζωγράφο Karl Rahl, αποτελώντας την περίφημη «αρχιτεκτονική τριλογία της Αθήνας», μαζί με τα κτίρια της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος και εκείνο της Ακαδημίας Αθηνών.

Το Πανεπιστήμιο διατήρησε την ονομασία Οθώνειο μέχρι το 1862, χρονιά κατά την οποία ο Όθων αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Στις 20 Οκτωβρίου 1862 το ίδρυμα μετονομάσθηκε σε Εθνικόν Πανεπιστήμιον.

Το σημερινό του όνομα το Πανεπιστήμιο της ελληνικής πρωτεύουσας έλαβε το 1911 χάρη στον Ηπειρώτη ευεργέτη Ιωάννη Δόμπολη (1769-1850), ο οποίος ήταν ένας πλούσιος έμπορος που ζούσε στη Ρωσία. Διαπνεόμενος από την ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, η οποία τότε είχε απήχηση στους Έλληνες, διέθεσε όλη του την περιουσία στο ελληνικό Δημόσιο για να ιδρυθεί μετά από 50 χρόνια πανεπιστήμιο στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, με τον όρο πως το νέο ίδρυμα θα ονομαζόταν Καποδιστριακό πανεπιστήμιο, προς τιμή του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια. Αποτελούσε ελπίδα του Δόμπολη ότι κατά την εκτέλεση της διαθήκης πρωτεύουσα της Ελλάδας θα είχε πια γίνει η Κωνσταντινούπολη. Το 1911, το Πανεπιστήμιο της Αθήνας (που παρά τους διακαείς πόθους του Δόμπολη παρέμενε πρωτεύουσα της χώρας), για να κληρονομήσει την τεράστια περιουσία του Δόμπολη, διχοτομήθηκε σε δύο τύπους ανεξάρτητες νομικά οντότητες, το Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον (στο οποίο ανήκαν οι θεωρητικές σχολές) και το Εθνικόν Πανεπιστήμιον (στο οποίο ανήκαν οι θετικές σχολές). Τα δύο νομικά πρόσωπα συγχωνεύθηκαν ξανά με τον οργανισμό του 1932 και το ίδρυμα μετονομάστηκε σε Αθήνησι Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον, ονομασία που διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι και σήμερα.

Το 1904 η Σχολή των Τεχνών διασπάστηκε σε δύο επιμέρους Σχολές: τη Σχολή Τεχνών και αυτή των Επιστημών. Στη Σχολή Επιστημών συμπεριλαμβάνονταν αρχικά οι Σχολές Μαθηματικών, Φαρμακευτικής και Φυσικής, ενώ το 1911 προστέθηκε σε αυτές και η Σχολή Οδοντιατρικής. Το 1919 συστάθηκε το τμήμα Χημείας και τρία χρόνια αργότερα, το 1922, η Σχολή Φαρμακευτικής μετέπεσε σε αυτόνομο τμήμα.

Κατά τη δεκαετία του 1960 έγιναν οι πρώτες ενέργειες με σκοπό την μετεγκατάσταση του πανεπιστημίου και τη συγκέντρωση των δραστηριοτήτων του σε ενιαίο χώρο (Πανεπιστημιούπολη) στην περιοχή Ζωγράφου. Σήμερα στην Πανεπιστημιούπολη βρίσκεται η Φιλοσοφική και Θεολογική Σχολή, η Σχολή Θετικών Επιστημών και μία από τις Φοιτητικές Εστίες.

 

Πηγές


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα, 1930.
  • Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Τόμος 7, Πολιτικοί άνδρες, Εν Αθήναις, 1875.
  • Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα


 

Έκθεση: «Δεισιδαιμονίες και Βασκανίες: Σύμβολα, ξόρκια, φυλαχτά. Τα λαογραφικά συμφραζόμενα της μαγείας».

 

ΈκθεσηTo Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς 2009, εγκαινιάζει την έκθεση «Δεισιδαιμονίες και Βασκανίες: Σύμβολα, ξόρκια, φυλαχτά. Τα λαογραφικά συμφραζόμενα της μαγείας», την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009 , στις 19.30, στο Μουσείο «Β. Παπαντωνίου». 

Οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς αποτελούν κορυφαία ευρωπαϊκή πολιτιστική εκδήλωση και υποστηρίζονται από την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Φιλοδοξούν να ευαισθητοποιήσουν τους πολίτες σε θέματα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, να ενισχύσουν την κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση και να συνδράμουν στη δημιουργία ενός πρόσφορου κλίματος για τη διεξαγωγή ενός διαπολιτισμικού διαλόγου.

Το θέμα του φετινού εορτασμού (25-27 Σεπτεμβρίου 2009), στον οποίο η Ελλάδα συμμετέχει για 15η συνεχή χρονιά, είναι «Μάγοι, ξόρκια και φυλακτά – Η μαγεία στον αρχαίο και χριστιανικό κόσμο».

 Η είσοδος στο κοινό θα είναι ελεύθερη και το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσίαση σχετικών λαϊκών δρωμένων στους επισκέπτες του μουσείου,  από τις 11.00 έως τις 13.00. Τηλ. 27520 28947  Fax. 27520 27960.

Φορωνέας (μυθολογία)


 

ο Φορωνέας (Φορωνεύς) ήταν ήρωας και ο γενάρχης των Πελασγών της Πελοποννήσου, και βασιλιάς του Άργους.

  

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Phoroneus, roi mythique d'Argos qui personnifie la Législation

Από την Ωκεανίδα Μελία (ή Αργεία) ο Ίναχος απέκτησε τον Φορωνέα, τον Αιγιαλέα και την Ιώ. Ως παιδιά του αναφέρονται ακόμη ο Φηγεύς, ο Πελασγός, ο Άργος και η Μυκήνη. Ο Φορωνεύς που διαδέχτηκε τον Ίναχο, θεωρείται ο γενάρχης της Πελασγικής φυλής. Η βασιλεία του συνέπεσε με τον μεγάλο κατακλυσμό του Ωγύγου:

«Πρώτος παρ’ Αθηναίοις μνημονεύεται Ώγυγος καθ’ όν Έλλησιν ο μέγας και παλαιός ιστορείται κατακλυσμός. Τούτο λέγεται συγχρονίσαι Φορωνεύς ο Ινάχου, Αργείων βασιλεύς»[1].

Ο Παυσανίας διασώζει πληροφορίες από το αρχαιότερο έπος Φορωνίς, σύμφωνα με το οποίο ο Φορωνεύς μετά από αυτόν τον κατακλυσμό, ήταν ο πρώτος που συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε έναν τόπο, και τους δίδαξε τον τρόπο του κοινωνικού βίου, ιδρύοντας έτσι την πρώτη πόλη:

«Ο Φορωνεύς δε ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν σκόρπιοι ο καθένας μόνος του στα δάση και στα βουνά. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά μαζεύτηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν»[2]

Προηγουμένως ζούσαν σκόρπιοι και απομονωμένοι όπως οι Κύκλωπες, για τους οποίους ο Όμηρος γράφει:

 

«Δεν έχουν προεστών βουλές, μήτε από νόμους ξέρουν

και κατοικούνε στων βουνών κατακόρυφα τις ράχες,

μέσα σε βαθουλές σπηλιές και τα παιδιά του ορίζει

καθείς και τη γυναίκα του και δεν ψηφάει τους άλλους»[3]

 

Ακόμη για χάρη των ανθρώπων ο Φορωνεύς μεταφέρει τη φωτιά από τον ουρανό με τη συναίνεση του Δία και διδάσκει τους ανθρώπους να την χρησιμοποιούν, κυρίως για να προσφέρουν θυσίες:

«Πιο πέρα από το ομοίωμα (του Βίτωνος) υπάρχει ένας τόπος όπου καίνε φωτιά, που τη λένε φωτιά του Φορωνέα, γιατί οι Αργείοι δεν παραδέχονται πως ο Προμηθεύς έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά, αλλά αποδίδουν την εύρεσή της στο Φορωνέα».[4]

Την φωτιά αυτή διατηρούσαν οι Αργείοι άσβεστη στον ναό του Λυκίου Απόλλωνος και την ονόμαζαν Φορωνικόν πυρ. Ακόμη, όπως γράφει ο Παυσανίας, οι Αργείοι πρόσφεραν θυσίες στον τάφο του Φορωνέα, μέχρι τα δικά του χρόνια.[5]

Από τον Φορωνέα και τη νύμφη Τηλεδίκη γεννήθηκαν ο Άπις και η Νιόβη. Στο μικρό χρονικό διάστημα που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

Η Νιόβη ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος. Από αυτόν τον γιό του Δία και της Νιόβης η πολιτεία αλλά και όλη η Πελοπόννησος μετονομάστηκε από Απία σε Άργος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Ευσέβιος Καισαρείας, Χρονικών Α.

[2] Παυσανίου Κορινθιακά, XV,5, Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας ˙και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν».

[3] Οδύσσεια, Ι, 108, Ο.Ε.Σ.Β, μετ. Ι. Σιδέρη.

[4] Παυσαν. Κορινθιακά, XIX, 5, Εκδ. Ι. Ζαχαροπούλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Εξής δε της εικόνος ταύτης (του Βίτωνος) πυρ καίουσιν, ονομάζοντας Φορωνέως είναι˙ ού γάρ τί ομολογούσι δούναι πυρ Προμηθέα ανθρώποις, αλλ’ ες Φορωνέα του πυρός μετάγειν εθέλουσι την εύρεσιν».

[5] Παυσανίου Κορινθιακά, XX, 2, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου: «εναγίζουσι δε και ες ημάς έτι τω Φορωνεί».

Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία του Παυσανία, οι Αργείοι τιμούσαν τον τάφο του Φορωνέα από την εποχή του κατακλυσμού του Ωγύγου μέχρι τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.