Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Τοκιστές – Σαράφηδες της Αργολίδας


 

Με αφορμή τον «Οδηγό» του Ν. Ιγγλέση (1917)[1] κρίναμε σκόπιμο να ασχοληθούμε και με τους τοκιστές, μια και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός της άγριας εκμετάλλευσης των φτωχών αγροτών της Αργολίδας από τους συμπολίτες τοκογλύφους.

Ανέκαθεν συνέβαιναν αυτά, ο φτωχός που είχε άμεση ανάγκη από οικονομική βοήθεια να καταφεύγει σε κάποιον πλούσιο συμπολίτη του, ο οποίος του δάνειζε χρήματα, με το αζημίωτο φυσικά, κι έτσι οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, ιδιαίτερα όταν οι δανειζόμενοι έχαναν το υποθηκευμένο χωραφάκι τους ή το σπίτι τους, αν δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν το δάνειο. Αυτό δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Αρκούσε μία θεομηνία, ένας παγετός, ένα χαλάζι, για να μην πάει καλά η σοδειά, ή μια οικονομική κρίση όπως εκείνη του 1929, έτος κατά το οποίο τα καπνά της Αργολίδας πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές και οι καπνοπαραγωγοί βρέθηκαν σε οικονομικό αδιέξοδο.

 

Χαρτονόμισμα των 5 δραχμών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία έκδοσης την 1η Μαΐου 1912.

 

Στον «Οδηγό» του Ν. Ιγγλέση μνημονεύονται αρκετά ονόματα «τοκιστών»,  στο Άργος 11 ονόματα, στο Ναύπλιο 14, στην Ασίνη (Τζαφέραγα) 2, στο Κουτσοπόδι 1, στην Αλέα (Μπουγιάτι) 1 και στο Κρανίδι 4.

Οι πληροφορίες που ακολουθούν είναι παρμένες από τη γεωργοοικονομική μελέτη «Η Αργολική πεδιάς»,[2] η οποία ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο 1936 και στην οποία οι μελετητές σημειώνουν ότι «εις κάθε χωρίον υπάρχουν πάντοτε εις ή δύο τοκογλύφοι, οίτινες ευρίσκοντες τους αγρότας εις την ανάγκην να δανεισθούν, κατ’ αρχάς μεν ισχυρίζονται ότι δεν διαθέτουν χρήματα προς δανεισμόν, εφόσον όμως πεισθούν ότι ο αιτών ευρίσκεται εις απόλυτον ανάγκην, του χορηγούν χρήματα με τοκογλυφικόν επιτόκιον». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το κάστρο Chamires του Κιβερίου (Μύλων) | Αλέξης Τότσικας


  

Λίγες είναι οι ιστορικές αναφορές για το κάστρο του Κιβερίου. Ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.) αναφέρει ότι στην κορυφή του Ποντίνου λόφου υπήρχαν ερείπια του ιερού της Αθηνάς Σαΐτιδος και τα θεμέλια της οικίας του Ιππομέδοντος. Πολλούς αιώνες αργότερα, επί Φραγκοκρατίας, υπάρχει η πρώτη αναφορά του κάστρου: Ο Gautier de Brienne Β΄, κληρονόμος του δουκάτου των Αθηνών και κύριος του Άργους και της Ναυπλίας, αναφέρει στη διαθήκη του το 1347 τα κάστρα του Κιβερίου (Chamires ή Chameres) και της Θερμησίας (Tremis). Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι εξήντα υπέρπυρα που θα προέρχονταν από ενοικίαση εμπορικού καταστήματος πώλησης υφασμάτων στο Άργος να δίνονται από τους εκτελεστές της διαθήκης σε ιερέα του κάστρου, με την υποχρέωση αυτός να μένει εκεί συνέχεια και να τελεί καθημερινά θεία λειτουργία.

 Διάδοχος του Gautier de Brienne ήταν ο ανιψιός του Guy d’Enghien. Η κόρη του, Μαρία d’Enghien, κυρία των κάστρων Άργους, Ναυπλίας και Κιβερίου, μεταβίβασε τα εδάφη της στη Βενετία το 1388 αλλά πριν προλάβει ο προβλεπτής Perazzo Malipiero να αναλάβει τη διοίκησή τους, ο Δεσπότης του Μυστρά, Θεόδωρος Παλαιολόγος κατέκτησε το Άργος και το Κιβέρι. Το κάστρο Κιβέρι δεν πρέπει να επιβίωσε πέραν του ενετοτουρκικού πολέμου του 1463-1479: το 1481 αναφέρεται στη συνθήκη μεταξύ Τούρκων και Ενετών ότι οι τελευταίοι μπορούσαν να το κρατήσουν, αλλά όχι και να το ξανακτίσουν.

Περί το 1715 ο οικισμός στους πρόποδες του Ποντίνου λόφου αναφέρεται ως Τσιβέρι, ενώ σήμερα εκεί βρίσκονται οι Μύλοι. (Περίληψη των βασικών δεδομένων του κάστρου από τον ιστότοπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας).

 

Οι Φράγκοι μετά την κατάληψη του Ναυπλίου διάλεξαν την περιοχή του Κιβερίου, απέναντι από το Ναύπλιο, ως τόπο παραθερισμού λόγω του εξαιρετικού κλίματος και του φυσικού της κάλλους. Τα  παράλια της Πελοποννήσου  όμως για πολλά χρόνια, από το 10ο και 11ο αιώνα, ταλάνιζαν συχνές άγριες επιδρομές πειρατών, που τρομοκρατούσαν τους πληθυσμούς, ερήμωναν τα νησιά και, κυρίως, τα παράλια αστικά κέντρα και προκαλούσαν κάμψη της οικονομίας, πολιτιστική παρακμή και ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα.

Οι Ντε Λα Ρος, νέοι άρχοντες της περιοχής, για να περιφρουρήσουν την είσοδο του Αργολικού κόλπου και τη συγκέντρωση της σοδειάς από τα γύρω φέουδα του Αργολικού κόλπου, να ελέγξουν τον παραθαλάσσιο δρόμο προς το Άστρος και τον Αχλαδόκαμπο και να προστατεύσουν τις επαύλεις και τις οικογένειες από ξαφνικές επιδρομές ληστών και κουρσάρων, αποφάσισαν να χτίσουν οχυρούς πύργους σε κατάλληλες τοποθεσίες εχθρικών διαβάσεων. Τέτοια κάστρα ήταν το κάστρο που αναφέρεται από παλιά ως Chamires ή Chimeres και από νεότερους ερευνητές ως «σατώ ντε Σαμίρες» (Chateau De Chamires) στη Λέρνη, ο «Φραγκόπυργος» στην Ποταμιά Κιβερίου, δίπλα στο αγρόκτημα Κοτσώνη, και ο «Ξυλόπυργος» κοντά στο Ξεροπήγαδο, απ’ όπου περνούσε η Ανιγραία οδός[1].

 

Κάστρο Κιβερίου (Εδώ σημειώνεται ως Κάστρο Λέρνης) . Χάρτης Google Maps.

 

Το φράγκικο κάστρο Chameres  χτίστηκε σε περίοπτη και ισχυρή θέση πάνω από το σημερινό χωριό Μύλοι και την Αρχαία Λέρνη σε έναν όχι ιδιαίτερα απόκρημνο, αλλά έρημο χαμηλό  λόφο ύψους 179 μέτρων, που οι αρχαίοι ονόμαζαν Ποντίνον όρος. Ο λόφος ήταν ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς δέσποζε πάνω από τη Λέρνη, τόπο λατρείας του υγρού στοιχείου με ετήσια μυστηριακή τελετή (Λέρναια) κατά την αρχαιότητα, ενώ στην κορυφή του υπήρχε ναός, όπου λατρευόταν η Αθηνά Σαΐτις[2]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άργος – Ιστορικά Φωτογραφικά Τεκμήρια (1890-1970), μέρος II


 

Η παρούσα φωτογραφική συλλογή αποτελεί το δεύτερο μέρος ενός μοναδικού ταξιδιού στον χρόνο, συνεχίζοντας την περιήγησή μας στην ιστορική πορεία του Άργους. Από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και τη δεκαετία του 1970, ο φωτογραφικός φακός συνεχίζει να αποτυπώνει την ψυχή της πόλης, φέρνοντας στο φως ακόμα περισσότερες στιγμές που σφράγισαν την εξέλιξή της.

 

Ένα μωσαϊκό αναμνήσεων του παλιού Άργους, μια εικόνα που ενώνει τα κομμάτια της ιστορίας και αποτυπώνει την εξέλιξη της πόλης.

 

Μέσα από το φως και τις σκιές των ασπρόμαυρων αυτών λήψεων, αναβιώνει η καθημερινότητα μιας άλλης εποχής. Ξετυλίγονται μπροστά μας οι παραδοσιακές γειτονιές, τα εμβληματικά νεοκλασικά κτίρια, η πολύβοη αγορά και οι άνθρωποι που σμίλεψαν την ταυτότητα του τόπου. Κάθε φωτογραφία αποτελεί ένα ζωντανό τεκμήριο της κοινωνικής, οικονομικής και αρχιτεκτονικής μεταμόρφωσης του Άργους.

Στόχος αυτής της δημοσίευσης είναι να θυμίσει στους παλαιότερους το παρελθόν και να γνωρίσουν οι νεότεροι την αρχοντιά και την ιστορία του τόπου τους. Οι εικόνες αυτές διασώζουν την πολιτιστική μας κληρονομιά, προσκαλώντας μας σε μια μοναδική περιήγηση στο παρελθόν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η «Ανταρσία» του Γαμπρού: Πώς ο γάμος του Γενναίου Κολοκοτρώνη παραλίγο να αιματοκυλήσει το Άργος


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» σημείωμα του Γενικού Γραμματέα της Αργολικής Βιβλιοθήκης κ. Αναστασίου Τσάγκου που αφορά στον γάμο του Γενναίου Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλα στο Άργος, ο οποίος λίγο έλλειψε να μετατραπεί σε αιματηρή σύγκρουση. Το γεγονός μας περιγράφει, στα απομνημονεύματά του, ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος αγωνιστής του 1821 και Γραμματικός του Πάνου και μετέπειτα του Γενναίου Κολοκοτρώνη.

Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος (1805-1881) ήταν βαφτισιμιός του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Λόγω της μόρφωσής του, υπηρέτησε ως έμπιστος προσωπικός γραμματέας του Πάνου Κολοκοτρώνη και, μετά τον πρόωρο θάνατο του Πάνου στον εμφύλιο, έγινε γραμματέας του αδελφού του, Ιωάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη.

Επειδή βρισκόταν συνεχώς στο πλευρό της οικογένειας των Κολοκοτρωναίων (αλλά και του Νικηταρά), τα απομνημονεύματά του, «Απομνημονεύματα από των Αρχών της Επαναστάσεως μέχρι του Έτους 1881», εισαγωγή, επιμέλεια, ευρετήριον Αθ. Θ. Φωτοπούλου, Αθήνα, 1979, περιέχουν μοναδικές και άγνωστες πληροφορίες για τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις της Επανάστασης, τη δίκη τού Κολοκοτρώνη και τις δραματικές στιγμές των εμφυλίων συρράξεων.

 

Η «Ανταρσία» του Γαμπρού: Πώς ο γάμος του Γενναίου Κολοκοτρώνη παραλίγο να αιματοκυλήσει το Άργος

 

Μια κατάσταση κωμικοτραγική! Η εικόνα του σκληροτράχηλου οπλαρχηγού Γενναίου Κολοκοτρώνη να παθαίνει υστερία, να το σκάει πεζός μέσα στα χωράφια επειδή δεν του άρεσε η νύφη, και ο γραμματικός του να τον κυνηγάει  από πίσω στις μουριές να τον λογικέψει, για να προλάβει μια σύγκρουση.

Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος αγωνιστής του 1821 και Γραμματικός του Πάνου και μετέπειτα του Γενναίου Κολοκοτρώνη, μας περιγράφει τον περιπετειώδη γάμο του Γενναίου Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλα, στο Άργος, ο οποίος λίγο έλλειψε να μετατραπεί σε αιματηρή σύγκρουση.

 

Γενναίος Κολοκοτρώνης – Φωτεινή Τζαβέλα

 

Ας δούμε πως περιγράφει τα γεγονότα:

«Γύρω στις αρχές Μαΐου του 1828, ο Γενναίος παντρεύτηκε στο Άργος τη Φωτεινή, την αδελφή του Κίτσου Τζαβέλα. Όταν φτάσαμε στο Άργος με μεγάλη συνοδεία για να γίνουν οι γάμοι, ο Γενναίος είδε φευγαλέα τη νύφη, η οποία δεν του άρεσε καθόλου. Ήταν μικροκαμωμένη και δεν είχε ιδιαίτερη φυσική ομορφιά. Γι’ αυτό αποφάσισε να μην την παντρευτεί και, πολύ εκνευρισμένος, έφυγε προς τα Περιβόλια του Άργους.

Ο πατέρας του, ο Τσόκρης και άλλοι δεν κατάφεραν να τον μεταπείσουν. Απομακρύνθηκε, λοιπόν, από το Άργος με τα πόδια, σε απόσταση μεγαλύτερη από μισή ώρα δρόμο, και δεν ήθελε να τον ακολουθήσει κανείς. Και όλα αυτά συνέβαιναν την ημέρα που ήταν προγραμματισμένο να γίνει το στεφάνωμα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άργος – Ιστορικά Φωτογραφικά Τεκμήρια (1890-1970), μέρος I


 

Η παρούσα φωτογραφική συλλογή (μέρος πρώτο) αποτελεί μια μοναδική πύλη στον χρόνο, προσφέροντας μια νοσταλγική ματιά στην ιστορική πορεία του Άργους. Από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το τέλος της δεκαετίας του 1970, ο φακός αποτυπώνει την ψυχή και την εξέλιξη της πόλης, διασώζοντας στιγμές που χάθηκαν στο πέρασμα των χρόνων.

Μέσα από το φως και τις σκιές των ασπρόμαυρων αυτών λήψεων, αναβιώνει η καθημερινότητα μιας άλλης εποχής. Ξετυλίγονται μπροστά μας οι παραδοσιακές γειτονιές, τα εμβληματικά νεοκλασικά κτίρια, η πολύβοη αγορά και οι άνθρωποι που σμίλεψαν την ταυτότητα του τόπου. Κάθε φωτογραφία αποτελεί ένα ζωντανό τεκμήριο της κοινωνικής, οικονομικής και αρχιτεκτονικής μεταμόρφωσης του Άργους.

Στόχος αυτής της δημοσίευσης είναι να θυμίσει στους παλαιότερους το παρελθόν και να γνωρίσουν οι νεότεροι την αρχοντιά και την ιστορία του τόπου τους. Οι εικόνες αυτές διασώζουν την πολιτιστική μας κληρονομιά, προσκαλώντας μας σε μια μοναδική περιήγηση στο παρελθόν.

 

Το Άργος στην εκπνοή του 19ου αιώνα. Οι φωτογραφίες προέρχονται από τη συλλογή της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, στην Ουάσιγκτον, και είναι στερεοσκοπικές. Στο υλικό που βλέπουμε υπάρχει μόνο η μία φωτογραφία ή άλλη ήταν ακριβώς δίπλα της. Η Στερεο-Φωτογραφία ή Στερεοσκοπική Φωτογραφία είναι μια τεχνική με την οποία μια φωτογραφική κάμερα παίρνει δύο ταυτόχρονες φωτογραφίες της ιδίας σκηνής από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες που αναπαριστούν τις θέσεις του αριστερού και δεξιού οφθαλμού στην ανθρώπινη όραση. Όταν οι δύο φωτογραφίες ιδωθούν ταυτόχρονα με την βοήθεια ενός στερεοσκοπίου η αριστερή φωτογραφία εμφανίζεται στο αριστερό μάτι και η δεξιά στο δεξί δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό (δηλ. με την παράλλαξη) αίσθηση βάθους και τρισδιάστατη εντύπωση.

 

Η Επέλαση του Τσιμέντου και η μεταμόρφωση του Τοπίου

 

Η περίοδος που οδηγεί προς τα μέσα της δεκαετίας του 1960 σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής για την αρχιτεκτονική ταυτότητα του Άργους. Η ανάγκη για εκσυγχρονισμό, η αστική πύκνωση και, κυρίως, ο θεσμός της αντιπαροχής, έφεραν μια ριζική και συχνά βίαιη αλλαγή στο πρόσωπο της πόλης.

Μέχρι τότε, το Άργος χαρακτηριζόταν από χαμηλά σπίτια με μεγάλες εσωτερικές αυλές, ανθισμένους κήπους και περιβόλια. Η σταδιακή επικράτηση του μπετόν εξαφάνισε αυτούς τους πνεύμονες πρασίνου, δίνοντας τη θέση τους σε ενιαίους όγκους κτιρίων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το σπίτι του Σπυρίδωνος Τρικούπη στο Άργος – Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833) | Βασίλης Δωροβίνης – Δικηγόρος, Πολιτικός επιστήμονας, Ιστορικός


 

Σ’ αυτό γεννήθηκε, κατά μία άποψη, ο Χαρίλαος Τρικούπης.

Καταρρέει, εγκαταλειμμένο από την Αγροτική Τράπεζα.

Η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο έγκριτο Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες», τ. 66, το 1998.

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Το 1996 γιορτάστηκε με επισημότητα η επέτειος των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Χαρ. Τρικούπη, γεγονός που έγινε αφορμή να οργανωθούν συνέδρια και δύο εκθέσεις στην Αθήνα, αλλά και να δημοσιευθούν σχετικές μελέτες και άρθρα. Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, στα άλλα ευρωπαϊκά, τουλάχιστο, κράτη, ελάχιστο ενδιαφέρον εκδηλώθηκε για τις συγκεκριμένες και υλικές μαρτυρίες που συνδέονται με τον πολιτικό αυτόν, ιδιαίτερα μάλιστα για τα σπίτια που είχε οικοδομήσει ο πατέρας του Σπυρίδων Τρικούπης, στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στο Άργος.[1] Προσπάθεια του γράφοντος να προκαλέσει, για το θέμα αυτό, το ενδιαφέρον του υπευθύνου της μιας από τις δύο εκθέσεις δεν ευδοκίμησε. Το φαινόμενο της αδιαφορίας για τις υλικές μαρτυρίες που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη νεότερη Ελλάδα, εκδηλώνεται και εδώ με όλη την έντασή του.

Στο παρόν άρθρο αποφασίσαμε και εκθέτουμε με λεπτομέρειες την ιστορία του σπιτιού του Σπυρ. Τρικούπη στο Άργος, αφού κάνουμε σύντομη αναφορά στα άλλα σπίτια που έκτισε στην Αίγινα και στο Ναύπλιο. Ταυτόχρονα δημοσιεύουμε με πληρότητα μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Χαρ. Τρικούπης γεννήθηκε στο Άργος, το 1830.

Σε πολύ παλαιότερη μελέτη μας, που αποτελεί ατυχώς μέχρι σήμερα και τη μοναδική (και ελλιπή) προσέγγιση της ιστορίας της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στο Άργος,[2] είχαμε αφιερώσει συντομότατο και ατελές σημείωμα και για το σπίτι του Τρικούπη στην πόλη αυτή, προϊόν γενικότερων ερευνών μας που δεν περατώθηκαν παρά χρόνια αργότερα.

Θεωρώ ότι επιβάλλεται η πληρέστερη και επεξεργασμένη δημοσίευση της ιστορίας αυτού του κτιρίου, για πολλούς λόγους. Πρώτος και κύριος είναι η πλήρης εγκατάλειψή του από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος [σήμερα αποτελεί ιδιοκτησία της Τράπεζας Πειραιώς], τελευταίο ιδιοκτήτη του κτιρίου εδώ και αρκετά, πλέον, χρόνια. Δεύτερος λόγος είναι η επικαιρότητα της επετείου του θανάτου του Χαρ. Τρικούπη. Ο τρίτος λόγος αφορά την ίδια την ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, θέμα για το οποίο η Αρχαιολογία έχει ήδη φιλοξενήσει σειρά μελετών μας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Δημαρχείο Άργους – Παρακείμενα κτίσματα


 

Το δημαρχείο Άργους, Δαναού 2,  κτίστηκε το 1830. Ο Καποδίστριας κατέβαλε έντονη προσπάθεια, όχι μόνο για την πολεοδομική ανασυγκρότηση της πόλης, αλλά και για την ανέγερση δημόσιων καταστημάτων, προκειμένου να στεγαστούν κάποιες υπηρεσίες. Τα δυο παρακείμενα μακρόστενα κτίσματα, που είναι διώροφα και αυτά, συμμετρικά βαλμένα με το δημαρχείο και σε σχήμα Π, είναι της ίδιας εποχής.

 

Δημαρχείο Άργους, επιστολικό δελτάριο, 1936.

 

Το δημαρχείο στέγασε αρχικά το «πρωτόκλητον» δικαστήριο (ειρηνοδικείο, πρωτοδικείο) και το «ανέκκλητον» (εφετείο), καθώς και τη Δημογεροντία Άργους. Στο ισόγειο στεγάστηκαν αρχικά οι φυλακές. Αργότερα έγινε δημαρχείο, στην κατοχή στέγασε την ιταλική διοίκηση (Presidium Commando). (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Κανονιστικές πειθαρχίες» και «τεχνολογίες της βίας» στη νότια Πελοπόννησο. Ξαναδιαβάζοντας το φαινόμενο της αντεκδίκησης (γδικιωμού) στον προφορικό-λαϊκό πολιτισμό της Μάνης*- Γιώργος Ανδρειωμένος


 

Εισαγωγικά

 

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα, και μοναδικά ως προς τον τρόπο της εξέλιξής τους, έθιμα της ελληνικής γης είναι εκείνο της αντεκδίκησης (πιο γνωστό με τη βενετσιάνικη ονομασία του: βεντέτα), το οποίο εντοπίζεται σε πολλές περιοχές της υφηλίου, αλλά και του ελληνισμού – προεξαρχουσών της Μάνης και της Κρήτης. Μάλιστα, στη λωρίδα της νότιας Πελοποννήσου, που εκτείνεται, χονδρικά, από τη Βέργα του νομού Μεσσηνίας, στη δυτική πλευρά, και από το Γύθειο του νομού Λακωνίας, στην ανατολική, καταλήγοντας στο ακρωτήριο Ταίναρο, υπό τη σκιά του Ταϋγέτου, και αποκλήθηκε από τους ιστορικούς, τους μελετητές και τους περιηγητές Μάνη, το έθιμο αυτό αποκαλείται από τους ντόπιους γδικιωμός – με την έννοια ότι καλείται κάποιο μέλος της ευρύτερης οικογένειας να πάρει το αίμα του πίζου, ώστε να (γ)δικιωθεί, μέσω της (αντ)εκδίκησης, ο φόνος ενός συγγενικού προσώπου, του οποίου το αίμα που χύθηκε ζητά δικαίωση και αποκατάσταση της τρωθείσας οικογενειακής τιμής.

Το φαινόμενο, βέβαια, αυτό έχει, πλέον, σχεδόν εκλείψει ανάμεσα στους Μανιάτες, ειδικά μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου συντελέστηκαν τόσα πολλά και ακραία εγκλήματα, λόγω πολιτικών (πρωτίστως) αλλά και προσωπικών (δευτερευόντως) διαφορών, ώστε παλαιότεροι πολιτισμικοί κώδικες, που επικρατούσαν επί αιώνες στην άγονη και άνυδρη αυτή περιοχή, ανάμεσα στους οποίους και το έθιμο του γδικιωμού, σταδιακά εκφυλίστηκαν ή, τέλος πάντων, έχασαν την πρότερη δραστικότητά τους και σημασία τους.

Βέβαια, σε αυτό το τελευταίο συνετέλεσαν και μια σειρά από άλλοι παράγοντες, όπως η ίδρυση σχολείων και η μείωση του αναλφαβητισμού, η σταδιακή ανάπτυξη του συγκοινωνιακού δικτύου και η επαφή με άλλες περιοχές, η εμπέδωση ενός κράτους δικαίου και η επίλυση των διαφορών μέσω των δικαστηρίων, η αλλαγή της στάσης των πολιτικών του τόπου που έπαψαν να ενθαρρύνουν ακόμη και να υποστηρίζουν με παρεμβάσεις τους στη δικαιοσύνη) τις προσωπικές διαμάχες προκειμένου να αποκτήσουν οι ίδιοι οφέλη, η μετανάστευση των Μανιατών σε άλλες περιοχές της ημεδαπής και της αλλοδαπής με αποτέλεσμα την ουσιαστική ερήμωση των χωριών κ.λπ.

 

Τάσσος, «Το στιλέτο» (περ. Νεοελληνικά Γράμματα, 16–11–1940). Το χαρακτικό κοσμεί το εξώφυλλο των πρακτικών του Συνεδρίου «Βία και εξουσία: ίχνη στο σώμα της λογοτεχνίας», όπου φιλοξενείται και η παρούσα ανακοίνωση.

 

Ωστόσο, όπως έδειξε πρόσφατη τηλεοπτική σειρά («Η γη της ελιάς»), αλλά και διάφορα λογοτεχνικά έργα, ο γδικιωμός συνεχίζει να κινεί την προσοχή και να προξενεί την εντύπωση του σύγχρονου κοινού, το οποίο, σε γενικές γραμμές, είναι ανενημέρωτο ως προς το συγκεκριμένο έθιμο, που στις παλαιότερες εποχές δέσποζε στη Μάνη, σε τέτοιον βαθμό, ώστε να μην είναι υπερβολικό να υποστηριχθεί πως η περιοχή βρισκόταν, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, σε έναν διαρκή πόλεμο μεταξύ των οικογενειών της. Μάλιστα, ο πόλεμος αυτός ήταν πραγματικός, με τους δικούς του κανόνες και με αρχές που προσιδιάζουν σε μιαν αληθινή πολεμική σύρραξη.

Επομένως, έχει αξία να επιχειρήσει κανείς να ανιχνεύσει τις βαθύτερες αιτίες που προκαλούσαν το αιματηρό αυτό έθιμο, ειδικά στη Μάνη, να αναλύσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και να εξηγήσει πώς λειτουργούσε μέσα στη μανιάτικη κοινωνία – μιας και, εκτός από προσωπικές, είχε, κυρίως, κοινωνικές προεκτάσεις, αφού εμπλέκονταν στον κύκλο του αίματος ολόκληρες οικογένειες και ο περίγυρος παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς τα δρώμενα και, ορισμένες φορές, παρενέβαινε με τρόπο αποφασιστικό είτε στην ανάπτυξη είτε στη διευθέτηση των διαφορών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παραδοσιακά διατηρητέα κτίρια του Άργους | † Οδυσσέας Κουμαδωράκης


 

 Για τα παραδοσιακά κτίσματα και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική Άργους έχουν δημοσιευτεί αρκετές μελέτες. Η δική μας εργασία είναι συνοπτική. Περιοριζόμαστε σε λίγα μόνο στοιχεία, ικανά να δώσουν κάποια εικόνα και να βοηθήσουν τον αναγνώστη να γνωρίσει σε γενικές γραμμές τα παραδοσιακά κτίσματα της πόλης μας.

 

Νεοκλασική αρχιτεκτονική

 

Ο νεοκλασικισμός ως αρχιτεκτονική έκφραση εμφανίζεται στη χώρα μας την εποχή του Καποδίστρια, ενισχύεται την εποχή του Όθωνα και διαρκεί μέχρι τη δεκαετία του 1910, για εκατό σχεδόν χρόνια.

Την Καποδιστριακή εποχή εμφανίζονται οι πρώτοι μεγάλοι αρχιτέκτονες, όπως ο περίφημος Σταμάτης Κλεάνθης (1802-1862), ο οποίος διορίστηκε από τον κυβερνήτη μηχανικός του δημοσίου και συνέβαλε στην οικοδόμηση της Αθήνας, και ο Σταμάτης Βούλγαρης (1774-1842), ο οποίος σχεδίασε τη ρυμοτομία της Πάτρας και της Τρίπολης. Επίσης, λίγο αργότερα εμφανίζονται ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου (1812-1885), ο Παναγιώτης Κάλκος (1810-1875), ο Δημήτρης Ζέζος (†1857) και άλλοι, οι οποίοι έκτισαν πολλά δημόσια και ιδιωτικά νεοκλασικά κτίσματα και ναούς στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις και έθεσαν μαζί με τους δυο πρώτους τη σφραγίδα της προσωπικής τους δημιουργίας στον χώρο της αρχιτεκτονικής. Παράλληλα έρχονται στη χώρα μας και πολλοί Ευρωπαίοι.[1]

Ο ευρωπαϊκός νεοκλασικισμός προηγείται του ελληνικού. Εμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα, μετά το 1770, όταν υποχωρεί και σιγά σιγά χάνεται ο «ρυθμός Μπαρόκ», ο οποίος διακρινόταν για την επιβλητικότητά του και τον οποίο είχε επιβάλει στον χώρο της τέχνης, ιδίως στην αρχιτεκτονική, η καθολική εκκλησία. Από πολλούς θεωρείται ότι η νεοκλασική αρχιτεκτονική επιβλήθηκε από αντίδραση προς τον «ρυθμό Μπαρόκ».

Πάντως, βέβαιο είναι ότι η νέα τέχνη επηρεάζεται από την αρχιτεκτονική της αρχαίας Ελλάδας. Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες και αρχαιολόγοι και άλλοι περιηγητές και μελετητές, λάτρεις της κλασικής αρχαιότητας, επισκέπτονται την τουρκοκρατούμενη ακόμη Ελλάδα, παρατηρούν, μελετούν, δημοσιεύουν μελέτες ή τις «περιηγήσεις» τους και μεταφέρουν στην Ευρώπη αρχιτεκτονικά πρότυπα.

 

Αρχοντικό Ηλία Κωνσταντόπουλου, Δαναού 29. Γενική άποψη πριν την αποκατάσταση (Λήψη φωτογραφίας 1985). Δημοσιεύεται στο: Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.

 

Η ευρωπαϊκή νεοκλασική αρχιτεκτονική είναι εν μέρει αναβίωση της αρχαίας ελληνικής. Για την Ελλάδα έχει επισημανθεί ένας πρόσθετος λόγος αναβίωσης, η σύνδεση του ελληνικού έθνους με τις ρίζες του, σε μια προσπάθεια αναζήτησης και προσδιορισμού της πολιτισμικής και εθνικής μας ταυτότητας.

Την εποχή του Καποδίστρια, στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής του για την ανασύσταση του κράτους, καταβάλλεται έντονη προσπάθεια πολεοδομικού σχεδιασμού και ανασυγκρότησης του Άργους και κτίζονται τα πρώτα δημόσια οικοδομήματα. Της ίδιας εποχής είναι και λίγα ιδιωτικά, αξιόλογα και χαρακτηριστικά δείγματα της τότε νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Στον πολεοδομικό σχέδιο του Άργους, που συνέταξε το Μάρτιο 1831 με εντολή του κυβερνήτη ο Ρούντολφ ντε Μποροτσύν (De Bonoszün) και το οποίο δεν εφαρμόστηκε δυστυχώς, σημειώνονται με έντονο μαύρο χρώμα τα τότε δημόσια κτίρια: το αλληλοδιδακτικό σχολείο (1831), δηλαδή το διδακτήριο του σημερινού 1ου Δημοτικού Σχoλείoυ, οι στρατώνες (1830), η οικία Καλλέργη (1830), όπου σήμερα στεγάζεται το μουσείο, γνωστή και ως «παλάτιον Καποδίστρια», και τα τότε δικαστήρια, δηλαδή το σημερινό Δημαρχείο (1830).

 

Σχέδιο Πόλης του Άργους.

Σχέδιο Πόλης του Άργους που συντάχθηκε το 1831 από τον Γάλλο αξιωματικό R. De Borronzun.
Ο συντάκτης του σχεδίου έχει σημειώσει με έντονο μαύρο χρώμα τα τότε δημόσια κτίρια του Άργους: Στρατώνες (9), το παλάτιον, δηλ. η οικία Καλλέργη, που τότε είχε περιέλθει στο δημόσιο (12), το αλληλοδιδακτικό σχολείο (20), και τα δικαστήρια, το μετέπειτα Δημαρχείο (17).
Σημειώνουμε μερικά από τα διατηρητέα μνημεία:
1. Οικία Γόρδωνος (1829).
2. Αρχοντικό Δημ. Τσώκρη (1829).
3. Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου (1829).
4. Οικία Μακρυγιάννη (περ. 1830).
5. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Μ. Καραγιαννοπούλου (1912).
6. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Α. Σαλαπάτα (περ. 1900).
7. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Α. Μαραγκού (περ. 1890).
8. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Μαρίνου (1880).
9. Οι στρατώνες Καποδίστρια.
10. Θέση όπου κτίστηκε το κατάστημα Κωνσταντόπουλου (1896).
11. Θέση όπου κτίστηκε η δημοτική αγορά (1889).
12. Το Καλλέργειον ή «παλάτιον Καποδίστρια», σημερινό μουσείο (1830).
13. Θέση όπου οικοδομήθηκαν τρία νεοκλασικά κτίρια: Της Ιονικής-Λαϊκής Τράπεζας (Alpha Bank), το «Αέναον» και της Γενικής Τράπεζας.
14. Εμπορικό κέντρο Άργους (23 καταστήματα).
15. Ι. Ν. Αγίου Νικολάου της οικ. Περούκα. Κατεδαφίστηκε το 1859 από τον Επίσκοπο Παγώνη, για να κτιστεί ο ναός του Αγ. Πέτρου.
16. Θέση όπου οικοδομήθηκε το ξενοδοχείο Αγαμέμνων.
17. Το «πρωτόκλητον» και «ανέκκλητον» δικαστήριο (1830), σημερινό Δημαρχείο.
18. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Μαρίκου (1912).
19. Θέση όπου οικοδομήθηκε η οικία Θ. Μπόμπου (1880).
20. Το Καποδιστριακό αλληλοδιδακτικό σχολείο (1831).
21. Θέση όπου οικοδομήθηκε το μέγαρο Κωνσταντόπουλου (1912).
22. Οικία Σπ. Τρικούπη (1830).
23. Θέση όπου οικοδομήθηκε το αρχοντικό Καλλιάρχη (1899).
24. Το τζαμί, ο μετέπειτα Αγίου Κωνσταντίνος, με την ένδειξη «νοσοκομείο» (hôspitale), όπως λειτουργούσε επί Καποδίστρια.
25. Θέση όπου κτίστηκε ο σταθμός του τρένου (περ. 1885).

 

Προεπαναστατικά η νεοκλασική αρχιτεκτονική δεν έχει εμφανιστεί ακόμη. Τα σωζόμενα κτίσματα στο Άργος δεν είναι ικανά να μας φωτίσουν, γιατί είναι μεταγενέστερα, όπως τα νεοκλασικά του Τρικούπη, του Δ. Τσώκρη και του Γκόρντον, που είναι τα παλιότερα. Αν όμως ρίξουμε μια ματιά σε αρχοντικά άλλων περιοχών της προεπαναστατικής περιόδου, θα παρατηρήσουμε ότι τα αρχοντικά αυτά, αν και κτίζονταν κατά κανόνα σε σχήμα Π με προστώο (βεράντα) και διέθεταν απλόχωρη αυλή και περικλείονταν από υψηλό και ανθεκτικό περίβολο, το ίδιο το κτίσμα δεν είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη νεοκλασική αρχιτεκτονική. Παρατηρούμε δηλαδή πως δεν υπήρχαν ούτε ακροκέραμα ούτε διακοσμητικές ταινίες ούτε ανάγλυφα κιονόκρανα ή ψευδοπεσσοί και τόσα άλλα. Παραδείγματα υπάρχουν άφθονα, όπως τα αρχοντικά της Μπουμπουλίνας και του Χατζηγιάννη Μέξη στις Σπέτσες και του Λάζαρου Κουντουριώτη στην Ύδρα. Τα σπίτια αυτά, παρά τον εσωτερικό τους πλούτο, τα πανάκριβα έπιπλα, τις πορσελάνες, τα μεταξωτά τους, παρά την ευρυχωρία τους, το πλήθος των δωματίων και των βοηθητικών χώρων, όπου εργάζονταν αρκετοί υπηρέτες, εξωτερικά είναι απλά και απέριττα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το «Καλλέργειο» («Παλάτιον της Κυβερνήσεως») στο Άργος – Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833) |Βασίλης Δωροβίνης – Δικηγόρος, Πολιτικός επιστήμονας, Ιστορικός


 

Το κτίριο όπου στεγάζεται σήμερα τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους (με προϊστορικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες), γνωστό με το όνομα «Καλλέργειο» και ως κατοικία, παλαιά, της οικογένειας του στρατηγού Δημ. Καλλέργη, αποτελεί μία από τις περίεργες περιπτώσεις της ιστορίας της κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής – και όχι μόνον αυτής.

Πρόκειται για κτίριο που θεωρείται από τα σημαντικότερα του Άργους και της εποχής εκείνης. Δύο φορές έχει χαρακτηρισθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως έργο τέχνης, που χρειάζεται ειδική προστασία,[1] και όμως πυκνό πέπλο μυστηρίου κάλυπτε τον χρόνο και τρόπο οικοδόμησής του αλλά και τον αρχιτέκτονά του. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και σε άρθρα του αθηναϊκού τύπου με την ευκαιρία των εγκαινίων των δύο τμημάτων του Μουσείου, το 1959 και το 1961, δεν γίνεται μνεία στοιχείων ιστορίας του «Καλλέργειου»,[2] ενώ μόνο μία σύντομη και γενικολόγα αναφορά για τον τύπο της αρχιτεκτονικής του έχω εντοπίσει μέχρι σήμερα,[3] και αυτή μετά τη «δραστική» επέμβαση στο κτίριο για μετατροπή του σε Μουσείο.

 

Η δυτική πλευρά της ιστορικής οικίας του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη. Η Οικία Καλλέργη, κτισμένη το 1830, μετασκευάστηκε κατάλληλα για να μετατραπεί σε μουσειακό χώρο κατά το διάστημα 1956-1957, ενώ η προσθήκη του σύγχρονου κτηρίου – Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους-, που κτίστηκε με έξοδα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, εγκαινιάστηκε το 1961. Τα σχέδια ήταν του Ρώσου αρχιτέκτονα Youri Fomine. Το 2014 το μουσείο διέκοψε τη λειτουργία του για να εκσυγχρονιστούν οι απαρχαιωμένες κτηριακές του υποδομές και να πραγματοποιηθεί επανέκθεση των συλλογών του, σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης μουσειακής θεωρίας και πρακτικής. Μετά από 11 χρόνια ο εκσυγχρονισμός του κτηριακού συγκροτήματος βρίσκεται, ακόμη, σε εξέλιξη. Φωτογραφία: Τάσος Τσάγκος, λήψη, 20 Νοεμβρίου 2022.

 

Εκτός από αυτά, αναφορές των ντόπιων λογίων και ιστοριοδιφών, ακόμα και της ακρίβειας ενός Δημ. Βαρδουνιώτη, παρουσιάζονται φαινομενικά αρκετά αντιφατικές. Γράφω φαινομενικά, γιατί από τις έρευνές μου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στο τμήμα του αρχείου του Δημ. Καλλέργη το οποίο δωρήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη και, πριν λίγους μήνες, στο καποδιστριακό αρχείο της Κέρκυρας, έφτασα στο σημείο να διαλευκάνω το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού της ανέγερσης και της αρχικής χρήσης του κτιρίου, αλλά και να διαπιστώσω ότι οι παρουσιαζόμενες ως αντιφατικές πληροφορίες των ιστοριοδιφών ανταποκρίνονται, τελικά, σε τμήματα μιας πραγματικότητας με εναλλαγές ιδιοκτησιακού καθεστώτος και χρήσεων, μέσα σε μία διετία (1830-32). Στην ιστορική μνήμη πέρασαν και καταστάλαξαν οι εναλλαγές, αόριστα και σωρευτικά, ενώ έγιναν άφαντες οι συγκεκριμένες ιστορικές αιτίες και τα γεγονότα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »