Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Λάνδερερ Ξαβέριος (Xaver Landerer, 1809-1885)


 

Ο πρώτος καθηγητής της Χημείας στην Ελλάδα.

 

Πορτρέτο του καθηγητή Ξαβιέρου Λάνδερερ (1809-1885). Συλλογή φωτογραφιών του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ξαβέριος Λάνδερερ γεννήθηκε σε προάστιο του Μονάχου της Βαυαρίας το 1809, σπούδασε φυσικές επιστήμες και ιατρική στο εκεί Πανεπιστήμιο και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Στην Ελλάδα τον έστειλε νεότατο, το 1833, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος για να υπηρετήσει τον γιό του Βασιλέα Όθωνα, στο Ναύπλιο, ως αρχιφαρμακοποιός του. Στρατιωτικός φαρμακοποιός αρχικά, διορίσθηκε, μόλις ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκτακτος καθηγητής του για τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και της Πειραματικής Φυσικής (14 Απριλίου 1837) και σε λίγο τακτικός καθηγητής της ίδιας έδρας (11 Ιανουαρίου 1838).

Μετά τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, απολύθηκε ως αλλοδαπός, σε εφαρμογή του σχετικού γενικού μέτρου, για να ξαναδιορισθή σε λίγο (12 Σεπτεμβρίου 1844), ως τακτικός καθηγητής της Φαρμακευτικής Χημείας, της Συνταγολογίας και της Βοτανικής, και να συνεχίσει διδάσκοντας, έκτοτε, με εξαιρετικό ζήλο, επί ολόκληρη 25ετία. Στις 17 Ιανουαρίου 1869 λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να παραιτηθεί, αλλά στις 26 Ιουνίου 1875 διορίσθη εκ νέου ως επίτιμος πια καθηγητής.

Επιστήμων εμβριθείς και πολυπράγμων, ερευνητής ακούραστος, διδάσκαλος ευφραδής και απολαυστικός, πρόσφερε και σαν πνευματικός άνθρωπος και σαν κοινωνικός παράγων πολύτιμες υπηρεσίες στον τόπο μας, τον πρωτόγονο ακόμη τότε και καθυστερημένο. Τον αγάπησε, του αφοσιώθηκε και έγινες ένας αληθινός Έλληνας. Κοντά στις άλλες πολύτιμες υπηρεσίες του για τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κράτους της εποχής εκείνης, στις οποίες ανταποκρίθηκε, του ανήκει η τιμή να είναι ο πρώτος που δίδαξε επί πανεπιστημιακού επιπέδου, τη χημεία στην Ελλάδα. Χημικός, φαρμακοποιός και ιατρός συγχρόνως, προσέτρεχε και βοηθούσε πρόθυμα και ακούραστα όπου ζητούσαν τη συνδρομή του.

Διατέλεσε μέλος του Ιατροσυνεδρίου για πολλά χρόνια, άμισθος καθηγητής της Χημικής Τεχνολογίας στο σχολείο των Τεχνών (1833 – 1868), συνεργάσθηκε στην ίδρυση του Οφθαλμιατρείου και το βοήθησε στη λειτουργία του, οργάνωσε τις ολυμπιακές εκθέσεις και δούλεψε αποτελεσματικά και για πολλούς ακόμη ελληνικούς και ξένους επιστημονικούς οργανισμούς και ιδρύματα. Παντού και πάντοτε έτοιμος για όλα. Ιδιαίτερα μνημονεύεται η με αυτοθυσία προσωπική του συμβολή στην καταστολή της πανώλης, που κτύπησε τον Πόρο το 1837.

Τα μαθήματά του, πριν κτισθή το Πανεπιστήμιο, γίνονταν στο Βασιλικό Φαρμακείο, στη γωνία των δρόμων Ακαδημίας και Κηφισίας (στο κτίριο που μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως υπουργείο Στρατιωτικών) και τα παρακολουθούσαν, εκτός από τους φοιτητές, και πολλοί ιδιώται ακροαταί.

Στο στρατιωτικό φαρμακείο στεγαζόταν επίσης και το προσωπικό του μικρό χημικό εργαστήριο, που είχε δημιουργήσει με δικές του δαπάνες. Ο Λάνδερερ έφθανε στην αίθουσα του μαθήματος με παραγεμισμένες τις τσέπες της φαρδιάς ρεντιγκότας του από χημικά σκεύη και ουσίες, για τα πειράματα που σε λίγο θα παρουσίαζε. Τα σπασμένα ελληνικά του δεν χαλούσαν την πηγαία ευφράδεια και μάλιστα με τους ιδιωματισμούς τους, προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο το ενδιαφέρον.

Αργότερα, όταν χτίσθηκε το Πανεπιστήμιο, το υποτυπώδες χημείο του, που εν τω μεταξύ ενισχυόταν και από το κράτος, με ετήσια επιχορήγηση 600 δραχμών, μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της βορεινής πλευράς του, ενώ τα μαθήματα διδάσκονταν στην αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής.

Η αγάπη του για την επιστήμη του και το ακούραστο ενδιαφέρον του για τη νέα του πατρίδα, εκδηλωνόταν και με το ερευνητικό του έργο για τον φυσικό της πλούτο, το οποίο υπήρξε αξιόλογο, μάλιστα όταν κριθή υπό τις δύσκολες συνθήκες και τα πενιχρά μέσα της εποχής. Ασχολήθηκε κυρίως με τα ιαματικά μας νερά και δημοσίευσε σχετικές μελέτες που περιγράφουν τη σύστασή τους, την ωφελιμότητά τους και τη θεραπευτική τους εφαρμογή. Έγραψε για τα νερά της Μήλου, της Κύθνου, της Υπάτης, της Αιδηψού, των Θερμοπυλών και των Μεθάνων. Και άλλα θέματα ερεύνησε και πολλά γι’ αυτά δημοσίευσε, σε ελληνικά και σε ξένα ειδικά περιοδικά. Ακούραστος επίσης συλλέκτης, απέκτησε πλούσια βιβλιοθήκη και κατάρτισε συλλογές φαρμακογνωστικές και ορυκτολογικές.

Πολυγραφότατος, εξέδωσε πολλά διδακτικά βιβλία που υπήρξαν πολύτιμα στην εποχή τους για τους φοιτητές του και τον άλλο κόσμο και είναι από τα πρώτα του χημικού κλάδου. Η δουλειά του αυτή ήταν δύσκολη και κουραστική για εκείνον, αφού οι γνώσεις του της ελληνικής υστερούσαν. Και όμως κατόρθωνε να ξεπερνά το εμπόδιο αυτό με επιτυχία. Στα συγγράμματά του περιλαμβάνονται: Αναλυτική Χημεία (1842), Χημεία (ανόργανος 1840, οργανική 1842), Οδηγίαι προς παρασκευήν Χημικών και Φαρμακευτικών σκευασμάτων (1857), Εγχειρίδιον Ζωολογίας (1844), Εγχειρίδιον Συνταγολογίας (1845), Εγχειρίδιον Τοξικολογίας (1843) κ.ά.

Τη φημισμένη αναλυτική του δεξιοτεχνία, που γινόταν με τα ολίγα και πτωχά μέσα του εργαστηρίου του, τη συμπλήρωνε, χρησιμοποιώντας και τη γλώσσα του. Δοκίμαζε κάθε τι που ανέλυε, ακόμη κι εκείνα που ήσαν ή φαίνονταν αηδή και αποκρουστικά. Απαράδεκτο αυτό για τον πολύ κόσμο, υπήρξε αφορμή να τον χαρακτηρίζουν μερικοί ως «ρυπαρό».

Ο Ξ. Λάνδερερ, που έφθασε στον τόπο μας μόλις 24 χρονών, που πολύ εργάσθηκε γι’ αυτόν κι πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στην αγαπημένη του Αθήνα και που τόσο αγαπήθηκε και θαυμάστηκε από όλους τους Έλληνες, πέθανε* στις 7 Ιουλίου του 1885.

 

Υποσημείωση


* Εφημερίς, αρ. φύλ. 189, 08.07.1885

Υπό κεραυνοβόλου αποπληξίας βληθείς εξέπνευσε χθες ο ΞΑΒΕΡΙΟΣ ΛΑΝΔΕΡΕΡ. Γεννηθείς εν Βαυαρία κατά το 1809 επεράτωσεν εκεί τα γυμνασιακά αυτού μαθήματα και ενεγράφη φοιτητής εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου του Μονάχου, ίνα τραπή κατόπιν εις την σπουδήν της ιατρικής. Περατώσας τας εις την ιατρικήν σπουδάς του, ηκολούθησε προσκληθείς τον μακαρίτην Όθωνα εις Ελλάδα, όπου ανέλαβε την διδασκαλίαν της φαρμακευτικής, αναδείξας τότε πλείστους φαρμακοποιούς διασπαρέντας ανά πάσαν την Ελλάδα. Κατά το 1834 εκλήθη ως μέλος της συστάσης επιτροπής προς έκδοσιν ελληνικής φαρμακολογίας, ήτις εξεδόθη κατά το 1837 και ης δευτέρα έκδοσις εγένετο κατά το 1868. Κατά το 1837 ιδρυθέντος του Εθνικού Πανεπιστημίου, διωρίσθη τακτικός καθηγητής της φυσικής χημείας και φαρμακευτικής μετά ζήλου εργασθείς.

Ευθύς μετά τον διορισμόν του εξερράγη εν Πόρω η πανώλης, ένθα μετέβη και συνέτεινε προς περιορισμόν της εξαπλώσεως της νόσου. Κατά το 1843 μετά των άλλων Βαυαρών ο Λάνδερερ ηναγκάσθη να αποσυρθή του Πανεπιστημίου, αλλά επειδή ουδείς υπήρχεν ο αντικαταστήσων αυτόν, εξεδόθη μετά δύο έτη Β. Διάταγμα, δια ου επανήλθε πάλιν εις την προτέραν εν τω Πανεπιστημείω έδραν του. Ο Λάνδερερ ειργάσθη και επί 25 έτη αμισθώς ως καθηγητής της χημικής τεχνολογίας εν τη πολυτεχνική σχολή. Την εν τω Πανεπιστημίω θέσιν του ετήρησε και μετά την έξωσιν του Όθωνος, μετ΄ ολίγον ηναγκάσθη να παραιτηθή, αλλά και μετά τούτο παρέμεινεν εν τω ανωτάτω τούτω εκπαιδευτηρίω διδάσκων επί τίνα χρόνον αμισθί την Βοτανικήν. Κατά το 1847 το εν Ερλάγγη πανεπιστήμιον ανηγόρευσε τον Λάνδερερ διδάκτορα της φιλοσοφίας. Και μετά την εκ του πανεπιστημίου απομάκρυνσιν του ο Λάνδερερ ουκ επαύσατο εργαζόμενος υπέρ κοινοφελών σκοπών άλλοτε μεν συγγράφων άλλοτε δε εις εφημερίδας καταχωρίζων κοινωφελείς γνώσεις.

Ο μακαρίτης ετιμήθη διά παρασήμων διαφόρων κρατών, έφερε δε και τον χρυσούν σταυρόν του Σωτήρος. Διετέλει μέλος πεντήκοντα επιστημονικών συλλόγων και εταιριών, συνέγραψε δε γερμανιστί και ελληνιστί περί τα είκοσι συγγράμματα. Άμα τη γνώσει του θανάτου του συνήλθεν εις συνεδρίασιν η του πανεπιστημίου σύγκλητος, ήτις διά δημοψηφίσματός της απεφάσισεν, ίνα εκφρασθώσι διά του πρυτάνεως τα συλλυπητήρια τη οικογενεία του θανόντος, καθηγηταί του Πανεπιστημίου να κρατώσι κατά την κηδείαν τας ταινίας του φερέτρου του και εξελέγη ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Χρηστομάνος να εκφωνήση από μέρους του Πανεπιστημίου τον επικήδειον.

Δρ. Ιωάννης Δ. Κανδήλης

 

Πηγή


  • Βιομηχανική Επιθεώρησις 49, 565-569 (Αύγουστος 1981).

 

Read Full Post »

Λινδερμάιερ  Αντώνιος


  

Βαυαρός  Στρατιωτικός Ιατρός, που συνόδευσε τον Όθωνα στην Ελλάδα. Υπήρξε ο ιδρυτής του πρώτου στρατιωτικού νοσοκομείου στο Ναύπλιο και κατόπιν ο διοργανωτής και διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου στην Αθήνα και της στρατιωτικής φαρμακαποθήκης.

Έφερε δε και τον τίτλο του αρχιάτρου  της Βασιλικής  Αυλής. Κατά την έξωση του Όθωνα τον ακολούθησε στη Βαυαρία. Όταν επανήλθε εκεί το 1864, ανέλαβε και πάλι στρατιωτικός  Αρχίατρος, από εκτίμηση στην επιστημονική του υπεροχή.

Έγινε συγγραφέας ικανών επιστημονικών μονογραφιών και ιστορικών σημειωμάτων στο γερμανικό τύπο, αναφερόμενος φιλικότατα  στην παλαιά και νέα Ελλάδα. Πέθανε στην Αθήνα το 1868.

 

Πηγή

  •  Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1929. 

 

Read Full Post »

Ιώ (μυθολογία)


 

Κόρη του Ινάχου βασιλέα του Άργους – γιου του Ωκεανού και της Τηθύος – ήρωα τραγωδίας του Σοφοκλή. Μητέρα της ήταν η Ωκεανίδα Μελία. Έγινε διάσημη, επειδή δέχτηκε την οργή της Ήρας όταν η θεά ανακάλυψε τις σχέσεις με τον Δία, (ήταν ιέρεια της Ήρας) που τον είχε σκλαβώσει με τα παρθενικά της θέλγητρα. Τότε ο Ζευς, για να την προστατεύσει από το μένος της συζύγου του, την μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Η Ήρα όμως υποχρέωσε τον Δία να αρνηθεί, με όρκο (αφροδίσιος όρκος), την παράνομη σχέση του και να της παραδώσει το ζώο. Ο Ζευς αναγκάστηκε να υποχωρήσει και η Ήρα έθεσε την αγελάδα υπό την επιτήρηση του Άργου, ενός γίγαντα συγγενούς της που είχε εκατό οφθαλμούς, διεσπαρμένους σε όλο του το σώμα.

 

Ο Δίας και η Ιώ, 1550. Έργο του Ιταλού ζωγράφου, Paris Bordone, Gothenburg Museum of Art (Μουσείο Τέχνης Γκέτεμποργκ), Σουηδία.

 

Εκτελώντας την εντολή της Ήρας, ο Άργος οδήγησε την Ιώ – αγελάδα σ’ ένα άλσος ιερό κοντά στις Μυκήνες και την έδεσε σ’ ένα δέντρο (μια ελιά, κατά τον Απολλόδωρο). Το δέντρο αυτό υπήρχε και το δείχνανε στους επισκέπτες και κατά την ιστορική εποχή. Εκεί  δεμένη τη φύλαγε ο Άργος, χωρίς να παραμελεί το καθήκον του μήτε στιγμή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αερόπη


 

Κόρη του βασιλιά Κατρέα  και εγγονή του  Μίνωα, γυναίκα του Ατρέα, που έγινε βασιλέας των Μυκηνών κάτω από ιδιότυπες συνθήκες. Διωγμένος από τον πατέρα του Πέλοπα απ’ την Πίσα, γιατί με τον αδελφό του Θυέστη είχαν σκοτώσει τον από άλλη μάννα αδελφό τους Χρύσιππο, είχε καταφύγει στην αυλή του ανιψιού του Ευρυσθέα.

