Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Γεννάδιος Γεώργιος (Σηλυβρία 1786 – Αθήνα 1854)


Εκπαιδευτικός και λόγιος με εθνική δράση.
Πρώτος διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης
 
Από τις κορυφαίες ελληνικές προσωπικότητες. Σπούδασε στα Δολιανά, στα Γιάννενα και αργότερα στο Λάμπρο Φωτιάδη στη Δακία και τελείωσε τις σπουδές του στη Λειψία. Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1821 αγωνίσθηκε μαζί με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι έφυγε στη Γερμανία και επέστρεψε το 1824. Επί Καποδίστρια ο Γεννάδιος οργάνωσε το Ορφανοτροφείο και το κεντρικό σχολείο στην Αίγινα. Ήταν από τους ιδρυτές του Εθνικού Τυπογραφείου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Βίος

Γεννάδιος Γεώργιος

Γεννάδιος Γεώργιος

Ηπειρώτης, γεννημένος όμως στα 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης.  Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής.  Διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στον τόπο καταγωγής του, στα Δολιανά του Ζαγορίου, και επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου άρχισε το δεύτερο κύκλο των σπουδών του. Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.
 

Δράση

Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.
Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας».4 Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave) Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής.

Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».

Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.

Ελλάδα

Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα.

Η έκκληση του Γ. Γεννάδιου στον πλάτανο της πλατείας του Ναυπλίου μετά την πτώση του Μεσολογγίου:

«Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος. Πρέπει οι ανδρείοι αυτοί (οι ήρωες – πρόσφυγες του Μεσολογγίου), οίτινες έφαγον πυρίτιν και ανέπνευσαν φλόγας, και ήδη αργοί και λιμώττοντες μας περιστοιχίζουσιν σπεύσωσιν όπου νέος κίνδυνος τους καλεί. Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ΄αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!» 

(εκκένωσε κατά γής το ισχνόν του βαλάντιον, το μόνον προϊόν των επιπόνων οικονομιών του). 

«Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω να δώσω, αλλ΄ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη δια τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!»  

Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.

 

 «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β': Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.

 

 

Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου. Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο.

Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

Συνεργασίες

Ο Γεννάδιος συνεργάστηκε με τους Γερμανούς λόγιους φιλέλληνες Ειρηναίο Θείρσιο (Friedrich W. Thiersch 1784-1860) και Θεόδωρο Κιντ (Karl Theodor Kind 1799-1868). Η θέση που κατείχε στη Ριζάρειο Σχολή τον έφερε επίσης σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες του εκκλησιαστικού χώρου, όπως με το Θαβωρίου Ιερόθεο και τον Ουγγροβλαχίας Νεόφυτο. Προσωπικά συνδεόταν επίσης με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (1770-1843), τον Ιωάννη Γκούρα (1771-1826), τον Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1868), το Νεόφυτο Δούκα, το Γρηγόριο Κωνσταντά κ.ά., ενώ μαθητές του αναδείχτηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διανόησης, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο (1815-1891) και τον Αλέξανδρο Ρ. Ραγκαβή.

Ο Γεννάδιος παντρεύτηκε την Άρτεμη Μπενιζέλου, κόρη του Προκοπίου Μπενιζέλου της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων, και απέκτησε μαζί της 8 παιδιά (4 γιους και 4 κόρες), τα περισσότερα από τα οποία διακρίθηκαν στην πολιτική, στις τέχνες και στα γράμματα.

Το 1854 πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας.

 

Εργογραφία:

 

Έγραψε: “Γραμματική της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης” (1832) και επιμελήθηκε τη “Σύνοψιν της Ιεράς Ιστορίας” (1835) και την “Κατήχησιν ή Ορθόδοξον διδασκαλίαν της Ανατολικής Εκκλησίας”(1835).

Μετέφρασε τα έργα: “Πρώτη τροφή του υγιούς ανθρωπίνου νοός” (1819), “Ελληνικά τα εξαιρετώτερα της Ελληνικής Ιστορίας μέχρι του Πελοποννησιακού πολέμου”(1850), “Ελληνική Γραμματολογία”(1851) και “Στοιχειώδης πραγματεία περί των χρεών του ανθρώπου” (1853).

Μερικά από τα σημαντικότερα βιογραφικά σημειώματα για το Γεώργιο Γεννάδιο εντοπίζονται στα ακόλουθα έργα: Γούδας, Α., Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών 2 (Αθήνα 1874), σελ. 311-338, και Σφώκος, Κ., «Γεώργιος Γεννάδιος», Εθνικόν Ημερολόγιον 6 (1891), σελ. 193-204, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 11-12 (1883), σελ. 291-293, και B.J., “Georges Gennadios”, La Bibliophilie 13 (1883), σελ. 330-332, και Αναστασιαδής, Ξ. (Γεννάδιος Ιωάννης), Γεωργίου Γενναδίου βίος, έργα, επιστολαί (Παρίσι 1926).

 

Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος
 
 
 
 Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών  1895H Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) ιδρύθηκε τυπικά με το Διάταγμα, που εκδόθηκε στις 15 Μαΐου 1832,  με την επωνυμία «Δημοσία Βιβλιοθήκη» και με Διευθυντή το Γεώργιο Γεννάδιο, που έφερε τον τίτλο του «Επιστάτου». Οι πρώτες «Σκέψεις περί σχηματισμού Εθνικής Ελληνικής Βιβλιοθήκης» δημοσιεύτηκαν από το φιλέλληνα Ιω. Μάγερ σε άρθρο του στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, τον Αύγουστο του 1824. Η ιδέα υλοποιήθηκε το 1829 από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος συμπεριέλαβε τη Βιβλιοθήκη μαζί με τα άλλα πνευματικά Ιδρύματα -Σχολεία, Εθνικό Μουσείο, Τυπογραφία- στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, και ανέθεσε την επιστασία της στον Ανδρέα Μουστοξύδη, Πρόεδρο της Επιτροπής του Ορφανοτροφείου, Έφορο και Διευθυντή του Εθνικού Μουσείου, Έφορο του Κεντρικού Σχολείου κ.λπ.

Στο τέλος του 1830 η Βιβλιοθήκη, που χαρακτηριζόταν από τον ίδιο το Μουστοξύδη ως Εθνική Βιβλιοθήκη, αριθμούσε 1.018 τόμους εντύπων βιβλίων, που είχαν συλλεγεί μετά από έκκληση των Αρχών προς όλους τους Έλληνες και φιλέλληνες, προς τους διοικητές και προς τις μονές της χώρας. Το 1834 η Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη νέα πρωτεύουσα του Κράτους, την Αθήνα, και στεγάστηκε προσωρινά στο κτίσμα του Λουτρού (στη Ρωμαϊκή Αγορά) και αργότερα στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου (δίπλα στη Μητρόπολη) και σε άλλα κτίρια.

Παράλληλα με την κρατική μέριμνα για τον εμπλουτισμό της με αγορές ιδιωτικών βιβλιοθηκών, όπως αυτή του Δημ. Ποστολάκα (1.995 τόμοι), η Βιβλιοθήκη δέχτηκε πολλές δωρεές βιβλίων, όπως αυτές των Χριστόφ. και Κωνστ. Σακελλαρίου (5.400 τόμοι), του Μάρκου Ρενιέρη (3.401 τόμοι) κ.ά. Το 1842 η Δημόσια Βιβλιοθήκη (με 35.000 τόμους) ενοποιήθηκε με τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου (15.000 τόμους) και συστεγάστηκαν, μαζί με τη Νομισματική Συλλογή, στο νέο κτίριο του Οθώνειου Πανεπιστημίου. Πρώτος Έφορος (Διευθυντής) ορίστηκε ο Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος, που παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1863. Την εποχή αυτή η Βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σημαντικές δωρεές σπάνιων ξενόγλωσσων βιβλίων. Με το βασιλικό διάταγμα του 1866 οι δύο Βιβλιοθήκες συγχωνεύτηκαν και διοικητικά σε μία, με τον τίτλο «Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος«.

Στις 16 Μαρτίου 1888 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του νεοκλασσικού μαρμάρινου κτηρίου, που χρηματοδοτήθηκε από τους Κεφαλλήνες αδελφούς Παναγή, Μαρίνο και Ανδρέα Βαλλιάνο. Η Βιβλιοθήκη παρέμεινε στο κτήριο του Πανεπιστημίου μέχρι το 1903, οπότε μεταφέρθηκε στο νέο λαμπρό κτήριο, που σχεδιάστηκε από το Θεόφιλο Χάνσεν και οικοδομήθηκε με γενική επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλλερ.

Σήμερα η Εθνική Βιβλιοθήκη εξακολουθεί να στεγάζεται στο Βαλλιάνειο κτίριο, στο κέντρο της Αθήνας (Πανεπιστημίου 32, Αθήνα) καθώς και σε δύο άλλα κτίρια (Αγία Παρασκευή – Νέα Χαλκηδόνα) και η πολύτιμη, στο σύνολό της, Συλλογή του υλικού της περιλαμβάνει το γραπτό εθνικό πολιτιστικό θησαυρό της Ελλάδας.

Πηγές

  • «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών»,  Υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, . Τόμος Β’: Παιδεία. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Μ. Π. Περίδου, 1870.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού.
  • «Γεννάδειο» 1ο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Αθηνών.
  •  Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

Read Full Post »

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών και Ελληνικών σχολείων (1828-1832)


 

   Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

                                                                 

Διδακτικά βιβλία Αλληλοδιδακτικών σχολείων

 

Αρμόδιες για τα διδακτικά βιβλία και το εποπτικό υλικό των αλληλοδιδακτικών σχολείων, σύμφωνα με το 46 διάταγμα, ήσαν η Α’ και Γ’ Επιτροπή. Και τα τέσσερα μέλη της Α’ Επιτροπής ήσαν αρχιερείς: Ο Αιγίνης Γεράσιμος, ο Ταλαντίου Νεόφυτος, ο Ρεθύμνης Ιωαννίκιος και ο Κυρήνης Παρθένιος. Σ’ αυτήν ανατέθηκε η σύνταξη θρησκευτικών σχολικών βιβλίων (Ευχολογίου, Σύνοψης και Κατήχησης), με βάση το σχέδιο που είχε εκπονήσει ένας άλλος αξιόλογος εκκλησιαστικός άνδρας και λόγιος της εποχής, ο Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός.

Στην Γ΄ ή «Επί της Προπαιδείας Επιτροπήν», αποτελούμενη από τον Henri Auguste Dutróne, τον Ιωάννη Κοκκώνη και το Νεόφυτο Νικητόπουλο, συμμετείχε ο πρόεδρος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας Ανδρέας Μουστοξύδης. Σ’ αυτήν ανατέθηκε το σημαντικό έργο «των βιβλίων και των αντικείμενων, όσων η Κυβέρνησις έχει χρείαν διά να οργανίση ακολούθως τα αναγκαία εις την Επικράτειαν αλληλοδιδακτικά σχολεία». Όφειλε επίσης να λάβει όλα τα μέτρα, ώστε να εφοδιαστούν τα αλληλοδιδακτικά εκπαιδευτήρια με ομοιόμορφους πίνακες. Στις αρμοδιότητες της ήταν και η εποπτεία των μεταφράσεων ξένων βιβλίων που εκπονούσαν ο Κοκκινάκης, ο Ρωσσέτος και ο Σκαρλάτος. Στη συνεδρίαση της 8 Δεκεμβρίου 1829 ο Ιωάννης Κοκκώνης έθεσε θέμα για τα βιβλία όλων των μαθημάτων που έπρεπε να εισαχθούν στα σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρότεινε μάλιστα ότι τα «εις αυτά χρειαζόμενα είναι πίνακες αναγνώσεως και αριθμητικής, υποδείγματα γραφής, απάνθισμα Ιερού Ευαγγελίου, Κα­τηχήσεως μικράς και των τριπλών καθηκόντων του άνθρωπου, περί ιστορίας της πα­λαιάς γραφής και της Ελλάδος». Πρέπει να σημειώσουμε ότι η επί της Προπαιδείας Επιτροπή, παρά τις επανειλημμένες συσκέψεις της, δεν είχε κατορθώσει μέχρι τον Ιούνιο του 1830 να αποστείλει τις θέσεις της στην κυβέρνηση. Η απόφαση της για τα βιβλία και το εποπτικό υλικό των σχολείων δε διασώθηκε· έμμεσα όμως πληρο­φορούμεθα τις θέσεις της από τον «Κατάλογον τών στελλομένων βιβλίων εις τα κατά την Έπικράτειαν Αλληλοδιδακτικά Σχολεία».

Από τα πρώτα βοηθήματα που εκδόθηκαν και αποκτούσαν οι διδάσκαλοι για την οργάνωση των αλληλοδιδακτικών σχολείων ήταν το «Εγχειρίδιον διά τ’ Αλληλοδιδακτικά Σχολεία ή Οδηγός τής Αλληλοδιδακτικής μεθόδου» του Sarazin, που μετέφρασε ο Ιωάννης Κοκκώνης.

Στα βασικά βιβλία για τη διδασκαλία των αλληλοδιδακτικών μαθημάτων συγκαταλέγονται:

«Νέα διαθήκη εις το απλούν, Νέα διαθήκη εις το Ελληνικόν, Περιλήψεις τον Ιερού Ευαγγελίου, Χριστιανικής διδασκαλίας Α’, Β΄ και Γ΄ τμήμα, Οδηγός της Γραμμικής Ιχνογραφίας, Σοφίας απάνθισμα, εκ του Κομμητά (Παλαιά Γεωγραφία, Νέα Γεωγραφία, Αλφαβητάριον, Εκλογάριον, Ονομαστικόν, Χρηστοήθεια, Αριθμητική, Επιτομή Παλαιάς Ιστορίας και Εκκλησιαστική Ιστορία».

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

Αναγνωστικά. Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Εν Πέστη 1827. Βιβλιοθήκη Γιώργου Γιαννούση.

 

Στα σχολεία αποστέλλονταν επίσης και τα ακόλουθα βιβλία για εμπλουτισμό των σχολικών βιβλιοθηκών: «Ιστορία τής Ελλάδος, Ιστορία τής Ρώμης, Βίος του προφήτου Δανιήλ, Βίος τον πατριάρχου Ιωσήφ, Ιστορία Μωϋσέως, Βοηθός τέκνον, Περίληψις Παλαιάς Διαθήκης, Προσευχητάριον, Μικρός Φιλόσοφος, Μικρή Άννα, Αναγνώστης, Χριστιανικαί Θεωρίαι, Παιδαγωγία, Αποθήκη των παίδων». Οι συγκυρίες της εποχής οδήγησαν αναγκαστικά στον εφοδιασμό των αλληλοδιδακτικών σχολείων με βιβλία προγενέστερων κυρίως εκδόσεων, όπως της δεκαεξάτομης παιδαγωγικής σειράς του Στεφάνου Κομητά, καθώς και βιβλίων τυπωμένων στη Μάλτα από το τυπογραφείο των Αμερικανών ιεραποστόλων. Τα βιβλία φυλάσσονταν σε βιβλιοθήκη του σχολείου. Αποκλειστικά για τη χρήση των διδασκάλων ήσαν η Παλαιά και η Νέα Διαθήκη, ο Οδηγός της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και τα συγγράμματα διδασκαλίας της γραμμικής ιχνογραφίας, της γραμματικής και της κατήχησης. Τα βιβλία αποτελούσαν περιουσία του σχολείου και παραδίδονταν στους διδασκάλους· σε περίπτωση παραίτησης τους τα επέστρεφαν «σωστά και ακέραια». Μόνο τα «βιβλίδια» δίνονταν στους μαθητές, για να τα χρησιμοποιήσουν την ώρα του μαθήματος· εκτός του σχολείου όμως «δεν εκβάλλωνται ποτέ». Για την κατ’ οίκο μελέτη τους προμηθεύονταν τα βιβλία από το εμπόριο. Προβλέπεται επίσης από τον Οδηγό να δίδονται στους πτωχούς, επιμελείς και φρόνιμους μαθητές ως βραβεία «βιβλίδια» από τη σχολική βιβλιοθήκη, πάντοτε όμως με τη συναίνεση των διδασκάλων. Σε ορισμένες περιπτώσεις η βράβευση τους με «βιβλίδια», όπως Ιερές Συνόψεις, γινόταν από την κυβέρνηση.

  

Διδακτικά Βιβλία Ελληνικών σχολείων

 

Ο Κυβερνήτης φρόντισε επίσης για τη συγγραφή βιβλίων των τυπικών ή ελληνικών σχολείων. Με το υπ’ αριθ. 46 διάταγμα της 18 Οκτωβρίου 1829 συγκροτήθηκε επιτροπή από τον ιεροδιάκονο Γρηγόριο Κωσταντά και τους διδασκάλους Γεώργιο Γεννάδιο και Ιωάννη Βενθύλο. Έργο τους ήταν να παρουσιάσουν στην κυβέρνηση «Γραμματικήν και Ανθολογίαν των Εγκυκλίων μαθημάτων της Ελληνικής γλώσσης».

Η επιτροπή σε σύντομο χρονικό διάστημα στις 17 Νοεμβρίου 1829 ολοκλήρωσε τον κατάλογο με τα απολύτως αναγκαία βιβλία τα οποία η κυβέρνηση έπρεπε να προμηθευθεί από τη Γαλλία και τη Γερμανία, αξίας 600 ταλλήρων. Παράλληλα ετοίμασε «σχέδιον» με βιβλία για τη χρήση των σπουδαστών «της προπα­τορικής σοφίας».

Το ενδιαφέρον της επιτροπής επικεντρώθηκε στην έκδοση «Ανθολογίας» με κείμενα από τη θύραθεν γραμματεία. Τα ανθολογημένα κείμενα πεζογράφων και ποιητών έπρεπε να εκδίδονται σταδιακά κατά τομίδια και θα ανέρχονταν σε δεκαεννέα. Κρίθηκε μάλιστα σκόπιμο να συνοδεύονται με σύντομη βιογραφία του συγγραφέα και με επαρκείς γραμματικές και ετυμολογικές σημειώσεις για την καλύτερη κατανόηση τους. Η επιτροπή πρότεινε επίσης την έκδοση μιας σειράς συμπληρωματικών έργων που θα διευκόλυναν την αρχαιομάθεια των σπουδαστών, των εξής: «Λεξικόν σύντομον, μονότομον τής παλαιάς γλώσσης (οίον το του Schmidt). Γραμματικήν της ελληνικής γλώσ­σης (τεχνολογικόν – συντακτικόν). Συναγωγή των πρωτοτύπων λέξεων της Ελληνικής. Νέα Διαθήκη μετά σημειώσεων γραμματικών και άλλων. Μετρικήν. Ρητορικήν. Ποιητικήν. Φιλοσοφίαν. Ιστορίαν της Φιλοσοφίας. Εγκυκλοπαιδείαν και Μεθολογίαν της φιλολογίας. Ιστορίαν της Παιδαγωγίας, και κυρίως Παιδαγωγίαν. Διαιτητικήν.»

Από τον αριθμό και την ποικιλία προτεινομένων βιβλίων φαίνεται ο μονοδιάστατος εκπαιδευτικός προσανατολισμός των ελληνικών σχολείων προς την κλασική μόρφωση. Η ύλη και η δομή των αρχαίων συγγραμμάτων ήταν αποτέλεομα εμπεριστατωμένης έρευνας και μελέτης άξιων εκπαιδευτικών. Η επιτροπή, λαμ­βάνοντας προφανώς υπόψη την οικονομική αδυναμία του δημόσιου ταμείου, πρότεινε τη σταδιακή έκδοση τους σε τομίδια από τα «απλούστερα εις τα δυσκολότερα», έτσι ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των μαθητών ανάλογα με την πρόοδο τους. Γεγονός είναι ότι υπήρχε η βούληση για την έκδοση αξιόλογης «Ανθολογίας» αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.

Η κυβέρνηση πάντως μερίμνησε και εφοδίασε τα ελληνικά σχολεία, δημόσια και ιδιαίτερα, με αξιόλογα έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, αλλά και θετικών επιστημών τα βιβλία είχαν εκδοθεί στο σύνολο τους σχεδόν στο εξωτερικό πριν ή κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όπως προκύπτει από τον «Κατάλογον των στελλομένων βιβλίων εις τά κατά τήν Έπικράτειαν Ελληνικά Σχολεία», τα εξής:

 «Λυκούργου κατά Αεωκράτους λό­γος, Απολλοδώρου κ.λ. Μυθολ. βιβλιοθήκη, Ευτροπίου επιτομή Ρωμαϊκής Ιστορίας, Αρριανού τά σωζόμενα, Οι δέκα ρήτορες, Θουκυδίδης, Τα αρέακοντα τοις φιλοσόφοις, Γενουησίου Μεταφυσική, Τακουεντίου Γεωμετρία, περί Συστήματος τού παντός, Αισχύνου Σωκρατικού διάλογοι, Αρριανού εις Έπίκτητον διατριβαί, Περί συγγενείας της Σλαβονορρωοσικής και Ελληνικής γλώσσης, Συλλογή παλαιών γεωγράφων, Σειρά μαθηματικών Καρανδηνού, Υγιεινά παραγγέλματα Καραθεοδωρή, Άτακτα Κοραή, Γεω­γραφία Ν. Θεοτόκη, Μαθηματική φυσική Κούμα, Επιτομή παλαιάς Ιστορίας Σιλλη-βέργου, Τό Δίκαιον τών Εθνών Βάτελλ, Εισαγωγή εις των Γραμματικήν, Σύλλεκτα έκ των Θουκυδίδου, Ηροδότου Ιστοριών, Επιτάφιοι λόγοι των παλαιών, Κριτικός επιστάσεις επί των παρεκβολών Νεοφύτου, Σχόλια εις το δ΄ του Γαζή, Πολυαίνου Στρα­τηγήματα, περί εκφωνήσεως των Ελληνικών στοιχείων, Ηθική Ν. Βάμβα, Συντακτικόν Σκαλιόρα, Ομήρου Ιλιάς, Όμηρου Οδύσσεια, Ιστορία Π. και Ν. Γραφής Γαλαγάνη».

Φτωχή πρέπει να ήταν η βιβλιοθήκη της ιδιαίτερης ελληνικής σχολής Άργους, του Παναγιώτη Κορδία. Ο Τοποτηρητής Αργούς, Ιωάννης Βρατσάνος, σημειώνει ότι «υστερείται όλα τα αναγκαία».

Η Γραμματεία Παιδείας διέθεσε στις αρχές Αυγούστου του 1832 στην ελληνική σχολή (έλληνικόν παιδευτήριον) Ναυπλίου εβδομήντα πέντε τόμους βιβλίων (τριάντα οκτώ τίτλοι) για τον εμπλουτισμό της σχολικής βιβλιοθήκης  καλούσε μάλιστα τους εφόρους της σχολής να τα παραλάβουν εγκαίρως από τις αποθήκες του Ναυπλίου.

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

 Σημείωση Επιμελητή


 

Παραθέτουμε ορισμένους τίτλους και μια σύντομη περιγραφή  από τα βιβλία του Σ. Κομμητά για να γίνει πιο κατανοητό το τη διδασκόταν στα αλληλοδιδακτικά σχολεία. 

  • Γεωγραφία Παλαιά, Περιέχουσα τας ονομασίας των τόπων, και πόλεων, και διαφόρων μερών της γής, οίον, επικρατειών, επαρχιών, ποταμών, θαλασσών, και των τοιούτων, καθώς τα ωνόμαζον οι παλαιοί.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Γεωγραφία Νέα. Περιέχουσα τας εν γένει γεωγραφικάς θεωρίας εν επιτομή και εκάστου των γενικών μερών της γης τα διάφορα μέρη, Επικρατείας, Επαρχίας, ποταμούς, θαλάσσας, πόλεις, και ει τι τοιουτότροπον.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  •  Ελληνικά συλλεγέντα μετ΄ εκλογής εκ των Ελλήνων αρίστων Συγγραφέων. Οις προσετέθησαν και αναγκαίαι υποσημειώσεις, και Λεξικά, ονοματικόν τε και λεκτικόν, εις τε των δυσχερεών σαφήνειαν, και των Λέξεων εξήγησιν. Τόμος Α’.: Περιέχων εκ διαφόρων συγγραφέων διάφορα, οίον αστεία, μύθους, διηγήματα, διαλόγους, και τα τοιαύατ, χρήσιμα διά τους πρωτοπείρους. – Τόμος Β’.: Περιέχων εκ των Λουκιανού διαλόγων ε’, εκ των Πλάτωνος γ’, τον Πίνακα του Κέβητος, και εκ της Κύρου Παιδείας του Ξενοφώντος. – Τόμος Γ’.: Περιέχων εκ των παλαιών αρίστων ρητόρων λόγους τινάς κατ’ εκλογήν, και εκ των μεγάλων διδασκάλων της εκκλησίας Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου του Θεολόγου, και Βασιλείου του μεγάλου.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, τ. 1. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκη. 1828.

  • Μυθολογία, περιέχουσα, την Ιστορία των Θεών, την ιεροπραξίαν την προς αυτούς, και την ιστορίαν των Ηρωικών αιώνων.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών, Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1827.

  •  Αναγνωστικά. Ονομαστικόν. περιέχον όσα συμβάλλουσιν ου μόνον εις έτι ευχερεστέραν ανάγνωσιν εν επιγνώσει, αλλά και εις γνώσιν πραγμάτων οικιακών τε και φυσικών.

Παιδαγωγικά μαθήματα. Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, ….Εν Πέστη … 1827.

  •  Αναγνωστικά. Εκλογάριον, περιέχον όσα συμβάλλουσιν εις ευχερή ανάγνωσιν εν επιγνώσει΄ οίον Αστεία, Μύθους, Ιστορίδια ηθικά, και των ενδοξοτέρων Ελλήνων τους βίους εν επιτομή.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Εκκλησιαστική Ιστορία, περιέχουσα, τα αναγκαιότατα συμβεβηκότα εις την ιεράν Εκκλησίαν΄ οίον ΄ το κήρυγμα της πίστεως, τους διωγμούς, τας αιρέσεις. τας συνόδους, και τλ.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών. Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, αωκζ’. 1827.

  •  Ελληνικά. Γραμματική, περιέχουσα τους Τύπους, τους αναγκαίους κανόνας της Τεχνολογίας, της Ετυμολογίας, της Συντάξεως, και της Συνθέσεως’ και Περί Ανωμάλων Ρημάτων.

Παιδαγωγικά μαθήματα.  Συντεθέντα παρά Στεφάνου Κομμητά του εκ Φθίας, Εκ Χωραρχίας μεν Κοκοσίου, Κώμης δε Κωφών… Εν Πέστη: Παρά τω ευγενεί Ματθαίω Τράττνερ τω εκ Πετρόζας, 1828.

 

Να τονίσουμε ότι ορισμένα από τα παραπάνω βιβλία είναι αυτά που διδάσκονταν στο Αλληλοδιδακτικό σχολείο του Άργους την εποχή που εξετάζουμε – άψογα διατηρημένα –  και ανήκουν στη συλλογή του Γιώργου Γιαννούση

Read Full Post »

Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός (1774 ή 1777 – 1853)


 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Ο Διονύσιος Πύρρος γεννήθηκε το1774 ( ή 1777) στην Καστανιά Τρικάλων. Σε ηλικία πέντε ετών ορφανεύει από τον πατέρα του. Έχει έναν αδελφό, τον ιερομόναχο Ιωακείμ. Το πατρικό του όνομα είναι Πούρος ή Μπούρος. Έμεινε όμως στην ιστορία ως Διονύσιος Πύρρος ό Θετταλός. Τα πρώτα του γράμματα τα μαθαίνει στην Καστανιά και αργότερα χειροτονείται ιεροδιάκονος στη μονή Μεταμορφώσεως των Μετεώρων από τον Αμβρόσιο, πρώην Τρίκκης. Τώρα αρχίζει το μεγάλο του ταξίδι. Ο Πύρρος πηγαίνει στα Τρίκαλα για να διδαχθεί την ελληνική γραμματική από τον Κοζανίτη Στάμκο. Σε λίγο καιρό πηγαίνει στον Τύρναβο για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Ιωάννη Πέζαρου. Ξεκινά η μεγάλη περιοδεία του. Θεσσαλία, Μακεδονία, Άγιο Όρος, Λήμνος, Τένεδος, Θράκη. Ολοκληρώνεται με την άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού εργάζεται στην αρχή ως οικοδιδάσκαλος και αργότερα ως γραμματέας του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Ιερεμία, χειροτονείται ιερέας από τον μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο και στη συνέχεια μαζί με τον αδελφό του Ιερομόναχο Ιωακείμ, αναχωρεί για τα Ιεροσόλυμα, επιθυμώντας να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Για δύο χρόνια ( 1803-1805)  παραμένει στις Κυδωνίες προκειμένου να παρακολουθήσει μαθήματα στο κέντρο ελληνικής παιδείας. Ένα φημισμένο σχολείο της εποχής. Εκεί, διδάσκεται μαθηματικά, φυσική και φιλοσοφία από τον Βενιαμίν τον Λέσβιο και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς από τον Γρηγόριο.

Σειρά έχει η Χίος, όπου συμπληρώνει την μόρφωσή του με μαθήματα ρητορικής, θεολογίας και αστρονομίας από τον Ιωάννη Τσελέπη. Επιστρέφει στην Μικρά Ασία για να διδάξει αυτή την φορά, μετά από αίτημα των Σμυρναίων να σταλεί ιερομόναχος δάσκαλος. Διδάσκει για μικρό διάστημα, αλλά η ανήσυχη ψυχή του ζητά κι άλλες γνώσεις, κι άλλη μόρφωση. Φεύγει για την Ιταλία. Εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές προυχόντων της Χίου προς τους εμπόρους του Λιβόρνο, σπάει την αλυσίδα των ταξιδιών του στην Ελλάδα και ξεκινά να αποκτήσει νέες εμπειρίες και γνώσεις  στην Ευρώπη.

Έρχεται στην πατρίδα του και σε λίγο, διά μέσου Κέρκυρας φθάνει στην Νεάπολη. Συνεχίζει το ταξίδι του –μετά λίγες ημέρες-προς την Τοσκάνη. Εκεί δέχεται πρόταση των Ορθοδόξων του Λιβόρνο να αναλάβει ως εφημέριος της τοπικής εκκλησίας, για τους επόμενους οκτώ μήνες. Στη συνέχεια, επισκέπτεται την Πίζα, την Φλωρεντία, την Μπολόνια και το Μιλάνο. Παρακολουθεί πρακτικά μαθήματα αστρονομίας και μαθηματικών.

Στον επόμενο σταθμό του, την Παβία, εγγράφεται στο πανεπιστήμιο (1807) και σπουδάζει ιατρική και φιλοσοφία. Στις 14 Απριλίου 1813, λαμβάνει το διδακτορικό του δίπλωμα. Το επόμενο χρονικό διάστημα παρακολουθεί μαθήματα, ως ακροατής, στις Ακαδημίες Μιλάνου και Πάδοβας. Ολοκληρώνει τις σπουδές του και την περιοδεία του στην Ευρώπη, στο πανεπιστήμιο της Βιέννης όπου θα φτάσει δια μέσου Βενετίας και Τεργέστης. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, δια μέσου Μιλάνου. Σκοπεύει να εγκατασταθεί στην Χίο και να ασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. 

Όμως, από την Ιταλία θα πάει τελικά στην Ζάκυνθο για να καταλήξει στην Πάτρα. Επόμενος σταθμός – λόγω περιέργειας – η Αθήνα. Μετά από παρακίνηση του Μητροπολίτη Αθηνών Γρηγορίου Δ΄ του Λέσβιου, παρατείνει την παραμονή του στην πόλη. Ο ηγούμενος της μονής των Αγίων Ασωμάτων Διονύσιος Πετράκης, τον πείθει να μείνει και να διδάξει ιατρική, φυσικές επιστήμες και φιλοσοφία. Παραμένει στην Αθήνα από το 1813 μέχρι το 1815. Ιδρύει το πρώτο επιστημονικό σχολείο, από όπου απεφοίτησαν οι πρώτοι γιατροί και ένα βοτανικό κήπο με 300 είδη φυτών καθώς κι ένα ορυκτολογικό μουσείο στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφρονά.

To 1815 η επιστημονική σχολή Αθηνών έχει εγκαταλειφθεί και ουσιαστικά έχει διαλυθεί, για οικονομικούς λόγους. Μετά από μια οκτάμηνη παραμονή του στην Χαλκίδα όπου μετέβη μετά από παράκληση του πασά της Εύβοιας Οσμάν, προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες, ο Πύρρος αποφασίζει να περιοδεύσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο για ένα διάστημα είκοσι μηνών. Γράφει ο ίδιος. « …εκίνησα και έκαμα την περιήγησιν της Ελλάδος, η οποία μέχρι τούδε έμεινεν ατύπωτος. Δέκα έξ μήνας έκαμα εις την περιήγησιν της Ελλάδος και πολλά εδαπάνησα εις την οδοιπορίαν μου, πλήν έμεινα κατά πολλά ευχαριστημένος ιδών τα πάντα…». 

Η Μεγαρίδα, η Βοιωτία, η Φωκίδα, η Αιτωλία, η Πελοπόννησος  και τα νησιά Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Κύθηρα, Σύρος και Τζιά, με τελικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη, είναι οι επόμενοι τόποι που επισκέπτεται. Το έργο του « Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι» αποτελείται από δύο τόμους. Στον πρώτο τόμο περιέχονται: Εισαγωγή, Γενική καταγραφή της Ελλάδος, Αρχαίοι και νεώτεροι πόλεμοι αυτής, Αττικά και Ελευσινιακά, Μεγαρικά, Βοιωτικά και Ευβοϊκά, Λεβαδιακά, Λοκρικά, Φωκικά, Ναυπακτιακά και Αιτωλικά. Στον δεύτερο τόμο περιλαμβάνονται: Κορινθιακά και Σικυωνικά, Αχαικά, Ηλιακά και Τριφυλιακά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Λακωνικά, Αργολικά, Κύθηρα, Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίν και Κέως.

Το κεφάλαιο Αργολικά θα πρέπει να το συμπλήρωσε και μετά το 1815 γιατί αναφέρει γεγονότα που έγιναν αργότερα. Η καταστροφή του Δράμαλη το 1822 και η δημιουργία του χαρτοποιείου του το 1829. Στο κεφάλαιο αυτό ο Πύρρος αναφέρεται στην Γενική Ιστορία της Αργολίδας, στους πρώτους κατοίκους, στους βασιλείς, στην κατά της Τρωάδος βοήθεια, στους πολέμους των Αργείων, στα όρη, στα ποτάμια, στους κατοίκους, στα ήθη, στη θρησκεία, στις αρχαιότητες, στις ακροπόλεις ενώ επισκέφτηκε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κεφαλάρι, τους Μύλους, το Ελληνικό, το Σκαφιδάκι, τις Μυκήνες, τα Δερβενάκια κ.α. 

Στην Κωνσταντινούπολη φτάνει το 1818, όπου Πατριάρχης είναι ο Κύριλλος. Στις 14 Ιανουαρίου του 1819, ο νέος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄τον γνωρίζει με τον αρχίατρο  του σουλτάνου Μουσταφά Πεχξέτ, ο οποίος τον εφοδιάζει με την  απαιτούμενη άδεια ( Χάτι) άσκησης ιατρικού επαγγέλματος. Εργάζεται ως γιατρός τα επόμενα δύο χρόνια και στις 20 Φεβρουαρίου του 1820 ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ τον τιμά με το αξίωμα του «αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού θρόνου» αναθέτοντας του συγχρόνως καθήκοντα ιεροκήρυκα.

 « … δεν απέρασε πολύς καιρός και ο Κόσμος τότε ανακατώθη, εν μια δε των ημερών, εις την οποίαν τότε εγίνετο το συμβούλιον παρά του σουλτάνου και των λοιπών εγκρίτων της αυλής του, δια να κακοποιήσωσι τους Χριστιανούς, ο άνω θεραπευθείς Τεσερφατσή Εφέντης, μοι λέγει μυστικώς εις την οικίαν του, ότι δια δύω, ή τρεις ημέρας, αφεύκτως πρέπει να αναχωρήσω από την Κωνσταντινούπολιν, και ύστερον, ας επιστρέψω, και τότε εάν θέλω να με κάμωσι και Πατριάρχην σχεδόν, επειδή και τότε οι Τούρκοι είχον σκοπόν να θανατώσωσι τον Πατριάρχην και τους Χριστιανούς της πόλεως, τούτο ακούσας ετρόμαξα…».

Όταν ξεσπά η επανάσταση, βρίσκεται στο Άγιον Όρος και επιχειρεί να φτιάξει πυρίτιδα για τον αγώνα. Δεν τα καταφέρνει λόγω έλλειψης πρώτων υλών. Με εντολή της κοινότητας του Αγίου Όρους περιοδεύει στην Σκόπελο, την Ύδρα και τις Σπέτσες προκειμένου να στείλουν βοήθεια στις απειλούμενες μονές κι έτσι να εμποδίσουν την καταπάτηση του Περιβολιού της Παναγίας από τους Τούρκους. Στην Πελοπόννησο και μάλιστα στην Τρίπολη βοηθά τους τραυματίες του αγώνα και συμβάλει στην καταπολέμηση της πανούκλας που πλήττει την πόλη, ενθαρρύνοντας τους κατοίκους και εκφωνώντας λόγους στις εκκλησίες.

Το 1827 επιχειρεί να οργανώσει στο Μιστρά, το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα. Η επιδρομή του Ιμπραήμ πασά τον αναγκάζει να εγκαταλείψει χαρτί και μηχανήματα και να καταφύγει δια μέσου Κυθήρων στο Ναύπλιο. Το 1829, με την συνεργασία του στρατηγού Νικηταρά ιδρύει νέο χαρτουργείο όπως το αποκαλεί, σ̉ ένα μύλο του Ερασίνου, στο Κεφαλάρι. Όμως και αυτή η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε. Το χαρτοποιείο οδηγήθηκε στην χρεοκοπία αφού ο Καποδίστριας δεν χρηματοδότησε το έργο, λόγω ελλείψεως πόρων. Όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας φυλακίστηκε για 15 ημέρες, επειδή ήταν φίλος και παλαιός δάσκαλος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.

Αλλά ούτε ο Μαυροκορδάτος μετά τον ερχομό του Όθωνα προσέφερε την παραμικρή βοήθεια προς τους δύο επιχειρηματίες. Τα μηχανήματα κατέληξαν – άχρηστα πλέον- στο σπίτι του Νικηταρά. Το 1835 έρχεται στην Αθήνα, τυπώνει πολλά από τα βιβλία του και στη συνέχεια φεύγει για το Βουκουρέστι, Ιάσιο και Κωνσταντινούπολη. Επιστρέφει στην Αθήνα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον συναντάμε στην Αθήνα να ασκεί την ιατρική με μεγάλη επιτυχία και να γράφει βιβλία. Λόγω αμοιβαίας αντιπάθειας με τον Όθωνα δεν επιδιώκει να διοριστεί καθηγητής στο Οθωναίο πανεπιστήμιο αλλά και κανένας δεν τον προτείνει με δική του πρωτοβουλία. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1853, ο αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού θρόνου, ο ιατροφιλόσοφος, ο διδάσκαλος Διονύσιος Πύρρος, καταλείπει τα επίγεια και μετοικεί στην ποθητή πατρίδα της Βασιλείας των Ουρανών.

 

Τα βιβλία του Πύρρου.

(Κατά χρονολογική σειρά).

 

  • Εκκλησιαστικόν Παραλληλοκύκλιον. Λιβόρνο 1806.
  • Χειραγωγία των Παίδων, ήτοι πραγματεία περί χρεών του ανθρώπου. Βενετία 1810.
  • Άτλας, ήτοι νέα Γεωγραφική Χάρτα. Μεδιόλανα 1814.
  • Γεωγραφία Μεθοδική απάσης Οικουμένης. Βενετία 1818.
  • Φαρμακοποιία, γενική εκ των πλέον νεωτέρων σοφών χυμικών και φαρμακοποιών. Κωνσταντινούπολη 1818.
  • Σαπιλερέ φαζιλέτ Κουλαουζού. Ασιτανετέ 1819.
  • Η προς Θεόν Ομολογία Πίστεως και το απάνθισμα του Ψαλτηρίου προς καθημερινήν Χρήσιν και προσευχήν εκάστου Χριστιανού. Βενετία 1827.
  • Γραμματική Δινυσιάς. Ναύπλιο 1827.
  • Αριθμητική. Ναύπλιο 1828.
  • Χυμική των τεχνών. Ναύπλιο 1828.
  • Εγκόλπιον των ιατρών, ήτοι πρακτική ιατρική. Ναύπλιο 1831.
  • Τριών ειδών Υδρόγειοι Σφαίραι. Αθήνα 1835.
  • Πρακτική Αστρονομία. Αθήνα 1836.
  • Επιστολή προς τον ευγενέστατον άρχοντα Θεσσαλών κύριον Αθανάσιον Παπα-Πολημέρου. Αθήνα 1837.
  • Βοτανική πρακτική προσαρμοσμένη εις την ιατρικήν και οικονομίαν. Αθήνα 1838.
  • Η ζωή του Ιησού Χριστού. Αθήνα 1843.
  • Άτλας νεώτερος περιέχων γενικώς τε και μερικώς όλας τας βασιλείας του παλαιού και νέου κόσμου εις είκοσι τέσσαρες γεωγραφικούς πίνακες. Αθήνα 1845.
  • Βίος, πράξεις και κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1846.
  • Ιερά ιστορία και Βίοι των τριών βασιλέων Σαούλ, Δαβίδ και Σολομώντος, συγκροτηθείσα κατ᾽ επιστομήν εκ της όλης ιεράς ιστορίας των εβδομήκοντα. Αθήνα 1847.
  • Βίοι των δώδεκα στρατηγών και διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1848.
  • Περιήγησις ιστορική και βιογραφία Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Αθήνα 1848.
  • Περιγραφή της εν Τήνω ευρεθείσης αγίας και θαυματουργού εικόνος της κυρίας ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και των θαυμάτων αυτής. Αθήνα 1849.
  • Φαρμακοποιία γενική πλουσιωτάτη και εντελεστάτη του σοφού Αντωνίου Καμπανά, διδασκάλου της εν Ιταλία Φερράρας. Αθήνα 1850.
  • Πανθέκτη ιερά εκκλησιαστική. Αθήνα 1850.
  • Ορυκτολογία του Βερνέρου. (ανέκδοτο).
  • Διατριβή περί της αρχαίας ελληνικής μουσικής.( ανέκδοτο).
  • Περιγραφή της νήσου Κέω. ( ανέκδοτο).
  • Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι. ( ανέκδοτο).

     

Πηγές

  

  • Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός, «Το πρώτο ελληνικό χαρτοποιείο», Εφημερίδα Μακεδονία, ένθετο «Πανσέληνος», 25 Μαρτίου 2000.
  • Αντωνίου Μηλιαράκη, «Το πρώτον εν Ελλάδι χαρτοποιείον», Εφημερίδα Ίναχος, 24 Ιανουαρίου 1903.
  • Ανδρέα Κεραμίδα, Φιλολόγου, « Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού – ΑΡΓΟΛΙΚΑ». ΑΠΟ ΕΝΕΚΔΟΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΓΙΑΝΝΗ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Εκδότης: Ηλίας Καμπανάς, 1981.

 



Read Full Post »

Άργος (1883) – Αγνή Σμιθ  (Smith Agnes, 1843-1926)


 Την άνοιξη του 1883 η Αγνή Σμιθ (Agnes Smith) συνοδευομένη από τη δίδυμη αδελφή της και μία φίλη περιηγείται την Ελλάδα της εποχής εκείνης. Είχαν φύγει στις 26 Ιανουαρίου από την Αγγλία και μετά από ένα περιπετειώδες θαλάσσιο ταξίδι έφτασαν στην ελληνική πρωτεύουσα* στα μέσα του Φεβρουαρίου. Στην πεδιάδα του Άργους έφτασαν στα μέσα Απριλίου. Καρπός της περιήγησης αυτής υπήρξε το βιβλίο Glimpses of Greek life and scenery, που εκδόθηκε στο Λονδίνο στα 1884. Παρακάτω παραθέτουμε  τις εντυπώσεις από το Άργος της εποχής εκείνης. Να σημειώσουμε ότι η Αγνή Σμιθ το 1918, προσέφερε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge το ποσό των 6.500 λιρών για την προικοδότηση μιας θέσης αναπληρωτή καθηγητή στα Νέα Ελληνικά.

 

 Άργος


 

Αγνή Σμιθ, «Βλέμματα επί του υλικού βίου και της ελληνικής τοπιογραφίας». Μετάφραση από τα αγγλικά I. Περβάνογλου. Εν Λειψία 1884.

Αγνή Σμιθ, «Βλέμματα επί του υλικού βίου και της ελληνικής τοπιογραφίας». Μετάφραση από τα αγγλικά I. Περβάνογλου. Εν Λειψία 1884.

[…] Μετά μιας ώρας οδοιπορίαν εφθάσαμεν εις Άργος. Διήλθομεν εν νυκτί δια οδών πολυάνθρωπων και ταραχή με κατέλαβεν ολίγη όταν ο Άγγελος μας ωδήγησε δια μικράς αυλής προς πενιχράν τινα οικίαν. Το δωμάτιον δεν μας εφάνη πολύ ευχάριστον μέχρις ου εφαιδρύνθη δια της παραθέσεως του γεύματος. Ο ύπνος ημών κάπως εταράχθη εκ των κινήσεων των ίππων, οίτινες φανερόν ήτο ότι ευρίσκοντο κάτωθεν ημών, ενω μας είπον ότι είχον τοποθετηθεί εις άλλο μέρος της αυλής. Οι σκύλοι, οι χοίροι και αι όρνιθες έκαμναν αδιάκοπον θόρυβον. Επειδή τα παράθυρα του κοιτώνος μας έβλεπον προς στενήν τί­να οδόν, άνθρωποι τίνες ιδιαιτέραν έδειξαν περιέργειαν ως προς την πρωινήν μας ενδυμασίαν εγώ επροσπάθησα να κλείσω τα εξώφυλλα των παραθύρων και εις τούτο λί­αν προθύμως μ’ εβοήθησε μία των εν τη οδώ γυναικών.

 Το Άργος δικαίως σεμνύνεται δια τας γυναίκας του. Υπάρχει αρχαία παράδοσις περί Τελεσίλλης τινός, ην οι νεώτεροι ιστορικοί υπέρ το δέον παρέβλεπαν. Ίσως δεν πρέπει να περιμένωμεν παρά των ανδρών ν’ αποδώσωσιν ημίν εντελή δικαιοσύνην. Η Τελέσιλλα ήτο ποιήτρια, εις την οποίαν ανηγέρθη ποτέ ανδριάς εν τη γενέτειρα αυτής πόλει· παρίστατο δε ως βλέπουσα επί της περικε­φαλαίας τη, ην εκράτει εν τη χειρί, ενω παρά τους πόδας αυτής ήσαν ερριμμένα βιβλία. Ήτο διάσημος δια τους στίχους της και δι’ άλλα κατορθώματα ακόμη.

Συνέβη ποτέ οι Αργείοι να νικηθώσιν εν τινι μετά του Κλεομένους και των Σπαρτιατών έριδί ηττηθέντες έφυγον προς το άλσος τον Άργους, εξ ου εξήλθον πάλιν πεποιθότες εις τους όρους ανακωχής. Ιδόντες ότι ηπατήθησαν έκαυσαν και το άλσος και εαυτούς, και ο Κλεομένης ωδήγησε τους στρατιώτας του εναντίον πόλεως όλως ακατοίκητου. Αλλά η Τελέσιλλα συλέξασα όλα τα εν ταις οικίαις και εν τοις ναοίς εναπολειφθέντα όπλα διένειμεν αυτά εις τας γυναί­κας, εις τους γέροντας και εις τους παίδας, και ότε έφθασαν οι Σπαρτιάται και είδον ότι αι γυναίκες δεν εφοβούντο αλλ’ ανθίσταντο γενναίως, συνεσκέφθησαν και απεφάνθησαν ότι έντιμον δεν ήτο να νικήσωσιν, ατύχημα δε μέγα να νικηθώσι, και ούτως απήλθον.

 –  Το διήγημα τούτο φαίνεται ως τι Σκωτικόν, είπεν η Εδήθ, τη οποία διηγήθην αυτό. Η μαύρη Αγνή του Δούμβαρ τα αυτά περίπου έπραξεν.

 –  Και μήπως οι Σκώτοι δεν ομοιάζουσι προς τους Έλ­ληνας; παρετήρησα εγώ. Αμφότεροι είναι ανδρείοι και από των αρχαιοτάτων ήδη χρόνων γνωστοί δια τας φυλετι­κάς αυτών αρετάς·  αμφότεροι είναι εσκεμμένοι και αγαπώσι τας θεολογικός συζητήσεις·  ζήτημα είναι επίσης τις των δύο τούτων λαών γνωρίζει καλλίτερον το συμφέρον του· οι χωρικοί όμως αμφοτέρων την αυτήν έχουσιν επίθυμίαν να ίδωσι τους υιούς των προαγόμενους εν τω κοσμώ.

 –  Η ιδέα μου περί του ελληνικού χαρακτήρος μετεβλή­θη αφ’ ότου ανεχώρησα εξ Αθηνών, είπεν η Βιολέττα. Είχον πάντοτε ακούσει ότι οι Έλληνες είναι έθνος πανούργον και δόλιον αλλ’ όλοι οι χωρικοί, άνδρες και γυναί­κες, έχουσι φυσιογνωμίαν τόσον ελκυστικήν και με τόσην ευπροσηγορίαν μας υπεδέχθησαν, ώστε δεν δύναμαι να τοις αποδώσω έλλειψιν ειλικρίνειας. Ό,τι πολύ με λυπεί είναι, ότι οι Έλληνες είναι τόσον ολίγοι.

 –  Η σμικρότης του έθνους, παρετήσεν η Εδήθ, αποδει­κνύει τον ηρωισμόν αυτού, καθότι υπέρ το ήμισυ αυτού εφονεύθη κατά τον υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα. Όταν αναλογισθώμεν ότι τούτο συνέβη προ πεντήκοντα μόλις ετών, και ότι οι Τούρκοι ούτε οικίας ούτε δένδρου σχεδόν εφείσθησαν, πρέπει να μη μεμφόμεθα τους Έλληνας δια την έλλειψιν προόδου. Οι επιζήσαντες ήσαν τόσον πτω­χοί, ώστε ολίγιστοι μόνον εξ αυτών ηδύνατο να εγείρωσι καλύβην υπεράνω της κεφαλής των. Τολμώ ειπείν ότι αυ­τοί οι προγονοί μας (οι Σκώτοι) επί πολύν χρόνον μετά την μάχην του Βαμμοκβούρν ήσαν πολύ των Ελλήνων πτωχότεροι και ελεεινότεροι.

 –  Τούτο είναι αληθές, απεκρίθην εγώ· αναγιγνώσκων τις την ιστορίαν της Ελληνικής Επαναστάσεως πείθεται ότι οι ήρωες αυτοί ουδόλως κατώτεροι ήσαν των ηρώων του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Οι περιπίπτοντες εις αιχμαλωσίαν υπεβάλλοντο εις φοβερά βασανιστήρια, τα οποία όμως ηδύναντο ν’ ανταλλάξωσι δια τιμών εάν απηρνώντο την χριστιανικήν πίστιν. Ουδείς λαός, εξαιρέ­σει των Ιουδαίων, διήλθε δια τοιούτων βασάνων. Και το πενεύμα τούτο της αυταπαρνήσεως δεν ήτο περιωρισμένον εις μίαν τάξιν ανθρώπων. Πόσους ηδύνατό τις να ευρη πτωχούς υιούς πλουσίων εμπόρων, θυσιασάντων τα υ­πάρχοντα των χάριν του έθνους!

Εστάθημεν ολίγον δια να ίδωμεν το μέγα αρχαίον θέατρον, του οποίου τα εδώλια είναι λελαξευμένα εν τω στερεώ βράχω της Ακροπόλεως. Παράκεινται ερείπια ρωμαϊκού λουτρού. Ενταύθα μικροί τίνες παίδες μας εβοήθησαν να αποδιώξωμεν δια λίθων υλακτούντα σκύλον. Ο Άγγελος αντήμειψε τους παίδας τούτους δια τίνων χαλ­κών νομισμάτων.

Ελυπήθημεν μη δυνάμενοι να επισκεφθώμεν την Τί­ρυνθα κατά την εις Ναύπλιον μετάβασιν ημών. Τα τείχη της Τίρυνθος έχουσι πάχος 25 ποδών και είναι σχεδόν α­νέπαφα. Ο Παυσανίας περιγράφει αυτά και τα λέγει Κυ­κλώπεια έργα. Ο μικρότερος των λίθων, των αποτελού­ντων αυτά, δεν δύναται ουδέ δια ζεύγους ημιόνων να μετακινηθή.

Η οδός διέρχεται την Αργολικήν πεδιάδα, ήτις κατά τον Όμηρον (Ιλιάδα I, 141) είναι το ευφορώτερον μέρος της όλης Ελλάδος. Σήμερον παράγει ελαφρούς μόνον στάχεις, αποτέλεσμα της επιπολαίας αροτριώσεως του ε­δάφους. Διήλθον κατόπιν χωρίον ονομαζόμενον οι Μύλοι και είδομεν την Λέρνην, την κατοικίαν της υπό του Ηρα­κλέους φονευθείσης ύδρας. Η οδός γίνεται ανωφερής και αι λέξεις δεν περιγράφουσι την ωραιότητα της θέσεως, ή­τις ομοιάζει πολύ προς τας ωραίας τοποθεσίας της Ελβε­τίας· τα όρη και οι λόφοι δεν είναι μεν τοσούτον κατάφυ­τοι και δασώδεις αλλά φωτίζονται υπό των ζωηρών ακτινών του ηλίου και ποικίλλονται δια των χρωμάτων πλεί­στων όσων αγρίων ανθέων. Εις απόστασίν τίνα, κείται ο ευρύς, ήρεμος, κυανούς κόλπος του Ναυπλίου, περιβαλ­λόμενος υπό μεγαλοπρεπών λόφων και φαιδρυνόμενος υπό πολλών λευκών ιστίων. Η νήσος Σπέτσαι περικλείει το πανόραμα, και εννοήσαμεν τότε πόσον ισχυρά ώφειλε να είναι η ναυτική της Ελλάδος δύναμις. Και αυτοί οι εργάται, οι κόπτοντες λίθους παρά την οδόν, διεγείρουσι την προσοχήν ημών· αι υψηλαί, εύκαμπτοι αυτών μορφαί και τα κανονικά του προσώπου αυτών χαρακτηριστικά κηρύττουσιν αυτούς απογόνους των αρχαίων Ελλήνων. Ότε εφθάσαμεν εις την κορυφήν του στενού, όλως διάφο­ρος σκηνή προσέβαλε τα βλέμματα μας· όρη εφαίνοντο συσσωρευμένα επί ορέων εν ατελευτήτω διαδοχή, αποτε­λούντα θέαν θαυμασίαν, άδενδρον μεν αλλά ζωηράν, και η καρδία ημών έπαλλε ταχύτερον επί τη ιδέα ότι ευρι­σκόμεθα εν Αρκαδία[…].

  

Agnes και Margaret Smith 


Η Agnes και η Margaret Smith γεννήθηκαν το 1843. Η μητέρα τους πέθανε μόλις τρεις εβδομάδες μετά από τη γέννηση τους και έτσι τα δυο κορίτσια μεγάλωσαν με τον πατέρα τους και πήραν την πρώτη τους εκπαίδευση από μια γκουβερνάντα. Στη συνέχεια φοίτησαν σε σχολείο στη Σκωτία, ενώ αργότερα, σε ηλικία 15 ετών, μπήκαν οικότροφες σε σχολείο στην Αγγλία. Ο πατέρας τους πέθανε το 1866, αφήνοντας τους σημαντική περιουσία, όπως και την ελευθερία να ακολουθήσουν τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τους. To 1868 ξεκίνησαν με πλοίο για τον γύρο της Ευρώπης και έφθασαν μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την Κύπρο, την Αίγυπτο, τους Άγιους Τόπους και την Ελλάδα ενώ επέστρεψαν με σταθμούς στη Βενετία και το Παρίσι. Στη διάρκεια των επόμενων είκοσι ετών η Agnes έγραψε αρκετά βιβλία, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και μυθιστορήματα καθώς και δύο περιηγητικές αφηγήσεις βασισμένες στον πρώτο αυτό γύρο της Μέσης Ανατολής και στα ταξίδια που τον ακολούθησαν: Glimpses of Greek life and scenery (1884)** και Through Cyprus (1887). Οι δύο αδελφές αναδείχθηκαν σε ειδικούς των σημιτικών γλωσσών και των βιβλικών σπουδών και έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης. Στο μεταξύ παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στο Cambridge όπου οι σύζυγοι τους κατείχαν ακαδημαϊκές θέσεις. Εκεί έζησαν και μετά τον θάνατο των συζύγων τους, ως το τέλος της ζωής τους. Φαίνεται όμως ότι ποτέ δεν ξέχασαν τις επισκέψεις τους στην Ελλάδα και την Κύπρο, ή τη γνώση τους των νέων ελληνικών που διευκόλυνε σημαντικά τις έρευνες τους στη Μονή της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά. Το 1918, η Agnes Lewis προσέφερε στο Πανεπιστήμιο το ποσό των 6.500 λιρών για την προικοδότηση μιας θέσης αναπληρωτή καθηγητή στα Νέα Ελληνικά. Η Margaret Gibson πέθανε το 1920 και η αδελφή της, Agnes, έξι χρόνια αργότερα.

 

Υποσημειώσεις


 * Δρομολόγιο: Cythera, Athens, Sunium, Marathon, Aegina, Mycenae, Argos, Tripolitza, Tegea, Sparta, Sinano(Megalopolis), Leondari, Ithome, Phigaleia, Bassae, Olympia, Kalabryta, Megaspelion, Aigion, Corinth, Galaxidi, Delphi, Arachova, Daulia, Leuctra, Corfu.

 ** Η Αγνή Σμιθ ερχόταν για δεύτερη φορά στην Αθήνα την προηγούμενη φορά, στα 1869, επανακάμπουσα από την Παλαιστίνη, είχε μείνει μερικές ημέρες σ’ αυτήν. Περιηγήθηκαν την Αττική, την Πελοπόννησο, τους Δελφούς και τη Θήβα και αναχώρησαν πάλι ατμοπλοϊκώς προς Τεργέστη στις αρχές του Ιουνίου. Καρπός της περιήγησης αυτής υπήρξε το βιβλίο Glimpses of Greek life and scenery, που εκδόθηκε στο Λονδίνο στα 1884. Το βιβλίο αυτό — μια έμμεση απάντηση στις κατά των Ελλήνων κατηγορίες των Marc Twain και Edmond About (La Crece  contemporaine) — μεταφράστηκε το  Νοέμβριο του 1884) στα ελληνικά και τυπώθηκε στη Λειψία το 1885.

 

Πηγές


  •  Κώστας Δανούσης, «Το Άργος της Αγνής Σμιθ 1883», περιοδικό Αναγέννηση, Μάιος 1999.
  •  David Holton, « Οι Νεοελληνικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Cambridge».
  •  Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ

Read Full Post »

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)


  

Ιωάννης Κοκκώνης, εκπαιδευτικός και παιδαγωγός μεγάλου κύρους.

 

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Γεννήθηκε το 1795 στο Καστρί Αγίου Πέτρου (Κυνουρίας) άλλα μεγάλωσε στη Σμύρνη, όπου έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Πήγε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος, και επέστρεψε στη Σμύρνη. Με την έκρηξη της Επανάστασης του ’21 ήρθε στην Ύδρα και αργότερα έφυγε για το Παρίσι (το 1824 βρίσκεται εκεί), όπου σπούδασε παιδαγωγικά στο πρότυπο του Παρισιού με διευθυντή τον Παιδαγωγό Ch. Sarasin. Tο 1829 επιστρέφει στην Ελλάδα και τίθεται στη διάθεση του Καποδίστρια. Έτσι, στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου έτους ορίζεται μέλος της επί της Προπαιδείας Επιτροπής, καθώς και εισηγητής στην κρίση των Οδηγών της Αλληλοδιδακτικής. Το 1830 μεταφράζει τον «Οδηγό της Αλληλοδιδακτικής» του Sarasin, πού αποτέλεσε για πάρα πολλά χρόνια το διδακτικό όπλο των δημοδιδασκάλων, και τον Οκτώβριο του ιδίου χρόνου διορίζεται «επιθεωρητής των κατά την Πελοπόννησον εκπαιδευτικών καταστημάτων», θέση πού κράτησε ως τις αρχές τού 1832, οπότε και παραιτήθηκε «δια την πολιτικήν μεταβολήν».

 « Την 6 του παρόντος περί την 4 ώραν από μεσημβρ. φθάσας εις Άργος επήγα αμέσως εις το Αλληλ. σχολείον, εις τον διδάσκαλον του οποίου επαρουσιάσθην ως ξένος ταξιδιώτης περίεργος να ίδω το σχολείον του. Είχε τελειώσει εκείνην την ώραν το μάθημα της γραφής και έμελλε ν’ αρχίσει την ανάγνωσιν.  Περιεργάσθην τους τρόπους καθ’ ούς γίνεται το μάθημα τούτο από ημικύκλκιον εις ημικύκλιον διαβαίνων και τα προστάγματα εν ταυτώ· εύρηκα δε και ταύτα και εκείνα γινόμενα όχι ακριβώς κατά τον οδηγόν. Τον ηρώτησα « τίνος μέθοδον ακόλουθη » και μ’ απεκρίθη ότι του Σαραζίνου, δεν είναι όμως ακριβώς βαλμένα εις πράξιν, διότι οι πρωπόσχολοί του δεν εγυμνάσθησαν ακόμη ικανώς εις τούτο. Μάθημα αριθμητικής δεν έκαμεν, επειδή διατρίψας πολύ εις την Γραφήν είχεν εξορίσει. Τη επαύριον επαρουσιάσθην το πρωί, πριν αρχίση έτι το μάθημα οδηγηθείς εις το σχολείον παρά του γραμματέως του Τοποτηρητού … ».

Στις 10/22 Αύγουστου του 1833 διορίζεται «συνεργάτης επί της διατηρήσεως των αρχαιοτήτων δια τας νήσους καθεδρεύων εν Σύρα», άλλα τον Σεπτέμβριο τού 1834 απολύεται για λόγους οικονομίας. Τον Οκτώβριο του 1835 διορίζεται προσωρινός και από τον Απρίλιο του 1836 μόνιμος Διευθυντής του Διδασκαλείου και των δημοτικών σχολείων, θέση πού κράτησε ως τις 30 Ιουλίου 1852, οπότε και αντικαταστάθηκε από τον Γ. Χρυσοβέργη.

Το 1839 εξέδωσε το περιοδικό «Ο Παιδαγωγός», πού το έγραφε σχεδόν μόνος του, ενώ κατά τη μακρόχρονη σταδιοδρομία του έγραψε και εξέδωσε πάρα πολλά διδακτικά βιβλία (αλφαβητάρια, πίνακες αλλη­λοδιδακτικούς, εγχειρίδια φυσικής και γεωγραφίας κ.ά.).

Το 1855 συμμετέσχε σε επιτροπή για τη βελτίωση του Οδηγού της Αλληλοδιδακτικής, το 1863 διορίστηκε μέλος τού 5μελούς Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, άλλα τον επόμενο χρόνο απολύθηκε μαζί με τα άλλα μέλη. Πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 1864.

 

Πηγές

  • Δαυίδ Αντωνίου, « Οι απαρχές του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Νεοελληνικό Κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1833», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1992).
  • Δασκαλάκη,  ( Γ.Α.Κ., Υπ. Θρησκείας, φάκ. 32, Σχολικά, 8 Οκτωβρίου 1830).

Read Full Post »

Εβλιγιά Τσελεμπή (1611-1682)


 

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή (τουρκ. Evliya Çelebi, αραβ. اوليا چلبي) ήταν Τούρκος χρονογράφος και περιηγητής. Περιηγήθηκε στην Πελοπόννησο το έτος 1668, και περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Για την Αργολίδα και ιδιαίτερα για το Άργος και το Ναύπλιο δίνει ιδιαίτερες πληροφορίες  στο έργο του, Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

Evliyâ Çelebi

Evliyâ Çelebi

Ο Τούρκος περιηγητής Evliyâ Çelebi γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη  στα 1611 η 1612, και πέθανε περί το 1682. Ο πατέρας του ήταν αρχιχρυσοχόος στην Πόλη, και από τη μητέρα του συγγένευε με τον Αχμέτ πασά, υπασπιστή και αργότερα μεγάλο βεζίρη του Μουράτ Δ’. Οι κοινωνικές σχέσεις που μπόρεσε ν’ ανάπτυξη, χάρη στη συγγένεια αυτή και η ωραία φωνή, με την οποία ήταν προικισμένος, τον βοήθησαν  να μπει πολύ νέος στο παλάτι και να λάβει μεγάλη μόρφωση. Ο σουλτάνος εκτίμησε τη φωνή του, όταν, στο ραμαζάνι του 1636 (=τουρκ. 1045), τον άκουσε να ψέλνει στην Αγία Σοφία.

Άρχισε τις περιοδείες του, στα 1640, από την Προύσα, ακολουθώντας συνήθως τα τουρκικά στρατεύματα, πότε σαν πολεμιστής, πότε σαν μουε­ζίνης, άλλοτε με διπλωματική αποστολή και άλλοτε με δική του πρωτοβουλία, «για νά γνωρίση τόν κόσμο». Ταξίδεψε επί 40 χρόνια και επισκέφτηκε την Αίγυπτο, τη Μέκκα, την Περσία, τη Μικρασία, Κριμαία, Μολδαβία, Αυστρία, Δανία, Ολλανδία και Σουηδία. Η εποχή κατά την οποία ταξίδευε ο Evliyâ συμπίπτει με τη μεγάλη ακμή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το ταξίδι του στην Ελλάδα, με συνοδεία τρεις υπηρέτες και τρεις «συντρόφους», άρχισε στα 1668. Ξεκίνησε από την Αδριανούπολη στις 27-2-1668, με προορισμό το Ηράκλειο της Κρήτης, όπου συνεχιζόταν ο τουρκοβενετικός πόλεμος, διέσχισε την Ελληνική Χερσόνησο, και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς έφτασε στην Αθήνα, και κατόπιν στην Πελοπόννησο.

Evliyâ Çelebi

Evliyâ Çelebi

Η κλίση του για τα ταξίδια φάνηκε ήδη από το 1630, οπότε και για δέκα χρόνια θα περιηγηθεί την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Τις εντυπώσεις του θα καταγράψει στο πρώτο του βιβλίο. Το 1645 πήρε μέρος στον πόλεμο της Κρήτης και παραβρέθηκε στην άλωση των Χανίων. Το επόμενο έτος θα επισκεφτεί ως τελώνης την  Μικρά Ασία (2ο βιβλίο). Στο τρίτο του βιβλίο θα περιγράψει τα ταξίδια του την κεντρική Ασία, την Συρία, την Παλαιστίνη και την σημερινή Βουλγαρία. Το τέταρτο βιβλίο του αναφέρεται στην κεντρική Μικρά Ασία και στη Βαγδάτη. Το πέμπτο και το έκτο βιβλίο του αναφέρονται γενικά στις χώρες της Σερβίας, της ΒΑ Μακεδονίας, της Αυστρίας, της Βενετίας. Το έβδομο βιβλίο του αναφέρεται στις περιοχές στις ευρωπαϊκές χώρες που βρέχονται από τη Μαύρη Θάλασσα. Μετά πέρασε στην Κασπία και το 1666 έφτασε στο Αζόφ. Το όγδοο βιβλίο του αναφέρεται ολόκληρο στον Ελληνικό χώρο.

Στον τόμο που ασχολείται με την Ελληνική χερσόνησο υπάρχουν πολλές ανακρίβειες σχετικά με την αρχαιοελληνική ιστορία. Υπερεκτιμά τις λαϊκές παραδόσεις και τις παρουσιάζει σαν ιστορικά γεγονότα. Προσφέρει σημαντικό υλικό για την περιοχή και την ζωή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Είναι πιστός στη θρησκεία του και περιφρονεί τους αλλόθρησκους, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανών. Χαρακτηριστικά, τους Έλληνες τους αποκαλεί «κιαφίρ», δηλαδή «άπιστους». Σημειώνει κάθε πληροφορία όπως την ακούει και την παραθέτει χωρίς σχόλια. Παραθέτει πολλούς αριθμούς, ειδικά όταν φτάνει στις πόλεις. Γενικά, το έργο του είναι ανεκτίμητης αξίας για την ιστορία της Ελλάδας.

  

Πηγές

  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 
  • Θάνος Κονδύλης, « Οι πόλεις της Ηπείρου στα κείμενα ξένων Περιηγητών», μέσα 17ου – μέσα 19ου αιώνα.

Read Full Post »

Ναύπλιο 1668 – Εβλιγιά Τσελεμπή 

 

 Ο Τούρκος περιηγητής Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1668, περιγράφει λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. Ας δούμε τη γράφει για το Ναύπλιο στο βιβλίο του Seyahatnâme [Οδοιπορικό]. 

 

[…] Αποδώ – εννοεί από το Άργος – με κατεύθυνση προς ανατολάς, μετά δύο ώρες φτάσαμε στο χωριό Κότσιγια, και συνεχίζοντας το δρόμο μας νότια ήρθαμε μετά μιαν ώρα στο παλιό Ναύπλιο. Ανάμεσα σε αμπέλια ήταν ένα πέτρινο ερειπωμένο κτίσμα. Αφού γυρίσαμε μια ώρα αυτό το μέρος, φτάσαμε στο Φρούριο του Ναυπλίου.

Στην Ιταλική και φράγκικη γλώσσα λέγεται Ανάπλιγε. Ο Πορθητής δε μπόρεσε να το κατάκτηση έπειτα από πολιορκία του. Δε μπόρεσε επίσης να το κατάκτηση και ο σουλτάνος Βαγιαζίτ, αν και το είχε πολιορκήσει. Το έτος …. το κατέκτησε ο βεζίρης του σουλτάνου Σουλεϊμάν Γκιουζελτζέ Κασίμ. Αυτό το φρούριο του Ναυπλίου είναι χάσι του πασά του Μορέος και βοϊβοδαλίκι. Ο διοικητής του δικαιούται σε πληρωμή 300 ακτσέδες. Είναι ιερός καζάς. Ο ιεροδίκης του εισπράττει 10 πουγγιά τό χρόνο.

 

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

 

Εδρεύουν εδώ: μωαμεθανός θρησκευτικός αρχηγός, ο αντιπρόσωπος των σερίφηδων της Μέκκας «παρά τω χαλίφη», ο sursat, o nuzul, επιμελητεία, τελώνης, λογιστής, φοροϋπάλληλος, αρχιτέκτων, o κετχουντάς των ιππέων, ο αρχηγός των γενιτσάρων, ο εντεταλμένος για τον κεφαλικό φόρο, ο αποθηκάριος και ο επιθεωρητής των αποθηκών. Όλες οι προμήθειες και οι τροφοδοσίες πού έπρεπε να αποσταλούν στην Κρήτη είχαν στοιβαχτή εδώ σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Η πόλη είχε μεταβληθή σε ωκεανό από ανθρώπους. Υπάρχουν ο αγάς του φρουρίου, 20 αρχηγοί των στρατιωτών, οι αρχηγοί (:αγάδες) των δεξιών και των αριστερών πτερύγων του στρατού, ο αγάς των εθελοντών, ο αζέπ, μπεσλϊ, πυροβολητές, θωρακοφόροι, καπετάνιος, λιμενάρχης, οι αρχηγοί του φρουρίου του κυματοθραύστη. Οι άπιστοι Έλληνες είχαν επικεφαλής τους Portoports (συμβολαιογράφος ή πρωτόπαπας)  τους. Υπάρχουν πολλοί φεουδαρχίες και πρόκριτοι, πολλοί μορφωμένοι, πολλοί πασάδες και πολλοί γιοι των μπέηδων…  Ιδιαίτερα, από τα παιδιά του Μαριόλ ο Απτή πασάς, ο Μουσταφά πασάς, ο Χασάν πασάς. Πρόκειται για ναυάρχους με δυο ουρές, οι όποιοι αναστατώνουν τη Μεσόγειο.

 Οι τοίχοι του φρουρίου: Το φρούριο βρίσκεται στο τέλος του κόλπου του Ναυπλίου, πάνω στην παραλία. Είναι αρκετά μακρύ και τριώροφο, με γερούς τοίχους. Υπάρχει τζαμί  του Σουλεϊμάν Χάν (σουλτάνου), πού έγινε από εκκλησία. Ανέβηκα στο μιναρέ αυτού του τεμένους με 65 σκαλοπάτια και έκανα σχέδιο της πόλεως. Το τζαμί έχει μεγάλη στέρνα. Υπάρχουν επίσης 200 μουσουλμανικά σπίτια. Στο εσωτερικό φρούριο δεν υπάρχουν αμπέλια και κήποι. Προς το νότιο μέρος δεν υπάρχει τείχος. Στο ανατολικό μέρος του εσωτερικού κάστρου υπάρχουν τέσσερα φρούρια. Έχει πόρτα προς τη Δύση. Το εσωτερικό είναι (κατάλληλο για;) πεδίο μάχης. Έχει ένα τέμενος και πέντε σπίτια. Όταν πάς προς τα κάτω, έχει ακόμη ένα φρούριο, ακόμη πιο κάτω είναι ένα άλλο φρούριο. Είναι θάλασσα από τα τέσσερα μέρη. Το σημείο της συμβολής με τη ξηρά είναι 500 βήματα. Μπροστά στη μεγάλη πόρτα του φρουρίου υπάρχει μια αίθουσα συνεδριάσεων.

Η πόλη κάτω από το φρούριο: (Το φρούριο) βρίσκεται στην παραλία. Η περιφέρεια του φτάνει τα 4.000 ανοιχτά βήματα. Έχει 42 πύργους βασιλικούς και γύρω πέντε πόρτες. Υπάρχουν 1.600 σπίτια των βεζίρηδων, των μπεηλερμπέηδων (στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές μιας περιοχής) και των προκρίτων. Στο επάνω φρούριο τέτοια παλάτια δεν υπάρχουν. Τα παλάτια του Mcryologlu και του Seyhi εφέντη είναι ξακουστά.

Τζαμιά. Επειδή ή κοινότητα είναι μεγάλη, μέσα στην αγορά του υπάρχουν δύο τζαμιά. Στο επάνω φρούριο υπάρχει τζάμι του Σουλεϊμάν Χάν. Καταστήματα. Υπάρχουν 200 καταστήματα, τρία χάνια και μερικές βρύσες. Ικανοί τεχνίτες μικρού παζαριού. Έξω από τη μεγάλη πύλη υπάρχουν 50 μαγαζιά. Την Κυριακή γίνεται μεγάλο παζάρι.

Τα νερά του. Αυτή ή πόλη υδρεύεται από δύο μέρη. Τα νερά της όμως είναι ζεστά. Το νερό του Κασίμπασα είναι γλυκό. Οι ωραίες γυναίκες είναι ενάρετες και σπιτικές. Είναι επίσης πνευματώδεις και ένα κομμάτι ήλιου. Τα σπίτια των αρχόντων είναι Απτίπασα, Μουσταφάπασα, Χασάνπασα, Σεί­χη εφέντη. Οι γιατροί είναι πολλοί: ο Ρωμιός Μιχαλάκης και ο σκλάβος του Απτίπασα Μανολάκης είναι διάσημοι. Οι χειρούργοι Ουστά Habib (Θεόφιλος) και Ουστά Ρετζέπ.

 Το ντύσιμο. Οι ωραίοι νέοι φορούν prangone από τσόχα ποικιλόχρωμη. Όλοι είναι λεβέντες. Οι γυναίκες φορούν φερετζέδες από τσόχα πολύχρωμη και σκεπάζουν λίγο τα πλατιά τους κεφάλια. Τα ονόματα των προστατών των πλοίων είναι: Νταή Μουράτ, νταή Σετχάζ, νταή Άλβέζ, νταή Κακομοίρης. Οι υπηρέτες είναι Φράγκοι: Περβίζι, Σαχβάζι, Χεχζάτ, Μοχλί, Μπαλί. Ονόματα σκλάβων γυναικών: Άταμπέ, Κατιμπέ, Σαχιμπέ, Μουσεμμά, Τζανφετά, Σουριζέ.

Το κλίμα του. Σύμφωνα  με τούς μάγους και τούς αστρολάβους, στην 28° βρέθηκε στον αστερισμό του Ζυγού και της Αφροδίτης. Το κλίμα του είναι πολύ γλυκό. Οι εκκλησίες. Προς τη δυτική πλευρά της πόλεως, μέσα στις συνοικίες των άπιστων υπάρχουν εφτά εκκλησίες. Οι κάτοικοι είναι έμποροι, ναυτικοί και μαραγκοί. Παράξενο τιλισίμ. Σ’ αυτή την πόλη δεν υπάρχουν ούτε υπήρξαν ποτέ φίδια, σκορπιοί και σαρανταποδαρούσες. Συνεπεία περιέργου τιλισίμ, κάθε χρόνο (ψάρια) κέφαλοι πού έρχονται εδώ να επισκεφτούν το φυλαχτό τους, ψαρεύονται. Το σιτάρι και το μπαμπάκι τους είναι περίφημα. Παράγουν λίγα κριθάρια και φακές. Τα σταφύλια τους είναι πολύ ζουμερά. Οι ελιές, τα σύκα, τα ρόδια είναι περίφημα. Χειμώνα και καλοκαίρι δεν λείπουν τα μαρούλια, το κάρδαμο, σαλάτες, κρεμμύδια και λοιπά χορταρικά τους. Ο μπακλαβάς τους, πού λέγεται güllac και το περδικονέφρι τους πουθενά άλλου δεν υπάρχουν. H λεμονάδα με αγνό μέλι και το σερμπέτι τους από ρόδια είναι περίφημα. Το κρασί είναι κόκκινο σαν το αίμα του γερανού, άλλα λένε πώς δεν προκαλεί μεθύσι. Γύρω στην πόλη υπάρχουν 18.000 αμπέλια.

 Στο λιμάνι της χωρούν, το ένα κοντά στο άλλο, 1.000 καράβια, άλλα σε περίπτωση αγκυροβολιάς χωρούν τριακόσια καράβια. Μια φορά το χρόνο έρχονται προς το φρούριο του Καστελιού αμέτρητοι κέφαλοι, γιατί υπάρχει τελεσίμ του ψαριού. Στη μέση του μεγάλου λιμανιού, πάνω στην κορφή ενός μικρού νησιού υπάρχει φρούριο του Καστελιού τετράγωνο, πού φυλάει το λιμάνι. Η περιφέρεια του είναι 300 βήματα. Υπάρχουν εκεί: ένα τζαμί, πέντε σπίτια και πενήντα υπερασπιστές του φρουρίου. Τα κανόνια του φρουρίου Καστέλι αποτρέπουν ακόμη και το κάθισμα του πουλιού στην περιοχή του λιμανιού. Μέσα υπάρχει στέρνα και μεγάλα κανόνια. Σαν τόπο προσκυνήματος έχουν πρώτα το Σελίμ baba.

Αφού πορευτήκαμε από δω ανατολικά, ύστερα από δίωρη πορεία, περάσαμε το χωριό Βολυμιρό, πού είναι τσιφλίκι του σπιτονοικοκύρη μας Σείχ εφέντη, και κατόπιν το χωριό Ήρια. Είναι τσιφλίκι του Τουρκούτ πασά. Συνεχίζοντας το δρόμο μας προς τ ανατολικά, μετά τρεις ώρες περάσαμε το μοναστήρι Avgoz. Ύστερα από τέσσερις ώρες πορεία προς τα ανατολικά, περάσαμε το χωριό Ersóles, πού βρίσκεται μέσα σε πέτρες. Ακόμα πιο κάτω στην παραλία ήρθαμε σε ένα μεγάλο χωριό των άπιστων Ρωμιών. Ύστερα από τρίωρη πορεία στην παραλία, προχωρώντας παραλιακά, περάσαμε το χωριό Pasya με πενήντα σπίτια απίστων. Είναι ναχιγιές της Κορίνθου[…].

 

Πηγές

  • Evliya Çelebi, «Seyahatnâme [Οδοιπορικό]», 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • Θ. Κωστάκη, «ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο»,  Πελοποννησιακά,  14 (1980/1), 1971. 

Read Full Post »

Πρασσά Αννίτα

Αννίτα Πρασσά Η Αννίτα Πρασσά γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα στη Νεότερη Ελληνική Ιστορία. Είναι προϊσταμένη των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) του νομού Μαγνησίας στο Βόλο. Στο πλαίσιο της λειτουργίας των ΓΑΚ έχει διοργανώσει σεμινάρια και εκπαιδευτικά προγράμματα για εκπαιδευτικούς και μαθητές. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας τα γνωστικά αντικείμενα «Νεότερη Ελληνική Ιστορία» και «Διδακτική της Ιστορίας». Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα καθώς και τα δημοσιεύματά της αφορούν κυρίως τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, το Φιλελληνισμό, τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, τη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης καθώς και τη νεότερη θεσσαλική ιστορία. Έχει την επιστημονική ευθύνη ενός ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος με θέμα τον Ιωάννη Καποδίστρια. Έχει λάβει μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά. Το 1997 συμμετείχε στην επιστημονική επιτροπή του Ελληνορωσικού Επιστημονικού Συνεδρίου σχετικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια, που διοργανώθηκε στο Ναύπλιο από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας και τη ρωσική Πρεσβεία στην Αθήνα.

Έχει γράψει τα βιβλία:» Ιωάννης Καποδίστριας. Ο αναγεννώμενος Φοίνιξ» (1776-1831), εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1998, «Ο Φιλελληνισμός και η Επανάσταση του ’21», εκδ. Δημιουργία, Αθήνα 1999, «Όψεις και πραγματικότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Η περίπτωση των Κυκλάδων (1828-1832)», εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 2003. Είναι τακτική συνεργάτις του περιοδικού «Ε- Ιστορικά» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία».

Read Full Post »

Η φιλοσοφική παιδεία και το γενικότερο πνευματικό κλίμα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία την εποχή του Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους.


 

Εισήγηση του κου Γεωργίου Στείρη, λέκτορος φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εορταστική συνεδρία, Κυριακή 3 Μαΐου, στο πλαίσιο του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Αίθουσα διαλέξεων «Δαναού».

 

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Στο Μεγαλυνάριο του Α­γίου Πέτρου αναφέρεται: Τον του Βυζαντίου κλεινόν βλαστόν. Ο Άγιος Πέτρος τοποθετείται από τον υμνωδό του σε συγκεκριμένο χωροχρονικό και πολιτιστικό περιβάλλον, το οποίο επέδρασε καθοριστικά στο σχηματισμό της προσωπικότητας του και τη γενικότερη πνευματική του πορεία. Στη σύντομη αυτή εισήγηση θα περιγραφεί αδρομερώς αυτό ακριβώς το πνευματικό περιβάλλον των 9ου και 10ου αιώνων, επικεντρώνοντας στη φιλοσοφική παιδεία. Καταλήγοντας, θα επιχειρηθεί η σύνδεση του Αγίου Πέτρου με τη γενικότερη πνευματική κίνηση της εποχής του. Ο Άγιος Πέτρος γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη του β’ μισού του 9ου αιώνα, μια περίοδο ακμής, που πρώτος ο διαπρεπής βυζαντινολόγος Kurt Weitzmann αποκάλεσε Μακεδονική Αναγέννηση, επειδή επιχειρήθηκε η επαναδιαπραγμάτευση των κλασσικών ιδεωδών του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Οι επιστήμες, τα γράμματα και η τέχνη απέκτησαν μια σχετική αυτονομία  και αυθυπαρξία  έναντι της Θεολογίας ως  κλάδοι του επιστητού. Οι  αυτοκράτορες Θεόφιλος και  Καίσαρ Βάρδας αναδιοργάνωσαν το λεγόμενο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ο Λέων ο Στ’, ο επονομαζόμενος Σοφός, κατέστησε το παλάτι χώρο επιστημονικού και φιλοσοφικού διαλόγου. Ο πρώτος που πληροί το περιεχόμενο της λέξης σοφός στη μεταβυζαντινή περίοδο υπήρξε ο Λέων ο Μαθηματικός, ο οποίος ήκμασε στο πρώτο μισό του 9ου αιώνος, ανοίγοντας νέες ατραπούς στο στοχασμό.

Σύμφωνα με τα θρυλούμενα,  αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Κωνσταντινούπολη και συνειδητοποίησε ότι στη βασιλεύουσα δεν υπήρχε άνθρωπος ικανός να τον διδάξει περαιτέρω, κατέφυγε στην Άνδρο, όπου ένας άγνωστος σε εμάς σοφός τον μύησε στη ρητορική, τη φιλοσοφία, την αστρονομία, την αστρολογία, τη μουσική και τα μαθηματικά. Παράλληλα, άδραξε την ευκαιρία να μελετήσει πλήθος αρχαίων χειρογράφων που ανακάλυψε στις μοναστικές βιβλιοθήκες της νήσου. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, δίδασκε ιδιωτικά, δίχως να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ευρύτερης κοινωνίας. Όταν όμως ένας από τους μαθητές του συνε­λήφθη από τον περίφημο χαλίφη της Βαγδάτης ΑΙ Mamun, ερωτηθείς πώς απέκτησε όλες αυτές τις γνώσεις που εξέπληξαν τους Άραβες, ενημέρωσε τον ΑΙ Mamun  για την ύπαρξη του Λέοντος. Ο χαλίφης απηύθυνε επιστολή στο Λέοντα, προσκαλώντας τον στην αυλή του.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος, όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα, έσπευσε να διορίσει το Λέοντα καθηγητή στην εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων και τον απέτρεψε να ταξιδέψει στο χαλιφάτο, παρότι ο ΑΙ Mamun συνεχώς αύξανε την προσφορά του. Ο Λέων τελικά, κατόπιν πρωτοβουλίας του Καίσαρα Βάρδα, διορίστηκε καθηγητής φιλοσοφίας σε ένα καινούριο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο  έδρευε πιθανότατα στη Μαγναύρα. Το ίδρυμα αυτό πιθανότατα αποτέλεσε την απόπειρα απάντησης των βυζαντινών στην επιστημονική και φιλοσοφική ακτινοβολία του αραβικού κόσμου.

Κανένα από τα φιλοσοφικά συγγράμματα του Λέοντος δε διασώζεται, παρότι υπήρξε πρώτος εκδότης και υπομνηματιστής πλατωνικών έργων κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Στον Λέοντα αποδίδεται, αν και όχι με ασφάλεια, το σωζόμενο «Σύνοψις εις την φύσιν ανθρώπων«, έργο ιατροφιλοσοφικού περιεχομένου.

Μετά το Λέοντα στην πνευματική ζωή της Κωνσταντινουπόλεως κυριάρχησε ο πατριάρχης Φώτιος, ο λόγιος που υπήρξε η επιτομή της μακεδονικής αναγέννησης, καθώς διακρίθηκε για τη σπάνια πολυμάθεια του. Πηγές της εποχής τον εμφανίζουν περισπούδαστο στην ποίηση, τη γεωμετρία, τη φιλοσοφία και την ιατρική. Ήταν βαθιά προσηλωμένος στη μελέτη της κλασσικής αρχαιότητας και στην κράση θεολογίας και θύραθεν σοφίας. Συνέγραψε τη «Βιβλιοθήκη», μια σύνοψη της έως τότε γνωστής αρχαίας γραμματείας, μοναδική στο είδος της και πολύτιμη ακόμα και σήμερα, καθώς διασώζει στοιχεία για πολλά έργα αρχαίων συγγραφέων.  

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Στο άλλο μεγάλο του την «Αμφιλόχια», περιλαμβάνονται σχόλια στις «Κατηγορίες»  του Αριστοτέλη και άλλες συντομότερες φιλοσοφικές πραγματείες. Ο Φώτιος ενδιαφέρθηκε για τη  φιλοσοφία καθαυτή, δίχως να την αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως θεραπαινίδα της θεολογίας. Η μελέτη του κατέτεινε κυρίως στη        διαλεκτική και τη λογική, στρεφόμενος τελικά προς μια μορφή σκεπτικισμού. Παρότι αντιμετώπιζε με σεβασμό την αρχαία φιλοσοφία, δε δίστασε να ασκήσει τεκμηριωμένη κριτική στις αριστοτελικές κατηγορίες και την πλατωνική θεωρία των ιδεών. Σαφής υπήρξε παρά   ταύτα η προτίμηση του στην αριστοτελική φιλοσοφία, καθώς δεν τον ικανοποιούσε η ποιητική και μη συστηματική ανάπτυξη των φιλοσοφικών ζητημάτων από τον Πλάτωνα.    Η ενασχόληση του με τις ελευθέριες τέχνες έστρεψε εναντίον του τον συντηρητικό κλήρο, ο οποίος του προσήψε κατηγορίες για μαγεία και διαστρέβλωση των δογμάτων. Συγγενής, μαθητής και   θαυμαστής του Φωτίου υπήρξε ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός, ο οποίος   ο  διετέλεσε επίσης συμμαθητής και εξ απορρήτων σύμβουλος του αυτοκράτορα  Λέοντος Στ’ του Σοφού. Ο  Νικόλαος ο Μυστικός ήταν   εκείνος που ενδιαφέρθηκε για τον Άγιο Πέτρο και τελικά τον εξώθησε να αναλάβει καθήκοντα επισκόπου στο Άργος το 912, όταν ο Νικόλαος Μυστικός επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο, ύστερα από την καθαίρεσή του για τη στάση που τήρησε στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος.  Ο Νικό­λαος ο Μυστικός, πέρα από το ποιμαντικό του έργο, συνέθεσε μια σειρά ομιλιών, οι οποίες διακρίνονται για το υψηλό τους πνευματικό και λογοτεχνικό επίπεδο, κατατάσσοντας τον ανάμεσα στους σημαντικότερους ρήτορες της εποχής του.

 

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

Συνομήλικος του Αγίου Πέτρου και του Νικολάου του Μυστικού ήταν ο επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας, ο οποίος παρότι γεννήθηκε στην Πάτρα, ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Συνέγραψε σχόλια στις «Κατηγορίες» του Αριστοτέλη και την «Εισαγωγή» του Πορφυρίου, ενώ αντίθετα από τον Φώτιο, προέκρινε τον Πλάτωνα. Η ρήξη του με την παράδοση του Φωτίου σηματοδοτεί την αναβίωση της πολεμικής για το φιλοσοφικό πρωτείο ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, η οποία επρόκειτο να ταλανίσει για αιώνες τους πνευματικούς κύκλους του Βυζαντίου και να κληροδοτηθεί στην αναγεννησιακή Δύση. Ο Αρέθας, παρότι αρχικά συνεργαζόταν με τον Νικόλαο Μυστικό, ήλθε σε ρήξη μαζί του, καθώς ο Αρέθας μετεστράφη στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος και στήριξε τον αυτοκράτορα στη διαμάχη του με τον Νικόλαο Μυστικό.

Ο Αρέθας θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους παραγγελιοδότες χειρογράφων στα τέλη του 9 ου και στο μισό του 10 ου αιώνα. Χάρη στη δραστηριότητά του αυτή, στην οποία επιδιδόταν ήδη πριν ενταχθεί στον κλήρο, μας έχουν παραδοθεί πολυάριθμα έργα σημαντικότατων αρχαίων συγγραφέων, μεταξύ άλλων του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Αίλιου Αριστείδη, του Αθήναιου, του Δίωνος Χρυσοστόμου, του Ευκλείδη κ.α.

Συγγενής της Ζωής Καρβονωψίνας, της συζύγου του αυτοκράτορος Λέοντος του ΣΤ’, υπήρξε ο Λέων Χοιροσφάκτης, μια άλλη σημαντική προσωπικότητα της εποχής. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, στο έργο του Χιλιόστιχος Θεολογία, δείχνει να διαθέτει ενδελεχή γνώση της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και των έργων του Ψευδο – Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Τα συγγράμματα του Λέοντα Χοιροσφάκτη είχαν σαγηνεύσει τον Αρέθα, ο οποίος τα αποκαλούσε έργα ενός γνήσιου Έλληνος, με την ιδιαίτερη σημασία που ελάμβανε ο όρος στην εποχή. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, όπως και ο Αρέθας, είχαν επιδοθεί και διακριθεί στη ρητορική.

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Τη σκυτάλη της πνευματικής ηγεσίας μετά τον Αρέθα παρέλαβε ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, ο οποίος ηγήθηκε της βυζαντινής αυτοκρατορίας όσο καιρό ο Άγιος Πέτρος ήταν επίσκοπος Άργους. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διαπίστωσε ότι οι ελευθέριες τέχνες και οι επιστήμες είχαν σημειώσει κάμψη. Για την αναστροφή της κατάστασης μερίμνησε προσωπικά διορίζοντας καθηγητές στην ανακτορική σχολή.

Ο Άγιος Πέτρος εντάσσεται μέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα, του οποίου υπήρξε αντιπροσωπευτικό και εξέχον δείγμα. Του αποδίδονται επτά ομιλίες, αλλά η νεότερη έρευνα εγείρει αμφιβολίες για τον Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον επίσκοπον Μεθώνης και το Εγκώμιο εις την Αγίαν μεγαλομάρτυρα του Χριστού Βαρβάραν. Ο Κυριακόπουλος τοποθετεί τη συγγραφή όλων των ομιλιών στην περίοδο που ο Άγιος Πέτρος διέμενε στο Άργος, αλλά μόνο τρεις εξ αυτών, συγκεκριμένα ο «Λόγος εις τους Αγίους Αναργύρους», ο «Λόγος εις τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου» και εκείνος «Εις την σύλληψιν της Αγίας Άννης», περιέχουν σαφείς χρονολογικές αναφορές.

Το «Εγκώμιον εις την αγίαν Άννα» και ο «Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου» δεν χρονολογούνται με ακρίβεια. Ο Σιδεράς χρονολογεί δε τον αμφισβητουμένης πατρότητας  «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», το 890. Ο μαθητής του Αγίου Πέτρου, Θεόδωρος Μητροπολίτης Νικαίας, αναφέρει ότι ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός τον επέλεξε ως επίσκοπο, όταν, μετά την επάνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο, επιθυμούσε να επανδρώσει τις μητροπόλεις με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Ο Άγιος Πέτρος ήταν, σύμφωνα με το βιογραφικό του, ήδη γνωστός για τη μόρφωση και την αρετή του, γεγονός που μας οδηγεί να συνάγουμε ότι πιθανότητα είχε αξιόλογο συγγραφικό έργο και πριν το 912, μέρος του οποίου πιθανότατα δεν σώζεται ή δεν έχει ακόμα ανευρεθεί.

Η επιλογή του από τον πατριάρχη ως επισκόπου και η επιμονή του Νικολάου του Μυστικού να τον πείσει να αποδεχθεί τη θέση αποδεικνύει ότι ήταν ήδη γνωστός στην Κωνσταντινούπολη ως συγγραφέας και ρήτορας. Η ομιλητική παράδοση, στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 900 γνώρισε ακμή, όπως έχει αποδείξει η Αντωνοπούλου. Αντιπροσωπευτικά δείγματα της παράδοσης αυτής υπήρξαν ο αυτοκράτωρ Λέων Στ’ ο Σοφός, οι πατριάρχες Ευθύμιος και Νικόλαος Μυστικός, ο επίσκοπος Αρέθας, ο Νικήτας Δαβίδ ο Παφλαγόνιος, ο Λέων Χοιροσφάκτης και δύο ανώνυμοι ρήτορες. Ο Άγιος Πέτρος πρέπει να ανήκε στη χορεία αυτών των εξόχων πνευματικών ανδρών. Ο κύκλος τους περιελάμβανε ιερωμένους και λαϊκούς. Όλοι οι προαναφερθέντες ρήτορες συνδέονταν με τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ τον Σοφό: ο Νικόλαος ο Μυστικός ήταν συμμαθητής του και προσωπικός του γραμματέας, ο πατριάρχης Ευθύμιος πνευματικός του πατέρας, ο Αρέθας αυλικός ρήτορας, ο Νικήτας μαθητής  του Αρέθα, ο Χοιροσφάκτης υψηλόβαθμος διπλωμάτης, ο Άγιος Πέτρος επιλογή του Νικολάου του Μυστικού.

Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι ο Άγιος Πέτρος είχε σχέση με τον στενό κύκλο του αυτοκράτορα Λεόντα Στ’ και εξέχουσα θέση στους πνευματικούς κύκλους της Κωνσταντινουπόλεως. Δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός του μακαριστού Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου ότι ο Άγιος Πέτρος υπήρξε συμμαθητής του Νικολάου του Μυστικού. Αλλά και συμμαθητές να μην υπήρξαν, σίγουρα ανήκαν σε ένα στενό κύκλο λογίων, υψηλού πνευματικού και κοινωνικού διαμετρήματος, ο οποίος είχε πρόσβαση στο παλάτι.

Ο Άγιος Πέτρος είχε πιθανότατα λάβει προσεγμένη παιδεία, θύραθεν και λαϊκή, και είχε διακριθεί στα γράμματα πριν έλθει στην Πελοπόννησο, ώστε να τον εμπιστευτούν και να θεωρείται ομότεχνος και ισάξιος όλων των προαναφερθέντων. Η δε επιλογή των γονέων του να ονομάσουν το μικρότερο αδελφό του Αγίου Πέτρου, Πλάτωνα να είναι ενδεικτική της μόρφωσης, της κοινωνικής θέσης και των πνευματικών ενδιαφερόντων τους, τα οποία ήταν προφανώς απόλυτα ευθυγραμμισμένα προς τις προτιμήσεις των πλέον προβεβλημένων εκπροσώπων της μακεδονικής αναγέννησης. Προς επίρρωση των προαναφερθέντων, στις σωζόμενες ομιλίες του Αγίου Πέτρου είναι η άριστη γνώση και χρήση της ελληνικής, η λογιότητα και η μεγαλοπρέπεια του ύφους, αλλά και η άρτια θεολογική του κατάρτιση.

Στον αμφισβητούμενο δε «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», απαντώνται μνείες που επιτρέπουν να εικασθεί η εξοικείωση του συγγραφέα με την κλασσική γραμματεία και την αρχαία φιλοσοφία, τις οποίες δεν αναπαράγει δουλικά. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται η πλατωνική τριμερής διάκριση της ψυχής σε λογιστικόν, επιθυμητικόν και θυμοειδές, χωρίς όμως να αναφέρεται ρητώς η πατρότητα της θεωρίας. Επίσης ο συγγραφέας συγκρίνει τη στάση του Σωκράτη ενώπιον του θανάτου με αυτή του Αγίου Αθανασίου, επισκόπου Μεθώνης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο «ημέτερος» αγιος σαφώς υπερτερεί αυτού για τον οποίο ΄επαίρονται΄΄ οι Έλληνες.

Συμπερασματικά, ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους δεν κατήγαγε άθλα μόνο στον εκκλησιαστικό στίβο, δεν προσέφερε μόνο σπουδαίες υπηρεσίες στο ποίμνιό του, αλλά υπήρξε και σημαίνον πνευματικό μέγεθος της εποχής του. Προς αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται ίσως να στραφεί περισσότερο η σύγχρονη μελέτη.

   

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Αργειακό Βήμα», την Τετάρτη 20 Μαΐου 2009.

 

 

Read Full Post »

Κεγχρεαί – Πυραμίδα του Ελληνικού (Σ. Κ. Προφαντόπουλου,1895)

 

Από το βιβλίο του  Σ. Κ. Προφαντόπουλου, «Αρχαία μνημεία Ναυπλίας και Άργους», που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1895 αναδημοσιεύουμε  απόσπασμα, το οποίο αναφέρεται στην Πυραμίδα του Ελληνικού. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον κείμενο, που εκτός των άλλων μας δίνει και μαρτυρίες των βοσκών για την  πυραμίδα και τα αρχαία που βρέθηκαν κοντά της.

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Από του ναού τού Κεφαλαρίου βαδίζοντες παρά τούς πρόποδας τού βουνού προς το ΝΔ μέρος φθάνομεν μετά πορείαν ημισείας ώρας εις το χωρίον Ελληνικό. Το χωρίον τούτο συνίσταται εκ 30 περίπου καλυβών διεσπαρμένων επί των κλιτύων του βουνού και κατοικείται υπό ποιμένων εκ Τουρνικίου, παραχειμαζόντων ενταύθα, παρά το χωρίον τούτο εις βραχίων τού βουνού διευθύνεται προς την θάλασσαν και σχηματίζει γωνίαν ούτως, ώστε αποκλείει την θέαν της δυτικής παραλίας τού Αργολικού κόλπου· εντός της γωνίας ταύτης είναι λόφος μεμονωμένος, επί της κορυφής τού οποίου ευρίσκεται ή πυραμίς των Κεγχρεών, ήτις υπό των χωρικών καλείται Καστράκι. Η βάσις της πυραμίδος έχει σχήμα ορθογωνίου τετραπλεύρου,  ου το μήκος είναι περίπου 15 μέτρα, το δε πλάτος 12, επομένως ο χώρος, όν κατέχει ή πυραμίς, είναι  180 τετραγωνικά μέτρα· εν τη ανατολική πλευρά είναι η είσοδος, δι’ ής εισερχόμεθα εις στενόν διάδρομον, έχοντα πλάτος 1,10- εν τω στενώ διαδρόμω δεξιά ευρίσκομεν θύραν, δι’ ής εισερχόμεθα εις το εσωτερικών δωμάτιον της πυραμίδος, τούτο έχει σχήμα τετραγώνου και διαιρείται εις δύο μέρη, ή εξωτερική θύρα και ο διάδρομος φαίνονται ότι εσκεπάζοντο άνωθεν διά προεξοχής των επικειμένων λίθων,  καθώς αι σύριγγες της Τίρυνθος.

 Τα θεμέλια της πυραμίδος ενιαχού αποτελούσι λίθοι αυτοφυείς, έφ’ ών κείνται άλλοι πολυγωνικοί, αι δε εσωτερικαί επιφάνειαι των τοίχων υψούνται καθέτως μέχρι τινός, ενώ αι εξωτερικαί εκ των θεμελίων έχουσι κλίσιν προς τα ένδον και φαίνονται οι τοίχοι ότι τείνουσι να συναντηθώσιν εις το εσωτερικόν των δωματίων, καθώς και εις τους ειρμούς των λίθων, ευρίσκομεν αμμοκονίαν, το μέγιστον ύψος της πυραμίδος, καθώς ευρίσκεται σήμερον, είναι 5&1/2  μέτρα, αι τρείς πλευραί μέχρι τριών μέτρων ύψους διατηρούνται καλώς, ενώ η δυτική είναι σπουδαίως βεβλαμμένη, ή δε προς νότον πλευρά είναι πλατυτέρα των άλλων.

 Εις παλαιοτέραν εποχήν, καθώς βεβαιούσι γέροντες ποιμένες, ή πυραμίς αύτη ήτο άβλαβης και σώα, άλλ’ αφηρέθησαν εξ αυτής λίθοι, τούς οποίους μετεχειρίσθησαν εις τας ασβεστοκάμινους, επί τέλους οι ποιμένες κατά το ειωθός ενέπρησαν τους πέριξ θάμνους και τα δένδρα χάριν τού χόρτου προς τροφήν των ποιμνίων,  αφού λοιπόν το έδαφος απεψιλώθη, οι άσβεστοποιοι μη ευρίσκοντες καύσιμον ύλην δεν επανήλθον ενταύθα, και ούτως η πυραμίς εσώθη.

 Οι χωρικοί βεβαιούσιν ότι κατά τας ανασκαφάς, αίτινες εγένοντο εκτός της πυραμίδος, ένθα φαίνε­ται σωρός χώματος, ευρέθησαν αρχαιότητες, άλλα τας απέκρυψαν, οι δε εργάται πεισθέντες διά χρημάτων ετήρησαν το γεγονός μυστικόν. Ο προορισμός του κτιρίου τούτου είναι άγνωστος, φαίνεται πιθανώτερον ότι ήτο πολυάνδριον των Αργείων. Ενταύθα πιστεύεται ότι έκειτο ή πολίχνη Κεγχρεαί, ήτις κατά την μαρτυρίαν των αρχαίων ήτο οχυρά και ευρίσκετο παρά την οδόν την άγουσαν εξ Άργους εις Τεγέαν άλλοι όμως αμφισβητούσι τούτο φρονούντες ότι αι Κεγχρεαί έκειντο νοτιώτερον της θέσεως ταύτης, ένθα σήμερον είναι το Παληοσκαφιδάκι, διότι ενταύθα βλέπομεν πολλά αρχαία ερείπια, εν οίς συντρίμματα μαρμάρινων κιόνων, δύο κίονας εκ μέλανος μαρμάρου και τείχη πολυγωνικά.

 

Πηγή

  •  «Αρχαία μνημεία Ναυπλίας και Άργους», Υπό Σπυριδ. Κ. Προφαντοπούλου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1895.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »