Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Napoli Di Romania’

H Napoli Di Romania των Stradioti (15ος-16ος Αι.): Πως ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα – Κατερίνα Β. Κορρέ, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

«Το παρελθόν, είναι αυτή η μάζα μικρών περιστατικών, άλλων λαμπρών, άλ­λων σκοτεινών […]. Αλλά αυτή η μάζα δεν αποτελεί όλη την πραγματικότητα, όλο το βάθος της ιστορίας που πάνω του μπορεί άνετα να δουλέψει η επιστημονική σκέψη», έγραψε ο Braudel, o κατεξοχήν ιστορικός της μακράς διάρ­κειας. Η συγκέντρωση και η επεξεργασία στοιχείων που ανήκουν στο παρελθόν και συνιστούν την ιστορία, περνά μέσα από ερμηνευτικές ατραπούς, στις οποίες οι κάθε είδους διανοητικοί καταναγκασμοί είναι δύσκολο – αν όχι ακα­τόρθωτο – να αποφευχθούν. Ένα τέτοιο δύσκολο παρελθόν είναι το παρελθόν των μισθοφορικών ομάδων του 15ου-16ου αι., που είναι γνωστές ως stradioti. Θα μοιραστώ μαζί σας τη δική μου συγκομιδή, βάσει των αρχειακών πάντα τεκμηρίων, στην οποία κατέληξα μετά από τη μεγάλη ή μικρή διανοητική περιπέτεια που επιτρέπει κανείς στον εαυτό του, προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα πώς – και κυρίως γιατί – είναι δυνατό να υιοθετεί κανείς μια πατρίδα.

Έφιππος stradioti του 16ου αιώνα.

Η στενή σύνδεση του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τις τύχες του Δεσποτάτου του Μοριά αντανακλάται και στην ονομασία των stradioti, που, αντίθετα από ό,τι έχει υποστηριχθεί ως προς την ετυμολογία της (ότι προέρχεται από τη λέξη strada), αποτελεί προφανές γλωσσικό δάνειο της ελληνικής (στρατιώτης) στη βενετική. Ο θεσμός των μισθοφόρων στρατιωτών του είδους που οι stradioti αναδείχθηκαν αργότερα, σχετίζεται με τις πολιτικές εποικισμού των τελευταίων δεσποτών του Μοριά και κατ’ επέκταση των βυζαντινών αυτοκρατόρων των τελευταίων δύο αιώνων: στην usanza greca αναζητούν οι βενετικές πηγές το πρότυπο δημιουργίας αυτών των πολεμικών σωμάτων ατάκτων. Η βυζαντινή στρατεία, η υποχρέωση δηλαδή για πολεμική υπηρε­σία – που εντοπίζεται στις βυζαντινές, νομικές κυρίως, πηγές –, αποσκοπούσε εξαρχής στη δημιουργία στρατευμένων, πολεμιστών δηλαδή σε εφεδρεία. Οι πολεμιστές αυτοί προέρχονταν πρωτίστως από ντόπιους. Ιδίως όμως στην υστεροβυζαντινή περίοδο, στρατολογούνταν και άλλες εθνοτικές ομάδες που ενδεχομένως ήταν σε θέση να απειλήσουν την εσωτερική τάξη και ασφάλεια, αν δεν ενσωματώνονταν με κάποιο τρόπο στη βυζαντινή στρατιωτική μηχα­νή. Η προβληματική των στρατιωτικών προνοιών συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με τις εν λόγω πραγματικότητες.

Οι σημαντικότερες κινήσεις εγκατάστασης πληθυσμών, που προέρχονταν από τη σημερινή γεωγραφική περιοχή της νότιας Αλβανίας (το παλιό Θέμα Δυρραχίου), στο Δεσποτάτο πρέπει να έγιναν από τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό γύρω στο 1340 και από τον Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο μεταξύ 1395 και 1396. Τα κριτήρια ήταν τόσο οικονομικά όσο και πολιτικοστρατιωτικά. Ενώ για την πρώτη περίπτωση ο αριθμός των εποίκων δεν είναι γνωστός, στη δεύ­τερη εικάζεται ότι πάνω από 10.000 άνθρωποι με τα κοπάδια τους πέρασαν μέσω Ισθμού στην Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκαν σε ακαλλιέργητες εκτά­σεις του Δεσποτάτου και αποτέλεσαν τους – αρχικά τουλάχιστον – «προθύ­μους και αγαθούς στρατιώτας» του. Αρκετοί όμως εξ αυτών κατέληξαν και σε ιδιωτικές γαίες των δυνατών, αποτελώντας, σε πολλές περιπτώσεις, τους ιδιωτικούς τους στρατούς.

Το πρώτο κύμα των εποικισμών για το βενετικό Ναύπλιο έγινε στα μέσα του 15ου αι. και οι έποικοι προερχόταν από τις περιοχές του Δεσποτάτου. Επρόκειτο για δυσαρεστημένους Αλβανούς μετανάστες που ανήκαν στη φάρα των Μπούα, επειδή στα πράγματα του Δεσποτάτου είχαν προκριθεί οι άσπον­δοι εχθροί τους, οι Μπόχαλη. Ο Μπούας Κούκης ήταν από τους πρώτους που προσφέρθηκαν, το 1423-1425, να έλθει στην υπηρεσία των Βενετών από την Αρκαδία, όντας σε ρήξη με τον Θεόδωρο Παλαιολόγο. Οι άνδρες του, μαζί με τις οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στο Άργος και το Ναύπλιο, στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία. Καθώς οι εμφύλιοι πόλεμοι για την εξουσία του Δεσποτάτου εντείνονταν, το κύμα των αποσκιρτήσεων προς τις ασφαλέστερες βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου, ενώπιον της τουρκικής μάλιστα απειλής, γινόταν μεγαλύτερο.

Η πλειονότητα εκείνων των ανθρώπων, που περιπλανούνταν στην κεντρι­κή και νοτιοανατολική Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, περιοχή που είχε αποψιλωθεί πληθυσμιακά μετά από τη μεγάλη τουρκική επίθεση του 1397. Το 1451 η βενετική διοίκηση είχε προσκαλέσει επισήμως όσους επιθυμούσαν να εγκατασταθούν εκεί, με συγκεκριμένα ανταλλάγματα: 40 στρέμματα γης, 4 στρέμματα αμπέλια για κάθε οικογένεια, μαζί με οικοδομικό υλικό για να ξαναφτιαχτούν οι κατεστραμμένες οικίες ή να χτιστούν νέες. Ανάμεσα στους άλλους, στην πρόσκληση ανταποκρίθηκαν και 115 ελληνικές οικογένειες από τον Μοριά.

 

Λεπτομέρεια της εικόνας της Δέησης (1546) που βρίσκεται στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων στη Βενετία. Απεικονίζεται ο στρατιώτης Ιωάννης Μάνεσης. Τη γνωστή εικόνα της Δέησης, αφιέρωσαν τα αδέλφια stradioti Ιωάννης και Γεώργιος Μάνεσης, οι γιοι του Κομίνη, ελληνοαλβανικής καταγωγής, στον ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία, ανήμερα της εορτής του προστάτη των στρατιωτών αγίου Γεωργίου (21 Απριλίου 1546). Στο βάθος της αφιερωματικής παράστασης εικονίζεται ένα χαρακτηριστικό τοπίο, το οποίο όμως έχει διαφύγει της προσοχής στη βιβλιογραφία. Πρόκειται ασφαλώς για το Ναύπλιο, όπως θα φαινόταν από την πλευρά της ακτής, εκεί από όπου περνά η σημερινή λεωφόρος Ναυπλίου – Νέας Κίου: διακρίνεται καθαρά το Μπούρτζι και οι τρεις πύργοι της πόλης, πίσω από τη φιγούρα του στρατιώτη στην αριστερή γωνία.

 

Η εικόνα της Δέησης με του αφιερωτές Ιωάννη και Γεώργιο Μάνεση. Πιθανότατα έργο του Κρητικού ζωγράφου Στρελίτζα Μπαθά.

 

Το δεύτερο κύμα εποικισμών προς το Ναύπλιο, στα τέλη του 15ου αι., αφο­ρούσε – εκτός από παλιούς – και σε νέους μετανάστες. Στους παλιούς συγκαταλέγονταν ομάδες Αλβανών που είχαν από δεκαετίες εγκατασταθεί στη Μάνη, στην περιφέρεια της Μεθώνης και της Κορώνης, καθώς και πολυάριθμων Ελλήνων προσφύγων που αναζητούσαν ένα χριστιανικό καταφύγιο μπροστά στην οθωμανική προέλαση. Ο Μανουήλ Μπόχαλης, που ήταν στην πρώτη γραμμή της άμυνας του Δεσποτάτου και συγγένευε με τους Παλαιολόγους, εντάχθηκε με τους άνδρες του στις μισθοφορικές δυνάμεις του Ναυπλίου το 1461.

Στην Αργοναυπλία εγκαθίσταντο όμως και άλλες ομάδες, προερχόμενες από τον δυτικό βορρά, οι οποίες έφταναν μέσω της Αιτωλοακαρνανίας στον Ισθμό. Προς τα τέλη όμως του 15ου αι., η πορεία ολοένα και δυσκόλευε και οι ομάδες απορροφούνταν λιγότερο από τις βενετικές κτήσεις. Έτσι, η κίνηση προς τον νότο σταδιακά ανακόπηκε. Η Βενετία ήταν πολύ επιφυλακτική με αυτή την κατηγορία εποίκων, που δεν είχαν δηλαδή προηγούμενη εμπειρία ελληνικών διοικήσεων. Προτιμούσε φανερά τους εξελληνισμένους Αλβανούς του Δε­σποτάτου, που είχαν αποδεδειγμένα συνεργατικές συμπεριφορές, θεωρώντας ότι μπορούσε να τους εμπιστευτεί περισσότερο. Αυτούς αποκαλούσε συχνά στα έγγραφα albanesi greci, δηλαδή Ελληνοαλβανούς, τοποθετώντας τους δί­πλα στους greci, στους Έλληνες μισθοφόρους της, ντόπιους και μετοίκους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: H Napoli di Romania των Stradioti (15ος-16ος αι.)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Μικρά ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου από Γερμανικόν έντυπον του έτους 1827


 

 

Στην Βιβλιοθήκη της Σορβόννης στο Παρίσι βρίσκεται σήμερα το μοναδικό, απ’ ό,τι ξέρομε, αντίτυπο ενός μικρού βιβλίου, πού εκδόθηκε στην Λειψία το 1827 και που είναι γραμμένο στην γερμανική γλώσσα. Ο τίτλος του είναι ο έξης: «Οι αιτίες για τις οποίες οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης δεν απελευθέρωσαν ενωρίτερα την Ελλάδα από την σκλαβιά των Τούρκων. Μαζί με μια περιγραφή του Napoli di Romania (του Ναυπλίου) στον Μοριά, μία περιγραφή της τύχης του από τα παλαιότερα έως τα νεώτερα χρόνια και ένα πίνακα παριστάνοντας την πολιορκία του από τους Βενετούς, Σάξονες και Μπρουνσβίγκους το 1686 από τον περίφημο Ολλανδό ζωγράφο de Hooghe»[1].

 

Romeyn de Hooghe (1645-1708). Verovering Van Napoli Di Romania, Argos Teres Corinth: et Nevens De Victorie Der s.r. Op De Turcke, 1686.

 

Σαν ανώνυμος συγγραφέας του βιβλίου αυτού παρουσιάζεται στην σελίδα τίτλου ένας Αμερικανός πολιτικός, ο οποίος επισκέπτεται αυτή την εποχή την Ευρώπη. Η σελίδα τίτλου περιέχει ακόμα μερικά λόγια του Chateaubriand: «Αλίμονο στον αιώνα, που κοιτάζει αδρανώς τον αγώνα ηρώων και πού πιστεύει ότι χωρίς κίνδυνο μπορεί να αφήση να πεθάνη ένα έθνος. Τέτοιο λάθος ή μάλλον τέτοιο έγκλημα αργά ή γρήγορα θα τιμωρηθή σκληρά»[2].

Στον πρόλογο από τον Ιανουάριο του 1827 ο συγγραφέας λέει μεταξύ άλλων:

 

«Ο αρχικός σκοπός μου ήταν να δώσω στο γερμανικόν κοινό μία παραστατική και ακριβή εικόνα του Ναυπλίου, δηλαδή της τοποθεσίας του, των κατοίκων του και της καταστάσεώς του. Όμως δεν μπορεί κανείς ν’ αναφέρη την ελληνικήν υπόθεση χωρίς να λάβη υπ’ όψιν και τις σχέσεις που έχει αυτή ή χώρα με την πολιτισμένη Ευρώπη, χωρίς ν’ αναρωτιέται κανείς τι θα είναι το καλύτερο για την μια και την άλλη πλευρά, ποιο αμοιβαίο χρέος έχουν οι δύο μεταξύ τους και τι πρέπει να γίνη αυτή την στιγμή»[3].

 

Πράγματι αυτή η πολιτική συζήτηση του ελληνικού θέματος περιλαμβάνει 20 σελίδες του βιβλίου, ενώ η ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου περιορίζεται στις δέκα πρώτες σελίδες. Ας ρίξωμε μια σύντομη ματιά στο περιγραφικό μέρος του βιβλίου: Στην αρχή ο συγγραφέας εξηγεί στους αναγνώστες του, γιατί το ενδια­φέρον του στράφηκε συγκεκριμένα προς το Ναύπλιο. Μετά από την απελευθέρωση από τούς Τούρκους, λέει, έγινε έδρα της νέας ελληνικής Κυβερνήσεως. Είναι και τώρα ο τόπος που συγκεντρώνονται οι στρατιω­τικές δυνάμεις, και ο Ιμβραήμ πασάς, ο οποίος έχει μετατρέψει σχεδόν όλη την Πελοπόννησο σε ερημιά, προσπάθησε κατ’ επανάληψη να το πλησί­αση, αλλά ματαίως [4].

Μετά από την γεωγραφική περιγραφή του Ναυπλίου ο συγγραφέας αρχίζει την ιστορική: Αναφέρει το έτος 1205 που οι Βενετοί, όπως λέει, για πρώτη φορά πήραν την εξουσία στο Ναύπλιο και το ονόμασαν Napoli di Romania. Μετά αναφέρει το 1495, που ο σουλτάνος Βαγιαζήτ κατέκτησε την πόλη [5]. Σχετικά με τα γεγονότα του 1686, που οι Βενετοί κάτω από τον Morosini ξαναπήραν το Ναύπλιο, ο συγγραφέας δίνει πιο πολλές λεπτο­μέρειες. Μιλάει για την σύνθεση των στρατών και από την βενετική και από την τουρκική πλευρά και περιγράφει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις μεταξύ των δύο. Τέλος αναφέρει την συνθηκολόγηση και την φυγή των 10.000 Τούρκων κατοίκων του Ναυπλίου προς την Μικράν Ασία. Η πόλη, λέει, είχε υποφέρει πολύ από τις μάχες και έμοιαζε με ερείπιο [6].

Στην συνέχεια ο συγγραφέας περνάει κατευθείαν στα γεγονότα του ’21: Μιλάει για την άτυχη προσπάθεια των Ελλήνων να καταλάβουν το Ναύπλιο κατά το τέλος του έτους 1821. Στην πολιορκία της πόλεως το 1822 που επέτυχε και οδήγησε στην άλωση του Ναυπλίου από τους Έλληνες, ο συγγραφέας αφιερώνει 4 σελίδες [7].

Τονίζει ότι οι συνθήκες παραδόσεως τηρήθηκαν πιστά απo τους Έλληνες και ότι δεν χύθηκε ούτε μια σταγόνα αίματος [8]. Οι Τούρκοι όμως αντάμειψαν άσχημα την καλωσύνη των Ελλήνων. Μόλις έφθασαν στη Σκάλα Νόβα της Μικράς Ασίας, λέει, εκδικήθηκαν άγρια τούς εκεί διαμένοντες χριστιανούς. Ο συγγραφέας μας τελειώνει το περιγραφικό μέρος του βιβλίου του αναφέροντας τα έξης λόγια του Κικέρωνα προς τον αδελφόν του:

 

«Θυμήσου, Quintus, ότι διατάζεις Έλληνες, οι οποίοι έχουν φέρει τον πολιτισμό σε όλους τους λαούς μαθαίνοντας τους την επιείκεια και τον ανθρωπισμό και στους οποίους η Ρώμη οφείλει την μόρφωση και τις γνώσεις που κατέχει»[9].

 

Η σύντομη ιστορική περιγραφή του Ναυπλίου σε ένα γερμανικό βιβλίο του 1827 δεν μας προσφέρει καινούργια στοιχεία. Ο συγγραφέας συνθέτει απλώς μερικά γνωστά γεγονότα από την γεωγραφία και ιστορία μιας πόλεως, στην οποίαν εστράφηκε απότομα η προσοχή των Δυτικοευ­ρωπαίων εφ’ όσον επρόκειτο να γίνη η πρωτεύουσα της νεογεννημένης Ελλάδος. Σ’ εμάς αυτή η περιγραφή δείχνει χαρακτηριστικά, νομίζω, τον τότε συνηθισμένο τρόπο πληροφορήσεως όσο πρωτόγονος και αν μας φαίνεται, σήμερα, αφού κάθε βράδυ βλέπομε στο «μαγικό κουτί» μας τα γεγονότα που συνέβησαν την ίδια μέρα σε όλον τον κόσμο.

 

Die Beweggründe…

 

Ας δούμε τώρα πως ο ανώνυμος συγγραφέας μας ερμηνεύει την πολιτική άποψη του ελληνικού ζητήματος: Στο ερώτημα που θέτει στον τίτλο του έργου του δίνει μια απλή απάντηση: Η ζήλεια μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, λέει, είναι η αιτία γιατί αυτές δεν έχουν κατα­στρέψει ακόμα την τουρκική δύναμη στην Ευρώπη. Αυτή η πολιτική όμως είναι, κατά την γνώμη του, εντελώς λανθασμένη. Διότι, εάν διωχθούν οι Τούρκοι από την Ευρώπη, αυτό δεν σημαίνει ότι η τέως αυτοκρατορία τους πρέπει να μοιρασθή μεταξύ της Ρωσσίας, Αυστρίας, Γαλλίας και Αγγλίας. Όλα αυτά τα κράτη είναι αρκετά μεγάλα και δεν έχουν ανάγκη από περισσότερη επέκταση [10].

Στην Ευρώπη, γράφει αλλού, κυριαρχεί ένα καινούργιο πνεύμα που βάζει την δικαιοσύνη πάνω από κάθε πολιτική. Οι λαοί ζητούν τα δικαιώματά τους. Ζητούν την ελευθερία του εμπορίου, του λόγου, της θρησκείας και του ατόμου. Γενικά όλα προχωρούν με γρήγορο ρυθμό προς το καλύτερον [11]. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αγνοούν αυτό το πνεύμα της προόδου, και οι ίδιες με την ίδρυση της Ιεράς Συμμαχίας το 1815 έχουν δηλώσει επίσημα ότι απ’ εδώ και στο εξής θα θεωρούν τον εαυτό τους σαν μέλη ενός μεγάλου έθνους, και ότι η πολιτική τους θα στηρίζεται στην κοινή χριστιανική θρησκεία και στο πνεύμα της αδελφότητας. Είναι αυτονόητο, λέει ο συγγραφέας μας, ότι οι Τούρκοι δεν ταιριάζουν σε αυτήν την ευρωπαϊκή χριστιανική κοινωνία, και λάθος κάνανε οι Μεγάλες Δυνάμεις στην αρχή της Ελληνικής Επαναστάσεως να θεωρούν τον σουλ­τάνο σαν νόμιμον κυρίαρχον των Ελλήνων και τους Έλληνες σαν αντάρτες [12].

Οι Τούρκοι ξεχωρίζονται ριζικά από τους Ευρωπαίους σε ό,τι αφορά στην θρησκεία, την νοοτροπία και τα ήθη. Είναι βάρβαροι και η κυριαρχία τους έχει αποδώσει μόνο ερείπια. Αδιαφορούν αν οι περιοχές που κυβερνούν μένουν έρημες, ή αν ανθίζουν. Οι Τούρκοι είναι αρνητικοί σε κάθε είδος διαφωτισμού, σε κάθε πνευματική ανάπτυξη. Μισούν όλα που είναι χριστιανικά και θα ήταν διατεθειμένοι να καταστρέψουν όλους αυτούς που δεν υποτάσσονται στον ισλαμισμό. [13] Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ρωτάει ο συγγραφέας, μπορεί κανένας Ευρωπαίος να επιθυμήση να ιδεί τους Έλληνες, που είναι χριστιανοί και πατέρες του πολιτισμού να σκύβουν πάλι κάτω από το σιδερένιο ζυγό των άγριων, αμαθών και φανατικών Τούρκων [14]; Η απάντηση είναι φυσικά: «όχι». Αντίθετα, η σύγχρονη Ευρώπη που χρωστάει όλη την μόρφωσή της στους αρχαίους Έλληνες πρέπει να δείξη τώρα την ευγνωμοσύνη της προς τους απογόνους τους, τους Νέους Έλληνες.

Εκτός από αυτό και η θρησκεία επιβάλλει στους Ευρωπαίους να συμπαραστέκωνται στους χριστι­ανούς αδελφούς τους εναντίον των Μουσουλμάνων. Δηλαδή, κατά την πεποίθηση του συγγραφέα μας, οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις έχουν το χρέος να αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία των Ελλήνων [15].

Πώς αντιλαμβάνεται όμως ο ίδιος ένα τέτοιο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος; Η Ελλάδα, λέει, πρέπει να περιλαμβάνη όλες τις περιοχές όπου μιλάνε την ελληνικήν γλώσσα και όπου πιστεύουν στην χριστιανική θρησκεία [16]. Σαν μορφή κυβερνήσεως προτείνει την συνταγματική μοναρχία. Οι Έλληνες, λέει, χρειάζονται ένα δίκαιο και αποφασισμένο μονάρχη, ο οποίος θα βάλη τέρμα στην διχόνοιά τους και θα επιβάλη το σεβασμό στο καινούργιο ενιαίο δίκαιο. Αυτός ο μονάρχης, εκλεγμένος από τους Έλληνες, δεν πρέπει όμως να είναι Έλλην αλλά ένας ξένος που ξέρει καλά τους Έλληνες και τις συνθήκες ζωής στην χώρα τους.

Επίσης δεν πρέπει ν’ ανήκη σε μια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυναστείες για να μη δημιουργηθή πάλι ζήλεια μεταξύ των Μεγάλων [17]. Για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς τελικά, η ανεξαρτησία της Ελλάδος, μιας τόσο καρποφόρας και όμορφης χώρας, όπως τονίζει ο συγγραφέας, θα έχη πολλά οφέλη: Από πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης θα μπορούσαν να μεταναστεύουν άνθρωποι στην Ελλάδα [18]. Και με την αύξηση πληθυσμού θα αυξηθούν η παραγωγικότητα και η εμπορική δραστηριότητα, αλλά και οι πνευματικές ανταλλαγές θα δυναμώσουν, διότι οι επιστήμονες θα μπορούσαν να ταξιδεύουν ελεύθερα και ασφαλώς σε ένα έδαφος που αντιπροσωπεύει την κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού [19].

Στο τέλος του βιβλίου του ο συγγραφέας εκφράζει την πεποίθηση, ότι οι Έλληνες θα κερδίσουν τον εξάχρονο ηρωικό αγώνα τους για την ελευθερία, διότι αυτός ο αγώνας είναι δίκαιος, και αφού οι μεγαλοπράγμονες μονάρχες και λαοί της Ευρώπης θα τους δώσουν την οφειλόμενη συμπαρά­σταση. «Η υπόθεση της Ελλάδος, γράφει κυριολεκτικά, είναι η υπόθεση της μορφωμένης Ευρώπης. Οι Τούρκοι δεν έχουν φέρει τίποτε άλλο στην Ευρώπη παρά την πανούκλα, την αναρχία και την καταστροφή. Αντίθετα, τι χρωστάμε στους Έλληνες: Την μόρφωση, τις γνώσεις και τις Καλές Τέχνες. Μονάρχες και λαοί της Ευρώπης! Κάντε το χρέος σας και μη ξεχνάτε ότι οι απόγονοί μας θα μας δικάσουν αυστηρά εάν διστάσωμε»[20].

Δύσκολο μου φαίνεται για να μην πω αδύνατο να βρεθή τώρα πια μια απάντηση στο ερώτημα, ποιος κρύβεται πίσω από την ανωνυμία του συγγραφέα του βιβλίου που σας παρουσίασα, δηλαδή ποιος είναι αυτός ο δήθεν Αμερικάνος πολιτικός, ο οποίος απευθύνεται αποκλειστικά στο γερμανικό κοινό και ο οποίος δημοσιεύει στη Λειψία ένα βιβλίο στα γερμανικά.

Το βιβλίο αυτό δεν είχε, απ’ ό,τι βλέπομε, καμμιά απήχηση στις εφημερίδες ή στα περιοδικά της εποχής, και όπως αναφέραμε πριν, το μοναδικό αντίτυπό του βρίσκεται σήμερα στο Παρίσι. Για ποιο λόγο (έτσι μπορείτε να ρωτήσετε τώρα εσείς) μιλάω για ένα βιβλίο, που προφανώς πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στην εποχή του; Ούτε μπορεί κανείς να πη ότι οι ιδέες που περιέχει σχετικά με το ελληνικό ζήτημα είναι πρωτότυπες. Όμως σε αυτό το σημείο ακριβώς εγώ βλέπω την σημασία του βιβλίου αυτού. Δηλαδή έχομε μπροστά μας μία πλήρη περίληψη όλων των σκέψεων που είχαν εκτεθή σε δεκάδες φιλελληνικά φυλλάδια τα προηγούμενα χρόνια στην Γερμανία. Ας υπενθυμίσωμε μόνο μερικά από αυτά.

Το πρώτο φυλλάδιο του Wilhelm Trangott Krug, καθηγητού της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, που έχει τον τίτλο: «Η Αναγέννησις της Ελλάδος. Ένα πρόγραμμα για την Εορτή της Αναστάσεως»[21].

Ήταν γραμμένο για την Κυριακή των Βαΐων τον Απρίλιον του 1821, δηλαδή πριν γίνη γνωστό στην Δύση ότι εξέσπασε επανάσταση και στον Μοριά. Αυτό το φυλλάδιο είχε αμέσως μια πολύ μεγάλη απήχηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 ο Krug εδημοσίευσε δεύτερο βιβλίο προς όφελος των Ελλήνων [22] και το επόμενο έτος τρίτο [23]. Ας υπενθυμίσωμε επίσης ένα βιβλιάριο με τίτλο «Η υπόθεσις των Ελλήνων, υπόθεσις της Ευρώπης» του καθηγητού Θεολογίας του Πανεπι­στημίου της Λειψίας, ο οποίος ήταν και προσωπικός φίλος του Krug[24]. Ας υπενθυμίσωμε ακόμα το ανώνυμο φυλλάδιο «Η σωτηρία της Ελλάδος, υπόθεσις της ευγνωμονούσας Ευρώπης» [25], ή τελικά το βιβλίο του καθηγητού της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, με τίτλο: «Η σημασία που έχει ο τωρινός ελληνο-τουρκικός αγώνας για την υγεία της ευρωπαϊκής ηπείρου»[26].

Σε αυτά τα έντυπα ακολούθησαν ακόμα, περίπου άλλα τριάντα γερμανόγλωσσα πολιτικά φυλλάδια με θέμα τον ελληνικόν Αγώνα. Τα περισσότερα απ’ αυτά εμφανίστηκαν μεταξύ των πρώτων μηνών μετά από το ξέσπασμα της Επαναστάσεως και του τέλους του 1822.

Η τάσις όλων αυτών των φυλλαδίων με δύο εξαιρέσεις είναι καθαρά φιλελληνική. Και οι βασικές σκέψεις που προβάλλονται είναι λίγο-πολύ πάντοτε οι ίδιες. Δηλαδή η ιδέα, ότι οι Τούρκοι εκ φύσεως και εκ δικαιώματος δεν έχουν θέση στην Ευρώπη, η ιδέα ότι οι Ευρωπαίοι σαν χριστιανοί και ακόμα περισσότερο από ευγνωμοσύνη για όλα που τους έχει προσφέρει η Αρχαία Ελλάδα, έχουν το χρέος να βοηθήσουν τους Έλληνες ν’ αποκτήσουν την ελευθερία, και τέλος πάντων η ιδέα ότι η απελευθερωμένη Ελλάδα πρέπει να γίνη ισότιμο μέλος της οικογένειας των ευρωπαϊκών λαών προς όφελος όλων και κυρίως προς όφελος της γενικής προόδου.

Το βιβλίο από το 1827, για το οποίο σας μίλησα και που περιέχει μια μικρή περιγραφή της όμορφης πόλεως που συνκεντρωθήκαμε απόψε, μου φάνηκε κατάλληλο στο να σας δώση μια εικόνα του πνεύματος συμπαθείας, με το οποίον η Γερμανία έβλεπε τότε την Ελληνικήν Επανάσταση.

 

Regina Quack – Μανουσάκη

Διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989. 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Die Beweggründe, warum die europäischen Grossmäschte Griechenland nicht früher aus der Slaverei der Türken befreieten. Nebst einer Beschreibung von Napoli di Romania (Nauplia) in Morea, einer Schilderung seiner Schicksale von den ältesten bis auf die neuesten Zeiten und einer Abildung von dem berühmten niederländischen Maler de Hooghe, seine Belagerung durch die Venetianer, Sachsen und Braunschweiger im Jahre 1686 darstellend. Von einem amerikanischen Staatsmann, der jetzt Europa besucht. Leipzig, in Baumgärtner’s Buchhandlung, 1827.

[2] Από τον πρόλογο της β ‘ εκδόσεως των «Itinéraires» του Chateaubriand, το 1826.

[3] Die Beweggründe, σσ. VI-VII.

[4] Ενθ’ άν., σ. 1.

[5] Αυτά τα στοιχεία είναι ανακριβή. Το 1212 άρχισε η φραγκική κυριαρχία του Ναυπλίου. Το 1500 ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β’ πολιόρκησε το Ναύπλιο, που βρισκόταν κάτω από την ενετική κυριαρχία, αλλά δεν το κατέκτησε. Η πόλη παραχωρήθηκε στους Τούρκους με συνθήκη το 1540. Λαμπρυνίδου Μιχαήλ Γ., Η Ναυπλία, έκδ. Γ’, Ναύπλιον 1975, κεφάλαια Γ’, Δ’.

[6] Ακολουθεί (σσ. 6-7) ο κατάλογος των στρατιωτικά πιο σημαντικών σημείων του Ναυπλίου κατά την ενετική πολιορκία το καλοκαίρι του 1686 όπως τα απεικονίζει ο πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου στο παράρτημα του βιβλίου.

[7] Ενθ’ άν., σσ. 7-11. Ο συγγραφέας κάνει λάθος τοποθετώντας τα γεγονότα, όπως την εισβολή των Τούρκων στην Πελοπόννησο και την άλωση του Ναυπλίου στο έτος 1823.

[8] Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Γερμανός αξιωματικός Gustav von Mandelsloh ο οποίος είχε δώσει στο γερμανικό κοινό μια εκτενή περιγραφή της αλώσεως του Ναυπλίου στην «Βραδυνή Εφημερίδα» της Δρέσδης το 1824. Βλ. την σχετική μελέτη μου, «Bericht eines Augenzeugen» στα Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι 1976, τ. Γ’, σσ. 124-145. Δεν ξέρομε όμως εάν ο ανώνυμος συγγραφέας μας ήταν εν γνώσει αυτής της περιγραφής.

[9] Ένθ άν., σ. 11.

[10] Ενθ’ άν., σ. 13.

[11] Ενθ’ άν., σσ. 23-24.

[12] Ενθ’ άν., σσ. ΙΙΙ-V, 20.

[13] Ενθ» άν., σσ. 14-15.

[14] Ενθ’ άν., σ. 15.

[15] Ενθ’ άν., σ. 19.

[16] Ενθ’ άν., σ. 18. Ο συγγραφέας αναφέρει εδώ το Μοριά, την Αττική, την Βοιωτία, την Ήπειρο, επίσης και τα νησιά, όπως π.χ. την Σάμο, Χίο, Κρήτη, Ρόδο κλπ. Σε άλλο σημείο (σ. 14) γράφει ότι στην ευρωπαϊκή Τουρκία θα πρέπει να προστεθούν και μεγάλα μέρη της Μικράς Ασίας.

[17] Ενθ’ άν., σ. 17.

[18] Ενθ’ άν., σ. 14.

[19] Ενθ’ άν., σσ. 21-22.

[20] Ενθ’ άν., σσ. 28-29.

[21] Krug, Wilhelm Traugott, Griechenlands Wiedergeburt. Ein Pro­gramm zum Auferstehungsfeste, Leipzig 1821.

[22] Ibidem, Letztes Wort über die griechische Sache. Ein Programm zum Michae­lisfeste, Frankfurt / Leipzig 1821.

[23] Ibidem, Neuester Stand der griechishen Sache, Altenburg 1822.

[24] [T z s c h i r n e r, H. G.], Die Sache der Griechen, die Sache Europas, Leipzig 1821.

[25] Die Rettung Griechenlands die Sache des dankbaren Europa, Leipzig 1821.

[26] Jörg, Joh. Christian Gottfried, Die Wichtigkeit des jetzigen griechischtürkischen Kampfes für das physische Wolf der Bewohner des europäischen Continents, Frankfurt / Leipzig 1821.

 

Read Full Post »

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε  (Leo von Klenze 1784-1864), Μόναχο, Staatliche Graphische Sammlung München.

 

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

 

 Η πλατεία με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αποτυπώνεται στο καλοδουλεμένο σχέδιο του κλασικιστή αρχιτέκτονα Leo von Klenze. Στο κέντρο εικονίζεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η μητρόπολη του Ναυπλίου, όπου κηδεύτηκαν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός το 1826 και ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1831.

Για το σχέδιο αυτό γράφει η Σέμνη Καρούζου: «Το σχέδιο αποφεύγει τις σκιές, κύριος φορέας της έκφρασης είναι η γραμμή. Ο τονισμός του νάρθηκα της μητρόπολης του Ναυπλίου, που πρέπει στα χρόνια αυτά να είχε διαμορφωθεί, βρίσκει στη διανοητική ακρίβεια του σχεδίου την καλύτερη δυνατή απόδοση. Σαν ξένο σώμα υψώ­νεται πίσω από την εκκλησία ο άμορφος μιναρές. Όμοια απροσάρμοστα στην πλατεία, που τότε μόλις άρχιζε να παίρνει μια νοικοκυρεμένη όψη, είναι τα σπίτια αριστερά, του ανατολίτικου τύπου ακόμη». Όλα αυτά τα οικοδομήματα, ωστόσο, μαζί με το μεγάλο ενετικό κτίσμα δεξιά (πολύ παλιό ενετικό σχολείο) χαρτογραφούν συνοπτικά, αλλά παραστατικά, την ιστορική πορεία της πόλης, κάτω από τη βαριά σκιά του Παλαμηδιού. Ο ίδιος ο Klenze, άλλωστε, πίστευε πως «το Ναύπλιο κρατάει ακόμη μόνο στα βενετσιάνικα και στα παλιά τούρκικα λείψανα κάποιο θέλγητρο και μια γραφική ομορφιά».  (Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007).

Read Full Post »

The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio – Volume I: Dispacci from Nauplion (1479-1483)


The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Dianna Gilliland Wright

John R. Melville – Jones

UNIPRESS

PADOVA

Italy 2008

[…] Bartolomeo Minio q. Marco was elected provveditor and capitaneo of Napoli di Romania in February 1478-79 to replace the previous rettor of Nauplion, Christoforo de Priuli, who died before the end of his term. Leonardo Diedo, capitaneo of Coron, was transferred to Nauplion until Minio arrived. As Minio’s first letter reports, he got as far as Modon in September, but did not arrive in Nauplion until 8 November, as Venetian shipping was either suspended or on war alert because of the Ottoman attack on the Ionian Islands.

Bartolomeo was about 40 when he began the Nauplion assignment, the usual age for a provveditor in the stato da mar. The dispacci suggest that he had a tendency to migraines and an aching neck. Perhaps marked by the early loss of his mother, he appears in his letters as a lonely man, writing of himself as “essendo solo rector,” rarely mentioning officials other than those who came by galley for rare, brief stays, never mentioning the name of the assistant on whom he relied the most, the cancellier for whom he fought a long and tiring battle with Venetian bureaucracy. In the final dispaccio of 25 March 1483, he mentions “nui suo rectori” and “nui suo provveditori” but these refer to rettori of other citta`. Five years later, there were at least thirteen officials appointed to Nauplion in addition to the provveditor, and Minio may have had several of these with him: this cannot be deduced from the dispacci and cannot be assumed, given the many variations from the standard noted at Nauplion. His wife’s brother, “mio cognado Piero Trevisan,” commanded a light galley and came to Nauplion several times on assignment. Minio looked forward to Trevisan’s visits, and in the dispacci emphasized their relationship— “mio cognado”— insisting on it in what he perceived as the blank face of Venetian bureaucracy. As official papers, the dispacci give no suggestion as to what non-official correspondence he might have had […]

Read Full Post »

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686


 Napoli Di Romania assediato e presso dall’Armi alla Serenissima Republica di Venezia, sotto il comando dellEccellenza del Cap: Gen: Francesco Morosini Cavelier e Procur: di S. Marco 20 ag: 1686

H Napoli di Romagna πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε με τα όπλα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, υπό την διοίκηση της Εξοχότητας του Γενικού Καπετάνιου Ιππότη και Δημόσιου Επιτρόπου Francesco Morosini. Ημέρα 20 Αυγούστου 1686.

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686

Coronelli Vincenzo Maria, Napoli Di Romania, 1686

Η σκηνή της μάχης στο Napoli di Romania (Ναύπλιο) τον Αύγουστο του 1686 κάτω από την αρχηγία του Γενικού Λοχαγού Francesco MorοsiniΑυτό το λιμάνι του Μοριά στο κόλπο του Άργους ήταν σημαντικός σταθμός στον εμπορικό δρόμο ανάμεσα στη Βενετία και την Κωνσταντινούπολη και θα γινόταν αργότερα η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας.

Το σχέδιο έδειχνε τη Βενετική υπεροχή του κάστρου της θάλασσας (Μπούρτζι) και της οχυρωμένης πόλης από τους βομβαρδισμούς του Παλαμηδίου καταμήκος με τις Τουρκικές δυνάμεις στη μακρινή πλευρά του βουνού και διάφορες άλλες συμπλοκές. Η θέα ήταν κυκλωμένη από σύμβολα, συμπεριλαμβανομένου του Λέοντα του San Marco.

Το Ναύπλιο αρχικά έπεσε στους Βενετούς στα τέλη του 14ου αιώνα. Αργότερα είχαν τον έλεγχο οι Τούρκοι από το 1540 μέχρι 1686. Το σχλεδιο δείχνει τους Βενετούς να ξαναπαίρνουν το Ναύπλιο, το οποίο κράτησαν μέχρι το 1715, όπου και το ξαναπήραν οι Τούρκοι. Τελικά οι Έλληνες πήραν τον έλεγχο της πόλης το 1822, κατά τη στιγμή την οποία έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ελλάδας. (Βενετία 1686).

 

Read Full Post »