Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Άντεια (μυθολογία)


  

Από τον πόθον άναψε κρυφά μ’ αυτόν να σμίξη

η δέσποιν’ Άντεια, γυνή του Προίτου. Αλλά σ’ εκείνην

δεν έστεργε ο καλόγνωμος χρηστός Βελλερεφόντης

κι η  Άντεια  ψευδολόγησε του Προίτου: «Ν’ αποθάνης,»

του είπε, «ω Προίτε, ή φόνευε συ τον Βελλερεφόντην,

που θέλ’ εμέν’ αθέλητην εκείνος να φιλήσει». (Ιλ. VI, 164-165).

 

Κόρη του Ιοβάτη της Λυκίας, παντρεύτηκε τον βασιλιά της Τίρυνθας Προίτο, γιό του Άβαντα, όταν είχε διωχτεί απ’ τον αδελφό του Ακρίσιο απ’ το Άργος, κι είχε καταφύγει στη Λυκία.

Γνωστή απ’ τον άνομο έρωτά της προς τον Βελλεροφόντη, γιό του Γλαύκου της Κορίνθου, που «οι θεοί κάλλος τε και ηνορέην ώπασαν». (Ιλ. VI, 156).

Όταν ο νέος απέκρουσε τον έρωτά της, πήγε στον άντρα της και του είπε «τεθναίης, ώ Προίτ’, ή κάκτανε Βελλεροφόντην, ος μ’ έθελεν φιλότητι μιγήμεναι, ουκ εθελούση»(Ιλ. VI, 164-165).

Ο Προίτος αγανάκτησε, αλλά μη θέλοντας ως οικοδεσπότης να σκοτώσει τον φιλοξενούμενό του « στίματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πικτώ θυμοφθόρα πολλά»(Ιλ.VI, 168-169) τα έστειλε με τον νέο στον πεθερό του για να τον σκοτώσει αυτός. Από εδώ  αρχίζουν τα κατορθώματα του  ήρωα – πρώτη  πηγή ο Όμηρος (Ιλ. VI, 179 κεξ.).

Το πάθος της Άντειας, που θυμίζει την όμοια περίπτωση της γυναίκας του Πουτιφάρ, απ’ όπου η διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης Ιωσήφ – γυναίκας του Πετεφρή, της Φαίδρας και του Ιππόλυτου, της Δημαινέτης και του Κνήμονα, της Ζουλέϊκας – Ιωσήφ και της Βασίλισσας και του προγονού της [Ιστορία των Επτά Σοφών], ενέπνευσε τον Ευριπίδη που έγραψε την τραγωδία Σθενέβοια.

Από την τραγωδία αυτή που η ηρωΐδα από Άντεια καλείται Σθενέβοια,  σώθηκαν λίγα αποσπάσματα.

 

Πηγή


  •  Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

Read Full Post »

Λυσίππη και Ιφιάνασσα (μυθολογία)


 

Κόρες του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας και της Άντειας, εγγονές του Άβαντα, δισέγγονες του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας. Τις τρέλανε ο Διόνυσος ή η Ήρα επειδή δεν τιμούσαν την λατρεία τους.

Κάτω απ’ την μανία τους περιφέρονταν μισόγυμνες στην Πελοπόννησο. Ο Προίτος κάλεσε τον μάντη και γιατρό Μελάμποδα, γιο του Αμυθάονα* να τις γιατρέψει, αλλά αυτός ζήτησε αμοιβή το ένα τρίτο του βασιλείου. Ο Προίτος οργίστηκε και τον έδιωξε. Τον ξανακάλεσε όμως όταν είδε πως η αρρώστια απλωνόταν και σ’ άλλες γυναίκες του βασιλείου.

Ο Μελάμπους** όμως, αυτή την φορά ζήτησε άλλο ένα τρίτο του βασιλείου για τον αδελφό του Βίαντα. Ο Προίτος υπέκυψε. Ο Μελάμπους θεράπευσε  τις νέες. Παντρεύτηκε τότε την Ιφιάνασσα ενώ ο Βίας πήρε την Λυσίππη.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Γιος του Κρηθέα και της Τυρούς (αδελφός του Αίσωνα και του Φέρη – ιδρυτή των Φερών) πατέρας του Βίαντα, μυθολογικού ιδρυτή της Πύλου.

** Οι Προιτίδες, Λυσίππη και Ιφιάνασσα, θυγατέρες του Προίτου χάνουν τα λογικά τους και τρέχουν εδώ κι εκεί στην εξοχή μουγκανίζοντας σαν αγελάδες. Η τρέλα τους γίνεται μεταδοτική και όλες οι γυναίκες της Τίρυνθας τις ακολουθούν στις περιπλανήσεις τους. Έντρομος ο Προίτος απευθύνεται στο μάντη Μελάμποδα που δέχεται να γιατρέψει τις τρελές, αν του παραχωρήσει ο πατέρας τους το ένα τρίτο από το βασίλειό του. Η απαίτηση αυτή εκνευρίζει τον Προίτο, μα ο Μελάμποδας δεν κάνει την παραμικρότερη παραχώρηση, κι απεναντίας, σ’ ένα δεύτερο διάβημα του Προίτου, αυξάνει τις απαιτήσεις του. Κι ο δύστυχος πατέρας αναγκάζεται να δεχτεί. Και τότε ο μάντης αρχίζει να κυνηγά τις άτυχες νεαρές κοπέλες με τη συνοδεία νέων που μπήγουν κάθε τόσο άγριες κραυγές. Μόνο κοντά στη Σικυώνα καταφέρνει ο Μελάμποδας να φτάσει τη Λυσίππη και την Ιφιάνασσα. Τις υποβάλλει σε καθαρμό και παίρνει γυναίκα του τη μια, ενώ η άλλη παντρεύεται τον αδελφό του Βίαντα.

*** Η τρέλα των Προιτίδων θυμίζει εκείνη της Αγάνης, της μητέρας του Πενθέα των Θηβών, γιου του Εχίωνα και  εγγονού του Κάδμου και των Θηβαίων γυναικών. Βλ. Ευριπίδη «Βάκχαι».  

  

Πηγή


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

 

Read Full Post »

Δανάη (μυθολογία)


 

Η Δανάη και η Χρυσή Βροχή.

Η Δανάη και η Χρυσή Βροχή.

Κόρη του Ακρίσιου βασιλιά του Άργους, αδελφού του Προίτου και της Ευρυδίκης, κόρης του Λακεδαίμονα,  ξαδέλφη της Λυσίππης και Ιφιάνασσας, εγγονή του Άβαντα, δισέγγονη του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας και μητέρα του ημίθεου ήρωα Περσέα. Ο Ακρίσιος δεν είχε διάδοχο, το μαντείο που ρώτησε του είπε πως θα τον διαδεχτεί ο εγγονός του και πως θα κάνει ένδοξο το βασίλειο, με την διαφορά πως θα τον σκοτώσει. Για να μην επαληθευτεί ο χρησμός, όμοια όπως έκανε ο Λάιος με τον Οιδίποδα, «υπό γην θάλαμον κατασκευάσας χάλκεον» έκλεισε (ο Λάιος απέρριψε τον Οιδίποδα) σ’ αυτόν την Δανάη, για να μη γίνει μητέρα.

Ο Δίας όμως μαγεμένος από τα θέλγητρα της Δανάης μπήκε απ’ την οροφή ως χρυσή βροχή και η Δανάη συνέλαβε και γέννησε τον Περσέα. Ο Ακρίσιος πήρε τότε ένα κιβώτιο, έκλεισε σ΄ αυτό  μητέρα και παιδί, και το πέταξε στη θάλασσα. Τα κύματα όμως, έφεραν το κιβώτιο στη Σέριφο, όπου βασίλευε ο Πολυδέκτης. Το βρήκε ο αδελφός του Δίκτυς που εργαζόταν ως ψαράς. Ο Πολυδέκτης ερωτεύτηκε την Δανάη, αλλά από φόβο προς τον Περσέα που ανδρώνονταν μέρα με την μέρα σκέφτηκε ένα σατανικό τρόπο για να απαλλαγεί απ’ αυτόν. Ανήγγειλε πως θα παντρευτεί την Ιπποδάμεια του Οινόμαου και ζήτησε τα καθιερωμένα δώρα του γάμου απ’ τους υπηκόους του.

 

«Δανάη», Αγνώστου, κύκλος Jean-Baptiste Regnault, τέλη 18ου – αρχές 19ου αιώνα, λάδι σε καμβά.

 

Τότε ο Περσέας του έταξε ως δώρο το κεφάλι της Γοργόνας. Ο Πολυδέκτης γνωρίζοντας πως ο Περσέας οδεύει προς τον θάνατο δέχτηκε. Από δω αρχίζουν τα θαυμάσια κλέα του ήρωα που τα περιγράφουν η «Θεογονία», η «Ασπίς Ηρακλέους», ο Απολλόδωρος και άλλοι.

Όταν γύρισε, βρήκε την Δανάη και τον Δίκτυ ικέτες μπρος στους βωμούς των θεών, γιατί  τους απειλούσε ο Πολυδέκτης, πιστεύοντας πως ο Περσέας δε θα γυρίσει. Τότε ο Περσεύς μπήκε στα ανάκτορα και δείχνοντας στον διώκτη το κεφάλι της Γοργόνας τον απολίθωσε. Ανέβασε στο θρόνο τον Δίκτυ και μαζί με τη Δανάη και τη γυναίκα του Ανδρομέδα πήρε το δρόμο για το Άργος. Το έμαθε ο Ακρίσιος και κατέφυγε στους Πελασγούς της Θεσσαλίας.

Τότε όμως έτυχε ο βασιλέας της Λάρισσας να τελεί επικήδειους αγώνες προς τιμή του πατέρα του. Σ’ αυτούς πήρε μέρος κι’ ο Περσεύς και στον αγώνα του πένταθλου, ρίχνοντας τον δίσκο σκότωσε άθελά του τον Ακρίσιο που ήταν εκεί θεατής.

Όταν γύρισε στο Άργος δεν κράτησε τον θρόνο αλλά τον αντάλλαξε με εκείνον του Μεγαπένθη, γιου του Προίτου, πρωτοξάδελφου της Δανάης και βασιλεύοντας σ’ αυτόν, έγινε πρόγονος των Περσιδών απ’ όπου κατάγεται κι’ ο Ηρακλής.

 

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963, «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.

Read Full Post »

Αμυμώνη (μυθολογία)


 

Αμυμώνη  του Félix-Henri Giacomotti

Αμυμώνη του Félix-Henri Giacomotti

Μια απ’ τις πενήντα Δαναΐδες, κόρη του Δαναού. Μητέρα της Αμυμώνης ήταν η Ευρώπη, και επομένως η Αμυμώνη ήταν ομοθαλής αδελφή της Αγαύης ή Αγαυής, της Αυτομάτης και της Σκαιής. Η Αμυμώνη, κατά την επικρατούσα εκδοχή, παντρεύτηκε τον γιο του Αιγύπτου Εγκέλαδο και τον δολοφόνησε την πρώτη νύχτα του γάμου τους, όπως έπραξαν με τους συζύγους τους και οι άλλες 48 από τις Δαναΐδες. Ωστόσο, το όνομά της (που σημαίνει «αθώα») την ταυτίζει ίσως με την Υπερμήστρα, τη μόνη Δαναΐδα που δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της. Όταν έφτασε μαζί με τον πατέρα και τις αδελφές της στο Άργος, βγήκε όπως και οι άλλες, με διαταγή του τελευταίου να αναζητήσει νερό.

Αποκομμένη κάποια στιγμή δέχτηκε επίθεση Σατύρου. Κάλεσε σε βοήθεια τον Ποσειδώνα, που την έσωσε, αλλά την έκανε δική του. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο ιδρυτής της Ναυπλίας, Ναύπλιος.

Στη θέση που την έκανε δική του ο Ποσειδώνας χτύπησε το έδαφος με την τρίαινά του κι’ ανέβλυσε πηγή, η γνωστή, ως τις μέρες μας, πηγή της Αμυμώνης.

   

Πηγές


  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969.
  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Read Full Post »

Ζαβιτσάνος Γεώργιος (1838-1893)


  

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Έλληνας χημικός γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1838 και πέθανε στην Αθήνα το 1893. Μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών γράφτηκε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Φυσικές Επιστήμες. Δύο χρόνια μετά πήγε στο Παρίσι και συνέχισε τις σπουδές του στο ανώτερο φαρμακευτικό σχολείο, από το οποίο κατόπιν ευδοκίμου πτυχιακής εξετάσεως πήρε τον τίτλο του «πρωτοταγούς  φαρμακέως». Στο Παρίσι έγραψε την πραγματεία «Περί της επιδράσεως του φωσφόρου εις τον ζωικόν οργανισμό».

Το 1863 έγινε υφηγητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, το1869 διορίστηκε έκτακτος  καθηγητής της φαρμακευτικής χημείας και συνταγολογίας. Το 1875 τακτικός καθηγητής. Υπήρξε εύγλωττος και μεθοδικός διδάσκαλος και πολύ καλός πειραματιστής.

Εξέδωσε: «Φαρμακευτικόν δελτίον» επί μια τετραετία, «Φαρμακευτική χημεία»  (τ.Α΄), «Ουρολογίαν», «Συνταγολογία», μετέφρασε δε τα χημικά σύμβολα, έτσι ώστε να γράφει  Αργ = αργίλλιον, Μ = μόλυβδος, Λ= λευκόχρυσος, Χρ = χρυσός κλπ.

Ως αντιπρόσωπος της Ελλάδος παρακάθησεν σε ευρωπαϊκά συνέδρια υποβάλλοντας ανακοινώσεις «Περί της φαρμακευτικής εκπαιδεύσεως» και «Περί των εν Ελλάδι τελουμένων νοθειών», οι οποίες κρίθηκαν πολύ επιτυχείς. 

  

Πηγή


  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.

Read Full Post »

Λάνδερερ Ξαβέριος (Xaver Landerer, 1809-1885)


 

Ο πρώτος καθηγητής της Χημείας στην Ελλάδα.

 

Πορτρέτο του καθηγητή Ξαβιέρου Λάνδερερ (1809-1885). Συλλογή φωτογραφιών του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ξαβέριος Λάνδερερ γεννήθηκε σε προάστιο του Μονάχου της Βαυαρίας το 1809, σπούδασε φυσικές επιστήμες και ιατρική στο εκεί Πανεπιστήμιο και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Στην Ελλάδα τον έστειλε νεότατο, το 1833, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος για να υπηρετήσει τον γιό του Βασιλέα Όθωνα, στο Ναύπλιο, ως αρχιφαρμακοποιός του. Στρατιωτικός φαρμακοποιός αρχικά, διορίσθηκε, μόλις ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκτακτος καθηγητής του για τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και της Πειραματικής Φυσικής (14 Απριλίου 1837) και σε λίγο τακτικός καθηγητής της ίδιας έδρας (11 Ιανουαρίου 1838).

Μετά τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, απολύθηκε ως αλλοδαπός, σε εφαρμογή του σχετικού γενικού μέτρου, για να ξαναδιορισθή σε λίγο (12 Σεπτεμβρίου 1844), ως τακτικός καθηγητής της Φαρμακευτικής Χημείας, της Συνταγολογίας και της Βοτανικής, και να συνεχίσει διδάσκοντας, έκτοτε, με εξαιρετικό ζήλο, επί ολόκληρη 25ετία. Στις 17 Ιανουαρίου 1869 λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να παραιτηθεί, αλλά στις 26 Ιουνίου 1875 διορίσθη εκ νέου ως επίτιμος πια καθηγητής.

Επιστήμων εμβριθείς και πολυπράγμων, ερευνητής ακούραστος, διδάσκαλος ευφραδής και απολαυστικός, πρόσφερε και σαν πνευματικός άνθρωπος και σαν κοινωνικός παράγων πολύτιμες υπηρεσίες στον τόπο μας, τον πρωτόγονο ακόμη τότε και καθυστερημένο. Τον αγάπησε, του αφοσιώθηκε και έγινες ένας αληθινός Έλληνας. Κοντά στις άλλες πολύτιμες υπηρεσίες του για τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κράτους της εποχής εκείνης, στις οποίες ανταποκρίθηκε, του ανήκει η τιμή να είναι ο πρώτος που δίδαξε επί πανεπιστημιακού επιπέδου, τη χημεία στην Ελλάδα. Χημικός, φαρμακοποιός και ιατρός συγχρόνως, προσέτρεχε και βοηθούσε πρόθυμα και ακούραστα όπου ζητούσαν τη συνδρομή του.

Διατέλεσε μέλος του Ιατροσυνεδρίου για πολλά χρόνια, άμισθος καθηγητής της Χημικής Τεχνολογίας στο σχολείο των Τεχνών (1833 – 1868), συνεργάσθηκε στην ίδρυση του Οφθαλμιατρείου και το βοήθησε στη λειτουργία του, οργάνωσε τις ολυμπιακές εκθέσεις και δούλεψε αποτελεσματικά και για πολλούς ακόμη ελληνικούς και ξένους επιστημονικούς οργανισμούς και ιδρύματα. Παντού και πάντοτε έτοιμος για όλα. Ιδιαίτερα μνημονεύεται η με αυτοθυσία προσωπική του συμβολή στην καταστολή της πανώλης, που κτύπησε τον Πόρο το 1837.

Τα μαθήματά του, πριν κτισθή το Πανεπιστήμιο, γίνονταν στο Βασιλικό Φαρμακείο, στη γωνία των δρόμων Ακαδημίας και Κηφισίας (στο κτίριο που μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως υπουργείο Στρατιωτικών) και τα παρακολουθούσαν, εκτός από τους φοιτητές, και πολλοί ιδιώται ακροαταί.

Στο στρατιωτικό φαρμακείο στεγαζόταν επίσης και το προσωπικό του μικρό χημικό εργαστήριο, που είχε δημιουργήσει με δικές του δαπάνες. Ο Λάνδερερ έφθανε στην αίθουσα του μαθήματος με παραγεμισμένες τις τσέπες της φαρδιάς ρεντιγκότας του από χημικά σκεύη και ουσίες, για τα πειράματα που σε λίγο θα παρουσίαζε. Τα σπασμένα ελληνικά του δεν χαλούσαν την πηγαία ευφράδεια και μάλιστα με τους ιδιωματισμούς τους, προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο το ενδιαφέρον.

Αργότερα, όταν χτίσθηκε το Πανεπιστήμιο, το υποτυπώδες χημείο του, που εν τω μεταξύ ενισχυόταν και από το κράτος, με ετήσια επιχορήγηση 600 δραχμών, μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της βορεινής πλευράς του, ενώ τα μαθήματα διδάσκονταν στην αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής.

Η αγάπη του για την επιστήμη του και το ακούραστο ενδιαφέρον του για τη νέα του πατρίδα, εκδηλωνόταν και με το ερευνητικό του έργο για τον φυσικό της πλούτο, το οποίο υπήρξε αξιόλογο, μάλιστα όταν κριθή υπό τις δύσκολες συνθήκες και τα πενιχρά μέσα της εποχής. Ασχολήθηκε κυρίως με τα ιαματικά μας νερά και δημοσίευσε σχετικές μελέτες που περιγράφουν τη σύστασή τους, την ωφελιμότητά τους και τη θεραπευτική τους εφαρμογή. Έγραψε για τα νερά της Μήλου, της Κύθνου, της Υπάτης, της Αιδηψού, των Θερμοπυλών και των Μεθάνων. Και άλλα θέματα ερεύνησε και πολλά γι’ αυτά δημοσίευσε, σε ελληνικά και σε ξένα ειδικά περιοδικά. Ακούραστος επίσης συλλέκτης, απέκτησε πλούσια βιβλιοθήκη και κατάρτισε συλλογές φαρμακογνωστικές και ορυκτολογικές.

Πολυγραφότατος, εξέδωσε πολλά διδακτικά βιβλία που υπήρξαν πολύτιμα στην εποχή τους για τους φοιτητές του και τον άλλο κόσμο και είναι από τα πρώτα του χημικού κλάδου. Η δουλειά του αυτή ήταν δύσκολη και κουραστική για εκείνον, αφού οι γνώσεις του της ελληνικής υστερούσαν. Και όμως κατόρθωνε να ξεπερνά το εμπόδιο αυτό με επιτυχία. Στα συγγράμματά του περιλαμβάνονται: Αναλυτική Χημεία (1842), Χημεία (ανόργανος 1840, οργανική 1842), Οδηγίαι προς παρασκευήν Χημικών και Φαρμακευτικών σκευασμάτων (1857), Εγχειρίδιον Ζωολογίας (1844), Εγχειρίδιον Συνταγολογίας (1845), Εγχειρίδιον Τοξικολογίας (1843) κ.ά.

Τη φημισμένη αναλυτική του δεξιοτεχνία, που γινόταν με τα ολίγα και πτωχά μέσα του εργαστηρίου του, τη συμπλήρωνε, χρησιμοποιώντας και τη γλώσσα του. Δοκίμαζε κάθε τι που ανέλυε, ακόμη κι εκείνα που ήσαν ή φαίνονταν αηδή και αποκρουστικά. Απαράδεκτο αυτό για τον πολύ κόσμο, υπήρξε αφορμή να τον χαρακτηρίζουν μερικοί ως «ρυπαρό».

Ο Ξ. Λάνδερερ, που έφθασε στον τόπο μας μόλις 24 χρονών, που πολύ εργάσθηκε γι’ αυτόν κι πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στην αγαπημένη του Αθήνα και που τόσο αγαπήθηκε και θαυμάστηκε από όλους τους Έλληνες, πέθανε* στις 7 Ιουλίου του 1885.

 

Υποσημείωση


* Εφημερίς, αρ. φύλ. 189, 08.07.1885

Υπό κεραυνοβόλου αποπληξίας βληθείς εξέπνευσε χθες ο ΞΑΒΕΡΙΟΣ ΛΑΝΔΕΡΕΡ. Γεννηθείς εν Βαυαρία κατά το 1809 επεράτωσεν εκεί τα γυμνασιακά αυτού μαθήματα και ενεγράφη φοιτητής εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου του Μονάχου, ίνα τραπή κατόπιν εις την σπουδήν της ιατρικής. Περατώσας τας εις την ιατρικήν σπουδάς του, ηκολούθησε προσκληθείς τον μακαρίτην Όθωνα εις Ελλάδα, όπου ανέλαβε την διδασκαλίαν της φαρμακευτικής, αναδείξας τότε πλείστους φαρμακοποιούς διασπαρέντας ανά πάσαν την Ελλάδα. Κατά το 1834 εκλήθη ως μέλος της συστάσης επιτροπής προς έκδοσιν ελληνικής φαρμακολογίας, ήτις εξεδόθη κατά το 1837 και ης δευτέρα έκδοσις εγένετο κατά το 1868. Κατά το 1837 ιδρυθέντος του Εθνικού Πανεπιστημίου, διωρίσθη τακτικός καθηγητής της φυσικής χημείας και φαρμακευτικής μετά ζήλου εργασθείς.

Ευθύς μετά τον διορισμόν του εξερράγη εν Πόρω η πανώλης, ένθα μετέβη και συνέτεινε προς περιορισμόν της εξαπλώσεως της νόσου. Κατά το 1843 μετά των άλλων Βαυαρών ο Λάνδερερ ηναγκάσθη να αποσυρθή του Πανεπιστημίου, αλλά επειδή ουδείς υπήρχεν ο αντικαταστήσων αυτόν, εξεδόθη μετά δύο έτη Β. Διάταγμα, δια ου επανήλθε πάλιν εις την προτέραν εν τω Πανεπιστημείω έδραν του. Ο Λάνδερερ ειργάσθη και επί 25 έτη αμισθώς ως καθηγητής της χημικής τεχνολογίας εν τη πολυτεχνική σχολή. Την εν τω Πανεπιστημίω θέσιν του ετήρησε και μετά την έξωσιν του Όθωνος, μετ΄ ολίγον ηναγκάσθη να παραιτηθή, αλλά και μετά τούτο παρέμεινεν εν τω ανωτάτω τούτω εκπαιδευτηρίω διδάσκων επί τίνα χρόνον αμισθί την Βοτανικήν. Κατά το 1847 το εν Ερλάγγη πανεπιστήμιον ανηγόρευσε τον Λάνδερερ διδάκτορα της φιλοσοφίας. Και μετά την εκ του πανεπιστημίου απομάκρυνσιν του ο Λάνδερερ ουκ επαύσατο εργαζόμενος υπέρ κοινοφελών σκοπών άλλοτε μεν συγγράφων άλλοτε δε εις εφημερίδας καταχωρίζων κοινωφελείς γνώσεις.

Ο μακαρίτης ετιμήθη διά παρασήμων διαφόρων κρατών, έφερε δε και τον χρυσούν σταυρόν του Σωτήρος. Διετέλει μέλος πεντήκοντα επιστημονικών συλλόγων και εταιριών, συνέγραψε δε γερμανιστί και ελληνιστί περί τα είκοσι συγγράμματα. Άμα τη γνώσει του θανάτου του συνήλθεν εις συνεδρίασιν η του πανεπιστημίου σύγκλητος, ήτις διά δημοψηφίσματός της απεφάσισεν, ίνα εκφρασθώσι διά του πρυτάνεως τα συλλυπητήρια τη οικογενεία του θανόντος, καθηγηταί του Πανεπιστημίου να κρατώσι κατά την κηδείαν τας ταινίας του φερέτρου του και εξελέγη ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Χρηστομάνος να εκφωνήση από μέρους του Πανεπιστημίου τον επικήδειον.

Δρ. Ιωάννης Δ. Κανδήλης

 

Πηγή


  • Βιομηχανική Επιθεώρησις 49, 565-569 (Αύγουστος 1981).

 

Read Full Post »

Λινδερμάιερ  Αντώνιος


  

Βαυαρός  Στρατιωτικός Ιατρός, που συνόδευσε τον Όθωνα στην Ελλάδα. Υπήρξε ο ιδρυτής του πρώτου στρατιωτικού νοσοκομείου στο Ναύπλιο και κατόπιν ο διοργανωτής και διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου στην Αθήνα και της στρατιωτικής φαρμακαποθήκης.

Έφερε δε και τον τίτλο του αρχιάτρου  της Βασιλικής  Αυλής. Κατά την έξωση του Όθωνα τον ακολούθησε στη Βαυαρία. Όταν επανήλθε εκεί το 1864, ανέλαβε και πάλι στρατιωτικός  Αρχίατρος, από εκτίμηση στην επιστημονική του υπεροχή.

Έγινε συγγραφέας ικανών επιστημονικών μονογραφιών και ιστορικών σημειωμάτων στο γερμανικό τύπο, αναφερόμενος φιλικότατα  στην παλαιά και νέα Ελλάδα. Πέθανε στην Αθήνα το 1868.

 

Πηγή

  •  Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1929. 

 

Read Full Post »

Ιώ (μυθολογία)


 

Κόρη του Ινάχου βασιλέα του Άργους – γιου του Ωκεανού και της Τηθύος – ήρωα τραγωδίας του Σοφοκλή. Μητέρα της ήταν η Ωκεανίδα Μελία. Έγινε διάσημη, επειδή δέχτηκε την οργή της Ήρας όταν η θεά ανακάλυψε τις σχέσεις με τον Δία, (ήταν ιέρεια της Ήρας) που τον είχε σκλαβώσει με τα παρθενικά της θέλγητρα. Τότε ο Ζευς, για να την προστατεύσει από το μένος της συζύγου του, την μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Η Ήρα όμως υποχρέωσε τον Δία να αρνηθεί, με όρκο (αφροδίσιος όρκος), την παράνομη σχέση του και να της παραδώσει το ζώο. Ο Ζευς αναγκάστηκε να υποχωρήσει και η Ήρα έθεσε την αγελάδα υπό την επιτήρηση του Άργου, ενός γίγαντα συγγενούς της που είχε εκατό οφθαλμούς, διεσπαρμένους σε όλο του το σώμα.

 

Ο Δίας και η Ιώ, 1550. Έργο του Ιταλού ζωγράφου, Paris Bordone, Gothenburg Museum of Art (Μουσείο Τέχνης Γκέτεμποργκ), Σουηδία.

 

Εκτελώντας την εντολή της Ήρας, ο Άργος οδήγησε την Ιώ – αγελάδα σ’ ένα άλσος ιερό κοντά στις Μυκήνες και την έδεσε σ’ ένα δέντρο (μια ελιά, κατά τον Απολλόδωρο). Το δέντρο αυτό υπήρχε και το δείχνανε στους επισκέπτες και κατά την ιστορική εποχή. Εκεί  δεμένη τη φύλαγε ο Άργος, χωρίς να παραμελεί το καθήκον του μήτε στιγμή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νικίππη

 


Κόρη του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας – αδελφή του Ατρέα, του Θυέστη και του εξώγαμου Χρύσιππου. Είναι  η γυναίκα  του  βασιλιά  των  Μυκηνών  Σθένελου*, μητέρα του Ευρυσθέα και πολλών άλλων, καθώς και του Τροιζήνα και Επιδαύρου – επώνυμων των αργολικών πόλεων.

Υποσημείωση

* Γιος Περσέα – Ανδρομέδας˙ εκθρόνισε τον Αμφιτρύωνα (πατέρα του Ηρακλή) απ’ το Άργος        και ένωσε σ’ ένα βασίλειο αυτό, την Τίρυνθα και τις Μυκήνες.

 

Πηγή

  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Read Full Post »

Ολύμπιος, Κώστας του Νικολάου ( Ναύπλιο, 1872 – Άργος 25-12-1937)


 

Διδάκτορας της Νομικής και δικηγόρος, γιος υποθηκοφύλακα του Άργους, και αυτός επηρεασμένος από τον Βαρδουνιώτη, ασχολήθηκε από νωρίς με την δημοσιογραφία ( το 1901-1902 εξέδωσε και δική του εφημερίδα, το « Σθένος». Υπήρξε ανταποκριτής Αθηναϊκών εφημερίδων και αρθρογράφος σε τοπικές, από τα ιδρυτικά μέλη του «Δαναού» και συντάκτης ιστορικού δοκιμίου με τίτλο « Περί γυμναστικής και γυμναστηρίων περά τοις Αρχαίοις Έλλησι». Ιστοριόφιλος, ολιγογράφος, το 1930 συμβάλλει στη διάσωση ιδιωτικών αρχείων και δημοσιεύει στα χρόνια εκείνα σειρά άρθρων για τοπικά ιστορικά θέματα.

 

Ολύμπιος Κώστας

Δικηγόρος που, όμως, τελικά δεν άσκησε δικηγορία, δημοσιογράφος σε τοπικές εφημερίδες και ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων στο Άργος. Η οικογένεια του πατέρα του καταγόταν από τη Ραψάνη Μακεδονίας και εί­χε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την Επανάσταση του 1821. Η μητέρα του (γένος Σανοπούλου) ήταν από το Άργος. Το 1903 αποκτά πτυχίο Νομικής και εγκαθίσταται οριστικά στο Άργος. Συνεργάστηκε με διάφορες τοπικές εφημερί­δες, όπως τον Δαναό (του ομωνύμου συλλόγου), Μυκήναι, Τελέσιλλα από το 1928 και με το π. Τα Τυ­χερά (1924). Ανταποκρίσεις του έχουν εντοπιστεί στο αθηναϊκό Το Άστυ, όπου καλύπτει γενικότερου ενδιαφέροντος γεγονότα, όπως την 1η Πανελλήνια Γεωργοκτηνοτροφική Έκθεση στους «Στρατώνες Καποδίστρια» του Άργους αλλά και τοπικά θέματα με οξύ και κριτικό πνεύμα.

Ο αργείος λογοτέχνης Γιώργος Λογοθέτης τον χαρακτηρίζει ως «ορμητικό, αμείλικτο, σκληρό, αλλά πάντοτε τίμιο. Η ανάμιξίς του στα διάφορα ζητήματα της πόλεως έδινε ένα έντονο παλμό. Η συμβολή του και ως θέσις και ως άρνησις ήταν πολύτιμη. Αλλά η μεγαλύτερη υπηρεσία που προσέφερε ο Ολύμπιος στην πόλη του Άργους ήταν η παρουσία του, υπό την έννοιαν του αντιπάλου δέ­ους. Δεν ήταν εύκολο να τον αγνόηση κανείς». Και συνεχίζει τονίζοντας ότι αναμίχθηκε σε κάθε είδος του λόγου χωρίς σύστημα, τάξη, συγκέντρωση και γενικότερη κατεύθυνση, γι’ αυτό και το έργο του έμεινε με χαρακτήρα του πρόσκαιρου και στενού τοπικού ενδιαφέροντος, με σπατάλη κάθε πνευματικής ζωτικότητας, γι’ αυτό και με λίγες αξιώσεις μελλοντικής προσοχής. Παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζει ο Λογοθέτης, αν το έργο του μπορούσε να συγκεντρωθεί θα τον κατέτασσε στους πνευματικούς ηγέτες του Άργους, «δίπλα στους Διοσκούρους, που μας έδωσε η ίδια γενεά, τον Βαρδουνιώτη και τον Κοφινιώτη».

Ο Ολύμπιος σε ένα άρθρο του στην εφ. Τελέ­σιλλα («Το γυμνάσιον», αρ. φ. 23, 27 Απρ. 1930) με το ψευδώνυμο «Όλυμπος», με το οποίο υπέγραφε τις ανταποκρίσεις του στο Άστυ, αυτοχαρακτηρίζε­ται ως «ανήκων εις τας τάξεις των φανατικών βασιλοφρόνων» χτυπώντας τη βενιζελική παράταξη ως «λυμεώνες του δημοσίου χρήματος», αλλά και χαρακτηρίζοντάς τους «ανήκοντας εις την ημετέραν παράταξιν» ως «ανεξαιρέτως αδέξιοι, μπουνταλάδες (που) έφαγαν το κουτόχορτο ατελώνιστο». Στη συνέχεια χαρακτηρίζει «κοιμισμένους» τους κατοίκους του Άργους και καταλήγει με το «ημείς οι γερμανόφιλοι». Πάθος, ανεξαρτησία γνώμης (παρά τη σαφή ένταξή του σε παράταξη), ελεύθερο φρόνημα και εξυγιαντική διάθεση χαρακτήριζαν τον Ολύμπιο σε κάθε στιγμή της δημοσιογραφικής δράσης του. Στις αρχές του 20ου αιώνα διακρίθηκε για τη θαρραλέα αντίθεσή του προς τον βουλευτή Πλατούτσα, μια χαρακτηριστική μορφή λαϊκιστή και φαυλοκράτη της εποχής εκείνης.

Τα πιο συγκροτημένα άρθρα του έχουν θέμα τον αθλητισμό και τη γυμναστική, προφανώς επηρεασμένα από το κλίμα των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Προς το τέλος της ζωής του δημοσίευσε δύο άλλες εξίσου σημαντικές σειρές άρθρων, στην εφ. Τελέσιλλα του 1930 και με την ευκαιρία της εκατο­νταετηρίδας από την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους.

Στα άρθρα αυτά εμπεριέχονται σημαντικά ανέκδοτα στοιχεία για το Άργος του 19ου αιώνα. Τέλος, στην εφ. Αργειακά Νέα δημοσιεύεται το 1933 μια άλλη σειρά άρθρων του υπό τον τίτλο: «Αι εξοχαί του Άργους», όπου επίσης έχουν καταγραφεί πολύτιμες μαρτυρίες για την πόλη και για ιστορικά κτήριά της αλλά και οξύτατη κριτική για τα κακώς κείμενα σε αυτή. Έξι χρόνια πριν τον θάνατό του έχασε το φως του, απομονώθηκε και εγκαταλείφθηκε από παλαιούς φίλους και γνωστούς του, μια «μοίρα» που βίωσε και ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης στο τέλος της ζωής του.

Βιβλιογραφία: Κ. Ολύμπιος. Περί γυμναστηρίων παρά τοις αρχαίοις ‘Ελλησι, σειρά άρθρων στην εφ. Δαναός στα φ. 16. 18, 19. 21. 22. 24. 25. 28, 29 και 30 (Απρ. – Ιουλ. 1896)· του ίδιου. Διαφορά μεταξύ γυμναστικής και αθλητισμού εν τη αρχαιότητι, εφ. Δαναός, αρ. φ. 51, 26 Ιαν.1897· Γ. Λογοθέ­της, Κώστας Ολύμπιος (νεκρολογία στο π. Τα Ηραία, τχ. 3 (Φεβρ.- Μαρτ. 1938).

 

Βασίλης Δωροβίνης

 

Πηγές


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους / Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη», Εκδόσεις Εκ προοιμίου, Άργος, 2009.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Γ, Αθήνα, 2008.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »