Η δίκη για την δολοφονία του Κυβερνήτη Ι. Α. Καποδίστρια – Διπλωματική Εργασία της Φωτεινής Σταύρου Αλεξανδράκη, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2022.
Εισαγωγή – Τα γεγονότα και τα πρόσωπα στην διαδρομή προς το τέλος – Μία διήγηση της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 – Εξιστορήσεις των σχετικών με την δολοφονία γεγονότων – Η προανακριτική διερεύνηση της δολοφονίας από την στρατιωτική δικαιοσύνη – Η δίκη για την δολοφονία του Κυβερνήτη και η εκτέλεση του Γ.Μαυρομιχάλη – Η διακρίβωση της ευθύνης των προσώπων κατά την εξακολούθηση των προανακρίσεων – Επίλογος
Περίληψη
Η εργασία είναι μία παρουσίαση της δικογραφίας που αφορά στην δολοφονία του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια και της δίκης των άμεσα εμπλεκομένων σε αυτήν. Προσεγγίζει την προανακριτική διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη του φυσικού αυτουργού και των συνεργών του από το τακτικό στρατιωτικό συμβούλιο, καθώς και αυτήν που εξακολούθησε, μετά την δικαστική απόφαση, διερευνώντας την πιθανή ευθύνη περισσότερων προσώπων. Στην εργασία θίγονται ακόμη, ορισμένα ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου σχετικά με την απονομή της ποινικής και ιδιαίτερα της στρατιωτικής δικαιοσύνης των αρχών του 19ου αιώνα. Στον βαθμό που είναι απαραίτητο, αποδίδονται, επίσης, περιεκτικά οι ιστορικές συνθήκες της εποχής, τα πρόσωπα και τα γεγονότα στην διαδρομή προς το τέλος του Κυβερνήτη.
Εισαγωγή
Ο Ιωάννης Καποδίστριας έφθασε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828[1], αρχικά στο Ναύπλιο[2] και, αμέσως μετά, στην Αίγινα[3], όπου συνάντησε, πρώτη φορά, τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Στην συνομιλία του με τον λαμπροφορεμένο διάδοχο της επιφανούς οικογένειας, όπως μεταφέρεται στην διήγηση του Γ. Τερτσέτη (1970:257-260) αποδίδοντας μαρτυρία αγνώστου, ο Κυβερνήτης,[4] με την διορατικότητα ίσως, της ωριμότητάς του, διέβλεψε αυτό, που έμελλε να συμβεί. «Ένα μόνο φοβούμαι πολύ…αν πλανεθή ο ελληνισμός σας και σηκωθή σκοτάδι μεταξύ μας, ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδίαν μου, θολωθούν κι εμέ οι οφθαλμοί μου, ποίος ηξεύρη…Τι θα γενούμε;»
Η δολοφονία του την 27η Σεπτεμβρίου 1831, μέσα στην αγωνία της αμφίβολης, ακόμη, ύπαρξης του ελληνικού κράτους και τα ασύμπτωτα πάθη, σφράγισε την εξαίσια ήττα[5] ενός συνεπούς ανθρώπου, αφοσιωμένου έως θανάτου[6].
Τις στιγμές εκείνες, η κατάσταση παρέμενε επικίνδυνα ρευστή για την νεοσύστατη ελληνική πολιτεία. Το ζήτημα της οριστικής και πρόσφορης διευθέτησης των συνόρων της εκκρεμούσε ακόμη[7], η πολιτειακή και διοικητική οργάνωση είχε συναντήσει την δυναμική, και πλέον στασιαστική, αντίδραση των παραδοσιακών παραγόντων και των αντιμάχων διανοουμένων, που προέτασσαν, ειλικρινά ή προσχηματικά, το Σύνταγμα[8]. Όπως έχει επισημανθεί, η επανάσταση δεν είχε ουσιαστικά λήξει, τουλάχιστον στο εσωτερικό της χώρας (Β. Κρεμμυδάς, 1977:218)[9]· η καποδιστριακή περίοδος υπήρξε η τελευταία της φάση (Χ. Λούκος, 2019:61)[10].
Παρότι η διερεύνηση των αιτίων που οδήγησαν στην δολοφονία και των συνθηκών, η αξιολόγηση της σημασίας και των συνεπειών της υπερβαίνουν τις δυνατότητες αυτής της εργασίας, ορισμένες αναφορές θα γίνουν, στον βαθμό που είναι απαραίτητες. Οπωσδήποτε υπήρξε γεγονός πολλαπλά καθοριστικό, επαναφέροντας μέσα στην ελληνική ιστορική διαδρομή, ερωτήματα που δυσκολευόμαστε ή αδυνατούμε ν’ απαντήσουμε.
Η εργασία είναι μία προσέγγιση της δικογραφίας που αφορά την δολοφονία του Κυβερνήτη και της μόνης δίκης που ακολούθησε, αυτής των κατηγορουμένων για την άμεση συμμετοχή στο έγκλημα. Δίκη που, μέσα στο χάος, υπήρξε «το μοναδικό επεισόδιο αξιοπρέπειας και τιμής» (Κ. Γουντχάους, 2020:705), οδηγώντας στην θανατική καταδίκη και την σύντομη εκτέλεση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη. Εκείνος, καθώς αρνιόταν την ενοχή του και υποδείκνυε ως φονέα τον ήδη νεκρό θείο του, δεν υπερασπίστηκε ούτε εξήγησε την πράξη. Δεν το έπραξε ευθέως ούτε στην διαθήκη του, που συνέταξε τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Η προανακριτική διαδικασία συνεχίστηκε και μετά από τη δίκη, επί σχεδόν τέσσερεις μήνες[11], και επεκτάθηκε στην διακρίβωση της πιθανής ευρύτερης συνωμοσίας και της ευθύνης που μπορούσαν να έχουν και άλλα πρόσωπα.
Δεν έχει διασωθεί βέβαια πλήρης η δικογραφία, λανθάνει σημαντικό μέρος του ογκώδους, όπως φαίνεται, προανακριτικού υλικού[12]. Ο Β. Κρεμμυδάς (1977) μελέτησε πρώτος, το σύνολο των διασωζομένων εγγράφων, όχι μόνον όσων περιέχονται στις αρχειακές συλλογές, αλλά και εκείνα της ιδιωτικής συλλογής Β. Διοσκουρίδη[13], η οποία είχε τεθεί στην διάθεσή του. (περισσότερα…)