Τότε όμως αυτός βρισκόταν σε πόλεμο με τους Ηρακλείδες, που τους υποστήριζαν οι Αθηναίοι, και δεν γύρισε πίσω, γιατί στην Αττική τον σκότωσε ο Ιόλαος (γιος του Ιφικλέα, οδηγός του άρματος του Ηρακλή, πιστός του σύντροφος στους άθλους του και στις μάχες του, όπως τον βλέπουμε στην Ησιόδεια αφήγηση της πάλης του με τον Κύκνο, βλ. Πινδ. Ίσθμ. 1,16 και επομ. Σχολ. Ασπίς 77 κέξ.).

Τότε ο λαός των Μυκηνών, όρισε βασιλέα του τον Ατρέα βάζοντας τέρμα στη δυναστεία των Περσίδων. Από τούτη τη στιγμή αρχίζει και η περιπέτεια του οίκου των Ατρειδών. Την αρχή την κάνει η Αερόπη που γίνεται ερωμένη του κουνιάδου της Θυέστη κι’ αποφασίζει μ’ αυτόν να αφαιρέσει την βασιλεία απ’ τον Ατρέα. Και να πως:

Ο Ατρέας είχε ένα χρυσόμαλλο αρνί, δώρο του Ερμή, που μ’ αυτό τον τρόπο εκδικείτο το θάνατο του γιου του Μυρτίλου, που τον είχε σκοτώσει ο Πέλοπας. Κι είχε πει πως όποιος ήταν κάτοχος του αρνιού θα ήταν και κάτοχος του θρόνου. Από δω κι’ η διχόνοια των γιών του Πέλοπα.

Ο Θυέστης με την βοήθεια της Αερόπης έκλεψε το αρνί και διακήρυξε πως αυτός ήταν ο νόμιμος κάτοχος του θρόνου. Ο Δίας για να τον ξεσκεπάσει έκανε τον ήλιο να παλινδρομήσει. Ο Ατρέας αποκαλύπτοντας την διπλή προδοσία έριξε την Αερόπη στη θάλασσα κι’ έδιωξε τον Θυέστη.

Αργότερα, δήθεν για συμφιλίωση τον κάλεσε πίσω και του έκανε τραπέζι προσφέροντας του μαγειρεμένα τα ίδια του τα παιδιά, τον Τάνταλο και τον Πλησθένη. Μετά του αποκάλυψε το αποτρόπαιο έγκλημα. Τότε ο ήλιος – από δέος προς το φριχτό τούτο περιστατικό – άλλαξε πορεία κι’ η γη σκοτείνιασε κι’ ο Θυέστης έφυγε καταρώμενος την γενιά του Ταντάλου, που οι περιπέτειες των μελών της ενέπνευσαν στους τραγικούς τις (Αισχύλο,* Σοφοκλή, Ευριπίδη) παθητικές τραγωδίες. 

 

 Υποσημείωση


 

* Ο Αισχύλος από την μακριά και αιματοβαμμένη ιστορία του οίκου των Τανταλιδών, επιλέγει εκείνα τα σημεία που αναφέρονται στους απογόνους του Πέλοπα.

Ο Πέλοπας είχε δυο παιδιά, τον Ατρέα και τον Θυέστη. Ο Ατρέας έγινε βασιλιάς των Μυκηνών και πήρε γυναίκα του την Αερόπη. Η Αερόπη όμως αγάπησε τον Θυέστη και συνωμότησε μαζί του ενάντια στον Ατρέα. Όταν ο Ατρέας κατάλαβε τη συνωμοσία, έδιωξε από τις Μυκήνες τον Θυέστη, τον οποίο ακολούθησε και η Αερόπη παίρνοντας μαζί της και τον μικρό της γιο, τον Πλεισθένη, που μεγάλωσε στην εξορία, χωρίς να μάθει ότι πατέρας του ήταν ο Ατρέας.

Ο Θυέστης, μετά από καιρό στην εξορία, αποφασίζει να σκοτώσει τον Ατρέα, και για τον σκοπό αυτό στέλνει στις Μυκήνες τον μεγαλωμένο πια Πλεισθένη. Όμως εκεί, αντί να σκοτώσει ο Πλεισθένης τον Ατρέα, σκοτώνεται ο ίδιος από τον Ατρέα. Όταν ο Ατρέας μαθαίνει ότι αυτός που σκότωσε ήταν δικός του γιος και ότι τον είχε στείλει εναντίον του ο Θυέστης, αποφάσισε να εκδικηθεί με φοβερό τρόπο.

Με πρόφαση ότι επιθυμεί τη συμφιλίωση, καλεί τον Θυέστη από την εξορία, σκοτώνει τα δύο δίδυμα παιδιά του, τον προσκαλεί σε δείπνο και του προσφέρει για φαγητό, το ψημένο κρέας των παιδιών του.

Όταν ο Θυέστης κατάλαβε, εκφέρει «βαρείαν αράν», εναντίον του γένους του Πλεισθένη, δηλαδή εναντίον του οίκου του Ατρέα και των απογόνων του. Γιοι του Ατρέα είναι ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος, και γιος του Θυέστη ο Αίγισθος.

Πολύ αργότερα, με αφορμή την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη, γίνεται η εκστρατεία των Ελλήνων στην Τροία, με επικεφαλείς τους γιους του Ατρέα. Όταν συγκεντρώθηκε ο στόλος των Ελλήνων στην Αυλίδα, η θεά Αρτεμις, στέλνει αντίθετους ανέμους εμποδίζοντας τον απόπλου των πλοίων. Με υπόδειξη του μάντη Κάλχα, ο Αγαμέμνων θυσιάζει την κόρη του Ιφιγένεια προκειμένου να εξιλεωθεί απέναντι στην Άρτεμη της οποίας είχε σκοτώσει το ελάφι.

   

Πηγή

  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Ορέστεια του Αισχύλου, Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

 

 

Read Full Post »

Νικίππη

 


Κόρη του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας – αδελφή του Ατρέα, του Θυέστη και του εξώγαμου Χρύσιππου. Είναι  η γυναίκα  του  βασιλιά  των  Μυκηνών  Σθένελου*, μητέρα του Ευρυσθέα και πολλών άλλων, καθώς και του Τροιζήνα και Επιδαύρου – επώνυμων των αργολικών πόλεων.

Υποσημείωση

* Γιος Περσέα – Ανδρομέδας˙ εκθρόνισε τον Αμφιτρύωνα (πατέρα του Ηρακλή) απ’ το Άργος        και ένωσε σ’ ένα βασίλειο αυτό, την Τίρυνθα και τις Μυκήνες.

 

Πηγή

  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Read Full Post »

Ο Προτεστάντης ιεραπόστολος  Ιλάϊας Ρίγκς, η αποστολή του στην Ελλάδα και τα Σχολεία του στο Άργος.


  

Ποιος ήταν

    

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ο Προτεστάντης ιεροκήρυκας Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs) γεννήθηκε στο Νιού Πρόβιντενς της πολιτείας του Νιού Τζέρσεϊ της Αμερικής στις 19 Νοεμβρίου 1810 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 17 Ιανουαρίου 1901. Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά στις 27 Ιανουαρίου 1832 σε ηλικία μόλις 21 ετών. Υπήρξε σημαντικός διανοούμενος, ενώ θα μπορούσαμε  να τον χαρακτηρίσουμε ως ιδιαίτερα χαρισματικό άτομο αφού από τεσσάρων μόλις ετών γνώριζε να διαβάζει ενώ στα εννέα του άρχισε να μαθαίνει ελληνικά και στα δεκατρία του εβραϊκά. Η εταιρεία του (American Board of Commissioners for Foreign Missions)*, πολύ νωρίς τον διόρισε ως ιεραπόστολο εκτιμώντας μεταξύ των άλλων προσόντων του την άριστη γνώση της ελληνικής, της εβραϊκής, της αρμενικής και της βουλγαρικής γλώσσας, αλλά και την επαρκή γνώση της τουρκικής και της αραβικής.

Είχε αποφοιτήσει από το Κολέγιο Άμχερστ και υπήρξε ακούραστος και ικανός μεταφραστής. Γι’ αυτό και η ιεραποστολική εταιρεία της οποίας ήταν στέλεχος, τον επέλεξε για να μεταφράσει την Βίβλο στη σύγχρονη αρμενική και βουλγαρική. Σημαντική εργασία που έτυχε ξεχωριστών επαίνων κυρίως γιατί τα κείμενα ήταν ιδιαιτέρως εύληπτα. Οι Βούλγαροι διανοούμενοι θεωρούν ότι ο ιερωμένος Ρίγκς έθεσε σε μεγάλο βαθμό τις βάσεις της σύγχρονης αρμενικής και βουλγαρικής γλώσσας.

Ο Ρίγκς μετέφρασε από τα αγγλικά στα ελληνικά, στα τουρκικά, στα αρμενικά και στα βουλγαρικά πολλούς λαοφιλείς ύμνους, ενώ συνέταξε λεξικό στην αρμενική και τουρκική. Στην Ελλάδα παρέμεινε έξη χρόνια ενώ στην Τουρκία εξήντα τρία. Για πενήντα πέντε χρόνια τον συντρόφεψε και εργάστηκε μαζί του η σύζυγός του Μάρθα, μέχρι τον θάνατό της το 1887. Τον βοήθησε δε σημαντικά στο μεταφραστικό του έργο.

 

Δράση

    

Μετά από παραμονή 2 σχεδόν ετών στην Αθήνα, ο Ρίγκς με την σύζυγό του Μάρθα ήρθαν στο Άργος με σκοπό την δημιουργία ενός σχολείου θηλέων. Στο Άργος λειτουργούσε ήδη ένα σχολείο θηλέων (ιδιαίτερο παρθεναγωγείο). Η εκπαίδευση των κοριτσιών είχε ιδιαίτερα αναπτυχθεί τότε στο Άργος, όπως στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στην Ερμούπολη της Σύρου.

Μετά από παραμονή έξη μηνών ο Ρίγκς διατηρεί ισχυρές επιφυλάξεις για την επιτυχία της προσπάθειάς του, εκφράζοντας την υποψία ότι εκείνοι που αντιδρούσαν στην ίδρυση του σχολείου του είχαν ισχυρές προσβάσεις στην Κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά, συμπληρώνοντας ένα χρόνο παραμονής και λειτουργίας στο Άργος, στο σχολείο του φοιτούν 40 μαθήτριες. Φιλοδοξεί να ιδρύσει Ελληνικό σχολείο ενώ σχεδιάζει το σχολείο του να διαθέτει τρία τμήματα.

Α. Νηπιαγωγείο

Β. Αλληλοδιδακτικό και

Γ. Διδασκαλείο, για την επιμόρφωση διδασκαλισσών.

Οι ιεραπόστολοι στα πλαίσια των μορφωτικών και εκπαιδευτικών σχεδιασμών τους, στρέφονται προς τις γυναίκες των μικρότερων αστικών κέντρων για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν ο ανταγωνισμός που συνεχώς αύξανε μεταξύ των σχολείων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο δεύτερος ήταν το γεγονός ότι οι γυναίκες – στα πλαίσια των συνεχών αλλαγών των κοινωνικών συνθηκών- επεδίωκαν να μορφωθούν προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο επάγγελμα και κατ’ επέκταση να εργαστούν.

Βέβαια, ένα άλλος σημαντικός λόγος που οι ιεραπόστολοι άρχισαν να απευθύνονται στις γυναίκες ήταν η γρήγορη εξάπλωση των σχολείων σε όλη την Ελλάδα αλλά μόνο σε επίπεδο σχεδιασμών και προοπτικής και σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό αφού ήδη είχαν αρχίσει οι έντονες αντιδράσεις της Εκκλησίας και οι παρεμβάσεις του Κράτους. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν η ψήφιση του Νόμου της 6ης/ 18ης Φεβρουαρίου 1834, ο οποίος έδινε άδεια διδασκαλίας αποκλειστικά στους αποφοίτους του Δημόσιου Διδασκαλείου στο Ναύπλιο.     

Το άσχημο κλίμα του 1834 ανατρέπεται στα τέλη του 1835. Οι ιεραπόστολοι βλέπουν τις συνθήκες να βελτιώνονται αισθητά αλλά δεν παύουν να υπάρχουν διακυμάνσεις. Άλλοτε ευνοϊκές και άλλοτε εχθρικές.

Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο ιερομόναχος Γερμανός με την συμπαράσταση κάποιων πολιτών, λιθοβόλησαν το σχολείο του Ρίγκς με την δικαιολογία ότι στο Αμερικανικό σχολείο γινόταν προσηλυτισμός. Ο εισαγγελέας εφετών Ναυπλίου σε έγγραφό του αναφέρει ότι «φρόνιμον να μη γενή περαιτέρω εξέτασις περί του συμβάντος».

Παρά τις αντιδράσεις και το αμφιλεγόμενο κλίμα που επικρατεί, οι ιεραπόστολοι Ρίγκς και Κίνγκ συνεχίζουν το έργο τους και μάλιστα παίρνουν την πρωτοβουλία, περισσότερο παρακινούμενοι από την ιδιότητα του δασκάλου παρά του ιεροκήρυκα – χωρίς την έγκριση της εταιρείας τους- να προγραμματίσουν την αποστολή τριών Ελληνοπαίδων στην Αμερική για να μορφωθούν σε εκεί πανεπιστήμια, με το σκεπτικό ότι άξιζαν αυτή την βοήθεια επειδή ήταν επιδεκτικά στην καλή, ηθική διδασκαλία και η επιμέλεια και η επιθυμία τους ήταν δοκιμασμένη.

Τα ονόματά τους ήταν: Λουκάς Οικονόμος, Κωνσταντίνος Μεναίος, Αναστάσιος Μεναίος ενώ ένα τέταρτος με το όνομα Αργυρός δεν ήταν βέβαιο ότι θα σταλεί με τους άλλους.

Από επιστολή του προς τους προϊσταμένους του στην Αμερική, προκύπτει ότι στις αρχές του 1836 ο Ρίγκς διατηρεί δύο σχολεία κοριτσιών με 70 μαθήτριες εκ των οποίων οι 50 παρακολουθούν συστηματικά. Ακόμη τους πληροφορεί ότι τα σχολεία του στο Άργος προοδεύουν ενώ ήδη έχουν οργανώσει ένα ανώτερο τμήμα στο οποίο φοιτούν 9 κορίτσια, το οποίο λειτουργεί με την δική τους αποκλειστική ευθύνη.

Στα μέσα του 1836 το ανώτερο αυτό τμήμα που αποκαλούν « Σεμινάριο» έχει 14 μαθήτριες οι οποίες μετά την αποφοίτηση τους θα γίνουν βοηθοί. Το τμήμα επομένως θα αποτελούσε ένα είδος Υποδιδασκαλείου και οι απόφοιτες θα βοηθούσαν στα σχολεία του.

Παρ’ όλες τις προόδους, ο Αμερικανός ιερωμένος εκφράζεται με επιφυλάξεις για το μέλλον των σχολείων και δείχνει απαισιόδοξος λόγω της παρέμβασης του Κράτους, το οποίο προγραμματίζει την ανάρτηση εικόνων στα σχολεία και την διδασκαλία της κατήχησης από Ορθόδοξους ιερείς. Αν αυτό συμβεί, τότε το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο για τα μισιοναρικά σχολεία. Βέβαια, μια άλλη κίνηση ιεραποστόλων, των επισκοπιανών, έχουν ήδη δεχτεί Ορθόδοξο ιερέα στα σχολεία τους και εύκολα- σύμφωνα με την γνώμη του Ρίγκς- θα δεχτούν και τις εικόνες.

Στα τέλη του 1836 οι ιεραπόστολοι της Αμερικανικής αποστολής (A.B.C.F.M.) οργανώθηκαν σε σώμα. Με την άφιξη ενός ακόμη ιεραποστόλου, του Νάθαν Μπέντζαμιν η ιεραποστολή ενισχύθηκε σημαντικά.

Ομόφωνα αποφασίστηκε ο Μπέντζαμιν να παραμείνει στο Άργος μαζί με τον Ρίγκς, ενώ παράλληλα πάρθηκε απόφαση για την έκδοση μιας θρησκευτικής εφημερίδας, της οποίας την ευθύνη της έκδοσης θα ανελάμβανε κάποιος ενάρετος Έλληνας.

Κι ενώ οι αντιδράσεις στο Άργος συνεχίζονται και κάποιος Ορθόδοξος ιερομόναχος ξεσηκώνει τον κόσμο να κάψουν τους ιεραπόστολους, τα σχολεία λειτουργούν κανονικά με ελάχιστες αποχωρήσεις μαθητριών. 40 μαθήτριες φοιτούν κανονικά και μάλιστα η σύζυγος του Ρίγκς, ιδρύει νηπιαγωγείο με 25 περίπου νήπια.

 

 

Οι Μαθητές των σχολείων των Ρίγκς στο Άργος

 

 1834. Ίδρυση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων.

1835. Αλληλοδιδακτικό θηλέων. 40 μαθήτριες.

1836. Οι Ρίγκς διαθέτουν δύο σχολεία αλληλοδιδακτικά. 70 μαθήτριες.

1836. Ανώτερο τμήμα, Υποδιδασκαλείο. 14 μαθήτριες.

1837. Νηπιαγωγείο. 25 νήπια.

1838. Διακοπή των προτεσταντικών σχολείων Ρίγκς.

Επόμενη κίνηση του προτεστάντη ιερέα είναι η δημιουργία Ελληνικού σχολείου. Ζητά από τα κεντρικά γραφεία την ενίσχυσή του με 500 δολάρια προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η νέα του πρωτοβουλία. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου όμως, ο οποίος είναι και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης, ανατρέπει τα σχέδια του Ρίγκς. Του προτείνει να στηρίξουν το δημόσιο Ελληνικό σχολείο.

Ο Ρίγκς συμφώνησε με την προϋπόθεση να διδάσκουν το μάθημα της Αγίας Γραφής οι ιεραπόστολοι όπως εκείνοι νόμιζαν, όπως γινόταν στα Ελληνικό σχολείο της Αθήνας. Ο Δήμαρχος συμφώνησε, όμως τα σχέδια του Ρίγκς για την δημιουργία Ελληνικού σχολείου αρρένων στο Άργος δεν υλοποιήθηκε. Τελικά, ο Ρίγκς χωρίς αιτιολογία, ειδοποίησε την εταιρεία του ότι δεν χρειαζόταν πλέον την επί πλέον χρηματοδότηση, αφού ο σχεδιασμός για σχολείο ματαιώθηκε. Προφανώς ο λόγος ματαίωσης της συνεργασίας ήταν το αίτημα του ιεραπόστολου που αφορούσε στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής από τους προτεστάντες.

Το έτος 1837 τα σχολεία των Ρίγκς και Μπέντζαμιν συνεχίζουν να λειτουργούν ενώ το σχολείο του Κίνγκ στην Αθήνα έχει κλείσει από τις αρχές του 1837.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1838 θα κλείσει και τα σχολεία του Άργους. Στην διακοπή της λειτουργίας των σχολείων των προτεσταντών στο Άργος,  οδήγησαν κυρίως κοινωνικοί λόγοι. Στο περιοδικό « The Missionary Herald» αναφέρεται ότι « Η παράδοξα μη ευνοϊκή διάθεση του πληθυσμού στο  Άργος μας έκανε να πάρουμε μια τέτοια απόφαση».

Ο Ν. Μπέντζαμιν πήγε κοντά στον Ιωνά Κίνγκ και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Σταθμό της Αθήνας ενώ ο Ιλάϊας Ρίγκς με την οικογένειά του μετέβη στην Σμύρνη κι ύστερα στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει εκεί.

  

Υποσημείωση

  

 * Στις αρχές  του ΙΘ’ αιώνος, παρατηρήθηκε ζωηρή κίνηση Προτεσταντών Μισσιοναρίων προς Ανατολάς. Η αποκατάσταση της τάξεως στην Μεσόγειο διευκόλυνε την εγκατάστασή τους, ενώ η δυστυχία, η φτώχεια και η αμάθεια, οι οποίες επικρατούσαν σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο, απέβησαν ευκόλως αντικείμενο εκμεταλλεύσεως προς επικράτησή τους. Δυτικοί Προτεστάντες διαφόρων εθνικοτήτων – Άγγλοι, Αμερικανοί, Γερμανοί, Ελβετοί κ.α.- αλλά και Παπικοί ίδρυσαν πολυάριθμους ιεραποστολικούς σταθμούς – σφύζουσες δυτικές Εστίες – στα σπουδαιότερα εκκλησιαστικά και πολιτικά κέντρα της ελευθέρης και υποδούλου Ελλάδας, τέλεια οργανωμένους, «κατεργαζόμενοι  μεθοδευμένα τον δυτικότροπο κοινωνικοπολιτικό μετασχηματισμό της».

 Κυρία οδός αυτής της προσπάθειας τους, απετέλεσε η Εκπαίδευση του αμόρφωτου λαού και μάλιστα των νέων, και η ίδρυση σχολείων, τα οποία ευρίσκοντο υπό την άμεση εποπτεία τους, καθώς η προσφερομένη σε αυτά παιδεία – οργανωμένη εκ των ιδίων – βάσει συγκεκριμένου προγράμματος, διευκόλυνε την διάδοση των ιδεών τους, αφ’ ού στους μαθητές εύρισκαν τα ευήκοα ώτα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αντιστάσεως από τους διαπλαθομένους και συνεπώς ευάλωτους νέους, οι οποίοι, αφ’ ενός θα διέδιδαν τις νέες σε αυτούς διδασκόμενες ιδέες, στους – συχνά αμόρφωτους – γονείς τους, κατ’ επέκτασιν δε και σε όλη την κοινωνία, αφ’ ετέρου οι ίδιοι θα αποτελούσαν την ελληνική κοινωνία του μέλλοντος, εξοικειωμένοι εξ απαλών ονύχων μετά του δυτικού περιβάλλοντος και με διαμορφωμένο αναλόγως το φρόνημα τους! Ταυτοχρόνως, στους χώρους της εκπαιδεύσεως υπήρχε πρόσφορο έδαφος για διακίνηση των προπαγανδιστικών τους εντύπων και μεταφράσεων. Έτσι οι Μισσιονάριοι, ανέπτυξαν  ένα τεράστιο εκπαιδευτικό έργο στην Ελλάδα.

   

Πηγές

 

  •  Θαναηλάκη Πόλλη, «Αμερική και Προτεσταντισμός», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2005.
  • Georgi Genov, «American Elias Riggs and his contribution to the Bulgarian National Revival», Historical Archives. Sofia, Issue 9-10, November 2000 – May 2001. (in Bulgarian)

  

Read Full Post »

Minio Bartolomeo (1428-1518)


 

Ο Bartolomeo Minio ήταν, εκτός των άλλων, Ενετός ηγέτης και κυβερνήτης (provveditor e capitanio) στο Ναύπλιο του Ενετικού Μωριά (σύγχρονο ελληνικό Ναύπλιο) από το 1479 έως 1483 μ.Χ. Οι εκθέσεις του στη Βενετία (dispacci) αποτελούν μία μοναδική ιστορική πηγή για τη Νότια Ελλάδα του 15ου αιώνα.

 

Οικογένεια


Η οικογένεια Minio εμφανίζεται το 904 όταν κάποιος Paolo Minio μετεγκαθίσταται στο Rialto. Γύρω στο 1300 η οικογένεια του Bartolomeo κατείχε αναρίθμητα αξιώματα και είχε επίσης συμπεριληφθεί στο  estimo του 1379. Τα ονόματα εννέα μελών της οικογένειάς του βρίσκονταν στους καταλόγους κυβερνητών της Ελλάδας και των νησιών του Αιγαίου του Hopf. Ο Bartolomeo γεννήθηκε στη Βενετία γύρω στο 1428 από τον Marco Minio και τη Cristina Storlado και ήταν ο μικρότερος ανάμεσα σε πέντε γιους. Η Cristina πέθανε όταν ο Bartolomeo ήταν μόλις δύο ετών και ο Marco ξαναπαντρεύτηκε το 1431. Το 1455 ο Bartolomeo παντρεύτηκε την Elena Trevisan.  Μαζί απέκτησαν τρεις γιους (ο πρώτος, Marco, ο οποίος γεννήθηκε γύρω στο 1460, ο Alvice γεννημένος το 1461 και ο Francesco). Το σπίτι της οικογένειας βρίσκεται στην ενορία San Tomà της περιοχής San Polo της Βενετίας.

 

Στρατιωτική και πολιτική καριέρα


Άποψη του Ναυπλίου, Venetia, 1598.

Άποψη του Ναυπλίου, Venetia, 1598.

Το 1462 ο Bartolomeo ξεκίνησε την καριέρα του ως σύμβουλος στην περιοχή της Κέρκυρας. Ο Minio πέρασε πάνω από σαράντα δύο μήνες στο Ναύπλιο ξεκινώντας από το Νοέμβριο του 1479. Η θητεία του υπήρξε αξιοσημείωτη, κυρίως για την οχύρωση που δημιούργησε στο Ναύπλιο, για την τακτοποίηση των εδαφικών συνόρων με τους Οθωμανούς και για τη συνετή διευθέτηση της εξέγερσης του Κλαδά. Το 1499 και το 1500 εγκαταστάθηκε στην Κύπρο, όπου η συμβολή του στην οχύρωση της Αμμοχώστου υπήρξε πολύ σημαντική. Ανάμεσα στο 1500 και 1502 ήταν υποδόγης και κυβερνήτης της Κρήτης. Η συλλογή από πενήντα αναφορές που συνέταξε την εποχή εκείνη υπάρχει έως σήμερα. Αυτές οι αναφορές σε συνδυασμό με τις ενενήντα που συνέταξε στο Ναύπλιο, δημιουργούν μία ασύγκριτη συλλογή επιστολών. Μία συλλογή αυτών των επιστολών από τη Diana G. Wright και τον John R. Melville-Jones συνοδευόμενη από μετάφραση και υπόμνημα έχει εκδοθεί το 2008 από τη UniPress στην Padova της Ιταλίας.

Η καριέρα του στη Βενετία και την ηπειρωτική χώρα ακολούθησε τη συνηθισμένη πορεία των Βενετσιάνων αριστοκρατών. Το 1497 υπήρξε σύμβουλος για θέματα ύδρευσης, το 1503 σύμβουλος και επικεφαλής των Dieci, ανώτατος δικαστικός στην Cremona από το 1504 έως το 1505, το 1506 και 1507 και ξανά το 1510 και 1514 ανώτατος δικαστικός στην Padua.

Το 1509, σε ηλικία 80 ετών, συνάντησε τον Ιούλιο ΙΙ προκειμένου να συζητήσουν το θέμα που αφορούσε το παπικό διάβημα που είχε υπογραφεί στη Βενετία για την κατάκτηση της Ravenna και της Faenza. Είχε διοριστεί επαρχιακός σύμβουλος των ενόπλων μισθοφορικών σωμάτων του πολέμου στη Ferrara το 1484. Το 1485 εκλέχθηκε αρχηγός της ετήσιας Βενετσιάνικης εμπορικής αποστολής στη Φλαμανδική περιοχή και στην Αγγλία. Στον κόλπο του Biscay, η αποστολή που αποτελείτο από τέσσερις γαλέρες δέχθηκε επίθεση από πειρατές, ένας εκ των οποίων υπήρξε και ο Χριστόφορος Κολόμβος. Το εμπόρευμα εκλάπη και ο Minio με τους επιζώντες αφέθηκαν στην ακτή της Πορτογαλίας.

Ο Bartolomeo υπήρξε ασθενής για κάποιες περιόδους πριν από το θάνατό του. Εκτός από το ότι δεν παρέστη στον εσπερινό της 25ης Απριλίου 1512, μία εβδομάδα αργότερα έστειλε επιστολή στο Κολλέγιο μέσω της οποίας απορρίπτει τη θέση του υποδόγη εξαιτίας της ασθένειάς του. Ήταν πάλι ασθενής και έχασε δύο σημαντικές επίσημες τελετές το Μάιο και τον Ιούνιο του 1513. Πέρα από όλα αυτά, έγινε σύμβουλος της Padua τον Οκτώβριο του 1515 μετά από σύσκεψη των Dieci η οποία διήρκεσε έως την ενδέκατη ώρα. Τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 1518 ο Bartolomeo Minio πέθανε σε ηλικία ενενήντα ετών.

 

Απόδοση στα Ελληνικά: Σοφία Δασκαλάκη 

 

Πηγή


 

  • Diana Gilliland Wright and John Melville-Jones, «The Greek Correspondence Bartolomeo Minio / Volume I: Dispacci from Nauplion 1479-1483», Unipress, Padova, Italy, 2008.

Read Full Post »

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος (Βυρτεμβέργη Βαυαρίας 1800 – Αθήνα 1887)


 

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος μεταβαπτισμένος σε Μιχαήλ (Maggel Vinzenz Ernest ή Michael). Αρχιμουσικός σε ελληνικές Στρατιωτικές Ορχήστρες Πνευστών, για τον οποίο έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς αρκετές ασαφείς και αντιφατικές πληροφορίες (κατ’ άλλους ήταν Βιεννέζος, κατ’ άλλους ονομαζόταν Johannes: Ιωάννης…, κατ’ άλλους έκανε 10 παιδιά, κατ’ άλλους 22…, κατ’ άλλους πέθανε το 1840 στη Ρουμανία, κατά δε τον Μοτσενίγο* πέθανε πάλι το 1840, αλλά στην Ελλάδα, ενώ κατά τον Θ. Ν. Συναδινό,** το 1843 ο Maggel ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής ώς τη διάλυσή της το 1855.

Από την άλλη πλευρά διαθέτουμε στο Αρχείο μας την εφημερίδα «Παλιγγενεσία» της 30ης Ιανουαρίου 1887, που αναγγέλλει τον μόλις επισυμβάντα θάνατό του στην Αθήνα. Επίσης άλλοι τον γράφουν Mangel και άλλοι Maggel. Άλλοι πάλι γράφουν ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ είναι γιος του Ερνστ Μάγγελ, ο δε Αντ. Π. Φίλιππας γράφει ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ ήταν προ του 1890 αρχιμουσικός στη «Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος». Αυτή η αντιφατικότητα των στοιχείων άνετα θα δικαιολογούσε είτε την ύπαρξη ενός δεύτερου Maggel – τον οποίο όμως κανένας ειδικός ιστορικός δεν έχει μέχρι στιγμής αναφέρει – είτε την ύπαρξη κάποιου συνονόματου γιου του Μάγγελ, που να σταδιοδρόμησε νεότατος και παράλληλα με τον πατέρα του…).

Εν πάση περιπτώσει, ο ηρωικός Μάγγελ ήρθε στην Ελλάδα προ του Φαβιέρου (1822) διαπνεόμενος από έντονο φιλελληνισμό και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης (ως αγγελιοφόρος), στη μάχη των Δερβενακίων, στην πολιορκία του Ναυπλίου (1822), στις πολεμικές επιχειρήσεις της Καρύστου, της Χίου, όπως και στη μάχη του Χαϊδαρίου επικεφαλής της Ορχήστρας Πνευστών που ενίσχυε τα στρατεύματα του Φαβιέρου (1825) και σε πολλές άλλες μάχες, καταλήγοντας τραυματίας.

Ήταν ήδη λοχαγός κι όπως ίσως έγινε αντιληπτό, ο πρώτος αρχιμουσικός της Στρατιωτικής Μουσικής, που συγκροτήθηκε το 1825 και απετέλεσε μέρος του υπό τον Φαβιέρο τακτικού Στρατού (από αναφορά της Εποχής – 2678/22.9.1825 – γνωρίζουμε τη σύνθεση αυτής της μπάντας: 3 κλαρίνα, 1 φαγκότο, 1 τρομπέτα, 2 κόρνα, 1 τρομπόνι, 1 καπελκόνε και 5 εκτελεστές κρουστών).

Ο Μάγγελ τότε ασπάστηκε την Ορθοδοξία και βαφτίστηκε Μιχαήλ. Τιμήθηκε με τον τίτλο του βαρόνου και με 3 Μετάλλια εξαίρετων πράξεων (Αγώνος, Ανδρείας και Σωτήρος). Επί Καποδίστρια διορίστηκε αρχιμουσικός της πρώτης οργανωμένης Στρατιωτικής Μπάντας του Νέου Ελλ. Κράτους, που ονομάστηκε «Μουσικός Θίασος«.

Αργότερα,  «η υπὸ τον Μάγκελ Στρατιωτικὴ  Μουσικὴ επαιάνιζε δὶς της εβδομάδος και εἰς την – κατὰ την 8ην Απριλίου 1834 ιδρυθείσαν – δημοτικὴν λέσχην (εν Ναυπλίῳ), εν τη κατὰ την μεγάλην οδὸν οικία του Σπυρ. Σπηλιωτοπούλου». (Μ. Λαμπρινίδου, «Ναυπλία», σελίς 591).

Στο μεταξύ, για να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα στα καθήκοντά του, κάλεσε από τη Βαυαρία 2 βοηθούς, τον Φραντς Ζάιλερ*** και τον Κρίστιαν Βέλκερ****. Όμως κατά τη διαμονή του στο Ναύπλιο, έγινε επί Όθωνος (1834) ήρωας σοβαρότατου σκανδάλου (όπως αναφέρει στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής» ο Θ. Ν. Συναδινός). Προσείλκυσε δηλαδή τον έρωτα νεαρής Ιταλίδας, συζύγου Ιταλού διπλωμάτη, ο οποίος όταν το πληροφορήθηκε – έστω τελευταίος – φρόντισε να μετατεθεί ο Μάγγελ και οι μουσικοί του στο Άργος. Τότε εκείνος απήγαγε την εκλεκτή της καρδιάς του και ο Στρατός αμέσως τον απέταξε για ανάρμοστη διαγωγή, αναθέτοντας τη διεύθυνση της Μουσικής στον Αυστριακό Πράντσελ (Pranzel).

Ο Μάγγελ και η «καλή» του κατέφυγαν στη Ρουμανία, όπου περιέπεσαν σε έσχατη ένδεια και έτσι εκείνος αναγκάστηκε να γίνει υποβολέας θεάτρων. Γύρω στο 1843 φαίνεται ότι επέστρεψε στην Ελλάδα και εκμεταλλευόμενος τις τότε πολιτικές συνθήκες, κατάφερε να πάρει τον τίτλο του επίτιμου υπολοχαγού και να διοριστεί διευθυντής της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής (που λειτούργησε από τον Νοέμβριο του 1843 ως τον Νοέμβριο του 1855).

Συνδέθηκε στενά με αυλικούς κύκλους καθώς και με πολυάριθμες εκπροσώπους του ωραίου φύλου (στις οποίες, όπως συνάγεται, λόγω ικανοποιητικής εμφάνισης ήταν ιδιαίτερα συμπαθής). Στις ελεύθερες ώρες του, έβγαινε περίπατο συνοδευόμενος από 2 δασύτριχα άσπρα σκυλιά.

Τέλος έγινε επιθεωρητής των Στρατιωτικών Ορχηστρών και αποστρατεύθηκε με τιμές το 1870. Απέκτησε μάλλον, όπως προαναφέρθηκε, 22 παιδιά (!). Από τους γιους του, όπως έδειξε η έρευνά μας σε δυσπρόσιτα στοιχεία, 2 κατατάχτηκαν ως αξιωματικοί στον Ελληνικό Στρατό, ένας ακολούθησε το Δικαστικό στάδιο (διορίστηκε ειρηνοδίκης στον Βόλο), 3 σταδρόμησαν στο Παρίσι (2 ως γιατροί και ένας ως δερματέμπορος), άλλοι 2 εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία (σταδιοδρομώντας ως έμποροι) και άλλοι διασκορπίστηκαν στη Γερμανία ή σε άλλα κράτη και ορισμένοι έγιναν στρατιωτικοί μουσικοί, συνεχίζοντας μια μεγάλη μουσική οικογενειακή παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας.

Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Ν. Μάγγελ, τον Ι. Μάγγελ (η «Εφημερίς» της 18.10.1873 γράφει ότι συνέπραξε σε νυχτερινή συναυλία της «Ευτέρπης«), τον Ευγένιο Μάγγελ (απόστρατο υπολοχαγό της Μουσικής, που τον Ιανουάριο του 1889 ήταν ο αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική «Ορφέας» Ζακύνθου. Εκεί έμεινε ως τον Απρίλιο του 1890, όταν τον διαδέχτηκε ο Οδυσ. Ματιότσι. Το 1892 διαδέχτηκε τον Ματιότσι, παραμένοντας ως τους σεισμούς του Ιανουαρίου 1893 που αποτελείωσαν τον ήδη διαλυμένο «Ορφέα»), τον Γεώργιο Μάγγελ (αρχιμουσικό στο Ναύπλιο σε αρκετά μεταγενέστερη εποχή) τον σύγχρονο επισκευαστή πνευστών οργάνων Ανδρέα Μάγγελ καθώς και το γνωστό αθηναϊκό κατάστημα μουσικών ειδών του Μ. Μάγγελ (Χαριλάου Τρικούπη 54) (βλ. και «Απογραφή του 1825«).

  

Υποσημειώσεις


 

* Μοτσενίγος Διονύσιος. Σύγχρονος κορνίστας. Άρχισε μουσικές σπουδές σε μικρή ηλικία στη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας (με δάσκαλο τον Ι. Π. Αργαλιά). Συνέχισε στο Ορφείο Ωδείο Αθηνών (με τον διακεκριμένο Βαγγ. Σκούρα) και απεφοίτησε το 1993. Έχει δώσει συναυλίες με σύνολα μουσικής δωματίου, με την Ορχήστρα. των Χρωμάτων και με άλλες Ορχήστες. Από το 1989 παρακολουθεί Σεμινάρια με τον F. Orval. Είναι μέλος στην Ορχήστρα της ΕΛΣ, ιδρυτικό μέλος της Ορχήστρας «Εναρμόνια» και του «Ensemble Alternativo».

** Συναδινός Θεόδωρος Ν. (Τρίπολις 1880 – Αθήνα 1959). Λόγιος και θεατρικός συγγραφέας. Το 1897 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Το 1904 ακολούθησε τη δημοσιογραφία ως συντάκτης στην «Ακρόπολη», όπου και παρέμεινε και εξελίχθηκε σε αρχισυντάκτη, έως το 1914 οπότε ανέλαβε την διεύθυνση της «Νέας Ελλάδος». Είχε επίσης την καλλιτεχνική διεύθυνση των μουσικών περιοδικών: «Μουσική Επιθεώρησις» (από τον Απρίλιο του 1922, λόγω στράτευσης του ιδρυτή και διευθυντή  της Νικ. Γ. Παππά τον Οκτώβριο του 1921, όταν είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της τεύχος. Το τελευταίο τεύχος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος εντύπου που παρακολουθούσε τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις των Ελλήνων καλλιτεχνών της ευρωπαϊκής μουσικής, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1922) και (μαζί με τον λογοτέχνη, δημοσιογράφο και αυτοδίδακτο ζωγράφο Γεράσιμο Βώκο, Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927, ο οποίος, εκτός του «Απόλλωνος», εξέδωσε και τα καλλιτεχνικά έντυπα: «Το Περιοδικό μας», Πειραιάς 1900 και «Καλλιτέχνης», Αθήναι 1910-1912. Ο «Απόλλων» κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο του 1904 ως τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1907). Το 1919 ο Συναδινός εξέδωσε την «Πρόοδο». Το δε 1920, με τον θάνατο του πεθερού του Βλάση Γαβριηλίδη, ανέλαβε διευθυντής στην «Ακρόπολη» (που διέκοψε και αυτή την έκδοσή της το 1922).

Έγραψε πολλά θεατρικά έργα και βιβλία, από τα οποία αναφέρουμε μόνο τα σχετικά με τη μουσική: «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής: 1824-1919″ (1919) – πρόκειται για βιβλίο εξαιρετικά αξιοσημείωτο και για ορισμένους αξεπέραστο, «Το ελληνικό τραγούδι» (1922), «Είμαστε μουσικώς μορφωμένοι;» (1932), κ.λπ. Έδωσε επίσης σειρά διαλέξεων στο Ωδείο Αθηνών, για όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού (η 1η από αυτές, στις 22.1.1922) ενώ προηγουμένως είχε αρθρογραφήσει στον «Νουμά» για το Ωδείο Αθηνών (23.1.1909 και 22.11.1909) υποστηρίζοντας τόσο τη μουσική πολιτική του Γ. Νάζου όσο και τους εθνοκεντρικούς μουσικούς οραματισμούς του Μ. Καλομοίρη. Το 1933 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (θέση που διατήρησε επί μακρά σειρά ετών). Διετέλεσε επίσης 2 φορές πρόεδρος της ΕΛΣ. Ήταν επί 14ετία καθηγητής και διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Τέλος, το λυρικό δράμα «Το Απόγευμα της Αγάπης» του Μ. Βάρβογλη βασίζεται σε θεατρικό έργο του.

*** Ζάιλερ Φραντς  (Seiler Franz).  Βαυαρός μουσικός μπάντας, που σταδιοδρόμησε κατά τον 19ο αι. στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στη Γαλλία (1.1.1804). Υπηρέτησε στη Βαυαρία για 4 χρόνια ως αρχισαλπιγκτής Ιππικού (14.1.1833-1.3.1837). Κλήθηκε από τον Μάγγελ ως βοηθός του και ήρθε στην Ελλάδα με τον Όθωνα. Κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό ως εθελοντής μουσικός στις 6.3.1837 και τον ίδιο χρόνο είχε γίνει αρχιμουσικός, με καθήκοντα εκπαιδευτή των σαλπιγκτών του Στρατού. Αποστρατεύθηκε στις 23.7.1865 με το βαθμό του επικεφαλής αρχιμουσικού. Πέθανε στην Ελλάδα το 1871. Πατέρας του Αντρέα Ζάιλερ.

**** Βέλκερ Κρίστιαν (Welcker Christian). Βαυαρός στρατιωτικός μουσικός του 19ου αι. και διευθυντής της Μπάντας της Φρουράς Αθηνών. Γεννήθηκε στο Ισβαϊερμπρόκεν (Βαυαρία). Το 1843 κατατάχτηκε στη Μουσική του Ελληνικού Στρατού καλεσμένος από τον Μάγγελ (διετέλεσε βοηθός του). Επί 4 χρόνια προϋπηρέτησε στο Τάγμα της Γραμμής, ενώ την 1.9.1853 προάχθηκε σε αρχιμουσικό χορωδίας, την 1.12.1862 σε αρχιμουσικό Ανθυπασπιστή και στις 23.2.1877 σε ανθυπολοχαγό επιθεωρητή. Την 1.8.1878 του απενεμήθη ο Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος. Στις 29.3.1882 τιμήθηκε με το βαθμό του υπολοχαγού και στις 21.1.1886, με το βαθμό του λοχαγού 2ας τάξεως. Στις 2.3.1886 τιμήθηκε με το παράσημο του Ερυθρού Αετού 4ης τάξεως του αυτοκράτορα της Πρωσίας και στις 10.7.1887, με το παράσημο των Ιπποτών 1ης τάξεως. Αποστρατεύθηκε με αίτησή του (και με βαθμό ταγματάρχη) στις 20.1.1895. Πέθανε στις 21.3.1908. Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο ήταν επικεφαλής της Μπάντας, την οδηγούσε κάθε πρωί κάτω από τα ανάκτορα (όταν το βασιλικό ζεύγος δεν απουσίαζε) διευθύνοντας πάντοτε αυτοπροσώπως χαρμόσυνους παιανισμούς.

  

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Musipedia, (Ελληνική Μουσιπαίδεια).

  

Πηγή


  •  Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001

Read Full Post »

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833


 

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

 

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. HochleE. Wolf, λιθογραφία, 1833. 

Read Full Post »

The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio – Volume I: Dispacci from Nauplion (1479-1483)


The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Dianna Gilliland Wright

John R. Melville – Jones

UNIPRESS

PADOVA

Italy 2008

[…] Bartolomeo Minio q. Marco was elected provveditor and capitaneo of Napoli di Romania in February 1478-79 to replace the previous rettor of Nauplion, Christoforo de Priuli, who died before the end of his term. Leonardo Diedo, capitaneo of Coron, was transferred to Nauplion until Minio arrived. As Minio’s first letter reports, he got as far as Modon in September, but did not arrive in Nauplion until 8 November, as Venetian shipping was either suspended or on war alert because of the Ottoman attack on the Ionian Islands.

Bartolomeo was about 40 when he began the Nauplion assignment, the usual age for a provveditor in the stato da mar. The dispacci suggest that he had a tendency to migraines and an aching neck. Perhaps marked by the early loss of his mother, he appears in his letters as a lonely man, writing of himself as “essendo solo rector,” rarely mentioning officials other than those who came by galley for rare, brief stays, never mentioning the name of the assistant on whom he relied the most, the cancellier for whom he fought a long and tiring battle with Venetian bureaucracy. In the final dispaccio of 25 March 1483, he mentions “nui suo rectori” and “nui suo provveditori” but these refer to rettori of other citta`. Five years later, there were at least thirteen officials appointed to Nauplion in addition to the provveditor, and Minio may have had several of these with him: this cannot be deduced from the dispacci and cannot be assumed, given the many variations from the standard noted at Nauplion. His wife’s brother, “mio cognado Piero Trevisan,” commanded a light galley and came to Nauplion several times on assignment. Minio looked forward to Trevisan’s visits, and in the dispacci emphasized their relationship— “mio cognado”— insisting on it in what he perceived as the blank face of Venetian bureaucracy. As official papers, the dispacci give no suggestion as to what non-official correspondence he might have had […]

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »