Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκκλησιαστικά’

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Σπουδαία Αρχιερατική προσωπικότητα. Το όνομα της οικογένειάς του ήταν Παπασαράντου. Τόπος καταγωγής του ήταν το Ροϊνό Αρκαδίας. Υπηρέτησε και διακρίθηκε ως πνευματικός στον Ιερό Ναό Ρόμβης της Αθήνας, όπου πλήθος πιστών προσερχόταν προκειμένου να εξομολογηθεί.

Εκλέχτηκε το 1939 στον θρόνο της Ι.Μ. Αργολίδος σε ηλικία 63 ετών. Φρόντισε και περιέθαλψε με περισσή πατρική αγάπη το λαό της Μητρόπολής του, κατά τους δύσκολους και χαλεπούς καιρούς της Γερμανοϊταλικής Κατοχής.

Εκοιμήθη το 1942, μετά από ανίατη ασθένεια. Ετάφη στον περίβολο της Ιεράς Μονής Αγίου Θεοδοσίου, την οποία είχε ανακαινίσει ριζικά και την είχε αναγνωρίσει ως Γυναικεία Μονή.  

 

Πηγή

 


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος (1898-1956)


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Ο Αγαθόνικος Παπασταματίου ο από Σταυρουπόλεως, υιός του ιερέα Κωνσταντίνου Παπασταματίου, γεννήθηκε στην Αράχωβα Αιγίου το 1898. Το 1922 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, το 1923 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1926 Πρεσβύτερος. Υπηρέτησε ως Καθηγητής Γυμνασίου στο Αίγιο και ως Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Μετέβη στο Τορόντο του Καναδά για μεταπτυχιακές σπουδές και για μια δεκαετία υπηρέτησε ως εφημέριος και Καθηγητής σε διάφορες Ελληνικές Κοινότητες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, έγινε Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Κορίνθου και το 1941 εξελέγη βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού.

Το 1942 εκλέγεται Μητροπολίτης Αργολίδος. Ως Ποιμενάρχης διακρίθηκε για την αφοσίωσή του μέχρι αυταπάρνησης στο ποίμνιό του και μάλιστα σε καιρούς σκληρούς όπως ήταν η Κατοχή.

Το 1945 μετατέθηκε στην Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και το 1956 εκοιμήθη, πάσχοντας από κάποια παραλυτική ασθένεια.

  

Πηγή


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄(Ταβλαδωράκης 1909- 1977)

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Α΄

Ο Μακαριστός Χρυσόστομος Α΄ γεννήθηκε στον Πειραιά το 1909. Το όνομά του, κατά κόσμον, ήταν Εμμανουήλ Ταβλαδωράκης.  Το 1935 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών και χειροτονηθείς, διετέλεσε Ιεροκήρυκας  της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων, Γραμματέας του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Προϊστάμενος του Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου Ομονοίας Αθηνών. Εκλεγείς ως Μητροπολίτης Αργολίδος το 1945, επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην πνευματική ανύψωση του λαού της Μητρόπολης του, την ανέγερση Ιερών Ναών και την ανακαίνιση Ιερών Μονών. Ιδιαίτερα διέπρεψε ως κήρυκας του Θείου Λόγου αφού διέθετε καταπληκτική και σπάνια ρητορική δεινότητα.

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄ με τον τότε Αρχιμανδρίτη  Χρυσοστόμο Δεληγιαννόπουλο στην Πλατεία Αγίου Πέτρου το 1964.

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Α΄ με τον τότε Αρχιμανδρίτη Χρυσοστόμο Δεληγιαννόπουλο στην Πλατεία Αγίου Πέτρου το 1964.

Διετέλεσε κατ’ επανάληψιν μέλος της Ιεράς Συνόδου και εκπροσώπησε την Εκκλησία της Ελλάδος στην Ρωσία κατά τους εορτασμούς της συμπλήρωσης 50 χρόνων από της ανάδειξης του Πατριάρχη Ρωσίας Αλεξίου. Αγωνίστηκε πολύ για την έναντι των ετεροδόξων διαφύλαξη της Ορθόδοξης πίστης, κατά τις διάφορες κινήσεις προσέγγισης των άλλων ομολογιών προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Επίσης συνέγραψε και ορισμένες θεολογικού και εποικοδομητικού χαρακτήρα μελέτες. Με την από 16η  Νοεμβρίου 1965 απόφαση της Ι. Συνόδου της Ιεραρχίας μετατέθηκε στην νεοσύστατη Ιερά Μητρόπολη Πειραιά*. Στις 6 Αυγούστου του 1977 τελεύτησε τον βίο του, αφού ποίμανε ως καλός ποιμένας  επί μία 12ετία το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας του Πειραιά.

  

Υποσημείωση

 


  

* Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς. Από την ίδρυση της Εκκλησίας της Ελλάδας, το 1833, ο Πειραιάς και οι μεταγενέστεροι Δήμοι Νέου Φαλήρου, Δραπετσώνας, Ρέντη, Νίκαιας, Κορυδαλλού, Κερατσινίου και Περάματος, ανήκουν στην δικαιοδοσία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Το 1917 ιδρύεται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο Α΄ Αρχιεπισκοπικό Γραφείο στον Πειραιά, για την καλύτερη ποιμαντική εξυπηρέτηση των χριστιανών της περιοχής. Από το 1926, τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο εκπροσωπεί στον Πειραιά Βοηθός Επίσκοπος.

Τον Ιανουάριο του 1962 ιδρύεται η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, με τον νόμο 3952/1959 και το Β. Διάταγμα της 16/17 Δεκεμβρίου 1959. Τον Νοέμβριο του 1965 εκλέγεται ο πρώτος Μητροπολίτης Πειραιώς, Χρυσόστομος Α΄( Ταβλαδωράκης) ο οποίος μετατέθηκε από την Μητρόπολη Αργολίδας, κάνοντας για πρώτη φορά χρήση του νόμου “ Περί μεταθετού”.

Στις 12 Ιανουαρίου του 1978 η Ιερά Σύνοδος σε έκτακτη συνεδρίασή της, εκλέγει τον Μητροπολίτη Ρωγών Καλλίνικο, ως νέο Μητροπολίτη Πειραιώς, ο οποίος και ενθρονίζεται στις 5 Φεβρουαρίου, στον Ιερό Ναό της Αγίας τριάδας, στον Πειραιά. Την Τρίτη 7 Φεβρουαρίου του 2006 η Ιερά Σύνοδος αποδέχεται την παραίτηση του υπέργηρου και ασθενούς Ποιμένα, από τον Μητροπολιτικό θρόνο της Μητρόπολης του Πειραιά, τον οποίο υπηρέτησε με πραγματική αφοσίωση επί 28 συναπτά έτη. Στις 28 Φεβρουαρίου 2006 η Ιερά Σύνοδος, εκλέγει ως νέο Μητροπολίτη Πειραιώς τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Χριστιανουπόλεως κ. Σεραφείμ, Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου.

  

Πηγές

 


  •  Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον το έτους 1980», Αθήνα, 1979.
  •  Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς.

 

Read Full Post »

Εκκλησίες του Ναυπλίου


 

Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας.

 Του Γεωργίου Αθ. Χώρα

Δρος Θεολογίας τ. Διευθυντού Υπ. Παιδείας

Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώκκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.

Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως.  Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων κ.ά.

Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της  «Παλιγγενεσίας».

Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.

 

Ο Άγιος Νικόλαος

 

Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.

Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.

  

Η εκκλησία της Παναγίας


 Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).

Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει  η αρχοντική  αυτή εκκλησία.

Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος


 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά  Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος


 

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν νεκροταφειακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου. Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.

Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.

 

Η Αγία Μονή Ναυπλίου


Η Μόνη Αρείας

Η Μόνη Αρείας

Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η  Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».

Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.

Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.  

  

Πηγή

  

  • Περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

Read Full Post »

Επίσκοποι Άργους & Ναυπλίας


 

 Από το Αργολικό Ημερολόγιο του 1910, αναδημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο που αφορά τους Επισκόπους του Άργους και του Ναυπλίου.

 

Η επαρχεία  Άργους υπήγετο εκκλησιαστικώς υπό τον Μητροπολίτην Κορίνθου. Λήγοντος του Θ΄. αιώνος υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Κων/πόλεως Νικολάου του Μυστικού Μητροπολίτης Κορίνθου Παύλος Σίκυλος ο Βυζάντιος, όστις έσχεν αδελφόν μοναχόν Πέτρον ονόματι. Του Πέτρου τούτου εκτιμήσαντες οι Αργείοι τάς αρετάς εζήτησαν παρά του Πατριάρχου όπως προχειρισθή Επίσκοπος Άργους. Ο Πέτρος εν οσιότητι και ευλαβία βιώσας εποίμανε πατρικώς το ποίμνιον αυτού συμπάσχων και παραμυθούμενος αυτό εν ταις δυστυχίαις και θλίψεσιν. Ο Πέτρος μετέσχε της εν έτει 921-922 επί της Β΄ Πατριαρχίας του Νικολάου συγκροτηθείσης εν Κωνσταντινουπόλει επί Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου συνόδου, ήτις τον περίφημον τόμον της Ενώσεως εκδούσα απεκήρυξε συν άλλοις και τον τέταρτον γάμον, ον είχε τολμήσει ο Λέων ο σοφός. Επανελθών δ’ εκείθεν ανεπαύθη εν Κυρίω το 70ον έτος της ηλικίας εις τάς αγκάλας του ποιμνίου του, όπερ μετ’ ευλαβείας έθαψε το λείψανον εν περιβλέπτω της πόλεως μέρει, ένθα και επώνυμον ναόν ήγειρε.

Ο Πέτρος υπό της Εκκλησίας κατετάχθη εις την χορείαν των Αγείων τελούσης την μνήμην αυτού την 3ην Μαΐου, τιμάται δ’ εξόχως ως πολιούχος εν Άργει. Την ακολουθίαν αυτού έγραψε το πρώτον εν Ενετία Γεώργιος Μάρκου* ο Ζωγράφος, ταύτην δε συμπληρώσας εξέδωκεν αύθις τω 1870 ο πρώην αρχιεπίσκοπος Αργολίδος Δανιήλ Πετρούλιας.

Αρχείον ανωνύμου χειρογράφου δημοσιευθέν εν Δελτίω Ιστορ. Εθνολ. Εταιρίας Τ.Β΄ σελ. 32 υπό του μακαρίτου Ιω. Σακκελίωνος αναγράφει 23 Επισκόπους Άργους και Ναυπλίας.

 

Τα ονόματα είνε τα εξής:

Πέτρος, Κωνσταντίνος, Χριστόφορος, Πέτρος, Ιωάννης, Νικόλαος, Σισίνιος, Ανδρέας, Θεόδωρος, Σισίνιος, Πέτρος, Βασίλειος, Θεοφύλακτος, Σισίνιος, Γρηγόριος, Νικόλαος ο και κτήτωρ του Αγίου Ανδρέου, Ιωάννης ο και κτήτωρ της Νέας, Γρηγόριος, Κωνσταντίνος, Θεόδωρος Λέων, Νικήτας Ιωάννης ο αναβιβασθείς μητροπολίτης ημων Ναυπλίου και Άργους.

Ο Λέων έκτισε το μοναστήριον της Νέας μονής, Ζωοδόχον Πηγήν, βασιλεύοντος Μανουήλ του Κομνηνού τω 1149 μ.Χ. ως εξάγεται εκ της υπ’ αυτού διατηρουμένης έτι επιγραφής. Φαίνεται ότι η Μητρόπολις Άργους διετηρήθη μέχρι του 1935 ότε η πόλις εκυριεύθη υπό του Βωγιαζήτ, οπότε και η έδρα της Μητροπόλεως Άργους μετετέθη εις Ναύπλιον.

 Ο Laguien εν τω συγγράμματι αυτού Orien Christianus (Β΄ 183-186) αναγράφει επισκόπους τους εξής:

Περιγρένης (160-180) επί Αυτοκράτορος Μάρκου Αυριλίου ούτος ηγωνίσθη κατά της αιρέσεως των Σκηθιανών.  

Γενέθλιος επί Αυτοκράτορος Θεοδώρου του Β΄ (381) μετασχών της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου κατά του Ευτυχίου.

Ο Νίσιμος (451) επί Μαρκισίου και Πατριάρχου Ανατολίου μετασχών εις την εν Χαλκιδόνι Α΄ Οικουμεν. Σύνοδον.

Θαλής επί Λέοντος του Θρακός, μετασχών της εν Κορίνθω τοπικής Συνόδου.

Ιωάννης επί Κωνσταντίνου του Πογωνάτου.

Θεότιμος επί Αυτοκράτορος Βασιλείου του Μακεδόνος.

Λέων λαβών μέρος εις την εν έτει 869 σύνοδον επι Ιγνατίου.

Διονύσιος Α΄. (1575).

Διονύσιος Β΄. φερόμενος εν τη Εκκλησιαστική ιστορία ο εικοστός τρίτος Διονύσιος μητροπολίτης Ναυπλίου φιλόσοφος άριστος και μαθητής του Κορυδαλέως. (1661).

Ανδρέας επί Βασιλείου του Μακεδόνος.

Μελέτιος επί πατριαρχίας Γαβριήλ.

Γαβριήλ επί Πατριαρχίας Ιερεμίου του από Καστορίας.

Βασίλειος. Παρέστη επί τη δ΄. οικουμενική συνόδω.

Θεοφάνης (1624) επι Πατριαρχίας Κυρίλλου.

Μακάριος (1662) πρώην Ναυπλίας εγένετο είτα Μητροπολίτης Μυτιλήνης επί Πατριαρχίας Διονυσίου.

Βενέδικτος (1767). Επί πατριαρχίας Σαμουήλ.

Νεόφυτος.

Δωρόθεος επί Πατρχ. Διονυσίου εν έτει γζνδ΄.

Ιάκωβος Αρμόγκαβλης εκ Καλαμάτας ορμώμενος επί Ιερεμίου Α΄. (1769) εξ επιφανούς οικογενείας εκπαιδευθείς εις την περιένυμον Σχολήν της Δημητσάνας.

Γρηγόριος εκ Σιτσόβης της επαρχίας Καλαμών ορμώμενος, τουπίκλην Καλαμαράς, τρόφιμος και ούτος της εν Δημητσάνη περιωνύμου Σχολής κληθείς μετά των άλλων αρχιερέων της Πελοποννήσου υπό της Τουρκικής κυβερνήσεως μετέβη ως όμηρος εις την  Τροπολιτσάν ολίγας ημέρας πρό της κηρύξεως της Επαναστάσεως. Ενταύθα δε μετά των άλλων, κηρυχθείσης της Επαναστάσεως εφυλακίσθη και απέθανεν εν ειρκτή εκ των ταλαιπωριών και των στερήσεων ολίγας ημέρας πρό της υπο των Ελλήνων αλώσεως της Τριπολιτσάς. (1821). Αναχωρών ο Γρηγόριος εις Τριπολιτσάν αφήκε τοποτηρητήν αυτού και Επισκοπικόν επίτροπον της Μητροπόλεως Άργους και Ναυπλίου τον Πρωτοσύγγελον Αθανάσιον Σοφιώτην.

Επί της εποχής του Κυβερνήτου διεχωρίσθη η επισκοπή ως ήτο παλαιόθεν εις δύο, εις Άργους και εις Ναυπλίου. Κατά την εν Ναυπλίω συνεδρίασιν των αρχιερέων της 15 Ιουλίου 1833 φέρονται υπογεγραμμένοι ο Μετρών Μελέτιος εκκλησιαστικός τοπορητής Άργους, και ο Δαμελών Ιωανάς τοποτηρητής Ναυπλίας.

Το 1833 συνεχωνεύθησαν πάλιν αι επισκοπαί Ναυπλίας και Άργους και διωρίσθη αρχιεπίσκοπος ο πρώην μητροπολίτης Λαρίσης Κύριλλος, όστις απέθανε τω 1843. Μετά τον θάνατον του Κυρίλλου η επισκοπή Αργολίδος έμεινε χηρεύουσα, και διωρίσθη τοπορητής ο πρωτοσύγγελος Ευγένιος Διογενίδης.

Μετά την αναγνώρισιν ως αυτοκεφάλου της Ελληνικής εκκλησίας υπό του οικουμενικού Πατριάρχου εξελέγη κατά το 1852 αρχιεπίσκοπος Αργολίδος ο Γεράσιμος Παγώνης εκ Μαντινείας του Δήμου Αβίας καταγόμενος ανεψιός του μητροπολίτου Μονεμβάσιας Χρυσάνθου. Ο Γεράσιμος διέπρεψε κατά τον ιερόν ημών αγώνα, εχρημάτισεν πληρεξούσιος της Καλαμάτας κατά την πρώτην Εθνικήν συνέλευσιν, και πολύ συντέλεσε εις το να καταπραύνη το μένος των Μανιατών και ως εκ τούτου εμεσολάβει εις τα μαλώματα των Μανιατών και τους καθησύχαζεν, ετύγχανε δε και συγγενής του Πετρόμπεη.

Ο Γεράσιμος συνέγραψε πραγματείαν περί των κωλυμάτων του γάμου, ως και ακολουθίαν εις την αγίαν εικόνα των Καλαμών Υπαπαντήν ψαλλομέννην την παραμονήν της Αναλήψεως˙ ο Γεράσιμος Α΄. απέθανεν εν Αθήναις κατά το 1866 άγων το 75 έτος της ηλικίας του. Μετά δε τον θάνατον του Γεράσιμου προεχειρίσθη Αργολίδος ο Δανιήλ Πετρούλιας (1870) εκ Κορίνθου καταγόμενος, λόγιος και αγγλομαθής κληρικός ούτος απέθανε 1873.

Διάδοχος δε τούτου εγένετο ο Καλίνοκος Τερζόπουλος (1874) όστις επαύθη ως Σημονιακός μετά τεσσάρων άλλων αρχιερέων. Και τούτον διεδέξατο ο Νίκανδρος Δελούκας εξ Ακράτας ορμώμενος, όστις τανύν ευκλεώς αρχιερατεύει.

 

  Δ ΧΡ. ΔΟΥΚΑΚΗΣ

 Καθηγητής.

  

Σημείωση Επιμελητή


 

* Την πρώτη ακολουθία που είναι πολύ παλαιά και ο θεόπνευστος συνθέτης της παραμένει άγνωστος. Αυτή την ακολουθία βρήκε χειρόγραφη σκισμένη και τριμμένη ο αγιογράφος Γεώργιος Μάρκος ο επονομαζόμενος Ζωγράφος. Αφού την επιδιόρθωσε, την τύπωσε στη Βενετία το 1729 και την αφιέρωσε στην πατρίδα του, το Άργος « την του Πελοποννησιακού σκήπτρου Βασιλίδα» όπως γράφει.

 Η αφιέρωση αυτολεξεί:               

 

Περίβλεπτε και Εκλαμπροτάτη μοι Πατρίς,

τον οφειλόμενον ασπασμόν προσκομίζω.

 

 Ύστερον αφ΄ ού οι ποταμοί εντρυφήσωσιν εις τους κάμπους, και λειμώνας, Θαλάσσας περιπολεύοντες, περικυκλούντες Πόλεις, τέλος αναπαύονται εις τον Ωκεανόν, εξ΄ού και εξέβησαν, προς σε τοίνυν ως προς όρμον τινά επανακάμπτει η παρούσα βίβλος, περιέχουσα την ακολουθίαν του εν Αγίοις Πατρός Πέτρου, του Θαυματουργού, και ημετέρου Ιεράρχου, την οποίαν ούσαν πρότερον χειρόγραφον, και άχρι του νύν σεσαθρωμένην τυγχάνουσαν, δι΄οικείων αναλωμάτων ταύτην τύποις εξέδωκα, εις δόξαν Θεού, και εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών, και Ιεράρχου, ωσάν όμως οπού αρχαίον έθος νενόμισται, ότι αι νεωστί τυπούμεναι βίβλοι να αφιερώνωνται εις κάποια υπέροχα, και αξιωματικά πρόσωπα, ως δώρον ηθέλησα και εγώ να προσφωνήσω εις τι εξαίρετον υποκείμενον την παρούσαν, ποίος δε άλλος αξιώτερος, και εξαιρετώτερος εν εμοί, παρά σε την ημετέραν Πατρίδα, την του Πελοποννησιακού σκήπτρου Βασιλίδα, τούτο μεν αποδιδούς τα οικεία, προς τους οικείους, ως τέκνον σόν, αφιερώνω εις αίδιον μνήμην την του Πατρός ημών ακολουθίαν, αύθις προς τα οικεία, προς σε την ημετέραν Πατρίδα, μη έχωντας αξιώτερον δώρον, προσφωνώ την παρούσαν, δείχνωντας με τούτο, πόση είναι η αγάπη οπού προς σε προσφέρνω, φιλοφρόνως και ευλαβώς, την οποίαν και δέομαι να δεχτθήτε ασπασίως, εορτάζοντες ετησίως την του Πατρός ημών μνήμην, δια να είναι επισκεπτής, και ελευθερωτής σού της ποίμνης αυτού. Κύριος ο Θεός δια πρεσβειών του Αγίου ενδόξου Πατρός ημών Πέτρου ρύσαιτό σε της δεινής δουλείας, διατηρών σε ανεπηρέαστον εις έτη πολλά.

 

Της σής περιβλέπτου Εκλαμπρότητος προσφιλές τέκνον

Γεώργιος Μάρκος ο Ζωγράφος.

«Ακολουθία του εν Αγίοις πατρός ημών Πέτρου Αρχιεπισκόπου Άργους και Ναυπλίου του Θαυματουργού. Ετυπώθη αναλλώμασι μεν του χρησιμωτάτου κυρίου κυρίου Γεωργίου Μάρκου του Ζωγράφου, συνδρομή δε του χρησιμωτάτου και εκλαμπροτάτου κόμητος κυρίου κυρίου Νικολάου Ταρωνίτη του εξ Αθηνών. Ενετίησιν αψκθ΄. Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων». Κωνστ. Κυριακόπουλος. Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους. Βίος και Λόγοι.

Η ακολουθία αυτή ανατυπώθηκε στο Ναύπλιο το 1836  και στην Αθήνα το 1861.

Την  δεύτερη ακολουθία ( Νέα) συνέθεσε  ο Αρχιεπίσκοπος Αργολίδας Δανιήλ ο οποίος την διαρρύθμισε και συμπλήρωσε μικρό Εσπερινό. Πολυγραφημένη δε, εξέδωσε μελοποιημένη ο Άρχων Λαμπαδάριος του Ιερού ναού της Μητροπόλεως Αθηνών Ευάγγελος Τζελάς. Αυτή χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα και έχει εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας. (31 Μαρτίου 1870).

    

Πηγή


  •  Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.

 

Read Full Post »

Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός (1774 ή 1777 – 1853)


 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Ο Διονύσιος Πύρρος γεννήθηκε το1774 ( ή 1777) στην Καστανιά Τρικάλων. Σε ηλικία πέντε ετών ορφανεύει από τον πατέρα του. Έχει έναν αδελφό, τον ιερομόναχο Ιωακείμ. Το πατρικό του όνομα είναι Πούρος ή Μπούρος. Έμεινε όμως στην ιστορία ως Διονύσιος Πύρρος ό Θετταλός. Τα πρώτα του γράμματα τα μαθαίνει στην Καστανιά και αργότερα χειροτονείται ιεροδιάκονος στη μονή Μεταμορφώσεως των Μετεώρων από τον Αμβρόσιο, πρώην Τρίκκης. Τώρα αρχίζει το μεγάλο του ταξίδι. Ο Πύρρος πηγαίνει στα Τρίκαλα για να διδαχθεί την ελληνική γραμματική από τον Κοζανίτη Στάμκο. Σε λίγο καιρό πηγαίνει στον Τύρναβο για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Ιωάννη Πέζαρου. Ξεκινά η μεγάλη περιοδεία του. Θεσσαλία, Μακεδονία, Άγιο Όρος, Λήμνος, Τένεδος, Θράκη. Ολοκληρώνεται με την άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού εργάζεται στην αρχή ως οικοδιδάσκαλος και αργότερα ως γραμματέας του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Ιερεμία, χειροτονείται ιερέας από τον μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο και στη συνέχεια μαζί με τον αδελφό του Ιερομόναχο Ιωακείμ, αναχωρεί για τα Ιεροσόλυμα, επιθυμώντας να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Για δύο χρόνια ( 1803-1805)  παραμένει στις Κυδωνίες προκειμένου να παρακολουθήσει μαθήματα στο κέντρο ελληνικής παιδείας. Ένα φημισμένο σχολείο της εποχής. Εκεί, διδάσκεται μαθηματικά, φυσική και φιλοσοφία από τον Βενιαμίν τον Λέσβιο και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς από τον Γρηγόριο.

Σειρά έχει η Χίος, όπου συμπληρώνει την μόρφωσή του με μαθήματα ρητορικής, θεολογίας και αστρονομίας από τον Ιωάννη Τσελέπη. Επιστρέφει στην Μικρά Ασία για να διδάξει αυτή την φορά, μετά από αίτημα των Σμυρναίων να σταλεί ιερομόναχος δάσκαλος. Διδάσκει για μικρό διάστημα, αλλά η ανήσυχη ψυχή του ζητά κι άλλες γνώσεις, κι άλλη μόρφωση. Φεύγει για την Ιταλία. Εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές προυχόντων της Χίου προς τους εμπόρους του Λιβόρνο, σπάει την αλυσίδα των ταξιδιών του στην Ελλάδα και ξεκινά να αποκτήσει νέες εμπειρίες και γνώσεις  στην Ευρώπη.

Έρχεται στην πατρίδα του και σε λίγο, διά μέσου Κέρκυρας φθάνει στην Νεάπολη. Συνεχίζει το ταξίδι του –μετά λίγες ημέρες-προς την Τοσκάνη. Εκεί δέχεται πρόταση των Ορθοδόξων του Λιβόρνο να αναλάβει ως εφημέριος της τοπικής εκκλησίας, για τους επόμενους οκτώ μήνες. Στη συνέχεια, επισκέπτεται την Πίζα, την Φλωρεντία, την Μπολόνια και το Μιλάνο. Παρακολουθεί πρακτικά μαθήματα αστρονομίας και μαθηματικών.

Στον επόμενο σταθμό του, την Παβία, εγγράφεται στο πανεπιστήμιο (1807) και σπουδάζει ιατρική και φιλοσοφία. Στις 14 Απριλίου 1813, λαμβάνει το διδακτορικό του δίπλωμα. Το επόμενο χρονικό διάστημα παρακολουθεί μαθήματα, ως ακροατής, στις Ακαδημίες Μιλάνου και Πάδοβας. Ολοκληρώνει τις σπουδές του και την περιοδεία του στην Ευρώπη, στο πανεπιστήμιο της Βιέννης όπου θα φτάσει δια μέσου Βενετίας και Τεργέστης. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, δια μέσου Μιλάνου. Σκοπεύει να εγκατασταθεί στην Χίο και να ασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. 

Όμως, από την Ιταλία θα πάει τελικά στην Ζάκυνθο για να καταλήξει στην Πάτρα. Επόμενος σταθμός – λόγω περιέργειας – η Αθήνα. Μετά από παρακίνηση του Μητροπολίτη Αθηνών Γρηγορίου Δ΄ του Λέσβιου, παρατείνει την παραμονή του στην πόλη. Ο ηγούμενος της μονής των Αγίων Ασωμάτων Διονύσιος Πετράκης, τον πείθει να μείνει και να διδάξει ιατρική, φυσικές επιστήμες και φιλοσοφία. Παραμένει στην Αθήνα από το 1813 μέχρι το 1815. Ιδρύει το πρώτο επιστημονικό σχολείο, από όπου απεφοίτησαν οι πρώτοι γιατροί και ένα βοτανικό κήπο με 300 είδη φυτών καθώς κι ένα ορυκτολογικό μουσείο στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφρονά.

To 1815 η επιστημονική σχολή Αθηνών έχει εγκαταλειφθεί και ουσιαστικά έχει διαλυθεί, για οικονομικούς λόγους. Μετά από μια οκτάμηνη παραμονή του στην Χαλκίδα όπου μετέβη μετά από παράκληση του πασά της Εύβοιας Οσμάν, προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες, ο Πύρρος αποφασίζει να περιοδεύσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο για ένα διάστημα είκοσι μηνών. Γράφει ο ίδιος. « …εκίνησα και έκαμα την περιήγησιν της Ελλάδος, η οποία μέχρι τούδε έμεινεν ατύπωτος. Δέκα έξ μήνας έκαμα εις την περιήγησιν της Ελλάδος και πολλά εδαπάνησα εις την οδοιπορίαν μου, πλήν έμεινα κατά πολλά ευχαριστημένος ιδών τα πάντα…». 

Η Μεγαρίδα, η Βοιωτία, η Φωκίδα, η Αιτωλία, η Πελοπόννησος  και τα νησιά Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Κύθηρα, Σύρος και Τζιά, με τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη, είναι οι επόμενοι τόποι που επισκέπτεται. Το έργο του « Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι» αποτελείται από δύο τόμους. Στον πρώτο τόμο περιέχονται: Εισαγωγή, Γενική καταγραφή της Ελλάδος, Αρχαίοι και νεώτεροι πόλεμοι αυτής, Αττικά και Ελευσινιακά, Μεγαρικά, Βοιωτικά και Ευβοϊκά, Λεβαδιακά, Λοκρικά, Φωκικά, Ναυπακτιακά και Αιτωλικά. Στον δεύτερο τόμο περιλαμβάνονται: Κορινθιακά και Σικυωνικά, Αχαικά, Ηλιακά και Τριφυλιακά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Λακωνικά, Αργολικά, Κύθηρα, Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίν και Κέως.

Το κεφάλαιο Αργολικά θα πρέπει να το συμπλήρωσε και μετά το 1815 γιατί αναφέρει γεγονότα που έγιναν αργότερα. Η καταστροφή του Δράμαλη το 1822 και η δημιουργία του χαρτοποιείου του το 1829. Στο κεφάλαιο αυτό ο Πύρρος αναφέρεται στην Γενική Ιστορία της Αργολίδας, στους πρώτους κατοίκους, στους βασιλείς, στην κατά της Τρωάδος βοήθεια, στους πολέμους των Αργείων, στα όρη, στα ποτάμια, στους κατοίκους, στα ήθη, στη θρησκεία, στις αρχαιότητες, στις ακροπόλεις ενώ επισκέφτηκε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κεφαλάρι, τους Μύλους, το Ελληνικό, το Σκαφιδάκι, τις Μυκήνες, τα Δερβενάκια κ.α. 

Στην Κωνσταντινούπολη φτάνει το 1818, όπου Πατριάρχης είναι ο Κύριλλος. Στις 14 Ιανουαρίου του 1819, ο νέος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄τον γνωρίζει με τον αρχίατρο  του σουλτάνου Μουσταφά Πεχξέτ, ο οποίος τον εφοδιάζει με την  απαιτούμενη άδεια ( Χάτι) άσκησης ιατρικού επαγγέλματος. Εργάζεται ως γιατρός τα επόμενα δύο χρόνια και στις 20 Φεβρουαρίου του 1820 ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ τον τιμά με το αξίωμα του «αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού θρόνου» αναθέτοντας του συγχρόνως καθήκοντα ιεροκήρυκα.

 « … δεν απέρασε πολύς καιρός και ο Κόσμος τότε ανακατώθη, εν μια δε των ημερών, εις την οποίαν τότε εγίνετο το συμβούλιον παρά του σουλτάνου και των λοιπών εγκρίτων της αυλής του, δια να κακοποιήσωσι τους Χριστιανούς, ο άνω θεραπευθείς Τεσερφατσή Εφέντης, μοι λέγει μυστικώς εις την οικίαν του, ότι δια δύω, ή τρεις ημέρας, αφεύκτως πρέπει να αναχωρήσω από την Κωνσταντινούπολιν, και ύστερον, ας επιστρέψω, και τότε εάν θέλω να με κάμωσι και Πατριάρχην σχεδόν, επειδή και τότε οι Τούρκοι είχον σκοπόν να θανατώσωσι τον Πατριάρχην και τους Χριστιανούς της πόλεως, τούτο ακούσας ετρόμαξα…».

Όταν ξεσπά η επανάσταση, βρίσκεται στο Άγιον Όρος και επιχειρεί να φτιάξει πυρίτιδα για τον αγώνα. Δεν τα καταφέρνει λόγω έλλειψης πρώτων υλών. Με εντολή της κοινότητας του Αγίου Όρους περιοδεύει στην Σκόπελο, την Ύδρα και τις Σπέτσες προκειμένου να στείλουν βοήθεια στις απειλούμενες μονές κι έτσι να εμποδίσουν την καταπάτηση του Περιβολιού της Παναγίας από τους Τούρκους. Στην Πελοπόννησο και μάλιστα στην Τρίπολη βοηθά τους τραυματίες του αγώνα και συμβάλει στην καταπολέμηση της πανούκλας που πλήττει την πόλη, ενθαρρύνοντας τους κατοίκους και εκφωνώντας λόγους στις εκκλησίες.

Το 1827 επιχειρεί να οργανώσει στο Μιστρά, το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα. Η επιδρομή του Ιμπραήμ πασά τον αναγκάζει να εγκαταλείψει χαρτί και μηχανήματα και να καταφύγει δια μέσου Κυθήρων στο Ναύπλιο. Το 1829, με την συνεργασία του στρατηγού Νικηταρά ιδρύει νέο χαρτουργείο όπως το αποκαλεί, σ̉ ένα μύλο του Ερασίνου, στο Κεφαλάρι. Όμως και αυτή η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε. Το χαρτοποιείο οδηγήθηκε στην χρεοκοπία αφού ο Καποδίστριας δεν χρηματοδότησε το έργο, λόγω ελλείψεως πόρων. Όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας φυλακίστηκε για 15 ημέρες, επειδή ήταν φίλος και παλαιός δάσκαλος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.

Αλλά ούτε ο Μαυροκορδάτος μετά τον ερχομό του Όθωνα προσέφερε την παραμικρή βοήθεια προς τους δύο επιχειρηματίες. Τα μηχανήματα κατέληξαν – άχρηστα πλέον- στο σπίτι του Νικηταρά. Το 1835 έρχεται στην Αθήνα, τυπώνει πολλά από τα βιβλία του και στη συνέχεια φεύγει για το Βουκουρέστι, Ιάσιο και Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφει στην Αθήνα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον συναντάμε στην Αθήνα να ασκεί την ιατρική με μεγάλη επιτυχία και να γράφει βιβλία. Λόγω αμοιβαίας αντιπάθειας με τον Όθωνα δεν επιδιώκει να διοριστεί καθηγητής στο Οθωναίο πανεπιστήμιο αλλά και κανένας δεν τον προτείνει με δική του πρωτοβουλία. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1853, ο αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού θρόνου, ο ιατροφιλόσοφος, ο διδάσκαλος Διονύσιος Πύρρος, καταλείπει τα επίγεια και μετοικεί στην ποθητή πατρίδα της Βασιλείας των Ουρανών.

 

Τα βιβλία του Πύρρου.

(Κατά χρονολογική σειρά).

 

  • Εκκλησιαστικόν Παραλληλοκύκλιον. Λιβόρνο 1806.
  • Χειραγωγία των Παίδων, ήτοι πραγματεία περί χρεών του ανθρώπου. Βενετία 1810.
  • Άτλας, ήτοι νέα Γεωγραφική Χάρτα. Μεδιόλανα 1814.
  • Γεωγραφία Μεθοδική απάσης Οικουμένης. Βενετία 1818.
  • Φαρμακοποιία, γενική εκ των πλέον νεωτέρων σοφών χυμικών και φαρμακοποιών. Κωνσταντινούπολη 1818.
  • Σαπιλερέ φαζιλέτ Κουλαουζού. Ασιτανετέ 1819.
  • Η προς Θεόν Ομολογία Πίστεως και το απάνθισμα του Ψαλτηρίου προς καθημερινήν Χρήσιν και προσευχήν εκάστου Χριστιανού. Βενετία 1827.
  • Γραμματική Δινυσιάς. Ναύπλιο 1827.
  • Αριθμητική. Ναύπλιο 1828.
  • Χυμική των τεχνών. Ναύπλιο 1828.
  • Εγκόλπιον των ιατρών, ήτοι πρακτική ιατρική. Ναύπλιο 1831.
  • Τριών ειδών Υδρόγειοι Σφαίραι. Αθήνα 1835.
  • Πρακτική Αστρονομία. Αθήνα 1836.
  • Επιστολή προς τον ευγενέστατον άρχοντα Θεσσαλών κύριον Αθανάσιον Παπα-Πολημέρου. Αθήνα 1837.
  • Βοτανική πρακτική προσαρμοσμένη εις την ιατρικήν και οικονομίαν. Αθήνα 1838.
  • Η ζωή του Ιησού Χριστού. Αθήνα 1843.
  • Άτλας νεώτερος περιέχων γενικώς τε και μερικώς όλας τας βασιλείας του παλαιού και νέου κόσμου εις είκοσι τέσσαρες γεωγραφικούς πίνακες. Αθήνα 1845.
  • Βίος, πράξεις και κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1846.
  • Ιερά ιστορία και Βίοι των τριών βασιλέων Σαούλ, Δαβίδ και Σολομώντος, συγκροτηθείσα κατ᾽ επιστομήν εκ της όλης ιεράς ιστορίας των εβδομήκοντα. Αθήνα 1847.
  • Βίοι των δώδεκα στρατηγών και διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1848.
  • Περιήγησις ιστορική και βιογραφία Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Αθήνα 1848.
  • Περιγραφή της εν Τήνω ευρεθείσης αγίας και θαυματουργού εικόνος της κυρίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και των θαυμάτων αυτής. Αθήνα 1849.
  • Φαρμακοποιία γενική πλουσιωτάτη και εντελεστάτη του σοφού Αντωνίου Καμπανά, διδασκάλου της εν Ιταλία Φερράρας. Αθήνα 1850.
  • Πανθέκτη ιερά εκκλησιαστική. Αθήνα 1850.
  • Ορυκτολογία του Βερνέρου. (ανέκδοτο).
  • Διατριβή περί της αρχαίας ελληνικής μουσικής.( ανέκδοτο).
  • Περιγραφή της νήσου Κέω. ( ανέκδοτο).
  • Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι. ( ανέκδοτο).

     

Πηγές

  

  • Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός, «Το πρώτο ελληνικό χαρτοποιείο», Εφημερίδα Μακεδονία, ένθετο «Πανσέληνος», 25 Μαρτίου 2000.
  • Αντωνίου Μηλιαράκη, «Το πρώτον εν Ελλάδι χαρτοποιείον», Εφημερίδα Ίναχος, 24 Ιανουαρίου 1903.
  • Ανδρέα Κεραμίδα, Φιλολόγου, « Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού – ΑΡΓΟΛΙΚΑ». ΑΠΟ ΕΝΕΚΔΟΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΓΙΑΝΝΗ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Εκδότης: Ηλίας Καμπανάς, 1981.

 



Read Full Post »

Δαγρέ Ευλογία (1926-2009)

 

 Ευλογία Δαγρέ, ηγουμένη της ιεράς μονής του Αγίου Χαραλάμπους Καλαμακίου Κορινθίας, απόγονη του καπετάν Γιαννάκου Δαγρέ.

 

 Ευλογία ΔαγρέΚοιμήθηκε και τάφηκε την επόμενη στις 2 Απριλίου 2009   στο μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους Κορινθίας η ηγουμένη  της μονής  αδελφή Ευλογία, κατά κόσμον Δήμητρα Ε. Δαγρέ. Ήταν μια σεμνή τελετή που χοροστάτησε ο Μητροπολίτης  Κορινθίας Διονύσιος Μάνταλος αλλά και πλήθος ιερέων από τις μητροπόλεις Κορινθίας και Αθηνών. Με σεβασμό στην μνήμη της και εκπληρώνοντας την υπόσχεση μου θα προσπαθήσω να παραθέσω τα στοιχεία που εκείνη που μου είχε καταθέσει και να συντάξω το βιογραφικό της.

Η γερόντισσα γεννήθηκε το 1926  στο Μερκούρι Καρυάς. Ο πατέρας της ήταν ο Ευάγγελος Δημητρίου Δαγρές και μητέρα της η Αναστασία Καπετάνιου     από το Μερκούρι. Από την παιδική της ηλικία είχε έντονες τις θύμισες και τις περιγραφές που αφορούσαν τον προγονό της, ήρωα της επανάστασης Γιαννάκο Δαγρέ από την Καρυά. Οι λέξεις Ελλάδα, ελευθερία, είχαν για εκείνη ιδιάζουσα σημασία ακόμη και το άκουσμα του Εθνικού μας ύμνου της πλημμύριζε τα μάτια με δάκρυα και κάθε φορά έφερνε στο νου της την καταγωγή της που την γέμιζε περηφάνια.

Πριν ακόμη συμπληρώσει την πρώτη δεκαετία της ζωής της υιοθετήθηκε από την οικογένεια  Τσεβελέκου στο Ναύπλιο.  Η παιδική της ηλικία το 1940 – 1941 δεν την εμποδίζει να προσφέρει μεγάλο εθνικό έργο. Μεταφέρει μηνύματα από κρυμμένο ασύρματο που χειρίζονται Άγγλοι μέσα στο Ναύπλιο, στους Έλληνες αξιωματικούς . Είναι σημαντικές πληροφορίες με κινήσεις  Ιταλό – Γερμανών , με πολεμικά εργαλεία και αριθμό στρατιωτών, που στέλνονται στα στρατηγεία Μέσης Ανατολής, αλλά και εντολές που έρχονται από εκεί για το κατασκοπευτικό δίκτυο στον ελληνικό χώρο.

Μεγαλωμένη και γαλουχημένη σε οικογένεια με χριστιανικές αρχές εκφράζει την επιθυμία να ακολουθήσει την μοναχική ζωή. Με το τέλος του πολέμου το 1947 εγκαταλείπει το κοσμικό περιβάλλον και φτάνει στην γυναικεία μονή της Λέχοβας Κορινθίας. Έπειτα από δέκα τέσσερα χρόνια σκληρής ασκητικής ζωής η κλονισμένη υγεία της δεν της επιτρέπει να συνεχίσει την παραμονή της στη Λέχοβα. Δεν επιθυμεί να αποσπάσει τις άλλες αδελφές της μονής από το χριστιανικό τους έργο ούτε να επιστρέψει στην οικογένειά της που την περιμένει με ανοιχτές αγκαλιές. Παρακαλεί  τον τότε μητροπολίτη Κορίνθου Προκόπιο να της επιτρέψει να τοποθετηθεί στο έρημο εκκλησάκι του Αγίου Χαραλάμπους ως νεωκόρος. Αυτό επιτυγχάνεται το 1961. Από τότε ως την ημέρα που οι σωματικές της δυνάμεις την εγκατέλειψαν κατάφερε με πολύ σκληρή δουλειά αλλά και με την βοήθεια όλων των συγγενών της να στήσει την ιερά μονή Αγίου Χαραλάμπους , να την επεκτείνει, και να  θεμελιώσει τον ναό του Αγίου Στεφάνου και τα παρεκκλήσια των αγίων Ακύλα, Πρίσκιλλας και Τρύφωνα, συμπληρώνοντας εξήντα δύο χρόνια μοναχικής ζωής. Το σημαντικότερο της έργο ήταν ότι κατάφερε οι άνθρωποι στο μοναστήρι να βρίσκουν πραγματική θαλπωρή  αγάπη και ελπίδα. Με περίσσια αγάπη και σεβασμό  δέχθηκε και τον υπερήλικα ιερομόναχο Αγαθάγγελο Μπλάτσο από το Κουτσοπόδι τον οποίο εξυπηρέτησε και γηροκόμησε για μια οκταετία.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            

Η σεμνότητά της, η ταπεινοφροσύνη, ο σεβασμός και η αφοσίωσή της στο θεό όλα αυτά τα χρόνια της έχουν ανοίξει το δρόμο για τα τις ουράνιες αγκαλιές. Να ευχηθώ την εξ ύψους παρηγορία στους αδελφούς, τα συγγενικά πρόσωπα αλλά και στις αδελφές της μονής Μαγδαληνή και Σοφία που βαδίζουν στα βήματά της γερόντισσας συνεχίζοντας το θεάρεστο έργο της.

  

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές

  •  Προσωπικό αρχείο Γερόντισσας Ευλογίας
  • Το ιερό ησυχαστήριο Αγίου Χαραλάμπους  (Ι.Δ.Μπαλαφούτα)

Read Full Post »

Η φιλοσοφική παιδεία και το γενικότερο πνευματικό κλίμα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία την εποχή του Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους.


 

Εισήγηση του κου Γεωργίου Στείρη, λέκτορος φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εορταστική συνεδρία, Κυριακή 3 Μαΐου, στο πλαίσιο του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Αίθουσα διαλέξεων «Δαναού».

 

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Στο Μεγαλυνάριο του Α­γίου Πέτρου αναφέρεται: Τον του Βυζαντίου κλεινόν βλαστόν. Ο Άγιος Πέτρος τοποθετείται από τον υμνωδό του σε συγκεκριμένο χωροχρονικό και πολιτιστικό περιβάλλον, το οποίο επέδρασε καθοριστικά στο σχηματισμό της προσωπικότητας του και τη γενικότερη πνευματική του πορεία. Στη σύντομη αυτή εισήγηση θα περιγραφεί αδρομερώς αυτό ακριβώς το πνευματικό περιβάλλον των 9ου και 10ου αιώνων, επικεντρώνοντας στη φιλοσοφική παιδεία. Καταλήγοντας, θα επιχειρηθεί η σύνδεση του Αγίου Πέτρου με τη γενικότερη πνευματική κίνηση της εποχής του. Ο Άγιος Πέτρος γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη του β’ μισού του 9ου αιώνα, μια περίοδο ακμής, που πρώτος ο διαπρεπής βυζαντινολόγος Kurt Weitzmann αποκάλεσε Μακεδονική Αναγέννηση, επειδή επιχειρήθηκε η επαναδιαπραγμάτευση των κλασσικών ιδεωδών του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Οι επιστήμες, τα γράμματα και η τέχνη απέκτησαν μια σχετική αυτονομία  και αυθυπαρξία  έναντι της Θεολογίας ως  κλάδοι του επιστητού. Οι  αυτοκράτορες Θεόφιλος και  Καίσαρ Βάρδας αναδιοργάνωσαν το λεγόμενο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ο Λέων ο Στ’, ο επονομαζόμενος Σοφός, κατέστησε το παλάτι χώρο επιστημονικού και φιλοσοφικού διαλόγου. Ο πρώτος που πληροί το περιεχόμενο της λέξης σοφός στη μεταβυζαντινή περίοδο υπήρξε ο Λέων ο Μαθηματικός, ο οποίος ήκμασε στο πρώτο μισό του 9ου αιώνος, ανοίγοντας νέες ατραπούς στο στοχασμό.

Σύμφωνα με τα θρυλούμενα,  αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Κωνσταντινούπολη και συνειδητοποίησε ότι στη βασιλεύουσα δεν υπήρχε άνθρωπος ικανός να τον διδάξει περαιτέρω, κατέφυγε στην Άνδρο, όπου ένας άγνωστος σε εμάς σοφός τον μύησε στη ρητορική, τη φιλοσοφία, την αστρονομία, την αστρολογία, τη μουσική και τα μαθηματικά. Παράλληλα, άδραξε την ευκαιρία να μελετήσει πλήθος αρχαίων χειρογράφων που ανακάλυψε στις μοναστικές βιβλιοθήκες της νήσου. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, δίδασκε ιδιωτικά, δίχως να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ευρύτερης κοινωνίας. Όταν όμως ένας από τους μαθητές του συνε­λήφθη από τον περίφημο χαλίφη της Βαγδάτης ΑΙ Mamun, ερωτηθείς πώς απέκτησε όλες αυτές τις γνώσεις που εξέπληξαν τους Άραβες, ενημέρωσε τον ΑΙ Mamun  για την ύπαρξη του Λέοντος. Ο χαλίφης απηύθυνε επιστολή στο Λέοντα, προσκαλώντας τον στην αυλή του.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος, όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα, έσπευσε να διορίσει το Λέοντα καθηγητή στην εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων και τον απέτρεψε να ταξιδέψει στο χαλιφάτο, παρότι ο ΑΙ Mamun συνεχώς αύξανε την προσφορά του. Ο Λέων τελικά, κατόπιν πρωτοβουλίας του Καίσαρα Βάρδα, διορίστηκε καθηγητής φιλοσοφίας σε ένα καινούριο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο  έδρευε πιθανότατα στη Μαγναύρα. Το ίδρυμα αυτό πιθανότατα αποτέλεσε την απόπειρα απάντησης των βυζαντινών στην επιστημονική και φιλοσοφική ακτινοβολία του αραβικού κόσμου.

Κανένα από τα φιλοσοφικά συγγράμματα του Λέοντος δε διασώζεται, παρότι υπήρξε πρώτος εκδότης και υπομνηματιστής πλατωνικών έργων κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Στον Λέοντα αποδίδεται, αν και όχι με ασφάλεια, το σωζόμενο «Σύνοψις εις την φύσιν ανθρώπων«, έργο ιατροφιλοσοφικού περιεχομένου.

Μετά το Λέοντα στην πνευματική ζωή της Κωνσταντινουπόλεως κυριάρχησε ο πατριάρχης Φώτιος, ο λόγιος που υπήρξε η επιτομή της μακεδονικής αναγέννησης, καθώς διακρίθηκε για τη σπάνια πολυμάθεια του. Πηγές της εποχής τον εμφανίζουν περισπούδαστο στην ποίηση, τη γεωμετρία, τη φιλοσοφία και την ιατρική. Ήταν βαθιά προσηλωμένος στη μελέτη της κλασσικής αρχαιότητας και στην κράση θεολογίας και θύραθεν σοφίας. Συνέγραψε τη «Βιβλιοθήκη», μια σύνοψη της έως τότε γνωστής αρχαίας γραμματείας, μοναδική στο είδος της και πολύτιμη ακόμα και σήμερα, καθώς διασώζει στοιχεία για πολλά έργα αρχαίων συγγραφέων.  

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Στο άλλο μεγάλο του την «Αμφιλόχια», περιλαμβάνονται σχόλια στις «Κατηγορίες»  του Αριστοτέλη και άλλες συντομότερες φιλοσοφικές πραγματείες. Ο Φώτιος ενδιαφέρθηκε για τη  φιλοσοφία καθαυτή, δίχως να την αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως θεραπαινίδα της θεολογίας. Η μελέτη του κατέτεινε κυρίως στη        διαλεκτική και τη λογική, στρεφόμενος τελικά προς μια μορφή σκεπτικισμού. Παρότι αντιμετώπιζε με σεβασμό την αρχαία φιλοσοφία, δε δίστασε να ασκήσει τεκμηριωμένη κριτική στις αριστοτελικές κατηγορίες και την πλατωνική θεωρία των ιδεών. Σαφής υπήρξε παρά   ταύτα η προτίμηση του στην αριστοτελική φιλοσοφία, καθώς δεν τον ικανοποιούσε η ποιητική και μη συστηματική ανάπτυξη των φιλοσοφικών ζητημάτων από τον Πλάτωνα.    Η ενασχόληση του με τις ελευθέριες τέχνες έστρεψε εναντίον του τον συντηρητικό κλήρο, ο οποίος του προσήψε κατηγορίες για μαγεία και διαστρέβλωση των δογμάτων. Συγγενής, μαθητής και   θαυμαστής του Φωτίου υπήρξε ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός, ο οποίος   ο  διετέλεσε επίσης συμμαθητής και εξ απορρήτων σύμβουλος του αυτοκράτορα  Λέοντος Στ’ του Σοφού. Ο  Νικόλαος ο Μυστικός ήταν   εκείνος που ενδιαφέρθηκε για τον Άγιο Πέτρο και τελικά τον εξώθησε να αναλάβει καθήκοντα επισκόπου στο Άργος το 912, όταν ο Νικόλαος Μυστικός επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο, ύστερα από την καθαίρεσή του για τη στάση που τήρησε στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος.  Ο Νικό­λαος ο Μυστικός, πέρα από το ποιμαντικό του έργο, συνέθεσε μια σειρά ομιλιών, οι οποίες διακρίνονται για το υψηλό τους πνευματικό και λογοτεχνικό επίπεδο, κατατάσσοντας τον ανάμεσα στους σημαντικότερους ρήτορες της εποχής του.

 

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

Συνομήλικος του Αγίου Πέτρου και του Νικολάου του Μυστικού ήταν ο επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας, ο οποίος παρότι γεννήθηκε στην Πάτρα, ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Συνέγραψε σχόλια στις «Κατηγορίες» του Αριστοτέλη και την «Εισαγωγή» του Πορφυρίου, ενώ αντίθετα από τον Φώτιο, προέκρινε τον Πλάτωνα. Η ρήξη του με την παράδοση του Φωτίου σηματοδοτεί την αναβίωση της πολεμικής για το φιλοσοφικό πρωτείο ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, η οποία επρόκειτο να ταλανίσει για αιώνες τους πνευματικούς κύκλους του Βυζαντίου και να κληροδοτηθεί στην αναγεννησιακή Δύση. Ο Αρέθας, παρότι αρχικά συνεργαζόταν με τον Νικόλαο Μυστικό, ήλθε σε ρήξη μαζί του, καθώς ο Αρέθας μετεστράφη στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος και στήριξε τον αυτοκράτορα στη διαμάχη του με τον Νικόλαο Μυστικό.

Ο Αρέθας θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους παραγγελιοδότες χειρογράφων στα τέλη του 9 ου και στο μισό του 10 ου αιώνα. Χάρη στη δραστηριότητά του αυτή, στην οποία επιδιδόταν ήδη πριν ενταχθεί στον κλήρο, μας έχουν παραδοθεί πολυάριθμα έργα σημαντικότατων αρχαίων συγγραφέων, μεταξύ άλλων του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Αίλιου Αριστείδη, του Αθήναιου, του Δίωνος Χρυσοστόμου, του Ευκλείδη κ.α.

Συγγενής της Ζωής Καρβονωψίνας, της συζύγου του αυτοκράτορος Λέοντος του ΣΤ’, υπήρξε ο Λέων Χοιροσφάκτης, μια άλλη σημαντική προσωπικότητα της εποχής. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, στο έργο του Χιλιόστιχος Θεολογία, δείχνει να διαθέτει ενδελεχή γνώση της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και των έργων του Ψευδο – Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Τα συγγράμματα του Λέοντα Χοιροσφάκτη είχαν σαγηνεύσει τον Αρέθα, ο οποίος τα αποκαλούσε έργα ενός γνήσιου Έλληνος, με την ιδιαίτερη σημασία που ελάμβανε ο όρος στην εποχή. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, όπως και ο Αρέθας, είχαν επιδοθεί και διακριθεί στη ρητορική.

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Τη σκυτάλη της πνευματικής ηγεσίας μετά τον Αρέθα παρέλαβε ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, ο οποίος ηγήθηκε της βυζαντινής αυτοκρατορίας όσο καιρό ο Άγιος Πέτρος ήταν επίσκοπος Άργους. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διαπίστωσε ότι οι ελευθέριες τέχνες και οι επιστήμες είχαν σημειώσει κάμψη. Για την αναστροφή της κατάστασης μερίμνησε προσωπικά διορίζοντας καθηγητές στην ανακτορική σχολή.

Ο Άγιος Πέτρος εντάσσεται μέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα, του οποίου υπήρξε αντιπροσωπευτικό και εξέχον δείγμα. Του αποδίδονται επτά ομιλίες, αλλά η νεότερη έρευνα εγείρει αμφιβολίες για τον Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον επίσκοπον Μεθώνης και το Εγκώμιο εις την Αγίαν μεγαλομάρτυρα του Χριστού Βαρβάραν. Ο Κυριακόπουλος τοποθετεί τη συγγραφή όλων των ομιλιών στην περίοδο που ο Άγιος Πέτρος διέμενε στο Άργος, αλλά μόνο τρεις εξ αυτών, συγκεκριμένα ο «Λόγος εις τους Αγίους Αναργύρους», ο «Λόγος εις τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου» και εκείνος «Εις την σύλληψιν της Αγίας Άννης», περιέχουν σαφείς χρονολογικές αναφορές.

Το «Εγκώμιον εις την αγίαν Άννα» και ο «Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου» δεν χρονολογούνται με ακρίβεια. Ο Σιδεράς χρονολογεί δε τον αμφισβητουμένης πατρότητας  «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», το 890. Ο μαθητής του Αγίου Πέτρου, Θεόδωρος Μητροπολίτης Νικαίας, αναφέρει ότι ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός τον επέλεξε ως επίσκοπο, όταν, μετά την επάνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο, επιθυμούσε να επανδρώσει τις μητροπόλεις με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Ο Άγιος Πέτρος ήταν, σύμφωνα με το βιογραφικό του, ήδη γνωστός για τη μόρφωση και την αρετή του, γεγονός που μας οδηγεί να συνάγουμε ότι πιθανότητα είχε αξιόλογο συγγραφικό έργο και πριν το 912, μέρος του οποίου πιθανότατα δεν σώζεται ή δεν έχει ακόμα ανευρεθεί.

Η επιλογή του από τον πατριάρχη ως επισκόπου και η επιμονή του Νικολάου του Μυστικού να τον πείσει να αποδεχθεί τη θέση αποδεικνύει ότι ήταν ήδη γνωστός στην Κωνσταντινούπολη ως συγγραφέας και ρήτορας. Η ομιλητική παράδοση, στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 900 γνώρισε ακμή, όπως έχει αποδείξει η Αντωνοπούλου. Αντιπροσωπευτικά δείγματα της παράδοσης αυτής υπήρξαν ο αυτοκράτωρ Λέων Στ’ ο Σοφός, οι πατριάρχες Ευθύμιος και Νικόλαος Μυστικός, ο επίσκοπος Αρέθας, ο Νικήτας Δαβίδ ο Παφλαγόνιος, ο Λέων Χοιροσφάκτης και δύο ανώνυμοι ρήτορες. Ο Άγιος Πέτρος πρέπει να ανήκε στη χορεία αυτών των εξόχων πνευματικών ανδρών. Ο κύκλος τους περιελάμβανε ιερωμένους και λαϊκούς. Όλοι οι προαναφερθέντες ρήτορες συνδέονταν με τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ τον Σοφό: ο Νικόλαος ο Μυστικός ήταν συμμαθητής του και προσωπικός του γραμματέας, ο πατριάρχης Ευθύμιος πνευματικός του πατέρας, ο Αρέθας αυλικός ρήτορας, ο Νικήτας μαθητής  του Αρέθα, ο Χοιροσφάκτης υψηλόβαθμος διπλωμάτης, ο Άγιος Πέτρος επιλογή του Νικολάου του Μυστικού.

Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι ο Άγιος Πέτρος είχε σχέση με τον στενό κύκλο του αυτοκράτορα Λεόντα Στ’ και εξέχουσα θέση στους πνευματικούς κύκλους της Κωνσταντινουπόλεως. Δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός του μακαριστού Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου ότι ο Άγιος Πέτρος υπήρξε συμμαθητής του Νικολάου του Μυστικού. Αλλά και συμμαθητές να μην υπήρξαν, σίγουρα ανήκαν σε ένα στενό κύκλο λογίων, υψηλού πνευματικού και κοινωνικού διαμετρήματος, ο οποίος είχε πρόσβαση στο παλάτι.

Ο Άγιος Πέτρος είχε πιθανότατα λάβει προσεγμένη παιδεία, θύραθεν και λαϊκή, και είχε διακριθεί στα γράμματα πριν έλθει στην Πελοπόννησο, ώστε να τον εμπιστευτούν και να θεωρείται ομότεχνος και ισάξιος όλων των προαναφερθέντων. Η δε επιλογή των γονέων του να ονομάσουν το μικρότερο αδελφό του Αγίου Πέτρου, Πλάτωνα να είναι ενδεικτική της μόρφωσης, της κοινωνικής θέσης και των πνευματικών ενδιαφερόντων τους, τα οποία ήταν προφανώς απόλυτα ευθυγραμμισμένα προς τις προτιμήσεις των πλέον προβεβλημένων εκπροσώπων της μακεδονικής αναγέννησης. Προς επίρρωση των προαναφερθέντων, στις σωζόμενες ομιλίες του Αγίου Πέτρου είναι η άριστη γνώση και χρήση της ελληνικής, η λογιότητα και η μεγαλοπρέπεια του ύφους, αλλά και η άρτια θεολογική του κατάρτιση.

Στον αμφισβητούμενο δε «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», απαντώνται μνείες που επιτρέπουν να εικασθεί η εξοικείωση του συγγραφέα με την κλασσική γραμματεία και την αρχαία φιλοσοφία, τις οποίες δεν αναπαράγει δουλικά. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται η πλατωνική τριμερής διάκριση της ψυχής σε λογιστικόν, επιθυμητικόν και θυμοειδές, χωρίς όμως να αναφέρεται ρητώς η πατρότητα της θεωρίας. Επίσης ο συγγραφέας συγκρίνει τη στάση του Σωκράτη ενώπιον του θανάτου με αυτή του Αγίου Αθανασίου, επισκόπου Μεθώνης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο «ημέτερος» αγιος σαφώς υπερτερεί αυτού για τον οποίο ΄επαίρονται΄΄ οι Έλληνες.

Συμπερασματικά, ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους δεν κατήγαγε άθλα μόνο στον εκκλησιαστικό στίβο, δεν προσέφερε μόνο σπουδαίες υπηρεσίες στο ποίμνιό του, αλλά υπήρξε και σημαίνον πνευματικό μέγεθος της εποχής του. Προς αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται ίσως να στραφεί περισσότερο η σύγχρονη μελέτη.

   

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Αργειακό Βήμα», την Τετάρτη 20 Μαΐου 2009.

 

 

Read Full Post »

Σύντομο χρονικό περί της επανόδου των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου

 

 Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Ιερά ΛείψαναΟ Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους, καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Οι ευσεβείς γονείς του και τα πέντε παιδιά τους ασπάζονται τον μοναχικό βίο. Μετά από επίμονες παρακλήσεις των Αργείων χειροτονείται επίσκοπος Άργους και αναδεικνύεται προστάτης των πτωχών και αδυνάτων. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 925 μ.Χ. περίπου και επιτελεί πολλά θαύματα. Τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Πέτρου είχαν αφαιρεθεί από το Άργος την 21η Ιανουαρίου 1421 από τον Λατίνο επίσκοπο Secuntus Nani, σύμφωνα με τον ανώνυμο συγγραφέα του «Συντόμου Χρονικού» του συνημμένου εις την ιστορίαν του Δούκα (Βλ. Πατρολογία Migne, τόμ. 157, σελ. 1167). Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος, από το 1985, όταν ανέλαβε τα επισκοπικά του καθήκοντα, έθεσε ως πρωταρχικό του μέλημα την εκπλήρωση του πόθου και των προσπαθειών όλων των προκατόχων του, να επανέλθουν δηλαδή εις την πόλη του Άργους τα σεπτά Λείψανα του Αγίου Πέτρου.

Πομπή Ο Θεός ευλόγησε τις συνεχείς προσπάθειες του Σεβασμιωτάτου και με την συνδρομή ειδικών επιστημόνων τα Ιερά Λείψανα περί τον μήνα Αύγουστο του 2008 εντοπίστηκαν εις την Ρωμαιοκαθολική Μονή της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, εις την Ρώμη. Με την αρωγή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, δωρίζονται από την Ρωμαιοκαθολική Μονή στον Μητροπολίτη Αργολίδος και έτσι εξασφαλίζεται η επιστροφή των Ιερών Λειψάνων από την Ρώμη εις το Άργος. Πράγματι, το Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος με μια μικρή συνοδεία υποδέχεται τα Ιερά Λείψανα στα όρια του νομού Αργολίδος και περί ώραν 4ην απογευματινήν, το Άργος μέσα σε κλίμα βαθυτάτης συγκινήσεως και εκκλησιαστικής κατανύξεως υποδέχεται μετά από έξι περίπου αιώνες την σεπτή σορό του επισκόπου Άργους Αγίου Πέτρου εις την είσοδο της πόλεως έξω από το Ναό του Αγίου Νικολάου. Μετά από μια σύντομη δέηση οι Μητροπολίτες Σπάρτης, Μαντινείας, Άρτης, Αυλώνος, Μεσογαίας, Κορίνθου και Αργολίδος μαζί με τον Ιερό Κλήρο, τους εκπροσώπους των Αρχών και τον πιστό λαό της Αργολίδος λιτανεύουν εν μέσω ιερού ενθουσιασμού τα Τίμια Λείψανα εις την οδό Κορίνθου και φτάνουν εις την πλατεία του Αγίου Πέτρου όπου έχει ετοιμασθεί μεγάλη εξέδρα, εις την οποία ανέρχεται η Λειψανοθήκη και οι επίσημοι και εκφωνούνται πανηγυρικοί λόγοι από τον Δήμαρχο Άργους, από τον Προϊστάμενο του Ναού του Αγίου Πέτρου, από την εκ Ρώμης Ρωμαιοκαθολική αντιπροσωπεία και βέβαια από τον Μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβο.

Ιερός Ναός Μετά το τέλος των ομιλιών η πομπή εισέρχεται εις τον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου και η Λειψανοθήκη εναποτίθεται αρχικά για συμβολικούς λόγους εις τον επισκοπικό Θρόνο. Μετά από μια σύντομη δέηση η Θήκη των Ιερών Λειψάνων τοποθετείται στο κέντρο του Ναού και ενώ αναρίθμητα πλήθη κόσμου διαρκώς θα περνούν για να προσκυνήσουν, αρχίζει ο πολυαρχιερατικός Εσπερινός. Στις 10 το βράδυ της ίδιας ημέρας, τελείται η Ακολουθία του Όρθρου και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αυλώνος και ψάλλουν Μοναχές από τις Ιερές Μονές της Μητροπόλεως Αργολίδος. Στις 7 το πρωί της Κυριακής 20ης Ιανουαρίου 2008, αρχίζει η ακολουθία του Όρθρου και στη συνέχεια Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αργολίδος συλλειτουργούντων των Μητροπολιτών Άρτης και Κορίνθου. Το βράδυ της Κυριακής αποσφραγίζεται η Λειψανοθήκη, γίνεται καταμέτρηση των Ιερών Λειψάνων τα οποία είναι δεκαοκτώ και συντάσσεται Πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από όλους τους, εντοπίους και εκ Ρώμης, επισήμους οι οποίοι παρευρέθηκαν εις την καταμέτρηση.  

 Ενώ καθ’ όλη την εβδομάδα κόσμος συρρέει καθημερινά από διάφορα μέρη, προκειμένου να προσκυνήσει τα Σεπτά Λείψανα το πρωί της Κυριακής 27ης  Ιανουαρίου 2008, στον Καθεδρικό Ναό του Άργους τελείται Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβο, ο οποίος προ της λήξεως της Θείας Λειτουργίας, σε ειδική τελετή, υπογράφει δημοσίως και κάτω από τις επευφημίες του εκκλησιάσματος Δωρητήριο έγγραφο, με το οποίο δωρίζει τα Λείψανα εις την Ενορία του Αγίου Πέτρου, υπό τον όρο να μην ανοιχθεί ποτέ η Λειψανοθήκη και τα Λείψανα να παραμένουν εσαεί εις την πόλη του Άργους.

Έτσι το Άργος με την χάρη των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου του Θαυματουργού, πορεύεται ισχυρότερο πνευματικά εις τον 21ο αιώνα. Ο Θεός την ευλόγησε αυτήν την πόλη, ο Πολιούχος Άγιος Πέτρος την τίμησε με την παρουσία των Λειψάνων του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος την ευεργέτησε και οι Αργείοι συναισθανόμενοι τα πνευματικά τους προνόμια, θα αγωνισθούν να σταθούν αντάξια τέκνα τέτοιων πνευματικών Πατέρων.    

 

Δημοσιεύθηκε εις το υπ’ αριθμόν 1690 φύλλο, της Τετάρτης 30 Ιανουαρίου 2008, της εφημερίδας «ΦΕΙΔΩΝ».

Read Full Post »

Άργος και Ορθοδοξία στο διάβα των αιώνων

  

Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Εκκλησιαστική διοίκηση

 Ο Παυλίνος (354-431μ.Χ.) αναφέρει ότι στο Άργος κήρυξε το λόγο του Θεού ο Απόστολος Ανδρέας, ο οποίος έτσι παρουσιάζεται ως ιδρυτής της Αργειακής Εκκλησίας. Πιθανώς εις το Άργος να ήλθε και ο Απόστολος Παύλος, διότι περί το 50-60 μ.Χ. διέμεινε εις την Κόρινθο για αρκετούς μήνες και επισκέφθηκε και τις γύρω της Κορίνθου περιοχές. Πολύ νωρίς το Άργος ανυψώθηκε σε Επισκοπή, χωρισμένη από την Επισκοπή Ναυπλίου, υπό τη δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Κορίνθου. Πρώτος γνωστός Επίσκοπος του Άργους είναι ο Περιγένης. Στα τέλη του 9ου αιώνος Επίσκοπος Άργους διετέλεσε ο πολιούχος, Άγιος Πέτρος. Οι Επισκοπές Άργους και Ναυπλίου ενώθηκαν σε μία το 1166. Κατ’ άλλη γνώμη, η ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίου πιθανώς είχε συντελεσθεί λίγα χρόνια μετά το 879. Πάντως στα πρακτικά Σύνοδου του 879 που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, υπογράφουν ως μέλη, ο Άργους Θεότιμος και χωριστά ο Ναυπλίου Ανδρέας. Το 1189 η ενιαία Επισκοπή Άργους και Ναυπλίου αποσπάται από τη Μητρόπολη Κορίνθου και προάγεται σε Μητρόπολη, με πρώτο Μητροπολίτη τον Ιωάννη.

 Το 1212, οι σταυροφόροι καταλαμβάνουν το Άργος και το Ναύπλιο, καταργείται η ορθόδοξη Ιεραρχία και στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος Επίσκοπος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φραγκοκρατίας (1212-1540) η ορθόδοξη Μητρόπολη Άργους είναι σχολάζουσα. Για τα θέματα των Ορθοδόξων υπήρχε υπό την έγκριση του λατίνου Επισκόπου ένας πρωτοπαπάς διορισμένος από τους Ενετούς.

 Το 1540 το Ναύπλιο παραδίδεται από τους Ενετούς στους Τούρκους. Το 1541 ο Πατριάρχης Ιερεμίας Α΄ δέχθηκε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία από Αργείους και Ναυπλιείς, οι οποίοι ζήτησαν την ανασύσταση της Μητροπόλεως που ήταν σχολάζουσα από το 1212, δηλαδή για 329 χρόνια. Η Μητρόπολη ανασυνεστάθη με έδρα το Ναύπλιον και προήχθη εις αυτήν ως μητροπολίτης, ο Δωρόθεος.

 Από το 1686 η έδρα της Μητροπόλεως μεταφέρεται στο Άργος, διότι το Ναύπλιον καταλαμβάνεται για δεύτερη φορά από τους Ενετούς. Το 1715 αρχίζει η Β΄ τουρκική κυριαρχία στο Άργος και γίνεται έδρα της μητροπόλεως το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα) έως το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Εδώ θα παραμείνει μέχρι την επανάσταση του 1821, οπότε θα ξαναγίνει το Ναύπλιο έδρα της Μητροπόλεως, μέχρι σήμερα. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1821  πέθανε στη φυλακή της Τριπολιτσάς ο εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς. Από το θάνατό του έως το 1833 η Μητρόπολη διοικείται από τοποτηρητές.

 Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ., η Μητρόπολη Άργους και Ναυπλίας  μετονομάζεται «Μητρόπολις Αργολίδος», αποτελούμενη από τις επαρχίες Ναυπλίας, Τροιζήνος και Ερμιονίδος. Με το ίδιο διάταγμα το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπάγονται υπό την Μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη Μητρόπολη Αργολίδος. Με το από 16 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η Μητροπόλη Κορίνθου- Άργους και η Μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη Μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος. Με το από 18 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ., εις τη Μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος συνεχωνεύθη και η Επισκοπή Ύδρας. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν διότι η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, είχε ανακηρύξει το αυτοκέφαλό της. Δεν ήθελε λοιπόν,  να προβεί σε αρχιερατικές εκλογές, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο υιοθετήσει αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ότι αυθαιρετεί εντελώς. 

Με τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850 αναγνωρίσθηκε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος.  Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852, η Ι. Σύνοδος καθόρισε τα όρια των   Μητροπόλεων και πλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη Μητρόπολη Αργολίδος όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και εξελέγη Μητροπολίτης, το Σεπτέμβριο του 1852 ο Πρωτοσύγκελος και τοποτηρητής Μεσσηνίας, Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος.

 

Ιστορικοί Ναοί

  

Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου άρχισε να χτίζεται το 1822 και αποπερατώθηκε με χρηματική βοήθεια του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Χρησίμευσε ως μητροπολιτικός έως το 1865. Εδώ έγιναν οι τελετές για την έλευση και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄. Στον περίβολό του ετάφησαν προύχοντες και φιλέλληνες. Εδώ φυλάσσονται άμφια δωρηθέντα από τη Ρωσία και από το 1929 τελείται  κάθε χρόνο η δοξολογία της 25ης Μαρτίου.

 Ο ναός της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ιδρύθηκε τον 9ο ή 10ο αιώνα, ως γυναικεία Μονή. Επανιδρύθηκε το 1700 και διατηρήθηκε ως Μοναστήρι μέχρι την 17η Μαρτίου 1856, οπότε γίνεται ενοριακός ναός. Από το 1911 μέχρι σήμερα, υπάγεται ως παρεκκλήσιο στην ενορία Τιμίου Προδρόμου. Συνδέθηκε με γεγονότα της επανάστασης του 1821. Προ του 1821 λειτούργησε ως σχολείο. Το 1822 ιδρύθηκε εδώ το πρώτο Ελληνικό Νομισματοκοπείο. Το 1906-1907 κατασκευάστηκε το ρολόι της πόλης από τους παντοπώλες του Άργους. Στο ναό υπάρχουν εικόνες και εκκλησιαστικά βιβλία του 18ου και 19ου αιώνα.

 Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης επί τουρκοκρατίας υπήρξε τζαμί και νεκροταφείο των Τούρκων. Χτίστηκε περί το 1570-1580. Το 1871 καθαγιάσθηκε με εγκαίνια και μετετράπη σε χριστιανικό Ναό. Λειτουργεί ως παρεκκλήσιο της ενορίας Αγίου Πέτρου. Εδώ φυλάσσονται ιερά Σκεύη του ναού του Αγίου Νικολάου της οικογένειας των Περρουκαίων, ο οποίος βρισκόταν εκεί που είναι χτισμένος ο σημερινός ναός του Αγίου Πέτρου Άργους και κατεδαφίστηκε το 1865.

 Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι κτίσμα του 11ου αιώνος. Ανεκαινίσθη το 1699. Παλαιότερα λεγόταν Παναγία Αμπελούσα διότι υπήρχαν τριγύρω πολλά αμπέλια. Εδώ ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης το1829 καθώς και της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης το 1831. Την 5η Μαΐου 1824 έγινε εδώ τελετή για το θάνατο του Βύρωνα. Εδώ υπάρχουν Ευαγγέλια του 18ου  και 19ου καθώς και εικόνες του 19ου αιώνα.

 Ο ναός του Αγίου Πέτρου θεμελιώθηκε το 1859 από τον Αργολίδος Γεράσιμο, ο οποίος έκανε και τα εγκαίνια το 1865. Χτίστηκε στη θέση, που βρισκόταν άλλοτε ναός του Αγίου Νικολάου της οικογένειας Περρούκα. Έχει τρεις Άγιες Τράπεζες. Η κεντρική είναι αφιερωμένη εις τον Άγιο Πέτρο Άργους, η δεύτερη στον Άγιο Νικόλαο λόγω της εκκλησίας των Περρουκαίων που βρισκόταν εδώ και η τρίτη στον Άγιο Ανδρέα τον ιδρυτή της Αργειακής Εκκλησίας. Εδώ φυλάσσονται Ευαγγέλια του18ου και 19ου και ιερά Σκεύη του 19ου αιώνα.

 Τέλος, αξιόλογα μνημεία είναι οι δύο σταυρεπίστεγοι ναοί του Άργους, που έχουν χτιστεί επί τουρκοκρατίας, ο παλαιός ναός του Αγίου Βασιλείου και ο παλαιός ναός του Αγίου Νικολάου.

 

Αργειακή Αγιολογία

 

 Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους γεννήθηκε στην Κων/πολη το 850 μ.Χ. Οι γονείς και τα τέσσερα αδέλφια του ασπάζονται το μοναχικό βίο. Ενώ ασκητεύει πλησίον του αδελφού του, Παύλου Επισκόπου Κορίνθου, κάμπτεται απ’ τις πιεστικές παρακλήσεις των Αργείων και χειροτονείται Επίσκοπος Άργους. Αφού ανεδείχθη στοργικός πατέρας όλων, εκοιμήθη το 925 μ. Χ. Η μνήμη του εορτάζεται την 3η Μαΐου.

 Ο  Όσιος Λεόντιος γεννήθηκε στο Άργος το 1520. Εμόνασε από το 1545, έως το θάνατό του στη Μονή του Οσίου Διονυσίου του Αγίου Όρους. Κοιμήθηκε το 1605. Από τον τάφο του ανέβλυσε μύρο και έτσι ονομάστηκε μυροβλύτης. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Ιουνίου.

 Ο Νεομάρτυρας Αγγελής γεννήθηκε στο Άργος. Ήταν εμπειρικός Ιατρός. Βρισκόταν στη Νέα Έφεσο. Αποκεφαλίστηκε στη Χίο, στις 3 Δεκεμβρίου του 1813.

 

Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «Ματίες στην Αργολίδα», τευχ. 10, Μάιος – Ιούνιος 2002.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »