Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘«At the Most Just»’

«Στο Ελάχιστο Μόλις» – Μαρία Α. Βελιζιώτη


 

Κυκλοφορεί η τρίτη ποιητική συλλογή της Αργείας φιλολόγου και καθηγήτριας Μέσης Εκπαίδευσης,  Μαρίας Βελιζιώτη με τίτλο «Στο Ελάχιστο Μόλις», από τις εκδόσεις της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

Για τη νέα ποιητική συλλογή γράφουν, ο θεατρικός σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής, θεωρητικός του κινηματογράφου και αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου όπου διδάσκει υποκριτική και σκηνοθεσία, Γιάννης Λεοντάρης, και η Αλεξάνδρα Δημακοπούλου, Δρ της École des Hautes Études en Sciences Sociales, Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου Φιλολόγων – ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Πελοποννήσου.

 

Δωρικές Ρωγμές

Γιάννης Λεοντάρης

 

Στο Ελάχιστο Μόλις

Στο μικρό προλογικό σημείωμα που επιχείρησα να συντάξω για την έκδοση των ποιημάτων της Μαρίας Βελιζιώτη, πρότεινα τον τίτλο Δωρικές Ρωγμές. Ο τίτλος αυτός σημαίνει μία ιδιόμορφη αντίφαση. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η αντίφαση θεωρώ ότι ενεργοποιεί τον σπινθήρα της υψηλής θερμοκρασίας στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη. Η ρωγμή είναι το αναπόφευκτο τραύμα μέσα στο οποίο γεννιέται η ποίηση. Η ίδια η ποίηση είναι από τη φύση της μία συνθήκη τραυματική, από τη στιγμή που ο λόγος της είναι εξόριστος και ξένος σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί ο κοινός λόγος, και σε ένα κόσμο τις τύχες του οποίου αποφασίζουν όχι οι ποιητές αλλά οι σε εισαγωγικά «ορθώς σκεπτόμενοι».

Ο περί ποίησης λόγος λοιπόν δεν πρέπει να λησμονεί την εγγενή ρωγμή του ποιητή. Αλλά και ο ίδιος ο ποιητής είναι καταδικασμένος να γράφει κοιτώντας διαρκώς στον καθρέφτη την ραγισμένη όψη του. Μέσω αυτής της οδού συναντά τον αναγνώστη του και μόνον έτσι, η ανάγνωση δεν παραμένει μια συμβατική καθημερινή ενασχόληση αλλά αναβαθμίζεται σε εμπειρία αυτογνωσίας, οδυνηρή, στοχαστική αλλά ταυτόχρονα απολαυστική, αποκαλυπτική, ερωτική. Αν ο αναγνώστης δεν μπει στα επικίνδυνα μονοπάτια της υπέρβασης, δεν μπει δηλαδή στον κόπο του ποιητή δεν θα καταστεί ποτέ συνένοχος της ποίησης, θα παραμείνει εγκλωβισμένος στις συμβάσεις του κοινού λόγου. Γράφει ο Σάββας Μιχαήλ στο εμβληματικό του κείμενο Homo Poeticus.

 

«H εξορία του ποιητή είναι το μέτρο της αποξένωσης του ανθρώπου Εξόριστος ο ποιητής από τον τόπο, εκτός τόπου εν παντί τόπω, διαμένει στον Ού-Τόπο αυτού που δεν υπάρχει ακόμα, στην κατοικία που αναζητά ακόμα ο άνθρωπος επί της γης. Εξόριστος είναι ο ποιητής και από τον χρόνο του, εκτός χρόνου εν παντί χρόνω (…) Ο Ποιητής, όπως κι ο επαναστάτης, μένει πιστός στην εποχή του και ταυτόχρονα εξόριστος απ΄την πατρίδα του μέσα στον χρόνο, σε ρήξη με όσα και όσους την διαφεντεύουν, εκτός νόμου, σε διωγμό. Είναι παρά-φωνος σε σχέση με την φωνή των κυρίαρχων. Κ’είναι αυτή η παραφωνία, που διαταράσσει τον «κοινό λόγο», τον κοινό τόπο, τον κοινό χρόνο, τον «κοινό νου» (…)

 

Επομένως μέσα από τις ρωγμές του ο ποιητής διαταράσσει κάθε συμβατικότητα, κάθε κανονικότητα. Ποίηση χωρίς ρωγμές δεν υπάρχει. Και κάθε ανάγνωση που επιχειρώ στα ποιητικά κείμενα διακόπτεται βίαια και οριστικά, όταν διαπιστώσω ότι η ποιητική γραφή είναι αρραγής, και καλά θωρακισμένη στην αυταρέσκειά της.  Η ποίηση της Μαρίας Βελιζιώτη βρίσκεται στη άλλη πλευρά του λόφου. Εκεί όπου τα τραύματα του ποιητή συνομιλούν με τις αγωνίες του αναγνώστη, γεννώντας έναν διάλογο ισότιμο και παρηγορητικό. Η Βελιζιώτη ευθύς εξαρχής εξομολογείται τους οδυνηρούς σταθμούς της διαδρομής της και τους εκθέτει γενναιόδωρα στον αναγνώστη:

« Το όνειρο πάντα θα μας υπερβαίνει » γράφει, και σηματοδοτεί έτσι την απελπιστική απόσταση ανάμεσα στο επιθυμητό και το βιωμένο.

 

Είπες και τόσο πυρπολήθηκαν τα μάτια

που γέμισε καπνό η απόγνωση

και δεν υπήρχε ρυτίδα

δεν υπήρχε αίμα να τρέξει

να φανεί ότι τα χρόνια συλλογισμένα στέκονται

στην απορία τους

νοσταλγώντας την αμεροληψία της άγνοιας

 

Η πορεία της ποίησης της Βελιζιώτη δεν είναι μονοσήμαντη. Δεν πέφτει στην παγίδα μιας κλειστής σχέσης με το ίδιο της το τραύμα. Δεν αναπαράγει ναρκισσιστικά την απόγνωση, δεν κραυγάζει την εξορία της. Αντίθετα, έχει τις κεραίες της ανοιχτές σε ό,τι μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά ή παραδειγματικά, σε ό,τι έξω από το κλειστο δωμάτιο και την ανθρώπινη μοναξία, μπορεί να επουλώσει ή έστω να υπερβεί την οδύνη της συνειδητότητας. Τι μπορεί να είναι αυτό ; Τα άστρα, η θάλασσα, η γη, ο αέρας, ο ήλιος, ο βράχος:

 

Ας διδαχτούμε από τους βράχους

των γραμμών τους τη σύγκλιση

και την απόκλισή τους

τις χειρονομίες και τις μορφές

έτσι όπως γεννιούνται ξαφνικά ή μακροπρόθεσμα

 

Ενέργεια αυτοδύναμη

πλέγματα

προσχέδια και σχέδια

αντίκρυ στης φύσης την υπερβολή

της ερωμένης των άκρων

 

Ας εμπεδώσουμε την αρμονία

εξακριβωμένη στη δομική διαπλοκή της

που μεταγγίζεται μέσα από τη μεταφυσική της ύλης

τη διορατικότητά της

ότι ο άνεμος σφυροκοπώντας

θα την αλλάξει

ότι θα φέρει νέα σχήματα

απλά ή δαιδαλώδη

στο μάρμαρο, στον πορφυρίτη, στον ασβεστόλιθο

 

Ανάμεσα στην ιαματική υπέρβαση που σηματοδοτεί η φύση με τα στοιχεία και τα στοιχειά της και την έρημο του κλειστού δωματίου, οι στίχοι της Μαρίας Βελιζιώτη, κεντρίζουν, άλλοτε μελαγχολικά και άλλοτε οδυνηρά, τις προσδοκίες του αναγνώστη. Στίχοι πυκνοί («Το αύριο δεν εξουσιάζεται / και η ζωή θα είναι πάντα χτεσινή »),  εικονοποιία απροσδόκητη και τολμηρή (« Στα μέσα νερά μιας θάλασσας πικρης / εκεί που οι μύθοι βυθίζονται αυτόπρυμνοι… »),  εισάγουν από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη σε ένα ιδιόμορφο και απαιτητικό ποιητικό σύμπαν.

 

Γιάννης Λεοντάρης

 

Μαρία Βελιζιώτη

Η σχέση με τον εαυτό εξελίσσεται σε αναμέτρηση με έναν ανελέητο καθρέφτη: «Αυτός είναι ο τρόπος / κι ο κίνδυνος / σα δυνατό χαλάζι / σα μαύρο αίμα / για μας που ψάχνουμε αφορμές / να ντύσουμε την απληστία με έρωτες / πολεμιστές / πίσω από το βασιλιά εαυτό μας.»

Η συνείδηση του οδυνηρού είναι,  στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη, χτίζει σιγά σιγά και μεθοδικά το οικοδόμημα της θλίψης. Το οικοδόμημα αυτό όπως ήδη είπα, δεν είναι κλειστό, δεν απειλείται από ασφυξία, γιατί κάπου εκεί μακριά, δίπλα, μέσα, και κυρίως ανάμεσα, καραδοκεί το ψύχραιμο και ατάραχο βλέμμα της φύσης. Το βλέμμα του ήλιου και του ανέμου « κοιτάζει » τόσο το μοναχικό εγώ όσο και την απόγνωση του  εμείς,  προσδίδοντας στη θλίψη αυτή, πνοή ποιητική:

«‘Ηταν μια μέρα αναποφάσιστη / κάτι χορτάρια σαλεύανε στη σκόνη / κάποιοι περπατούσαν στην απόγνωση / κάποιοι πέθαιναν απροσδόκητα / για κάποιους άλλη αυγή δε θα ξημέρωνε / έπεφτε ξαφνικά ο θάνατος / κι η σωτηρία ένα παιχνίδι καθώς ο ήλιος ξεψυχούσε». Η σιωπή των πραγμάτων τρέφει την ανάσα της γραφής.

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη απόπειρα γνωριμίας με την αναφορά σε αυτό που στην αρχή ονόμασα « δωρικό» στοιχείο στην ποίηση της Βελιζιώτη.

Η ποίηση της Βελιζιώτη έχει μορφή λιτη, ύφος σχεδόν δωρικό. Αρνείται να βαρύνει την όψη της με στολίδια.  Δεν επιχειρεί μορφικές ακροβασίες ούτε σε επίπεδο γλωσσικό ούτε σε επίπεδο ποιητικού ρυθμού. Οι εικόνες της δεν συνομιλούν ούτε με τους ιμπρεσσιονιστές ούτε με τους υπερρεαλιστές ζωγράφους. Κι όμως: η ποίησή της έχει στέρεο εσωτερικό ρυθμό και φιλοτεχνεί πλούσια εσωτερικά τοπία. Ακριβώς αυτή η δυνατότητα της σύνθεσης των αντιθέτων θαρρώ πως αποτελεί και την πολυτιμότερη αρετή της γραφής της Μαρίας Βελιζιώτη: ένα ευάλωττο σύμπαν αισθημάτων γεμάτο αποχρώσεις και ημιτόνια,  σε μια αυστηρή και λιτή όψη γραφής. Με τις λύσεις των  αινίγμάτων της (όπως αυτό του πολύσημου τίτλου της συλλογής: Λευκή) καλά φυλαγμένες για όποιον θα κάνει τον κόπο να αναμετρηθεί μαζί τους.

Κι όμως, από την αυστηρή αυτή «πηγή» αναβλύζουν πλούσιοι χυμοί γεμάτοι από τις ρωγμές της βαθείας ποιητικής συνείδησης. Αναβλύζει η σιωπηλή επίκληση του ‘Αλλου. Αυτή δεν είναι άλλωστε η κοινή αγωνία του ποιήματος και του αναγνώστη του;

 

Η ελληνικότητα στο μέγιστο… Μια ανάγνωση του ποιητικού κύκλου της Μαρίας Βελιζιώτη «Στο ελάχιστο μόλις»

 

Αλεξάνδρα Δημακοπούλου

Δρ της École des Hautes Études en Sciences Sociales

Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου Φιλολόγων – ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Πελοποννήσου

 

Απόλυτα λιτή, βαθιά ελληνική, η ποιητική γραφή της Μαρίας Βελιζιώτη ταξιδεύει στα «στενά σοκάκια της Αστυπάλαιας και της Μήλου» που αντιστρέφουν τον Καιρό και της αρνήθηκαν το καλοκαίρι, πιάνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον περνά μέσα από σολωμικά «χάσματα σεισμού», μέσα από τα καβαφικά τείχη και την Αλεξάνδρεια, τον ανεβάζει στο καράβι «Αρχιπέλαγος» και του τραγουδά τον θαλασσινό έρωτα του Ελύτη σε μια θλιμμένη, αλλά συνάμα ελπιδοφόρα εκδοχή.

Η απαίτηση του συντελεσμένου προς το «πρόσωπο που έγινε άγαλμα», η βαθιά οδύνη για αυτά που δεν συντελέστηκαν, τα δάκρυα στα μάτια που «ανοίγουν και κλείνουν χάσματα σεισμών» παραπέμποντας στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», (Σχεδίασμα Β, 22):

 

«Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα,

και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα·

λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι,

άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

 

Χάσμα σεισμού που βγάν’ ανθούς και τρέμουν στον αέρα».

 

«Χάσματα σεισμών» που αποτυπώνουν την ορμητική, ανεξέλεγκτη δύναμη της ελευθερίας, μιας ελευθερίας για χρόνια καταπιεσμένης «μέσα στα τείχη, έξω και μέσα μου», που ζητά διέξοδο μέσα από το σεισμικό χάσμα, μέσα από τη ρωγμή του «είναι» που «κάποτε διαλέγει το ξύπνημα», χρόνια θαμμένη. Βαθιά οντολογική αναζήτηση, υψηλό αίσθημα αυτοκριτικής και αυτογνωσίας, ψηλάφιση του θλιμμένου εαυτού, ο οποίος ωστόσο δεν παραιτείται, αλλά επιλέγει στο τέλος την έξοδο. Την έξοδο που ο εαυτός –  tableau vivant – επιχειρεί, έχοντας υψωθεί απέναντι στους φόβους του, με όπλο την απόφαση να περάσει τη θάλασσα ή να πνιγεί στην μαγεία του νερού. Η μνήμη περιδιαβαίνει τις «θαυματουργές πηγές και τις άσπρες εκκλησίες», συλλέγοντας και επεξεργαζόμενη εμπειρίες, αγωνιώντας υπαρξιακά, ολομόναχη, αφού δεν ακολουθεί τα χνάρια κανενός. Η Οδύσσεια του ποιητικού υποκειμένου δύσκολη, ανηφορική, με μια αίσθηση καρυωτακικού φθόνου για τους στίχους ποιητών, αυτών που έφτασαν το αδύνατο, που καταξιωμένα «εποίησαν». Ο φθόνος για τους στίχους των ποιητών με τους οποίους η ποιήτρια συναντήθηκε, παντρεύεται με τη μοναξιά και την οδύνη για τη γέννηση των οικείων στίχων, μετουσιώνεται σε δημιουργία, σιωπηλό τοκετό, οδυνηρή γέννα, μετουσιώνεται σε αέναη αγάπη που αντέχει και έχει για σύμμαχο το ίδιο το ποίημα.

Στο διάβα της ολοένα και βαθύτερης υπαρξιακής αναζήτησης, το ποιητικό υποκείμενο συναντά τους υψωμένους τοίχους – παράφραση των καβαφικών τειχών– εξαιτίας των οποίων στερήθηκε τη μέρα που πέρασε και δεν επιστρέφει, με κυρίαρχο το αίσθημα της θλίψης και της πλήξης σε μια διαρκή άσκηση ζωής, συντροφιά με τις λέξεις που αιχμαλωτίζουν την ομορφιά, ώστε αυτή να μην ξοδευτεί ανώφελα σε έναν διαρκή αγώνα απέναντι στο «Αμείλικτο». Το ποιητικό υποκείμενο έχει για όπλο τη δικιά του αλήθεια, την αλήθεια που υποδεικνύει όχι μόνο το υπαρκτό, αλλά και το επιθυμητό.

Σε αυτόν τον αγώνα ζωής και ποίησης, ποιητικής ζωής αλλά και ζωογόνας ποίησης, η ελληνικότητα είναι πανταχού παρούσα: η σολωμική μνήμη της ζωής που ρέει αγκαλιά με τον θάνατο και ο Απρίλης ο κεντημένος με αγριολούλουδα και άσπρες βιολέτες, η ασπίδα του οπλίτη της ελληνικής πόλης και η θέση – στάση του («αν θα σταθείς ή θα πετάξεις κάτω την ασπίδα σου»), η θάλασσα σε θέση πρωταγωνιστή, οι «καβαφίζοντες τοίχοι», η Κίρκη και οι Κύκλωπες της Οδύσσειας, τα αγάλματα και οι μεγάλες ακροπόλεις, η μοίρα που παραμένει αδάμαστη μην επιτρέποντας την άσκηση εξουσίας στο αύριο, η ύβρις των Ατρειδών και του Οδυσσέα, η πέτρα σε μορφή μαρμάρου, πορφυρίτη, ασβεστόλιθου, το ερωτικό Αρχιπέλαγος του Ελύτη, που παρά τη θυελλώδη όψη που αποκτά στη γραφή της ποιήτριας, είναι ο «τόπος» στον οποίο αξίζει να ξυπνήσει κανείς την καρδιά του! Αξίζει να ξυπνήσει στην καρδιά του μιαν αγάπη συνταγμένη όχι στον υποτακτικό άξονα, αλλά στον παρατακτικό! Χωρίς όρους και προϋποθέσεις δευτερευουσών προτάσεων, μα μόνον με κύριες, ανεξάρτητες, αυτόνομες και αγέρωχες!

Και ο πανδαμάτωρ Χρόνος να δικάζει το αδίστακτο ή το παρεκτρεπόμενο από το Μέτρο με αέναο στόχο την αποκατάσταση της ισορροπίας και της τάξης! Της τόσο ελληνικής τραγικής τάξης πραγμάτων!

Οκτώβριος 2020

Read Full Post »