Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Απόκριες’

Τα δρώμενα της αποκριάς και οι ρίζες τους


 

Οι Απόκριες είναι μια γιορτινή περίοδος με μεγάλη ιστορία. Απόκριες ονομάζονται οι τρεις εβδομάδες πριν από την Καθαρά Δευτέρα, οπότε και αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή, και ταυτίζονται με την περίοδο του Τριωδίου, μια κινητή περίοδο στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, που αρχίζει την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου και τελειώνει την Κυριακή της Τυροφάγου ή Τυρινής. Τα δρώμενα της αποκριάς έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα και στη λατρεία του Διονύσου και σήμερα αποτελούν ένα ψηφιδωτό ιστορίας και λαογραφίας με ήθη και έθιμα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. θεωρείται κατεξοχήν περίοδος εκτόνωσης, κατά την οποία οι άνθρωποι ξεφεύγουν από την καθημερινότητα και εξωτερικεύουν τα πάθη τους με τη βοήθεια της μεταμφίεσης.

Αποκριά σημαίνει την αποχή από το κρέας (από + κρέας), που προετοιμάζει τον άνθρωπο ψυχικά και σωματικά για την περίοδο του Πάσχα και την Ανάσταση. Στα λατινικά λέξη αντίστοιχη είναι το καρναβάλι, που προέρχεται το ιταλικό carnevale (<carnem: το κρέας και levare: αίρω, σηκώνω, αφαιρώ) και σχετίζεται σημασιολογικά με την αντίστοιχη ελληνική «αποκριά», καθώς και οι δύο σηματοδοτούν την αποχή από την κατανάλωση κρέατος. Άλλη εκδοχή θέλει τη λέξη καρναβάλι να προέρχεται από τις λέξεις carne (<κρέας) και vale (<γειά σου) και παραπέμπει στον αποχαιρετισμό του κρέατος από τις διατροφικές μας συνήθειες για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Και η αγγλική λέξη «carnival» προέρχεται από το λατινικό «carnem levare» ή «carnis levamen», που σημαίνει τη διακοπή της  κρεοφαγίας.

Κάποιοι συσχετίζουν τη λέξη «καρναβάλι» με τα Κάρνεια, γιορτή που γινόταν στην αρχαία Ελλάδα τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο για το θεό Απόλλωνα τον Κάρνειο. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή καρναβάλι είναι ο βαλλισμός των κάρνων. Βαλλισμός είναι το χοροπήδημα  και κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι το βόσκημα, το πρόβατον. Επομένως καρναβάλι είναι ο χορός των Σάτυρων που βαλλίζουν, δηλαδή χοροπηδάνε, μεταμφιεσμένοι σε βοσκήματα – τράγους.

 

Ιστορική  αναδρομή 

 

Την έννοια της αποκριάς την συναντάμε για πρώτη φορά στις πομπές που γίνονταν στην αρχαία Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο των Ελευσινίων Μυστηρίων η θεά Δήμητρα αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη, που την είχε απαγάγει ο Πλούτων, θεός του κάτω κόσμου, έφτασε στην περιοχή της Ελευσίνας και φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά Κελεό. Για να ανταποδώσει τη φιλοξενία η Δήμητρα, που συνδεόταν με τις καλλιέργειες και τη γονιμότητα της γης ως θεά της γεωργίας, δίδαξε και στους κατοίκους της Ελευσίνας την καλλιέργεια του σιταριού, διέταξε το βασιλιά να τη λατρεύουν στην Ελευσίνα και καθόρισε το χαρακτήρα των μυστηριακών τελετών προς τιμήν της με σεμνά όργια, που οδηγούσαν τους ανθρώπους σε ηθική ανύψωση, ευημερία και μακαριότητα. Τα Ελευσίνια μυστήρια από τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλή, την κλασική εποχή απέκτησαν πανελλήνιο και στα ρωμαϊκά χρόνια παγκόσμιο χαρακτήρα. Εξ’ αιτίας της αυστηρής μυστικότητας δε γνωρίζουμε τι ακριβώς έκαναν κατά τη διάρκεια των τελετών, καθώς κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει τίποτα σχετικό, αλλά οι ελευσίνιες τελετές μπορούν να θεωρηθούν  πρόγονοι του σημερινού καρναβαλιού.

Τα δρώμενα των αποκριών και του καρναβαλιού συνδέονται περισσότερο με τις παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων στις γιορτές προς τιμή του Διονύσου, θεού του κρασιού και της ευθυμίας. Στην αρχαία Ελλάδα από το μεσοχείμωνο μέχρι την Άνοιξη γίνονταν προς τιμήν του Διόνυσου ή Βάκχου οι Διονυσιακές ή Βακχικές γιορτές. Οι οπαδοί του Διονύσου τις ημέρες των τελετουργιών  μεταμφιέζονταν φορώντας δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με τρυγία (κατακάθι του κρασιού) ή κάλυπταν το πρόσωπό τους με διάφορες μάσκες, για να παραμείνει άγνωστη η ταυτότητά τους, στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου, και προσπαθούσαν να έχουν τη μορφή Σατύρων, που έμοιαζαν με τράγους. Στη διάρκεια των διονυσιακών γιορτών οι μαλλιαροί σάτυροι χορευτές μεταμφιεσμένοι σε «γάστρωνες» (κοιλαράδες), όπως τους βλέπουμε στις παραστάσεις των διαφόρων αρχαίων αγγείων, ξεχύνονταν στους δρόμους και επιδίδονταν στο χορό και στο ποτό με προκλητικές πράξεις και έντονη βωμολοχία. Τραγουδούσαν το «Διθύραμβο», χόρευαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο. Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των τελετουργιών ήταν η «προκλητική» συμπεριφορά με τους συμμετέχοντες να επιδίδονται σε τολμηρές πράξεις και να εκφράζονται με βωμολοχίες. Οι «σάτυροι» έκρυβαν την αληθινή τους ταυτότητα πίσω από τις μάσκες και εξέφραζαν ελεύθερα τις κρυφές ερωτικές τους σκέψεις, όπως κάνουν και οι σημερινοί μασκαράδες τις αποκριές.

 

Ο Διόνυσος μεθυσμένος ανάμεσα στους Σάτυρους και της Μαινάδες, 150-200 π.Χ. – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Νάπολη.

 

Μαρμάρινη ανάγλυφη πλάκα με βακχική παράσταση. Ο θεός Διόνυσος εικονίζεται μεθυσμένος και υποβασταζόμενος από Σάτυρο. Δεξιά και αριστερά πλαισιώνεται από άμπελο, φυτό προσφιλές στον θεό, και τρεις ερωτιδείς: ένας παίζει δίαυλο, ένας κόβει σταφύλια και ένας κάθεται σε αιλουροειδές. Αποθετήριο Αρχαιολογικού Μουσείου Χανίων.

 

Ο μεθυσμένος Διόνυσος υποβασταζόμενος από τους Σάτυρους, 1620, όπως τον φαντάστηκε και τον αποτύπωσε στον καμβά ο Φλαμανδός ζωγραφος, Anthony van Dyck (Άντονι φαν Ντάικ, 1591-1641), Τhe National Gallery, Λονδίνο.

 

Οι Ρωμαίοι μετέφεραν από τους Έλληνες τις γιορτές του καρναβαλιού στα «Σατουρνάλια», σημαντική γιορτή αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους (Saturnus), που αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο, γινόταν την περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου και κρατούσε μια βδομάδα (17 – 23 Δεκεμβρίου). Οι εορταστικές εκδηλώσεις των Σατουρναλίων ξεκινούσαν με θυσία μπροστά στο ναό του θεού Κρόνου, που για τους Ρωμαίους ήταν προστάτης της σποράς, ακολουθούσε κοινό γεύμα για όλους τους πολίτες με δημόσια δαπάνη και περιλάμβανε διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων και υπαίθριες αγορές. Το φαγοπότι και οι αμφιέσεις κυριαρχούσαν. Τις ημέρες της γιορτής επιτρέπονταν τα τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους, που δεν μπορούσαν να τιμωρηθούν και αντιμετώπιζαν με χλευασμό τους κυρίους τους. Γενικότερα οι ρόλοι ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες αντιστρέφονταν, κάτι που οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό το λόγο ο Χριστιανισμός ταύτισε τα «σατουρνάλια» με τα «όργια».

Κύριο στοιχείο των εορτών του Διόνυσου και των Σατουρναλίων είναι οι μεταμφιέσεις, ο χορός και τα χτυπήματα της γης με τα πόδια. Σκοπός των χορών-πηδημάτων και των μεταμφιέσεων ήταν να εξευμενίσουν τα βλαπτικά πνεύματα και να βοηθήσουν τη γη να βλαστήσει. Οι παράδοξοι χοροί των μεταμφιεσμένων και τα ποδήματά τους παρίσταναν την διέλευση των πνευμάτων της βλάστησης. Ήταν πράξεις της θρησκείας των πρωτόγονων γεωργών, οι οποίοι ζητούσαν με τρόπους μαγείας να ενισχύσουν τη βλάστηση και την καρποφορία της γης, που όλο τον χειμώνα βρίσκεται σε νάρκη, ενώ την Άνοιξη ανασταίνεται, μια και ανοίγει ο καιρός. Οι άνθρωποι χαίρονταν που έφευγε ο χειμώνας και καλωσόριζαν την Άνοιξη με χορούς και τραγούδια. Φορούσαν μάσκες από φλούδες δέντρων, δέρματα ζώων και κουδούνια, για να βοηθήσουν τη γη να ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη και να βγάλει καρπούς. Οι εορταστές που ντύνονταν με τραγοτόμαρα μιμούνταν τους τράγους, τις κατσίκες και τα πρόβατα. Τα ζώα αυτά ασκούσαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, η αμφίεση σε ζώα- τράγους με κουδούνια και κυπριά αποτελούσε επίσημη πανηγυρική φορεσιά και οι πανηγυριστές παρίσταναν τον τράγο ως στοιχείο γονιμότητας και ευφορίας.

Οι περισσότερες από τις διονυσιακές γιορτές και τα έθιμα των αρχαίων Ελλήνων πέρασαν στο Βυζάντιο και έφτασαν μέχρι τα χρόνια μας. Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου οι αποκριές γιορτάζονταν στον Ιππόδρομο  και στις εκδηλώσεις που γίνονταν έπαιρναν μέρος οι πλούσιοι, αλλά και ο απλός λαός. Σ’ αυτό βοήθησε και η ανεξιθρησκία, που κατοχύρωσε ο Μ. Κωνσταντίνος με το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) και η διάδοση των αρχαίων ειδωλολατρικών εθίμων με διατάγματα του αυτοκράτορα Ιουλιανού, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ειδωλολατρίας. Αργότερα όμως ο Θεοδόσιος και κυρίως ο Ιουστινιανός με σκληρά μέτρα και διατάγματα προσπάθησαν να καταπνίξουν τα ειδωλολατρικά έθιμα για την εδραίωση της ορθοδοξίας. Πολλά έργα τέχνης του αρχαίου πολιτισμού καταστράφηκαν και έκλεισε η ακαδημία του Πλάτωνα που λειτούργησε για 1.000 περίπου χρόνια.

 

Το Καρναβάλι στον Μεσαίωνα.

 

Στη μεσαιωνική Ευρώπη η μορφή που έχει σήμερα το καρναβάλι διαμορφώθηκε κατά τον μεσαίωνα, όπου οι γιορτές της αποκριάς και το καρναβάλι απέκτησαν ιδιότυπο χρώμα και εμπλουτίστηκαν από τοπικά έθιμα και παραδόσεις με κυρίαρχο γνώρισμα το άρμα του βασιλιά καρνάβαλου και τους χορούς των μεταμφιεσμένων. Αυτή η παράδοση εξαπλώθηκε και σε άλλα μέρη του κόσμου µέσω της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και διαμορφώθηκε το καρναβάλι δυτικού τύπου με σερπαντίνες, παλιάτσους, τυποποιημένες μεταμφιέσεις, χορούς, πομπές με άρματα και άλλες παραστάσεις. Κατά τους νεότερους χρόνους τα έθιμα αυτά πέρασαν στις γιορτές των μασκοφόρων της Ρώμης, της Φλωρεντίας και της Βενετία, που φημίζεται για το καρναβάλι της.  Οι άνθρωποι ασπάστηκαν το χριστιανισμό και σταμάτησαν να λατρεύουν τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, αλλά οι συνήθειες και οι παγανιστικές πρακτικές έμειναν βαθιά ριζωμένες στο αίμα τους και δεν καταργήθηκαν τελείως. Έτσι η Αποκριά πήρε πάνδημο χαρακτήρα σε όλη την Ευρώπη και σε άλλους λαούς και μέχρι σήμερα οι άνθρωποι εξακολουθούν να μεταμφιέζονται και να ξεχύνονται μασκαρεμένοι στο δρόμο σε μια υπερεθνική γιορτή με κοινή καταγωγή και αφετηρία ανεξάρτητα από τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γίνεται από τόπο σε τόπο.

 

Το καρναβάλι της Βενετίας φημίζεται για τις χαρακτηριστικές μάσκες του.

 

Οι αποκριές στον Χριστιανισμό

  

Οι αποκριάτικες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις δεν έχουν καμιά σχέση με το χριστιανικό πνεύμα και το χριστιανικό εορτολόγιο. Η χριστιανική εκκλησία μάλιστα καταπολέμησε αυτά τα έθιμα ως «ειδωλολατρικά» κατάλοιπα, όπως χαρακτηρίζει κάθε προχριστιανική σκέψη. Όμως, παρ’ όλες τις διώξεις και απαγορεύσεις, ο χριστιανισμός δεν μπόρεσε να εξαλείψει και να καταργήσει τις λαϊκές αυτές εκδηλώσεις με τις πανάρχαιες ρίζες  και τελικά τις ανέχτηκε και τις προσάρμοσε στο εορτολόγιό του. Έτσι σε κάποιες περιπτώσεις βλέπουμε πως τα αρχαιοπρεπή αυτά έθιμα έχουν περάσει μέσα στο χριστιανικό ναό και παίρνουν την ευλογία του ιερέα για την έναρξη της τέλεσής τους.

Οι «Απόκριες» στη γλώσσα της Εκκλησίας ονομάζονται «Τριώδιο» και πήραν την ονομασία αυτή από το ομώνυμο εκκλησιαστικό βιβλίο, το Τριώδιο, το οποίο περιλαμβάνει τους ύμνους που ψάλλονται στις εκκλησίες κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Οι ύμνοι αυτοί έχουν τρεις ωδές σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ύμνους της Εκκλησίας, που έχουν εννέα ωδές. Ωδές είναι ομάδες από τέσσερα ως πέντε ή περισσότερα τροπάρια, που ψάλλονται όλα με τον ίδιο τρόπο. Ξεκινά την πρώτη Κυριακή με το Ευαγγέλιο του «Τελώνη και Φαρισαίου», που προτρέπει τους Χριστιανούς να είναι ταπεινοί, όπως ο Τελώνης, και όχι υπερήφανοι, όπως ο Φαρισαίος. Τη δεύτερη Κυριακή γίνεται αναφορά στο Ευαγγέλιο του «Ασώτου Υιού», που διδάσκει την αξία της μετάνοιας και το μεγαλείο της συγχώρεσης. Η τρίτη Κυριακή της Απόκρεω, αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία και στη χριστιανική αγάπη και είναι η τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Το Ευαγγέλιο της τέταρτης Κυριακής, της Τυροφάγου, αναφέρεται στην εξορία των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο και παροτρύνει τους πιστούς να νηστεύουν, να συγχωρούν όσους τους έχουν βλάψει και να διάγουν βίο ενάρετο.

Στην ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία αποκριές ονομάζονται οι τρεις τελευταίες εβδομάδες πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή. Από το 19ο αιώνα το καρναβάλι ξεκινά κάθε χρόνο την Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου και λήγει την Κυριακή της Τυροφάγου. Η περίοδος αυτή χρονικά συμπίπτει με τη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων της ελληνικής αρχαιότητας που ήταν αφιερωμένες στο θεό Διόνυσο, θεό του κρασιού και του γλεντιού. Οι Απόκριες αποτελούν ουσιαστικά την εισαγωγή στην περίοδο της νηστείας και προετοιμασία για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα. Πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή ο χριστιανός, που θα προετοιμαστεί και θα νηστεύει για την κορυφαία γιορτή της Ορθοδοξίας, αισθάνεται την ανάγκη να διασκεδάσει με κάθε είδους τρέλα. Το τέλος της Αποκριάς είναι η Καθαρά Δευτέρα, η πρώτη μέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ονομάζεται Τεσσαρακοστή, γιατί μιμείται την 40ήμερη νηστεία που έκανε ο Χριστός, ενώ λέγεται και Μεγάλη, για να υπάρχει σαφής διαχωρισμός από τη νηστεία των Χριστουγέννων.

Η πρώτη εβδομάδα της αποκριάς λέγεται «προφωνή», επειδή τα παλιά χρόνια κάποιος ανέβαινε σ’ ένα ψηλό μέρος και προφωνούσε, διαλαλούσε δηλαδή ότι αρχίζουν οι Απόκριες και κάθε οικογένεια έπρεπε να φροντίσει για τις προμήθειές της. Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται κρεατινή, επειδή έτρωγαν κρέας και δεν νήστευαν ούτε την Τετάρτη και την Παρασκευή. Η τρίτη εβδομάδα λέγεται «Τυρινή ή της Τυροφάγου», επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα, για να προετοιμαστούν σιγά σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Η αρχή του Τριωδίου γίνεται κυρίως αισθητή την Πέμπτη της Κρεατινής, τη λεγόμενη Τσικνοπέμπτη. Η Τσικνοπέμπτη βρίσκεται στο μέσο των τριών εβδομάδων του  Καρναβαλιού, είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας, της Κρεατινής. Την ημέρα αυτή ο κόσμος έψηνε κρέας στα κάρβουνα και από τον καπνό που λέγεται «τσίκνα» πήρε το όνομά της αυτή η Πέμπτη και λέγεται Τσικνοπέμπτη.  Έψηναν όλοι μαζί σ’ ένα σπίτι ή καθένας χωριστά στο δικό του και έπειτα μαζεύονταν με τα ψητά στα ταψιά στον τόπο της διασκέδασης. Ακόμα και ο πιο φτωχός «τσίκνιζε τη γωνιά του» και η τσίκνα του κρέατος που ψηνόταν μοσχοβολούσε στην ατμόσφαιρα «για το καλό». Στη Γορτυνία ο τελάλης φώναζε «όποιος δεν έχει θρεφτάρι, ν’ αγοράσει», ενώ στη Νάξο η σύσταση ήταν πιο τολμηρή «αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις, κλέψε!»

Το Σάββατο της Κρεατινής και τα δύο επόμενα Σάββατα, αντίθετα με την Πέμπτη που είναι μέρα χαράς, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών (Ψυχοσάββατα). Σύμφωνα με την παράδοση οι συγγενείς επισκέπτονται τα μνήματα και μοιράζουν κόλλυβα. Πώς συμβιβάζονται οι νεκροί και τα πένθη με το γενικό εύθυμο και φαιδρό τόνο των αποκριάτικων εθίμων; Η ημέρα των ψυχών συνδέεται με τη γιορτή των λουλουδιών και της άνοιξης, αφού την άνοιξη (αρχές Μαρτίου), που γιορτάζεται η αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της, οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή όψη, αφού ήταν γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς, αλλά και γιορτή των νεκρών και των ψυχών. Σύμφωνα με τις παγανιστικές αντιλήψεις οι νεκροί έπρεπε να εξευμενισθούν, για να δώσουν καρπό στη γη και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς.

Την εβδομάδα της «Τυρινής» ο κόσμος αποκρεύει, σταματά δηλαδή να τρώει κρέας. Το έθιμο σχετίζεται με τις συνθήκες ζωής στις παραδοσιακές κοινωνίες. Μέχρι την τσικνοπέμπτη το κρέας που έτρωγαν ήταν από τα τελευταία χοιρινά, που τα είχαν αναθρέψει με τα αποφάγια και τα φρούτα του καλοκαιριού. Το Πάσχα θα έτρωγαν τα αρνιά, που γεννήθηκαν το φθινόπωρο και θα ήταν κρίμα να τα σφάξουν σε εποχή που αυξάνονταν σε βάρος. Αντίθετα το έθιμο για όλη την περίοδο της σαρακοστής έχει σε ημερήσια διάταξη τη χορτόπιτα για το πρώτο Σάββατο της σαρακοστής (των Αγίων Θεοδώρων), τη σαραντόπιτα των Αγίων Σαράντα και φαγητά «από σαράντα είδη χόρτων και όσπρια». Όσο πλησιάζει η άνοιξη, τα χιόνια λιώνουν, η θερμοκρασία του περιβάλλοντος ανεβαίνει, τα φυτά αυξάνονται και υπάρχει μεγάλη αφθονία χόρτων στη φύση, που μπορούν και πρέπει οι άνθρωποι να τα καταναλώνουν.

Η Καθαρή Δευτέρα είναι η πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, γι’ αυτό λέγεται και πρωτονήστιμη Δευτέρα και «αρχιδευτέρα». Λέγεται Καθαρή, επειδή από το πρωί της ημέρας αυτής σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας κάθε νοικοκυρά  καθάριζε με ζεστό σταχτόνερο τις κατσαρόλες και όλα τα χάλκινα σκεύη από τα λίπη της αποκριάς μέχρι ν’ αστράψουν και έβαφε άσπρα τα πεζοδρόμια. Σε άλλα μέρη της Ελλάδας την Καθαρά Δευτέρα «καθάριζαν» ό,τι απόμεινε από τα μη νηστίσιμα φαγητά της αποκριάς. Οι χριστιανοί ονόμασαν την μέρα αυτή «Καθαρά Δευτέρα», γιατί με την έναρξη της νηστείας θεωρούσαν ότι ξεκινούσε η «κάθαρση» του σώματος και του πνεύματος.  Οι μεγάλες Απόκριες συνδέονται με την τελευταία περίοδο κρεατοφαγίας και διασκέδασης, προτού αρχίσει η μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Στο διάστημα αυτό και για επτά ολόκληρες εβδομάδες δε γίνονται ούτε γάμοι ούτε γλέντια, ούτε πανηγύρια. Έτσι οι Απόκριες είναι η ευχάριστη παρένθεση ανάμεσα στο Δωδεκαήμερο και τη Μεγάλη Σαρακοστή. Την Καθαρά Δευτέρα αρχίζει η ψυχική και σωματική προετοιμασία για το Πάσχα. Είναι η πρώτη μέρα της Σαρακοστής και ξεκινάει η νηστεία, που διαρκεί 40 ημέρες.

 

Δρώμενα της ελληνικής αποκριάς

  

Στην ιστορία του καρναβαλιού καταγράφονται δεκάδες εκδηλώσεις, που με τη μια ή με την άλλη μορφή ήταν και είναι παρούσες στις παραδόσεις όλων των λαών. Από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι τη νότια Αμερική και από την Αφρική μέχρι την Ιαπωνία, παρόμοιες γιορτές μετρούσαν τις αλλαγές των εποχών με την ανάμειξη δοξασιών και πραγματικότητας, γήινων γιορτών και θρησκευτικής τελετουργίας. Κύριο χαρακτηριστικό των αρχαίων γιορτών ήταν η μεταμφίεση και η διασκέδαση. Η Εκκλησία μας προσπάθησε να σβήσει τα κατάλοιπα αυτών των ειδωλολατρικών εκδηλώσεων και καθιέρωσε την Αποκριά ως μια γιορτή προς το τέλος του χειμώνα με αποχή από το κρέας, που προετοιμάζει για τη νηστεία της Λαμπρής. Όμως αν και πέρασαν αιώνες, η Αποκριά κράτησε τον εύθυμο και γιορταστικό χαρακτήρα της. Παλιότερα για τους κατοίκους των χωριών ήταν μια χαρούμενη ανάπαυλα στη μονότονη, χειμωνιάτικη αγροτική και κτηνοτροφική ζωή και σήμαινε ατέλειωτο γλέντι, πολυφαγία, οινοποσία, μασκάρεμα, αστεία, αθυροστομία και γενικά κέφι και σάτιρα.

 

Αποκριά στην Αθήνα, 1878. Νικόλαος Γύζης.

 

«Το Καρναβάλι στην Αθήνα», 1892. Άλλο ένα έργο με θέμα της απόκριες του σημαντικού έλληνα ζωγράφου από το Σκλαβοχώρι της Τήνου, Νικολάου Γύζη (1842-1901).
Ο πίνακας εκτίθεται «Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών». Ο διευθυντής του Μουσείου Στέφανος Καβαλλιεράκης αναφέρει: «Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά που ολοκληρώθηκε το 1892… Στο εσωτερικό ενός φτωχικού σπιτιού, στα μέσα του 19ου αιώνα, μία οικογένεια καθισμένη γύρω από το τραπέζι, διασκεδάζει με το έθιμο των μασκαράδων όταν αυτοί εισβάλουν για να τρομάξουν τα παιδιά. Η σκηνή, λουσμένη σε ένα ζεστό φως που μπαίνει από το παράθυρο, ανακατεύεται με τη μυρωδιά του γαλακτομπούρεκου, τον καπνό απ’ το τσιγάρο και τις αγκαλιές των παιδιών. Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα κυριαρχούν σε αυτό το αριστουργηματικό έργο που αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα του κορυφαίου Νικολάου Γύζη».
Το «Καρναβάλι» αγοράστηκε από την Κυβέρνηση της Βαυαρίας προς 12.000 μάρκα, ως δώρο για τη νέα Πινακοθήκη.

 

Στο αποκορύφωμα του γλεντιού και της κρασοκατάνυξης ξεκινούσε ο χορός και το «άσεμνο» τραγούδι. Κι έπειτα ντύνονταν όλοι μασκαράδες και ξεχύνονταν στους δρόμους. Μασκαράς ονομάζεται ο μεταμφιεσμένος κατά τις Απόκριες. Η λέξη προέρχεται απ’ την Ιταλική λέξη maska [μασκαράς < μάσκα] και σημαίνει προσωπιδοφόρος. Σήμερα τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε τους μεταμφιεσμένους είτε έχουν καλυμμένο το πρόσωπό τους με μάσκα είτε όχι. Η έννοια μασκαράς όλο τον άλλο χρόνο θεωρείται υποτιμητική και εκλαμβάνεται σαν βρισιά, αλλά  τις μέρες της αποκριάς θεωρείται κάτι το φυσιολογικό, το οποίο όλοι οφείλουμε να συμμεριστούμε. Το πνεύμα των ημερών επιβάλλει τα μασκαρέματα, το ξεφάντωμα και την κραιπάλη σε ένα είδος διονυσιακής ατμόσφαιρας, όπου τα κρασιά και το φαγοπότι είναι άφθονα για όλους. Οι μασκαράδες κυκλοφορούν στο δρόμο, μπαίνουν στα κέντρα, χορεύουν, πειράζονται και γλεντούν. Ο άνθρωπος φορώντας τη μάσκα και την αποκριάτικη  στολή αισθάνεται ότι παραμερίζει την προσωπικότητά του, την εικόνα του απέναντι στους άλλους ανθρώπους και το ρόλο του στην κοινωνία και νιώθει ότι έχει την ευκαιρία να αφήσει ελεύθερα κάποια ένστικτα και συμπεριφορές που δίσταζε υπό κανονικές συνθήκες να εκδηλώσει.

Παλιότερα χρησιμοποιούσαν διάφορα ονόματα κατά τόπους για τους μασκαράδες. Τους έλεγαν κουδουνάτους, γιανίτσαρους, κουκούγερους, μούσκουρους, κουμουζέλες, καρνάβαλους κ.ά. Βασικό γνώρισμα των μασκαράδων η μάσκα, που θεωρείται απόγονος των αρχαίων κωμικών και σατυρικών προσωπείων που φορούσαν οι ηθοποιοί, όταν έπαιξαν κωμωδίες και σατυρικά δράματα προς τιμήν του θεού Διονύσου. Οι μάσκες εκείνες ήταν πήλινες και όμοιες μεταξύ τους. Αργότερα οι Ρωμαίοι έφτιαξαν μάσκες που διέφεραν η μια από την άλλη και παρίσταναν διάφορους τύπους της κωμωδίας. Πολλούς αιώνες αργότερα στη βόρεια Ιταλία αναπτύχθηκε το θεατρικό είδος της Κομέντια ντελ άρτε, που εισήγαγε τύπους, όπως ο αρλεκίνος και η κολομπίνα, με τις ανάλογες μάσκες και ενδυμασίες, αλλά και μάσκες χρυσές με μορφές πουλιών.

 

Κομέντια ντελ άρτε είναι η ονομασία της λαϊκής ιταλικής αυτοσχεδιαστικής κωμωδίας η οποία ήταν δημοφιλής μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα και έγινε σύντομα αγαπητή και έξω από τα σύνορα της Ιταλίας.

 

Η παραδοσιακή μάσκα ήταν από προβιά με τρύπα για τα μάτια και το στόμα ή από χοντρό μαύρο πανί ή από χαρτόνι. Άλλες φορές χρησιμοποιούσαν νεροκολόκυθο με κόκκινη πιπεριά για μύτη. Κάποτε αντικαθιστούσαν τη μάσκα με το μαύρισμα του προσώπου με φούμο και πρόσθεταν μια μεγάλη ψεύτικη γενειάδα και μουστάκι ζωγραφισμένο. Σήμερα οι μεταμφιέσεις διακρίνονται από μεγάλη ποικιλία, είναι τυποποιημένες και εμπορευματοποιημένες και οι μάσκες είναι συνήθως πλαστικές και πολλές φορές εικονίζουν πρόσωπα της επικαιρότητας, πολιτικούς ή πρόσωπα που απασχόλησαν με αρνητικό συνήθως τρόπο την κοινωνία στη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου. Οι μασκαράδες σήμερα φορώντας την μάσκα δεν αναγνωρίζονται και νιώθουν απελευθερωμένοι από τον καθωσπρεπισμό και την σοβαροφάνειά τους, με αποτέλεσμα να λένε και να κάνουν πράγματα, που δε θα τολμούσαν να σκεφθούν χωρίς την μάσκα. Έτσι ευθυμούν και διασκεδάζουν ξεχνώντας για λίγο τις έγνοιες και τα προβλήματά τους. Σε μια κρίσιμη καμπή του χρόνου – στο πέρασμα από το χειμώνα στην άνοιξη – οι άνθρωποι προσπαθούσαν πίσω από τις μάσκες να αμφισβητήσουν τις αξίες και ιεραρχίες.

Στο παραδοσιακό καρναβάλι υπήρχαν συγκεκριμένες μεταμφιέσεις με τα διαθέσιμα μέσα και με πολλούς αυτοσχεδιασμούς: γαμπρός – νύφη – συμπεθεριό, γιατρός – νοσοκόμα – άρρωστος, παπάς, τσιγγάνα, αράπης. Οι μεταμφιέσεις είχαν να κάνουν με την αναπαράσταση παρωδίας γάμου που κατέληγε σε κηδεία με τον νεκρό γαμπρό την καίρια στιγμή ν’ ανασταίνεται. Ανάλογα με τον τόπο ή με το «σενάριο», τη νύφη και τον γαμπρό πλαισίωναν η γριά προξενήτρα, ο γέρο νουνός, ο γιατρός, ο τσιγγάνος, ο Εβραίος, ο Αρβανίτης, ο αράπης, ο διάβολος κ.λ.π. Μέσα στον χαμό κάποιοι «χωροφύλακες» έπιαναν έναν φυγόδικο και τον έσερναν στον δικαστή με την κατηγορία ότι «σκότωσε το γουρούνι του». Καταδικαζόταν σε θάνατο αλλά, λίγο πριν από την κρεμάλα, κατέφθανε η «βασιλική χάρη». Αλλού θέμα ήταν η κηδεία του τσιγκούνη, ο γύφτικος γάμος, η ληστεία του λόρδου ή το εργοστάσιο, όπου έμπαινες γέρος και έβγαινες νέος. Κοινό εργαλείο παντού ήταν ένα ομοίωμα φαλλού και κοινή κατάληξη όλων των παραλλαγών στα αποκριάτικα δρώμενα ήταν ο θάνατος και η ανάσταση του πρωταγωνιστή.

 

Απόκριες στο Άργος (1936) – Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη.

 

Ο Ελληνικός λαός αποκρεύει, δηλαδή παύει να τρώει κρέας, μετά το φαγητό της Κυριακής της δεύτερης εβδομάδας, της Κρεατινής. Αλλά η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου. Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εντείνονται στο έπακρο η ευθυμία, οι μεταμφιέσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και τα πλούσια φαγοπότια, που είναι ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης, όπως τονίζει ο λαογράφος Λουκάτος.  Όταν αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες των χωριών ή στα σταυροδρόμια των πόλεων φωτιές, για να κάψουν τον καρνάβαλο. Οι άνθρωποι, νέοι και γέροι, τραγουδούν και χορεύουν πηδώντας πάνω απ’ τις φωτιές «για το καλό», όπως λένε, αλλά και για να καούν οι ψύλλοι και κάθε κακό απομεινάρι του χειμώνα. Πιθανόν και η ονομασία Τριώδιο (τρεις οδοί-δρόμοι) να προήλθε ετυμολογικά και απ’ αυτές τις φωτιές στα τρίστρατα σταυροδρόμια.

Μια μορφή χορού είναι και το «γαϊτανάκι», ένα παραδοσιακό παιχνίδι για παιδιά με έναν ψηλό στύλο, από την κορυφή του οποίου κρέμονται λωρίδες υφάσματος διαφορετικών χρωμάτων. Κάθε παιδί πιάνεται από μια λωρίδα και γυρνούν γύρω-γύρω από το στύλο χορεύοντας και τραγουδώντας. Πιθανόν ο κυκλικός αυτός χορός να υποδηλώνει τον κύκλο της ζωής, από την χαρά στην λύπη, από τον χειμώνα στην άνοιξη, από τη ζωή στο θάνατο και το αντίθετο. Σε πολλές περιπτώσεις οι καρναβαλιστές χωρίζονταν σε δύο στρατόπεδα και συγκρούονταν μεταξύ τους, για να μην αφήσουν τόπο στους άλλους να περάσουν, αν το δρομάκι ήταν στενό και έπρεπε κάποια από τις ομάδες να παραμερίσει. Οι πέτρες με τα όπλα που μεταχειρίζονταν στις συγκρούσεις αυτές, αντικαταστάθηκαν στις μέρες μας με τον ακίνδυνο χαρτοπόλεμο που γίνεται με σερπαντίνες και κομφετί, ως ανάμνηση κι αναπαράσταση των τρομερών μαχών που γίνονταν  παλαιότερα στις γειτονιές.

 

Το ιδιαίτερο Βενετσιάνικο καρναβάλι στο Ναύπλιο. Φώτο: Μπουγιώτης Ευάγγελος.

 

Καρναβάλι 2017, Δήμος Άργους-Μυκηνών. Φώτο: Ταμπούρης.

 

Αργείτικο καρναβάλι, 2017. Η βασίλισσα του Αργείτικου καρναβαλιού,
η γνωστή χορεύτρια Αναστασία Γιούσεφ η οποία υποδέχτηκε τους καρναβαλιστές με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο.

 

Ο εορτασμός του καρναβαλιού κλείνει την Καθαρά Δευτέρα με τα κούλουμα και το πέταγμα του χαρταετού. Με τον όρο «κούλουμα» εννοούμε την μαζική έξοδο του κόσμου στην ύπαιθρο και τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας στη φύση. Σύμφωνα με τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη η προέλευση της λέξης είναι λατινική από το «cumulus», που έχει τη σημασία του σωρού, αλλά σημαίνει και την αφθονία, το περίσσευμα, το πέρα, και τον επίλογο. Η γιορτή, λοιπόν, της Καθαράς Δευτέρας θεωρείται ο επίλογος των βακχικών εορτών της αποκριάς, οι οποίες αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα. Απαραίτητο συμπλήρωμα της Καθαράς Δευτέρας αποτελεί το πέταγμα του χαρταετού με τα ποικίλα χρώματα και σχέδια από μικρούς και μεγάλους, πιθανόν για να πετάξουν μακριά κάθε έγνοια του χειμώνα, μια και μπαίνει η άνοιξη και όλα στη φύση είναι πιο χαρούμενα λόγω της ανθοφορίας και της βελτίωσης του καιρού.

Κανένας κανόνας όμως δεν απαγορεύει το κρασί την Καθαρά Δευτέρα, που με λίγες ελιές, ταραμά και φρέσκα κρεμμυδάκια και με το απόθεμα της ευτυχίας που διατηρείται από την προηγούμενη μέρα, αρκεί ώστε και η μέρα αυτή να μην υστερεί σε κέφι από τις άλλες ημέρες της Αποκριάς. Με τη διαφορά ότι αλλάζει η σκηνή και όλοι, οι μεγάλοι με τα νηστίσιμα φαγητά που έχουν ετοιμάσει και οι μικροί με τους χαρταετούς, πηγαίνουν στην εξοχή για να κάνουν τα κούλουμα. Την Καθαρά Δευτέρα τα προσωπεία αποσύρονται, για να δώσουν τη δυνατότητα για την καλλιέργεια αυτοσυνειδησίας και την εύρεση του προσώπου μέσα στο στάδιο της Σαρακοστής. Ένα στάδιο πνευματικής άσκησης που λήγει την Κυριακή των Βαΐων, για να ανοίξει η Μεγάλη Εβδομάδα που θα μας οδηγήσει στη Μεγάλη Πασχαλιά και την Ανάσταση.

 

Συμπεράσματα 

 

Το καρναβάλι σαν έθιμο και σαν εκδήλωση είναι ειδωλολατρικό, αλλά διατηρείται σήμερα σαν θεσμός και στις χριστιανικές χώρες και γιορτάζεται πανηγυρικά. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους: Πολιτιστικούς, με σκοπό την αναβίωση και τη διάσωση των τοπικών παραδόσεων και την διατήρηση της φυσιογνωμίας και της ταυτότητας κάθε τόπου.  Διαφημιστικούς και οικονομικούς με στόχο την ανάπτυξη του τουρισμού, την προσέλκυση του κόσμου, την προβολή και την ευρύτερη ανάπτυξη της περιοχής. Ψυχαγωγικούς με στόχο την αποφυγή της ρουτίνας, τη διασκέδαση και την εκτόνωση των πολυάσχολων ανθρώπων. Σε αρκετούς νομούς και γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας σώζονται έθιμα και παραδόσεις που μεταφέρονται αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες μας. Από την Κρήτη μέχρι τις Σέρρες, από τη Λέρο μέχρι την Ξάνθη και από την Κέρκυρα μέχρι την Λάρισα γνωστά ή άγνωστα αποκριάτικά έθιμα αναβιώνουν μέχρι σήμερα κρατώντας ζωντανή την ελληνική παράδοση. Τα αποκριάτικα έθιμα ανά την Ελλάδα, διονυσιακού χαρακτήρα και αρχαιοελληνικής προέλευσης με παγανιστικές επιρροές, έντονα σκωπτικά και με σατυρική διάθεση τις περισσότερες φορές, συνδέονται άλλοτε με την ιστορία και τους θρύλους κάθε περιοχής και άλλοτε αποτελούν απλώς μια αφορμή διαφυγής από την καθημερινότητα.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες να αναβιώσουν τα παραδοσιακά αποκριάτικα έθιμα σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Πολύ γνωστό σε όλους είναι το περιβόητο πατρινό καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, της Πλάκας στην Αθήνα, της Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο», της Κοζάνης με τους  φανούς της και τα υπαίθρια γλέντια γύρω από φωτιές σε διάφορες γειτονιές, αλλά και της Ξάνθης, της Καστοριάς, όπως επίσης και της Νάουσας με τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες. Με την ίδια διάθεση γιορτάζεται σήμερα το καρναβάλι σε πολλά μέρη του κόσμου. Φημισμένα είναι το πολύ θεαματικό του Ρίου Ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, το αριστοτεχνικό καρναβάλι της Βενετίας, της Νίκαιας και πολλά άλλα. Τα καρναβάλια παντού γίνονται με μασκαράδες, χορούς, γλέντια, σάτιρα και διάφορα ιδιαίτερα έθιμα σε κάθε μέρος και αποτελούν ευκαιρία για ξεφάντωμα, κρασί και χίλια δυο πειράγματα.

 

Πηγές


 

  • Λουκάτος Σ. Δημήτρης, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985.
  • Μάργαρης Σ. Νικόλαος, Λαογραφική οικολογία, εκδ. Φιλιππότη, 1991.
  • Μέγας Α. Γεώργιος, Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, εκδ. Εστία, 2012.
  • Flaceliere Robert, Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, 1985.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αι Απόκρεω εν Άργει


 

  Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος (1876-1967) μας μεταφέρει στις αποκριάτικες εκδηλώσεις του Άργους, του 1952, μέσα από άρθρα του, που δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα «Ασπίς του Άργους», στις 9, 16 και 23.3. του 1952. Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος υπήρξε σπουδαίος ιστοριοδίφης και ερευνητής. Διέσωσε πολλές πληροφορίες για τα ήθη και τα έθιμα του Άργους. Κατέγραψε στιχουργήματα και τραγούδια της Αργολίδας και της Αρκαδίας και  χαρτογράφησε τα ιστορικά οικήματα της πόλης. Το μεγάλο όμως ενδιαφέρον του απορρόφησε η Ελληνική Επανάσταση του ᾽21, καθώς και η καταγραφή των εκκλησιών και μονών της Αργολίδας.

 

Αναστάσιος Τσακόπουλος

Τριώδιον είναι λειτουργικόν βιβλίον της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, το οποίον αρχίζει την Κυριακήν του Τελώνου και Φαρισαίου και λήγει την με­σημβρίαν του Μ. Σαββάτου.

Είναι δε βιβλίον το οποίον προετοιμάζει τον Χριστιανόν πνευματικώς δια της μετανοίας, της εξομολογήσεως και της θείας μεταλήψεως των αχράντων Μυστηρίων, δια την μεγάλην και λαμπροφόρον ημέραν της Αναστάσεως. Λέγεται δε Τριώδιον, διότι έχει τρεις ωδάς και ουχί 8 ή 9 που έχουν τα Μη­νιαία, η Παρακλητική, ίσως και άλλα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας. Ωδή, θα πη ύμνος, ποίησις, άσμα.

Η αρχή του Τριωδίου συνδέεται και συνυπακούεται με τας Απόκρεω (από­κρεω – αποχή κρέατος) δηλ. με τας μεταμφιέσεις, μετημφιεσμένους, προσωπιδοφόρους κ.λπ. Και όλα αυτά είναι μάλλον προϊόν της ανεπιστρέπτου Βυ­ζαντινής εποχής.

Το αληθές είναι, ότι τας ημέρας αυτάς αναζή τις εις τα αγνά, εις τα απέριττα και αφελή ήθη και έθιμα και τας ωραίας και ακραιφνείς παραδόσεις της πόλεώς μας [Άργους], τας οποίας διεφύλαξε δια μέσου μάλιστα σκληρών αιώνων, ως ιεράν παρακαταθήκην και ιερόν Παλλάδιον και διαιωνίζονται σχεδόν αμείωτοι μέχρι σήμερον, και πρέπει να διατηρηθούν δι’  Εθνικούς και ιστοριολαογραφικούς λόγους και μάλιστα ως διεμορφώθησαν τα δύο τελευταία έτη.

Και πέρυσι εγράψαμεν [1951], ότι αι μεταμφιέσεις, μετημφιεσμένοι, προσωπιδοφόροι ή και εκ του Γαλλικού masque μασκαράδες λεγόμενοι, είναι προέλευσις και συνέχεια μιας αρχαιοτάτης Αργείας εορτής «Υβριστικά» καλούμενης, ήτις δια νόμου εθεσπίσθη προ 2.500 περίπου ετών υπό της ενδόξου πολιτεί­ας του Άργους και η οποία διαιωνίζεται δια μέσου των αιώνων μέχρι σήμε­ρον, και δια τούτο ημείς οι Αργείοι πρέπει να σεμνυνώμεθα και να υπερηφανευόμεθα δια την εορτήν αυτήν, διότι είναι όντως Αργεία, ως αναφέρουσιν οι ιστορικοί Ηρόδοτος, Πλούταρχος και Πολύαινος σύγχρονος του Παυσανί­α (Β’ μ. X. αιών).

Τα «Υβριστικά» έχουν την εξής ιστορίαν.

Το αρχαίον Άργος από τα 600 π. X. είχεν εμπλακεί εις πολυετείς και αιμα­τηρούς πολέμους με την αιωνίαν εχθράν και αντίζηλον Σπάρτην, δια την κατάκτησιν της Κυνουρίας – Θυρέας (Άστρος), διότι η κτήσις αυτής εθεωρείτο πολύτιμος δια την κυριαρχίαν και ηγεμονίαν της Πελοποννήσου, ην εξεδίκουν αμφότεραι αι παντοδύναμοι και πανίσχυραι τότε πολιτείαι.

Οι Σπαρτιάται ηττηθέντες επανειλημμένως εις την πεδιάδα της Θυρέας, μετέφερον δια πλοίων τον πόλεμον εις την Αργολικήν πεδιάδα, παρά την πα­ραλίαν την μεταξύ Ναυπλίου και Τίρυνθος. Τούτο μαθόντες οι Αργείοι αντεπεξήλθον και εστρατοπέδευσαν αντίκρυ των Σπαρτιατών, παρά την πολίχνην Σήπειαν, άγνωστον μέχρι σήμερον πού έκειτο αύτη.

Οι Σπαρτιάται επιτεθέντες δια τεχνάσματος κατά των Αργείων, άλλους μεν εξ αυτών συνέλαβον, άλλους εφόνευσαν, άλλους δε ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις το ιερόν άλσος του Θεού Άργου, (επεξετείνετο τούτο από της θέσεως Σερεμέτι έως το χωρίον Χώνικα – Ηραίον) το οποίον περικυκλώσας ο βασιλεύς της Σπάρτης διέταξε τους Είλωτας ίνα δια ξηρών ξύλων καύσωσι τούτο.

Ούτω δε του ιερού εκείνου τόπου καέντος συγκατεκάησαν και οι εν αυτώ καταφυγόντες φιλοπάτριδες Αργείοι. Ο αριθμός των οικτρώς φονευθέντων κατά τους ιστορικούς ανέρχεται εις 5-7 χιλ.

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Ο Κλεομένης μετά την άνανδρον αυτήν νίκην επορεύθη προς το Άργος, όπερ ήλπιζεν ότι θα το εκυρίευεν ευκόλως, ελλείψει υπερασπιστών.

Κατά το έσχατον τούτον κίνδυνον η περίφημος λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα με τα ενθουσιώδη ποιήματά της εγένετο η σώτειρα της αρχαίας και ενδόξου πόλεως. Εκτός όμως των ποιημάτων εσκέφθη και το κάτωθεν ευφυές στρα­τήγημα ως αναφέρουσιν ο Πλούταρχος και ο Πολύαινος: αύτη αφήσασα τους γέροντας, τους παίδας και τους δούλους ν’ αναβώσιν εις τα τείχη της πόλε­ως, αφού προηγουμένως ενέδυσεν αυτούς ως γυναίκας, φορούντας πέπλους και καλύπτρας γυναικείας. Τας δε ανδρειοτάτας γυναίκας, αφού τας ώπλισε, τας ενέδυσε ως άνδρας με ανδρικούς χιτώνας και χλαμύδας.

Ο Κλεομένης εγκατέλειπε την πόλιν εκουσίως, αφού υπέστη πολλήν φθοράν υπό των περί την Τελέσυλλαν μετημφιεσμένων ανδρείων γυναικών, τας οποίας ορμή, θεί­α τόλμη και έρως κατέλαβεν αυτάς υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος των. Το γεγονός τούτο εκρίθη τόσον σοβαρόν, τόσον έκτακτον, ώστε οι Αργείοι δια νόμου εις τα 494 π. X. ίδρυσαν εορτήν καλουμένην «Υβριστικά», ην ημείς οι νεώτεροι Αργείοι υποχρεούμεθα και επιβάλλεται να συνεχίσωμεν, να διατηρήσωμεν και να διαφυλάξωμεν, ως Εθνικόν κειμήλιον, ως πατροπαράδοτον παρακαταθήκην και ιερόν Παλλάδιον, ως γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων ενδόξων συμπολιτών μας («Ασπίς», 9.3.1952).

Ο εφετεινός εορτασμός των Απόκρεω και ιδιαιτέρως της Καθαράς Δευτέ­ρας, ήτις χάρις εις την ωραίαν εαρινήν ημέραν εσημείωσεν εξαιρετικήν επι­τυχίαν και πλήρη αναβίωσιν των παλαιών αγνών και ιστορικών ηθών και ε­θίμων της πόλεώς μας, ίσως είναι η μόνη Πελοποννησιακή πόλις η οποία εμμένει εις τας πατροπαραδότους ευθύμους διασκεδάσεις, εις τους διαφόρους τύπους και ποικίλας μεταμφιέσεις και εις τα διάφορα Αργεία Δημώδη, εκ των οποίων τα πλείστα δυστυχώς εξέλιπον.

Το σπουδαίον και σοβαρώτατον είναι ότι έλειψαν αι ασχημίαι των μετημφιεσμένων με τας ασέμνους, ανηθίκους, προκλητικός στάσεις και χειρονομί­ας, με τας αγρίας αγροίκους κινήσεις και διαθέσεις ή μάλλον επιθέσεις με χονδροράπανα και υπερμεγέθη πράσσα εις τας χείρας, ως θα ενθυμούνται οι γεροντότεροι και με το βάναυσον και κακόηχον «Στάσου μωρή….. και επά­νω της……Ου να χαθής ρέέέέ, να πας να τα κάνης στη γυναίκα σου και στην αδερφή σου», απήντα η αυθαδεστάτη συμπολίτις. Επηκολούθουν όλα τα χον­δροειδή και χυδαιότατα αστεία, με τας βρωμερωτέρας βωμολοχίας και τα χυ­δαιότερα αισχρόλογα.

Τι πρώτον να θαυμάση τις κατά τας ημέρας των προπέρσινων, περυσινών και εφετεινών Απόκρεω, το αναίμακτον πέρασμα των εορτών, όπου το αστυ­νομικόν δελτίον ήτο λευκόν, διότι δεν αιματώθη ούτε μύτη, ή το απαράμιλλον της τάξεως, ως να διεξήχθη υπό την εποπτείαν σοβαρός οργανωτικής επιτροπής με αυστηρόν και με λεπτομερές πρόγραμμα, ή την ζηλευτήν και ά­μεμπτον συμπεριφορά των μετημφιεσμένων, οίτινες εφέροντο ως φίλτατοι και πολύφιλοι μεταξύ των; Ουδεμία παρεκτροπή, ουδεμία παρεξήγησις παρετηρήθη εις τους διαφόρους χορούς των συνοικιών εις τους οποίους ελάμβανον μέρος και προσεκολλώντο ο είς κατόπιν του άλλου αδιακρίτως και ανεμποδίστως, που άλλοτε έπρεπε να διεξήγοντο συνεννοήσεις και αν επιτρέπετο τούτο είχε καλώς, άλλως φόρα τις κάμαις και τα πιστόλια και επηκολούθουν αιματηραί συμπλοκαί.

Όλη η αστυνομική δύναμις εις κίνησιν την μακαρίαν εκείνην εποχήν. Εν­θυμούμαι μάλιστα, όταν ήτο σύνταγμα ιππικού εις την πόλιν μας, διατίθετο μία ολόκληρος ίλη ιππέων δια την τάξιν και την πρόληψιν αιματηρών γεγο­νότων.

Η μεταβολή αύτη, αρξαμένη ολίγον κατ’ ολίγον προ ολίγων περίπου ετών, οφείλεται κατ’ ανάγκην και μοιραίως εις τον χρεωκοπημένον ψευδοπολιτισμόν του μίσους, της ασυμπαθείας και της σκληρότητας – του παρόντος.

Η συγκέντρωσις των Δημ. Σχολείων εις την πλατείαν του αγίου Πέτρου τας μ.μ. ώρας της Παρασκευής της Τυροφάγου παρουσίαζεν εν φασμαγορικόν σύνολον και γραφικώτατον θέαμα. Όλα σχεδόν τα παιδάκια μετημφιεσμένα με διαφόρους και ποικιλοχρώμους ενδυμασίας, χαρούμενα, εύθυμα και με την διακρίνουσαν αυτά παιδικήν αφέλειαν και απλότητα, προεκάλουν τα εν­θουσιώδη χειροκροτήματα των παρισταμένων.

Παρ’ όλην την τσιφούραν των μ.μ. ωρών της ημέρας εκείνης, τα παιδάκια εχόρευσαν, ετραγούδησαν και διασκέδασαν με όλην την καρδούλα τους, δεν παρέλειψαν δε και την «Αργειτοπούλαν» του δαφνοστεφούς λογοτέχνου συ­μπολίτου μας κ. Σ. Α. Παναγιωτοπούλου.

Η συμμετοχή των μαθητών της Μ. Εκπαιδεύσεως εις την αποκρηάτικην κίνησιν εφέτος, έδωκε από άλλοτε μεγαλυτέραν ζωήν και ευθυμίαν εις τον ε­ορτασμόν των Απόκρεω, αν και παρετηρήθησαν μικραί παρεκτροπαί, – παι­διά είναι, Αποκρηαίς είναι, ευθυμία και διασκέδασις επεκράτει, τι ήθελες να κάμουν τα παιδιά επάνω στα καλά τους; – Αμ’ τα κορίτσια; Δια τα κορίτσια αγνοούμεν, ότι το ωραίον φύλον έχει αυτήν την χάριν, όπου και αν παρευρίσκεται προσδίδει ιδιαιτέραν ζωήν και κίνησιν εις τας συγκεντρώσεις και εις τας διαφόρους συναναστροφάς και διασκεδάσεις.

Μέσα εις την πολυθόρυβον από ανθρωποπλημμύραν κεντρικήν πλατείαν τας μ.μ. ώρας της Καθαράς Δευτέρας, μετημφιεσμένοι οι γυμνασιόπαιδες Β. Κεραμίδας και Β. Νικολάου, έχοντες μικρό κασελάκι είδους ταβλά με πι­κραγγουριάν και πινακίδα με την εξής επιγραφήν: «Πωλείται πικραγγουριά – για ελκοπαθείς – στομαχικούς και φρενοβλαβείς!!!». Σοβαρώτατα και μετά παιδικής αφελείας, σεμνότητας και αιδημοσύνης διελάλουν, διεφήμιζον και επροπαγάνδιζον την θεραπευτικήν δύναμιν της πικραγγουριάς!!

Πράγματι η επινόησις και απλότης των παιδιών αυτών έκαμεν αρίστην εντύπωσιν («Ασπίς», 16.3.1952).

Το αληθές είναι, ότι η Καθαρά Δευτέρα επανέρχεται ως η παλαιοτέρα εύθυμος, φαιδρά και διασκεδαστική, αλλά κοσμία, ευπρεπής ως νεάνις σεμνή και σοβαρά χωρίς όμως βωμολοχίας, χυδαιότητας, χωρίς ασέμνους, ανηθίκους και προκλητικός στάσεις, χειρονομίας καν κινήσεις, και το σοβαρώτερον όλων αναιμάκτους, όπως εγράψαμεν και πέρυσι και εις το προηγούμενον φύλλον της φίλης «Ασπίδος».

Προς παρηγορίαν ημών των γηραιοτέρων ηκούσθησαν και τα θρυλικά ντα­ούλια, τα οποία άλλοτε με την έναρξιν του Τριωδίου εις τας συνοικίας της πόλεώς μας έδιδον το σύνθημα των Απόκρεω. Δεν έλειψαν δε και αι γκαμήλες, ο φόβος και ο τρόμος των μικρών παιδιών δια να ησυχάζουν και κοιμούνται.

Ωραίον θέαμα παρουσίαζαν οι ιππείς με τους θυμοειδείς ίππους, οίτινες ει­σερχόμενοι εις τα καφενεία προεκάλουν την ευθυμίαν και την διασκέδασιν των θαμώνων. Προτιμότερον ήτο να εφόρουν φουστανέλλαις, διότι ως ήσαν ενδεδυμένοι εφαίνοντο ως έκπτωτοι ή μάλλον ξεπεσμένοι ιππόται του Με­σαίωνας. Πάντως είναι αξιέπαινα τα παιδιά.

Σοβαρόν και αισθητήν έλλειψιν παρουσίασαν εφέτος οι βλαχοπούλες με τα φλωριά εις την κεφαλήν και το στήθος κ.λπ. βαρύτιμα κοσμήματα και με τας ωραίας και πολυποικίλους και πολυποικίλτους γραφικός ενδυμασίας. Μεγά­ρων, Βόχας, και των ορεινών χωρίων της επαρχίας μας, Μπερμπατιού, Λιμνών, Καρυάς, Αχλαδοκάμπου και τα ωραιότατα Γιαννιώτικα. Ούτε το γαϊτανάκι με το ρυθμικόν και ωραιότατον δημώδες τραγουδάκι του δεν έκαμεν ακόμη την εμφάνισίν του.

Πού δε τα ανάποδα κάρρα φορτω­μένα με χονδροδράπανα και πράσσα και σακκάκια ανάποδα; Ελπίζω δε ότι θα επανέλθουν και πρέπει, δια να έχωμεν μίαν πλήρη εικόνα και αναπαράστασιν της παλαιοτάτης Αποκρηάτικης Αργείας εορτής.

Αμ οι Μακεδόνες, πληρεστάτη απομίμησις και αναπαράστασις Μακεδόνων οπλιτών εν πλήρει πανοπλία, περικεφαλαίαν – ασπίδα – δόρυ – θώρακα – περικνημίδας – πέδιλα κ.λπ. Όλα όμως ήσαν με κόκκινο χαρτί. Ενθυμούμαι τον μακαρίτην Ιω. Λάπαταν, θείον εκ μητρός των εμπόρων της πόλεώς μας Αναγνωστοπούλων ή Μπαρμπίτσιδων, όστις ήτο ένας ωραίος και υψηλός άνδρας. Ήτο δε ο ωραιότερος εξ όλης της παρέας (περί τους 10). Το σπουδαίον είναι παρέσυρε και τον υπηρέτην μας Αριστοτέλην Κόϊκαν, θείον εκ πατρός των αδελφών Σταύρου και Δημητρίου Κόϊκα, τον οποίον εχάσαμεν από τας μ.μ. ώρας του Σαββάτου της Τυροφάγου μέχρι του μεσονυκτίου της Κα­θαράς Δευτέρας. Εσφαλμένως ελέγοντο Μακεδόνες, εν ω ήσαν γνησιώτατοι Έλληνες οπλίται εν πλήρει πανοπλία. Ωραιότατον το θέαμα, ήσαν όλοι ένας – ένας, σχεδόν του αυτού αναστήματος.

Είναι δυνατόν να μη αναφέρομεν την βλαχοστάνην, με λίγα προβατάκια – με παληοκάδαις και παληοκαρδάραις, καζάνια – σκύλους – καταπόταις και παντός είδους σκεύη και ποιμενικά είδη. Αλλά πούν’ ο Στάθης ο Ζορμπάς; Ο μακαρίτης επάθαινε παραισθήσεις· αρματώνετο παντός είδους όπλα, γιατα­γάνια, πιστόλια και εκαιροφυλάκτει εις τις Πορτίτσαις ή Άκοβαν για να εμποδίζη ή να συλλάβη τους ληστάς που θα εισήρχοντο εις την πόλιν μας. Ούτω ωραματίζετο και εφαντάζετο ο δυστυχής, τύπος και αυτός της τότε επο­χής. Άλλος τύπος ο Σπύρος Καραφελιάς και ο αδελφός μου Γεώργιος. Και οι τρεις απετέλουν δήθεν τους αρχιτσελιγγάδες του ανύπαρκτου τσελιγκάτου. Εν σμικρώ εμιμούντο τους βλαχοποιμένας, φρασεολογίαν, ενδυμασίαν κ.λπ. και ως δικηγόρον δια τας συναλλαγάς των είχον τον πολύν και γνωστότατον Πετραλιάν. Και εφέτος οι ολίγοι ευσταλείς, ευκίνητοι και ακούραστοι φουστανελοφόροι με τα κεντητά γιλέκα και τις φέρμελες, τα υποκάμισα με τα πλατειά μανίκια, μεταξωτά μαντήλια και το σιλάχι και με την αθάνατον και πολύπτυχον φουστανέλλαν προεκάλουν τον θαυμασμόν και τα παταγώδη χειροκροτήματα όπου και αν εχόρευον. Είναι άξιοι θερμοτάτων συγχαρητη­ρίων. Δυστυχώς όμως ελιγόστευσαν και αυτοί.

Ευχαρίστως είδον την εκ του προχείρου σύστασιν επιτροπής, η οποία δια διαφόρων δώρων εβράβευσε τους καλυτέρους προσωπιδοφόρους. Επαινώ και συγχαίρω τους σχόντας την ευγενή πρωτοβουλίαν της συστάσεως επι­τροπής. Πρώτην δε φοράν γίνεται τούτο. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Λόγω της πυκνής συγκοινωνίας είχομεν και θα έχωμεν πολλούς τα ημέρας αυτάς ξένους και ιδίως Αθηναίους, και μάλιστο ως μοί έλεγεν ο φίλος μου κ. Αθ. Μαραγκός, τας μ. μ. ώρας της Κυριακής, ήσαν τρεις Φιλλανδοί, των ο­ποίων τέτοιαν εντύπωσιν έκαμεν η Αποκρηάτικη κίνησις, ώστε παρέμειναν εις την πόλιν και όλην την Καθαράν Δευτέραν – αμφιβάλλει κανείς ότι αυ­τοί έλαβον σημειώσεις και θα δημοσιεύσουν εις τον ξένον τύπον;

Το ζήτημα της εορταστικής επιτροπής των Απόκρεω είναι τόσον σοβαρόν, τόσον σπουδαίον, περί του οποίου γράφομεν κατωτέρω ολίγας γραμμάς.

Τα πρόσωπα της επιτροπής πρέπει να είναι σοβαρά και επιβολής, να γνω­ρίζουν τα ήθη και έθιμα, την πρόοδον, την ανάπτυξιν και εξέλιξιν της πόλεώς μας, η οποία δυστυχώς, και να μην κρυπτώμεθα όπισθεν του δακτύλου μας, είναι εν μεγάλον χωρίον εν προόδω και αναπτύξει, και τούτο οφείλεται εις την έλλειψιν ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Όλα δε τα περιμένομεν από την πολιτικήν. Δήμαρχον και Βουλευτάς, εν ω στερούμεθα ιδιωτικής πρωτο­βουλίας.

Πρέπει να παραδειγματισθώμεν από το Ναύπλιον, ας αφίσωμεν τα θαύμα­τα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας της Αστικής και Υπαίθρου, αλλ’ απαραμίλλου και ασυγκρίτου ευάνδρου Αρκαδίας.

Γίνεται λόγος προ ετών περί του Τουριστικού Ξενοδοχείου και περιμένο­μεν ή από τον Δήμον ή από τον Τουρισμόν. Ιδιωτική δε πρωτοβουλία μηδέν.

Η μέλλουσα εορταστική επιτροπή πρέπει να εργασθή με ιδιωτικήν πρωτο­βουλίαν και να λείψουν τα Κομιτάτα και τα Ευρωπαϊκά Καρναβάλια, τα οποία είναι ου μόνον ξένα αλλά και ολέθρια εις τα ήθη, έθιμα και τας παρα­δόσεις της πόλεώς μας.

Απαραιτήτως πρέπει να διατηρήσωμεν την αρχαιοτάτην αυτήν εορτήν των μετημφιεσμένων όπως την διεμόρφωσεν ο λαός, και την διεμόρφωσεν όπως την θέλει, όπως την αισθάνεται, όπως την εννοεί.

Πάντως να διατηρηθή εντός του ηθικού πλαισίου – και τώρα μάλιστα που εορτάζεται άνευ ενόπλων περιπόλων.

(Εφημερίδα «Ασπίς του Άργους», 9, 16 και 23.3. 1952).

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

1835: Καρναβάλι, Μασκαράδες και Καθαρά Δευτέρα στο Ναύπλιο – Bettina Savigny


 

Bettina Savigny 1805-1835

Bettina Savigny 1805-1835

Η Μπεττίνα (Bettina) (1805-1835), κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ (Friedrich Carl von Savigny, 1779-1861), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ιδρυτή της περίφημης «Ιστορικής Σχολής του Δικαίου», παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857) ο οποίος κατείχε διάφορα υψηλά αξιώματα στην κυβέρνηση της Αντιβασιλείας και το 1837 έγινε, ο πρώτος πρύτανης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών. Παντρεύτηκαν στην Αγκώνα στις 9 Οκτωβρίου του 1834, στο σπίτι του Έλληνα προξένου Ντουρούτι και αναχώρησαν αμέσως για το Ναύπλιο. 

Τότε αρχίζει μια εκτενής αλληλογραφία της Μπεττίνα με τους γονείς της στο Βερολίνο. Η Μπεττίνα έζησε με το σύζυγο της πέντε μήνες στο Ναύπλιο, από την αρχή του Νοεμβρίου του 1834 μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1835. Μετά, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε στην Αθήνα που είχε ορισθεί πρωτεύουσα της Ελλάδας ήδη από το τέλος του 1833.

Από την αλληλογραφία αυτή παραθέτουμε ένα απόσπασμα που αφορά στις απόκριες και την Καθαρά Δευτέρα στο Ναύπλιο του 1835:

 

« 28 Φεβρουαρίου: [….. ] Εδώ και μια εβδομάδα, ειδικά εδώ και τρεις μέρες, όλη η πόλη γέμισε με τους πιο παράξενους μασκαράδες, από το πρωί μέχρι το βρά­δυ. Γαμήλιες πομπές με μουσική που προηγείται. Ομάδες που χορεύουν παραδοσια­κούς χορούς πολύ χαριτωμένα. Κοπάδια αγελάδων με καμπάνες και ο βοσκός με ένα κόρνο, όπως έχουν σε μας οι νυχτοφύλακες κτλ. Πολλοί ιππότες, ντυμένοι με χάρτινα κουστούμια σαν να ήταν από τη δική μας χάρτινη κωμωδία. Η γενική ατμό­σφαιρα είναι πολύ αθώα, η κύρια διασκέδαση είναι να πάνε πέρα δώθε σαν μασκα­ράδες χωρίς να μιλούν σχεδόν καθόλου.

Οι μασκαράδες μπαίνουν μέσα στα σπίτια. Ήδη την προηγούμενη μέρα μια ομάδα μασκαράδων μας ζήτησε με ένα μυστηριώδη μπιλιέτο να τους επιτρέψουμε να μας επισκεφτούν. Στις οκτώ και μισή ανοίγει η πόρτα, μπαίνει μια σπείρα ληστών, συνεννοούνται μεταξύ τους και μας δηλώνουν, ότι περιμένουν έναν περιηγητή, μετά κρύβονται. Πράγματι έρχεται ένας ταξιδιώτης με βαριές αποσκευές, κάθεται, τρώει με την ησυχία του. Τον τουφεκίζουν, δοκιμά­ζουν αν είναι πραγματικά νεκρός (σκηνή την οποία έπαιξαν πολύ ωραία) και τον πηγαίνουν έξω. Μετά τρώνε και πίνουν οι ληστές, τα χρήματα τα είχαν βάλει στην άκρη. Το θύμα της ληστείας που είχε μόνο προσποιηθεί πως είχε πεθάνει, κλέβει τώρα τα δικά του λεφτά, τουφεκίζει τον αρχηγό των ληστών, οι άλλοι φεύγουν και αυτός πηγαίνει το νεκρό έξω, μαζεύει τα πράγματά του, μας χαιρετάει και μας αφή­νει ένα αινιγματικό μπιλιέτο και εμείς δεν ανακαλύψαμε ακόμη ποιος ήταν.»

 

Η Καθαρά Δευτέρα έπεσε, το 1835, στις 2 Μαρτίου. Η Μπεττίνα γράφει στο ημερολόγιό της:

 

«Σήμερα είμαι σχεδόν καλά. Ο Σχινάς, μετά από τον περίπατό μας, ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι λόγω της αδυναμίας και των πόνων του, κοιμάται ακόμη, σε λίγο θα είναι έξι η ώρα. Σήμερα αρχίζει η αυστηρή νηστεία, δηλαδή μέχρι το Πάσχα για αυτούς που την τηρούν αυστηρά, για όλους όμως απαγορεύεται τουλάχιστον για την πρώτη και τις τελευταίες δυο εβδομάδες το κρέας, το ψάρι, το βούτυρο, το αυγό, το λάδι και το τυρί.[1] Το κρασί πάντως επιτρέπεται και έτσι γίνεται σήμερα η μεγάλη εορτή για την αρχή της νηστείας. Όλο το Ναύπλιο πέρασε την πανέμορφη μέρα στη βραχώδη πλαγιά του Παλαμηδιού προς τη θάλασσα (που τη λένε σήμερα την Αρ­βανιτιά). Αμέτρητες ομάδες κάθονταν διασκορπισμένες, τρώγανε πορτοκάλια και διάφορα ζυμαρικά που δεν περιείχαν κανένα είδος λίπους και ήταν πολύ νόστιμα. Τρώγανε αχινούς και πίνανε τεράστιες ποσότητες, τραγούδαγαν και αλάλαζαν. Εδώ δεν συμβαίνει τίποτε αναξιοπρεπές, όπως στο καρναβάλι στη μεγάλη αρματοδρομία στη Ρώμη. Έτσι ήταν όλες τις ημέρες.»

 

Υποσημείωση


 

[1] Η Μπεττίνα δίνει στους γονείς της όλες αυτές τις λεπτομέρειες, διότι στην καθολική εκκλησία ισχύουν εντελώς διαφορετικές κανόνες νηστείας. Οι αποκριές τελειώνουν την Τρί­τη μετά την Καθαρά Δευτέρα, που σε μερικές γλώσσες λέγεται η «Παχιά Τρίτη». Η νηστεία πριν από το Πάσχα αρχίζει την Τετάρτη των Στακτών και είναι πολύ λιγότερο αυστηρή. Εκτός από το κρέας όλες οι άλλες τροφές, που αναφέρει η Μπεττίνα, επιτρέπονται. Η ίδια η Μπεττίνα ανήκει όμως στην προτεσταντική εκκλησία, όπως ανήκε πάντα το πιο μεγάλο μέρος του πληθυσμού του Βερολίνου. Η προτεσταντική εκκλησία δεν έχει καθόλου κανόνες νηστείας. Από παράδοση μερικές οικογένειες δεν τρώνε κρέας την Παρασκευή, αλλά ψάρι.

 

Ρεγγίνα Quack- Μανουσάκη

Ιστορικός. Δρ Φιλοσοφικής Σχολής του Ελεύθερου Παν/μίου του Βερολίνου.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009. 

 

Read Full Post »

Αργείτικη αποκριά


 

Ένα χρονογράφημα του Κώστα Δανούση στην Εφημερίδα Αναγέννηση (τ.326/1995. Άργος).

 

Απόκριες στο Άργος (1936)-Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη

Διέφερε η αργείτικη αποκριά απ’ εκείνη άλλων πελοποννησιακών και ευρύτερα ελληνικών πόλεων; Φαίνεται πως η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική, αφού η εντοπιζόμενες ιδιαιτερότητες δεν αρκούν για να τη διαφοροποιήσουν ουσιαστικά. Υπάρχει όμως μια μαρτυρία του Π. Τημελή, που η αξιοπιστία της δεν έχει διασταυρωθεί, σύμφωνα με την οποία “οι χοροί του Άργους κατά πολύ διαφέρουσι ως προς τον ρυθμόν και τον τρόπον καθ’ ον διεξάγονται. Οι ενταύθα χοροί δεν ομοιάζουσι προς τους των Μεγάρων, της Ελευσίνος, των χωρίων της Αττικής και εν γένει προς όλους τους χορούς”.

Ενώ στην εκκλησιαστική παράδοση «Απόκρεω» καλείται η προτελευταία πριν τη Καθαρή  Δευτέρα Κυριακή, εντούτοις επεκράτησε να ονομάζονται «Αποκριές» και οι τρεις εβδομάδες πριν απ’ αυτήν, δηλαδή πριν τη νηστεία του Πάσχα. Οι απόκριες αρχίζουν την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, κατά την οποία «άρχεται το Τριώδιον». Και αυτό επειδή από τη μέρα αυτή – και μέχρι το Μ. Σάββατο – αρχίζει στην εκκλησία η χρήση του Τριωδίου, του λειτουργικού βιβλίου που ονομάσθηκε έτσι γιατί για κάθε γιορτή περιέχει αρχικά τρεις ωδές.

Στο Άργος, όπως και σ’ όλη την ελληνική επαρχία, ο λαός γιόρταζε την περίοδο αυτή με ευθυμία, τραγούδια, χορούς, μεταμφιέσεις και οικογενειακές και φιλικές συνεστιάσεις. Η πρώτη εβδομάδα ονομαζόταν και «α(μ)πολυτή», γιατί καταλύονταν και η Τετάρτη και η Παρασκευή. Τις πρώτες μέρες της εβδομάδας αυτής σφάζονταν συνήθως οι οικόσιτοι χοίροι, η σφαγή και προετοιμασία των οποίων αποτελούσε μια μικρή τελετή πολλές φορές με συγκεκριμένο τυπικό.

Η επόμενη εβδομάδα, που αρχίζει  με την Κυριακή  του Ασώτου,  ονομαζόταν «Κρεατινή» και ήταν η  κατ’ εξοχήν εβδομάδα, της  Αποκριάς. Κορύφωση της η Τσικνοπέμπτη.  

Τέλος η τρίτη εβδομάδα, την Κυριακή των Απόκρεω, ονομαζόταν “Τυρινή”, καθόσον κατ’ αυτήν δεν  έτρωγαν(;) κρέας αλλά αυγά, γιαούρτι, τυρί και φτιαχτά μακαρόνια (λευκή νηστεία). Τα τελευταία, διανθισμένα με τις «γκόκες» (τυλιγμένα μικρά τεμάχια ζύμης), πασπαλισμένα με τριμμένη μυζήθρα και ζεματισμένα με βούτυρο ή λάδι, ήσαν το αντιπροσωπευτικό πιάτο της εβδομάδας αυτής. Με το τελευταίο δείπνο των αποκριών  (της Τυρινής) συνδέονταν διάφορες προλήψεις και δεισιδαιμονίες (φτερνίσματα, λευκή λαμπρή, ωομαντεία κ.α.).

Στο Άργος το  βράδυ τα κορίτσια έπαιρναν κρυφά από το βραδινό τραπέζι ένα μακαρόνι και το έβαζαν  κάτω από το μαξιλάρι τους λέγοντας » όποιος είναι της μοίρας μου  και του ριζικού μου να έλθει να το φάμε μαζί», προσμένοντας φυσικά την εμφάνιση του νυμφίου στο όνειρο τους. Το τραπέζι έμενε ασήκωτο με τα φαγητά που περίσσευαν, για να ‘ρθουν να φάνε οι ψυχές των πεθαμένων του σπιτιού.

Η περίοδος των αποκριών, όπως και η αρχαιοελληνική προκάτοχος της, ήταν στενά δεμένη με τη  λατρεία των νεκρών. Έτσι τα Ψυχοσάββατα κάθε οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία ένα πιάτο με κόλλυβα στολισμένο – συνήθως σε σχήμα σταυρού- με σπόρους ροδιού, σταφίδες (ξανθές και μαύρες) και ζάχαρι που συνοδευόταν από το ψυχοκέρι ( δέσμη νημάτων εμποτισμένων σε λιωμένο κερί).

Την Καθαρή Δευτέρα ήταν  το αποκορύφωμα των εορταστικών εκδηλώσεων της αποκριάς. Οι λαγάνες, τα  σαρακοστιανά και η περίφημη φάβα του «Νταούτσου» (γνωστότατου μπακάλη στην οδό Τσώκρη)  είχαν την τιμητική τους. Η ευθυμία, οι χοροί και οι μεταμφιέσεις έκαναν το Άργος πόλο έλξης για τους κατοίκους των γύρω χωριών και του Ναυπλίου, σε τέτοιο σημείο ώστε σχεδόν να διπλασιάζεται ο πληθυσμός του.

Η μέρα αυτή με τις συνήθεις παραβιάσεις της νηστείας (ο λαός ευφυώς σύνδεσε  το «Καθαρή» με το καθάρισμα των υπολοίπων εδεσμάτων της προηγούμενης εβδομάδας), τα άσεμνα άσματα, τα υπονοούμενα φαλλικών παραστάσεων ( πράσα, μεγάλα γουλιά, αγγινάρες, κ.α.) αλλά και της «χαρούμενες» απειλές ομάδων μασκαράδων, με ψαλίδια στα χέρια, ότι θα προβούν στην κουρά («ξεγούλιασμα») απόκρυφων σημείων των γυναικών, κάθε άλλο παρά – κατά την άποψη της Εκκλησίας – καθαρή ήταν.

Οι χοροί και οι μεταμφιέσεις ήσαν τα πλέον αντιπροσωπευτικά στοιχεία της αποκριάς. Χοροί βέβαια στο παλιό Άργος, τουλάχιστον ως τα τέλη του ΙΘ’ αιώνα δε γίνονταν μόνον τις αποκριές αλλά και τα Χριστούγεννα, του Αγίου Βασιλείου, τις μεγάλες γιορτές και το Πάσχα, κατά το οποίο γίνονταν οι «σοβαρότεροι πανηγυρική χοροί«.

Το νταούλι έδινε το σύνθημα για το ξεφάντωμα. «Με την πρώτη ημέρα του Τριωδίου» , γράφει ο Ίδμων ( Γ. Λογοθέτης), «το πάτριο νταούλι σκονισμένο και άφωνο στον καπνισμένο τοίχο τινάζεται από την νάρκη του και αρχίζει την περιοδεία του. Από τα στενοσοκάκια του Κραβασαρά  και τα χαμόσπιτα των Γεφυριών ξεκινάει για την αποστολή του και ακούραστο δεν σταματάει πειά καμιά νύχτα, μέχρις ότου τα χαράματα της Καθαράς Τρίτης παραδώσουν στην ηδονική αγκαλιά του ύπνου του Βάκχους της αποκρηάς…., από τα τρεσάκια του Ξεριά και της ανηφοριές της Αρβανιτιάς!  Κι όπου περάσει κάνει το θάμμα του. Σε κάθε πλατεία, σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε γούβα ανοίγει κι ένας χορός».

 

Πρόσκληση για το χορό του Μουσικού Ομίλου Άργους το 1946. Αρχείο, Νίκου Πετρόπουλου.

 

 

Νταούλι λοιπόν και καλάμι (φλογέρα) σε μόνιμη περιοδεία ανά της γειτονιές της πόλης. Αργότερα θα προστεθούν και άλλα όργανα, κλαρίνα, λατέρνες, καθώς και τμήματα της μαντολινάτας της «Νέας Ζωής« τα τελευταία χρόνια του Μεσοπολέμου. Οι παλαιότεροι θυμούνται τον περίφημο κλαρινιτζή Φέκα που άκμασε από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως το Μεσοπόλεμο.

Οι χοροί αναρίθμητοι. «Εξέρχεται της οικίας σου και  εν αυτή σου τη συνοικία «, γράφει ο Π. Τημελής, εις δύο και τρεις χοροί εστημένοι. Τον μόνιμον πυρήνα εκάστου  χορού αποτελούσιν αι νεανίδες της συνοικίας, αίτινες ποικίλουσι κατά την ηλικίαν, το κάλλος, το ένδυμα και την κοινωνικήν τάξιν… Προβαίνεις περαιτέρω και έχεις  ενώπιον σου  τα αυτά. Περιέρχεσαι τέλος όλον το Άργος και συναντάς περί τους εκατόν τοιούτους χορούς».

Στις αρχές του αιώνα μας, το 1902, φαίνεται πως οι χοροί μειώθηκαν αισθητά. Η εφημερίδα «Μυκήναι»  γράφει πως  «χοροί  όμως δεν γίνονται όπως εγένοντο. Κάθε πέρυσι και καλήτερα. Κινδυνεύει να σβήσει το ωραίον αυτό και μεγαλοπρεπές έθιμον των πανηγυρικών ελληνικών χορών… Συγκριτικώς όμως οι μεγαλύτεροι και ωραιότεροι χοροί έγειναν εφέτος ένας εις του Καρμίρη, ο άλλος εις του Ανατολίτη και ο τρίτος και ο  τρίτος εις την πλατεία του Πηττά. Μερικοί όμως μικρότεροι χοροί είχον ωραιοτέρας χορευτρίας».

Η παράδοση εκτός απ’ εκείνους της πλατείας του Αγίου Πέτρου, διέσωσε χορούς:

  •  Στην απλά του Ξεριά, εκεί που σήμερα έχει κτισθεί ο ναός του Αγίου Νικολάου (αλώνι του Σμυρνιωτάκη, κ.α.).
  • Στην «Κουνουπίτσα» , έξω από του Αθανασάκου (στην οδό Ινάχου).
  • Στα Ταμπάκικα (συμβολή οδών Φείδωνος και Θεάτρου), έξω από την ταβέρνα του Κορομίχη.
  • Στου Μαρίνου (την ταβέρνα που κάηκε σχετικά πρόσφατα), παρά το πηγάδι του Δημοβάση  (παρά τη συμβολή οδών Ηρακλέους και Διομήδους).
  • Στα αλώνια του Πούλου, στο δρόμο για τις Πορτίτσες ( προς τον αυχένα Δειράδας), και
  • Στα Γεφύρια, έξω από την περίφημη ταβέρνα του Παρασκευά. Ο χορός στα γεφύρια ήταν από τους ξεχωριστούς χορούς της πόλης.

Οπωσδήποτε χοροί γίνονταν και σε άλλα σημεία της πόλης. Την τελευταία Κυριακή της αποκριάς οι περισσότεροι χοροί των συνοικιών συγκεντρώνονταν στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, όπου το κέφι έφτανε στο απόγειό του.

Στο χορό έδινε το παρόν και ο Δήμαρχος της πόλης Κωστής Μπόμπος (1928 – 1941, 1945 – 1950) άδοντας το προσφιλές του Τουμπουρλού μωρή το σαλβάρι σου / Και το άσπρο το ποδάρι σου / είδα ΄γώ της Άκοβας τη βρύση.

Ο Παναγιώτης Δ. Σεφερλής, που στις αρχές του αιώνα κατέγραψε πολλά δημοτικά τραγούδια της πόλης αλλά και της ευρύτερης περιοχής της, αναφερόμενος  σ’ αυτά γράφει:»

«και τα μεν δια γραμμάτων ΒΧ επισημειούμενα έγραψα καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας Βασιλικής Χρυσικοπούλου, μαίας, πάντα δε τα υπόλοιπα ήκουσα εις τους δημοσίους χορούς, οι οποίοι γίνονται εις όλας τας συνοικίας του Άργους κατά τας Κυριακάς των Αποκρέω. Τους χορούς αυτούς,συρτούς πάντοτε, απαρτίζουν επί το πλείστον κόραι άδουσαι συγχρόνως, λαμβάνουσι όμως μέρος είς αυτούς και ύπανδροι γυναίκες οι δε άνδρες και οι νέοι περιερχόμενοι τας συνοικίας βλέπουν τους χορούς και συμμετέχουν αυτών “σέρνουν τον χορόν» τιθέμενοι επικεφαλής των χορευτριών κατ’ έθιμον δε επικρατούν, ουδείς θεωρεί ότι προσβάλλεται το φιλότιμόν του εάν μόλις αρχίση να σύρη τον χορόν και προτού κάμη έναν ολόκληρον γύρον μετά των χορευτριών άλλος χορευτής έλθη και τεθή επικεφαλής του χορού…” Άλλη όμως είναι η καταγραφή του Γ. Λογοθέτη (Ίδμωνος), ο οποίος αναφέρει ρητά “Αλίμονο σ’ εκείνον που θα τον κόψη ( τον επικεφαλής του χορού) πριν το φέρη τουλάχιστον δύο βόλτες».

Αποκριάτικος χορός στην αίθουσα Θηβαίου, δεκαετία 1960.

Ο ευσεβιστής ( Μακρακιστής) της εποχής εκείνης Π. Τημελής μας πληροφορεί, ότι, εκτός από τα γνωστά αποκριάτικα τραγούδια, χορευτές και χορεύτριες απήγγελαν εναλλάξ δίστιχα. “Λαμβάνομεν δε εκ της μνήμης”, γράφει, “και δίστιχα τινά εκ των αναριθμήτων, ίνα δ’ αυτών ( ως όνυχος) κατανοήσωμεν οποίον πνεύμα διήκει εν τοις χοροίς τούτοις και τα οποία τα εκ τούτου ολέθρια αποτελέσματα:

 Περνάς και δε μας χαιρετάς, βαριέσσα να μιλήσης,

Δυο λόγια απ’ τ’ αχειλάκι σου, να μας παρηγορήσης.

***

Αναστεναγμοί μ’ ως πότε

την καρδούλα μου θα τρώτε.

***

 Ο έρωτας δεν είν’ ανθί να μαραθή, να πέση

παρά ‘ναι βάτος και κλαδί  κι αλοίμον’ όπου μπλέξη.

 ***

Έρωτα πανάθεμά ‘σαι

τυραννείς και δε λυπάσαι”.

 

Ένα από τα πλέον προσφιλή αποκριάτικα τραγούδια του Άργους είναι  “Στης Άκοβας τη βρύση”:

 

Τουμπουρλού μωρή

 Το σαλβάρι σου

κι από μακριά είδα το ποδάρι σου,

άσπρο ποδάρι που ‘δα ‘γώ

 στης Άκοβας τη βρύση

λιγοθυμιά με βάρεσε

ώσπου να ξερυπήσει

ωχ αλίμονο και πάλι

 πάρε μου – το το κεφάλι,

ωχ αλίμονο και τόσο

πάρέμε με να γλυτώσω

 

Παράλληλα με τους συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς αστικής συγκρότησης της πόλης επέρχονται και αλλαγές στους χορούς· και στον τρόπο διασκέδασης γενικότερα. Έτσι ταυτόχρονα με τις κραυγές των ευσεβιστών για τα ολέθρια”  αποτελέσματα των χορών παρατηρείται στο χώρο  της αστικής τάξης μια προοδευτικά ενισχυόμενη τάση προτίμησης ευρωπαϊκών σε βάρος των εθνικών χορών.

“Νομίζουν αι υπερφονούσαι δεσπινίδες και μερικοί γονείς” γράφει η εφημερίδα“ Μυκήναι” το 1902, ότι οι ηθικότατοι και αγνότατοι αυτοί χοροί είναι χυδαίοι!! Μάθετε λοιπόν, ω αγαθαί, ότι αυτός είναι ο εθνικός μας χορός, ότι  αν είναι άτεχνος είναι διότι δεν τον φέρομεν εις την πρόοδον αλλ’ απεναντίας τον παραιτούμεν, ότι αντιθέτως οι μέν ελληνικοί χοροί είναι οι λαμπρότεροι και υπέρ της ηθικής και της αγνότητος οι δε ευρωπαϊκοί είναι επίτηδες ανήθικοι και τεχνική μέθοδος προς διαφθοράν”.

Η αστική τάξη της πόλης από τα χρόνια του Μεσοπολέμου άρχισε να διοργανώνει χορούς  σε σπίτια αλλά και στο καφενείο του Θηβαίου. Ακολούθησαν το εστιατόριο Σαγκανά και το καφενείο “Ηραίον”. Σ’ αυτό καθοριστική θα είναι η συμβολή τηςΝέας Ζωής”, του “ΜΟΑ” και άλλων μουσικών σωματείων. Με το πέρασμα του χρόνου  ο αστικός τρόπος διασκέδασης  θα επικρατήσει και οι χοροί  των συνοικιών θα σβήσουν τα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια.

Αποκριές 1964. Σε πρώτο πλάνο ο Κώστας Πετρόπουλος χορεύει με τη σύζυγό του Δήμητρα, στην αίθουσα Θηβαίου. Αρχείο, Νίκου Πετρόπουλου.

Οι μεταμφιέσεις, οι μασκαράδες, ήσαν αναπόσπαστο στοιχείο της αργείτικης αποκριάς. Οι άνδρες ντύνονταν γυναίκες και το αντίστροφο. Ποικίλα εφευρήματα επιστρατεύονταν για την επιτυχημένη μεταμφίεση χωρίς αυτό να αποκλείει και τα πλέον πρωτόγονα: τη μουτζούρα από τα τσουκάλια, το φούμο, το λουλάκι αλλά και τη φάβα. Συνεχεία παλαιοτέρων εθίμων, που απαιτούσαν οι μεταμφιέσεις  να έχουν και εθνικές αναφορές, ήσαν και οι φουστανελοφόροι. Χασάπηδες κυρίως, που ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι Μαρλαγκούτσοι, ντυμένοι με φουστανέλες γύριζαν από χορό σε χορό, πεζοί ή καβαλάρηδες σε άλογα.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφιπποι έμπαιναν στου Θηβαίου ή στου Σαγκανά, σκορπίζοντας νότες άκρας ευθυμίας. Σούστες, αραμπάδες και κάρα επιστρατεύονταν στο αποκριάτικο ξεφάντωμα. Τα τελευταία μάλιστα, για  να ταιριάζουν με το τρελό πνεύμα των ημερών, τα γύριζαν ανάποδα, βγάζοντας τον πείρο της ανατροπής. Οι φωτιές ή τα αναμμένα δεμάτια κλαδιά που έσερναν τα κάρα, τα φαλλικά σύμβολα, οι άσεμνες χειρονομίες και τα τολμηρά άσματα συμπλήρωναν τον οργιαστικό χαρακτήρα των ημερών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα περισσότερα αποκριάτικα τραγούδια είχαν σεξουαλικά υπονοούμενα. Ακόμη και το προσφιλέστατο «Λεμονάκι μυρουδάτο», μιλώντας· για την καταγωγή του παλικαριού τραγουδάει:

 

Του σειστή του λυγιστή ‘μαι

του ταβερνογυριστή ‘μαι

που γυρίζει τις ταβέρνες

και φιλεί τις παντρεμέναις

που στραγγίζει τις κανάταις

και φιλεί τις μαυρομάταις

που γυρίζει τα σοκκάκια

 και φιλεί τα κοριτσάκια

 και τους πιάνει τα βυζάκια.

 

Στις αρχές του αιώνα έκανε την εμφάνισή του στην πόλη και ο χαρτοπόλεμος. “Το ωραίον το παίγνιον του  χαρτοπολέμου”, γράφει η εφημερίδα «Μυκήναι», «εγενικεύθη και ενταύθα τόσον πολύ, ώστε δεν έμεινε νέος ή νέα, μικρός ή μεγάλος, όστις να μην έρρανε και να μη ερράνθη δια του ανθοειδούς τούτου ράσματος. Ωραίαν μάλιστα ευκαρίαν και αφορμήν ευρίσκουσι δια τούτου οι γυναικοθήρες…«

Αποκριάτικος χορός στην αίθουσα Θηβαίου, Πλατεία Αγίου Πέτρου.

Αυτή ήταν αργείτικη αποκριά. Περίοδος ξεφάντωσης αλλά και στενής συναναστροφής των ανθρώπων. Οπωσδήποτε η καταγραφή μας είναι πρόχειρη. Αξίζει όμως τον κόπο τα έθιμα της αποκριάς στον τόπο μας να απολέσουν αντικείμενο εμβριθέστερης μελέτης κα ελπίζουμε αυτό να μην αργήσει.

  

Βιβλιογραφία:


  • Π. Τημελή, «Αι αποκρέω και οι χοροί του Άργους », εφημερίδα Αγαμέμνων, αρ. φ. 21/1889, σ. 2.
  • «Αποκριάτικα», εφημερίδα Μυκήναι, αρ. φ. 46/1902, σ. 2.
  • Παναγ. Δ. Σεφερλή, «Τραγούδια της Αιγίνης, του Άργους άλλων τόπων», λαογραφία, Δ’ (1913), σσ. 12 – 13.
  • Σεραφείμ Κώστα, «Λαογραφικά Αργολίδος», Αθήνα 1981, σσ. 266 – 274.
  • Γεωργίου Χρ. Θωμόπουλου (Έρασμου), «Αφιέρωμα …», Άργος 1994, σσ. 137 – 140.

 

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Απόκριες στο Κρανίδι

 

Τελώνου και Φαρισαίου ανοίγει το Τριώδιο. Κι αρχίζανε τα μα­σκαρέματα. Την πρώτη Κυριακή των νηστειών, λέγανε: οι μικροί μα­σκαράδες. Τη δεύτερη λέγανε: πιο μεγάλοι μασκαράδες, αλλά τη λέ­γανε και Κρεατινή. Την τρίτη τη λέγανε: οι μεγάλοι μασκαράδες, και Τυρινή.

Την πρώτη Κυριακή φτιάνανε τότες πουπέκι ή γαλόπιτα, που λέ­με (γαλακτομπούρεκο). Ήτανε απαραίτητο. Ανοίγανε φύλλα ντό­πια οι γυναίκες δώθε. Τρώγανε κρέατα, ψάρια. Καμιά φορά φτιάνανε και κουραμπιέδες, με αλεύρι σταρένιο, με ζάχαρη. Ήτανε πιο ωραίοι. Αλλά και τα χρόνια τότες ήσανε πιο ωραία. Ανοίγανε τα σπίτια τους, τα χαιρόντουσαν με τα παιδιά τους. Ντυνόντουσαν τα παιδιά, τα κορίτσια τους μασκαρίνες και πηγαίνανε παντού.

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Την Κρεατίνη τη λέγανε και άρτσι βούρτσι. Αυτή την εβδομάδα σφάζανε και αρνάκια και γουρουνάκια, απ’ όλα τρώγανε αυτές τις ημέρες. Γιατί τότε τα σπίτια είχανε τέτοια πράματα. Κάθε σπίτι είχε τις γίδες του, τις κότες του. Γλεντάγανε τότες ο κόσμος. Την Τσικνοπέμπτη φτιάνανε χοιρινά, τα τσιγγαρίζανε στο τηγάνι και τρώγανε. Κάνανε και χορούς, συρτούς, καλαματιανούς.

 

 

Το ψυχοσάββατο φτιάνανε στάρι (κόλλυβα) και το πηγαίνανε στον παπά μ’ ένα χαρτάκι με τα ονόματα και τα έλεγε στη λειτουργία. Πηγαίνανε στο νεκροταφείο, στους δικούς τους και τους ανάβανε το καντηλάκι. Τώρα δεν πολυπάνε. Και δεν κάναμε ράψιμο εκείνη την ημέρα, γιατί λέγανε ότι τους ράβαμε τα μάτια. Ούτε πλύσιμο, γιατί πήγαινε νερό στους πεθαμέ­νους. Κάναμε δουλειές που ‘τανε να τρώγαμε.

Τα ψυχοσάββατα της Τυρινής δεν σιάχνανε κόλλυβα, ούτε στην εκκλησία πηγαίνανε. Αυτή την εβδομάδα δεν τρώγανε κρέας. Τρώγανε γαλατερά, τυρί, πουπέκι (γαλακτομπούρεκο), μακαρόνια, τέτοια πράγματα. Κι όλες αυτές τις ημέρες γινόντουσαν μασκαρέματα, με κουδούνια και ειδών – ειδών στολές.

Την πρώτη Κυριακή των νηστειών μασκαρευόντουσαν πιο πολύ τα παιδιά. Τις άλλες δυο βδομάδες, και οι νέοι, οι κοπέλες. Τα μικρά παιδιά (=αγόρια) ντυνόντουσαν βλαχάκια (= τσολιαδάκια) και τα κο­ριτσάκια βλαχούλες, με φλουριά γιουρντιά. Και μαζευόντουσαν όλα μαζί, μπουλούκια. Μπροστά πηγαίνανε οι βλαχούλες και πίσω τα βλαχάκια και γυρνούσανε όλο το χωριό.

Τα παλικάρια ντυνόντουσαν απάχηδες πιο πολύ. Φορούσανε μπλε παντελόνι, που ‘χε στα πλάγια μια λουρίδα κόκκινη, από πάνω μέχρι κάτω, άσπρο πουκάμισο και στα μάτια μαύρη μάσκα. Στο λαιμό φορούσανε μαντίλι μεταξωτό. Αυτά τα μαντίλια τα φέρνανε οι σφουγγαράδες, οι ναυτικοί, από την Μπαρμπαριά. Κι όποιος θα ντυνότανε απάχης ή είχε ή ζητούσε δανεικό. Κι ήσανε ωραία μαντίλια, πολύχρωμα, με κρόσια. Και κοιτάζανε ποιος θα είχε το πιο ωραίο μαντίλι. Τραγουδούσανε αυτοί απάχικα τρα­γούδια:

 

Στην παλαβή αποκριά όλοι, παιδιά, χαρείτε,

και μαγουλάκια κοριτσιών φιλάτε, σαν τα βρείτε.

Τα μπλου τα ναυτικά να μην τα βάλεις πια!

Θα τα βάνω να περάσω και τη γκόμενα να σκάσω!

Πάλι τα ‘βαλες, πάλι με μάρανες!…

Κλώσα τα πουλιά, δεν τα ‘βγαλες σωστά!

Σου ‘βαλα εικοσιένα και δεν μου ‘βγαλες κανένα!

 

Οι μεγάλοι φορούσανε όμως κι άλλα. Ντόμινα, καραμάνια, δηλαδή φουφούλες, φέσι κόκκινο, ό,τι βρί­σκανε. Και οι κοπέλες τα ίδια. Εγώ μια φορά ντύθηκα με παντελόνια. Κι άμα είχανε απλωμένα ρούχα, που τα ‘χανε πλύνει για να στε­γνώσουν, τα παίρνανε κι αυτά και μασκαρευόντουσαν. Γι’ αυτό τέ­τοιες μέρες, οι γυναίκες δεν πολυαπλώνανε.

Τότε είχανε και τις λύρζες. Όποιος είχε χώρο μπροστά στο σπίτι του, όχι μέσα στην αυλή, έξω στον δρόμο. Σε μερικά μέρη έχει άπλα. Κι εκεί, όποιος ήθελε κι ήτανε κοντά στο σπίτι του, άνοιγε λύρζα. Γέ­μιζε με τραπέζια, καρέκλες κι ερχότανε πολύς κόσμος και τα όργανα, οι βιολιτζήδες, οι λαουτιέρηδες, και χορεύανε, τραγουδούσαν και τρώγανε, πίνανε. Πληρώνανε αυτόν πο ‘χε τη λύρζα. Και τότες ήσανε πιο πολλοί οι μασκαράδες. Άλλοι κάνανε τα ζώα. Άλλος το γάιδαρο, με το σαμάρι από πάνω. Κι ένας, θυμάμαι, γείτονας ήτανε, έκανε τη γκαμήλα και φορούσε στο κεφάλι ένα πράμα σαν το κεφάλι της γκαμήλας. Κι είχ’ ένα στόμα τόοσο και τ’ ανοιγόκλεινε. Και μας κυνηγούσε, κι εμείς φοβόμαστον κι ερχόμαστον και κλεινόμαστον εδώ πάνω. Τη γκαμήλα την έφτιαχνε ο μπάρμπα Γιάννης ο Τραχιώτης. Άλλοι όμως ήσανε με φράγκικα, άλλοι με φουφούλες, κανονικά. Άλλοι, μεγάλοι άνθρωποι, ντυνόντουσαν βλάχζες (=βλαχούλες).

Παρέες από τη μια λύρζα πηγαίνανε στην άλλη να δουν τι κάνουν εκεί και πίνανε, τραγουδούσαν, χορεύανε. Και πάλι παρέες κοπέλες και παιδιά μπαίνανε μασκαρεμένοι στο σπίτι σου, ε, ήσανε και λίγο γνωστοί βέβαια, και χορεύανε, τραγουδούσαν και δεν μιλούσανε. Τους κερνούσε η νοικοκυρά και φεύγανε, και μετά σπάζανε τα κεφά­λια τους, ποιοι ήσανε, ποιοι ήσανε! Κι αυτοί τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια και λέγανε όμως:

Σε του- καλέ μου, το σπίτι που ‘ρθαμε,

σε του- το σπίτι που ‘ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει,

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλιους χρόνους να ζήσει!

 

Τις Κυριακές το βράδυ πηγαίναμε στους συγγενείς, τους φίλους, κι αρχινάγανε το χορό, το γλέντι. Και την τελευταία Κυριακή ερχό­ντουσαν κι οι γονείς και στρώναμε χάμω στο σπίτι, γιατί πού να βρί­σκαμε τραπέζια κείνο τον καιρό, κι αρχινάγαμε το χορό, το φαγοπό­τι. Και μετά οι πατεράδες μας τρώγανε από ‘κει κι εμείς τα κορίτσια πηγαίναμε απ’ τ’ άλλο δωμάτιο και χορεύαμε. Παίζαμε και το δα­χτυλίδι. Περνούσαμ’ ένα δαχτυλίδι σε μια κλωστή κι ερχόμαστον γύ­ρω γύρω. Και λέγαμε: Νά το, νά το το δαχτυλίδι! Πού ‘ν το, πού ‘ν το; Δεν θα το βρεις! Κι όποια τό ‘πιανε, τη βάζαμε, νομίζω, κάτι να πει, αλλά δε θυμάμαι, παιδάκι μου.

Βράζανε και αυγά σφιχτά, τα καθαρίζανε, τα δένανε σε κλωστή, τα βουτούσανε στο γιαούρτι κι αρχινάγανε και το γυρίζανε γύρω γύ­ρω, ποιος θα το ‘πιανε με το στόμα, χωρίς χέρια. Και πασαλειβόντουσαν κιόλας με το γιαούρτι.

Χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους. Και μερικοί χο­ρεύανε χασάπικο με το σπαθί. Κι ήσανε και μερικές γυναίκες που ξέ­ρανε. Και ξέρω ‘γω πώς το κάνανε και περνούσανε το σπαθί κάτω απ’ τα πόδια!

Την Καθαρή Δευτέρα, όποιος ήθελε, πήγαινε έξω, στου Κολκανάβη. Είν’ ένα μέρος στα περβόλια που φυτεύανε, παλιά, μαρούλια. Πήγαιναν εκεί και χορεύανε και τραγουδούσαν και τρώγανε νηστήσιμα: αχταπόδια, αστακούς, σουπιές, μαρούλια, κρεμμυδάκια. Η νηστεία άρχιζε από την Κυριακή το βράδυ, στις δώδεκα. Κι εκεί που τρώγανε στα συγγενικά σπίτι, λέγανε: Είναι δώδεκα; Και στις δώδεκα σταματούσανε.

Το Σάββατο της Αγίας Θοδώρας, είναι ψυχοσάββατο. Πάνε στην εκκλησία, φτιάνουν στάρι (=κόλλυβα) και πάνε ονόματα στην εκκλησία.

Φτιάναμε σπανακόπιτα, λαχανόπιτα – όχι με λάχανο, με χόρτα του βουνού, αρωματικά, καυκαλίθρες κι άλλα. Φτιάναμε και κολοκυθόπιτα. Τρίβαμε το κόκκινο κολοκύθι στον τρίφτη και βάζαμε μέ­σα ζάχαρη, σταφίδες, λάδι, ανοίγαμε φύλλα, τα βάζαμε στο ταψί με το τριμμένο κολοκύθι, το κόβαμε κομμάτια, το πετούσαμε στον φούρνο. Κι όταν το βγάζαμε, ρίχναμε και μέλι και το σερβίραμε. Αυτή την ημέρα, παλιά, οι κοπέλες βάζανε κόλλυβα κάτω απ’ το μαξιλάρι τους να δούνε τον καλό τους που θα πάρουνε.

Πάνε και στο νεκροταφείο και ψέλνουνε τρισάγιο.

Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως γινότανε η λειτουργία της Κυριακής και δίνανε λουλουδάκια και τα είχανε δεμένα ματσάκια. Τα παίρνουμε, τα βάζανε στις εικόνες, κι όταν τον άλλο χρόνο παίρνουν τα φρέσκα, καίνε τα παλιά. Τον Φλεβάρη, τον Κουτσοφλέβαρο, δεν τον είχανε για καλό μή­να, επειδή είναι κουτσός.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο της Σοφίας Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», σελ. 133-137, Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.   

 

 

 

 

Read Full Post »

Αργείτικες Απόκριες

 

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ

 

Γιώργος Γιαννούσης.

Απόκριες 1939, Φωτεινή Γιαννούση στον Αγιάννη Άργους. Αρχείο: Γιώργος Γιαννούσης.

Οι Απόκριες εύρισκαν όλους τούς Αργείους έτοιμους, γιατί όλοι τις περίμεναν με λαχτάρα όλο το χρόνο. Το σύνθημα το έδινε το νταούλι και ή φλογέρα. Τα κορίτσια της κάθε γειτονιάς έβγαιναν στην άπλα της συνοικίας και με το σκοπό του νταουλιού και της φλογέρας άρχιζαν τον χορό.

 

 

Η πρώτη εβδομάδα λεγόταν αμολυτή γιατί ήταν ελεύθεροι να τρώνε οτιδήποτε. Από την πρώτη ήμερα έκαναν την εμφάνιση τους και οι Μασκαράδες. Πέντε – πέντε τα κορίτσια και τα αγόρια έκαναν παρέες εντύνοντο μασκαράδες και γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά στους χορούς με μαντολίνα και κιθάρες.

 

Οι γυναίκες και τα κορίτσια συνήθιζαν να ντύνονται ανδρικά και τα αγόρια γυναικεία ή φουστανελλάδες. Τα κορίτσια φορούσαν τα ρούχα των αδελφών τους και οι παντρεμένες του συζύγου τους. Στο πρόσωπο τους έβαζαν ένα μαύρο βελούδο με δύο τρύπες για να βλέπουν και το έδεναν πίσω στο κεφάλι με δυό κλωστές. Τα μαλλιά τους τα μάζευαν επάνω στο κεφάλι τους και φορούσαν ένα καπέλλο. Αυτό εγίνετο κάθε βράδυ όλη την εβδομάδα. Ό κόσμος γύριζε από γειτονιά σε γειτονιά για να  δει τούς χορούς και τούς μασκαράδες.

 

Δευτέρα εβδομάδα (Κρεατινή)

 

Η εβδομάδα αυτή λέγεται κρεατινή γιατί επιτρέπεται να τρώνε κρέας. Το γλέντι άναβε πιο πολύ την εβδομάδα αυτή διότι όσοι δεν είχαν λάβει μέρος την προηγούμενη εβδομάδα έτρεχαν να μασκαρευτούν και να λάβουν μέρος στο γενικό αυτό γλέντι. Ωραίοι χοροί εγίνοντο με τραγούδια των κοριτσιών. Μια κοπέλλα έλεγε ένα στίχο και τον επαναλάμβαναν όλες οι άλλες μαζί. Η Αρβανιτιά, ό Κραβασαράς, τα Γεφύρια, και ο Ξηριάς συναγωνίζοντο ποιά άπ’ αυτές τις συνοικίες θα είχε τον καλλίτερο χορό.

 

Την Τσικνοπέμπτη μετά το φαγητό ο κόσμος κεφάτος εξεχύνετο στους δρόμους και ο ένας μετέδιδε το κέφι του στους άλλους.

 

Λέγεται Τσικνοπέμπτη γιατί την Πέμπτη αυτή της Κρεατινής όλοι οι Άργεΐτες έτρωγαν το κρέας ψητό και ή τσίκνα από το κρέας γέμιζε τούς δρόμους.

 

Το ψυχοσάββατο κάθε οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία ένα πιάτο κόλλυβα στολισμένο ωραία με ρόδι, σταφίδες και ζάχαρη, ένα πρόσφορο με ένα χαρτί, το ψυχοχάρτι, στο όποιο έγραφαν τα ονόματα των πεθαμένων του σπιτιού. Έτσι γίνεται και σήμερα.

 

Τρίτη εβδομάδα (Τυρινής)

 

Αυτή ήταν η τελευταία εβδομάδα των αποκριών. Κατ’ αυτήν δεν έτρωγαν κρέας. Συνήθως έτρωγαν φτιαχτά, μακαρόνια, αυγά γιαούρτι και τυριά. Επειδή ήταν ή τελευταία εβδομάδα και οι αποκριές έπαιρναν τέλος ό κόσμος έτρεχε να διασκεδάσει όσο μπορούσε πιο πολύ.

 

Τις Τυρινές γέμιζε το Άργος από ξένους Αθηναίους, Ναυπλιώτες, Κορινθιώτες, Τριπολιτσιώτες και όλους τούς γύρω χωριάτες. Οι δρόμοι και τα σοκάκια γέμιζαν από άμαξες με δυό άλογα, μόνιππα, αραμπάδες, βλαχοπούλες, γύφτισες με χαβάνια και μύλους, χανούμισες και άρκουδιάρισες μέ άρκουδιαραίους. Ένα μωσαϊκό από χρώματα και ανθρώπους. Άνδρες ζεμένοι σε καρότσια τραβούσαν άλλους πού ήσαν καβάλα στα καροτσάκια με μεγάλα ρόπαλα και κουνουπίδια.

 

Ένα μπουλούκι από κόσμο κεφάτο γύριζε από χορό σε χορό κι από ταβέρνα σε ταβέρνα και ό ταβερνιάρης έτρεχε με την κανάτα στο χέρι και κέρναγε την παρέα μόλις παράγγελνε ό αρχηγός της συντροφιάς.

 

Τα κορίτσια από το μεσημέρι δεν έτρωγαν τίποτα και το βράδυ έπαιρναν κρυφά από το τραπέζι ένα μακαρόνι, το έβαζαν την ώρα του ύπνου κάτω από το προσκέφαλο και έλεγαν: «όποιος είναι της μοίρας μου και του ριζικού μου να έλθει να το φάμε μαζί», κι όποιον έβλεπε στον ύπνο της αυτός θα ήταν και ο άντρας πού θα έπαιρνε. Το τραπέζι τής Κυριακής έμενε ασήκωτο με τα φαγητά πού περίσσευαν διότι πίστευαν ότι θα έλθουν οι ψυχές των πεθαμένων του σπιτιού να φάνε.

 

Καθαρά Δευτέρα

 

Η αργείτικη Καθαρά Δευτέρα ήταν από τις ποιό μεγάλες γιορτές τής πόλεως. Οι γυναίκες από το πρωί ετοίμαζαν στο σπίτι τις πίττες χωρίς ζυμάρι (τις λεγόμενες μπογάτσες) και οι άντρες αγόραζαν τα νηστήσιμα ελιές, χαλβά, τουρ­σιά, αχιβάδες, ταραμά, φάβα του «Νταούτσου» και ότι άλλο εύρισκαν.

 

Οι νέοι και οι νέες ντυμένοι μασκαράδες γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά, το απόγευμα σύσσωμο το Άργος ευρίσκετο στους δρόμους. Άνδρες και γυναίκες περασμένης ηλικίας έλεγαν τραγούδια και αστεία, όπου περνούσαν. Από τις άμαξες και τις σούστες πετούσαν καραμέλες μεθυσμένοι Αργείτες και ξένοι. Το βράδυ οι νέοι εζεύοντο σε κάρρα και σούστες γυρισμένες ανάποδα και έβαζαν φωτιά σε δεμάτια κλαριά πού είχαν δέσει από πίσω από τα κάρρα με σύρμα. Οι φωτιές έδιναν το σύνθημα του τέλους των αποκρεών και ό κόσμος άρχιζε να γυρίζει στα σπίτια του.

Έτσι τέλειωναν οί αποκριές.

 

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 266-271, Αθήνα 1981.

 

Read Full Post »

Απόκριες στον Άγιο Αδριανό ( Κατσίγκρι)

 

 

Στην περίοδο της Αποκριάς έφτιαχναν γαλόπιτα και γκόγκες. Στη γαλόπιτα έβαζαν γάλα, αλεύρι, αυγά και τα έκαναν χυλό. Έπειτα άνοιγαν φύλο με τον πλάστη, το έβαζαν στο ταψί και άπλωναν το χυλό. Έριχναν ζάχαρη με κανέλα και την έψηναν στο φούρνο.

Για τις γκόγκες έφτιαχναν ζυμάρι, το έκαναν σε σχήμα μασουριού (στενόμα­κρο) και το πάχος του όσο ένα δάχτυλο. Στη συνέχεια, το έκοβαν σε κομμάτια του ενός πόντου και με το δείχτη του χεριού το πίεζαν στο τραπέζι, τραβώντας το προς τα πίσω έτσι ώστε να πάρει το σχήμα αχιβάδας, τις έφτιαχναν όπως τα μακαρόνια με μυζήθρα. Οι συγγενικές οικογένειες του χωριού έσμιγαν και απόκρευαν μαζί. Έτρωγαν και έπιναν τα κρασιά τους, έφερναν σε κέφι και τραγουδούσαν τα αποκριάτικα τραγούδια:

 

 

Όσα κορίτσια είστε εδώ

 

Όσα κορίτσια είστε εδώ

πέστε μου ποια με θέλει.

Να την ταΐζω ζάχαρη,

να την ταΐζω μέλι.

 

Καμιά δεν αποκρίθηκε

από τις μαυρομάτες.

Μόνο μια ρούσα, μια ξανθή,

μιας χήρας θυγατέρα.

 

Εγώ σε θέλω μάτια μου

εγώ σε θέλω φως μου

άσπρα λιθάρια να κυλάς

αυγά να δεματιάζεις.

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί

κάπα-λάμδα-γιώτα

ή το τάιζα το μόσκο

για δες αγάπη πόχω.

 

Κι απ’ την αγάπη την πολλή

μου σκανταλίστη το κλουβί

και μου ‘φυγε το αηδόνι,

το πετροχελιδόνι.

 

Και πήρα αμπάλα τα βουνά

κάπα-λάμδα-γιώτα α!

 

Ρωτώ από δω, ρωτώ από κει

μην είδατε το αηδόνι,

το πετροχελιδόνι.

 

 

Απόκριες στο Κατσίγκρι 1933

Απόκριες στο Κατσίγκρι 1933

 

 

  

Κόρη που πας στον ποταμό

 

Κόρη που πας στον ποταμό

τα ρούχα για να πλύνεις,

πάρε και με τα ρούχα μου

Ελένη να τα πλύνεις.

 

Να μην τα πλύνεις με νερό

μόνο με τα δάκρυα σου

και με το μοσχοσάπουνο

που λούζεις τα μαλλιά σου.

 

Να μην τ’ απλώσεις σε δεντρί

ούτε και σε κλωνάρι.

Μόνο σε πικραμυγδαλιά

που ανθίζει το Γενάρη.

 

Να πέφτουν τ’ άνθη επάνω σου

τα φύλλα στην ποδιά σου.

Κι όλα τα πικραμύγδαλα

μέσα στην αγκαλιά σου.

 

Κοριτσάκια του καιρού σας

 

Κοριτσάκια του καιρού σας

να μαζέψετε το νου σας

γιατί οι άντρες είναι πλάνη

και δεν βάζουνε στεφάνι.

 

Όταν αρραβωνιάζονται

τότε φρόνιμα κάθονται

και όταν βάζουνε στεφάνι

τότε τεμπελιά τους πιάνει.

 

Ξεφάντωμα γινόταν και στο χωριό. Μόλις άνοιγε το Τριώδιο, τα παιδιά του χωριού μάζευαν κλαριά κάθε βράδυ, άναβαν φωτιές σε κάθε γειτονιά, χόρευαν και τραγουδούσαν. Το ίδιο γινόταν και με τους μεγάλους, κυρίως τη δεύτερη Κυριακή και την Καθαρά Δεύτερα στα μαγαζιά, γύρω από τη βρύση και στο προαύλιο της εκκλησίας. Αυτό το ξεφάντωμα και η αδερφικότητα που υπήρχε ήταν ανεπανάληπτη. Ακόμα για τους μεγαλύτερους παραμένει μια μαγεία μνήμης. Τελειώνοντας οι Απόκριες άρχιζε η Σαρακοστή που διαρκούσε σαράντα μέρες.

 

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωριό γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Ανδριανού, 2002.

 

Read Full Post »

Older Posts »