Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Απόκριες’

Αι Απόκρεω εν Άργει


 

  Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος (1876-1967) μας μεταφέρει στις αποκριάτικες εκδηλώσεις του Άργους, του 1952, μέσα από άρθρα του, που δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα «Ασπίς του Άργους», στις 9, 16 και 23.3. του 1952. Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος υπήρξε σπουδαίος ιστοριοδίφης και ερευνητής. Διέσωσε πολλές πληροφορίες για τα ήθη και τα έθιμα του Άργους. Κατέγραψε στιχουργήματα και τραγούδια της Αργολίδας και της Αρκαδίας και  χαρτογράφησε τα ιστορικά οικήματα της πόλης. Το μεγάλο όμως ενδιαφέρον του απορρόφησε η Ελληνική Επανάσταση του ᾽21, καθώς και η καταγραφή των εκκλησιών και μονών της Αργολίδας.

 

Αναστάσιος Τσακόπουλος

Τριώδιον είναι λειτουργικόν βιβλίον της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, το οποίον αρχίζει την Κυριακήν του Τελώνου και Φαρισαίου και λήγει την με­σημβρίαν του Μ. Σαββάτου.

Είναι δε βιβλίον το οποίον προετοιμάζει τον Χριστιανόν πνευματικώς δια της μετανοίας, της εξομολογήσεως και της θείας μεταλήψεως των αχράντων Μυστηρίων, δια την μεγάλην και λαμπροφόρον ημέραν της Αναστάσεως. Λέγεται δε Τριώδιον, διότι έχει τρεις ωδάς και ουχί 8 ή 9 που έχουν τα Μη­νιαία, η Παρακλητική, ίσως και άλλα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας. Ωδή, θα πη ύμνος, ποίησις, άσμα.

Η αρχή του Τριωδίου συνδέεται και συνυπακούεται με τας Απόκρεω (από­κρεω – αποχή κρέατος) δηλ. με τας μεταμφιέσεις, μετημφιεσμένους, προσωπιδοφόρους κ.λπ. Και όλα αυτά είναι μάλλον προϊόν της ανεπιστρέπτου Βυ­ζαντινής εποχής.

Το αληθές είναι, ότι τας ημέρας αυτάς αναζή τις εις τα αγνά, εις τα απέριττα και αφελή ήθη και έθιμα και τας ωραίας και ακραιφνείς παραδόσεις της πόλεώς μας [Άργους], τας οποίας διεφύλαξε δια μέσου μάλιστα σκληρών αιώνων, ως ιεράν παρακαταθήκην και ιερόν Παλλάδιον και διαιωνίζονται σχεδόν αμείωτοι μέχρι σήμερον, και πρέπει να διατηρηθούν δι’  Εθνικούς και ιστοριολαογραφικούς λόγους και μάλιστα ως διεμορφώθησαν τα δύο τελευταία έτη.

Και πέρυσι εγράψαμεν [1951], ότι αι μεταμφιέσεις, μετημφιεσμένοι, προσωπιδοφόροι ή και εκ του Γαλλικού masque μασκαράδες λεγόμενοι, είναι προέλευσις και συνέχεια μιας αρχαιοτάτης Αργείας εορτής «Υβριστικά» καλούμενης, ήτις δια νόμου εθεσπίσθη προ 2.500 περίπου ετών υπό της ενδόξου πολιτεί­ας του Άργους και η οποία διαιωνίζεται δια μέσου των αιώνων μέχρι σήμε­ρον, και δια τούτο ημείς οι Αργείοι πρέπει να σεμνυνώμεθα και να υπερηφανευόμεθα δια την εορτήν αυτήν, διότι είναι όντως Αργεία, ως αναφέρουσιν οι ιστορικοί Ηρόδοτος, Πλούταρχος και Πολύαινος σύγχρονος του Παυσανί­α (Β’ μ. X. αιών).

Τα «Υβριστικά» έχουν την εξής ιστορίαν.

Το αρχαίον Άργος από τα 600 π. X. είχεν εμπλακεί εις πολυετείς και αιμα­τηρούς πολέμους με την αιωνίαν εχθράν και αντίζηλον Σπάρτην, δια την κατάκτησιν της Κυνουρίας – Θυρέας (Άστρος), διότι η κτήσις αυτής εθεωρείτο πολύτιμος δια την κυριαρχίαν και ηγεμονίαν της Πελοποννήσου, ην εξεδίκουν αμφότεραι αι παντοδύναμοι και πανίσχυραι τότε πολιτείαι.

Οι Σπαρτιάται ηττηθέντες επανειλημμένως εις την πεδιάδα της Θυρέας, μετέφερον δια πλοίων τον πόλεμον εις την Αργολικήν πεδιάδα, παρά την πα­ραλίαν την μεταξύ Ναυπλίου και Τίρυνθος. Τούτο μαθόντες οι Αργείοι αντεπεξήλθον και εστρατοπέδευσαν αντίκρυ των Σπαρτιατών, παρά την πολίχνην Σήπειαν, άγνωστον μέχρι σήμερον πού έκειτο αύτη.

Οι Σπαρτιάται επιτεθέντες δια τεχνάσματος κατά των Αργείων, άλλους μεν εξ αυτών συνέλαβον, άλλους εφόνευσαν, άλλους δε ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις το ιερόν άλσος του Θεού Άργου, (επεξετείνετο τούτο από της θέσεως Σερεμέτι έως το χωρίον Χώνικα – Ηραίον) το οποίον περικυκλώσας ο βασιλεύς της Σπάρτης διέταξε τους Είλωτας ίνα δια ξηρών ξύλων καύσωσι τούτο.

Ούτω δε του ιερού εκείνου τόπου καέντος συγκατεκάησαν και οι εν αυτώ καταφυγόντες φιλοπάτριδες Αργείοι. Ο αριθμός των οικτρώς φονευθέντων κατά τους ιστορικούς ανέρχεται εις 5-7 χιλ.

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Ο Κλεομένης μετά την άνανδρον αυτήν νίκην επορεύθη προς το Άργος, όπερ ήλπιζεν ότι θα το εκυρίευεν ευκόλως, ελλείψει υπερασπιστών.

Κατά το έσχατον τούτον κίνδυνον η περίφημος λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα με τα ενθουσιώδη ποιήματά της εγένετο η σώτειρα της αρχαίας και ενδόξου πόλεως. Εκτός όμως των ποιημάτων εσκέφθη και το κάτωθεν ευφυές στρα­τήγημα ως αναφέρουσιν ο Πλούταρχος και ο Πολύαινος: αύτη αφήσασα τους γέροντας, τους παίδας και τους δούλους ν’ αναβώσιν εις τα τείχη της πόλε­ως, αφού προηγουμένως ενέδυσεν αυτούς ως γυναίκας, φορούντας πέπλους και καλύπτρας γυναικείας. Τας δε ανδρειοτάτας γυναίκας, αφού τας ώπλισε, τας ενέδυσε ως άνδρας με ανδρικούς χιτώνας και χλαμύδας.

Ο Κλεομένης εγκατέλειπε την πόλιν εκουσίως, αφού υπέστη πολλήν φθοράν υπό των περί την Τελέσυλλαν μετημφιεσμένων ανδρείων γυναικών, τας οποίας ορμή, θεί­α τόλμη και έρως κατέλαβεν αυτάς υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος των. Το γεγονός τούτο εκρίθη τόσον σοβαρόν, τόσον έκτακτον, ώστε οι Αργείοι δια νόμου εις τα 494 π. X. ίδρυσαν εορτήν καλουμένην «Υβριστικά», ην ημείς οι νεώτεροι Αργείοι υποχρεούμεθα και επιβάλλεται να συνεχίσωμεν, να διατηρήσωμεν και να διαφυλάξωμεν, ως Εθνικόν κειμήλιον, ως πατροπαράδοτον παρακαταθήκην και ιερόν Παλλάδιον, ως γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων ενδόξων συμπολιτών μας («Ασπίς», 9.3.1952).

Ο εφετεινός εορτασμός των Απόκρεω και ιδιαιτέρως της Καθαράς Δευτέ­ρας, ήτις χάρις εις την ωραίαν εαρινήν ημέραν εσημείωσεν εξαιρετικήν επι­τυχίαν και πλήρη αναβίωσιν των παλαιών αγνών και ιστορικών ηθών και ε­θίμων της πόλεώς μας, ίσως είναι η μόνη Πελοποννησιακή πόλις η οποία εμμένει εις τας πατροπαραδότους ευθύμους διασκεδάσεις, εις τους διαφόρους τύπους και ποικίλας μεταμφιέσεις και εις τα διάφορα Αργεία Δημώδη, εκ των οποίων τα πλείστα δυστυχώς εξέλιπον.

Το σπουδαίον και σοβαρώτατον είναι ότι έλειψαν αι ασχημίαι των μετημφιεσμένων με τας ασέμνους, ανηθίκους, προκλητικός στάσεις και χειρονομί­ας, με τας αγρίας αγροίκους κινήσεις και διαθέσεις ή μάλλον επιθέσεις με χονδροράπανα και υπερμεγέθη πράσσα εις τας χείρας, ως θα ενθυμούνται οι γεροντότεροι και με το βάναυσον και κακόηχον «Στάσου μωρή….. και επά­νω της……Ου να χαθής ρέέέέ, να πας να τα κάνης στη γυναίκα σου και στην αδερφή σου», απήντα η αυθαδεστάτη συμπολίτις. Επηκολούθουν όλα τα χον­δροειδή και χυδαιότατα αστεία, με τας βρωμερωτέρας βωμολοχίας και τα χυ­δαιότερα αισχρόλογα.

Τι πρώτον να θαυμάση τις κατά τας ημέρας των προπέρσινων, περυσινών και εφετεινών Απόκρεω, το αναίμακτον πέρασμα των εορτών, όπου το αστυ­νομικόν δελτίον ήτο λευκόν, διότι δεν αιματώθη ούτε μύτη, ή το απαράμιλλον της τάξεως, ως να διεξήχθη υπό την εποπτείαν σοβαρός οργανωτικής επιτροπής με αυστηρόν και με λεπτομερές πρόγραμμα, ή την ζηλευτήν και ά­μεμπτον συμπεριφορά των μετημφιεσμένων, οίτινες εφέροντο ως φίλτατοι και πολύφιλοι μεταξύ των; Ουδεμία παρεκτροπή, ουδεμία παρεξήγησις παρετηρήθη εις τους διαφόρους χορούς των συνοικιών εις τους οποίους ελάμβανον μέρος και προσεκολλώντο ο είς κατόπιν του άλλου αδιακρίτως και ανεμποδίστως, που άλλοτε έπρεπε να διεξήγοντο συνεννοήσεις και αν επιτρέπετο τούτο είχε καλώς, άλλως φόρα τις κάμαις και τα πιστόλια και επηκολούθουν αιματηραί συμπλοκαί.

Όλη η αστυνομική δύναμις εις κίνησιν την μακαρίαν εκείνην εποχήν. Εν­θυμούμαι μάλιστα, όταν ήτο σύνταγμα ιππικού εις την πόλιν μας, διατίθετο μία ολόκληρος ίλη ιππέων δια την τάξιν και την πρόληψιν αιματηρών γεγο­νότων.

Η μεταβολή αύτη, αρξαμένη ολίγον κατ’ ολίγον προ ολίγων περίπου ετών, οφείλεται κατ’ ανάγκην και μοιραίως εις τον χρεωκοπημένον ψευδοπολιτισμόν του μίσους, της ασυμπαθείας και της σκληρότητας – του παρόντος.

Η συγκέντρωσις των Δημ. Σχολείων εις την πλατείαν του αγίου Πέτρου τας μ.μ. ώρας της Παρασκευής της Τυροφάγου παρουσίαζεν εν φασμαγορικόν σύνολον και γραφικώτατον θέαμα. Όλα σχεδόν τα παιδάκια μετημφιεσμένα με διαφόρους και ποικιλοχρώμους ενδυμασίας, χαρούμενα, εύθυμα και με την διακρίνουσαν αυτά παιδικήν αφέλειαν και απλότητα, προεκάλουν τα εν­θουσιώδη χειροκροτήματα των παρισταμένων.

Παρ’ όλην την τσιφούραν των μ.μ. ωρών της ημέρας εκείνης, τα παιδάκια εχόρευσαν, ετραγούδησαν και διασκέδασαν με όλην την καρδούλα τους, δεν παρέλειψαν δε και την «Αργειτοπούλαν» του δαφνοστεφούς λογοτέχνου συ­μπολίτου μας κ. Σ. Α. Παναγιωτοπούλου.

Η συμμετοχή των μαθητών της Μ. Εκπαιδεύσεως εις την αποκρηάτικην κίνησιν εφέτος, έδωκε από άλλοτε μεγαλυτέραν ζωήν και ευθυμίαν εις τον ε­ορτασμόν των Απόκρεω, αν και παρετηρήθησαν μικραί παρεκτροπαί, – παι­διά είναι, Αποκρηαίς είναι, ευθυμία και διασκέδασις επεκράτει, τι ήθελες να κάμουν τα παιδιά επάνω στα καλά τους; – Αμ’ τα κορίτσια; Δια τα κορίτσια αγνοούμεν, ότι το ωραίον φύλον έχει αυτήν την χάριν, όπου και αν παρευρίσκεται προσδίδει ιδιαιτέραν ζωήν και κίνησιν εις τας συγκεντρώσεις και εις τας διαφόρους συναναστροφάς και διασκεδάσεις.

Μέσα εις την πολυθόρυβον από ανθρωποπλημμύραν κεντρικήν πλατείαν τας μ.μ. ώρας της Καθαράς Δευτέρας, μετημφιεσμένοι οι γυμνασιόπαιδες Β. Κεραμίδας και Β. Νικολάου, έχοντες μικρό κασελάκι είδους ταβλά με πι­κραγγουριάν και πινακίδα με την εξής επιγραφήν: «Πωλείται πικραγγουριά – για ελκοπαθείς – στομαχικούς και φρενοβλαβείς!!!». Σοβαρώτατα και μετά παιδικής αφελείας, σεμνότητας και αιδημοσύνης διελάλουν, διεφήμιζον και επροπαγάνδιζον την θεραπευτικήν δύναμιν της πικραγγουριάς!!

Πράγματι η επινόησις και απλότης των παιδιών αυτών έκαμεν αρίστην εντύπωσιν («Ασπίς», 16.3.1952).

Το αληθές είναι, ότι η Καθαρά Δευτέρα επανέρχεται ως η παλαιοτέρα εύθυμος, φαιδρά και διασκεδαστική, αλλά κοσμία, ευπρεπής ως νεάνις σεμνή και σοβαρά χωρίς όμως βωμολοχίας, χυδαιότητας, χωρίς ασέμνους, ανηθίκους και προκλητικός στάσεις, χειρονομίας καν κινήσεις, και το σοβαρώτερον όλων αναιμάκτους, όπως εγράψαμεν και πέρυσι και εις το προηγούμενον φύλλον της φίλης «Ασπίδος».

Προς παρηγορίαν ημών των γηραιοτέρων ηκούσθησαν και τα θρυλικά ντα­ούλια, τα οποία άλλοτε με την έναρξιν του Τριωδίου εις τας συνοικίας της πόλεώς μας έδιδον το σύνθημα των Απόκρεω. Δεν έλειψαν δε και αι γκαμήλες, ο φόβος και ο τρόμος των μικρών παιδιών δια να ησυχάζουν και κοιμούνται.

Ωραίον θέαμα παρουσίαζαν οι ιππείς με τους θυμοειδείς ίππους, οίτινες ει­σερχόμενοι εις τα καφενεία προεκάλουν την ευθυμίαν και την διασκέδασιν των θαμώνων. Προτιμότερον ήτο να εφόρουν φουστανέλλαις, διότι ως ήσαν ενδεδυμένοι εφαίνοντο ως έκπτωτοι ή μάλλον ξεπεσμένοι ιππόται του Με­σαίωνας. Πάντως είναι αξιέπαινα τα παιδιά.

Σοβαρόν και αισθητήν έλλειψιν παρουσίασαν εφέτος οι βλαχοπούλες με τα φλωριά εις την κεφαλήν και το στήθος κ.λπ. βαρύτιμα κοσμήματα και με τας ωραίας και πολυποικίλους και πολυποικίλτους γραφικός ενδυμασίας. Μεγά­ρων, Βόχας, και των ορεινών χωρίων της επαρχίας μας, Μπερμπατιού, Λιμνών, Καρυάς, Αχλαδοκάμπου και τα ωραιότατα Γιαννιώτικα. Ούτε το γαϊτανάκι με το ρυθμικόν και ωραιότατον δημώδες τραγουδάκι του δεν έκαμεν ακόμη την εμφάνισίν του.

Πού δε τα ανάποδα κάρρα φορτω­μένα με χονδροδράπανα και πράσσα και σακκάκια ανάποδα; Ελπίζω δε ότι θα επανέλθουν και πρέπει, δια να έχωμεν μίαν πλήρη εικόνα και αναπαράστασιν της παλαιοτάτης Αποκρηάτικης Αργείας εορτής.

Αμ οι Μακεδόνες, πληρεστάτη απομίμησις και αναπαράστασις Μακεδόνων οπλιτών εν πλήρει πανοπλία, περικεφαλαίαν – ασπίδα – δόρυ – θώρακα – περικνημίδας – πέδιλα κ.λπ. Όλα όμως ήσαν με κόκκινο χαρτί. Ενθυμούμαι τον μακαρίτην Ιω. Λάπαταν, θείον εκ μητρός των εμπόρων της πόλεώς μας Αναγνωστοπούλων ή Μπαρμπίτσιδων, όστις ήτο ένας ωραίος και υψηλός άνδρας. Ήτο δε ο ωραιότερος εξ όλης της παρέας (περί τους 10). Το σπουδαίον είναι παρέσυρε και τον υπηρέτην μας Αριστοτέλην Κόϊκαν, θείον εκ πατρός των αδελφών Σταύρου και Δημητρίου Κόϊκα, τον οποίον εχάσαμεν από τας μ.μ. ώρας του Σαββάτου της Τυροφάγου μέχρι του μεσονυκτίου της Κα­θαράς Δευτέρας. Εσφαλμένως ελέγοντο Μακεδόνες, εν ω ήσαν γνησιώτατοι Έλληνες οπλίται εν πλήρει πανοπλία. Ωραιότατον το θέαμα, ήσαν όλοι ένας – ένας, σχεδόν του αυτού αναστήματος.

Είναι δυνατόν να μη αναφέρομεν την βλαχοστάνην, με λίγα προβατάκια – με παληοκάδαις και παληοκαρδάραις, καζάνια – σκύλους – καταπόταις και παντός είδους σκεύη και ποιμενικά είδη. Αλλά πούν’ ο Στάθης ο Ζορμπάς; Ο μακαρίτης επάθαινε παραισθήσεις· αρματώνετο παντός είδους όπλα, γιατα­γάνια, πιστόλια και εκαιροφυλάκτει εις τις Πορτίτσαις ή Άκοβαν για να εμποδίζη ή να συλλάβη τους ληστάς που θα εισήρχοντο εις την πόλιν μας. Ούτω ωραματίζετο και εφαντάζετο ο δυστυχής, τύπος και αυτός της τότε επο­χής. Άλλος τύπος ο Σπύρος Καραφελιάς και ο αδελφός μου Γεώργιος. Και οι τρεις απετέλουν δήθεν τους αρχιτσελιγγάδες του ανύπαρκτου τσελιγκάτου. Εν σμικρώ εμιμούντο τους βλαχοποιμένας, φρασεολογίαν, ενδυμασίαν κ.λπ. και ως δικηγόρον δια τας συναλλαγάς των είχον τον πολύν και γνωστότατον Πετραλιάν. Και εφέτος οι ολίγοι ευσταλείς, ευκίνητοι και ακούραστοι φουστανελοφόροι με τα κεντητά γιλέκα και τις φέρμελες, τα υποκάμισα με τα πλατειά μανίκια, μεταξωτά μαντήλια και το σιλάχι και με την αθάνατον και πολύπτυχον φουστανέλλαν προεκάλουν τον θαυμασμόν και τα παταγώδη χειροκροτήματα όπου και αν εχόρευον. Είναι άξιοι θερμοτάτων συγχαρητη­ρίων. Δυστυχώς όμως ελιγόστευσαν και αυτοί.

Ευχαρίστως είδον την εκ του προχείρου σύστασιν επιτροπής, η οποία δια διαφόρων δώρων εβράβευσε τους καλυτέρους προσωπιδοφόρους. Επαινώ και συγχαίρω τους σχόντας την ευγενή πρωτοβουλίαν της συστάσεως επι­τροπής. Πρώτην δε φοράν γίνεται τούτο. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Λόγω της πυκνής συγκοινωνίας είχομεν και θα έχωμεν πολλούς τα ημέρας αυτάς ξένους και ιδίως Αθηναίους, και μάλιστο ως μοί έλεγεν ο φίλος μου κ. Αθ. Μαραγκός, τας μ. μ. ώρας της Κυριακής, ήσαν τρεις Φιλλανδοί, των ο­ποίων τέτοιαν εντύπωσιν έκαμεν η Αποκρηάτικη κίνησις, ώστε παρέμειναν εις την πόλιν και όλην την Καθαράν Δευτέραν – αμφιβάλλει κανείς ότι αυ­τοί έλαβον σημειώσεις και θα δημοσιεύσουν εις τον ξένον τύπον;

Το ζήτημα της εορταστικής επιτροπής των Απόκρεω είναι τόσον σοβαρόν, τόσον σπουδαίον, περί του οποίου γράφομεν κατωτέρω ολίγας γραμμάς.

Τα πρόσωπα της επιτροπής πρέπει να είναι σοβαρά και επιβολής, να γνω­ρίζουν τα ήθη και έθιμα, την πρόοδον, την ανάπτυξιν και εξέλιξιν της πόλεώς μας, η οποία δυστυχώς, και να μην κρυπτώμεθα όπισθεν του δακτύλου μας, είναι εν μεγάλον χωρίον εν προόδω και αναπτύξει, και τούτο οφείλεται εις την έλλειψιν ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Όλα δε τα περιμένομεν από την πολιτικήν. Δήμαρχον και Βουλευτάς, εν ω στερούμεθα ιδιωτικής πρωτο­βουλίας.

Πρέπει να παραδειγματισθώμεν από το Ναύπλιον, ας αφίσωμεν τα θαύμα­τα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας της Αστικής και Υπαίθρου, αλλ’ απαραμίλλου και ασυγκρίτου ευάνδρου Αρκαδίας.

Γίνεται λόγος προ ετών περί του Τουριστικού Ξενοδοχείου και περιμένο­μεν ή από τον Δήμον ή από τον Τουρισμόν. Ιδιωτική δε πρωτοβουλία μηδέν.

Η μέλλουσα εορταστική επιτροπή πρέπει να εργασθή με ιδιωτικήν πρωτο­βουλίαν και να λείψουν τα Κομιτάτα και τα Ευρωπαϊκά Καρναβάλια, τα οποία είναι ου μόνον ξένα αλλά και ολέθρια εις τα ήθη, έθιμα και τας παρα­δόσεις της πόλεώς μας.

Απαραιτήτως πρέπει να διατηρήσωμεν την αρχαιοτάτην αυτήν εορτήν των μετημφιεσμένων όπως την διεμόρφωσεν ο λαός, και την διεμόρφωσεν όπως την θέλει, όπως την αισθάνεται, όπως την εννοεί.

Πάντως να διατηρηθή εντός του ηθικού πλαισίου – και τώρα μάλιστα που εορτάζεται άνευ ενόπλων περιπόλων.

(Εφημερίδα «Ασπίς του Άργους», 9, 16 και 23.3. 1952).

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

1835: Καρναβάλι, Μασκαράδες και Καθαρά Δευτέρα στο Ναύπλιο – Bettina Savigny


 

Bettina Savigny 1805-1835

Bettina Savigny 1805-1835

Η Μπεττίνα (Bettina) (1805-1835), κόρη του Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινιύ (Friedrich Carl von Savigny, 1779-1861), καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ιδρυτή της περίφημης «Ιστορικής Σχολής του Δικαίου», παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857) ο οποίος κατείχε διάφορα υψηλά αξιώματα στην κυβέρνηση της Αντιβασιλείας και το 1837 έγινε, ο πρώτος πρύτανης του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου των Αθηνών. Παντρεύτηκαν στην Αγκώνα στις 9 Οκτωβρίου του 1834, στο σπίτι του Έλληνα προξένου Ντουρούτι και αναχώρησαν αμέσως για το Ναύπλιο. 

Τότε αρχίζει μια εκτενής αλληλογραφία της Μπεττίνα με τους γονείς της στο Βερολίνο. Η Μπεττίνα έζησε με το σύζυγο της πέντε μήνες στο Ναύπλιο, από την αρχή του Νοεμβρίου του 1834 μέχρι το τέλος του Μαρτίου του 1835. Μετά, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε στην Αθήνα που είχε ορισθεί πρωτεύουσα της Ελλάδας ήδη από το τέλος του 1833.

Από την αλληλογραφία αυτή παραθέτουμε ένα απόσπασμα που αφορά στις απόκριες και την Καθαρά Δευτέρα στο Ναύπλιο του 1835:

 

« 28 Φεβρουαρίου: [….. ] Εδώ και μια εβδομάδα, ειδικά εδώ και τρεις μέρες, όλη η πόλη γέμισε με τους πιο παράξενους μασκαράδες, από το πρωί μέχρι το βρά­δυ. Γαμήλιες πομπές με μουσική που προηγείται. Ομάδες που χορεύουν παραδοσια­κούς χορούς πολύ χαριτωμένα. Κοπάδια αγελάδων με καμπάνες και ο βοσκός με ένα κόρνο, όπως έχουν σε μας οι νυχτοφύλακες κτλ. Πολλοί ιππότες, ντυμένοι με χάρτινα κουστούμια σαν να ήταν από τη δική μας χάρτινη κωμωδία. Η γενική ατμό­σφαιρα είναι πολύ αθώα, η κύρια διασκέδαση είναι να πάνε πέρα δώθε σαν μασκα­ράδες χωρίς να μιλούν σχεδόν καθόλου.

Οι μασκαράδες μπαίνουν μέσα στα σπίτια. Ήδη την προηγούμενη μέρα μια ομάδα μασκαράδων μας ζήτησε με ένα μυστηριώδη μπιλιέτο να τους επιτρέψουμε να μας επισκεφτούν. Στις οκτώ και μισή ανοίγει η πόρτα, μπαίνει μια σπείρα ληστών, συνεννοούνται μεταξύ τους και μας δηλώνουν, ότι περιμένουν έναν περιηγητή, μετά κρύβονται. Πράγματι έρχεται ένας ταξιδιώτης με βαριές αποσκευές, κάθεται, τρώει με την ησυχία του. Τον τουφεκίζουν, δοκιμά­ζουν αν είναι πραγματικά νεκρός (σκηνή την οποία έπαιξαν πολύ ωραία) και τον πηγαίνουν έξω. Μετά τρώνε και πίνουν οι ληστές, τα χρήματα τα είχαν βάλει στην άκρη. Το θύμα της ληστείας που είχε μόνο προσποιηθεί πως είχε πεθάνει, κλέβει τώρα τα δικά του λεφτά, τουφεκίζει τον αρχηγό των ληστών, οι άλλοι φεύγουν και αυτός πηγαίνει το νεκρό έξω, μαζεύει τα πράγματά του, μας χαιρετάει και μας αφή­νει ένα αινιγματικό μπιλιέτο και εμείς δεν ανακαλύψαμε ακόμη ποιος ήταν.»

 

Η Καθαρά Δευτέρα έπεσε, το 1835, στις 2 Μαρτίου. Η Μπεττίνα γράφει στο ημερολόγιό της:

 

«Σήμερα είμαι σχεδόν καλά. Ο Σχινάς, μετά από τον περίπατό μας, ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι λόγω της αδυναμίας και των πόνων του, κοιμάται ακόμη, σε λίγο θα είναι έξι η ώρα. Σήμερα αρχίζει η αυστηρή νηστεία, δηλαδή μέχρι το Πάσχα για αυτούς που την τηρούν αυστηρά, για όλους όμως απαγορεύεται τουλάχιστον για την πρώτη και τις τελευταίες δυο εβδομάδες το κρέας, το ψάρι, το βούτυρο, το αυγό, το λάδι και το τυρί.[1] Το κρασί πάντως επιτρέπεται και έτσι γίνεται σήμερα η μεγάλη εορτή για την αρχή της νηστείας. Όλο το Ναύπλιο πέρασε την πανέμορφη μέρα στη βραχώδη πλαγιά του Παλαμηδιού προς τη θάλασσα (που τη λένε σήμερα την Αρ­βανιτιά). Αμέτρητες ομάδες κάθονταν διασκορπισμένες, τρώγανε πορτοκάλια και διάφορα ζυμαρικά που δεν περιείχαν κανένα είδος λίπους και ήταν πολύ νόστιμα. Τρώγανε αχινούς και πίνανε τεράστιες ποσότητες, τραγούδαγαν και αλάλαζαν. Εδώ δεν συμβαίνει τίποτε αναξιοπρεπές, όπως στο καρναβάλι στη μεγάλη αρματοδρομία στη Ρώμη. Έτσι ήταν όλες τις ημέρες.»

 

Υποσημείωση


 

[1] Η Μπεττίνα δίνει στους γονείς της όλες αυτές τις λεπτομέρειες, διότι στην καθολική εκκλησία ισχύουν εντελώς διαφορετικές κανόνες νηστείας. Οι αποκριές τελειώνουν την Τρί­τη μετά την Καθαρά Δευτέρα, που σε μερικές γλώσσες λέγεται η «Παχιά Τρίτη». Η νηστεία πριν από το Πάσχα αρχίζει την Τετάρτη των Στακτών και είναι πολύ λιγότερο αυστηρή. Εκτός από το κρέας όλες οι άλλες τροφές, που αναφέρει η Μπεττίνα, επιτρέπονται. Η ίδια η Μπεττίνα ανήκει όμως στην προτεσταντική εκκλησία, όπως ανήκε πάντα το πιο μεγάλο μέρος του πληθυσμού του Βερολίνου. Η προτεσταντική εκκλησία δεν έχει καθόλου κανόνες νηστείας. Από παράδοση μερικές οικογένειες δεν τρώνε κρέας την Παρασκευή, αλλά ψάρι.

 

Ρεγγίνα Quack- Μανουσάκη

Ιστορικός. Δρ Φιλοσοφικής Σχολής του Ελεύθερου Παν/μίου του Βερολίνου.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009. 

 

Read Full Post »

Αργείτικη αποκριά


 

Ένα χρονογράφημα του Κώστα Δανούση στην Εφημερίδα Αναγέννηση (τ.326/1995. Άργος).

 

Απόκριες στο Άργος (1936)-Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη

Διέφερε η αργείτικη αποκριά απ’ εκείνη άλλων πελοποννησιακών και ευρύτερα ελληνικών πόλεων; Φαίνεται πως η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική, αφού η εντοπιζόμενες ιδιαιτερότητες δεν αρκούν για να τη διαφοροποιήσουν ουσιαστικά. Υπάρχει όμως μια μαρτυρία του Π. Τημελή, που η αξιοπιστία της δεν έχει διασταυρωθεί, σύμφωνα με την οποία “οι χοροί του Άργους κατά πολύ διαφέρουσι ως προς τον ρυθμόν και τον τρόπον καθ’ ον διεξάγονται. Οι ενταύθα χοροί δεν ομοιάζουσι προς τους των Μεγάρων, της Ελευσίνος, των χωρίων της Αττικής και εν γένει προς όλους τους χορούς”.

Ενώ στην εκκλησιαστική παράδοση «Απόκρεω» καλείται η προτελευταία πριν τη Καθαρή  Δευτέρα Κυριακή, εντούτοις επεκράτησε να ονομάζονται «Αποκριές» και οι τρεις εβδομάδες πριν απ’ αυτήν, δηλαδή πριν τη νηστεία του Πάσχα. Οι απόκριες αρχίζουν την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, κατά την οποία «άρχεται το Τριώδιον». Και αυτό επειδή από τη μέρα αυτή – και μέχρι το Μ. Σάββατο – αρχίζει στην εκκλησία η χρήση του Τριωδίου, του λειτουργικού βιβλίου που ονομάσθηκε έτσι γιατί για κάθε γιορτή περιέχει αρχικά τρεις ωδές.

Στο Άργος, όπως και σ’ όλη την ελληνική επαρχία, ο λαός γιόρταζε την περίοδο αυτή με ευθυμία, τραγούδια, χορούς, μεταμφιέσεις και οικογενειακές και φιλικές συνεστιάσεις. Η πρώτη εβδομάδα ονομαζόταν και «α(μ)πολυτή», γιατί καταλύονταν και η Τετάρτη και η Παρασκευή. Τις πρώτες μέρες της εβδομάδας αυτής σφάζονταν συνήθως οι οικόσιτοι χοίροι, η σφαγή και προετοιμασία των οποίων αποτελούσε μια μικρή τελετή πολλές φορές με συγκεκριμένο τυπικό.

Η επόμενη εβδομάδα, που αρχίζει  με την Κυριακή  του Ασώτου,  ονομαζόταν «Κρεατινή» και ήταν η  κατ’ εξοχήν εβδομάδα, της  Αποκριάς. Κορύφωση της η Τσικνοπέμπτη.  

Τέλος η τρίτη εβδομάδα, την Κυριακή των Απόκρεω, ονομαζόταν “Τυρινή”, καθόσον κατ’ αυτήν δεν  έτρωγαν(;) κρέας αλλά αυγά, γιαούρτι, τυρί και φτιαχτά μακαρόνια (λευκή νηστεία). Τα τελευταία, διανθισμένα με τις «γκόκες» (τυλιγμένα μικρά τεμάχια ζύμης), πασπαλισμένα με τριμμένη μυζήθρα και ζεματισμένα με βούτυρο ή λάδι, ήσαν το αντιπροσωπευτικό πιάτο της εβδομάδας αυτής. Με το τελευταίο δείπνο των αποκριών  (της Τυρινής) συνδέονταν διάφορες προλήψεις και δεισιδαιμονίες (φτερνίσματα, λευκή λαμπρή, ωομαντεία κ.α.).

Στο Άργος το  βράδυ τα κορίτσια έπαιρναν κρυφά από το βραδινό τραπέζι ένα μακαρόνι και το έβαζαν  κάτω από το μαξιλάρι τους λέγοντας » όποιος είναι της μοίρας μου  και του ριζικού μου να έλθει να το φάμε μαζί», προσμένοντας φυσικά την εμφάνιση του νυμφίου στο όνειρο τους. Το τραπέζι έμενε ασήκωτο με τα φαγητά που περίσσευαν, για να ‘ρθουν να φάνε οι ψυχές των πεθαμένων του σπιτιού.

Η περίοδος των αποκριών, όπως και η αρχαιοελληνική προκάτοχος της, ήταν στενά δεμένη με τη  λατρεία των νεκρών. Έτσι τα Ψυχοσάββατα κάθε οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία ένα πιάτο με κόλλυβα στολισμένο – συνήθως σε σχήμα σταυρού- με σπόρους ροδιού, σταφίδες (ξανθές και μαύρες) και ζάχαρι που συνοδευόταν από το ψυχοκέρι ( δέσμη νημάτων εμποτισμένων σε λιωμένο κερί).

Την Καθαρή Δευτέρα ήταν  το αποκορύφωμα των εορταστικών εκδηλώσεων της αποκριάς. Οι λαγάνες, τα  σαρακοστιανά και η περίφημη φάβα του «Νταούτσου» (γνωστότατου μπακάλη στην οδό Τσώκρη)  είχαν την τιμητική τους. Η ευθυμία, οι χοροί και οι μεταμφιέσεις έκαναν το Άργος πόλο έλξης για τους κατοίκους των γύρω χωριών και του Ναυπλίου, σε τέτοιο σημείο ώστε σχεδόν να διπλασιάζεται ο πληθυσμός του.

Η μέρα αυτή με τις συνήθεις παραβιάσεις της νηστείας (ο λαός ευφυώς σύνδεσε  το «Καθαρή» με το καθάρισμα των υπολοίπων εδεσμάτων της προηγούμενης εβδομάδας), τα άσεμνα άσματα, τα υπονοούμενα φαλλικών παραστάσεων ( πράσα, μεγάλα γουλιά, αγγινάρες, κ.α.) αλλά και της «χαρούμενες» απειλές ομάδων μασκαράδων, με ψαλίδια στα χέρια, ότι θα προβούν στην κουρά («ξεγούλιασμα») απόκρυφων σημείων των γυναικών, κάθε άλλο παρά – κατά την άποψη της Εκκλησίας – καθαρή ήταν.

Οι χοροί και οι μεταμφιέσεις ήσαν τα πλέον αντιπροσωπευτικά στοιχεία της αποκριάς. Χοροί βέβαια στο παλιό Άργος, τουλάχιστον ως τα τέλη του ΙΘ’ αιώνα δε γίνονταν μόνον τις αποκριές αλλά και τα Χριστούγεννα, του Αγίου Βασιλείου, τις μεγάλες γιορτές και το Πάσχα, κατά το οποίο γίνονταν οι «σοβαρότεροι πανηγυρική χοροί«.

Το νταούλι έδινε το σύνθημα για το ξεφάντωμα. «Με την πρώτη ημέρα του Τριωδίου» , γράφει ο Ίδμων ( Γ. Λογοθέτης), «το πάτριο νταούλι σκονισμένο και άφωνο στον καπνισμένο τοίχο τινάζεται από την νάρκη του και αρχίζει την περιοδεία του. Από τα στενοσοκάκια του Κραβασαρά  και τα χαμόσπιτα των Γεφυριών ξεκινάει για την αποστολή του και ακούραστο δεν σταματάει πειά καμιά νύχτα, μέχρις ότου τα χαράματα της Καθαράς Τρίτης παραδώσουν στην ηδονική αγκαλιά του ύπνου του Βάκχους της αποκρηάς…., από τα τρεσάκια του Ξεριά και της ανηφοριές της Αρβανιτιάς!  Κι όπου περάσει κάνει το θάμμα του. Σε κάθε πλατεία, σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε γούβα ανοίγει κι ένας χορός».

 

Πρόσκληση για το χορό του Μουσικού Ομίλου Άργους το 1946. Αρχείο, Νίκου Πετρόπουλου.

 

 

Νταούλι λοιπόν και καλάμι (φλογέρα) σε μόνιμη περιοδεία ανά της γειτονιές της πόλης. Αργότερα θα προστεθούν και άλλα όργανα, κλαρίνα, λατέρνες, καθώς και τμήματα της μαντολινάτας της «Νέας Ζωής« τα τελευταία χρόνια του Μεσοπολέμου. Οι παλαιότεροι θυμούνται τον περίφημο κλαρινιτζή Φέκα που άκμασε από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως το Μεσοπόλεμο.

Οι χοροί αναρίθμητοι. «Εξέρχεται της οικίας σου και  εν αυτή σου τη συνοικία «, γράφει ο Π. Τημελής, εις δύο και τρεις χοροί εστημένοι. Τον μόνιμον πυρήνα εκάστου  χορού αποτελούσιν αι νεανίδες της συνοικίας, αίτινες ποικίλουσι κατά την ηλικίαν, το κάλλος, το ένδυμα και την κοινωνικήν τάξιν… Προβαίνεις περαιτέρω και έχεις  ενώπιον σου  τα αυτά. Περιέρχεσαι τέλος όλον το Άργος και συναντάς περί τους εκατόν τοιούτους χορούς».

Στις αρχές του αιώνα μας, το 1902, φαίνεται πως οι χοροί μειώθηκαν αισθητά. Η εφημερίδα «Μυκήναι»  γράφει πως  «χοροί  όμως δεν γίνονται όπως εγένοντο. Κάθε πέρυσι και καλήτερα. Κινδυνεύει να σβήσει το ωραίον αυτό και μεγαλοπρεπές έθιμον των πανηγυρικών ελληνικών χορών… Συγκριτικώς όμως οι μεγαλύτεροι και ωραιότεροι χοροί έγειναν εφέτος ένας εις του Καρμίρη, ο άλλος εις του Ανατολίτη και ο τρίτος και ο  τρίτος εις την πλατεία του Πηττά. Μερικοί όμως μικρότεροι χοροί είχον ωραιοτέρας χορευτρίας».

Η παράδοση εκτός απ’ εκείνους της πλατείας του Αγίου Πέτρου, διέσωσε χορούς:

  •  Στην απλά του Ξεριά, εκεί που σήμερα έχει κτισθεί ο ναός του Αγίου Νικολάου (αλώνι του Σμυρνιωτάκη, κ.α.).
  • Στην «Κουνουπίτσα» , έξω από του Αθανασάκου (στην οδό Ινάχου).
  • Στα Ταμπάκικα (συμβολή οδών Φείδωνος και Θεάτρου), έξω από την ταβέρνα του Κορομίχη.
  • Στου Μαρίνου (την ταβέρνα που κάηκε σχετικά πρόσφατα), παρά το πηγάδι του Δημοβάση  (παρά τη συμβολή οδών Ηρακλέους και Διομήδους).
  • Στα αλώνια του Πούλου, στο δρόμο για τις Πορτίτσες ( προς τον αυχένα Δειράδας), και
  • Στα Γεφύρια, έξω από την περίφημη ταβέρνα του Παρασκευά. Ο χορός στα γεφύρια ήταν από τους ξεχωριστούς χορούς της πόλης.

Οπωσδήποτε χοροί γίνονταν και σε άλλα σημεία της πόλης. Την τελευταία Κυριακή της αποκριάς οι περισσότεροι χοροί των συνοικιών συγκεντρώνονταν στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, όπου το κέφι έφτανε στο απόγειό του.

Στο χορό έδινε το παρόν και ο Δήμαρχος της πόλης Κωστής Μπόμπος (1928 – 1941, 1945 – 1950) άδοντας το προσφιλές του Τουμπουρλού μωρή το σαλβάρι σου / Και το άσπρο το ποδάρι σου / είδα ΄γώ της Άκοβας τη βρύση.

Ο Παναγιώτης Δ. Σεφερλής, που στις αρχές του αιώνα κατέγραψε πολλά δημοτικά τραγούδια της πόλης αλλά και της ευρύτερης περιοχής της, αναφερόμενος  σ’ αυτά γράφει:»

«και τα μεν δια γραμμάτων ΒΧ επισημειούμενα έγραψα καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας Βασιλικής Χρυσικοπούλου, μαίας, πάντα δε τα υπόλοιπα ήκουσα εις τους δημοσίους χορούς, οι οποίοι γίνονται εις όλας τας συνοικίας του Άργους κατά τας Κυριακάς των Αποκρέω. Τους χορούς αυτούς,συρτούς πάντοτε, απαρτίζουν επί το πλείστον κόραι άδουσαι συγχρόνως, λαμβάνουσι όμως μέρος είς αυτούς και ύπανδροι γυναίκες οι δε άνδρες και οι νέοι περιερχόμενοι τας συνοικίας βλέπουν τους χορούς και συμμετέχουν αυτών “σέρνουν τον χορόν» τιθέμενοι επικεφαλής των χορευτριών κατ’ έθιμον δε επικρατούν, ουδείς θεωρεί ότι προσβάλλεται το φιλότιμόν του εάν μόλις αρχίση να σύρη τον χορόν και προτού κάμη έναν ολόκληρον γύρον μετά των χορευτριών άλλος χορευτής έλθη και τεθή επικεφαλής του χορού…” Άλλη όμως είναι η καταγραφή του Γ. Λογοθέτη (Ίδμωνος), ο οποίος αναφέρει ρητά “Αλίμονο σ’ εκείνον που θα τον κόψη ( τον επικεφαλής του χορού) πριν το φέρη τουλάχιστον δύο βόλτες».

Αποκριάτικος χορός στην αίθουσα Θηβαίου, δεκαετία 1960.

Ο ευσεβιστής ( Μακρακιστής) της εποχής εκείνης Π. Τημελής μας πληροφορεί, ότι, εκτός από τα γνωστά αποκριάτικα τραγούδια, χορευτές και χορεύτριες απήγγελαν εναλλάξ δίστιχα. “Λαμβάνομεν δε εκ της μνήμης”, γράφει, “και δίστιχα τινά εκ των αναριθμήτων, ίνα δ’ αυτών ( ως όνυχος) κατανοήσωμεν οποίον πνεύμα διήκει εν τοις χοροίς τούτοις και τα οποία τα εκ τούτου ολέθρια αποτελέσματα:

 Περνάς και δε μας χαιρετάς, βαριέσσα να μιλήσης,

Δυο λόγια απ’ τ’ αχειλάκι σου, να μας παρηγορήσης.

***

Αναστεναγμοί μ’ ως πότε

την καρδούλα μου θα τρώτε.

***

 Ο έρωτας δεν είν’ ανθί να μαραθή, να πέση

παρά ‘ναι βάτος και κλαδί  κι αλοίμον’ όπου μπλέξη.

 ***

Έρωτα πανάθεμά ‘σαι

τυραννείς και δε λυπάσαι”.

 

Ένα από τα πλέον προσφιλή αποκριάτικα τραγούδια του Άργους είναι  “Στης Άκοβας τη βρύση”:

 

Τουμπουρλού μωρή

 Το σαλβάρι σου

κι από μακριά είδα το ποδάρι σου,

άσπρο ποδάρι που ‘δα ‘γώ

 στης Άκοβας τη βρύση

λιγοθυμιά με βάρεσε

ώσπου να ξερυπήσει

ωχ αλίμονο και πάλι

 πάρε μου – το το κεφάλι,

ωχ αλίμονο και τόσο

πάρέμε με να γλυτώσω

 

Παράλληλα με τους συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς αστικής συγκρότησης της πόλης επέρχονται και αλλαγές στους χορούς· και στον τρόπο διασκέδασης γενικότερα. Έτσι ταυτόχρονα με τις κραυγές των ευσεβιστών για τα ολέθρια”  αποτελέσματα των χορών παρατηρείται στο χώρο  της αστικής τάξης μια προοδευτικά ενισχυόμενη τάση προτίμησης ευρωπαϊκών σε βάρος των εθνικών χορών.

“Νομίζουν αι υπερφονούσαι δεσπινίδες και μερικοί γονείς” γράφει η εφημερίδα“ Μυκήναι” το 1902, ότι οι ηθικότατοι και αγνότατοι αυτοί χοροί είναι χυδαίοι!! Μάθετε λοιπόν, ω αγαθαί, ότι αυτός είναι ο εθνικός μας χορός, ότι  αν είναι άτεχνος είναι διότι δεν τον φέρομεν εις την πρόοδον αλλ’ απεναντίας τον παραιτούμεν, ότι αντιθέτως οι μέν ελληνικοί χοροί είναι οι λαμπρότεροι και υπέρ της ηθικής και της αγνότητος οι δε ευρωπαϊκοί είναι επίτηδες ανήθικοι και τεχνική μέθοδος προς διαφθοράν”.

Η αστική τάξη της πόλης από τα χρόνια του Μεσοπολέμου άρχισε να διοργανώνει χορούς  σε σπίτια αλλά και στο καφενείο του Θηβαίου. Ακολούθησαν το εστιατόριο Σαγκανά και το καφενείο “Ηραίον”. Σ’ αυτό καθοριστική θα είναι η συμβολή τηςΝέας Ζωής”, του “ΜΟΑ” και άλλων μουσικών σωματείων. Με το πέρασμα του χρόνου  ο αστικός τρόπος διασκέδασης  θα επικρατήσει και οι χοροί  των συνοικιών θα σβήσουν τα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια.

Αποκριές 1964. Σε πρώτο πλάνο ο Κώστας Πετρόπουλος χορεύει με τη σύζυγό του Δήμητρα, στην αίθουσα Θηβαίου. Αρχείο, Νίκου Πετρόπουλου.

Οι μεταμφιέσεις, οι μασκαράδες, ήσαν αναπόσπαστο στοιχείο της αργείτικης αποκριάς. Οι άνδρες ντύνονταν γυναίκες και το αντίστροφο. Ποικίλα εφευρήματα επιστρατεύονταν για την επιτυχημένη μεταμφίεση χωρίς αυτό να αποκλείει και τα πλέον πρωτόγονα: τη μουτζούρα από τα τσουκάλια, το φούμο, το λουλάκι αλλά και τη φάβα. Συνεχεία παλαιοτέρων εθίμων, που απαιτούσαν οι μεταμφιέσεις  να έχουν και εθνικές αναφορές, ήσαν και οι φουστανελοφόροι. Χασάπηδες κυρίως, που ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι Μαρλαγκούτσοι, ντυμένοι με φουστανέλες γύριζαν από χορό σε χορό, πεζοί ή καβαλάρηδες σε άλογα.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφιπποι έμπαιναν στου Θηβαίου ή στου Σαγκανά, σκορπίζοντας νότες άκρας ευθυμίας. Σούστες, αραμπάδες και κάρα επιστρατεύονταν στο αποκριάτικο ξεφάντωμα. Τα τελευταία μάλιστα, για  να ταιριάζουν με το τρελό πνεύμα των ημερών, τα γύριζαν ανάποδα, βγάζοντας τον πείρο της ανατροπής. Οι φωτιές ή τα αναμμένα δεμάτια κλαδιά που έσερναν τα κάρα, τα φαλλικά σύμβολα, οι άσεμνες χειρονομίες και τα τολμηρά άσματα συμπλήρωναν τον οργιαστικό χαρακτήρα των ημερών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα περισσότερα αποκριάτικα τραγούδια είχαν σεξουαλικά υπονοούμενα. Ακόμη και το προσφιλέστατο «Λεμονάκι μυρουδάτο», μιλώντας· για την καταγωγή του παλικαριού τραγουδάει:

 

Του σειστή του λυγιστή ‘μαι

του ταβερνογυριστή ‘μαι

που γυρίζει τις ταβέρνες

και φιλεί τις παντρεμέναις

που στραγγίζει τις κανάταις

και φιλεί τις μαυρομάταις

που γυρίζει τα σοκκάκια

 και φιλεί τα κοριτσάκια

 και τους πιάνει τα βυζάκια.

 

Στις αρχές του αιώνα έκανε την εμφάνισή του στην πόλη και ο χαρτοπόλεμος. “Το ωραίον το παίγνιον του  χαρτοπολέμου”, γράφει η εφημερίδα «Μυκήναι», «εγενικεύθη και ενταύθα τόσον πολύ, ώστε δεν έμεινε νέος ή νέα, μικρός ή μεγάλος, όστις να μην έρρανε και να μη ερράνθη δια του ανθοειδούς τούτου ράσματος. Ωραίαν μάλιστα ευκαρίαν και αφορμήν ευρίσκουσι δια τούτου οι γυναικοθήρες…«

Αποκριάτικος χορός στην αίθουσα Θηβαίου, Πλατεία Αγίου Πέτρου.

Αυτή ήταν αργείτικη αποκριά. Περίοδος ξεφάντωσης αλλά και στενής συναναστροφής των ανθρώπων. Οπωσδήποτε η καταγραφή μας είναι πρόχειρη. Αξίζει όμως τον κόπο τα έθιμα της αποκριάς στον τόπο μας να απολέσουν αντικείμενο εμβριθέστερης μελέτης κα ελπίζουμε αυτό να μην αργήσει.

  

Βιβλιογραφία:


  • Π. Τημελή, «Αι αποκρέω και οι χοροί του Άργους », εφημερίδα Αγαμέμνων, αρ. φ. 21/1889, σ. 2.
  • «Αποκριάτικα», εφημερίδα Μυκήναι, αρ. φ. 46/1902, σ. 2.
  • Παναγ. Δ. Σεφερλή, «Τραγούδια της Αιγίνης, του Άργους άλλων τόπων», λαογραφία, Δ’ (1913), σσ. 12 – 13.
  • Σεραφείμ Κώστα, «Λαογραφικά Αργολίδος», Αθήνα 1981, σσ. 266 – 274.
  • Γεωργίου Χρ. Θωμόπουλου (Έρασμου), «Αφιέρωμα …», Άργος 1994, σσ. 137 – 140.

 

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Απόκριες στο Κρανίδι

 

Τελώνου και Φαρισαίου ανοίγει το Τριώδιο. Κι αρχίζανε τα μα­σκαρέματα. Την πρώτη Κυριακή των νηστειών, λέγανε: οι μικροί μα­σκαράδες. Τη δεύτερη λέγανε: πιο μεγάλοι μασκαράδες, αλλά τη λέ­γανε και Κρεατινή. Την τρίτη τη λέγανε: οι μεγάλοι μασκαράδες, και Τυρινή.

Την πρώτη Κυριακή φτιάνανε τότες πουπέκι ή γαλόπιτα, που λέ­με (γαλακτομπούρεκο). Ήτανε απαραίτητο. Ανοίγανε φύλλα ντό­πια οι γυναίκες δώθε. Τρώγανε κρέατα, ψάρια. Καμιά φορά φτιάνανε και κουραμπιέδες, με αλεύρι σταρένιο, με ζάχαρη. Ήτανε πιο ωραίοι. Αλλά και τα χρόνια τότες ήσανε πιο ωραία. Ανοίγανε τα σπίτια τους, τα χαιρόντουσαν με τα παιδιά τους. Ντυνόντουσαν τα παιδιά, τα κορίτσια τους μασκαρίνες και πηγαίνανε παντού.

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Την Κρεατίνη τη λέγανε και άρτσι βούρτσι. Αυτή την εβδομάδα σφάζανε και αρνάκια και γουρουνάκια, απ’ όλα τρώγανε αυτές τις ημέρες. Γιατί τότε τα σπίτια είχανε τέτοια πράματα. Κάθε σπίτι είχε τις γίδες του, τις κότες του. Γλεντάγανε τότες ο κόσμος. Την Τσικνοπέμπτη φτιάνανε χοιρινά, τα τσιγγαρίζανε στο τηγάνι και τρώγανε. Κάνανε και χορούς, συρτούς, καλαματιανούς.

 

 

Το ψυχοσάββατο φτιάνανε στάρι (κόλλυβα) και το πηγαίνανε στον παπά μ’ ένα χαρτάκι με τα ονόματα και τα έλεγε στη λειτουργία. Πηγαίνανε στο νεκροταφείο, στους δικούς τους και τους ανάβανε το καντηλάκι. Τώρα δεν πολυπάνε. Και δεν κάναμε ράψιμο εκείνη την ημέρα, γιατί λέγανε ότι τους ράβαμε τα μάτια. Ούτε πλύσιμο, γιατί πήγαινε νερό στους πεθαμέ­νους. Κάναμε δουλειές που ‘τανε να τρώγαμε.

Τα ψυχοσάββατα της Τυρινής δεν σιάχνανε κόλλυβα, ούτε στην εκκλησία πηγαίνανε. Αυτή την εβδομάδα δεν τρώγανε κρέας. Τρώγανε γαλατερά, τυρί, πουπέκι (γαλακτομπούρεκο), μακαρόνια, τέτοια πράγματα. Κι όλες αυτές τις ημέρες γινόντουσαν μασκαρέματα, με κουδούνια και ειδών – ειδών στολές.

Την πρώτη Κυριακή των νηστειών μασκαρευόντουσαν πιο πολύ τα παιδιά. Τις άλλες δυο βδομάδες, και οι νέοι, οι κοπέλες. Τα μικρά παιδιά (=αγόρια) ντυνόντουσαν βλαχάκια (= τσολιαδάκια) και τα κο­ριτσάκια βλαχούλες, με φλουριά γιουρντιά. Και μαζευόντουσαν όλα μαζί, μπουλούκια. Μπροστά πηγαίνανε οι βλαχούλες και πίσω τα βλαχάκια και γυρνούσανε όλο το χωριό.

Τα παλικάρια ντυνόντουσαν απάχηδες πιο πολύ. Φορούσανε μπλε παντελόνι, που ‘χε στα πλάγια μια λουρίδα κόκκινη, από πάνω μέχρι κάτω, άσπρο πουκάμισο και στα μάτια μαύρη μάσκα. Στο λαιμό φορούσανε μαντίλι μεταξωτό. Αυτά τα μαντίλια τα φέρνανε οι σφουγγαράδες, οι ναυτικοί, από την Μπαρμπαριά. Κι όποιος θα ντυνότανε απάχης ή είχε ή ζητούσε δανεικό. Κι ήσανε ωραία μαντίλια, πολύχρωμα, με κρόσια. Και κοιτάζανε ποιος θα είχε το πιο ωραίο μαντίλι. Τραγουδούσανε αυτοί απάχικα τρα­γούδια:

 

Στην παλαβή αποκριά όλοι, παιδιά, χαρείτε,

και μαγουλάκια κοριτσιών φιλάτε, σαν τα βρείτε.

Τα μπλου τα ναυτικά να μην τα βάλεις πια!

Θα τα βάνω να περάσω και τη γκόμενα να σκάσω!

Πάλι τα ‘βαλες, πάλι με μάρανες!…

Κλώσα τα πουλιά, δεν τα ‘βγαλες σωστά!

Σου ‘βαλα εικοσιένα και δεν μου ‘βγαλες κανένα!

 

Οι μεγάλοι φορούσανε όμως κι άλλα. Ντόμινα, καραμάνια, δηλαδή φουφούλες, φέσι κόκκινο, ό,τι βρί­σκανε. Και οι κοπέλες τα ίδια. Εγώ μια φορά ντύθηκα με παντελόνια. Κι άμα είχανε απλωμένα ρούχα, που τα ‘χανε πλύνει για να στε­γνώσουν, τα παίρνανε κι αυτά και μασκαρευόντουσαν. Γι’ αυτό τέ­τοιες μέρες, οι γυναίκες δεν πολυαπλώνανε.

Τότε είχανε και τις λύρζες. Όποιος είχε χώρο μπροστά στο σπίτι του, όχι μέσα στην αυλή, έξω στον δρόμο. Σε μερικά μέρη έχει άπλα. Κι εκεί, όποιος ήθελε κι ήτανε κοντά στο σπίτι του, άνοιγε λύρζα. Γέ­μιζε με τραπέζια, καρέκλες κι ερχότανε πολύς κόσμος και τα όργανα, οι βιολιτζήδες, οι λαουτιέρηδες, και χορεύανε, τραγουδούσαν και τρώγανε, πίνανε. Πληρώνανε αυτόν πο ‘χε τη λύρζα. Και τότες ήσανε πιο πολλοί οι μασκαράδες. Άλλοι κάνανε τα ζώα. Άλλος το γάιδαρο, με το σαμάρι από πάνω. Κι ένας, θυμάμαι, γείτονας ήτανε, έκανε τη γκαμήλα και φορούσε στο κεφάλι ένα πράμα σαν το κεφάλι της γκαμήλας. Κι είχ’ ένα στόμα τόοσο και τ’ ανοιγόκλεινε. Και μας κυνηγούσε, κι εμείς φοβόμαστον κι ερχόμαστον και κλεινόμαστον εδώ πάνω. Τη γκαμήλα την έφτιαχνε ο μπάρμπα Γιάννης ο Τραχιώτης. Άλλοι όμως ήσανε με φράγκικα, άλλοι με φουφούλες, κανονικά. Άλλοι, μεγάλοι άνθρωποι, ντυνόντουσαν βλάχζες (=βλαχούλες).

Παρέες από τη μια λύρζα πηγαίνανε στην άλλη να δουν τι κάνουν εκεί και πίνανε, τραγουδούσαν, χορεύανε. Και πάλι παρέες κοπέλες και παιδιά μπαίνανε μασκαρεμένοι στο σπίτι σου, ε, ήσανε και λίγο γνωστοί βέβαια, και χορεύανε, τραγουδούσαν και δεν μιλούσανε. Τους κερνούσε η νοικοκυρά και φεύγανε, και μετά σπάζανε τα κεφά­λια τους, ποιοι ήσανε, ποιοι ήσανε! Κι αυτοί τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια και λέγανε όμως:

Σε του- καλέ μου, το σπίτι που ‘ρθαμε,

σε του- το σπίτι που ‘ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει,

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλιους χρόνους να ζήσει!

 

Τις Κυριακές το βράδυ πηγαίναμε στους συγγενείς, τους φίλους, κι αρχινάγανε το χορό, το γλέντι. Και την τελευταία Κυριακή ερχό­ντουσαν κι οι γονείς και στρώναμε χάμω στο σπίτι, γιατί πού να βρί­σκαμε τραπέζια κείνο τον καιρό, κι αρχινάγαμε το χορό, το φαγοπό­τι. Και μετά οι πατεράδες μας τρώγανε από ‘κει κι εμείς τα κορίτσια πηγαίναμε απ’ τ’ άλλο δωμάτιο και χορεύαμε. Παίζαμε και το δα­χτυλίδι. Περνούσαμ’ ένα δαχτυλίδι σε μια κλωστή κι ερχόμαστον γύ­ρω γύρω. Και λέγαμε: Νά το, νά το το δαχτυλίδι! Πού ‘ν το, πού ‘ν το; Δεν θα το βρεις! Κι όποια τό ‘πιανε, τη βάζαμε, νομίζω, κάτι να πει, αλλά δε θυμάμαι, παιδάκι μου.

Βράζανε και αυγά σφιχτά, τα καθαρίζανε, τα δένανε σε κλωστή, τα βουτούσανε στο γιαούρτι κι αρχινάγανε και το γυρίζανε γύρω γύ­ρω, ποιος θα το ‘πιανε με το στόμα, χωρίς χέρια. Και πασαλειβόντουσαν κιόλας με το γιαούρτι.

Χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους. Και μερικοί χο­ρεύανε χασάπικο με το σπαθί. Κι ήσανε και μερικές γυναίκες που ξέ­ρανε. Και ξέρω ‘γω πώς το κάνανε και περνούσανε το σπαθί κάτω απ’ τα πόδια!

Την Καθαρή Δευτέρα, όποιος ήθελε, πήγαινε έξω, στου Κολκανάβη. Είν’ ένα μέρος στα περβόλια που φυτεύανε, παλιά, μαρούλια. Πήγαιναν εκεί και χορεύανε και τραγουδούσαν και τρώγανε νηστήσιμα: αχταπόδια, αστακούς, σουπιές, μαρούλια, κρεμμυδάκια. Η νηστεία άρχιζε από την Κυριακή το βράδυ, στις δώδεκα. Κι εκεί που τρώγανε στα συγγενικά σπίτι, λέγανε: Είναι δώδεκα; Και στις δώδεκα σταματούσανε.

Το Σάββατο της Αγίας Θοδώρας, είναι ψυχοσάββατο. Πάνε στην εκκλησία, φτιάνουν στάρι (=κόλλυβα) και πάνε ονόματα στην εκκλησία.

Φτιάναμε σπανακόπιτα, λαχανόπιτα – όχι με λάχανο, με χόρτα του βουνού, αρωματικά, καυκαλίθρες κι άλλα. Φτιάναμε και κολοκυθόπιτα. Τρίβαμε το κόκκινο κολοκύθι στον τρίφτη και βάζαμε μέ­σα ζάχαρη, σταφίδες, λάδι, ανοίγαμε φύλλα, τα βάζαμε στο ταψί με το τριμμένο κολοκύθι, το κόβαμε κομμάτια, το πετούσαμε στον φούρνο. Κι όταν το βγάζαμε, ρίχναμε και μέλι και το σερβίραμε. Αυτή την ημέρα, παλιά, οι κοπέλες βάζανε κόλλυβα κάτω απ’ το μαξιλάρι τους να δούνε τον καλό τους που θα πάρουνε.

Πάνε και στο νεκροταφείο και ψέλνουνε τρισάγιο.

Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως γινότανε η λειτουργία της Κυριακής και δίνανε λουλουδάκια και τα είχανε δεμένα ματσάκια. Τα παίρνουμε, τα βάζανε στις εικόνες, κι όταν τον άλλο χρόνο παίρνουν τα φρέσκα, καίνε τα παλιά. Τον Φλεβάρη, τον Κουτσοφλέβαρο, δεν τον είχανε για καλό μή­να, επειδή είναι κουτσός.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο της Σοφίας Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», σελ. 133-137, Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.   

 

 

 

 

Read Full Post »

Αργείτικες Απόκριες

 

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ

 

Γιώργος Γιαννούσης.

Απόκριες 1939, Φωτεινή Γιαννούση στον Αγιάννη Άργους. Αρχείο: Γιώργος Γιαννούσης.

Οι Απόκριες εύρισκαν όλους τούς Αργείους έτοιμους, γιατί όλοι τις περίμεναν με λαχτάρα όλο το χρόνο. Το σύνθημα το έδινε το νταούλι και ή φλογέρα. Τα κορίτσια της κάθε γειτονιάς έβγαιναν στην άπλα της συνοικίας και με το σκοπό του νταουλιού και της φλογέρας άρχιζαν τον χορό.

 

 

Η πρώτη εβδομάδα λεγόταν αμολυτή γιατί ήταν ελεύθεροι να τρώνε οτιδήποτε. Από την πρώτη ήμερα έκαναν την εμφάνιση τους και οι Μασκαράδες. Πέντε – πέντε τα κορίτσια και τα αγόρια έκαναν παρέες εντύνοντο μασκαράδες και γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά στους χορούς με μαντολίνα και κιθάρες.

 

Οι γυναίκες και τα κορίτσια συνήθιζαν να ντύνονται ανδρικά και τα αγόρια γυναικεία ή φουστανελλάδες. Τα κορίτσια φορούσαν τα ρούχα των αδελφών τους και οι παντρεμένες του συζύγου τους. Στο πρόσωπο τους έβαζαν ένα μαύρο βελούδο με δύο τρύπες για να βλέπουν και το έδεναν πίσω στο κεφάλι με δυό κλωστές. Τα μαλλιά τους τα μάζευαν επάνω στο κεφάλι τους και φορούσαν ένα καπέλλο. Αυτό εγίνετο κάθε βράδυ όλη την εβδομάδα. Ό κόσμος γύριζε από γειτονιά σε γειτονιά για να  δει τούς χορούς και τούς μασκαράδες.

 

Δευτέρα εβδομάδα (Κρεατινή)

 

Η εβδομάδα αυτή λέγεται κρεατινή γιατί επιτρέπεται να τρώνε κρέας. Το γλέντι άναβε πιο πολύ την εβδομάδα αυτή διότι όσοι δεν είχαν λάβει μέρος την προηγούμενη εβδομάδα έτρεχαν να μασκαρευτούν και να λάβουν μέρος στο γενικό αυτό γλέντι. Ωραίοι χοροί εγίνοντο με τραγούδια των κοριτσιών. Μια κοπέλλα έλεγε ένα στίχο και τον επαναλάμβαναν όλες οι άλλες μαζί. Η Αρβανιτιά, ό Κραβασαράς, τα Γεφύρια, και ο Ξηριάς συναγωνίζοντο ποιά άπ’ αυτές τις συνοικίες θα είχε τον καλλίτερο χορό.

 

Την Τσικνοπέμπτη μετά το φαγητό ο κόσμος κεφάτος εξεχύνετο στους δρόμους και ο ένας μετέδιδε το κέφι του στους άλλους.

 

Λέγεται Τσικνοπέμπτη γιατί την Πέμπτη αυτή της Κρεατινής όλοι οι Άργεΐτες έτρωγαν το κρέας ψητό και ή τσίκνα από το κρέας γέμιζε τούς δρόμους.

 

Το ψυχοσάββατο κάθε οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία ένα πιάτο κόλλυβα στολισμένο ωραία με ρόδι, σταφίδες και ζάχαρη, ένα πρόσφορο με ένα χαρτί, το ψυχοχάρτι, στο όποιο έγραφαν τα ονόματα των πεθαμένων του σπιτιού. Έτσι γίνεται και σήμερα.

 

Τρίτη εβδομάδα (Τυρινής)

 

Αυτή ήταν η τελευταία εβδομάδα των αποκριών. Κατ’ αυτήν δεν έτρωγαν κρέας. Συνήθως έτρωγαν φτιαχτά, μακαρόνια, αυγά γιαούρτι και τυριά. Επειδή ήταν ή τελευταία εβδομάδα και οι αποκριές έπαιρναν τέλος ό κόσμος έτρεχε να διασκεδάσει όσο μπορούσε πιο πολύ.

 

Τις Τυρινές γέμιζε το Άργος από ξένους Αθηναίους, Ναυπλιώτες, Κορινθιώτες, Τριπολιτσιώτες και όλους τούς γύρω χωριάτες. Οι δρόμοι και τα σοκάκια γέμιζαν από άμαξες με δυό άλογα, μόνιππα, αραμπάδες, βλαχοπούλες, γύφτισες με χαβάνια και μύλους, χανούμισες και άρκουδιάρισες μέ άρκουδιαραίους. Ένα μωσαϊκό από χρώματα και ανθρώπους. Άνδρες ζεμένοι σε καρότσια τραβούσαν άλλους πού ήσαν καβάλα στα καροτσάκια με μεγάλα ρόπαλα και κουνουπίδια.

 

Ένα μπουλούκι από κόσμο κεφάτο γύριζε από χορό σε χορό κι από ταβέρνα σε ταβέρνα και ό ταβερνιάρης έτρεχε με την κανάτα στο χέρι και κέρναγε την παρέα μόλις παράγγελνε ό αρχηγός της συντροφιάς.

 

Τα κορίτσια από το μεσημέρι δεν έτρωγαν τίποτα και το βράδυ έπαιρναν κρυφά από το τραπέζι ένα μακαρόνι, το έβαζαν την ώρα του ύπνου κάτω από το προσκέφαλο και έλεγαν: «όποιος είναι της μοίρας μου και του ριζικού μου να έλθει να το φάμε μαζί», κι όποιον έβλεπε στον ύπνο της αυτός θα ήταν και ο άντρας πού θα έπαιρνε. Το τραπέζι τής Κυριακής έμενε ασήκωτο με τα φαγητά πού περίσσευαν διότι πίστευαν ότι θα έλθουν οι ψυχές των πεθαμένων του σπιτιού να φάνε.

 

Καθαρά Δευτέρα

 

Η αργείτικη Καθαρά Δευτέρα ήταν από τις ποιό μεγάλες γιορτές τής πόλεως. Οι γυναίκες από το πρωί ετοίμαζαν στο σπίτι τις πίττες χωρίς ζυμάρι (τις λεγόμενες μπογάτσες) και οι άντρες αγόραζαν τα νηστήσιμα ελιές, χαλβά, τουρ­σιά, αχιβάδες, ταραμά, φάβα του «Νταούτσου» και ότι άλλο εύρισκαν.

 

Οι νέοι και οι νέες ντυμένοι μασκαράδες γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά, το απόγευμα σύσσωμο το Άργος ευρίσκετο στους δρόμους. Άνδρες και γυναίκες περασμένης ηλικίας έλεγαν τραγούδια και αστεία, όπου περνούσαν. Από τις άμαξες και τις σούστες πετούσαν καραμέλες μεθυσμένοι Αργείτες και ξένοι. Το βράδυ οι νέοι εζεύοντο σε κάρρα και σούστες γυρισμένες ανάποδα και έβαζαν φωτιά σε δεμάτια κλαριά πού είχαν δέσει από πίσω από τα κάρρα με σύρμα. Οι φωτιές έδιναν το σύνθημα του τέλους των αποκρεών και ό κόσμος άρχιζε να γυρίζει στα σπίτια του.

Έτσι τέλειωναν οί αποκριές.

 

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 266-271, Αθήνα 1981.

 

Read Full Post »

Απόκριες στον Άγιο Αδριανό ( Κατσίγκρι)

 

 

Στην περίοδο της Αποκριάς έφτιαχναν γαλόπιτα και γκόγκες. Στη γαλόπιτα έβαζαν γάλα, αλεύρι, αυγά και τα έκαναν χυλό. Έπειτα άνοιγαν φύλο με τον πλάστη, το έβαζαν στο ταψί και άπλωναν το χυλό. Έριχναν ζάχαρη με κανέλα και την έψηναν στο φούρνο.

Για τις γκόγκες έφτιαχναν ζυμάρι, το έκαναν σε σχήμα μασουριού (στενόμα­κρο) και το πάχος του όσο ένα δάχτυλο. Στη συνέχεια, το έκοβαν σε κομμάτια του ενός πόντου και με το δείχτη του χεριού το πίεζαν στο τραπέζι, τραβώντας το προς τα πίσω έτσι ώστε να πάρει το σχήμα αχιβάδας, τις έφτιαχναν όπως τα μακαρόνια με μυζήθρα. Οι συγγενικές οικογένειες του χωριού έσμιγαν και απόκρευαν μαζί. Έτρωγαν και έπιναν τα κρασιά τους, έφερναν σε κέφι και τραγουδούσαν τα αποκριάτικα τραγούδια:

 

 

Όσα κορίτσια είστε εδώ

 

Όσα κορίτσια είστε εδώ

πέστε μου ποια με θέλει.

Να την ταΐζω ζάχαρη,

να την ταΐζω μέλι.

 

Καμιά δεν αποκρίθηκε

από τις μαυρομάτες.

Μόνο μια ρούσα, μια ξανθή,

μιας χήρας θυγατέρα.

 

Εγώ σε θέλω μάτια μου

εγώ σε θέλω φως μου

άσπρα λιθάρια να κυλάς

αυγά να δεματιάζεις.

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί

κάπα-λάμδα-γιώτα

ή το τάιζα το μόσκο

για δες αγάπη πόχω.

 

Κι απ’ την αγάπη την πολλή

μου σκανταλίστη το κλουβί

και μου ‘φυγε το αηδόνι,

το πετροχελιδόνι.

 

Και πήρα αμπάλα τα βουνά

κάπα-λάμδα-γιώτα α!

 

Ρωτώ από δω, ρωτώ από κει

μην είδατε το αηδόνι,

το πετροχελιδόνι.

 

 

Απόκριες στο Κατσίγκρι 1933

Απόκριες στο Κατσίγκρι 1933

 

 

  

Κόρη που πας στον ποταμό

 

Κόρη που πας στον ποταμό

τα ρούχα για να πλύνεις,

πάρε και με τα ρούχα μου

Ελένη να τα πλύνεις.

 

Να μην τα πλύνεις με νερό

μόνο με τα δάκρυα σου

και με το μοσχοσάπουνο

που λούζεις τα μαλλιά σου.

 

Να μην τ’ απλώσεις σε δεντρί

ούτε και σε κλωνάρι.

Μόνο σε πικραμυγδαλιά

που ανθίζει το Γενάρη.

 

Να πέφτουν τ’ άνθη επάνω σου

τα φύλλα στην ποδιά σου.

Κι όλα τα πικραμύγδαλα

μέσα στην αγκαλιά σου.

 

Κοριτσάκια του καιρού σας

 

Κοριτσάκια του καιρού σας

να μαζέψετε το νου σας

γιατί οι άντρες είναι πλάνη

και δεν βάζουνε στεφάνι.

 

Όταν αρραβωνιάζονται

τότε φρόνιμα κάθονται

και όταν βάζουνε στεφάνι

τότε τεμπελιά τους πιάνει.

 

Ξεφάντωμα γινόταν και στο χωριό. Μόλις άνοιγε το Τριώδιο, τα παιδιά του χωριού μάζευαν κλαριά κάθε βράδυ, άναβαν φωτιές σε κάθε γειτονιά, χόρευαν και τραγουδούσαν. Το ίδιο γινόταν και με τους μεγάλους, κυρίως τη δεύτερη Κυριακή και την Καθαρά Δεύτερα στα μαγαζιά, γύρω από τη βρύση και στο προαύλιο της εκκλησίας. Αυτό το ξεφάντωμα και η αδερφικότητα που υπήρχε ήταν ανεπανάληπτη. Ακόμα για τους μεγαλύτερους παραμένει μια μαγεία μνήμης. Τελειώνοντας οι Απόκριες άρχιζε η Σαρακοστή που διαρκούσε σαράντα μέρες.

 

 

Πηγή

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωριό γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Ανδριανού, 2002.

 

Read Full Post »

Απόκριες στο Άργος (1930)

 

 

Οι Αργείτες ήταν – κι είναι ακόμη – γλεντζέδες από τα παλιά χρόνια. Δεν έχαναν ευκαιρία να στήσουν το χορό, χωρίς πολλές δικαιολογίες.

 

Εύρισκαν χίλιους λόγους. Γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές γιορτές κι ότι άλλο σκεφτεί κανείς. Αλλά κι άμα δεν εύρισκαν κάποιο λόγο, τον εφεύρισκαν.

 

Εκεί όμως που το γλέντι άναβε και κόρωνε ήταν τις απόκριες. Όλη η πόλη ένα γλεντοκόπι. Όπου κι αν έστριβες, σε όποια γειτονιά, θα συναντούσες Αργείτες και Αργείτισες να τραγουδούν και να χορεύουν. Το νταούλι και η πίπιζα ήταν στις δόξες τους εκείνες τις μέρες.

 

Στο Αργειακό Ημερολόγιο του 1930, των Γεωργίου Λογοθέτη και Ανδρέα Χριστόπουλου διαβάσαμε ένα κείμενο για τις απόκριες στο Άργος, που το υπογράφει ο ΙΔΜΩΝ.

 

Κι άλλα χρονογραφήματα του ίδιου έχουμε συναντήσει και ίσως θα πρέπει κάποιος – κάποια στιγμή – να τα συλλέξει ώστε να αποτελέσουν μια χρήσιμη για την πόλη λαογραφική πηγή.

 

Το κείμενο που πιο κάτω παραθέτουμε, το αντιγράφουμε ως έχει, χωρίς διορθώσεις. Θα μας συγχωρήσετε όμως το μονοτονικό, για λόγους πρακτικούς.

 

Η Απόκριες

 

Σ᾽ εποχή που η ψυχή μας σύρεται δούλη πίσω από το άρμα της ξενικής νοοτροπίας και τα ελληνικά έθιμα μαραίνονται ένα, ένα κάτω από τον καυστικόν ήλιο της Δύσεως.

 

Σ᾽ εποχή, που το ρουμελιώτικο τραγούδι σβύνει στην αποπνικτική θορυβώδη ατμόσφαιρα των ήχων μιάς τζάζ – Μπάντ αγρίων, και ο γραφικός καλαματιανός αποτελεί αναχρονισμόν, αστείο στους ευρωπαϊκούς πιθηκισμούς, η διατήρησις ενός ελληνικού εθίμου αποτελεί εθνικόν φαινόμενον παρήγορον και αποδεικνύει την ακατάβλητη δύναμι της ελληνικής ψυχής.

 

Το Άργος μπορεί υπερήφανο να καυχάται ότι στη δίνη αυτή των ξενικών κυμάτων υπήρξε η ευτυχής κιβωτός που διέσωσε πολύτιμο μέρος από την κληρονομία της ιδιωτικής ζωής του έθνους. – Οι γραφικοί γάμοι με τη περιφορά των προικών, τα βαφτίσια με τα αμοιβαία πλούσια δώρα, η κηδείες με τις νυχτερινές παρηγοριές, το Πάσχα με το αρνί της σούγλας και το τριήμερο γλέντι και τόσα άλλα έθιμα διατηρούνται με θρησκευτική πίστι.

 

Μέσα σ᾽ όλα δε ξεχωριστά η απόκρηες. Με την πρώτη ημέρα του τριωδίου το πάτριο νταούλι σκονισμένο και άφωνο στον καπνισμένο τοίχο τινάζεται από την νάρκη του και αρχίζει την περιοδεία του. Από τα στενοσοκάκια του Καρβασαρά και τα χαμόσπιτα των Γεφυριών ξεκινάει για την αποστολή του κι ακούραστο δε σταματάει πειά καμμιά νύχτα, μέχρις ότου τα χαράματα της Καθαράς Τρίτης παραδώσουν στην ηδονική αγκαλιά του ύπνου τους Βάκχους της αποκρηάς.

 

Βασίλη Τουφεξιάδη

Απόκριες στο Άργος (1936)-Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη

 

 

 

Ντόμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ…. από τα τρεσάκια του Ξεριά και της ανηφοριές της Αρβανιτιάς. Κι᾽ όπου περάσει κάνει το θάμμα του. Σε κάθε πλατεία, σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε γούβα ανοίγει κι ένας χορός. Η μοδιστρούλα με τις αφέλειες και τα τσαχπίνικα ματάκια κι᾽η ξομάχα με το σφιχτοδεμένο κορμί της στο γαργαλιστικό πέρασμα του θ᾽αφήσουν και μηχανή κι᾽ αργαλειό και σπίτι και θα πιάσουν στο χορό.

 

Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ, το νταούλι κι᾽ η λυγερή κορμοστασιά τραβάει καμαρωτή σαν πέρδικα το συρτό. Κι΄όσο ο χορός ανάβει κι᾽ εναλλάσσεται στους ρυθμικούς του γύρους, τόσο πετάει η καρδιά του λεβέντη που τον παρακολουθεί. Δεν κρατάει. Θα το τραβήξη κι᾽αυτός. Ένα περατιανό κι᾽η σπίθα γίνεται φωτιά. Αλλοίμονο σ᾽εκείνον που θα τον κόψη πρίν το φέρη τουλάχιστον δύο βόλτες. Λίγο παρεξήγησι, καυγαδάκι, ο χορός διαλύεται, και το νταούλι φεύγει. Μα πρίν ακόμη στρίψη τη γωνία η φωνές των κοριτσιών κινητοποιούνται, ο χορός ξανανάβει κι᾽η γειτονιά γλεντάει ακούραστη. Τρυγάει τη χαρά και λησμονιέται στο μεθύσι της τρελλής αποκρηάς.

 

Μα το άλλο Άργος το μορφωμένο; Ο Αρχοντομαχαλάς; Κοιμάται; Αγνοεί τη χαρούμενη αυτή περίοδο του χρόνου; Κάθε άλλο. Όταν δεν το βλέπετε κοπάδια, κοπάδια στους συνοικιακούς χορούς, όταν δεν ακούτε τα γέλοια του και της φωνές του στο μοναδικό του κέντρο του Θήβα, προσέξετε κάτω από τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών και θα ακούσετε το αποκρηάτικο τραγούδι σ᾽όλες τις παραλλαγές του.

 

Το Άργος γλεντάει γενικώς χωρίς εξαίρεση ηλικίας και τάξεως. Και γλεντάει ακόμη με τον ελληνικό τρόπο. Η απόκρηες του είναι τα ανθεστήρια των αρχαίων του προγόνων. Με μια διαφορά, ότι τότε έβγαινε ο κήρυκας, για να θέση φραγμό στην παράφρονα όρεξι των, ενώ τώρα τους επαναφέρει στην τάξι το λάλημα του πετεινού της Καθαράς Τρίτης. Ως πότε όμως θα διατηρήση τον Ελληνικό χαρακτήρα της η ώμορφη αυτή εποχή του χρόνου; Ασφαλώς ως ότου η γενεά που μας έρχεται θάχει τη δύναμι ν᾽αποτελή την άρνηση στον ξενικό πειρασμό.

 

 

Πηγή

 

  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930, Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Read Full Post »