Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Καποδίστριας’

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782 ή 1787-1849)


 

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

 

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης.

«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».

Ο Φωτάκος στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», αναφέρει ότι τόπος γεννήσεως του ήταν το  χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας.

Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά.

Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα.

Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. «Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: «Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ.

Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  – ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.

Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο.

Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : «Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους.

Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ’ τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

 

Νικηταράς, ακουαρέλα, έργο του Δανού ζωγράφου, το 1836, Martinus Rørbye (1803-1848).

 

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

 

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη – ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Φωτάκος ή Φώτιος Χρυσανθόπουλος (1798-1878)

 

Αγωνιστής του 1821, υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη και απομνημονευματογράφος. Ο πατέρας του ήταν ο ιερέας παπα – Γιαννάκης,  γι’ αυτό και τ’ αδέρφια του (Αναγνώστης, Κωνσταντίνος, Παναγιώτης και Νικόλαος) ονομάσθηκαν Παπαγιαννακόπουλοι, ενώ ο Φωτάκος διατήρησε το πατρικό επώνυμο Χρυσανθόπουλος. Στην ιστορία  έμεινε γνωστός ως Φωτάκος.

Γεννήθηκε στα Μαγούλιανα* Γορτυνίας. Διδάχτηκε τα πρώτα του γράμματα στο χωριό του με δάσκαλο τον Αγάπιο. Κατόπιν πήγε στη Βυτίνα, όπου είχε δάσκαλο τον Παρθένιο. Επειδή όμως ήταν πολύ ζωηρό, σκληρό και φιλόνικο παιδί, ο πατέρας του φοβούμενος μη φιλονικήσει με τους Τούρκους, τον έστειλε στη Ρωσία, στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας ως εμποροϋπάλληλο. Ήταν η εποχή που η Φιλική Εταιρεία όλο και δυνάμωνε με τη μύηση στο μυστικό πολλών ομογενών. Ο Φωτάκος εγκαταλείπει τη δουλειά του και μεταβαίνει στην Οδησσό, όπου το 1814 είχε ιδρυθεί η Φιλική Εταιρεία, και γίνεται φιλικός. Στη συνέχεια παίρνει εντολή να μεταβεί στα Λαγκάδια Γορτυνίας, για να συναντήσει τον πρόκριτο Κανέλλο Δεληγιάννη και να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις και για την ημέρα του γενικού ξεσηκωμού.

 

Βίοι Πελοποννησίων ανδρών

Βίοι Πελοποννησίων ανδρών

Τον Οκτώβριο του 1820 ο Φωτάκος, συντροφιά με τον φίλο του και συναγωνιστή Δημήτριο Αρκαδινό, φτάνει στην Ύδρα και στη συνέχεια οι δύο άνδρες μεταβαίνουν στο Ναύπλιο, για να κατασκοπεύσουν, προσποιούμενοι ο Φωτάκος τον ευρωπαίο γιατρό και ο Αρκαδινός τον διερμηνέα. Στη συνέχεια ο Φωτάκος περνώντας από το Άργος, φτάνει στην Τρίπολη με χίλιες προφυλάξεις και μιλώντας Ρώσικα, έρχεται σε επαφή με Τριπολιτσιώτες φιλκούς, κατόπιν μεταβαίνει στο χωριό του, τ’ αγαπημένα του Μαγούλιανα, και στη συνέχεια στο αρχοντικό του Δεληγιάννη στα Λαγκάδια. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο Φωτάκος ήταν αρχικά με το Δεληγιάννη έξω από την Τριπολιτσά, την οποία άρχισαν να πολιορκούν πολλοί καπεταναίοι με τους στρατιώτες τους, που ολοένα γίνονταν περισσότεροι. Ο Κολοκοτρώνης τότε (τον Απρίλιο 1821), εκτιμώντας την προσωπικότητα και αξιοσύνη του Φωτάκου, τον ονόμασε πρώτο καπετάνιο του λόχου που πρωτοΐδρυσε στο χωριό Πιάνα, έξω από την Τρίπολη. Αμέσως  τον πήρε υπασπιστή του και τον είχε μαζί του σ’ όλες τις εκστρατείες και επιχειρήσεις που διεξήγαγε. Πόσο τον αγαπούσε ο Κολοκοτρώνης**  φαίνεται και από το γεγονός ότι, μετά την αποφυλάκισή του το 1825 από την Ύδρα, προκειμένου ως αρχιστράτηγος ν’ αντιμετωπίσει τις ορδές του Ιμπραήμ, ζήτησε από την Κυβέρνηση να του δοθεί ο καλός και άξιος υπασπιστής και γραμματικός του Φωτάκος.

 Ο Φωτάκος παντρεύτηκε το 1824 την κόρη του εύπορου Τριπολιτσιώτη Σωτήρη Σαρδέλη. Αργότερα, όταν τελείωσε ο απελευθερωτικός αγώνας, εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη, αλλά χήρεψε χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά. Δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ξόδεψε την περιουσία της γυναίκας του, βοηθώντας οικογένειες αγωνιστών που υπέφεραν.

Στα χρόνια του Καποδίστρια ήταν ταγματάρχης και στην εποχή του Όθωνα διορίστηκε  δασάρχης. Ο θάνατος τον βρήκε ταγματάρχη της Φάλαγγας, στα 1878. Κηδεύτηκε και ετάφηκε  στην Αγία Βαρβάρα της Τρίπολης.

Ο σεμνός αυτός αγωνιστής μας άφησε αξιολογότατο συγγραφικό έργο. Τα απομνημονεύματά του αποτελούν πολυτιμότατη ιστορική πηγή, γιατί ως υπασπιστής του Κολοκοτρώνη είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει πρόσωπα και γεγονότα. Ειλικρινής, με φιλελεύθερα και δημοκρατικά φρονήματα, αποφάσισε να γράψει με αγάπη και αίσθημα ευθύνης και να μας αφήσει τ’ απομνημονεύματά του, όπου διακρίνουμε ένα σπάνιο μνημονικό, ειλικρίνεια και βαθύ πατριωτισμό. Επίσης, έγραψε το «Βίο του Παπαφλέσσα» και τους «Βίους Πελοποννησίων ανδρών» κ.ά. Το σπίτι του Φωτάκου στην Τρίπολη δεν υπάρχει πια. Στη θέση του κτίστηκε το μέγαρο του ΟΤΕ .

Υποσημειώσεις

* Τα Μαγούλιανα είναι οικισμός της Αρκαδίας και αποτελεί το ψηλότερο κατοικήσιμο χωριό της Πελοποννήσου (1.365μ). Βρίσκεται πλησίον του Αργυροκάστρου όπου παραθέριζαν οι Βιλαρδουίνοι. Ανήκει στον Δήμο Βυτίνας και έχει 256 κατοίκους (2001).

Σύμφωνα με διάφορες πηγές το χωριό ιδρύθηκε μεταξύ 1530 και 1600 μ.Χ από πέντε οικισμους, Άγιος Αθανάσιος (Κάστρο), Άγιος Κωνσταντίνος (Λειβάδι), Άγιος Ιωάννης (Καμπέας), το Πετροβούνι και το Μεγίστου ή Κατσίποδας, με σκοπό να γλυτώσουν από τις επιδρομές των Λαλαιών Τούρκων. Η ονομασία προέρχεται πιθανότατα από την σλαβική λέξη Magila, που σημαίνει λόφος – ύψωμα. Το 1927 μετονομάστηκε σε Αργυρόκαστρο όπως και πολλά χωριά εκείνη την περίοδο που είχαν σλαβικά ή λατινικά ονόματα, σύντομα όμως το όνομα αυτό εξέπεσε λόγω αντιδράσεων των κατοίκων. Τα Μαγούλιανα αποτέλεσαν έδρα του δήμου Μυλάοντος ως το 1912 όταν και καταργήθηκαν οι δήμοι. Σπουδαία ήταν η συνεισφορά του χωριού στην επανάσταση του 1821. Πατρίδα του Φώτιου Χρυσανθόπουλου (Φωτάκου) Α’ υπασπιστή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων πολλών οπλαρχηγών.

 

** Έγγραφο του Κολοκοτρώνη για τον Φωτάκο (με ημερομηνία 4 Μαΐου 1833).

 

Ο κύριος Φώτιος Χρυσανθόπουλος εκ Μαγουλιάνων της Γορτυνίας από την αρχήν της επαναστάσεως παρευρέθη εις τον υπέρ ελευθερίας αγώνα της πατρίδος. Τούτον διά την πολεμικήν του ευτολμίαν και ικανότητα και διά τον άοκνον και ενεργητικόν του χαρακτήρα έλαβον απ’ αρχής μετ’ εμαυτού ως πρώτον υπασπιστήν μου, βοηθόν εις όλας τας κατά των εχθρών εκστρατείας μου. Απ’ αρχής του αποκλεισμού της Τριπολιτσάς μέχρι της αναχωρήσεως των Αιγυπτίων εκ Πελοποννήσου και εις όλας τας παρεμπεσούσας εκστρατείας και μάχας. Εν γένει όπου παρευρέθην εγώ και ενιαχού τυχών περιστατικώς μόνος υπηρέτησε, δείξας πάντοτε ανδρείαν και αξιότητα, ευπείθειαν και προθυμίαν εις την εκπλήρωσιν των ανωτέρων διαταγών μου, τιμίαν και άμεμπτον διαγωγήν, εδικαίωσε την εκλογήν μου. Και μετά ταύτα μέχρι της σήμερον εξηκολούθησε διατελών εν χρήσει του επαγγέλματος του υπασπιστού μου. Πιστός μάρτυς των προς την πατρίδα εκδουλεύσεών του δίδωμι το παρόν ενδεικτικόν εις χείρας του, διά να τω χρησιμεύσει όπου ανήκει…

 

Θ. Κολοκοτρώνης

 

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Γ. Π. Κουρνούτου, «Το Απομνημόνευμα 1453- 1953», Τόμος Β΄, Εκδόσεις Αετός, Αθήναι 1954.

 

Read Full Post »

Τόμπρας Κωνσταντίνος – Ο πρώτος Έλληνας τυπογράφος στην Επανάσταση του 1821

 

Στις 8 Ιουνίου 1821, ο Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) αποβιβάστηκε   στην Ύδρα, απεσταλμένος του αδελφού του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ως υπεύθυνος για την προετοιμασία της επανάστασης των Ελλήνων κατά των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Είχε φέρει μαζί του  όπλα και πολεμικό υλικό κι ένα πλήρες  μικρό τυπογραφικό πιεστήριο , το οποίο είχε πάρει από την Τεργέστη, όπου πέρασε πριν έρθει στην Ύδρα. Ο Ειρηνίδης (Ομιλία περί του εφευρέτου της τυπογραφικής τέχνης …, Μετατύπωσης εκ της «Μερίμνης, σελ.31) περιγράφει τούτο ως εξής :   

Το πιεστήριον του Υψηλάντου

Το πιεστήριον του Υψηλάντου

«Το πιεστήριον ήτο ξύλινον με δύο σιδηράς πλάκας , ων η άνω είχε το ήμισυ μέγεθος της κάτω , διο και το πάτημα ήτο διπλούν εις την τύπωσιν εκάστου φύλλου χάρτου. Εχώρει δε η κάτω πλαξ οκτώ σελίδας εις 8ον» και «τα στοιχεία του τυπογραφείου του Υψηλάντου ήσαν των 12 στιγμών, προμηθευμένα εκ Βενετίας ή Λειψίας. Όλα τα φωνήεντα (και τα κεφαλαία) ήσαν χαρακτά, ήτοι είχον χωριστά τα πνεύματα και τους τόνους, οίτινες προσαρμοζόμενοι εις τα χαρακτά λεγόμενα απετέλουν τον κορμόν αυτών ισοπαχή με τα άτονα, διο και αι γραμματοθήκαι, ελλειπόντων των τονουμένων, ήσαν μικραί και επομένως ευμετακόμιστοι».  

 Δυστυχώς όμως κανένας Έλληνας τυπογράφος δεν υπήρχε  ώστε να λειτουργήσει το τόσο απαραίτητο για τις ανάγκες της προετοιμασίας του αγώνα τυπογραφείο. Αναζητώντας επειγόντως τυπογράφο , ο Δ. Υψηλάντης πληροφορήθηκε από τον Υδραίο Ναύαρχο Γιακουμάκη (Ιάκωβος) Τομπάζη ή Τουμπάζη (1792-1829 ) ότι στα Ψαρά σώθηκε  και  ευρίσκετο ο Τυπογράφος Κωνσταντίνος Τόμπρας . Αμέσως έδωσε διαταγή στον Τομπάζη να φύγει με πλοίο και να φέρει στον Κ. Τόμπρα στην Πελοπόννησο όπως και έγινε. Ο Κ. Τόμπρας με τον Αναστάσιο Νικολαίδη ήρθαν στην Υδρα .

Ο Κωνσταντίνος Τόμπρας ήταν από τις Κυδωνίες (σημερινό Αϊβαλί )  της Μικράς Ασίας. Ήταν σπουδαστής στην Ακαδημία των Κυδωνιών όταν επισκέφτηκε τις Κυδωνίες ο μεγάλος Γάλλος τυπογράφος  Αμβρόσιος Διδότος (DIDOT) . Ο σχολάρχης της Ακαδημίας των Κυδωνιών Γρηγόριος Σαράφης οι Καθηγητές και μερικοί πλούσιοι πατριώτες Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν την παρουσία του Διδότου στην πόλη τους και αποφάσισαν να ιδρύσουν Τυπογραφείο. Έτσι με δαπάνες της πλούσιας οικογένειας Σαλτέλλη στάλθηκε  στο Παρίσι  το 1817, ο Κωνσταντίνος Τόμπρας για να μάθει στο τυπογραφείο του Διδότου την τυπογραφική Τέχνη, ώστε  να την εισαγάγει στην πατρίδα του και να λειτουργήσει η τυπογραφία στις Κυδωνίες. Πράγματι ο Κ. Τόμπρας έμαθε στο Παρίσι από τον Διδότο (DIDOT) την τυπογραφική τέχνη και την κατασκευή τυπογραφικών στοιχείων. Συνέχισε τις σπουδές του στη Βιέννη όπου διδάχθηκε την αλληλοδιδακτική μέθοδο (Παιδαγωγικά). Έτσι το 1819 γύρισε στην πατρίδα του έχοντας μαζί του τυπογραφικά μηχανήματα, με Ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία και με δαπάνες των υιών του προύχοντα Χατζή Παρασκευά  Σαλτέλλη έστησε στις Κυδωνίες το πρώτο Ελληνικό τυπογραφείο, σε ένα κτήριο στην αυλή της εκκλησίας της λεγόμενης « Ορφανή Παναγιά».

Το τυπογραφείο λειτούργησε μέχρι την καταστροφή της πόλης  από τους Τούρκους ( 3 Ιουνίου 1821), έχοντας σαν βασικό συνεργάτη του τον συμπατριώτη του Κώστα Δημίδη. Ο ίδιος σώθηκε την τελευταία στιγμή από την μανία των Τούρκων και διέφυγε στα Ψαρά μαζί με τους ανιψιούς του Ιωάννη Τόμπρα και Αναστάσιο Νικολαϊδη που του είχε βοηθούς και μαθητές στην τέχνη του. Δυστυχώς όμως δεν έσωσε από την καταστροφή το τυπογραφείο.

Στα δύο αυτά χρόνια όμως έκανε σπουδαίο έργο. Στο τυπογραφείο του τυπώθηκαν 7 βιβλία διαφόρου περιεχομένου, όπως η δίτομη ελληνική γραμματική του Γρηγόρη Σαράφη και «Αι συμβουλαί προς την θυγατέρα μου» του J. N. Bouilly σε μετάφραση Ευανθίας Καϊρη. Το πρώτο κείμενο που τύπωσε ήταν ποίημα του Δημ. Κων. Μπαρμπάγου του Κυδωνέως , αφιερωμένο στο δάσκαλο του Αμβρόσιο Διδότο ( H ελεύθερη Ελλάδα τίμησε τον Διδότο και ένας κεντρικός δρόμος στα Εξάρχεια στην Αθήνα φέρει το όνομά του). Τα βιβλία που έβγαλε ο Κώστας Τόμπρας δείχνουν τεχνική αρτιότητα που φανερώνει την άριστη γνώση της τέχνης του. Τα τυπογραφικά στοιχεία του Κώστα Τόμπρα είναι τα μόνα εφάμιλλα των ευρωπαϊκών. Ο Κώστας Τόμπρας  έγινε διάσημος όχι μόνο για τις τυπογραφικές του ικανότητες, αλλά και για τη γενική του μόρφωση και γνώση που τον κατέστησαν αντικείμενο θετικών σχολίων από μεγάλους  Έλληνες της εποχής του.

Ο Τυπάλδος σε επιστολή του προς τον Εμμ. Σαλτέλλη (του χορηγού των σπουδών του Κ. Τόμπρα και χρηματοδότη του τυπογραφείου του), του γράφει :

 «…Δεν ευρίσκω αξιότερον έπαινον δια την αρετήν σου. Η τοιαύτη πράξις (να γίνει χορηγός) δεικνύει πόσον ωφελήθεις από την σοφίαν των διδασκάλων των Κυδωνιών. Η εκλογή του τυπογράφου( Κ. Τόμπρας) φανερώνει και νουν και ορθή κρίσιν…» «…Πρώτος και μόνος (Ο Κώστας Τόμπρας ) φέρει την τυπογραφία στην πατρίδα …».

Σε γράμμα του Αδαμάντιου Κοραή σε Χιώτες συμπατριώτες του να βιαστούν να φτιάξουν τυπογραφείο στη Χίο, διαβάζουμε :

 

« …Αγαθή τύχη …καλόν ότι μέλλεις να κηρύξεις την τυπογραφία της πατρίδος . Είπε τους επιτρόπους να γράψωσι προς τους εκεί να τυπώσωσι χωρίς αναβολήν  μικρόν τι, ο,τι κι αν ήναι μέρος ή τεμάχιον συγγραφέως τινός χρήσιμον εις το Γυμνάσιον …τούτο σε λέγω, διότι προς το τέλος του παρόντος μηνός αναχωρεί εδώ(από το Παρίσι) ο Γραικός τυπογράφος των Κυδωνιών (Κ. Τομπρας) οπλισμένος με χαρακτήρες και το ευτυχέστερον με την τέχνη όχι μόνο να το συνθέτει, αλλά και να τους εξαναχύνει όταν τριφθώσι…»

  (Ζήλιες και ανταγωνισμοί πριν την επανάσταση!! Βιάζεται ο Κοραής να τυπώσουν κάτι οι συμπατριώτες του Χιώτες , πριν τους προλάβουν οι Κυδωνιάτες πρώτοι. Οι Κυδωνιάτες με τον Κ. Τόμπρα όμως πήραν τα πρωτεία και τη δόξα.)

Κυδωνίαι ή Αϊβαλί. Πατρίς του τυπογράφου της «Σάλπιγγος» Κωνσταντίνου Τόμπρα.

Κυδωνίαι ή Αϊβαλί. Πατρίς του τυπογράφου της «Σάλπιγγος» Κωνσταντίνου Τόμπρα.

 

 

Όταν ο Κ. Τόμπρας έφτασε στην Ύδρα ο Δημήτρης  Υψηλάντης είχε φύγει και ήταν στα Βέρβαινα, όπου ήταν το στρατηγείο του. Μαζί του κουβαλούσε συσκευασμένο σε κιβώτια και φορτωμένο σε μουλάρια το τυπογραφείο που είχε μεταφέρει από την Τεργέστη, προκαλώντας την περιέργεια των αγωνιστών για το μυστήριο που έκρυβαν τα κιβώτια.
Εκεί τον συνάντησε ο Κ. Τόμπρας και αποφάσισαν να στηθεί στην Καλαμάτα το τυπογραφείο το πρώτο σε  Ελληνικό έδαφος. Εκεί με τυπογράφο τον Κώστα Τόμπρα και Διευθυντή Σύνταξης το Θεόκλητο Φαρμακίδη (1784-1860), τυπώθηκε η πρώτη ελληνική εφημερίδα «Ελληνική Σάλπιξ», την 1η Αυγούστου 1821.

Όταν οι Έλληνες πήραν την Τριπολιτσά, ο Κ. Τόμπρας πήρε διαταγή να πάρει το τυπογραφείο  και να το πάει σε αυτήν. Η κατάσταση όμως εκεί ήταν τόσο ρευστή και επικίνδυνη, που αποφάσισαν ότι το τυπογραφείο έπρεπε να φύγει και να εγκατασταθεί στο Άργος. Στο Άργος μάταια προσπάθησε ο Τόμπρας να λειτουργήσει το τυπογραφείο. Ένοπλα σώματα ατάκτων δημιουργούσαν προβλήματα στην πόλη του Άργους και εμπόδιζαν το στήσιμο και την ομαλή απρόσκοπτη λειτουργία του τυπογραφείου. Επιπλέον στο Άργος ο Κ. Τόμπρας αρρώστησε βαριά.  Έτσι μετά την παράδοση της Κορίνθου στον Κολοκοτρώνη και τον Υψηλάντη τον Γενάρη του 1822, με απόφασή της η Α΄Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου (οι εργασίες της ξεκίνησαν στον Αι Γιάννη του Άργους )  μεταφέρθηκε η έδρα  της Κεντρικής Διοίκησης στην Κόρινθο και μαζί με αυτήν και το τυπογραφείο που το εγκατέστησαν στο σπίτι του Θεοχαράκη, όπου έφτασε ένα δεύτερο  μικρό τυπογραφείο, που είχαν παραγγείλει στην Ευρώπη. Δυστυχώς όμως η υγεία του Τόμπρα , δεν του επέτρεπε να εργασθεί  και έτσι  είχαμε τώρα στην Ελλάδα δύο τυπογραφεία και κανένα τυπογράφο!! Τελικά ο βοηθός και ανιψιός του Τόμπρα Αναστ. Νικολαϊδης μαζί με τον ιστορικό συγγραφέα Ιωάννη Φιλήμωνα, κατόρθωσαν να λειτουργήσουν το τυπογραφείο , έως ότου έγινε καλά ο Τόμπρας και ανέλαβε ξανά τη διεύθυνσή του. Εκεί τυπώθηκαν σημαντικές για το Έθνος εκδόσεις:

Το πιεστήριο του πρώτου Εθνικού Τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το πιεστήριο του πρώτου Εθνικού Τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το πρώτο Σύνταγμα ή «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος». Τα πρώτα δημόσια έγγραφα, όπως προκηρύξεις και διαταγές της Κυβέρνησης, ο Οργανισμός των Ελληνικών Επαρχειών, των Ελληνικών Δικαστηρίων, η Διακήρυξη που όριζε τα εθνικά χρώματα και τις ελληνικές σημαίες των «κατά γήν και κατά θάλασσαν δυνάμεων». Εκεί ακόμα τυπώθηκε κι ένας χάρτης χαλκογραφημένος πάνω σε λεπτό μεταξωτό πανί. Όμως το πρώτο αυτό Εθνικό τυπογραφείο ελληνικό έδαφος που γνώρισε τόσες περιπέτειες και μετακινήσεις ( Ύδρα- Βέρβαινα – Καλαμάτα – Άργος – Κόρινθος) δεν υπήρξε για πολύ. Τον Ιούλιο του 1822 περνώντας ο Δράμαλης από την Κόρινθο για το Άργος, το κατάστρεψε. Ο Κώστας Τόμπρας ήταν στο Άργος και σώθηκε μαζί με τα τυπογραφικά στοιχεία. Στα μετέπειτα χρόνια μέχρι τη δημιουργία του επίσημου Ελληνικού Κράτους, ο Κώστας Τόμπρας είναι ο τυπογράφος της Κεντρικής  Διοίκησης σε διάφορα τυπογραφεία της, κύρια με έδρα το Ναύπλιο. Το 1828 ιδρύει στο Ναύπλιο μαζί με τον Κώστα Δημίδη, το πρώτο ιδιωτικό τυπογραφείο στην Ελλάδα. Μετά την απελευθέρωση την Ελλάδας από τους Τούρκους και τη μεταφορά της Πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα , ο Κώστας Τόμπρας εργάστηκε σε διάφορα τυπογραφεία της χώρας, έχοντας δημιουργήσει όλα αυτά τα χρόνια αρκετούς μαθητές ικανούς πλέον να συνεχίσουν το έργο του. Ένα έργο που ξεκίνησε και σφράγισε την Ιστορία της  σύγχρονης Ελληνικής  τυπογραφίας. 

Γεώργιος Γιαννούσης.

 

  

Βιβλιογραφία  

Ν. Ε. ΣΚΙΑΔΑΣ, « ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ»,ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG, ΑΘΗΝΑ 1976.

Κ. ΣΠΑΝΟΣ, «ΣΑΛΠΙΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1975.

ΕΝΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ «ΧΘΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ-ΑΥΡΙΟ 1939/1989».

 

 

 

 

Read Full Post »

Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν  – Sophie de Marbois-Lebrun (1785-1854)

 

 

Sophie de Marbois-Lebrun

Sophie de Marbois-Lebrun

Η MarieAnneSophie Marbois (Δούκισσα της Πλακεντίας), γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1785, στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής και πέθανε στις 14 Μαΐου του 1854 στην Αθήνα, μετά από μια ασυνήθιστη και γεμάτη γεγονότα ζωή. Ήταν κόρη του Γάλλου γενικού συμβούλου Francois Barbe de Marbois και της Αμερικανίδας Elisabeth More. Η Sophie Marbois παντρεύτηκε το 1802 με το Γάλλο αξιωματικό AnneCharles Lebrun (1775-1859) στο Παρίσι. Χώρισαν 30 χρόνια αργότερα, το 1831. Δύο χρόνια μετά το γάμο απόκτησαν μια κόρη, την CarolineEliza (1804-1837). Το 1804 έγινε ο πεθερός της Σοφίας Λεμπρέν υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση του Ναπολέοντα και το 1806 το δόθηκε το δουκάτο της Piacenza, στη βόρεια Ιταλία. Η Σοφία και ο Κάρολος Λεμπρέν απόκτησαν τον τίτλο de Plaisance το 1809. Η Σοφία και η Ελίζα ταξίδεψαν μερικούς μήνες στην Ιταλία το 1825 και το 1827 επισκέφτηκαν τη Ρώμη, όπου συνάντησαν τον Ιωάννη Καποδίστρια (1777-1831) που ήταν αντιπρόσωπος της επαναστατικής κυβέρνησης της Ελλάδας. Η συνάντηση αυτή είχε αποφασιστική σημασία για τη Sophie de Plaisance, που από τότε έδωσε πολλές φορές χρήματα για να βοηθήσει την επανάσταση για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

 

Αλληλογραφούσε με τον Καποδίστρια και αποφάσισε να επισκεφτεί την Ελλάδα συνεπαρμένη και από τον φιλελληνισμό που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο Παρίσι. Συμμετείχε ενεργά στο συντονισμένο κίνημα των Γάλλων φιλελλήνων και ενίσχυσε οικονομικά την τότε νεοσύστατη δημοτική εκπαίδευση και ανέλαβε την επιμόρφωση 12 θυγατέρων αγωνιστών. Το Δεκέμβριο του 1829 ταξίδεψε μαζί με την κόρη της, δία μέσου της Κέρκυρας και της Πάτρας, στην πόλη όπου έδρευσε τότε η κυβέρνηση, το Ναύπλιο. Εκεί έφτασαν στις 3 Ιανουαρίου του 1830 και έμειναν σχεδόν ένα χρόνο. Το 1831 έμεινε ένα χρονικό διάστημα στην Αίγινα και επένδυσε χρήματα στην αγορά γης, μέσα και γύρω από την Αθήνα. Στις 16 Μαΐου του 1831, πήγαν οι δυο γυναίκες στη Ζάκυνθο και τον Οκτώβριο η Σοφία γύρισε στη Ρώμη, όπου έμαθε για τη δολοφονία του Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου του 1831. Η Σοφία επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα και μετά από μία σύντομη περίοδο στη Φλωρεντία ξαναγύρισε, στην Αθήνα. Δεν επισκέφτηκε ποτέ πια τη Γαλλία, αλλά αλληλογραφούσε όλη τη ζωή της με τον πρώην άντρα της.

 

Η Σοφία και η Ελίζα έμειναν το 1833 στο ξενοδοχείο της Ευρώπης, στην οδό Αιόλου, αλλά το 1834-35 έχτισε δικό της σπίτι στα νοτιοδυτικά προάστεια της Αθήνας στην οδό Πειραιώς, κοντά στην τότε πλατεία των στρατιωτικών ασκήσεων.

Το σπίτι ήταν χτισμένο από ξύλο με δυο πατώματα και υπόγειο. Αμέσως μετά το 1835-37, έκανε ένα μεγάλο ταξίδι στο Λίβανο και τη Συρία μαζί με την κόρη της, που πέθανε στη Βηρυττό, από στηθικό νόσημα πιθανώς οφειλόμενο στην εξάπλωση της πανώλης.. Η Δούκισσα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το χαμό της αγαπημένης της κόρης και βαλσάμωσε το κορμί της Ελίζας, με το οποίο επέστρεψε στην Αθήνα. Τοποθέτησε το άψυχο σώμα της στο υπόγειο της προσωρινής κατοικίας της στην οδό Πειραιώς, το οποίο είχε μετατρέψει σε παρεκκλήσιο, έχοντας υπ’ όψη να το θάψει σε μεγαλοπρεπή Ναό που σκόπευε να χτίσει στην Πεντέλη.

Robert Lefevre, 1818, προσωπογραφία της Δούκισσας της Πλακεντίας.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Raoul Malherbe που επισκέφτηκε τον Ιούνιο του 1843 τη Σοφία, περιέγραψε το σπίτι σαν ένα άσχημο ξύλινο κτίριο που βρισκόταν στα περίχωρα της Αθήνας με θέα στο γυμνό αττικό τοπίο και κοντά σ’ ένα καινουργιοκτισμένο θέατρο. Το θέατρο Sansoni ιδρύθηκε το 1840. Το ξύλινο σπίτι της Σοφίας ήταν δίπλα από το σπίτι του Γερμανού γλύπτη Christian Heinrich Siegel (1808-1883) που ονομαζόταν «Die Burg» και ήταν σπίτι ατελιέ του. Στο πρώτο πάτωμα έμενε ο εφημέριος της αυλής της βασίλισσας Αμαλίας από το Holstein της Δανίας, ο Asmus Heinrich Luth (1806-1859) από το Σεπτέμβριο του 1842 μέχρι το Μάρτιο του 1843, σ’ ένα μεγάλο διαμέρισμα πέντε δωματίων με μπαλκόνι, κουζίνα, αυλή και κήπο.

 

Η γειτονική αυτή σχέση με τη Σοφία περιγράφηκε από τη γυναίκα του εφημέριου, την Christiane Luth, το γένος Fischer (1817-1900) στα ημερολόγιά της από την Αθήνα τα οποία έχουν εκδοθεί σε βιβλία. Η οικογένεια έμεινε στην Αθήνα στα 1839-52. Η αδελφή της Christian, η Hanne Fisher (1819-1910) έζησε με την οικογένεια Λυτ όλα τα χρόνια  που έμεινε στην Αθήνα και έγραψε τις αναμνήσεις της από τη ζωή της στην Αθήνα, όταν ήταν 70 χρονών και έμενε στο Kolding Δανίας.

 

Γράφει μεταξύ των άλλων: «δίπλα μας έμενε η Γαλλίδα Δούκισσα Πλακεντίας, μια ιδιόμορφη γυναίκα, χωρισμένη από τον άντρα της και πολύ πλούσια….».

Το σπίτι της Σοφίας κάηκε το Δεκέμβριο του 1847. Η ίδια δεν ήταν στο σπίτι, αλλά το φέρετρο της κόρης της που ήταν ακόμα στο υπόγειο. Πιθανόν η ίδια να είχε μόλις μετακομίσει στα «Ιλίσσια». Η φωτιά έχει περιγραφεί σε πολλά λογοτεχνικά έργα, επίσης και από τον Κριστιάνε Λυτ, σ’ ένα από τα ημερολόγιά της που δεν έχουν εκδοθεί, από την περίοδο που έμεναν στην Αθήνα. Σημειώνει: «Παρασκευή 19/31 Δεκεμβρίου: Το βράδυ, στη δυνατή καταιγίδα, κάηκε το σπίτι της Δούκισσας της Πλακεντίας και μαζί μ’ αυτό το βαλσαμωμένο σώμα της κόρης της. Όπως συνήθως, δεν υπήρχε κανείς να βοηθήσει, εκτός από αυτούς που ήθελαν να κλέψουν και βεβαίως, δεν υπήρχε νερό. Η Δούκισσα παρακαλούσε όλους να σώσουν το σώμα της κόρης της, αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει στο υπόγειο».

Η Δούκισσα της Πλακεντίας θεωρείτο εκκεντρική προσωπικότητα, με πολλούς μύθους να περιβάλλουν το πρόσωπό της και να τη συσχετίζουν με τους ληστές που κατοικούσαν στην αττική ύπαιθρο και ταλάνιζαν την Αθήνα. Στην αρχή απαρνιέται την Ορθοδοξία και ασπάζεται την Ιουδαϊκή θρησκεία. Οι κοινωνικές συναναστροφές και οι πολιτικές ιδέες της την οδήγησαν να εισάγει στην Ελλάδα μια νέα θεοκρατική κοινωνική οργάνωση μεταβάλλοντας το μέγαρό της των Ιλισίων σε κέντρο διάφορων ελλήνων και ξένων λογίων, διανέμοντας κτήματα και τίτλους ευγενείας σε εξέχουσες μεν ελληνικές οικογένειες, στερούμενη όμως από τη πρότερη αγαθοποιό κοινωφελή δράση της. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποξενωθεί ακόμα περισσότερο. Τον Ιούνιο του 1846 η Σοφία φέρεται να αιχμαλωτίστηκε από τον Λήσταρχο Μπίμπιση αλλά ελευθερώθηκε ύστερα από επέμβαση των Χαλανδριωτών. Αυτής ακολούθησαν άλλες ιστορίες, αναδιαρθρώνοντας κάθε φορά ιστορικά γεγονότα. Γεγονός πάντως είναι πως με δικά της έξοδα ανακατασκεύασε το 1854 τη Συναγωγή στη Χαλκίδα, ενώ συνέχισε με δικά της έξοδα τη δεύτερη έκδοση των «Χρονικών» του Μεσολογγίου.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της δεν δεχόταν καμία επίσκεψη εκτός από τη Δεσποινίδα των Τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας, τη Φωτεινή Μαυρομιχάλη, την οποία και η ίδια είχε αναθρέψει, και την κόρη του ήρωα του Μεσολογγίου Χρήστου Καψάλη. Απεβίωσε το 1854 σε ηλικία 64 χρονών. Ετάφη μαζί με την κόρη της στον Πύργο της στη Πεντέλη, αφήνοντας πίσω της μια σημαντική ιστορία στη συμβολή του φιλελληνισμού, καθώς και σημαντικά κειμήλια που κληροδότησε στο Ελληνικό Δημόσιο, πολλά από τα οποία διαχειρίστηκε ο Γεώργιος Σκουζές*. Λέγεται ότι ο τάφος της διασώθηκε μέχρι και το 1946 όταν κάποιοι ασυνείδητοι τον κατέστρεψαν.

 

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

 

Η ιστορία του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου αρχίζει το 1884 με την ίδρυση της ΧΑΕ. Κύριο μέλημα των ιδρυτών της ΧΑΕ ήταν η δημιουργία Μουσείου Χριστιανικής Αρχαιολογίας. Πρωταγωνιστικός υπήρξε ο ρόλος ενός από τους ιδρυτές της, του Γεωργίου Λαμπάκη. Το Μουσείο επίσημα ιδρύεται το 1914 και έως το 1923 όπου άνοιξε για το κοινό διοικείται από Εφορευτική Επιτροπή με Διευθυντή τον Αδαμάντιο Αδαμαντίου. Οι συλλογές της ΧΑΕ, που εμπλουτίστηκαν τόσο από αγορές και δωρεές έργων, όσο και από την κατάθεση κειμηλίων, τα οποία προέρχονταν από μονές της Ελλάδας και από διαλυμένες ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, στεγάστηκαν σε αίθουσα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

 

Villa Ilissia

Villa Ilissia

Το 1930 το Μουσείο εγκαταστάθηκε οριστικά στη Villa Ilissia, ένα συγκρότημα κτηρίων κοντά στις όχθες του Ιλισού, το οποίο κτίσθηκε από τον αρχιτέκτονα Σταμάτιο Κλεάνθη** το 1848, για τη Γαλλίδα Sophie de Marbois-Lebrun, Δούκισσα της Πλακεντίας. Το μέγαρο των Ιλισίων είναι στην πραγματικότητα ένα συγκρότημα κτιρίων. Το κεντρικό κτίριο, επενδεδυμένο εξωτερικά με μάρμαρο, αποτελείται από δύο ορόφους και υπόγειο. Πρόκειται για ένα κτίσμα που διακρίνεται για την απλότητα και την αυστηρή συμμετρία του και που υψώνεται επιβλητικό στο βάθος της αυλής, το περίγραμμα της οποίας συμπληρώνεται από δύο χαμηλές πλευρικές πτέρυγες, που προορίζονταν για βοηθητικές χρήσεις, και από το κτίριο με τον πυλώνα της εισόδου. Στο κτιριακό συγκρότημα συνδυάζονται στοιχεία του κλασικισμού όπως η επικράτηση της οριζόντιας γραμμής και οι χαμηλοί κλειστοί πύργοι, δτοιχεία του ρομαντισμού, όπως οι αψιδωτές στοές στις δύο όψεις του κεντρικόυ κτιρίου και η προβολή της στέγης. Η οικοδόμηση της Villa Ilissia κατοικήθηκε από τη Δούκισσα μέχρι το θάνατό της , το 1854. Αργότερα το συγκρότημα περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, στέγασε για τρία χρόνια τη Σχολή Ευελπίδων και, στη συνέχεια άλλες στρατιωτικές αρχές, έως ότου συνδεθεί στη συνείδηση χιλιάδων επισκεπτών, με τη νέα μουσειακή του χρήση ως το χώρο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας.


Η εξωτερική μορφή του κτιρίου παρέμεινε περίπου όπως είχε σχεδιαστεί από τον Κλεάνθη, ενώ το εσωτερικό του προσαρμόστηκε στις ανάγκες της νέας του χρήσης, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου και σύμφωνα με τις μουσειολογικές αντιλήψεις του τότε διευθυντή του Μουσείου, Γεώργιου Σωτηρίου, ο οποίος οργάνωσε την έκθεση, που συνεχώς εμπλουτιζόταν με νέα αποκτήματα, με επιστημονικά κριτήρια και της προσέδωσε διδακτικό χαρακτήρα και σηματοδότησε την πορεία του Μουσείου. Οι μεγαλύτερες επεμβάσεις έγιναν στο ισόγειο του κτιρίου όπου τρεις αίθουσες διαμορφώθηκαν σε χαρακτηριστικούς τύπους ναών της παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, ενώ τα αντικείμενα και ιδίως τα γλυπτά, τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να παραπέμπουν στα κτίρια στα οποία ανήκαν. Στον άνω όροφο εκτέθηκαν, χρονολογικά και κατά ρυθμούς εικόνες και μικροτεχνήματα με κριτήριο την ταξινόμηση κατά συλλογές. Στην αριστερή πτέρυγα του συγκροτήματος παρουσιάστηκαν όλοι σχεδόν οι εικονογραφικοί τύποι της βυζαντινής ζωγραφικής, ενώ η δεξιά περιελάμβανε χειρόγραφα και αντίγραφα γλυπτών, μωσαικών και τοιχογραφιών.Η διαμόρφωση της αυλής έγινε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη. Η μουσειολογική προταση αυτή του Γ. Σωτηρίου, ο οποίος παρέμεινε διευθυντής ως το 1960 παρέμενε (εκτός από μία αίθουσα στην αριστερή πτέρυγα του Μουσείου με χρηματοδότηση του σχεδίου Μάρσαλ το 1952) σε μεγάλο βαθμό αμεταβλητη εως το 2003.


Από το 1960 έως και σήμερα διακεκριμένοι επιστήμονες όπως ο Μανόλης Χατζηδάκης (1960-67, 1974-75), Αναστάσιος Ορλάνδος (1967-73) διετέλεσαν διευθυντές του Μουσείου συμβάλοντας στην όλο και περαιτέρω οργάνωση,εξέλιξη και καθιέρωσή του ως ένα από τα σημαντικότερα μουσεία στον ελληνικό χώρο. Σημαντικές μεταρρυθμίσεις αποτέλεσαν η κτιριακή αύξηση στο συγκρότημα του ΒΧΜ,το 1979 με την παραχώρηση του διώροφου κτιρίου όπου εγκαταστάθηκε ένα χρόνο μετά η σπουδαιότατη Συλλογή Δ. Λοβέρδου και επιμέρους τροποποιήσεις στο κτίριο διοικήσεως.

Νικόλαος Κωνστάντιος, αρχαιολόγος – μουσειολόγος

 

Υποσημειώσεις  

* Ο Γεώργιος Σκουζές (17811884) ήταν έμπορος και τραπεζίτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα και καταγόταν απο παλιά Αθηναϊκή οικογένεια. Ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις και τον τραπεζικό κλάδο. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη όπου απέκτησε μεγάλη περιουσία και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα όπου ίδρυσε πολλές τράπεζες μεταξύ των οποίων την Εθνική, την Ιονική, την Βιομηχανική κ.α. Επίσης ενίσχυσε οικονομικά τις κρητικές επαναστάσεις ενώ ήταν και μέλος της Κρητικής Εταιρείας. Απεβίωσε στην Αθήνα και παιδιά του ήταν οι Αλέξανδρος και Παύλος Σκουζές.

** Ο Σταμάτης Κλεάνθης ήταν ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες αρχιτέκτονες του 19ου αιώνα, δημιουργός αρκετών χαρακτηριστικών κτιρίων της Αθήνας. Γεννήθηκε το 1802 στο Βελβενδό Κοζάνης. Έντάχθηκε στον Ιερό Λόχο από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αλλά αιχμαλωτίστηκε απο τους Τούρκους στη μάχη του Δραγατσανίου. Δραπέτευσε και κατόπιν πήγε στο Βερολίνο όπου σπούδασε αρχιτεκτονική. Υπήρξε λάτρης των αναγεννησιακών μορφών, τις οποίες απέδιδε με καλαισθησία και λιτότητα. Το 1828 μαζί με τον συνάδελφό του Έντουαρντ Σάουμπερτ ήρθαν στην Ελλάδα όπου ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τους ανέθεσε την ευθύνη για τον σχεδιασμό δημοσίων κτιρίων. Το 1833 εκπόνησαν το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, το οποίο όμως δεν τέθηκε τελικά σε εφαρμογή γιατί κρίθηκε ως πολυδάπανο. Τα ονομαστότερα κτίρια του Κλεάνθη ήταν:

  • Ο Γοτθικός ναός για την Αγγλικανική παροικία στην καρδιά της πρωτεύουσας, στην οδό Φιλελλήνων.
  • Το μέγαρο της Αγγλικής πρεσβείας στη πλατεία Κλαυθμώνος, που πλέον έχει κατεδαφιστεί.
  • Το μέγαρο της Κοντέσσας Θεοτόκη στην οδό Σωκράτους.
  • Το παρά τον Ιλισσό μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας (Villa Ilissia) (1848) που έχει μετατραπεί σε Βυζαντινό Μουσείο.
  • Ο πύργος της Δουκίσσης Πλακεντίας στη Πεντέλη.
  • Το «Καστέλλον της Ροδοδάφνης».
  • Η διαμορφωμένη από τον ίδιο οικία του στην Πλάκα, όπου στεγάστηκε τα πρώτα 4 χρόνια της λειτουργίας του (18371841) το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Πηγές

  • Περιοδικό Αρχαιολογία και τέχνες « Τα κτίρια της Δούκισσας της Πλακεντίας στην Αθήνα», Ida Haugsted,  Τεύχος 29, Δεκέμβριος 1988.
  • Υπουργείο Πολιτισμού.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (1770-1843)

 

 

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση,

δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα,

ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις,

 ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία

της ελευθερίας μας,  και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί,

και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι,

μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό

και εκάμαμε την Επανάσταση».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά. Ο ανεπανάληπτος μέγας πολέμαρχος του ιερού Αγώνα, ο θρυλικός κλέφτης, η εξοχότερη πολεμική φυσιογνωμία της νεότερης ιστορίας μας. Μετά την αποτυχία της ορλοφικής επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό της το Λιμποβίσι της Καρύταινας, της σημερινής Γορτυνίας, και να καταφύγει στη Μεσσηνία. Τότε γεννήθηκε ο Κολοκοτρώνης, κάτω από ένα δένδρο, στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας, τη Δευτέρα του Πάσχα (3-4-1770). Πατέρας του ήταν ο θρυλικός κλέφτης Κωσταντής, που σκοτώθηκε το 1780 κατά την ηρωική έξοδο των Κολοκοτρωναίων από τον πύργο της Καστάνιτσας. Σκοτώθηκαν κι άλλοι πολλοί τότε από το σόι τους. Ο δεκάχρονος Θοδωρής γλίτωσε με τη μητέρα του Ζαμπιά, το γένος Κωτσάκη, και με το θείο του Αναγνώστη, που τους πήρε για προστασία. Αργότερα, το 1785, εγκαταστάθηκαν κοντά στο Λοντάρι. Μα την ίδια χρονιά ο Θοδωρής, δεκαπέντε χρονών παλικάρι, έγινε κλέφτης και μετά αρματωλός στην επαρχία Λονταρίου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με την παλικαριά, την αξιοσύνη του και την εξυπνάδα του γλίτωνε από όλες τις παγίδες που του έστηναν οι Τούρκοι, για να τον ξεκάμουν. Πατρογονικό ήταν το μίσος των Κολοκοτρωναίων προς τον κατακτητή. Ποτέ δεν είχαν συμβιβαστεί με την τυραννία, από την εποχή που ο Μοριάς έπεσε στους Τούρκους. Γιατί οι ρίζες των Κολοκοτρωναίων φτάνουν μέχρι και την Ενετοκρατία. Και μια και δεν κατάφεραν να τον εξοντώσουν, τον έκαμαν από δυο φορές αρματολό στο Λοντάρι και στην Καρύταινα και τον αναγνώρισαν δερβέναγα του Μοριά (1787). Τους μισθούς που έπαιρνε τότε, τους μοίραζε σ’ όλα τα καπετανάτα του Μοριά.Κάποτε όμως οι Τούρκοι θέλησαν να ξεπαστρέψουν την κλεφτουριά. Ο Σoυλτάνος υποχρέωσε τον Πατριάρχη να εκδώσει αφοριστικό έγγραφο (1805), όχι μόνο για τους κλέφτες, μα και για όσους τους έκρυβαν και τους περιέθαλπαν. Και υποχρέωνε το έγγραφο τους Ρωμιούς σαν καλούς ραγιάδες να τους προδίδουν και να τους καταδιώκουν. Αλίμονο σ’ εκείνους που προσέφεραν προστασία στους επικηρυγμένους κλέφτες. Οι Τούρκοι σούβλιζαν ομαδικά τους γιατάκηδες. Έτσι τους έλεγαν, όσους παρείχαν άσυλο στους κλέφτες. Οι διωγμοί άρχισαν το Γενάρη του 1806. Έπεσε μεγάλος φόβος. Όλοι φοβούνταν το μαχαίρι του τυράννου και τις κατάρες του πατριαρχείου. Η κλεφτουριά δέχτηκε τέτοιο κτύπημα, που δεν μπόρεσε να ξανασηκώσει κεφάλι μέχρι το 1821.

 

Άλλοι χάθηκαν κι άλλοι κατέφυγαν στα Επτάνησα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που κατέφυγε στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1806. Μα και πάλι δεν ησύχασε, μόνο με ένα καραβάκι και όπως αλλιώς μπορούσε πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1807). Ύστερα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό με το βαθμό του μαγιόρου (Ταγματάρχη). Κατάλοιπο της υπηρεσίας εκείνης ήταν η γνωστή σ’ εμάς εντυπωσιακή περικεφαλαία.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Στη Φιλική Εταιρεία κατηχήθηκε από τον Αναγνωσταρά στη Ζάκυνθο (1818). Εκείνη την εποχή έκανε τον ζωέμπορο και τον χασάπη, για να ζήσει την οικογένειά του, γιατί από το 1816 δεν ήταν πια αξιωματικός των Άγγλων, αφού οι τελευταίοι διέλυσαν τα Ελληνικά τάγματα μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Ο Κολοκοτρώνης είχε παντρευτεί είκοσι χρονών την Κατερίνα Καρούτσου, της οποίας τον πατέρα, πρόκριτο Λονταρίου, είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Μ’ αυτήν είχε αποκτήσει τρεις γιους και δυο θυγατέρες. Ζούσε ακόμα κι η μάνα του η Ζαμπία. Και ούτε πείνασε η οκταμελής οικογένειά του, ούτε ο ίδιος έγινε βάρος σε κανέναν, αλλά εργαζόταν και εξοικονομούσε τίμια το ψωμί τους. Τώρα πια περίμενε την ώρα του σηκωμού.

Τον Γενάρη του 1821 από τη Ζάκυνθο πέρασε στην Καρδαμύλη της Μάνης, όπου φιλοξενήθηκε από τον πατρικό του φίλο Παν. Μούρτζινο. Συμφιλίωσε τους Μανιάτες και συνεργάστηκε με τον Νικηταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Αναγνωσταρά και άλλους ενόψει της επανάστασης. Στο εξής η δράση του είναι έντονη και συνεχής. Συμμετείχε στην κατάληψη της Καλαμάτας (23 Μαρτίου) και στη συνέχεια πολιόρκησε την Τριπολιτσά, πιστεύοντας πως έπρεπε να πέσει στα χέρια των Ελλήνων η πρωτεύουσα του Μοριά, για να ορθοποδίσει ο αγώνας. Έτσι, παρά την αντίθετη γνώμη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων, ξεκίνησε με 300 περίπου εναντίον της Τρίπολης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Παπαφλέσας με τον Νικηταρά. Η πρώτη μάχη του αγώνα δόθηκε από τον Κολοκοτρώνη έξω από την Καρύταινα (27 Μαρτίου), όπου σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στον Αλφειό ποταμό 500 περίπου από τους Τούρκους, που τρέχανε για να σωθούν στην Τρίπολη. Αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι με γιουρούσια απωθούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι σκόρπιζαν εδώ κι εκεί, μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο, χωρίς να πειθαρχούν. Ο Κολοκοτρώνης, ύστερα από πρόταση του Κανέλλου Δεληγιάννη, ανέλαβε να οργανώσει τα γύρω από την Τρίπολη στρατόπεδα, να εμπνεύσει πειθαρχία στα παλικάρια και να σκάψει λαγούμια. Αποτέλεσμα της στρατηγικής του Γέρου ήταν να κερδίσουν οι Έλληνες λαμπρή νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και κατόπιν στα Δολιανά και στα Βέρβενα. Ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη άρχισε να σφίγγει, οργανώθηκε και το στρατόπεδο των Τρικόρφων, έφτασε μετά και ο Δημήτριος Υψηλάντης και η Τρίπολη έπεσε στα χέρια των Ελλήνων στις 23 Σεπτεμβρίου. Εκεί φάνηκαν οι οργανωτικές και στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη.

 

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν».

 

Theodoros Kolokotronis - Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Theodoros Kolokotronis – Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Στη συνέχεια ήθελε να πάει στην Πάτρα, με την ελπίδα ότι οι έγκλειστοι στο κάστρο Τουρκαλβανοί θα παραδίδονταν, επειδή μόνο αυτόν εμπιστεύονταν. Όμως, οι άρχοντες της Αχαΐας έγραψαν να μην πάει, επειδή ανησυχούσαν από τις επιτυχίες των στρατιωτικών και ήθελαν να κάμουν κι εκείνοι κάτι. Ο Κολοκοτρώνης τελικά δεν πήγε, μια και απειλούσαν κιόλας, με αποτέλεσμα η Πάτρα να παραμείνει στα χέρια του εχθρού μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έτσι φάνηκε η ανικανότητα των πολιτικών στα πεδία της μάχης και ο φθόνος, τον οποίο έτρεφαν προς τους στρατιωτικούς με τα λαμπρά κατορθώματά τους. Γιατί και την επόμενη χρονιά έτρεξε στην πολιορκία της Πάτρας, αλλά η κυβέρνηση που είχε προκύψει από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, αντί να τον ενισχύσουν με κάθε τρόπο, του δημιουργούσαν προβλήματα και υπονόμευαν τη στρατηγική του, μέχρι που έληξε άδοξα η πολιορκία της Πάτρας και ο Κολοκοτρώνης αποσύρθηκε προσωρινά στην Τρίπολη. Εν τω μεταξύ είχε καταλάβει την Ακροκόρινθο, χωρίς να νοιαστεί για όσα γίνονταν στην Επίδαυρο από τους πολιτικούς κατά την Α΄ Εθνοσυνέλευση, που ενδιαφέρονταν μόνο για τα αξιώματα και τις υψηλές θέσεις.

 

Το άγαλμα του έφιππου Γέρου του Μοριά, τοποθετημένο πάνω σε βάθρο, μέσα στο οποίο φυλάσσονται τα οστά του, εποπτεύει την πλατεία του Άρεως στην πρωτεύουσα του Μοριά, την Τρίπολη, εκεί που κάποτε ήταν το Σεράγι και τα μπουντρούμια όπου είχαν κλειστεί οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου. Φωτογραφία από το εξώφυλλο του περιοδικού «Εφημέριος», τεύχος 3, Μάρτιος 2007.

 

Εκεί όμως όπου ο Κολοκοτρώνης δοξάστηκε σώζοντας την επανάσταση από τη στρατιά του Δράμαλη, ήταν τα Δερβενάκια (26-28 Ιουλίου 1822, Εφάρμοσε τη στρατηγική της καμένης γης στο Άργος και ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Και όμως ο Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τον προδότη που ορκιζόταν πως ο Δράμαλης θα προχωρούσε για την Τρίπολη. Ο Γέρος μάζεψε τα παλικάρια, τους μίλησε και τα έκανε να χλιμιντράνε σαν άλογα. Ακολούθησε η λαμπρή νίκη στα Δερβενάκια, τη στιγμή που οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι είχανε μπει στα καράβια, για να γλιτώσουν. Αυτή τη δόξα οι πολιτικοί την «αντάμειψαν» στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, χαρίζοντας το βαθμό του στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους, για να μειώσουν τον Κολοκοτρώνη. Είναι φανερό πως ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι ανησύχησαν τόσο πολύ από τις συνεχείς επιτυχίες των στρατιωτικών και του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα, που δεν τους ενδιέφερε καλά καλά η πορεία του αγώνα όσο η προσωπική τους εξασφάλιση. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος (1824), ο οποίος τόσο ζημίωσε την επανάσταση. Ο Κολοκοτρώνης έχασε στον εμφύλιο το γιο του Πάνο (13-11-1824) και ο ίδιος, συντριμμένος από την απώλεια του γιου του, παραδόθηκε στους εχθρούς του, οι οποίοι τον φυλάκισαν στην Ύδρα (Φεβρ. 1825). Την εποχή εκείνη ξεμπάρκαραν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ στο Μοριά. Στη δύσκολη στιγμή ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε, γιατί δεν υπήρχε άλλος τόσο ικανός ν’ αντιμετωπίσει το φοβερό εχθρό, ο οποίος κατέστρεφε τον Μοριά και έσπερνε παντού τον πανικό. Ο λαός κοίταζε πώς να γλιτώσει, εγκαταλείποντας χωριά και πόλεις, και ο Κολοκοτρώνης πάσχιζε μέσα από πολλές δυσκολίες να μαζέψει παλικάρια και να συγκροτήσει στρατό. Αλλά δεν μπορούσε να κτυπήσει τον Ιμπραήμ και περιοριζόταν στην τακτική του κλεφτοπολέμου. Παράλληλα κοίταζε πώς να κρατήσει το ηθικό του πληθυσμού. Γιατί ο κόσμος υπέκυπτε και δήλωνε υποταγή στον Ιμπραήμ. Οπότε ο Γέρος έδωσε μάχη και κατά του προσκυνήματος με το καλό και με το άγριο («φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»).

 

«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».    

 

Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια όπως και πολλοί άλλοι τίμιοι αγωνιστές και πατριώτες (Νικηταράς, Πλαπούτας, Κανάρης κ.ά.π.). Κι όμως λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του θρόνου και της αντιβασιλείας, τον συνέλαβαν (Σεπτ. 1833) και τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με τον Πλαπούτα, που είχε θεωρηθεί συνένοχος. Την απόφαση δεν υπέγραψαν οι έντιμοι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης. Ο κόσμος αγανάκτησε στην είδηση και οι ξένοι δεν τόλμησαν να σκοτώσουν τους αγωνιστές. Η κατακραυγή του πλήθους των απλών Ελλήνων ανάγκασε τον βασιλιά Όθωνα – με το πρόσχημα του γιορτασμού της ενηλικίωσής του– να τους χορηγήσει αμνηστεία (Μάιος 1835). Ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε τ’ απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη. Ο ίδιος ήξερε να διαβάζει — αγαπούσε πολύ την ιστορία –, αλλά με δυσκολία έγραφε. Το έργο του διακρίνεται για το κοφτό ύφος και τη συντομία στην έκφραση και είναι πολύτιμη ιστορική πηγή, για πολλούς λόγους, αλλά και διότι όσους τον αδίκησαν και τον έβλαψαν τους κρίνει μεγαλόψυχα χωρίς κανένα πάθος και χωρίς μνησικακία. Γι’ αυτό πιστεύεται ότι είναι γραμμένο αμερόληπτα.

 

Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Τον έθαψαν στο Α΄ νεκροταφείο της Αθήνας. Τα οστά του σήμερα βρίσκονται στο ηρώο της Τρίπολης, στο πεδίο του Άρεως.

 

 

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 

 

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Οπλαρχηγός του 1821 και αργότερα στρατηγός, από τις ηρωικότερες και αγνότερες μορφές της ελληνικής επανάστασης. Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα Γορτυνίας και ήταν παντρεμένος με μια πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το 1803. Οι Τούρκοι τον είχανε κάμει στην Καρύταινα κάπο, δηλαδή αρχηγό στρατιωτών για την τάξη και ασφάλεια. Γι’ αυτό και τον κράτησαν όμηρο, όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός των κλεφτών (1806). Αργότερα ξανάγινε κάπος (1812), ενώ ενδιάμεσα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό στη Ζάκυνθο.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και στη συνέχεια βάλθηκε μαζί με το Νικηταρά να κατηχεί ο ίδιος. Κατήχησε τον πατέρα του το γερο – Κόλια, τον αδελφό του Γεωργάκη και πολλούς άλλους. Από την αρχή κιόλας του πολέμου, όπως και τα αδέλφια του κι άλλοι Πλαπουταίοι, πολέμησε για την ελευθερία του γένους, στην Καρύταινα, στο Λεβίδι κι ύστερα στο Βαλτέτσι, όπου έτρεξε από την Πιάνα. Εκεί στην Πιάνα, τον είχε διορίσει ο ξάδερφός του Κολοκοτρώνης αρχηγό του στρατοπέδου, συμμετέχοντας στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Έλαβε μέρος επίσης στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και της Πάτρας και πολέμησε τον Δράμαλη, όταν πολιορκούσε το κάστρο της Λάρισας στο Άργος, λίγο πριν από την καταστροφή του στα Δερβενάκια. Ο Πλαπούτας αντιπάθησε πολύ τους συμπατριώτες του Δεληγιανναίους, όταν διαπίστωσε πως δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις επιτυχίες και τη δόξα του. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πάλι, θέλησε να παντρέψει το μικρό του γιο Κολίνο με τη μικρή κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη Μαριορίτσα, για να διαλυθεί η ψυχρότητα. Ο Πλαπούτας όμως θύμωσε και με τον Κολοκοτρώνη. Μετά τον εμφύλιο, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε όλο το Μοριά και την επανάσταση, ο Πλαπούτας τον πολέμησε σε πολλές μάχες. Επί Καποδίστρια έγινε Συνταγματάρχης. Στάθηκε πιστός στο πλευρό του κυβερνήτη. Αργότερα πήγε στο Μόναχο μαζί με τον Α. Μιαούλη και τον Κώστα Μπότσαρη, για να καλέσουν τον Όθωνα, που τον είχαν εκλέξει ήδη οι μεγάλες δυνάμεις για το στέμμα της Ελλάδας.

 

Εντούτοις, κατηγορήθηκε μαζί με το Θ. Κολοκοτρώνη, ότι τάχα συνωμοτούσαν κατά της βασιλείας, προφυλακίστηκαν (Σεπτ. 1833) δικάστηκαν στο Ναύπλιο και καταδικάστηκαν σε θάνατο (Μάιος 1834). Είναι γνωστό ότι την απόφαση των Βαυαρών δεν υπέγραψαν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης. Παράλληλα, ο λαός ξεσηκώθηκε και οι ξένοι δυνάστες δεν τόλμησαν να εκτελέσουν την ποινή. Μετά από 11 μήνες ο ενήλικος πια Όθων τους έδωσε χάρη.

 

Ο Πλαπούτας χρημάτισε γερουσιαστή ς και υπασπιστής του Όθωνα. Το 1861 έγινε αντιστράτηγος. Μετά την έξωση του Όθωνα πήγε στο χωριό του Παλούμπα, όπου και πέθανε, αφήνοντας έξι κόρες και ένα γιο. Ο Πλαπούτας υπήρξε από τους πιο ηρωικούς αγωνιστές του 1821. Η δόξα του Κολοκοτρώνη τον επισκίασε, αλλά η συνεργασία του με το Γέρο του Μοριά απέδωσε καρπούς. Ο Κολοκοτρώνης σαν αρχιστράτηγος στάθηκε τυχερός, που άξιοι καπεταναίοι εκτελούσαν τις διαταγές του, όπως ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς, ο γιος του ο Γενναίος και άλλοι.

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε: 

 

 

Δημήτριος Πλαπούτας ή Κολιόπουλος

 

Οὗτος ὁ φιλοπόλεμος στρατηγὸς κατήγετο ἀπὸ τὸ χωρίον Παλούμπα τῆς Λιοδώρας. Ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπαναστάσεως ἔγεινεν ἀρχηγὸς ἑνὸς τμήματος (σέμπτι) τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τοῦ λεγομένου τῆς Λιοδώρας. Αἱ ἐκδουλεύσεις του εἶναι ἐπίσημοι καὶ γνωσταί.

Κατ᾿ ἀρχὰς εὑρέθη εἰς τὴν πρώτην μάχην, τὴν ὁποίαν ὁ Κολοκοτρώνης ἔκαμε μὲ τοὺς Φαναρίτας Τούρκους, καὶ ἦλθε κατόπιν των εἰς Καρύταιναν. Μετὰ δὲ ταῦτα ὅταν ἐσυναθροίζοντο οἱ στρατιῶται εἰς τὸ Διάσελον τῆς Ἁλωνίσταινας, ὅπου ἦτον ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Πλαπούτας εὑρέθη εἰς Βυτίναν, καὶ ἐκεῖθεν ὑπῆγεν εἰς Λεβίδι, ὅπου ἔλαβε μέρος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον. Ὕστερον δὲ εἰς τὸ συσταθὲν στρατόπεδον εἰς Πιάναν ἦτον ὡς ἀρχηγὸς ἀντί τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη ἐφόρου ὄντος. Κατόπιν ὑπῆγε μὲ τοὺς στρατιώτας του εἰς τὸ Βαλτέτσι καὶ κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην ἀνδραγάθησε καὶ ἐφάνη ἡ παληκαριά του. Ὅταν δὲ εἴμεθα εἰς τὰ Τρίκορφα, αὐτὸς ὑπῆγεν εἰς τοῦ Λάλα διὰ νὰ σταθῇ εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο τοῦ ἀδελφοῦ του Γεωργάκη, ὅστις ἐφονεύθη εἰς Λάλα. Ἐκεῖ δὲ ἔμεινεν ὀλίγας ἡμέρας, καὶ μετὰ τὴν μάχην τὴν γενομένην εἰς τοῦ Ποῦσι, ὅτε οἱ Λαλαῖοι Τοῦρκοι ἔφυγον εἰς Πάτρας, ὁ Πλαπούτας ἐπανῆλθεν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Τρικόρφων, ὅπου ἔμεινε μέχρι τῆς ἁλώσεως τῆς Τριπολιτσᾶς, καὶ κατόπιν ἐσυντρόφευσε τοὺς Ἀλβανοὺς εἰς τὴν Βοστίτσαν διὰ νὰ περάσουν εἰς τὴν Στερεὰν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πατρίδα των κατὰ τὰ συμφωνηθέντα. Μετὰ δὲ ταῦτα παρηκολούθησε τὸν Θ. Κολοκοτρώνην εἰς Ἄργος καὶ Κόρινθον, ἔχων ἴδιον σῶμα στρατιωτῶν, καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ φρουρίου τῆς Κορίνθου, διετάχθη ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνην νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὅπου κατὰ τὴν περίφημον μάχην τῆς 9 Μαρτίου ἀνδραγάθησεν. Κατόπιν ἀντιπροσώπευσε τὸν Κολοκοτρώνην κατὰ τὴν πολιορκίαν ταύτην, ἀναχωρήσαντα εἰς Κόρινθον μέχρι τῆς ἐκεῖθεν ἐπιστροφῆς του. Πρὶν δὲ ὁ Κολοκοτρώνης λύσῃ τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὁ Πλαπούτας εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκεῖθεν εἰς Καρύταιναν. Καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη ἐποχὰς τοῦ ἐδόθη ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ παρὰ τοῦ Κολοκοτρώνη.


Κατὰ δὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ προσκυνήματος καὶ τοῦ προδότου Νενέκου πολὺ ὠφέλησεν, βοηθῶν τὸν Κολοκοτρώνην, καὶ ἐμποδίσας οὕτω τὸ κακὸν καὶ δὲν ἐπροώδευσεν. Παρευρέθη δὲ καὶ εἰς ἄλλας μάχας ἐπὶ τοῦ Ἰμβραὴμ πασᾶ καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐκείνην τῆς Καυκαριᾶς.

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Μετὰ δὲ ταῦτα κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Δράμαλη εἰς Πελοπόννησον ὁ Πλαπούτας ἔγεινεν ἔτι ἐπισημότερος στρατηγὸς, διότι πρῶτος αὐτὸς ἐκτύπησε κατὰ τὸ χωρίον Χαρβάτι καὶ Φίχτια τὸν στρατὸν ἐκείνου, ὅτε ἔμπλεξε μέ τινας Τούρκους, ἦλθεν εἰς μονομαχίαν μὲ ἕνα ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐκινδύνευσε, διότι ὁ Τοῦρκος, ὅταν ἦλθον εἰς θέσιν νὰ μεταχειρισθοῦν τὰ σπαθιά των, ἐκτύπησε καὶ ἐτσάκισε τὸ σπαθὶ τοῦ Πλαπούτα, ἀλλ᾿ οὗτος εὐτυχῶς τὸν ἐσκότωσε. Κατόπιν ἐσύστησε τὸ φροντιστήριον εἰς τὸ Σχοινοχῶρι, καὶ ἐκεῖθεν ἐστρατοπέδευσεν ὄπισθεν τοῦ Παλαιοκάστρου Ἄργους κατὰ τὴν θέσιν Ἄκοβα, ὅπου συνεκέντρωσε στρατὸν ὑπὲρ τὰς δύο χιλιάδας μετὰ τῆς Ἐπαρχίας Τριπολιτσᾶς, καὶ την Φαναριτῶν ἀρχομένων ἀπὸ τὸν Τσανέτον
Χρηστόπουλον, τοῦ δὲ ὅλου στρατοπέδου ἀρχηγὸς ἦτον ὁ ἴδιος Πλαπούτας. Ἐκεῖθεν ἐπολέμει ἀδιακόπως μέχρι τέλους τὸν Δράμαλη, καὶ ὕστερον μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ναυπλίου διωρίσθη φρούραρχος αὐτοῦ ἕως ὅτου τὸν ἀντικατέστησεν ὁ Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης. 

 

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Πλαπούτα εἶχεν ἐπισημότητα καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ὁ πατέρας του ὁ Γέρω Κόλιας ὑπῆρξε στρατιωτικὸς (κάπος) καὶ ἁρματωλὸς, καὶ εἶχε τρομάξει τοὺς Λαλαίους Τούρκους, καὶ δὲν ἐπατοῦσαν τὰ ὅρια τῆς Καρύταινας ἐδῶθεν τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ (Ροφιά). Ὑπερασπίζετο ὅμως τοῦτον ὁ Γέρων Γιάννης Δεληγιάννης, καὶ τοῦτον πάλιν ἐπίσης εἰς τὰς καταδρομάς του ἀπὸ τοὺς Πασάδες ὑπερασπίζετο ὁ Γέρω Κόλιας, διότι ἔβγαινε μὲ στρατιώτας καὶ ἐφύλαττε τοὺς Δεληγιανναίους. Διὰ τοῦτο ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία τοῦ ἔκαψε τὰ σπίτια του πολλαῖς φοραῖς, καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ ἔκαμνε βοήθειαν. Ὁ Γέρων Δεληγιάννης, ὡς ἀρχηγὸς πολιτικὸς τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τὸν ἐβοήθει, καὶ οὕτω τὸν εἶχεν εἰς τὰς καταδρομάς του, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία ἀπεστρέφετο τὸν Δεληγιάννην, ὁ Γέρω Κόλιας μὲ τὰ παιδιά του ἐπήγαινεν εἰς τὰ Λαγκάδια καὶ ἔπαιρνε τὴν οἰκογένειάν του ὅλην καὶ τὴν ἐφύλαττε διὰ τῶν ὅπλων, ὅπως τότε εἶχον τὰ μέσα τῆς προφυλάξεως.

 

Ἐκτὸς τούτου καὶ οἱ ἀδελφοί του Γεωργάκης Θανάσης καὶ Παρασκευᾶς, περὶ τῶν ὁποίων κατωτέρω θὰ εἴπωμεν, συνετέλεσαν ὡς στρατιωτικοί. Ἀλλ᾿ ἐκ τούτων ὁ Γεωργάκης ἐπρωτοχάθη εἴς τινα μάχην, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Τοῦρκοι Λαλαῖοι ἐνίκησαν τοὺς Ἕλληνας, πρὶν γείνῃ ὁ πόλεμος εἰς τὸ Ποῦσι, ὅπου εὑρέθησαν οἱ Κεφαλλῆνες ὅλοι περὶ τοὺς 300, ἔχοντες καὶ κανόνια, καὶ ὅπου ἔδειξαν ὅλην τὴν παληκαριάν των, καὶ τοὺς ὁποίους ἐφοβήθησαν οἱ Λαλαῖοι καὶ ἀπεφάσισαν τὴν φυγήν των ἀπὸ τοῦ Λάλα. Εἰς δὲ τὴν μάχην ταύτην τοῦ Πουσιοῦ ἐλαβώθη καὶ ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς.

 

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

Read Full Post »

Πολυζωίδης Αναστάσιος (1802-1873)

 

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, όπως απεικονίζεται σε πίνακα, που βρίσκεται στον Άρειο Πάγο.

Πολιτικός και δικαστικός. Ο δικαστής που αρνήθηκε να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη. Ο Πολυζωΐδης γεννήθηκε το 1802 στο Μελένικο* κι έλαβε γενική μόρφωση στα σχολεία της πόλης. Σε πολύ νεαρή ηλικία πήγε στην Ευρώπη για ανώτερες σπουδές. Σπούδασε νομικά και ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Γοτίνγκης (Γκαίτινγκεν), στη Βιέννη και στο Βερολίνο. Διέκοψε τις σπουδές του στο Βερολίνο το 1821, όταν είχε αρχίσει η Ελλην. Επανάσταση και κατέβηκε στην Ελλάδα. Έλαβε μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (τέλη του 1821 – αρχές του 1822). Αν και νεότατος τότε (μόλις 20 ετών), υπήρξε ο κύριος συντάκτης του Συντάγματος και συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου την περίφημη Διακήρυξη του 1822, με την οποία επιδιωκόταν να δειχτεί στην απολυταρχική Ευρώπη, ότι ο πόλεμος των Ελλήνων ήταν εθνικός και ιερός, έξω από δημαγωγικότητες και ιδιοτελείς αρχές. Έγινε τότε γραμματέας του εκτελεστικού (υπουργικού) συμβουλίου με Πρόεδρο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Πολυζωΐδη πήγε στο Λονδίνο και πέτυχε να συνάψει δάνειο για τους πολιορκούμενους.

Ο ίδιος συμμετείχε στην τελευταία φάση της πολιορκίας του Μεσολογγιού και στην Έξοδο. Ο Πολυζωΐδης είναι εκείνος, που, μετά την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου και την καταστροφή του, σε μια επίσημη ομιλία του στο Ναύπλιο παρουσία και αρκετών αγωνιστών που σώθηκαν στην Έξοδο, – ήταν και δεινός ρήτορας – ονόμασε το Μεσολόγγι “ΙΕΡΑΝ ΠΟΛΙΝ”, ονομασία που επεκράτησε. Το 1827 πήρε μέρος ως εκλεγμένος πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.

Το 1828 πήγε στο Παρίσι και συμπλήρωσε τις σπουδές του. Όταν τελείωσε, επέστρεψε στην Ελλάδα. Κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, που προσπαθούσε να νοικοκυρέψει το νέο ελληνικό κράτος. Ο Πολυζωΐδης προσχώρησε στην αντιπολιτευτική παράταξη των φιλελευθέρων συνταγματικών. Από τις 11 Μαρτίου ως τις 9 Οκτωβρίου 1831 εξέδιδε την εφημερίδα «Ο Απόλλων» στην Ύδρα, η οποία εξελίχθηκε σε αδιάλλακτο αντιπολιτευτικό όργανο, που προπαγάνδιζε ανοιχτά την εξέγερση κατά του Κυβερνήτη.

 

Μαρμάρινη προτομή του Αναστάσιου Πολυζωίδη στην πλατεία Νικηταρά στο Ναύπλιο. H προτομή βρίσκεται στην είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου. Δημιουργός του έργου είναι ο γλύπτης Νικόλας (Νικόλαος Παυλόπουλος 1909 – 1990). Ο Πολυζωίδης αναπαρίσταται με ενδυμασία Ευρωπαϊκού τύπου δηλαδή παπιγιόν γιλέκο και σακάκι και παραπέμπει σε άντρα επιφανή και μορφωμένο μιας άλλης εποχής.

 

Αργότερα (1832) η βαυαρική Αντιβασιλεία τον διόρισε πρόεδρο** στο πενταμελές δικαστήριο (Πρωτοδικείο) του Ναυπλίου. Επειδή όμως αρνήθηκε να υπογράψει μαζί με το δικαστή Γ. Τερτσέτη την απόφαση καταδίκης εις θάνατον “επί εσχάτη προδοσία” του Θ. Κολοκοτρώνη, του Δ. Πλαπούτα, του Κίτσου Τζαβέλλα και άλλων γενναίων αγωνιστών, καταδιώχτηκε και φυλακίστηκε. Όταν ενηλικιώθηκε ο Όθων (20 Μαΐου 1835) και ανέλαβε τη βασιλεία, οι αγωνιστές έλαβαν χάρη(…!!!), ελευθερώθηκαν και παρασημοφορήθηκαν. Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης διορίστηκε Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και Σύμβουλος Επικρατείας.

Το 1837 (νέος 35 ετών), διορίστηκε Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Εσωτερικών. Ως αρμόδιος Υπουργός, συνέβαλε τα μέγιστα στην οργάνωση και λειτουργία του πρώτου πανεπιστημίου του ελεύθερου ελληνικού κράτους με τη σύνταξη των Διαταγμάτων “Περί συστάσεως του Πανεπιστημίου” και “Περί προσωρινού κανονισμού του Πανεπιστημίου”. Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (1862), διορίστηκε Νομάρχης Αττικοβοιωτίας και αργότερα αποτραβήχτηκε απ’ τη δημόσια ζωή. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

Εκτός από το Σύνταγμα του 1822 του οποίου υπήρξε ο κύριος συντάκτης και τη Διακήρυξη του 1822, την οποία συνέταξε σχεδόν εξ ολοκλήρου, άλλα έργα του είναι: “Σύντομος πραγματεία περί των ειρηνοποιών και ορκωτών κριτών της Αγγλίας”, “Γεωγραφικά”, “Ελληνικά”, “Νεοελληνικά” και “Γενική Ιστορία”.

 

 Υποσημειώσεις

 

* Το πάλαι ποτέ Μελένικο, η πλούσια εμπορική πόλη και το αξιολογότερο κέντρο του ελληνισμού στο βόρειο τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας, είναι σήμερα ένα πολύ όμορφο τουριστικό χωριό της Νότιας Βουλγαρίας. Τα πανέμορφα αρχοντικά, χτισμένα με τη ντόπια μακεδονίτικη αρχιτεκτονική, είναι σήμερα ξενώνες και ταβερνεία που το εσωτερικό τους θυμίζει βαυαρέζικες μπυραρίες. Κι όσο για το ξακουστό κόκκινο κρασί, που το προτιμούσαν ιδιαίτερα οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, εξακολουθεί να παράγεται, αλλά θα πρέπει να ψάξει πολύ κανείς για να βρει την καλή ποιότητα.

Το 1913, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου η ξακουστή πόλη επιδικάσθηκε στη Βουλγαρία. Εκείνο που έμεινε ατόφιο είναι το τοπίο. Η πόλη κρύβεται σε μια εκπάγλου κάλλους βαθιά χαράδρα με ασβεστολιθικά πετρώματα. Λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης, οι Έλληνες με θαυμαστή αξιοπρέπεια άφησαν τα αρχοντικά τους, άδειασαν τα κρασοβάγενά τους από το περιλάλητο κρασί που το διατηρούσαν δροσερό στις «τρυπητές», τις υπόγειες στοές κάτω από τα σπίτια τους, πήραν λίγο χώμα στις χούφτες τους και εγκαταστάθηκαν, πρόσφυγες αυτοί οι άρχοντες, στο Σιδηρόκαστρο οι πιο πολλοί, λιγότεροι στις Σέρρες κι ακόμη λιγότεροι στη Θεσσαλονίκη ή σε άλλες πόλεις. Πίσω έμεινε η λαμπρή ιστορία της πόλης με το πρότυπο σύστημα αυτοδιοίκησης (ονομαστό είναι το «Κοινόν του Μελενίκου», με το οποίο καταργούνταν οι κοινωνικές τάξεις και δινόταν η δυνατότητα ανεξαιρέτως «στους εκλεκτούς, στους φρόνιμους και ικανούς από τους πολίτας πάσης τάξεως» να συμμετέχουν ισότιμα στη διοίκηση του «Κοινού»), τα πέντε σχολεία, τις εβδομήντα εκκλησιές και τα εκπληκτικά σπίτια.

 

** Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης ως Πρόεδρος του δικαστηρίου στη δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και των λοιπών αγωνιστών

 

Ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης, ο Δημ. Πλαπούτας και ο Κίτσος Τζαβέλλας μαζί με μερικούς άλλους ηρωικούς αγωνιστές συνελήφθησαν το Σεπτέμβριο του 1834 ως δήθεν ύποπτοι συνωμοσίας κατά της βαυαρικής Αντιβασιλείας και κλείστηκαν για εννιά μήνες στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Το κατηγορητήριο όριζε να δικαστούν στις 25 Μαΐου 1834 “επί εσχάτη προδοσία”, πράγμα που επέσυρε την επιβολή της ποινής του θανάτου.

Η πολύκροτη δίκη άρχισε με καθεστώς στρατιωτικού νόμου, που είχε επιβληθεί από τη νύχτα της σύλληψης των αγωνιστών. Παρουσιάζονται εγκάθετοι ψευδομάρτυρες, για να βοηθήσουν στη λήψη της εκ των προτέρων παρμένης απόφασης. Να όμως που παρουσιάζονται σοβαρά και απροσδόκητα εμπόδια στο δρόμο της διατεταγμένης δικαιοσύνης. Ο Μακεδόνας Αναστάσιος Πολυζωΐδης (μόλις 32 ετών) Πρόεδρος του Δικαστηρίου και ο κατά δύο χρόνια μεγαλύτερός του Ζακύνθιος Γεώργιος Τερτσέτης (δικαστικός και λόγιος, 1800 – 1874) αρνούνται να συμπράξουν στο ανοσιούργημα της βαυαρικής Αντιβασιλείας και των εντόπιων υπηρετών της.

Αναμφίβολα έχει αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του δικαστή Γ. Τερτσέτη. Σίγουρα όμως έχει αυξημένη αξία και ηθική βαρύτητα η γενναία στάση του Αναστ. Πολυζωίδη, επειδή: α) Ο Πολυζωΐδης είναι Πρόεδρος του δικαστηρίου και ο Τερτσέτης απλός δικαστής και β) Ο Τερτσέτης έχει στενές σχέσεις με το δικαζόμενο κορυφαίο αγωνιστή Θ. Κολοκοτρώνη, αφού γράφει τα απομνημονεύματά του “Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής” κατά τις αφηγήσεις του Γέρου του Μωριά.

Οι χωροφύλακες του καθεστώτος με βρισιές και λασπολογίες και με προτεταμένη τη λόγχη προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον βιάζουν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη των αγωνιστών. Η απάντηση του Πολυζωΐδη είναι: “Το σώμα μου δύνασθε να το κάμητε όπως θέλετε, αλλά τον στοχασμόν μου, την συνείδησίν μου, δεν θα δυνηθήτε να τα παραβιάσητε”.

Ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Σχινάς έρχεται στη δίκη για ν’ αποσπάσει την υπογραφή κατά πρώτον λόγο του Προέδρου Πολυζωίδη, αλλά και του δικαστή Τερτσέτη. Θέλει να είναι “ομόφωνη” η απόφαση. Ορμά έξαλλος προς τον Πολυζωίδη, αξιώνοντας να υπογράψει, αλλά παίρνει την απάντηση: “Προτιμώ την αποκοπήν της χειρός μου, αλλά δεν υπογράφω”.

Οι αστυνομικοί τους τραβούν βιαίως απ’ το δωμάτιο των διασκέψεων, να τους βάλουν στην έδρα να υπογράψουν και να διαβαστεί η απόφαση. Τους χτυπούν με γροθιές, με κλωτσιές, με τους υποκόπανους των όπλων. Τους φτύνουν, τους βρίζουν, σχίζουν τα ρούχα του Προέδρου Πολυζωΐδη.

Ο Πρόεδρος Πολυζωΐδης, κατά πρώτον λόγο, αλλά και ο δικαστής Τερτσέτης εκείνες τις ώρες καθιέρωσαν έμπρακτα την ιδέα της ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.

Η “απόφαση” είχε συνταχθεί απ’ το δικαστή Δ. Σούτσο, συγγενή του Σχινά και απαγγέλθηκε υπογραμμένη απ’ τους τρεις δικαστές Α. Βούλγαρη, Δ. Σούτσο και Φ. Φραγκούλη, υπηρέτες της αυθαιρεσίας και της βίας της κρατικής εξουσίας.

“Εις την ακρόασιν της αποφάσεως σταλαγματιές δακρύων έπεφταν από τους οφθαλμούς του Πλαπούτα. Εσυλλογίζετο την ορφάνεια των τέκνων του. Ο Κολοκοτρώνης με ατάραχον βλέμμα είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου”. (Γ. Τερτσέτη, Άπαντα).

Η καταδίκη αυτή προκάλεσε κύμα λαϊκής αγανάκτησης και η Αντιβασιλεία αναγκάστηκε να μετατρέψει την ποινή του θανάτου σε ισόβια κάθειρξη και αργότερα σε εικοσαετή κάθειρξη. Τελικά, όταν ενηλικιώθηκε ο Όθων (20 Μαΐου 1835) και ανέλαβε τη βασιλεία, δόθηκε στους γενναίους αγωνιστές χάρη(…!!!). Αποφυλακίστηκαν και αργότερα παρασημοφορήθηκαν. Αναγνωρίστηκε η αξία και του ήθος του Αναστ. Πολυζωίδη και τοποθετήθηκε σε διάφορα υψηλά αξιώματα.

 

Πηγή

 

Read Full Post »

Τερτσέτης Γεώργιος (1800- 1873)

 

  

 

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως απεικονίζεται σε προσωπογραφία, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως απεικονίζεται σε προσωπογραφία, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, δικαστικός και νομικός, γιος του Ναθαναήλ Τερτσέτη και της Κατερίνας Στρούντζα, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1800. Η οικογένειά του καταγόταν από τη Μασσαλία και θρησκευτικά ανήκε στο ρωμαιοκαθολικισμό. Πρώτος δάσκαλός του στάθηκε ο ιερέας Lorenzo di Remo. Σπούδασε νομικά στη Μπολώνια και την Πάντοβα, όπου παρακολούθησε επίσης μαθήματα ιταλικής φιλολογίας και εντάχθηκε στο κίνημα του καρμποναρισμού. 

Όταν επέστρεψε στον ελλαδικό χώρο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στάλθηκε στην Πελοπόννησο για την οργάνωση του Αγώνα, επέστρεψε όμως σύντομα για λόγους υγείας στη Ζάκυνθο, όπου ήρθε σ’ επαφή με το Μάρκο Μπότσαρη και τον κύκλο του Σολωμού. Την περίοδο του Καποδίστρια πολέμησε στη δυτική Ρούμελη και από το 1832 καθηγητής γαλλικών και ιστορίας στο προκαταρκτικό σχολείο και αργότερα καθηγητής στρατιωτικής ιστορίας στη στρατιωτική σχολή του Ναυπλίου.  Το 1833 έγραψε το ποίημα Το φίλημα, αφιερωμένο στον Όθωνα, σε γλώσσα εμπνευσμένη από το δημοτικό τραγούδι. Κατά την Αντιβασιλεία του Όθωνα έγινε δικαστής και πήρε μέρος στη δίκη του Κολοκοτρώνη* στο Ναύπλιο  (1833). Επειδή αρνήθηκε με γενναιότητα, μαζί με το συνάδελφό του Α. Πολυζωίδη, να προσυπογράψει την καταδίκη του «Γέρου» σε θάνατο διώχτηκε, παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά αθωώθηκε (1834). Παραιτήθηκε ωστόσο κι έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε ως το 1844. Εκεί συνδέθηκε με το Φλωριέλ, τον Γκιζώ και άλλους. Γύρισε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αρχειοφύλακας της Βουλής των Ελλήνων. Το 1847 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Απλή γλώσσα με ποιήματα δικά του και άλλων και το 1856 δύο μεγάλα σε έκταση ποιήματα με τίτλους Οι γάμοι του μεγάλου Αλεξάνδρου και Κορίννα και Πίνδαρος. Άλλα έργα του: La morte di Socrate (δράμα), διάφορα πεζά, ποιήματα, λόγοι, διαλέξεις μια κωμωδία του 1858 και μεταφράσεις (του Πλατωνικού Κρίτωνος κ.α.).

 

Το 1861 ταξίδεψε στην Ιταλία ως απεσταλμένος του Όθωνα και το 1866 στην Ευρώπη απεσταλμένος της ελληνικής κυβερνήσεως, με αφορμή την επανάσταση στην Κρήτη. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού παντρεύτηκε στο Παρίσι τη γαλλίδα λογογράφο Adelαide Germain.

 

Ο Τερτσέτης είναι γνωστός κυρίως για τα απομνημονεύματα που συνέγραψε καθ’ υπαγόρευση, ιδιαίτερα εκείνα του Κολοκοτρώνη, αλλά και του Νικηταρά και άλλων αγωνιστών. Στα ποιητικά του έργα είναι εμφανής η σολωμική επίδραση, καθώς και επιδράσεις από το δημοτικό τραγούδι. Ο Τερτσέτης στάθηκε ένας από τους λόγιους που συνέδεσαν την Επτανησιακή Σχολή με την Α΄ Αθηναϊκή. Πέθανε το 1873 στην Αθήνα.

 

 

Παραθέματα

 

Βέβαιον πράγμα είναι η ποινή, βεβαιότατο πρέπει να είναι και το έγκλημα, αλλέως η αδικία ακμάζει όπου αρμόσεις το βέβαιο της τιμωρίας εις το αβέβαιο της ενοχής.

 

Απολογία κατά την δίκην του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα εκφωνηθείσα τη κδ΄ Σεπτεμβρίου, αωλδ΄ εις το εν Ναυπλίω Εγκληματικόν Δικαστήριον, 1835. 12. Γ.Θ. Ζώρας (επιμ.), Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου. Βασική Βιβλιοθήκη, 14. «Αετός» Α.Ε., 1953. 158.

 

 

Τα γενναία έθνη, καθώς το εδικόν μας, δέχονται τα έργα των προδοτών, καθώς η γη δέχεται την βροχή. Βροντούν, βρέχουν οι νεφέλες και η γη μένει ατάραχη. Μαραίνονται τα άνθη της, αλλ’ αφού σχολάσει η τρικυμία, αναφύονται εις την όψιν της ευωδέστερα άνθη.

 

Απολογία κατά την δίκην του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα εκφωνηθείσα τη κδ΄ Σεπτεμβρίου, αωλδ΄ εις το εν Ναυπλίω Εγκληματικόν Δικαστήριον, 1835. 66, ε΄. Γ.Θ. Ζώρας (επιμ.), Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου. Βασική Βιβλιοθήκη, 14. «Αετός» Α.Ε., 1953. 169.

 

Και τι άλλο μπορεί να καλοτυχήσει τα έθνη από την σοφία, μάλιστα όταν εις το ίδιο υποκείμενο εντέσει και η πολεμική αξιάδα; Και μ’ όλον οπού είμαι αμαθής, μου έρχεται να ειπώ ένα λόγο: ότι, αν εζημιώθηκαν τα ελληνικά, εζημιώθηκαν εξ αιτίας που τα καλά παλληκάρια ανταμώς με την παλληκαριά δεν αντίκρυσε να ’χουν τα γράμματα.

 

Επιστολή προς τον Δημήτρη Μπότσαρη, 1827. Μιχ. Περάνθης, Ελληνική πεζογραφία, Β΄. Εκδόσεις έργων Περάνθη, χ.χ. 463.

 

  

* Δίκη Κολοκοτρώνη

 

 Η δίκη του Κολοκοτρώνη έγινε στο παλιό τζαμί του Ναυπλίου, της πρώτης πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Κράτησε πολλές μέρες και τελείωσε στις 26 Μαϊου 1834. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου βρέθηκαν ο Γέρος του Μοριά, ο εξάδελφός του Δημήτρης Πλαπούτας, πρωτεργάτης κι αυτός της επανάστασης του 1821, ο Κίτσος Τζαβέλας και μερικοί ακόμα αγωνιστές. Η ποινή για τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα ήταν θανατική εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24 ωρών. Στο άκουσμά της ο πρώτος σταυροκοπήθηκε, ο δεύτερος αναλύθηκε σε λυγμούς. Το ακροατήριο έμεινε άναυδο. Οι Βαυαροί αντιβασιλείς είχαν καταφέρει να πείσουν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας. Ήθελαν, λέει, να ανατρέψουν τον ανήλικο Όθωνα, και να επιβάλουν τη δική τους καταστροφική τάξη πραγμάτων.


Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης καταγόμενος από το Μελένικο Σερρών, Μακεδόνας. Μέλη του δικαστηρίου ήταν ο εξ Ζακύνθου Γ. Τερτσέτης, ο Δ. Σούτσος, ο Α. Βούλγαρης και ο Φ. Φραγκούλης. Ο αντιβασιλέας Μάουερ είχε εκ των προτέρων αποφασίσει να πάρει τα κεφάλια των δύο ηρώων. Για την ευόδωση των σκοπών του χρησιμοποίησε τον υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Σχινά και τον εισαγγελέα της έδρας, κάποιον Μάσoν. Οταν η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε, ο Πολυζωίδης ως πρόεδρος κάλεσε το δικαστήριο σε διάσκεψη. Ο Μάουερ ήθελε να τελειώσει με συνοπτικές διαδικασίες η διάσκεψη.
Συνέβη, όμως ο Πολυζωίδης να έχει σχηματίσει ακλόνητη δικαστική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι.


Πρώτος πήρε τον λόγο ο Τερτσέτης και μίλησε για την αθωότητα των δύο πολέμαρχων. Ο Σούτσος που ήταν γαμπρός του Σχινά, ψήφισε υπέρ της καταδίκης σε θάνατο. Το ίδιο και οι Βούλγαρης, Φραγκούλης. Μέχρι στα γόνατά τους έπεσαν ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης για να τους μεταπείσουν.

 

Εκείνοι έσπευσαν στον υπουργό Δικαιοσύνης για να δουν τι θα κάνουν. Έγινε έξαλλος. Τους διέταξε να επιστρέψουν στην αίθουσα συσκέψεων. Ταυτόχρονα έστειλε αστυνομικούς κλητήρες για να φέρουν πίσω τους δύο αντιρρησίες, που στο μεταξύ είχαν γυρίσει στα σπίτια τους. Ο Σχινάς συνεννοείται με τον Μάουερ, σπεύδει με την επίσημη στολή του στο δικαστήριο και διατάσσει τους δύο διαφωνούντες να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη.
 
«Εν ονόματι του βασιλέως σας διατάσσω να υπογράψετε την απόφαση», φωνάζει. 
 
«Προτιμώ να μου κόψετε το χέρι!», απαντά ο Πολυζωίδης.


«Δεν θα με έχετε συνεργό στον φόνο δύο αθώων ανθρώπων», λέει ψύχραιμα ο Τερτσέτης.


Έξαλλος ο υπουργός Δικαιοσύνης παραγγέλλει στους αστυνομικούς κλητήρες να χρησιμοποιήσουν τις ξιφολόγχες για να σύρουν τους δύο νομικούς στην αίθουσα του δικαστηρίου. Οι χωροφύλακες εκτελούν την εντολή, τους χτυπούν, τους σκίζουν τα ρούχα.

 

Την απόφαση διάβασε ο Σούτσος, ενώ ο Πολυζωίδης κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του.

 

Πηγές

 

  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.
  • Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Καποδιστριακό σχολείο (1ο Δημοτικό Σχολείο Άργους)

 

 

Το διδακτήριο θεμελιώθηκε στις 12 Ιουνίου 1830 και εγκαινιάστηκε στις 11 Ιουνίου 1831 παρουσία του Καποδίστρια. Τα εγκαίνια έγιναν με ιδιαίτερη λαμπρότητα, γιατί ήταν γνωστό το μεγάλο ενδιαφέρον του κυβερνήτη για την παιδεία του έθνους και η ανέγερση του διδακτηρίου εξέφραζε την εκπαιδευτική πολιτική του. Παράλληλα, ήθελε ν’ αποδείξει προφανώς ο Καποδίστριας ότι είχε λαϊκά ερείσματα, σε μια εποχή που οι αντιπολιτευόμενοι έδειχναν φανερά την έχθρα τους. Ας μην ξεχνάμε πως μετά από τρεις μήνες δολοφονήθηκε.

 

Στο Άργος υπήρχαν τότε ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες που τον αντιπολιτεύονταν, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ο Αλ. Μαυροκορδάτος και οι Άγγλοι Ντώκινς και Τσωρς, ενώ στο πλευρό του ήταν οι Δημ. Καλλέργης και Δημ. Τσώκρης και στο σύνολό του ο λαός του Άργους. Πράγματι, κατά τα εγκαίνια προσήλθε, εκτός των επισήμων, πλήθος κόσμου και οι ομιλητές – ο επίσκοπος Ηλιουπόλεως Άνθιμος, ο τοποτηρητής Άργους Ν. Μαυρομάτης και κάποιος μαθητής – τόνισαν το γιγάντιο έργο της κυβέρνησης στο χώρο της εκπαίδευσης και είπαν τα καλύτερα λόγια για τον πατέρα του έθνους Καποδίστρια. Και υπήρξε τόσος ενθουσιασμός, ώστε διενεργήθηκε έρανος και συγκεντρώθηκαν αρκετά χρήματα για την ανέγερση κι άλλων δημόσιων καταστημάτων. Ο ίδιος ο Καποδίστριας έδωσε από το προσωπικό του βαλάντιο ένα σεβαστό ποσόν.

 

Καποδιστριακό σχολείο.

Καποδιστριακό (Α΄Δημοτικό Σχολείο Άργους), πιθανότατα αρχές της δεκαετίας του 1960.

Το κτίριο, όπου θα στεγαζόταν το Αλληλοδιδακτικό Σχoλείo Άργους, ανέλαβε ο Ελβετός μηχανικός Ντεβώ. Ως εργολάβος μνημονεύεται ο “τέκτων” Χαρίτων Κάππος. Ύστερα από κάποιες κακοτεχνίες και καθυστερήσεις, ο Ντεβώ απομακρύνθηκε και για την αποπεράτωση του έργου τοποθετήθηκε από τον κυβερνήτη ο αρχιτέκτονας Λάμπρος Ζαβός. Το διδακτήριο υπολογιζόταν για 300 μαθητές. Επίσης, την ίδια εποχή κτίστηκε οικία και για το δάσκαλο στο ΝΔ άκρο της μεγάλης αυλής. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια το σχολείο δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει κανονικά. Ο τότε δάσκαλος Ν. Φανδρίδης έμενε απλήρωτος, χρήματα για τα λειτουργικά έξοδα δεν υπήρχαν και, το χειρότερο, υπέστη μετατροπές και φθορές, γιατί προγραμματιζόταν να γίνουν εκεί οι εργασίες της Ε΄ εθνοσυνέλευσης, οι οποίες άρχισαν σ’ αυτό, αλλά συνεχίστηκαν και περατώθηκαν στην Πρόνοια Ναυπλίου (Ιούλιος 1832).

Κατά την Οθωνική περίοδο (1834 και μετά) οι μαθητές στεγάστηκαν στο σημερινό δημαρχείο, ενώ τα δικαστήρια, που λειτουργούσαν εκεί επί Καποδίστρια, μεταφέρθηκαν από τους Βαυαρούς στην πρωτεύουσα του νομού, στο Ναύπλιο. Λίγο αργότερα (1844;) το διδακτήριο είχε καταντήσει αχυρώνας, προφανώς για το ιππικό των στρατώνων, αλλά δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς και για πόσο χρονικό διάστημα.

 

Α΄Δημοτικό Σχολείο Άργους. Σχολικό ενθύμιο του έτους 1955-56. Τάξη Ε’. Φωτογραφία από την ομάδα, «Παλιές φωτογραφίες του Άργους – Ταξίδι στο παρελθόν».

 

Η επόμενη είδηση είναι του 1873. Ο τότε δήμαρχος Μιχ. Παπαλεξόπουλος το επισκεύασε, για να χρησιμοποιηθεί ως δημοτικό σχολείο αρρένων. Φαίνεται πως τότε η οικία δασκάλου δεν υπήρχε πια. Το 1892 η στέγη κατέρρευσε. Ευτυχώς που οι δάσκαλοι είχαν προβλέψει την κατάρρευση και είχαν διακόψει τα μαθήματα. Το σχολείο τότε φιλοξενήθηκε στους στρατώνες. Το διδακτήριο επισκευάστηκε το 1894 και έγινε νέα διαρρύθμιση με τέσσερεις αίθουσες. Εκεί έγινε η ιδρυτική αλλά και οι επόμενες εθνοσυνελεύσεις του ιδρυθέντος τότε συλλόγου «Ο Δαναός» (1894), ενώ στην αυλή του σχολείου γινόταν η ετήσια εμποροπανήγυρις του Άργους.

 

Α΄Δημοτικό Σχολείο Άργους, το διδακτικό του προσωπικό (1951-1952). Όρθιοι από αριστερά: Μούλος – Οικονόμου Ξενοφώντας, Ζούζιας Γεώργιος. Καθιστοί από αριστερά: Φράγκος Γεώργιος, Δήμα – Παπαϊωάννου Αντωνία, Τσακοπούλου Ελευθερία, Καραχάλιος Σπύρος. Φωτογραφία και λεζάντα, από την ομάδα, «Παλιές φωτογραφίες του Άργους – Ταξίδι στο παρελθόν».

 

Όταν κατά τους βαλκανικούς πολέμους οι στρατώνες στέγασαν Τούρκους αιχμαλώτους, το διδακτήριο χρησιμοποιήθηκε από το στρατό. Η επόμενη είδηση είναι του 1932. Τότε έγινε σοβαρή επισκευή του διδακτηρίου και διαμορφώθηκαν πέντε αίθουσες και δύο γραφεία.

 

Το Καποδιστριακό (Α΄Δημοτικό Σχολείο Άργους), σήμερα. Φωτογραφία: Μαρίνος Αργυράκης.

 

Το 1980 κηρύσσεται διατηρητέο μνημείο, ύστερα από ενέργειες του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους, τη στιγμή που κάποιοι αμφισβητούσαν την καποδιστριακή του προέλευση και διατύπωναν την άποψη ότι έπρεπε να κατεδαφιστεί. Αλλά και αργότερα αναφύεται η ιδέα της κατεδάφισης, ύστερα μάλιστα από τον ισχυρό σεισμό του Φεβρουαρίου 1981, ο οποίος δημιούργησε κάποιες ρωγμές, παρά το γεγονός ότι είχε κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο για δεύτερη φορά. Γλίτωσε και τότε από τους «κατεδαφιστές», οπότε το 1985 ολοκληρώνονται οι εργασίες ανακαίνισης και νέας εσωτερικής διαρρύθμισης με έξι αίθουσες διδασκαλίας. Από τότε λειτουργεί κανονικά και στεγάζει το 1ο Δημοτικό Σχολείο Άργους.

 

 

Πηγή

  •  Οδυσσέα Κουμαδωράκη, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Υψηλάντης Δημήτριος  (1793-1832)

 

 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) - Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημ. Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κων/πολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν και στην Ύδρα (8 Ιουνίου) και στο Άστρος μετά (19 Ιουνίου) ήταν μεγαλειώδης. Λαός και στρατός έλπιζαν πως αυτός θα οργάνωνε και θα συντόνιζε την επανάσταση και θα έφερνε την ελευθερία του γένους.

Από την αρχή όμως διαφώνησε με τους πρόκριτους, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαλύσουν την Πελοποννησιακή Γερουσία και να υπακούουν σ’ αυτόν. Έτσι, πικραμένος αποφάσισε να πάει στην Καλαμάτα, για να οργανώσει τον πόλεμο εκεί. Καθ’ οδόν όμως μεταπείστηκε, κυρίως από ένα γράμμα που έλαβε από τους καπεταναίους των Τρικόρφων, οι οποίοι πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, κι αποφάσισε να επιστρέψει στα Τρίκορφα.

Ο λαός και ο στρατός, βλέποντας τη διαμάχη και με φόβο μήπως φύγει ο πρίγκιπας Υψηλάντης και τους εγκαταλείψει, δύο φορές απείλησαν τους πρόκριτους, μια στα Βέρβαινα και άλλη μια, λίγο μετά, στη Ζαράκοβα και ήταν πολύ πιθανό να τους σκότωναν, αν δεν επενέβαινε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Ο Υψηλάντης, ο οποίος ήταν θερμός πατριώτης, ανιδιοτελής, έντιμος αγωνιστής και γενναίος, προκειμένου να ησυχάσουν τα πνεύματα και να προχωρήσει η υπόθεση του Αγώνα, υποχώρησε στις αξιώσεις των προκρίτων, οι οποίοι δεν εννοούσαν να αφήσουν τα παλιά τους προνόμια και να παραδώσουν την εξουσία. Είναι αλήθεια ότι ο αγνός Υψηλάντης δεν είχε πολιτικές ικανότητες για μια τέτοια υπόθεση. Ήταν αδύνατος χαρακτήρας και ευκολόπιστος. Οι πρόκριτοι είχαν πολιτική πείρα από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μπορούσαν εύκολα να τον ξεγελούν και να τον παραγκωνίζουν.

Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι η πολιτική ατολμία του Υψηλάντη και η ανεπάρκειά του στάθηκαν οι αιτίες της ακυβερνησίας για πολύ καιρό. Αν είχε την πολιτική τόλμη στο βαθμό που είχε την ανδρεία στα πεδία των μαχών, όπου πολλές φορές ανδραγάθησε, θα είχε προσφέρει πολυτιμότερες υπηρεσίες στον αγώνα, αφού όλοι τον ήθελαν – νησιά, Ρούμελη, Μοριάς, στρατός και λαός– πλην των προκρίτων της Πελοποννήσου.

Έτσι, ενώ στα Τρίκορφα αναγνωρίστηκε αρχιστράτηγος, την αρχηγία στην πραγματικότητα είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης, τον οποίο εμπιστευόταν και συμβουλευόταν πάντοτε. Είναι χαρακτηριστικό ότι δε συμμετείχε στις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, που έγιναν στην Επίδαυρο (Δεκ. 1821-Ιανουαρ. 1822)· βρισκόταν με τον Κολοκοτρώνη στην πολιορκία του Ακροκορίνθου.

Οι πολιτικοί στην Επίδαυρο ψήφισαν το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας και εκλέξανε ως πρόεδρο του Εκτελεστικού (ως πρωθυπουργό δηλαδή) τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο, ενώ τον Υψηλάντη ως Πρόεδρο του Βουλευτικού, για να δείξουν ότι τάχα τον λογάριαζαν και να μη φανεί η εμπάθειά τους. Έλπιζαν όμως ότι έτσι θα περιόριζαν την πολεμική του δράση, η οποία θα τον έκανε ισχυρό με τις επιτυχίες του. Στο Βουλευτικό σώμα, όπου ήταν πρόεδρος, γνώρισε τις μηχανορραφίες των πολιτικάντηδων και το πολιτικό παρασκήνιο και αηδιασμένος παραιτήθηκε και αφοσιώθηκε στον πόλεμο, τρέχοντας πότε από δω και πότε από εκεί με άλλους καπεταναίους. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και του Άργους, στην εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, στη μάχη των Δερβενακίων, στη μάχη στους Μύλους της Λέρνας και στην μάχη στη Πέτρα.

Κατά τον εμφύλιο αποσύρθηκε στην Τρίπολη κι ύστερα στο Ναύπλιο, μη θέλοντας να έχει καμία ανάμειξη, ενώ αμέσως μετά πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

Ο Καποδίστριας αργότερα διόρισε τον Υψηλάντη στρατάρχη της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και εκεί, στην Πέτρα Βοιωτίας, έδωσε την τελευταία μάχη του Μεγάλου Αγώνα, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο αδερφός του στις παραδουνάβιες περιοχές πριν οκτώμισι χρόνια.

Οι Υψηλάντηδες προσέφεραν ό,τι είχαν και δεν είχαν για τον ιερό αγώνα. Ήταν αγνοί, τίμιοι, ανιδιοτελείς, γενναίοι. Δεν έμοιαζαν με τους Φαναριώτες, που ήρθαν στην Ελλάδα για τα αξιώματα και τη δόξα (Μαυροκορδάτοι, Νέγρηδες, Καρατζάδες). Η ίδια η μάνα τους Ελισάβετ τους έδωσε όχι μόνο την τεράστια περιουσία της αλλά και τα χρυσαφικά της για τον αγώνα.

Ο Δημ. Υψηλάντης δεν είχε καθόλου εντυπωσιακό παράστημα. Ήταν μάλλον κοντός και φαλακρός και φαινόταν πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία. Κουραζόταν εύκολα και κοιμόταν πολύ. Έπασχε από μυοτονική δυστροφία, μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων, η οποία εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών. Από την ασθένεια αυτή πέθανε το 1832 στ’ Ανάπλι σε ηλικία μόλις 39 ετών, ενώ φαινόταν πολύ μεγαλύτερος. H πόλη του Ypsilanti στο Michigan των ΗΠΑ είναι αφιερωμένη στο όνομά του (υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο).

Στο Ναύπλιο είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, την όμορφη Μαντώ Μαυρογένους. Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη, εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο με διαταγή του Ι. Κωλέτη, επειδή συνδεόταν με το στρατηγό, και μετέβη στη Μύκονο, την ιδιαίτερή της πατρίδα, όπου και πέθανε το 1848 πολύ φτωχή.

 

Η οικογένεια Υψηλάντη στο Κίεβο

 

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Τον Αύγουστο του 1807 ήρθε στο Κίεβο ο πρωτεργάτης του ελληνικού απελευθερωτικού κινήματος κατά του Οθωμανικού ζυγού φαναριώτης πρίγκιπας Κωνσταντίνος Υψηλάντης (1760-1816). Αυτός υπηρετούσε στην Υψηλή Πύλη, κατείχε πόστο του Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης (1796-1799), του ηγεμόνα της Μολδαβίας (1799-1802) και της Βλαχίας (1802-1806). Για την παροχή από πλευράς του πολιτικών υπηρεσιών στη Ρωσία στον αγώνα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη βοήθεια στους Σέρβους η τουρκική κυβέρνηση κατηγόρησε τον Κ. Υψηλάντη για προδοσία και του στέρησε το αξίωμα.

 

Πορτραίτο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, έργο του Alexander Molinari (1772-1831) υπογεγραμμένο και χρονολογημένο στο μέσο δεξιά: Molinari de[l;] / 1815.Yδατογραφία, κάρβουνο και αραιωμένο μελάνι σε χαρτί, 31,5 x 25,5 cm.

 

Ο Κ. Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε για την απόφαση της Πύλης να τον συλλάβει, εγκατάλειψε τη Βλαχία και ήρθε στο Κίεβο με όλη την οικογένειά του και τη συνοδεία 30 ατόμων. Στο Κίεβο ο Κ. Υψηλάντης αγόρασε από τον Φ. Βίγκελ, πρώην διοικητή του φρουρίου της Αγ. Λαύρας των Σπηλαίων, την οικία κοντά στη Λαύρα, το οποίο έκτοτε είναι γνωστό στις ιστορικές πηγές ως «Κτήμα Υψηλάντη». Το κτίριο αυτό είναι μνημείο αρχιτεκτονικής, κτίσθηκε το 1799 σε κλασικό ρυθμό για τον Φ. Βίγκελ.

Στο σπίτι αυτό πέρασαν τα νεανικά τους χρόνια οι γιοι του Κωνσταντίνου Υψηλάντη – Αλέξανδρος, Δημήτρης, Γεώργιος, Νικόλαος και Γρηγόρης. Ο Νικόλαος, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος το 1819 έγιναν μέλη της «Φιλικής Εταιρείας», ο Αλέξανδρος έγινε ο επικεφαλής της από το 1820.  Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης πέθανε στο Κίεβο στις 27 Ιουνίου (10 Ιουλίου) 1816 και ενταφιάσθηκε στην εκκλησία Αγ. Γεωργίου κοντά στο ναό της Αγ. Σοφίας, ενώ το μνημόσυνο έλαβε χώρα στην ίδια την Αγ. Σοφία. Το μνημείο του, που φιλοτέχνησε ο γνωστός γλύπτης Στεπάν Πίμενοβ, εγκαταστάθηκε στον τάφο του Κ. Υψηλάντη το 1818. Η τύχη του μνημείου ήταν και αυτή τραγική. Το 1934 η εκκλησία κατεστράφη, το μνημείο του Κ. Υψηλάντη ως μοναδικό έργο τέχνης μεταφέρθηκε πρώτα στον χώρο της Αγ. Σοφίας και μετά στο ναό της Κοιμήσεως στην Αγία Λαύρα. Στις 3 Νοεμβρίου 1941 κατά την έκρηξη του ναού καταστράφηκε και το μνημείο.

Στα 1952-54 βρέθηκαν ξεχωριστά κομμάτια του, αλλά μόνο το 1995 ξεκίνησε η αναστήλωσή του (με την πρωτοβουλία της ουκρανής επιστήμονα ελληνικής καταγωγής Σβετλάνα Μαζαράτη και τη χρηματοδότηση του έργου από τον ελληνικό φορέα – την «Πανελλήνια Ένωση Ποντίων Αξιωματικών «Αλέξανδρος Υψηλάντης» (τότε επικεφαλής της Ένωσης ήταν ο Νίκος Νικολαϊδης, ενώ από το 1997 ο Γιώργος Τσαλουχίδης), που ανακοίνωσε στην Ελλάδα ειδικό έρανο για το σκοπό αυτό. Τον Ιούνιο 1997 το κενοτάφιο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη τοποθετήθηκε στην εσωτερική αυλή της Αγ. Λαύρας του Κιέβου. Στην τελετή των εγκαινίων του παρέστησε μεγάλη αποστολή από την Ελλάδα. Την Οικία Υψηλάντη αγόρασε η Λαύρα το 1833 και το μετέτρεψε σε μετόχι της Μονής. Από το 1860 έως το 1870 στο σπίτι στεγαζόταν το εργαστήριο αγιογραφίας της Λαύρας. Η πάροδος από την πίσω πλευρά του σπιτιού από το 1869 έφερε την ονομασία Υψηλάντιεβσκιϊ (δηλαδή, του Υψηλάντη).

Στα σοβιετικά χρόνια η πάροδος πήρε την ονομασία Άιστοβσκιϊ (από το Άιστοβ – επίθετο ενός εργάτη που σκοτώθηκε στη μάχη κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917). Η σημερινή διεύθυνση του σπιτιού είναι: οδός Ιβάνα Μαζέπυ, 6.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Πρεσβεία της Ελλάδος στην Ουκρανία.
  • Σχινάς Μιχαήλ Γ., «Λόγος επιτάφιος εις Δημήτριον Υψηλάντην, / εκφωνηθείς παρά Μιχαήλ Σχινά εν τη του Ναυπλίου εκκλησία του Αγίου Γεωργίου την 6 Αυγούστου 1832». Έκδοση,1832.
  • Παμπούκης, Χ., «Λόγος επιτάφιος εις το μνημόσυνον του αειμνήστου Δημητρίου του Υψηλάντου, / εκφωνηθείς εν Ναυπλίω την 13 Μαΐου 1843, Υπό Χ. Παμπούκη». Έκδοση, 1843. 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »