Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μητρὀπολη Αργολίδας’

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους


 

Ο Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, είναι το παλαιότερο βυζαντινό μνημείο της πόλης του Άργους, χαρακτηριστικό δείγμα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, με ιδιαίτερη αρχαιολογική, καλλιτεχνική και ιστορική αξία. Σύμφωνα με την κήρυξη του Υπουργείου Πολιτισμού, χρονολογείται στις αρχές του 12ου αιώνα, δηλαδή είναι της όψιμης μεσοβυζαντινής περιόδου.

Ο ναός είναι τρίκλιτος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο. Τα τρία κλίτη χωρίζονται από τέσσερις πεσσούς και τέσσερις κίονες και σ’ αυτούς στηρίζεται ο τρούλος, ο οποίος ευρίσκεται στο κέντρο της σταυροειδούς στέγης και «εγγράφεται» έτσι μέσα σ’ αυτό το αρχιτεκτονικό σχήμα. Στα δυτικά προστίθεται νάρθηκας, ενώ η ανατολική πλευρά απολήγει σε τρεις τρίπλευρες αψίδες. Ο ρυθμός αυτός ήταν πολύ διαδεδομένος την εποχή εκείνη και πολλές εκκλησίες κτίζονταν έτσι. Παράλληλα, στο τύμπανο του τρούλου, ο οποίος συμβολίζει τον ουρανό, εικονίζεται ο αυστηρός Παντοκράτορας, ενώ μπροστά στην αψίδα του ιερού η δεομένη Παναγία.

 

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους. Φωτογραφία από το διαδικτυακό τόπο του Βυζαντινού Μουσείου Αργολίδας.

 

Η εκκλησία έχει κτιστεί κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα, με τη διαφορά ότι οι πέτρες δεν είναι ισομεγέθεις, επειδή πολλές από αυτές προέρχονταν από αρχαία μνημεία και τις τοποθετούσαν ατόφιες, ενώ ανάμεσά τους μπαίνει το ψημένο λεπτό τούβλο. Στα κατώτερα σημεία των τοίχων είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Το μνημείο έχει υποστεί διάφορες επεμβάσεις, όπως η προσθήκη προστώου στη δυτική πλευρά, το οποίο είναι σχεδόν σύγχρονο. Από επιγραφή που σώζεται στην αριστερή άκρη του νάρθηκα πληροφορούμαστε ότι ο ναός ανακαινίστηκε το 1699.

Στο ναό φυλάσσονταν τα Άγια λείψανα του Αγίου Πέτρου μέχρι το 1421. Έχει συνδεθεί ιστορικά με διάφορα περιστατικά της επανάστασης. Σ’ αυτόν ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης το 1829, οι εργασίες της οποίας έγιναν κατόπιν στο αρχαίο θέατρο.

Σ’ αυτόν επίσης ορκίστηκαν και οι πληρεξούσιοι της Ε΄Εθνοσυνέλευσης το 1831 μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι εργασίες της οποίας έγιναν τελικά στο Ναύπλιο. Ο ναός συγκαταλέγεται στα παραδοσιακά διατηρητέα μνημεία του Άργους.

 

Πηγές


Read Full Post »

Ιερός Ναός Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας Άργους


 

Ο Ναός της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας, ευρίσκεται στη ΒΑ πλευρά της Λάρισας επάνω στον βράχο, όπου την αρχαία εποχή υπήρχε ιερό της Ακραίας Ήρας*. Η Παναγία αρχικά λειτουργούσε ως μοναστήρι και η ιστορία της ξεκινάει από το 1715 περίπου**, οπότε και καταγράφεται η ύπαρξή της στο χρονικό του Ελληνορουμάνου χρονογράφου Κωνσταντίνου Διοικητή, ο οποίος ακολούθησε, απεσταλμένος της Βλάχικης αυλής του Ναζίν Νταμάς Αλή πασά, την εκστρατεία του  εναντίον των Ενετών στην Πελοπόννησο.

Η Μονή από πολύ νωρίς έγινε πλούσια και άκμασε τόσο, ώστε αναφέρεται σε εφημερίδες της Κυβέρνησης του 1835 ως χωρίον του Δήμου Αργείων***. Προεπαναστατικά μνημονεύεται ως ηγούμενος της Μονής ο Βενέδικτος (1803) και κατόπιν ο Παρθένιος μέχρι το 1845. Ο αξιολογότερος και τελευταίος ήταν ο παπα – Ανανίας Δαγρές από το Κουρτάκι, ο οποίος άνοιξε τον δρόμο που οδηγεί από τις Πορτίτσες στη Μονή και μεγάλωσε το κτιριακό συγκρότημα. Αναγκάστηκε όμως από τον Στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, με τον οποίο προφανώς δεν είχε καλές σχέσεις, να εγκαταλείψει το Άργος το 1855 και να μεταβεί σε μοναστήρι της Κοιλάδας. Κατόπιν τούτου, το 1856 η Μονή έγινε ενοριακός ναός και παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη. Το 1906, το Μεγάλο Σάββατο προς Κυριακή του Πάσχα, 4 Απριλίου, καταστράφηκε από πυρκαγιά, που προήλθε πιθανότατα από πυροτέχνημα.

 

Ιερός Ναός Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας Άργους

 

Η Μονή συνδέθηκε με διάφορα γεγονότα της προεπαναστατικής και επαναστατικής περιόδου. Λειτούργησε το πρώτο σχολείο του Άργους (1798) με πρωτοβουλία των Περουκαίων****. Εκεί δίδαξε ο περίφημος Αγάπιος Λεονάδρος, ιδρυτής της σχολής της Δημητσάνας, έχοντας ανάμεσα σε άλλους μαθητή του τον Παλαιών Πατρών Γερμανό (που χειροτονήθηκε διάκονος στη Μονή από το θείο του, επίσκοπο Άργους, Ιάκωβο, αλλά και ο αδερφός του Ησαίας, καθώς και ο Η. Καλαράς από το Αγιονόρι της Νεμέας, που ήταν σχολάρχης την περίοδο 1805-1821, ο ιερομόναχος Νικηφόρος Παμπούκης από τα Καλάβρυτα και οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ. Ως σχολείο λειτούργησε και μετά το 1821. Μετά την ήττα των Ελλήνων στον Ξεριά (25-4-1821) ο άμαχος πληθυσμός αλλά και αρκετοί μάχιμοι, όπως ο Παπαρσένης Κρέστας από το Κρανίδι, κατέφυγαν στη Μονή, για να αποφύγουν την οργή του Κεχαγιάμπεη. Επίσης, ιδρύθηκε εκεί το 1822 το πρώτο ελληνικό νομισματοκοπείο, το οποίο όμως δεν πρόλαβε να λειτουργήσει.*****

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία του Γάλλου Αρχαιολόγου Antoine Bon (;) περίπου στα 1930.

Ως το 1833 η Κατακεκρυμμένη λειτουργούσε ως μοναστήρι, οπότε και με διάταγμα που ρύθμιζε το μοναστηριακό ζήτημα (7-10-1833), αποφασίστηκε η διάλυση των Μονών που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς. Η μοναστηριακή περιουσία περιερχόταν στο κράτος, με την πρόθεση να χρησιμοποιηθεί για την προώθηση του κρατικού εκπαιδευτικού προγράμματος, καθώς και για τη βελτίωση της ζωής του κατώτερου κλήρου.

Σύμφωνα με το παραπάνω διάταγμα, κτήματα της Μονής δημοπρατούνται το 1835. Τα βιβλία της καταγράφονται και τα κοσμικά, καταρχήν, προορίζονται από τον Νομάρχη Φρ. Μαύρο να διατεθούν «επί μετριωτάτη τιμή» στο Δημοτικό Σχολείο Άργους. Αντίθετα προς την εισήγηση, η Κεντρική Διοίκηση αποφάσισε τα βιβλία της Μονής να διατεθούν σε τρεις κατευ­θύνσεις: τα πολυτιμότερα και παλαιότερα από τα εκκλησιαστικά (έντυπα ή χειρόγραφα) να δοθούν στην Εθνική Βιβλιοθήκη, τα υπόλοιπα εκκλησιαστικά στη Βιβλιοθήκη της Ιεράς Συνόδου. Τα κοσμικά βιβλία (φιλολογικά, εκδόσεις κλασικών συγγραφέων, λεξικά) να δοθούν στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, για το οποίο κρίθηκαν καταλληλότερα και του οποίου έπρεπε να πλουτιστεί η σχολική βιβλιοθήκη.

 

Ο Ιερός Ναός Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας Άργους, σε ταχυδρομικό δελτάριο της εποχής. Έκδοση Διβρή στο Άργος.

 

Τα σημαντικότερα από τα σωζόμενα ιερά κειμήλια είναι ένα Ευαγγέλιο έκδοσης Βενετίας (1776) και δύο εικόνες, μία των Εισοδίων της Θεοτόκου (1705) και άλλη μία, της Παναγίας Γλυκοφιλούσας.****** Ο Ναός της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας, είναι αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου.

Τα τελευταία χρόνια η Παναγία λειτουργεί και πάλι ως μοναστήρι  με μοναχούς τους αυτάδελφους ιερομονάχους Ιωσήφ και Μακάριο, που με προσωπική φροντίδα και μεράκι κάνουν τα μέγιστα ώστε το μοναστήρι να είναι καταφύγιο ψυχών, λαϊκής λατρείας, ανοικτό, ζωντανό, δυναμικό με όραμα και έργο.

 

Παναγία Πορτοκαλούσα


Σ’ όλη την Ελλάδα υπάρχουν έθιμα που συνδέονται με την ευτεκνία του νιόπαντρου ζευγαριού. Στην Αργολίδα έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην τεκνοποίηση καλών και σωστών τέκνων από το νεόνυμφο ζευγάρι. Για τον λόγο αυτό, κυρίως στο Άργος και στην Παναγία του Βράχου έριχναν στα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ή και στα νιόπαντρα πορτοκάλια ώστε να έχουν την ευλογία της Παναγίας για γερά και χαρισματικά παιδιά. Από κει πήρε και το όνομά της η Παναγία η Πορτοκαλούσα. Κατά πάσα πιθανότητα το έθιμο αυτό αποτελεί την διατήρηση ενός αρχαίου εθίμου της περιοχής, όπου οι νέοι έριχναν κατά τους «Βαλλαχράδες», αργιάχλαδα μεταξύ τους. Το όνομα βαλλαχράδες είναι σύνθετη λέξη εκ του βάλλω+αχράδας. ******

 

Παναγία Κατακεκρυμμένη


Ο ναός επίσης ονομάζετε Παναγία Κατακεκρυμμένη από την παλιά εικόνα που ήταν κρυμμένη στη σπηλιά του βράχου και η οποία βρέθηκε σύμφωνα με την παράδοση κατά τρόπο θαυματουργικό. Μια ισχυρή λάμψη μέσα στη νύχτα οδήγησε τους χριστιανούς στη σπηλιά ή κάποιος ευσεβής χριστιανός, ύστερα από σχετικό όνειρο, οδήγησε κληρικούς και λαϊκούς στο ίδιο σημείο, όπου βρήκαν την εικόνα και αποφάσισαν στη συνέχεια να κτίσουν εκκλησία.

Η εικόνα ευρίσκεται μετά το νάρθηκα, αριστερά σε ξυλόγλυπτο κουβούκλιο και πρέπει να τη θεωρήσουμε έργο τέχνης ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας. Η όλη «κατασκευή» είναι εντυπωσιακή, διότι πρόκειται για μια «δίφυλλη» δημιουργία. Στο αριστερό φύλλο εικονίζεται η Παναγία Γλυκοφιλούσα, η οποία σαν τρυφερή και στοργική μάνα σκύβει στο παιδί της με αγάπη. Το δεξιό φύλλο φέρει την ίδια επικάλυψη και επάνω ψηλά την επιγραφή «Αγίου Δημητρίου του Νέου» και σε δεύτερο επίπεδο (στο βάθος) δύο ανάγλυφες μορφές. Το ανάγλυφο αυτό είναι «αρνητικό» όπως τα καλούπια δηλαδή των γλυπτών. Οι δύο μορφές δεν διακρίνονται καθαρά, γιατί υπάρχει στο μέσο του φύλλου ένας σταυρός, προφανώς μεταγενέστερη προσθήκη. Πιθανότατα και με βάση την επιγραφή, η μία ανάγλυφη μορφή παριστάνει το Νεομάρτυρα Δημήτριο από το χωριό Λιγουδίτσα Τριφυλλίας, ο οποίος αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους στην Τρίπολη το 1803 και του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 14 Απριλίου. Η άλλη μορφή παριστά πιθανότατα τον Οσιομάρτυρα Παύλο, ο οποίος καταγόταν από το Σοπωτό Καλαβρύτων και μαρτύρησε επίσης στην Τρίπολη το 1818 και του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 22 Μαΐου. Η κάρα του Αγ. Δημητρίου του νέου φυλάσσεται στο μητροπολιτικό ναό Αγίου Βασιλείου Τρίπολης, ενώ τα υπόλοιπα λείψανά του και ορισμένα από τα λείψανα του οσίου Παύλου φυλάσσονται στη Ιερα Μονή Βαρσών Μαντινείας. Ο ναός συγκαταλέγεται στα παραδοσιακά διατηρητέα μνημεία του Άργους.

 

Περιουσιακά στοιχεία


ΓΑΚ ΥΕΔΕ  φάκελος 19 κατάστιχον 031.  Κατάστιχον των μοναστηρίων της Πελοποννήσου 1829 Φεβρουαρίου Α΄ Εκκλησιαστική Επιτροπή, Σελ. 24-25 Μοναστήριον της Κατακεκρυμμένης κείμενον κατά το Άργος.

Ιερά σκεύη

1 Δισκοπότηρον αργυρούν, 1 Ευαγγέλιον αργυρούν, 1 σταυρός αργυρούς με μερτζάνια και ζαμπρούτια, 21 κομμάτια αγίων λειψάνων, 1 φελώνι στόφινον χρυσούν, 1 ζευγάρι επιμάνικα ζερμπάσι, ένα στιχάρι και ένα κολάνι και τα αναγκαία βιβλία της εκκλησίας.

Κτήματα

Χωράφια ονομαστικά εις διάφορα μέρη στρέμματα τριακόσια δέκα έξη  (316 ).

Αμπέλια εις διάφορα μέρη στρέμματα οχτώ ( 8 ).

Ελαιόδεντρα τριακόσια ( 300).

1 εργαστήρι βαγεναρείον με εν βαγένιον.

1 μετόχιον με λινόν, το οποίον έγινε κατάστημα Αλληλοδιδακτικόν.

2 οσπήτια όνια πλησίον εις το Αλώνι του Μοναστηρίου.

 Οι μονάζοντες

 2 Αγιορίται  –  Το Μοναστ. Σώζεται

Το Μοναστήριον τούτο έχει και ικανά βιβλία κατά το χωριστόν κατάστιχον , εις χείρας των Δημογερόντων του Άργους και της Εκκλησιαστικής Επιτροπής.

 

Υποσημειώσεις


* Παυσ. ΙΙ 24,1

* * Η θέση του Ι. Ζεγκίνη για την παλαιότητα της Μονής (9ος ή 10ος αι.) και η αντίστοιχη παραπομπή στην Ιστορία της Βυζαντινής λογοτεχνίας του Κρουμβάχερ ελέγχονται. Στο παραπάνω έργο του Κρουμβάχερ δεν γίνεται καμιά αναφορά «περί αναχωρητριών εκ Μικράς Ασίας και περί της Μάρθας, ηγουμενίσσης της εν Άργει Ιεράς Μονής της Θεοτόκου» (Ι. Ζεγκίνη, σελ. 331).

***  Αρχική σύσταση Δήμου: Άργους (6.644), Μονή Κατακεκρυμμένη, Κεφαλάρι (Μύλοι Ερασίνου) (50), από το βιβλίο του Ελ. Γ. Σκιαδά, Ιστορικό διάγραμμα Δήμων κ.λπ. σ. 265.

*****Στη Μονή δεν λειτούργησε ποτέ «Κρυφό Σχολειό». Εξάλλου, η ιστορική επιστήμη δέχεται ότι ο θεσμός του «Κρυφού Σχολειού» επί τουρκοκρατίας ανήκει στους χώρους της παράδοσης και ως θρύλος δεν έχει ιστορική βάση.

***** Για την Πορτοκαλούσα βλ. και εφ. «Ασπίς» φ. 1/23-10-1932 και μελέτη του Αν. Τσακόπουλου στην ίδια εφημερίδα (φ. 214/22-11-1936 κ.ε.). Επίσης, Σοφία Πανταζή, Παλαίτυπα της Μονής Κατακεκρυμμένης (περ. «Αργειακή Γη», τχ. 2, 2004, σ. 165 κ.ε.).

****** Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ.4ος, σ.94. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996, σελ. 332.

 

Πηγές

  •  Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, « Ελληνικά Μοναστήρια, Πελοπόννησος », Τόμος Ά, Αθήνα 1976.
  •  Ιωάννη Π. Χαβιαρλή, « Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους », Άργος 2004.
  •  Αναστάσιου Π. Τσακόπουλου, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος », Έκδοσις, « Χρονικών του Μοριά», Αθήναι 1953.
  •  Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  •  Γενικά Αρχεία του Κράτους. Υπουργείο Εκκλησιαστικών Δημοσίας  Εκπαιδεύσεως
  • «Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 2, Δεκέμβριος 2004.

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους.

Ο επιτάφιος του Εις τον Αθανάσιον επίσκοπον Μεθώνης και η Ελληνικών Θεραπευτική Παθημάτων του Θεοδώρητου Κύρρου.

 

Avshalom Laniado

Tel Aviv University, Department of History, Gilman Building, Ramat Aviv 69978, Israel. 

Ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος και πολιούχος του Άργους, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 850, και απεβίωσε στο Άργος λίγο πριν από το 930. Κύρια πηγή για τη ζωή του αποτελεί ο λόγος τον οποίον συνέγραψε ο Θεόδωρος μητροπολίτης Νικαίας περίπου μια γενιά μετά από το θάνατό του.

Σύμφωνα με το Θεόδωρο Νικαίας, η οικογένεια του Αγίου Πέτρου ήταν ευσεβής, πλούσια και φιλόπτωχος. Όλα τα μέλη της, οι δύο γονείς, τα τέσσερα αγόρια και η μία κόρη, ακολούθησαν το μοναχικό τρόπο ζωής, με πρωτοπόρο τον πρωτότοκο Παύλο, που έγινε κατόπιν επίσκοπος Κορίνθου.

Ο Θεόδωρος Νικαίας αναφέρεται και στη παιδεία του Αγίου Πέτρου, και λέγει ότι «ἦτο δεινότατος κατὰ τὴν ἐξωχριστιανικὴν παιδείαν» («οὐδὲ γὰρ ὡς τῆς ἔξωθεν παιδείας περιχειλὴς ἐφρόνει τι μέγα καὶ μετέωρον»), και προσθέτει ότι «αὐτὸς ἐκυοφόρησε πολλὰ σοφὰ μαθήματα καὶ αὐτὴν τὴν καλὴν ὠδῖνα τοῦ λόγου ἐγέννησε, καθὼς φανερώνουν καὶ τὰ ὑπ’αὐτοῦ ἐκπονηθέντα συγγράμματα.» («πολλῶν ἐγκύμων ἐγένετο σοφῶν μαθημάτων καὶ ταύτην ἀπέτεκε τὴν καλὴν ὠδῖνα τῶν λόγων, ὡς καὶ αὐτὰ δηλοῖ τὰ τούτῳ ἐκπονηθέντα συγγράμματα.»)

Σήμερα σώζονται επτά λόγοι του Αγίου Πέτρου, των οποίων η μοναδική πλήρης έκδοση, με εισαγωγή, νεο-ελληνική μετάφραση και σχόλια, δημοσιεύτηκε το 1976 στο έργο του Κωνσταντίνου  Κυριακόπουλου με τον τίτλο Ἁγίου Πέτρου ἐπισκόπου Ἄργους Βίος καὶ λόγοι. Αυτοί οι λόγοι βεβαιώνουν την μαρτυρία του Θεοδώρου Νικαίας για την παιδεία του Αγίου Πέτρου, και δείχνουν ότι ήξερε καλά τους κλασσικούς συγγραφείς της αρχαιότητας, τους πατέρες της Εκκλησίας, και τους κανόνες της ρητορικής.

Δύο από τους επτά λόγους αφορούν την Θεοτόκο και δύο την μητέρα της, την Αγία Άννα, ενώ δύο άλλοι είναι εγκώμια μαρτύρων (για τους Αγίους Αναργύρους και την Αγία Βαρβάρα). Ένας μόνο λόγος ασχολείται με ένα πρόσωπο του πρόσφατου παρελθόντος. Είναι ο επιτάφιος Εἰς τὸν μακάριον Ἀθανάσιον ἐπίσκοπον Μεθώνης, κύρια πηγή για τη ζωή ενός Σικελικής καταγωγής ασκητή, ηγούμενου και ιερέα του ενάτου αιώνα. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, ο Άγιος Πέτρος δεν γνώριζε προσωπικά τον Αθανάσιο. Εκφώνησε τον επιτάφιο στη Μεθώνη, κοντά στο τάφο του Αθανασίου, αλλά μερικά χρόνια μετά από το θάνατό του.

Ο Αθανάσιος γεννήθηκε στη Κατάνη. Ήταν ακόμα παιδί όταν έφυγε με τους γονείς του από τη πατρίδα του, λόγω μιας αραβικής εισβολής, πιθανόν αυτής του 828. Εγκαταστάθηκε στην Πάτρα, και έγινε με το καιρό επίσκοπος Μεθώνης. Το 879, έλαβε μέρος στη σύνοδο της Αγίας Σοφίας.

Σύμφωνα με τους κανόνες της ρητορικής, οι εγκωμιαστικοί λόγοι περιέχουν συγκρίσεις, των οποίων ο σκοπός είναι να αποδεικνύουν την υπεροχή των επαινουμένων. Στον επιτάφιο εις Αθανάσιον Μεθώνης υπάρχουν δύο συγκρίσεις. Στη δεύτερη, με την οποία δεν θα ασχοληθούμε εδώ, ο Άγιος Πέτρος ισχυρίζεται ότι τα λόγια του ετοιμοθάνατου Αθανασίου είναι προτιμότερα από τα τελευταῖα φιλοσοφήματα του Σωκράτη. Στην πρώτη σύγκριση, ο επίσκοπος Μεθώνης συγκρίνεται με μία σειρά από προσωπικότητες της αρχαιότητας:

 

«Μὲ τοιαύτην διδασκαλίαν καὶ πρᾶξιν ὅλους γενικῶς τοὺς κατέστησεν ἀξίους νὰ διδαχθοῦν τὸν θεόν, ἐδίδαξε συμφώνως πρὸς τὴν θείαν προφητείαν, νὰ δύνανται νὰ διακρίνουν τὸ καλὸν ἀπὸ τὸ χειρότερον, ὄχι ὅπως ὁ Ζάμολξις καὶ ὁ Ἀνάχαρσις, τοὺς ὁποίους ἐθαύμασαν, ἂν καὶ βαρβάρους, διὰ τὴν σοφίαν των οἱ Ἕλληνες, οὔτε βεβαίως νομοθετήσας κατὰ τοὺς Κρῆτας ὁ Λυκοῦργος εἰς τοὺς Σπαρτιάτας καὶ ὁ Μνησίων εἰς τοὺς Ἀργείους, ὄχι ὅπως ὁ Νέστωρ εἰς τοὺς Πυλίους, τοῦ  ὁποίου τοὺς λόγους γλυκυτέρους τοῦ μέλιτος ἀπεκάλεσεν ὁ Ὅμηρος, ὄχι οἱ νομοθέται τῶν Ἀθηναίων Σόλων καὶ Κλεισθένης, οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον ἔπεισαν νὰ δεχθοῦν τοὺς νόμους των τοὺς γείτονας Ἕλληνας καὶ νὰ πολιτεύωνται συμφώνως πρὸς αὐτοὺς, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους τοὺς ἐδημοσίευσαν (), νὰ τοὺς κρατήσουν μέχρι τέλους.»

«Οὕτω διδάσκων καὶ πράττων, διδακτοὺς ἅπαντας Θεοῦ, κατὰ τὸν θεῖον χρησμόν, ἀπετέλεσε καὶ διακριτικοὺς καλοῦ καὶ τοῦ χείρονος ἱστόρησε, οὐ καθάπερ Ζάμολξις καὶ Ἀνάχαρσις οὓς ἐπὶ σοφίᾳ καίτοι βαρβάρους ὄντας ἐθαύμασαν Ἕλληνες· οὐ  μὴν ὡς Κρῆτες νόμους ἐνθεὶς () ὁ Λυκοῦργος τοῖς Σπαρτιάταις καὶ +Μνησίων+ Ὰργείοις· οὐ Νέστωρ Πυλίοις, οὗ τοὺς λόγους μέλιτος γλυκυτέρους ἐκάλεσεν Ὅμηρος, ού Σόλων καὶ Κλεισθένης Ἀθηναίοις νομοθετήσαντες, οἵτινες οὐ μόνον ἀγχιτέρμονας Ἕλληνας τοὺς αὐτῶν δέξασθαι νόμους καὶ κατ’ἀυτοὺς πολιτεύεσθαι, ἀλλ’οὐδ’ἐκείνους, οἷς τούτους ἐξέθηκαν, μέχρι τέλους ἔπεισαν κατασχεῖν. »

 

Σε αυτό το κείμενο υπάρχουν δύο προβλήματα:

1)      Μαθαίνουμε ότι η επιρροή των αρχαίων νομοθετών ήταν περιορισμένη. Δεν έπεισαν τους «ἀγχιτέρμονας ἕλληνας», δηλαδή τούς γείτονές τούς, να δεχθούν τους νόμους τους, και δεν πέτυχαν να πείσουν τους συμπολίτες τους να σεβαστούν αυτούς τους νόμους συνεχώς. Κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει την λογική της συγκρίσεως, δεδομένου ότι μερικές από τις προσωπικότητες που μνημονεύονται εδώ, ήταν οι πρώτοι νομοθέτες των πόλεών τους. Αντιθέτως, ο Αθανάσιος δεν ήταν ο πρώτος που έφερε τον χριστιανισμό στην Μεθώνη, και δεν ήταν ο πρώτος επίσκοπός της. Επίσης, δεν φαίνεται να είχε καμία επιρροή εκτός της επισκοπής του.

2)      Η αναφορά στο Μνησίωνα παρουσιάζει ένα επιπλέον πρόβλημα, αφού πρόκειται για ένα Αργείο νομοθέτη τελείως άγνωστο από άλλες πηγές. Ο Κυριακόπουλος αναγνωρίζει σε αυτό το σημείο μία δυσκολία στη χειρογραφική παράδοση και βάζει τη λέξη Μνησίωνα μεταξύ δύο σταυρών.

Οι μελετητές του έργου του Αγίου Πέτρου, και κυρίως ο Κυριακόπουλος, έχουν ταυτίσει στους λόγους του αναφορές στα έργα μερικών πατέρων, αλλά μέχρι σήμερα παρέμεινε απαρατήρητο το γεγονός ότι η πηγή της παραγράφου που μας ενδιαφέρει εδώ ειναι η πραγματεία Περὶ Νόμων, που αποτελεί το ένατο βιβλίο της Ἑλληνικῶν Θεραπευτικῆς Παθημάτων του Θεοδώρητου Κύρρου.

Ο Θεοδώρητος, ένας απο τους μεγαλύτερους πατέρες του πέμπτου αιώνα, εκθέτει σε αυτό το σημαντικό έργο μία κριτική της ειδωλολατρείας.  Μεταξύ άλλων, συγκρίνει την απήχηση των νόμων των αρχαίων Ελλήνων με την απήχηση του χριστιανισμού. Το έργο των νομοθετών ίσχυε μόνο για τις πόλεις τους, και μόνο για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Αντιθέτως, οι  απόστολοι, παρόλο που η κοινωνική τους θέση ήταν χαμηλή και δεν διέθεταν τα μέσα να επιβάλουν τους νόμους τους, διέδοσαν το Χριστιανισμό παγκοσμίως. Ενώ ο Άγιος Πέτρος συγκρίνει τους νομοθέτες με τον Αθανάσιο Μεθώνης, ο Θεοδώρητος αποφεύγει να τους συγκρίνει με επισκόπους της προηγουμένης ή της δικής του εποχής. Έτσι βρίσκουμε στο Θεοδώρητο τη λογική που φαίνεται να λείπει στον επιτάφιο εις Αθανάσιον Μεθώνης.

Όσον αφορά τον Μνησίωνα, ο Θεοδώρητος γράφει το εξής: «καὶ ἵνα τοὺς ἄλλους νομοθέτας παρῶ, Ἄπιν τὸν Ἀργείων καὶ Μνησίωνα τὸν Φωκέων, κλπ.»

Τώρα γίνεται σαφές ότι η αναφορά σε έναν Αργείο νομοθέτη ονόματι Μνησίωνα δεν είναι παρά ένα σφάλμα, είτε του Αγίου Πέτρου, είτε, πιθανότερα, της χειρογραφικής παράδοσης. Σύμφωνα με τον Θεοδώρητο, ο Άπις ήταν νομοθέτης των Αργείων, ενώ ο Μνησίων ανήκει στην ιστορία των Φωκέων. Δυστυχώς, δεν ξέρουμε από πού άντλησε ο Θεοδώρητος αυτά τα στοιχεία. Ο Pierre Canivet, ένας από τους μεγαλύτερους μελετητές του έργου του, πιστεύει ότι σ΄εκείνη την εποχή, τα παιδιά μάθαιναν απ’έξω κατάλογους στρατηγών, νομοθετών και βασιλέων, όπως μάθαιναν τις γενεαλογίες των ηρώων. Σε αυτή τη περίπτωση, οι πληροφορίες που μας παρέχει ο Θεοδώρητος για τους νομοθέτες είναι μάλλον ανακριβείς αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, με ελάχιστη ιστορική αξία. Αφ΄ετέρου, ο Paul Lemerle, στο βιβλίο του Ὁ πρῶτος Βυζαντινὸς Οὐμανισμός, γράφει ότι «Ὁ συγγραφέας () δανείζεται τόσα πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀνθολόγια, ποὺ ἄλλωστε τὰ παραθέτει αὐτούσια, ὥστε τὸ ἔργο παρουσιάζεται σὰν παράξενο μωσαΐκό.» Σε αυτή τη περίπτωση, η αξία των πληροφοριών του Θεοδώρητου εξαρτάται από την αξία των χαμένων πια έμμεσων πηγών του.

Το ζήτημα των πηγών αφορά και τον Άγιο Πέτρο. Ο Κυριακόπουλος γράφει το εξής: «Τὸ ἄκρως δυσεπίλυτον ὅμως πρόβλημα εἶναι, ἂν αἱ πηγαὶ του εἶναι ἄμεσοι ἢ ἔμμεσοι. Τὸ δεύτερον φαίνεται πιθανώτερον. Ἄλλωστε αἱ μικραὶ ποικίλης ὕλης ἐπιτομαὶ ἦτο σύνηθες πρᾶγμα εἰς τὸ Βυζάντιον.»

Κατά τη γνώμη μου, όμως, το γεγονός ότι ο Άγιος Πέτρος χρησιμοποιεί εδώ την Ἑλληνικῶν Θεραπευτική Παθημάτων, ένα έργο που είχε ελάχιστους αναγνώστες στην εποχή του, μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε επιτομές αυτού του είδους, και ότι δεν ικανοποιήθηκε με τα γνωστά και συνηθισμένα κείμενα. Πιθανόν διάβασε αυτό το έργο στην Κωνσταντινούπολη, όπου φαίνεται να δέχτηκε τη καλύτερη μόρφωση που πρότεινε τότε η πρωτεύουσα σε νέους ευπόρων οικογενειών. Έτσι επαληθεύεται η μαρτυρία του Θεοδώρου Νικαίας για τη ποιότητα της παιδείας του. Η σύγκριση των δύο κειμένων μας επιτρέπει όμως να συμπεραίνουμε ότι ένας Αργείος νομοθέτης ονόματι Μνησίων δεν υπήρξε ποτέ.

 

Ομιλία του Avshalom Laniado, στην Επιστημονική Ημερίδα « Μνήμη Τασούλας Οικονόμου 1998-2008», Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008, Άργος, Αίθουσα Συλλόγου Αργείων « Ο Δαναός».

Read Full Post »

Η Συνάντησις: Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος

 

Ανατολικά της πόλης του Άργους, σε μια ταπεινή σπηλιά, ασκητεύει ένας ταπεινός και ήρεμος Αθηναίος, ο οποίος στο όνομα της αγάπης του Θεού, εγκαταλείπει το «κλεινόν άστυ» όπου γεννήθηκε το 862 μ.Χ. και με νηστεία και προσευχή λατρεύει τον Κύριο. Πρόκειται για τον Άγιο Θεοδόσιο τον Νέο. Κακόβουλοι και συκοφάντες άνθρωποι κατηγορούν τον ερημίτη στον Άγιο Πέτρο Επίσκοπο Άργους, ότι δήθεν είναι αγύρτης και λαοπλάνος. Ο Άγιος στενοχωριέται και με θλίψη κατανοεί ότι πρέπει να λάβει μέτρα για το καλό της Εκκλησίας. Σκοπεύει να απομακρύνει τον ασκητή Θεοδόσιο από την περιοχή. Τότε δέχεται την επιστολή του Πατριάρχη Νικολάου να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Αποφασίζει να αντιμετωπίσει το θέμα του ασκητή Θεοδόσιου, μετά την επάνοδο του.

Στην Πόλη και ενώ η Σύνοδος βρίσκεται σε εξέλιξη, παρουσιάζεται στον Άγιο, ως όραμα, ο Θεοδόσιος και του αποκαλύπτει την εις βάρος του σκευωρία. Ταυτοχρόνως όμως παρουσιάζεται και στον Πατριάρχη και τον παρακαλεί να αποτρέψει τον Επίσκοπο να τον εκδιώξει από το ασκητήριο του. Γίνεται έτσι φανερό το θέλημα του Θεού. Ο Άγιος Πέτρος γυρίζει στο Άργος και, παίρνοντας τον δρόμο μόνος του, πηγαίνει προς συνάντηση του Άγιου ασκητή Θεοδόσιου.

 

Η Συνάντησις: Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Ο Άγιος Θεοδόσιος, με το Θείο χάρισμα της προορατικότητας, γνωρίζει  την επίσκεψη του Επισκόπου του. Τοποθετεί αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι στο σκούφο του και κατεβαίνει να τον προϋπαντήσει. Εκεί, κάτω από το βλέμμα του Θεού, συναντιούνται οι δύο Άγιοι. Η Εκκλησία αγάλλεται. Ο Άγιος Πέτρος μαθαίνει όλη την αλήθεια για τον Θεοδόσιο, τον χειροτονεί Ιερέα και τον ορίζει συνεργό και βοηθό στο έργο του.

Όταν ο Θεός καλεί κοντά του τον Άγιο Θεοδόσιο, ο Άγιος Πέτρος συγκεντρώνει όλο τον κλήρο της περιοχής και τον κηδεύει ιεροπρεπώς, μπροστά στο Ναό του Τιμίου Προδρόμου, που ο ίδιος ο Άγιος Θεοδόσιος είχε κτίσει.

 

Η Συνάντησις: Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Εικόνα από τον ιστότοπο «Ημερολόγιο Αποδημίας» του π. Αναστασίου Σαλαπάτα.

 

Στο σημείο της εν λόγω Συνάντησης έχει κτισθεί ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, στ’ αριστερά της ανόδου του επισκέπτη και 500 περίπου μέτρα πριν από το προαύλιο της Μονής του Οσίου Θεοδοσίου. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στο μικρό ναό. Στη βάση τους υπάρχει ένα προσκυνητάρι. Δίπλα από το προσκυνητάρι βλέπει κανείς ένα βαθούλωμα στο βράχο, το οποίο λέγεται πως είναι ο τόπος όπου καθόταν ο Όσιος Θεοδόσιος και ανέμενε τον Άγιο Πέτρο.

Η μνήμη του συμβάντος τιμάται μεγαλοπρεπώς κάθε χρόνο, από το 1956, συνήθως την πρώτη Κυριακή ύστερα από τις 3 του Μάη – γιορτή του Αγίου Πέτρου – ή κάποια κοντινή Κυριακή, σύμφωνα με την απόφαση της τοπικής Εκκλησίας.

 

Πηγή


  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος, 2008.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Περί

του Μάρτυρα Λεωνίδη και της Συνοδείας Αυτού.

(Χαρίσσης , Νίκης, Γαληνής, Καλλίδος, Νουνεχίας, Βασιλίσσης, Θεοδώρας).

 

 

Άγιος Λεωνίδης

Άγιος Λεωνίδης

Μεταξύ της πόλης της Νέας Επιδαύρου και του Αγίου Μάρτυρος Λεωνίδη και της συνοδείας Αυτού, αποτελούμενης από επτά γυναίκες, υπάρχει ιερός και άγιος δεσμός. Πότε άρχισε αυτή η αγία σχέση δεν γνωρίζουμε ακριβώς.  Όμως, κάποια στοιχεία που υπάρχουν μαρτυρούν την ιερή αυτή σχέση.

 

 Το 1833 ο τότε εφημέριος της κοινότητας ιερεύς Νικόλαος Νάτσουλης, έκτισε ναό προς τιμήν και δόξα του Αγίου Λεωνίδη.  

   Ο Άγιος Λεωνίδης αποκαλείται, στο απολυτίκιο του «Μέγας πρόμαχος Επιδαύρου».  

   Το 1916 μετά από συνεχή όνειρα, ευσεβείς κάτοικοι της Επιδαύρου, καλούντο να «εύρουν  κρυμμένον θησαυρόν» κάτω από τα θεμέλια των ερειπίων του ιερού ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όταν, επί τέλους έσκαψαν στο σημείο που είχε υποδειχτεί, κατ΄ αρχήν βρήκαν ιερή εικόνα της Παναγίας και κατόπιν σε βάθος 70 εκατοστών, αποκαλύφτηκαν  επτά σκελετοί που όπως αποδείχτηκε ανήκαν σε γυναίκες. Συγχρόνως, παρουσιάστηκε και πέτρινη πλάκα η οποία αφού μετακινήθηκε αποκάλυψε ανδρικό σκελετό ο οποίος μαρτυρούσε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε υποστεί στραγγαλισμό ενώ ευωδία αναδυόταν εκ του τάφου.

  

Το Μαρτύριο του Αγίου και των επτά συνοδών του

 

Ο Άγιος Λεωνίδης και η συνοδεία του αποτελούμενη από επτά γυναίκες, συνελήφθησαν το Μέγα Σάββατον του έτους 250 μ.Χ.  και οδηγήθηκαν στην Κόρινθο, ενώπιον του ηγεμόνα Ανθυπάτου Βενούστου, ο οποίος  τους ζήτησε να αρνηθούν την πίστη τους και να γλυτώσουν την ζωή τους. Ο Άγιος και οι περί Αυτόν γυναίκες ασάλευτοι στην αγάπη τους για τον Θεό και τον Χριστιανισμό, δεν δέχτηκαν να αλλαξοπιστήσουν. Καταδικάστηκαν σε θάνατο. Τον Άγιο Λεωνίδη τον κρέμασαν και τον « ξέσκισαν». Μετά, το άγιο σκήνωμά του μαζί με τις επτά γυναίκες οδηγήθηκε  στην θάλασσα. Καθ΄οδόν οι γυναίκες έψαλλαν και δόξαζαν τον Θεό. «Έν μίλιον έδραμον, Κύριε, στράτευμα με εδίωξε, Κύριε, και ούκ ηρνησάμην σε, Κύριε, σώσον μου το πνεύμα». Με πλοιάριο διάνυσαν περίπου τέσσερα μίλια μακριά από τις ακτές. Εκεί αφού τις έδεσαν με πέτρες, τις έριξαν στο βυθό, μία ημέρα πρίν από το Άγιον Πάσχα. χριστιανοί της Επιδαύρου, που παρακολουθούσαν από απόσταση τις δραματικές στιγμές του Αγίου και των επτά Αγίων γυναικών, περισυνέλλεξαν τα νεκρά σώματα και τα ενταφίασαν.

  

 

Μια διευκρίνιση

 

Μέχρι πρότινος πολλοί πίστευαν ότι ο Άγιος Λεωνίδης ήταν επίσκοπος Αθηνών. Μετά από σοβαρές έρευνες του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Αργολίδας κυρού Χρυσοστόμου Β΄ αποδείχτηκε  ότι ο Άγιος Λεωνίδης της Επιδαύρου δεν υπήρξε ποτέ επίσκοπος. Υπάρχουν δύο Άγιοι με το ίδιο όνομα. Ο  Άγιος Λεωνίδης, επίσκοπος Αθηνών και ο απλός Μάρτυρας Λεωνίδης και οι περί αυτόν επτά γυναίκες, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή της τροιζήνας. Εκεί, στην Ν. Επίδαυρο, φυλάσσονται ευλαβικά τα ιερά λείψανα τους, σύμβολα αγώνα και θυσίας στο όνομα του Θεού και της Χριστιανοσύνης. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη τους στις 16 Απριλίου.

 

 

(Περισσότερες λεπτομέρειες υπάρχουν στο βιβλίο του κυρού Χρυσοστόμου Β΄ που φέρει τον τίτλο: ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΜΑΡΤΥΡΑ  ΛΕΩΝΙΔΗΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΑΥΤΟΥ. Ναύπλιον 1980).

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Νικόδημος Βρέλλος (1898-1954): Αρχιμανδρίτης, αγιογράφος, ελεήμονας και

μεγάλος ευεργέτης του Άργους.

 

 

Γεννήθηκε στον Πειραιά. Ο πατέρας του Μιχαήλ Βρέλλος ήταν Σπετσιώτης και η μητέρα του Ασπασία, το γένος Βούλγαρη, Αργειτοπούλα. Είχε έναν αδελφό, τον Ευάγγελο, μικρότερό του κατά τέσσερα έτη, ο οποίος παντρεύτηκε στο Άργος την Όλγα Μοσχόγιαννη. Ο πατέρας Μιχαήλ Βρέλλος εγκατέλειψε τον ονομαστό ελαιώνα Βρέλλου και ό λη την περιουσία του στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου άνοιξε δύο μανάβικα σε μικρά απόσταση μεταξύ τους στα «Λεμονάδικα». Πέθανε όμως νέος, όταν τα παιδιά του ήταν 7 και 3 ετών αντίστοιχα. Γι’ αυτό και ο Νικόδημος, κατά κόσμον Γεώργιος Βρέλλος, ενώ φοιτούσε στο Α΄ Ελληνικό Σχολείο Πειραιά (αντίστοιχο προς το σημερινό γυμνάσιο) αναγκάστηκε να εργάζεται ταυτόχρονα σε εταιρεία παρασκευής χρωμάτων.

 

Ο Γεώργιος Βρέλλος από μικρός είχε ιδιαίτερη κλίση προς την εκκλησία και επιθυμούσε να γίνει ιερέας ή μοναχός, παρά τις αντιρρήσεις της χήρας μητέρας του. Γι’ αυτό, σε ηλικία 14 χρόνων έφυγε για το Άγιον Όρος χωρίς τη συναίνεση της μητέρας του. Εκεί έλαβε το όνομα Νικόδημος.

 

Νικὀδημος Βρ�λλος

Νικὀδημος Βρέλλος

 

 

Από τον προσωπικό του φάκελο, τον οποίο εντοπίσαμε στα γραφεία της Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος, προκύπτει ότι ο Νικόδημος χειροτονήθηκε διάκονος στις 12 Ιουνίου 1918 από τον Κονίτσης Παΐσιο στο Άγιο Όρος και ότι μόνασε «εις την Ιεράν Σκήτην της Αγίας Άννης». Όμως, η μητέρα του αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στο Άργος με το μικρότερό της γιο Ευάγγελο και παρακαλεί το Νικόδημο να έρθει μαζί της. Εκείνος υπακούει και εγκαταλείπει το Άγιον Όρος. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς, πιθανότατα το 1922 – έτος της μικρασιατικής καταστροφής – γιατί από τον προσωπικό του φάκελο πληροφορούμαστε ότι υπηρέτησε ως ιεροδιάκονος στον Άγιο Πέτρο Άργους από το 1922 έως το 1934. Την ίδια χρονιά (25-3-1934) χειροτονήθηκε πρεσβύτερος «από τον Αργολίδος Ιερόθεον εκ Ν. Σμύρνης» και «την αυτήν ημέραν ετοποθετήθη εις τον Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου ως προσωρινός εφημέριος». Αργότερα (1936 και μετά) ήταν εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη, στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, αλλά και στον Άγιο Νικόλαο, πιθανότατα την περίοδο της κατοχής και μετά, όπως θυμούνται και μαρτυρούν τα ανήψια του και άλλοι Αργείοι. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν και πάλι εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη και λίγους μήνες πριν πεθάνει ιερουργούσε στον Άγιο Βασίλειο μαζί με τον π. Γεώργιο Πηλιαφά. Ο φάκελλός του είναι ελλιπής και δεν σημειώνονται οι αντίστοιχες χρονολογίες για τα παραπάνω, ούτε μνημονεύεται η χειροτονία του ως αρχιμανδρίτη. Όμως, η περιβολή του, τα αναγραφόμενα στον τάφο του και οι μαρτυρίες των συμπολιτών του βεβαιώνουν το βαθμό της ιεροσύνης.

 

Όσο μόναζε στο Άγιον Όρος, είχε την ευκαιρία ν’ αξιοποιήσει το ταλέντο του και να γίνει εξαίρετος αγιογράφος. Αρκετές εικόνες του κοσμούν εκκλησίες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής ή ευρίσκονται σε σπίτια ιδιωτών. Πολλές από αυτές είναι ανυπόγραφες. Στην Παναγία την Κατακεκρυμμένη υπάρχει ανυπόγραφη εικόνα του Βρέλλου, στην οποία παριστάνεται ο Άγιος Πατρίκιος, Επίσκοπος Προύσης.

 

Όταν υπογράφει, η υπογραφή του ποικίλει: «Γεώργιος Βρέλλος ιεροδιάκονος», «Γερόντιος Νικόδημος Βρέλλος», «ΓΒ». Στον Ι. Ν. της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου εντοπίσαμε τρεις εικόνες ιδιαίτερα μεγάλου μεγέθους, τις οποίες πλαισιώνει πλατιά κορνίζα: του Μιχαήλ και Γαβριήλ (1928), του Αγίου Σώζοντος (1924) και του Αγίου Φανουρίου (1929).

Με βάση τα χρώματα, τα περιγράμματα και την έκφραση των εικονιζομένων, παρατηρούμε ότι ο Νικ. Βρέλλος προσπαθεί να ξεφύγει από τον αυστηρό ρυθμό της βυζαντινής αγιογραφίας, η οποία επιδιώκει την πνευματικότητα των μορφών με την εξαΰλωση τους. Ο Βρέλλος αναζητά πιο ανθρώπινες υπάρξεις, επιδιώκοντας την τρίτη διάσταση του βάθους και αφαιρώντας από τα πρόσωπα τη θεϊκή αυστηρότητα.

 

   

Το όνομα του Νικόδημου Βρέλλου έμεινε στη συνείδηση των Αργείων για τις μεγάλες φιλανθρωπίες του. Γνώριζε τις οικογένειες και ήξερε τις οικονομικές δυνατότητες καθεμιάς. Αγόραζε ρούχα και παπούτσια για τα γυμνά και ξυπόλητα παιδιά. Ζητούσε από τους παντοπώλες και του έδιναν ο ένας μια οκά ζάχαρη, ο άλλος μια οκά αλεύρι, ο άλλος λίγα μακαρόνια, γέμιζε τσάντες και τις έστελνε με τον νεωκόρο όπου υπήρχε μεγάλη ανάγκη. Άλλοτε έστελνε την κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό με τον ανηψιό του Πέτρο, που ήταν τότε μικρό παιδί (μαρτυρία του ίδιου).

Δεν κρατούσε για το σπίτι του ούτε ένα πρόσφορο. Τα ψυχοσάββατα φόρτωνε μια σούστα με πρόσφορα, τα οποία μοίραζε σε φτωχές οικογένειες.

 

Ο παπα-Νικόδημος έζησε και έδρασε σε εποχές δύσκολες. Το βιοτικό επίπεδο του λαού ήταν πολύ χαμηλό. Ιδιαίτερα την περίοδο της κατοχής αλλά και αργότερα, στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου, λίγο ψωμί ή μια γαλοπούλα τα Χριστούγεννα ή μια κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό ήταν μια ανάσα για οικογένειες που λιμοκτονούσαν. Όταν έφυγε από τούτη τη ζωή, βρέθηκαν επάνω του λίγες δραχμές, που σημαίνει πως δεν είχε πάψει να αναλώνει το μισθό του στις φιλανθρωπίες και να νοιάζεται για το ποίμνιό του, παρόλο που η ασθένειά του τον κατέτρυχε. «Κράτα κάτι και για σένα», τον παρότρυναν οι δικοί του. «Ο Θεός έχει για μένα», απαντούσε.

 

Ο παπα-Νικόδημος είχε κατορθώσει να έχει άριστες σχέσεις με όλα τα κοινωνικά στρώματα και τις πολιτικές παρατάξεις. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι κατέφευγαν αντάρτες στο σπίτι του και κατόρθωνε μετά να τους κατευοδώνει μέχρι τον Ξεριά, ώστε να διαφύγουν προς τα βουνά, χωρίς να πέσουν σε γερμανική περίπολο. Εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα στο ακέραιο και ευσυνείδητα. Είχε κηδέψει σκοτωμένους Γερμανούς, ταγματασφαλίτες, χωροφύλακες και αντάρτες που αλληλοσκοτώνονταν στον εμφύλιο. Τους νεκρούς τους θεωρούσε ιερούς και δεν έκανε καμία απολύτως διάκριση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957 ήλθε στο Άργος πρεσβεία εκ μέρους της Δυτ. Γερμανίας, για να τον τιμήσει με παράσημο, επειδή κήδευε τους νεκρούς γερμανούς στρατιώτες με όλες τις τιμές των νεκρών (μαρτυρία Μιχ. Βρέλλου). Ο παπάς τότε δεν ζούσε. Αλλά πέραν τούτου, είχε κατορθώσει να έχει καλές σχέσεις με τους κατακτητές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ήταν γερμανόφιλος· απεναντίας, μπορούσε να παρεμβαίνει όταν χρειαζόταν, και είχε γλιτώσει πολλούς από βέβαιο θάνατο.

 

Ο παπα-Νικόδημος ήταν ακέραιος χαρακτήρας και τον κοσμούσαν όλες οι χριστιανικές αρετές, γιατί έκανε πράξη τον λόγο του Ευαγγελίου. Όλοι τον εκτιμούσαν, τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν, γιατί ήξεραν ότι δεν θα τους προδώσει ποτέ. Ταυτόχρονα ήταν και πανέξυπνος, γι’ αυτό και μπορούσε να κρατάει ισορροπίες· και αξιοποιώντας το σχήμα του, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό εκ μέρους των κατακτητών, μπορούσε να βοηθάει τους διωκόμενους ή όσους είχαν ανάγκη. Όταν π.χ. συνόδευε κάποιον αντάρτη της εθνικής αντίστασης, κρατούσε το Άγιο Δισκοπότηρο, για να δείξει τάχα ότι θα κοινωνούσε κάποιον ετοιμοθάνατο. Η γερμανική περίπολος – αν τύχαιν ε– σταματούσε και χαιρετούσε!…

Πέθανε στο σπίτι όπου διέμενε (Υψηλάντη 30, κοντά στον Αϊ-Γιάν-νη) στις 9 Οκτωβρίου 1954 σε ηλικία 56 ετών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, που τον κατευόδωσαν μέχρι την τελευταία του κατοικία στο κοιμητήρι της Παναγιάς, τιμώντας τον καλό χριστιανό και άξιο ποιμενάρχη.

 

Πηγή

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης. << ΑΡΓΟΣ τό πολυδίψιον>>. Ἐκδόσεις ἐκ Προοιμίου. Ἄργος 2007.

 

Read Full Post »

Ευάγγελος Στασινόπουλος

Πρωτοπρεσβύτερος – Θεολόγος (1921-2006).

 

 

Ο Ευάγγελος Στασινόπουλος γεννήθηκε στο Άργος τον Ιούνιο του 1921. Γονείς του, ὁ Παναγιώτης Στασινόπουλος, παραγωγός και επαγγελματίας τροφίμων και η Βασιλική Παΐβανὰ από την Δαλαμανάρα. Το 1923 μένει ορφανός από Μητέρα και το 1931 και από Πατέρα σε ηλικία μόλις 10 ετών. Τελειώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στο Άργος με άριστα και το 1939 δίνει εξετάσεις και εισάγεται στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών επίσης με άριστα.

 

Το 1946 στρατεύεται και υπηρετεί την θητεία του ως Λοχίας εκπαιδευτής Υγειονομικού.

Το 1947 – στρατιώτης ακόμη – λαμβάνει το πτυχίο του με άριστα. Το 1950 επιστρέφει στο Άργος και υπηρετεί στην Μητρόπολη Αργολίδος ως λαϊκός Ιεροκήρυξ. Μετά ένα έτος νυμφεύεται την δασκάλα Φωτεινή Φίλη και αποκτά μαζί της 2 αγόρια και 2 κορίτσια.

 

Στις 17 Ιουλίου 1952 ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Ταβλαδωράκης, εκτιμών τα πνευματικὰ χαρίσματά του, το αδαμάντινόν του χαρακτήρος του, καθώς και τον ζήλον του για την δόξα της Εκκλησίας, τον χειροτονεί Διάκονο στον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου και μετά τρεις ημέρες πρεσβύτερο στην Κοίμηση της Θεοτόκου όπου τον τοποθετεί εφημέριο.

 

Το 1957 μετατίθεται στον Καθεδρικό Ιερὸ Ναὸ του Αγίου Πέτρου ως Προϊστάμενος και  Αρχιερατικός Επίτροπος Άργους. Άριστος Λειτουργός αποτελεί υπόδειγμα για τούς νεώτερους Κληρικοὺς και αρκετοί, με την προτροπή του Μητροπολίτη, μαθητεύουν κοντά του. Δραστήριος και οργανωτικός ανακατασκευάζει μεγάλο μέρος του Ναού και τον ανακαινίζει εσωτερικά και εξωτερικά.

 

Από το 1942 ακόμη, μαζί με άλλους δεκαπέντε Άργείους,  ιδρύει την Χριστιανική Ένωση Ανδρών Άργους και το 1954 με πολλές προσπάθειες κτίζει το κτίριο επὶ τής οδού Κοφινιώτου.

 

Ως Ιερέας οργανώνει ομάδα εξωτερικής ιεραποστολής και ενισχύει τις προσπάθειες της Εκκλησίας στην Κορέα, στην Αφρική και στην Ινδία.

 

Μία πολυσχιδής προσωπικότητα όπως ὁ Ευάγγελος Στασινόπουλος δεν θα μπορούσε να περιορισθεί μόνο στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα. Το 1961 διορίζεται Αντιπρόεδρος του ΠΙΚΠΑ μέχρι το 1965 και το 1973 υπηρετεί ως Αντιπρόεδρος τους σκοποὺς του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.  Από το 1968 έως το 1979 διδάσκει ως Καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Το 1975 αναλαμβάνει το έργο της φιλανθρωπίας και οργανώνει το φιλόπτωχο ταμείο του Αγίου Πέτρου.

 

Ο Σύλλογος Αργείων ο « Δαναός » αναγνωρίζων την επὶ 20 χρόνια προσφορά του ως Προέδρου, την διαρκή και  ενεργό παρουσία του, την επιτυχή εποπτεία για την λειτουργικότητα του Συλλόγου, του απονέμει στις 3 Μαΐου 2000 την τιμητική διάκριση του Επιτίμου Προέδρου και το μετάλλιο της εκατονταετηρίδος του Συλλόγου μετά τιμητικού διπλώματος.

 

Την Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2006, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Ευάγγελος Στασινόπουλος καταλείπει τα επίγεια και μετοικεί  εις την ποθητή πατρίδα, την Βασιλεία των Ουρανών.

 

Ο αείμνηστος Ευάγγελος Στασινόπουλος συνέγραψε βιβλίο με τίτλο « Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Βίος, Ιστορία Καθεδρικού Ναού, Ακολουθίαι». Επίσης, συμπλήρωσε το βιβλίο του Αναστ. Τσακόπουλου « Ο Ιερός ναός της Ζωοδόχου Πηγής εν Κεφαλαρίω » και τέλος το τευχίδιο «86 χρόνια πορεἰας 1895-1980».

 

 

Πηγή

 

  • Αρχεία Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός».

Read Full Post »

Χρήστος Παπαοικονόμος

πρωθιερεὺς  Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών (1853 – 1922).

 

 

Χρήστος Παπαοικονόμος

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο Χρήστος Παπαοικονόμος γεννήθηκε στο Λεβίδι Αρκαδίας το 1853. Πατέρας του ήταν ο ιερέας Παναγιώτης, ο οποίος είχε και το οφφίκιον  του  Οικονόμου γι  αυτό και όταν θέλησε να αλλάξη το πατρικό του  επώνυμο, το οποίο ήταν Κουτσουράκης, εζήτησε και πήρε       – μετά από Βασιλικό Διάταγμα – το όνομα Παπαοικονόμος.

 

 

Ο Χρήστος Παπαοικονόμος από νέος επέδειξε  εξαιρετική κλίση προς την Θρησκεία ἡ οποία τον οδήγησε μετά τις εγκύκλιες σπουδές του, στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων με την πρόθεση να μονάση. Οι έντονες αντιρρήσεις όμως του  Πατέρα του, τον οδήγησαν στη Θεολογική Σχολή Αθηνών.

 Όταν έλαβε το πτυχίο της Θεολογίας και μετά το διδακτορικό του, τοποθετήθηκε Σχολάρχης Άργους. Στο Άργος, ενυμφεύθη την Αικατερίνη Μπόμπου με την οποία απέκτησε τρία παιδιά.

 

Με την συνδρομή και άλλων φιλοπρόοδων Άργείων δημιούργησαν τον Φιλολογικό Σύλλογο «Δαναός» καθώς και το ομώνυμο περιοδικό.

 

Εχειροτονήθη διάκονος  στις 8-10-1905 και την επομένη πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο ( Μηνόπουλο) ο οποίος υπήρξε αγαπητός του φίλος.

 

Λόγιος και πολυγραφώτατος – πέραν τον πολλών άλλων εργασιών του- συνέγραψε το πρώτο υπεύθυνο και επιστημονικά τεκμηριωμένο βιβλίο αναφερόμενο στον βίο του Αγίου Πέτρου, προστάτη και πολιούχου τής πόλης τού Άργους.

 

 Από το 1905 μέχρι το 1922 υπήρξε πρωθιερεὺς του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών, διευθυντής τών Γραφείων της Μητρόπολης και Επισκοπικός Επίτροπος.

 

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Χρήστος Οικονόμος, γαλήνιος και ήρεμος οδηγήθηκε προς τον Δημιουργό του το 1922, κλείνοντας ένα κεφάλαιο στην ιστορία του Άργους άλλα και στην εκκλησιαστική ιστορία της Μητροπόλεως Αθηνών και ανοίγοντας ένα άλλο σπουδαιότερο στο βιβλίο του Ουρανού.

 

 

Πηγή

 

  • Αρχεία Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός».

 

 

 

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »