Ισονομία και Ακριβοδικία στα χρόνια του Καποδίστρια | Θεόδωρος Δεβενές
26 Ιανουαρίου 1828: «Η επίσημος αυτή τελετή ήτο ψυχρά. Πλήθη λαού είχαν προσέλθει έξω του χώρου της εκκλησίας διά να ιδούν πάλιν τον Κυβερνήτην με ολόκληρο το κυβερνητικό συγκρότημα, τα μέλη του οποίου ακολουθούσαν εις την απόστασιν την ορισθείσαν εις το πρόγραμμα, πολλοί αναμένοντες να εκλεγούν διά το Πανελλήνιον έβλεπον εαυτούς έξω του νυμφώνος και η δυσαρέσκειά των εψύχραινε και πολλούς άλλους, και ουδείς στρατιωτικός ή ναυτικός ήτο μεταξύ των επισήμων».[1] (περιγραφή της τελετής ορκωμοσίας του Ιωάννη Καποδίστρια).
Α’. Στιγμιότυπα από τις πρώτες ημέρες
Με την έλευσή του τον Ιανουάριο του 1828, ο Καποδίστριας βρίσκει ελάχιστες από τις επαναστατημένες περιοχές να είναι ακόμη ελεύθερες, αφού οι Οθωμανοί έχουν καταλάβει ξανά τη Ρούμελη και ο Ιμπραήμ είναι κυρίαρχος στην Πελοπόννησο. Εκτός απ’ αυτό, δεν υπάρχει πλέον ούτε ίχνος κοινωνικής οργάνωσης. Δημόσιο ταμείο δεν υπάρχει, η ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα έχει μαραζώσει, σπίτια και δημόσια κτίρια έχουν μετατραπεί σε ερείπια, η παιδεία και η δικαιοσύνη είναι ανύπαρκτες. Και μέσα σ’ αυτόν τον κρανίου τόπο, βαθιά είναι και τα ρήγματα που έχουν προξενήσει οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι.
Αμέσως δρομολογεί εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα. Μέχρι τα μέσα Μαρτίου συγκροτούνται οι δύο πρώτες Χιλιαρχίες, θεσμοθετείται και στελεχώνεται το συμβουλευτικό/γνωμοδοτικό σώμα του Πανελληνίου, συντάσσεται νόμος για την εμπορική ναυτιλία και ιδρύεται η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα. Ακόμη, ελληνικά πολεμικά πλοία σταματούν την τροφοδοσία των Αιγυπτίων της Πελοποννήσου και επιφέρουν καίριο πλήγμα στους πειρατές των Σποράδων. Ταυτόχρονα, καταγράφονται και περιθάλπονται οι πρόσφυγες και οι ορφανές οικογένειες που έχουν συγκεντρωθεί κυρίως στο Ναύπλιο και την Αίγινα.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850). Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)
Ο Καποδίστριας προσέρχεται χωρίς υπασπιστές και ένοπλη φρουρά, εφαρμόζοντας απόλυτα τις απόψεις που έχει εκφράσει για το θέμα στον Μητροπολίτη Ιγνάτιο της Πίζας,[2] ενώ απορρίπτει την προσφορά του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να του παράσχει ένοπλους Μανιάτες για την προστασία του. Έχει μάλιστα ήδη παρατηρήσει και την αρνητική αντίδραση του λαού στη θέα ένοπλης σωματοφυλακής.[3]
Αρνείται να λάβει μισθό[4] και θα επαναλάβει την άρνησή του αυτή στην Δ’ Εθνοσυνέλευση, τον Ιούλιο του 1829, όταν οι εκπρόσωποι του έθνους θα του προτείνουν ετήσια αποζημίωση 180.000 φοινίκων. Διαφαίνεται επίσης άμεσα η πρόθεσή του να τηρήσει ίσες αποστάσεις προς τις προβεβλημένες προσωπικότητες του τόπου, όταν αρνείται να βαφτίσει τον γιο του πολιτικού Γιαννούλη Νάκου, μέλους της τριμελούς Επιτροπής που του παρέδωσε την εξουσία («Αντικυβερνητική Επιτροπή»).[5]
Στις 25 Φεβρουαρίου, ένα μήνα δηλαδή μετά την ορκωμοσία του, αποστέλλει επιστολή προς τους δημογέροντες του Άργους με αυστηρή σύσταση προς τους ίδιους να σταματήσουν την οικονομική εκμετάλλευση των προσφύγων. Στο περιθώριο της επιστολής έχει γραφτεί ένα ιδιαίτερα αυστηρό ανυπόγραφο μήνυμα προς τους τοπικούς άρχοντες, προειδοποιώντας τους να μην τολμήσουν να πειράξουν αυτούς που προέβησαν στις καταγγελίες («ανοίξετε καλά τα μάτια σας μην τυχόν και πειραχθεί…»).[6]
Στις 18 Απριλίου, σε εγκύκλιό του τονίζει ότι οι δαπάνες για τις μετακινήσεις των κυβερνητικών αξιωματούχων θα βαρύνουν εφεξής τη διοίκηση, αντί να υποχρεώνονται οι πολίτες στην ιδιότυπη «φορολογία» σε άλογα και τροφές για τον σκοπό αυτό, όπως συνέβαινε μέχρι τότε.[7]
Το πόσο δύσβατος ήταν ο δρόμος για μία διοίκηση βασισμένη σε αρχές, το δείχνουν εξάλλου και οι σχέσεις μεταξύ στρατιωτικών ηγετών, όπως συμβαίνει με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Θεόδωρο Γρίβα που ερίζουν για την ιδιοκτησία «εργαστηρίων τινων και καφενέδων» στο Ναύπλιο (σχετικά δίνεται η εντολή να νοικιασθούν τα κτίσματα για να μην παραμένουν αναξιοποίητα, και τα χρήματα που θα εισπραχθούν να παραμείνουν στην κατοχή του κράτους έως την εκδίκαση της υπόθεσης).[8]
Ακόμη, ο οπλαρχηγός Νικόλαος Ζέρβας καταγγέλλει τον Υδραίο πυρπολητή Ανδρέα Πιπίνο ως δράστη της κλοπής του αλόγου του μετά την καταστροφική για τις ελληνικές δυνάμεις μάχη της Αθήνας τον Απρίλιο του 1827. Ο Ζέρβας, που είχε αποκτήσει το άλογο «φονεύσας ένα Τούρκον ιππέα» ζητεί (και αυτός) την παρέμβαση του Καποδίστρια για την απονομή δικαιοσύνης.[9] Τέλος, υπάρχει και η σποραδική επανεμφάνιση της πειρατείας: στις 19 Απριλίου δίνεται εντολή στον έκτακτο επίτροπο Λακωνίας να μεταχειρισθεί «τα αναγκαία μέσα» ώστε να δοθεί τέλος στην υπόθεση της αρπαγής πλοίου των Ψαρών που έχουν διαπράξει «οι κ. Μαυρομιχάλιδες».[10]
Η στάση του Κυβερνήτη στο ζήτημα της απρόσωπης εφαρμογής του νόμου επιβεβαιώνεται όταν δεν δίνει στις οικογένειες Κολοκοτρώνη και Τζαβέλλα άδεια τέλεσης στο Ναύπλιο των γάμων μελών των οικογενειών τους, και συγκεκριμένα της αδελφής του Κίτσου Τζαβέλλα, Φωτεινής, και του γιου του Θ. Κολοκοτρώνη, Γενναίου.[11] Ο λόγος ήταν η τήρηση των μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας που είχαν επιβληθεί μετά την εμφάνιση πανώλης.
Σημειώνεται εδώ ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπήρξε ο πρωτεργάτης στην κίνηση πρόσκλησης του Καποδίστρια στην Ελλάδα. Αλλά και ο Τζαβέλλας συγκαταλεγόταν στους υποστηρικτές του Κυβερνήτη, που με τη σειρά του εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Σουλιώτη στρατιωτικό.[12] Ανάμεσα στα δώρα μάλιστα που είχε φέρει μαζί του από την Ευρώπη για κορυφαίους στρατιωτικούς και τις οικογένειές τους, για την Φωτεινή Τζαβέλλα προορίζονταν τρία ζευγάρια χρυσά βραχιόλια κατασκευασμένα από τον κορυφαίο ελβετικό οίκο της εποχής.[13]
Β’. Η εφαρμογή της ισονομίας και της ακριβοδικίας στην Κυβερνητική πολιτική
1829
Στη χρονιά αυτή ξεχωρίζουν δύο γεγονότα που σχετίζονται με σημαντικά ονόματα στρατιωτικών.
– 6 Μαρτίου: Η Γραμματεία της Επικρατείας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας να μην γίνει εξαίρεση από τον νόμο για τις ποσότητες ελαιών και ελαιόλαδου που έχουν εισαχθεί στη Σαλαμίνα για λογαριασμό του διοικητή της Α’ Χιλιαρχίας Κίτσου Τζαβέλλα, αλλά οι ποσότητες αυτές να δασμολογηθούν κανονικά «διότι ο Νόμος δεν δίδει εις τινά προνόμιον, ουδ’ επιτρέπει εις καθέναν ασυδοσίαν».[14]
Για την προσωπικότητα και την ένοπλη δράση του Κίτσου Τζαβέλλα αξιοσημείωτα είναι τα ακόλουθα:
Ο Κυριάκος (Κίτσος) Τζαβέλλας (1801-1855) ήταν διοικητής Σώματος της Φρουράς στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου και στην Έξοδο της 10ης Απριλίου 1826. Την εποχή που υπογράφεται το ανωτέρω έγγραφο της Γενικής Γραμματείας, ο Κίτσος Τζαβέλλας ήταν ο πλέον προβεβλημένος στρατιωτικός, αφού είχε το γενικό πρόσταγμα στις επιχειρήσεις απελευθέρωσης της Ανατολικής Στερεάς κατόπιν προσωπικής εντολής του Καποδίστρια. Τον Αύγουστο του 1828 είχε εισβάλει στην περιοχή της Άμφισσας ως επικεφαλής δύναμης 1400 ανδρών, και το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς απελευθέρωσε το Καρπενήσι.
– 6 Μαρτίου: Την ίδια ημέρα, ο Καποδίστριας φέρνει προς συζήτηση στο υπουργικό συμβούλιο την υπόθεση της εκμετάλλευσης εθνικού κτήματος (βαλτότοπου) στην τοποθεσία Γλυκιά Ναυπλίου, που είχε ζητήσει να αγοράσει ο γιος του Ανδρέα Μιαούλη, Δημήτριος. Στην εισήγησή του, υπενθυμίζει καταρχήν ότι η Κυβέρνηση δεν έχει μεν το δικαίωμα πώλησης εθνικής γης, αλλά συναινεί να δοθεί η έκταση κατ’ εξαίρεση προκειμένου να μετατραπεί σε καλλιεργούμενη έκταση, θέτοντας με σαφήνεια τους όρους παραχώρησης:
1) Θα γίνει πρώτα καταμέτρηση της έκτασης, 2) θα εκτιμηθεί από πραγματογνώμονες η τρέχουσα αξία της, 3) ο αγοραστής θα πρέπει να ξεκινήσει αμέσως τα έργα προς εξυγίανση του βαλτότοπου, 4) αφού θα καταβληθεί η τιμή, το κτήμα θα βρίσκεται «εις παντοτεινήν ιδιοκτησίαν» του αγοραστή, μόνο εάν επικυρωθεί η πράξη της πώλησης από την Εθνική Συνέλευση, και 5) εάν δεν επικυρωθεί η πράξη, θα επιστραφούν τα χρήματα στον αγοραστή με τόκο 6-8%. Προσθέτει μάλιστα ότι η αποζημίωση θα συμπεριλαμβάνει και τα χρήματα που θα έχουν δαπανηθεί για τα βελτιωτικά έργα. Τέλος, ζητεί να κοινοποιηθούν άμεσα οι απόψεις του αυτές στο Πανελλήνιο, ώστε να διατυπώσει και αυτό την δική του άποψη.[15]
Η πρόταση τού Καποδίστρια δεν εγκρίθηκε από το Πανελλήνιο, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει σειρά επιστολών και διοικητικών εγγράφων για το θέμα αυτό στη διάρκεια του 1829 (επιστολές του Δ. Μιαούλη και έγγραφα του Αρχειοφύλακα της Επικρατείας και της δημογεροντίας Ναυπλίου). Τελικά, στις 24 Φεβρουαρίου 1830 η Γερουσία (που είχε ξεκινήσει τη λειτουργία της λίγους μήνες πριν) εγκρίνει να δοθεί η νομή της έκτασης στον Δ. Μιαούλη, με την υποχρέωση του ιδίου να αποδίδει τα εθνικά δικαιώματα στο κράτος μέχρι τη στιγμή της εκποίησης του κτήματος. Και όταν εκποιηθεί το κτήμα – τονίζεται-, η τιμή του θα εκπέσει από την αποζημίωση που θα πρέπει να λάβει ο Δ. Μιαούλης για τις δαπάνες που κατέβαλε προκειμένου να γίνει η γη καλλιεργήσιμη. Σχετικά αναφέρεται ότι υπάρχει έγγραφο της δημογεροντίας Ναυπλίου, που περιγράφει την αρχική κατάσταση του κτήματος.[16]
1830
– 9 Απριλίου: Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο παραδίδει την αναφορά του για τους λογαριασμούς προσωρινών διοικητών διαφόρων περιοχών. Όπως αναφέρεται στην αναφορά, στις περιπτώσεις των διοικητών Κυπαρισσίας, Πραστού και Λακεδαίμονος, Δυτικής Σπάρτης και Ανδρούσας, δεν δικαιολογήθηκαν τελικά οι δαπάνες που είχαν χαρακτηρισθεί ως αναιτιολόγητες σε προηγούμενο έλεγχο. Ακόμη, (ότι) στον λογαριασμό του διοικητή Βόνιτσας και Βάλτου παρατηρείται αναιτιολόγητη προσθήκη στις δαπάνες (530 γρόσια). Το Συμβούλιο εισηγείται να αφαιρεθούν τα ποσά αυτά από τους νεότερους λογαριασμούς των διοικητών αν δεν αποδειχθεί ότι οι δαπάνες έγιναν με εντολή του αρμόδιου Πληρεξούσιου Τοποτηρητή.[17]
– 10 Απριλίου: Η Γραμματεία της Επικρατείας ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας για την επιβολή αυστηρής πειθαρχικής ποινής στον προϊστάμενο του ταχυδρομικού σταθμού Ανδρούσας Μάνης. Η ποινή επιβλήθηκε γιατί, με ευθύνη του συγκεκριμένου σταθμάρχη παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην άφιξη του ταχυδρομείου από Μεθώνη, Καλαμάτα και Κυπαρισσία στην έδρα της κυβέρνησης. Κατόπιν αυτού, επιβάλλεται («κατ’ επιταγήν ανωτέραν») παρακράτηση μισθών τριμηνίας στον επιστάτη του σταθμού για παράβαση καθήκοντος. Η Επιτροπή Οικονομίας καλείται να ενημερώσει τον τιμωρούμενο επιστάτη ότι η ποινή τού επιβάλλεται «προς παράδειγμα των λοιπών και σωφρονισμόν του ιδίου».[18] Από τα αξιοσημείωτα στοιχεία της υπόθεσης είναι ότι η υπηρεσιακή διαδικασία (έρευνα, επιβολή ποινής και ενημέρωση των αρχών) ολοκληρώθηκε μέσα σε μία μόλις ημέρα μετά το περιστατικό. Τέλος, από σημείωμα υπαλλήλου της ταχυδρομικής υπηρεσίας (και γραμματέα του «επιστάτη των ίππων») προς την Επιτροπή Οικονομίας μετά από σχετικό προφορικό ερώτημα, μαθαίνουμε ότι ο μισθός του επιστάτη στο σταθμό Ανδρούσας ήταν 320 γρόσια.[19]
– 14 Απριλίου: Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης έχει υποβάλει αίτημα «να του δοθεί εις Άργος πλησίον του στρατώνος εθνική γη 4½ στρεμμάτων», δια βεβαιώνοντας ότι μετά την πώληση της έκτασης θα υπόκειται πρόθυμα στους όποιους νόμους ισχύουν. Η Επιτροπή Οικονομίας εισηγείται στον Καποδίστρια να μην γίνει η πώληση μέχρι να ρυθμισθεί οριστικά το ζήτημα. Όπως τονίζεται στο έγγραφό της, ίδια απάντηση έχει δοθεί και σε άλλους ενδιαφερομένους, και επομένως μια πιο συγκεκριμένη απάντηση στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη θα προκαλούσε αίσθημα αδικίας στους υπόλοιπους αιτούντες.[20]
– 15 Απριλίου: Ομοίως, η Επιτροπή Οικονομίας εισηγείται να μην δοθεί προς το παρόν απάντηση στο αίτημα των ανώτερων αξιωματικών Χριστόδουλου Χατζηπέτρου και Γεώργιου Βάγια να τους παραχωρηθεί εθνική γη για την ανέγερση κατοικίας.[21] Το σκεπτικό της εισήγησης είναι ίδιο με αυτό της προαναφερόμενης υπόθεσης, με την προσθήκη της πληροφορίας ότι οι δύο αιτούντες έχουν παραβεί διατάξεις του σχετικού ψηφίσματος που πρόκειται να δημοσιευθεί.
Η ρύθμιση του ζητήματος ήρθε τελικά με το ΙΓ’ ψήφισμα της κυβέρνησης, που έθετε τους όρους παραχώρησης των «εθνικών φθαρτών κτημάτων» για ανέγερση κατοικίας. Με τον όρο «εθνικά φθαρτά κτήματα» νοούνταν: σπίτια, εργαστήρια, πανδοχεία, φούρνοι, «οσπητότοποι» και ερείπια. Η σχετική κυβερνητική Πράξη υπεγράφη στις 25 Μαρτίου 1830 και τέθηκε σε ισχύ στις 28 Μαΐου, όταν και δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα.[22]
Για τους Χριστόδουλο Χατζηπέτρο και Γεώργιο Βάγια σημειώνεται ότι αμφότεροι υπήρξαν ηγετικές μορφές της Φρουράς Μεσολογγίου στην β’ πολιορκία της πόλης (1825-1826).
– 3 Μαΐου: Με έγγραφο του Γραμματέα της Επικρατείας αποσαφηνίζεται ότι δεν έχει δικαίωμα δεύτερου μισθού κρατικός αξιωματούχος που διορίζεται σε δεύτερο αξίωμα. Αφορμή για το έγγραφο αυτό, ήταν ο διορισμός του διοικητή Αίγινας Ανδρέα Γιαννίτση στη διοικούσα επιτροπή της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας.[23]
Η θέσπιση ενός κανόνα περί μη διπλομισθίας θα μπορούσε να θεωρηθεί περιττή πολυτέλεια σε συνθήκες γενικής ένδειας και ακραίας δυσπραγίας του δημόσιου ταμείου. Την απάντηση για τη θεσμοθέτηση του παραπάνω κανόνα όμως, μας τη δίνει η επιστολή του πολίτη Νικόλαου Οικονόμου προς την «Σεβαστήν Λογιστικήν Επιτροπήν», που δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της 22ας Φεβρουαρίου 1828. Ο συντάκτης της επιστολής παραδέχεται ότι έλαβε διπλούς μισθούς από τον Ιανουάριο έως και τον Νοέμβριο 1824 «ως αρχηγός κλάδου της Γραμματείας του Εκτελεστικού και ως ταμίας του αυτού Εκτελεστικού». Στη συνέχεια εξηγεί ότι τους μισθούς αυτούς ζήτησε όταν διαπίστωσε «ότι ελάμβανον πολλοί διπλούς μισθούς», και δηλώνει ότι «επιστρέφει διαταγήν του υπουργείου της Οικονομίας της τρίτης Περιόδου προς το εθνικόν ταμείον διά γρόσια χίλια αριθ.1000», προτρέποντας και τους άλλους να πράξουν το ίδιο.[24] Την απαρέγκλιτη εφαρμογή του κανόνα για μη χορήγηση δεύτερου μισθού σε κρατικό αξιωματούχο ή υπάλληλο στα χρόνια του Καποδίστρια, την αποδεικνύει και απάντηση της Γραμματείας της Επικρατείας προς την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα στις 9 Δεκεμβρίου 1830 (βλ. παρακάτω).
– 9 Μαΐου: Επιστολή-διαμαρτυρία του γερουσιαστή Παλαιών Πατρών Ανδρέα Καλαμογδάρτη προς τον Ιωάννη Καποδίστρια, αναφορικά με τις ενέργειες της διοίκησης για χρέη του προς το κράτος. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην επιστολή, η Επιτροπή Οικονομίας έχει δώσει εντολή να καταβληθούν τα χρήματα που χρωστάει ο ίδιος (επιβαρυμένα με τον προβλεπόμενο τόκο) για την απόκτηση «παλαιάς φραγκοκκλησιάς», την οποία αγόρασε «διά τάλληρα τριακόσια δέκα, ήτοι γρ. 4.650», πριν από οκτώ περίπου μήνες.
Ο γερουσιαστής επικαλείται τις δυσχέρειες που έχει αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια, αφού τέσσερα (4) σπίτια που είχε στην πόλη των Παλαιών Πατρών καταστράφηκαν στη διάρκεια του πολέμου, και πλέον ο ίδιος και η οικογένειά του κατοικούν σε σπίτι που νοικιάζουν. Προσθέτει επίσης, ότι έχει ήδη υποβληθεί σε δαπάνες επιδιόρθωσης του κτίσματος χωρίς να έχει καρπωθεί τίποτε ακόμη. Δεν αρνείται την ύπαρξη του χρέους, ζητάει όμως να μπορέσει να πληρώσει εντός ενός έτους από την ημερομηνία κτήσης του οικοδομήματος. Για την «ιδιαίτερη», σαφώς εξωθεσμική αυτή διευθέτηση, ζητεί τώρα εγγράφως την μεσολάβηση του ίδιου του Καποδίστρια, αφού ο Κυβερνήτης – όπως αναφέρει ο αιτών – έχει ήδη αρνηθεί δύο φορές συνάντηση μαζί του. Από τα διαλαμβανόμενα προκύπτει ότι ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης δεν είχε καταβάλει στο δημόσιο ταμείο απολύτως τίποτα (σημ.: το ποσό αποπληρωμής δινόταν τμηματικά).[25]
Για τον γερουσιαστή Α. Καλαμογδάρτη σημειώνουμε τα ακόλουθα:
Ανδρέας Καλαμογδάρτης (1779-1850): Προεστός της Πάτρας, με έντονη ανάμειξη στις διεργασίες που προετοίμασαν την Επανάσταση, και γερουσιαστής από τον Οκτώβριο του 1829. Κατά τις ανακρίσεις για τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια, προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για συμμετοχή του σ΄αυτήν. Σε έγγραφο της ελληνικής κυβέρνησης προς τη γαλλική κυβέρνηση το 1832, αναφέρεται ως ένας από τους δεκαπέντε (15) υπόπτους για συμμετοχή στη συνωμοσία που είχε οργανωθεί.[26]
Ανάμειξη είχε και ο γιος του γερουσιαστή, Αντώνης Καλαμογδάρτης, που ήταν υπασπιστής του αρχηγού του ελληνικού στρατού, Γάλλου συνταγματάρχη François-Antoine-Christophe Gerard. Σύμφωνα με τον διευθυντή των υπηρεσιών ασφαλείας του Κυβερνήτη Γεώργιο Ρηγανά, ο γιος Καλαμογδάρτης επρόκειτο να δολοφονήσει τον Αυγουστίνο Καποδίστρια την ίδια ημέρα της δολοφονίας του Κυβερνήτη. Αυτό μάλιστα αποτελούσε μέρος μόνο του σχεδίου των συνωμοτών, αφού οι ίδιοι είχαν σκοπό να εξοντώσουν πλήθος υποστηρικτών του Καποδίστρια την ίδια ημέρα, έχοντας πρώτα υφαρπάξει τα όπλα από στρατιωτικές μονάδες που επρόκειτο να παρακολουθήσουν λιτανεία στον καθεδρικό ναό. Όμως, «επειδή οι συνωμότες επέσπευσαν τη δολοφονία κατά τρεις ώρες, οι κάτοικοι και τα πιστά στην κυβέρνηση πρόσωπα γλύτωσαν τον προσχεδιασμένο θάνατο».[27]
Ο ισχυρισμός του Ρηγανά για ανάμειξη Γάλλων αξιωματικών και συνεννοήσεις τους με μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη, επιβεβαιώθηκε και από καταθέσεις μαρτύρων κατά την ανακριτική διαδικασία, που κράτησε μέχρι τον Απρίλιο του 1832.[28]
Η σύνδεση αμοιβής και παραγωγικότητας
– 15 Μαΐου: Ο Καποδίστριας εγκρίνει την εισήγηση του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου για τη χορήγηση υψηλότερου μηνιαίου μισθού στα μέλη της επιτροπής προσόδων των περιοχών Σαλώνων, Λιδωρικίου και Μαλανδρίνου, λόγω της παραγωγικότητάς τους. Συγκεκριμένα, ορίζεται μισθός 450 γροσίων για κάθε μέλος αντί για 400, βάσει του υπ’ αριθ.11855/1829 ψηφίσματος της κυβέρνησης που συνέδεε το ύψος του μισθού με το ποσό των εισπράξεων που θα απέδιδε στην κυβέρνηση η κάθε επιτροπή.[29] Άξιο επισήμανσης είναι το ότι η έγκριση του Κυβερνήτη δίνεται μόλις μία ημέρα μετά τη σχετική εισήγηση.[30]
Μια ομαδική δολοφονία Οθωμανών στο Μεσολόγγι
– 16 Ιουνίου: Η διοίκηση της Δυτικής Ελλάδας κινητοποιείται για την εξιχνίαση της δολοφονίας πέντε Οθωμανών στο Μεσολόγγι, που μόλις έχει αρχίσει να ανοικοδομείται. Ο έκτακτος επίτροπος Κωνσταντίνος Ράδος ενημερώνει ότι έχουν ήδη συλληφθεί ορισμένοι από τους υπόπτους (σύμφωνα με τις μαρτυρίες κατοίκων) και διαβεβαιώνει ότι θα συλληφθούν και όσοι ακόμη διαφεύγουν. Ακόμη, ότι θα αποσταλούν άμεσα τα προσωπικά αντικείμενα των νεκρών στους «διασωθέντας συντρόφους των». Το γεγονός της ομαδικής αυτής δολοφονίας προκάλεσε ένταση μεταξύ της ελληνικής και της οθωμανικής πλευράς, και μάλιστα ο Τοποτηρητής του Σουλτάνου Εμίν Πασάς (γιος του Κιουταχή) μίλησε προσβλητικά για τους Έλληνες, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο επίτροπος. Στο έγγραφο δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες για την ταυτότητα των θυμάτων, ούτε για την αιτία του εγκλήματος.[31]
– 21 Ιουλίου: Παραχωρείται εθνική γη για ανέγερση κατοικίας στους: Σπυρίδωνα Τρικούπη (4 στρέμματα), Μιχαήλ Σικελιανό (4 στρέμματα), Γεώργιο Α. Ράλλη (2 στρέμματα), και Ιωάννη Σμαρλή (160 πήχεις), σε περιοχή κοντά σε εγκαταλειμμένο τέμενος στο Άργος. Η παραχώρηση έγινε μετά τη διαβεβαίωση του Τοποτηρητή Άργους ότι με την πράξη αυτή δεν θίγονται «ούτε γενικά ούτε μερικά συμφέροντα».[32]
Ένα μήνα αργότερα όμως, βρίσκουμε τον Καποδίστρια να επιθεωρεί την ανέγερση του σπιτιού του Τρικούπη προκειμένου να διαπιστώσει αν τηρούντο οι όροι που είχαν τεθεί, και ιδιαίτερα, αν η οικοδόμηση λάμβανε χώρα αυστηρά σε έκταση ενός στρέμματος.[33]
Η μεταστροφή του Καποδίστρια προκλήθηκε από τη διαπίστωση ότι αυτοί που αγόρασαν στο Άργος εθνική γη για την ανέγερση κατοικίας ζήτησαν «πολύ πλέον του αναγκαίου» και (ότι) η παραχώρηση δύο, τεσσάρων ή έξι στρεμμάτων τελικά «αντιβαίνει τον τακτικόν οικισμόν της πόλεως και προσβάλλει γενικά και μερικά συμφέροντα». Ταυτόχρονα με την επίσκεψη του Κυβερνήτη στο Άργος, δημοσιεύεται στη Γενική Εφημερίδα νέα Πράξη της κυβέρνησης, με την οποία ορίζονται (ανάμεσα σε άλλα) και τα εξής: α) Η παραχώρηση εθνικής γης εντός του σχεδίου πόλεως του Άργους για ανέγερση κατοικίας περιορίζεται σε ένα μόνο στρέμμα, ή και λιγότερο από στρέμμα, β) καθίσταται άκυρη η αγορά οποιασδήποτε επιπλέον έκτασης επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτό, γ) στην περίπτωση που κάποιος αγοράζει εθνική γη για να οικοδομήσει, η οικοδομή θα πρέπει να έχει τελειώσει μέσα σ’ ένα έτος από την ημερομηνία αγοράς. Διακηρύσσεται ακόμη ότι η γη πρέπει να αγοράζεται μόνο σε δημοπρασία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ΙΓ’ ψήφισμα.[34]
Για τους προαναφερόμενους και την ανάμειξή τους στα κοινά την περίοδο 1828-1831, σημειώνονται τα ακόλουθα:
Ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873) ήταν ο πρώτος χρονολογικά Γραμματέας της Επικρατείας επί Καποδίστρια. Στη δεύτερη κυβέρνηση του Καποδίστρια (Ιανουάριος 1829) ήταν υπουργός Εξωτερικών και αργότερα διετέλεσε επί πολλά χρόνια πρέσβης στο Λονδίνο. Ο Μιχαήλ Σικελιανός ήταν έγκριτος νομομαθής, με καταγωγή από τη Λευκάδα, που ήρθε στις επαναστατημένες περιοχές στα τέλη του 1821. Επί Καποδίστρια έγινε μέλος του Ανώτατου («Εξαιρετικού») Δικαστηρίου, και ο τελευταίος υπουργός Δικαιοσύνης πριν από τη δολοφονία του Κυβερνήτη. Ο Γεώργιος Ράλλης ήταν ο «Δημόσιος Συνήγορος» στο Ανώτατο Δικαστήριο, σε υποθέσεις καταχρήσεων και κακοδιοίκησης εκ μέρους αξιωματούχων. Ο Ιωάννης Σμαρλής ήταν λοχίας Ιππικού.
– 23 Αυγούστου: «…Μ’ όλα ταύτα ο νόμος είναι κοινός, εξαίρεσις εις κανέναν δεν εμπορεί να γείνη». Ρητή απάντηση του Καποδίστρια προς την Επιτροπή Οικονομίας, σχετικά με τους καταδικασθέντες για λαθρεμπόριο Α. Ξ. και Β. Μ. Παρά την απόλυτη ένδειά τους («ενδεείς και άποροι» χαρακτηρίζονται), η Επιτροπή Οικονομίας διατάσσεται να εφαρμόσει το νόμο. Ο Κυβερνήτης εκφράζει τη λύπη του για την κατάσταση των καταδικασθέντων, τονίζει όμως, ότι σε διαφορετική περίπτωση, η κυβέρνηση θα φαίνεται ότι πράττει τα αντίθετα από αυτά που δηλώνει. Λίγες ημέρες πριν, η Επιτροπή Οικονομίας είχε εισηγηθεί επιεική αντιμετώπιση των δύο λαθρεμπόρων, παρά την βαρύτητα των αδικημάτων τους.[35]
Ανάμεσα σε άλλες πηγές, δηλωτικό για την έκταση του λαθρεμπορίου τότε είναι και έγγραφο του δασμοτελωνείου Άνδρου προς την Επιτροπή Οικονομίας, που εστάλη στις 6 Ιουνίου 1829: ο επιστάτης αναφέρει ότι γίνεται συστηματική αποθήκευση λαθραίων φορτίων σε τοποθεσίες του νησιού, τονίζοντας ότι οι ντόπιοι πλοίαρχοι είναι «δοσμένοι όλως διόλου εις την λαθρεμπορίαν…».[36]
– 14 Σεπτεμβρίου: Χορηγείται ποσό 1.200 φοινίκων στον αξιωματικό Γ. Χελιώτη και τους στρατιώτες του αποσπάσματός του, ως ανταμοιβή για την καταδίωξη ληστών στην Πελοπόννησο.[37] Τρεις μήνες περίπου μετά, η πολιτική διοίκηση Άργους θα εισηγηθεί να ανταμειφθούν οι στρατιώτες που συνέλαβαν τον ένοπλο δραπέτη Ι.Κ. Τα ονόματα των στρατιωτών: Αναστάσιος Χορμόβας, Παναγής Σπύρου Παναγιωτάκη Αθηναίος, Αθανάσιος Φιλιπ πόπουλος, Παναγής Ζαμάς, Χρήστος Λιάπης.[38]
– 19 Σεπτεμβρίου: Ακριβοδίκαιη μισθολογική μεταχείριση του επιστάτη της αλυκής Μουριάς στην Ηλεία, που είχε παρουσιασθεί στην εργασία του δύο εβδομάδες πριν διενεργήσει την πρώτη πώληση αλατιού. Μετά τη σχετική πληροφόρηση από τον έκτακτο επίτροπο Ηλείας, δίνεται εντολή να καταβληθούν στον επιστάτη είκοσι οκτώ (28) φοίνικες για το διάστημα των δύο αυτών εβδομάδων.[39]
– 16 Οκτωβρίου: Ο αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης έχει προτείνει την ανταλλαγή του σπιτιού του με εθνική γη, και η κυβέρνηση καλείται να χειριστεί την ιδιαίτερη αυτή υπόθεση. Συγκεκριμένα, ο Καλλέργης έχει προτείνει στην κυβέρνηση την παραχώρηση του σπιτιού που ανήγειρε ο ίδιος, μαζί με τα αντικείμενα που υπάρχουν μέσα, έναντι εθνικής γης στην περιοχή του Άργους. Στην αίτησή του ισχυρίζεται ότι με τη γη που θα του δοθεί θα βοηθήσει στην αποκατάσταση προσφύγων από την Κρήτη. Ο Κυβερνήτης δηλώνει καταρχήν σύμφωνος, αλλά δηλώνει ότι η συμφωνία θα πρέπει να κυρωθεί από τη Γερουσία. Για τον σκοπό αυτό: α) ζητεί από την Επιτροπή Οικονομίας να εξετάσει με προσοχή τα έγγραφα δαπανών που θα παρουσιάσει ο Καλλέργης, β) ορίζει ότι θα πρέπει να επιβεβαιωθεί από ειδήμονες ότι η τιμή της οικοδομής και των αντικειμένων που πωλούνται δεν κρίνεται υπερβολική, και γ) ζητεί να εκτιμηθεί επίσης από εμπειρογνώμονες η έκταση της γης που θα πρέπει να δοθεί σε αντάλλαγμα. Διευκρινίζει ακόμη προς την Επιτροπή Οικονομίας ότι δεν είναι απαραίτητο η γη να είναι στο σημείο που έχει επιλέξει ο αιτών, αλλά αρκεί να είναι εντός των ορίων της επαρχίας Άργους.[40]
Για την προσωπικότητα και τη συνεισφορά στον Αγώνα και στο Έθνος του Δ. Καλλέργη παρατίθενται τα ακόλουθα:
Ο Δημήτριος Καλλέργης υπήρξε ένας από τους σταθερούς υποστηρικτές του Καποδίστρια. Από τους πρωτεργάτες του επαναστατικού αγώνα στην Κρήτη, συμμετείχε ως διοικητής σώματος στην εκστρατεία της Αθήνας υπό τους Καραϊσκάκη και Κόχραν (Φεβρουάριος – Απρίλιος 1827). Συνελήφθη από τους Τούρκους στην καταστροφική μάχη του Αναλάτου βαριά τραυματισμένος, και ακρωτηριάσθηκε στο δεξί αυτί πριν παραδοθεί στους οικείους του με καταβολή λύτρων. Την εποχή της δολοφονίας του Καποδίστρια είχε προαχθεί σε «Ανώτατο Διευθυντή» του Τακτικού Ιππικού. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, ηγήθηκε της στρατιωτικής δύναμης που απαίτησε από τον Όθωνα την παραχώρηση Συντάγματος.
– 16 Οκτωβρίου: Με εντολή Καποδίστρια παύεται ο υπαστυνόμος Γαστούνης μετά την άρνησή του να εκτελέσει εντολές του Πρωτοδικείου Ηλείας. Στο έγγραφο τονίζεται ότι η Αστυνομία οφείλει απαραίτητα να εκτελεί τις διαταγές των δικαστηρίων και να αποφεύγει να υπεισέρχεται σε ό,τι δεν ανήκει στις αρμοδιότητές της. Ο συγκεκριμένος υπαστυνόμος «έπραξεν ως αν ήτο δικαστής», και δεν εκτέλεσε αυτά που του υπαγόρευαν τα καθήκοντά του.[41]
– 20 Οκτωβρίου: Μία ακόμη υπόθεση δημοσιονομικού ελέγχου, ιδιαίτερα εύγλωττη για την αυθαίρετη συμπεριφορά υψηλόβαθμων στρατιωτικών. Με έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας ενημερώνεται ο Κυβερνήτης ότι ο ταγματάρχης Κωνσταντίνος Βέρης εξακολουθεί να χρωστά στο δημόσιο ταμείο 2.351 γρόσια από την ενοικίαση των προσόδων του 1829, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις σχετικές εντολές του διοικητή του Μεσολογγίου και του υπουργείου Στρατιωτικών προς αυτόν. Η Επιτροπή διατυπώνει αρνητική πρόβλεψη για την πληρωμή του χρέους και ζητεί εντολές, γνωμοδοτώντας ότι θα πρέπει να γίνουν κρατήσεις από τους μισθούς του οφειλέτη.[42]
Ποιος, όμως, ήταν ο Κωνσταντίνος Βέρης;
Κωνσταντίνος Βέρης: Διοικητής Σώματος στη Φρουρά του Μεσολογγίου κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του, που κορυφώθηκε με την Έξοδο. Επί Καποδίστρια ορίσθηκε διοικητής Πεντακοσιαρχίας και συμμετείχε στις επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Ναυπάκτου και του Μεσολογγίου το 1829. Την περίοδο που προηγήθηκε της έλευσης του Καποδίστρια, ως διοικητής Αργολίδας σφετερίσθηκε έσοδα από τους μύλους της περιοχής που προορίζονταν για το νοσοκομείο Ναυπλίου, σύμφωνα με απόφαση της κυβέρνησης.[43]
Την ίδια εποχή, ο διοικητής του νοσοκομείου Πέτρος Στεφανίτσης αντιμετώπιζε εχθρική συμπεριφορά από τη δημογεροντία του Ναυπλίου, που προσπαθούσε να υφαρπάξει άλλα θεσμοθετημένα εισοδήματα του ιδρύματος.[44] Σε ό,τι αφορά την υφαρπαγή δημόσιων χρηματικών πόρων, το παράδειγμα πολλές φορές το έδιναν ηγετικές μορφές της Επανάστασης όπως ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, που είχε σφετερισθεί 25.000 γρόσια λίγο πριν τη ναυμαχία του Ναυαρίνου «διά να εξοικονομήσει τα έξοδά του». Μετά την πράξη αυτή, στο δημόσιο ταμείο είχαν απομείνει 1.567 γρόσια.[45]
– 9 Δεκεμβρίου: Απάντηση του Γραμματέα της Επικρατείας Νικόλαου Σπηλιάδη προς την διοικούσα επιτροπή της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας σχετικά με τη μισθοδοσία του παρέδρου Α’ της Τράπεζας. Λίγες ημέρες πριν, η Τράπεζα είχε ζητήσει από την κυβέρνηση αύξηση μισθού για τον εν λόγω υπάλληλο, με την αιτιολογία ότι ο ίδιος διεκπεραίωνε εκτάκτως πολλαπλά καθήκοντα. Ο Γραμματέας της Επικρατείας απαντά ότι ο μισθός θα παραμείνει ο ίδιος (160 φοίνικες), όπως δηλαδή ισχύει για τους παρέδρους Α’ όλων των Σωμάτων της διοίκησης, εξηγώντας ότι ούτε η παρούσα κατάσταση του δημόσιου ταμείου ούτε ο κανονισμός αλλά ούτε και το σύστημα που ακολουθούσε εξαρχής η κυβέρνηση επέτρεπαν αποδοχή του αιτήματος. Τονίζει ακόμη, ότι η κυβέρνηση έχει πάντα κατά νου να ανταμείψει αυτούς που έχουν υπηρετήσει την πατρίδα με ειλικρίνεια.[46]

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.
1831
– 19 Ιανουαρίου: Ο διοικητής Ναυπλίας και Άργους Κωνσταντίνος Αξιώτης κοινοποιεί στην κυβέρνηση απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου σχετικά με τη διένεξη της Επιτροπής Οικονομίας και του κορυφαίου προκρίτου της Κορινθίας Πανούτσου Νοταρά, για χρέη του προς το κράτος. Για την υπόθεση είχε προηγηθεί αγωγή της Επιτροπής Οικονομίας εις βάρος του Νοταρά, τον Νοέμβριο του 1830. Σύμφωνα με την απόφαση, ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στο δημόσιο ταμείο 21.025 γρόσια, μαζί με τους νόμιμους τόκους, για την περίοδο από 31 Αυγούστου 1829 έως και την ημέρα εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. Η απόφαση αυτή, η οποία είναι εφέσιμη, αφορά το χρέος που δημιουργήθηκε από την αγορά εθνικών φθαρτών κτημάτων από τον Κορίνθιο προεστό σε δημοπρασία, χωρίς να αποδοθεί το αντίτιμο στο δημόσιο ταμείο. Στην απολογία του ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι νόμιζε πως θα υπήρχε συμψηφισμός του ανωτέρω ποσού με την αξία σπιτιού που παραχώρησε προς το κράτος, προκειμένου να κτισθεί η κατοικία του Κυβερνήτη στο Ναύπλιο («Παλατάκι»).
Εξετάζοντας όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα, το δικαστήριο αποφαίνεται ότι: α) για να αποζημιωθεί ο Π. Νοταράς θα πρέπει να βεβαιωθεί από ειδική επιτροπή ότι πράγματι το οίκημα που πούλησε στο κράτος ήταν δικό του, β) σύμφωνα με κυβερνητικές οδηγίες που έχουν δοθεί σχετικά (με «το υπ΄αριθ. 9 άρθρο του αριθ.209 εγγράφου»), κανείς ιδιώτης δεν μπορεί να αποφύγει την πληρωμή του χρέους του προς το κράτος με την πρόφαση ότι έχει να λάβει χρήματα από αυτό για άλλες υποθέσεις.[47]
Περί του Πανούτσου Νοταρά υπενθυμίζουμε εν συντομία τα εξής:

Ο Πανούτσος Νοταράς, Υπουργός των Οικονομικών και Πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος της Προσωρινής διοικήσεως της Ελλάδος κατά την Ελληνική Επανάσταση. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.
Πανούτσος Νοταράς (1752-1849): Υπουργός της Οικονομίας από τον Ιανουάριο 1822 έως τον Απρίλιο 1823, διετέλεσε αργότερα και Πρόεδρος της Βουλής («Βουλευτικού») κατά την Γ’ Περίοδο της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος (11 Οκτωβρίου 1824-17 Απριλίου 1826). Στις 29 Σεπτεμβρίου 1829 διορίσθηκε Πρόεδρος του Α’ Ανεκκλήτου Δικαστηρίου.[48]
Η απόφαση για την μη δυνατότητα συμψηφισμού των χρεών μεταξύ ενός ιδιώτη και του δημοσίου ήταν κρίσιμη, αφού έθετε όρια στην αυθαίρετη συμπεριφορά πολλών, και κυρίως των «δυνατών». Λίγα χρόνια μετά από τα γεγονότα που εκτίθενται εδώ, είχε εδραιωθεί ξανά η ατμόσφαιρα ανομίας της επαναστατικής περιόδου, όπως αποδεικνύεται από την αλληλογραφία του συνταγματάρχη Βάσου Μαυροβουνιώτη με το Ελεγκτικό Συνέδριο και το υπουργείο Στρατιωτικών για υπόθεση που είχε λάβει χώρα το 1832. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την ενοικίαση των προσόδων της Χασιάς Αττικής εκ μέρους του συνταγματάρχη, για την οποία ο ίδιος χρωστούσε ακόμη το ποσό των 553,66 φοινίκων. Στις αλαζονικού ύφους απαντήσεις του προς τις κρατικές αρχές, ο εν λόγω στρατιωτικός δηλώνει ότι έχει προβεί σε συμψηφισμό μόνος του (!), αφού το κράτος του χρωστά 12.000 φοίνικες, όπως ισχυρίζεται. Στην επιστολή ειδικότερα που στέλνει στις 4 Ιουνίου 1835 προς το υπουργείο Στρατιωτικών, κάνει και μία «παραχώρηση», αναφερόμενος στο δημόσιο ταμείο: «αν εγκρίνη να επιμένη να αποζημιωθή από εμέ διά τους άνωθεν Φοίνικας ημπορεί να εκπέση αυτούς από τους Φοίνικας δώδεκα χιλιάδας χρέους του ιδίου προς εμέ της αυτής εποχής…».[49]
Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης απέκτησε ισχυρή επιρροή σε «δίκτυα» πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων στην μετακαποδιστριακή περίοδο. Επίσης έγινε κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας σε Αττική, Βοιωτία και Φωκίδα επί Όθωνα, του οποίου υπήρξε ευνοούμενος.[50]
– 10 Μαρτίου: Μετά τις καταγγελίες για οικονομικές ατασθαλίες στο Πρότυπο Αγροκήπιο Τίρυνθας, και μέχρι την πλήρη διερεύνηση των καταγγελιών αυτών, δίνεται εντολή να συγκροτηθεί άμεσα διοικούσα επιτροπή και να τεθεί υπό τις διαταγές της ο μέχρι τότε διευθυντής Γρηγόριος Παλαιολόγος. Η επιτροπή (Β. Καποδίστριας, Π. Δημητρακόπουλος, Γ. Αινιάν) καλείται να εξετάσει με κάθε λεπτομέρεια τα οικονομικά στοιχεία για τις δραστηριότητες της Σχολής και τη μισθοδοσία του προσωπικού, και να αποστέλλει σχετική αναφορά στην Κυβέρνηση κάθε μήνα.[51]
Όσον αφορά τον διευθυντή του Αγροκηπίου Γρηγόριο Παλαιολόγο, επρόκειτο για έναν επαγγελματία γεωπόνο που ήταν ιδιαίτερα γνωστός στον Κυβερνήτη, αφού ο ίδιος ο Καποδίστριας παρακολουθούσε την πρόοδό του στα χρόνια των σπουδών του στη Γαλλία και τον ενθάρρυνε συνεχώς στην επιστημονική του πορεία. Κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα τον Ιανουάριο του 1830 με τον τίτλο «Γεωργία», διαπνέεται σε τέτοιο βαθμό από την αίσθηση της προοπτικής και του μακροπρόθεσμου σχεδίου για την αυτοδύναμη και πολύπλευρη ανάπτυξη της γεωργίας, ώστε θεωρήθηκε από ειδήμονες ως το προγραμματικό κείμενο του τομέα αυτού για τα επόμενα 100 χρόνια.[52]
Στις 30 Ιουλίου το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο ανακοινώνει ότι ολοκληρώθηκε η εξέταση των λογαριασμών του Προτύπου Αγροκηπίου Τίρυνθας και (ότι) στάλθηκε το τελικό πόρισμα στον Κυβερνήτη.[53] Τελικά, δεν βρέθηκαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ενοχή του Παλαιολόγου.
Η πρώτη στρατιωτική ανταρσία στα νεότερα χρονικά
– 24 Αυγούστου: Το Α’ Διαρκές Στρατιωτικό Συμβούλιο του Ελαφρού Στρατού Πελοποννήσου «κηρύττει, Α’. τον Ταγματάρχην του ΙΔ΄ Ελαφρού Τάγματος Δ. Τσάμη Καρατάσο, αντάρτην κατά τω νόμω, Β’. Κατά συνέπειαν καθαιρεί αυτόν του βαθμού του και των δικαιωμάτων πολίτου Έλληνος…». Αυτή ήταν η απόφαση του στρατοδικείου για την ανταρσία που οργάνωσε ο ίδιος εναντίον της κυβέρνησης. Ως εισηγητής της απόφασης υπογράφει ο «Λοχαγός Επιθεωρητής της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής» Κωνσταντίνος Αξελός. Ενάμιση μήνα μετά, ο ίδιος θα είναι ο κατήγορος στη δίκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ενός (1) εκ των δραστών της δολοφονίας του Καποδίστρια.[54]
Για τον «αντάρτη» Δημήτριο – Τσάμη Καρατάσο, λεκτέα τα ακόλουθα:
Δημήτριος – Τσάμης Καρατάσος (1798-1861): Μακεδόνας στρατιωτικός, με συμμετοχή στην επανάσταση σε περιοχές της Μακεδονίας και της Στερεάς Ελλάδας. Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, άρχισε να αποκτά αρνητική φήμη ως υπαίτιος επιθέσεων εναντίον κτηνοτρόφων με λεία τα κοπάδια τους.
Τον Μάιο του 1831 οργάνωσε στάση εναντίον της Κυβέρνησης επειδή δεν του δόθηκε η αρχηγία των «ελαφρών» (ημιάτακτων) δυνάμεων της Ανατολικής Στερεάς. Καταδιώχθηκε από κυβερνητικές δυνάμεις και κατέφυγε προσωρινά σε οθωμανικό έδαφος, όπου οργανώθηκε για να επαναλάβει το εγχείρημά του τον Ιούνιο. Μετά την ήττα των δυνάμεών του κατέφυγε στην Ύδρα ενισχύοντας τις στασιαστικές δυνάμεις του νησιού εναντίον της κυβέρνησης.
Την επιχείρηση των κυβερνητικών δυνάμεων εναντίον του είχε συντονίσει ο έκτακτος επίτροπος της Ανατολικής Στερεάς Κωνσταντίνος Μεταξάς, με την αποφασιστική βοήθεια του ταγματάρχη Ιωάννη Ρούκη. Ο επικεφαλής των δυνάμεων συνταγματάρχης Γιαννάκης Ράγκος είχε αδρανήσει δραματικά κατά την προετοιμασία και την έναρξη της ανταρσίας, αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στο καθήκον του και στις προσωπικές του σκοπιμότητες. Αλλά και οι άλλοι αξιωματικοί των μονάδων «κρατούσαν στάση αναμονής και ίσων αποστάσεων, περιμένοντας να διαπιστώσουν προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα».[55]
Η κορύφωση της καποδιστριακής «απροσωποληψίας»[56]
– 17 Σεπτεμβρίου: Δέκα ημέρες πριν από τη δολοφονία του, ο Καποδίστριας εγκρίνει την εισήγηση της Επιτροπής Οικονομίας σχετικά με την τύχη «εθνικής οικίας» που είχε αγορασθεί από τον υψηλόβαθμο αξιωματικό του ιππικού Χατζηχρήστο σε δημοπρασία. Μετά την προφανή ενημέρωσή του για το γεγονός ότι ο ανωτέρω αξιωματούχος δεν έχει καταβάλει το παραμικρό ποσό («ουδ’ οβολόν»), διατάσσει την ακύρωση της δημοπρασίας με όποιον τρόπο κριθεί καταλληλότερος.[57]
Μια ξεχωριστή πληροφορία επί του θέματος είναι η εξής: λίγες μόλις εβδομάδες πριν, ο εν λόγω στρατιωτικός είχε αρνηθεί την πρόσκληση του Λάζαρου Κουντουριώτη να μεταβεί στην Ύδρα και να ενωθεί με τους στασιαστές της αντιπολίτευσης. Σε σχετικό έγγραφο της δημογεροντίας Ύδρας μάλιστα, ο Χατζηχρήστος είχε απαντήσει ότι «ως στρατιώτης, θα μείνει πιστός στην κυβέρνηση».[58] Σύμφωνα με τον Νικόλαο Κασομούλη, η άρνηση του Χατζηχρήστου προς τον Λάζαρο Κουντουριώτη εξέπληξε τον περίγυρο της εποχής, αφού «τον επίστευεν ως θεόν» τον Υδραίο προεστό.[59]
Σχετικά με τα παραπάνω, ο τότε Γραμματέας της Επικρατείας Νικόλαος Σπηλιάδης αναφέρει ότι ο Λάζαρος Κουντουριώτης είχε δεχθεί την παρότρυνση του φίλου του Χ. Νικολαΐδη να προσκαλέσει τον Χατζηχρήστο στην Ύδρα.[60]
Κρίστε Ντάγκοβιτς (1783-1856): Σέρβος βουλγαρικής καταγωγής, γνωστός ως Χατζηχρήστος (ή Χατζηχρήστος Βούλγαρης), που συμμετείχε στην Επανάσταση από την πρώτη χρονιά. Μετά από μακροχρόνια αιχμαλωσία από τον στρατό του Ιμπραήμ, συμμετείχε σε κρίσιμες επιχειρήσεις της περιόδου Ιανουαρίου-Ιουλίου 1829 για την κατάληψη των Θερμοπυλών, του Αντιρρίου, της Ναυπάκτου και του Μεσολογγίου, και σε αποφασιστικές μάχες στην περιοχή των Θηβών υπό τις διαταγές του Δημητρίου Υψηλάντη, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς.
Επίλογος
«Η πρότασις της αυτού Εξοχότητος, ότι ωμίλησεν αφόβως και ασυστόλως προς αυτοκράτορα, και το συμπέρασμα ότι δεν φοβείται είκοσι πέντε Έλληνας, είναι εξ εναντίας, ενδεικτική εσχάτης δειλίας, αλλά πλήρης ελπίδων ότι θέλει φοβίσει τους ευπτοήτους Έλληνας και θέλει τους εξυπάσει, καθώς και άλλοτε, καλώς παρατηρήσας τον άστατον χαρακτήρα και τον εξυπασμόν αυτών» (Λάζαρος Κουντουριώτης, 6 Οκτωβρίου 1828).[61]
Από τα τέλη του 1830 η αντιπολίτευση προς την κυβέρνηση εντάθηκε, κυρίως στη Μάνη και την Ύδρα. Το «συνταγματικό ζήτημα» και η απαγόρευση της κυκλοφορίας της εφημερίδας «Απόλλων» (υπό τη διεύθυνση του Αν. Πολυζωίδη), κορύφωσαν τη σύγκρουση. Αφού δεν υπήρξαν έγκαιρα κάποια δείγματα συμβιβαστικής διάθεσης από τις αντίπαλες πλευρές, στη διάρκεια του 1831 ήρθαν τα τραγικά αποτελέσματα: την 1η Αυγούστου Υδραίοι ανατίναξαν πλοία του πολεμικού ναυτικού στον ναύσταθμο του Πόρου, και κατόπιν, κατά την ανακατάληψη του νησιού από τις κυβερνητικές δυνάμεις, ακολούθησε η αιματοχυσία που είχε κατορθώσει να αποφύγει ο Καποδίστριας επί τόσον καιρό. Στις 27 Σεπτεμβρίου ο ίδιος δολοφονήθηκε, και η χώρα βυθίστηκε στο τέλμα του εμφυλίου πολέμου – του τρίτου εμφυλίου μέσα σε οκτώ χρόνια.
Επιφανείς οικογένειες πολιτικών και στρατιωτικών και εδραιωμένα επαγγελματικά συμφέροντα είχαν σταθεί «απέναντι» στη διακυβέρνηση του Καποδίστρια από την αρχή. Πιο «ηχηρές» οι περιπτώσεις των οικογενειών Μαυρομιχάλη στη Μάνη και Κουντουριώτη στην Ύδρα – οι δεύτεροι ιδιαίτερα ακολουθούνταν και από άλλους ισχυρούς εκπροσώπους του υδραίικου εφοπλιστικού κεφαλαίου. Επιπροσθέτως, διάθεση απείθειας επέδειξε συχνά το υπαλληλικό προσωπικό στα λίγα κερδοφόρα πόστα του νεότευκτου κράτους, όπως ήταν τα τελωνεία Σύρου, Ύδρας και Ναυαρίνου. Όσο για τους στρατιωτικούς, αυτοί παρακολουθούσαν την κλιμάκωση της σύγκρουσης μάλλον αδιάφοροι. Είχαν στραμμένη την προσοχή τους στη μελλοντική εκμετάλλευση της προνομιακής τους θέσης, που είχε εδραιωθεί με τη συμμετοχή τους στον Αγώνα (αλλά και την αυθαίρετη συμπεριφορά που είχαν συχνά επιδείξει), και τη δημιουργία άτυπων ομάδων με άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς παράγοντες. Μέλη των «δικτύων» αυτών θα συναποτελέσουν από τη δεκαετία του 1830 την τάξη των πρώτων γηγενών επιχειρηματιών, που χαρακτηριζόταν από την ιδιαίτερη, τριπλή ιδιότητα των μελών της: «γαιοκτήμονας – έμπορος – τοκογλύφος».[62]
Πάντως, στους σαράντα πέντε μήνες της «Ελληνικής Πολιτείας» της περιόδου 1828-1831 δόθηκαν πολύ σοβαρά δείγματα χρηστής διοίκησης. Όπως δείχνουν οι αρχειακές πηγές, η ζωτικότητα του Καποδίστρια και των διοικητικών αρχών παρέμεινε άκαμπτη μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του Κυβερνήτη. Ανάμεσα σε άλλα, στο πρώιμο εκείνο στάδιο διοικητικής οργάνωσης του ελληνικού κράτους διακρίνουμε ότι η νεαρή διοίκηση της εποχής δεν λογάριαζε «ονόματα» ούτε υπέκυπτε σε «φιλίες» ευνοιοκρατίας, εμμένοντας αταλάντευτα στην απρόσωπη εφαρμογή του νόμου. Η ζωτικότητα αυτή της διοίκησης, ίσως είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχει να μας μεταδώσει η εποχή εκείνη.
Αρχές που εφαρμόσθηκαν στη Διοίκηση της περιόδου 1828-1831
Εποπτικός Πίνακας
| Η αρχή της οικονομίας όσον αφορά το πρόσωπο του Κυβερνήτη.
|
Ο Καποδίστριας αρνείται να έχει για την προστασία του ένοπλη φρουρά και αρνείται την παροχή μισθού. |
| Η αρχή της τήρησης ίσων αποστάσεων και της αποφυγής δημιουργίας προσωπικών σχέσεων από μέρους του Κυβερνήτη.
|
Ο Καποδίστριας αρνείται να βαφτίσει τον γιο μέλους της Αντικυβερνητικής Επιτροπής. |
| Η αρχή της προστασίας του «αδυνάτου».
|
Ο Κυβερνήτης επιβάλλει στους δημογέροντες Άργους να μην εκμεταλλεύονται οικονομικά τους πρόσφυγες. |
| Η αρχή της προστασίας του λαϊκού εισοδήματος.
|
Τα έξοδα των μετακινήσεων των κυβερνητικών αξιωματούχων αναλαμβάνει η Διοίκηση και όχι οι πολίτες. |
| Η αρχή της αξιοποίησης του πάγιου κεφαλαίου του κράτους. | Ενοικιάζονται εγκαταλειμμένα εργαστήρια και καφενεία στο Ναύπλιο στο όνομα του δημόσιου συμφέροντος. |
|
Η αρχή της προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος έναντι του ιδιωτικού συμφέροντος, των προσωπικών σχέσεων και της ευνοιοκρατίας.
|
Τα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας υπερισχύουν των αδειών τέλεσης γάμων μεταξύ μελών «ισχυρών οικογενειών» / η υπόθεση δασμολόγησης του φορτίου που προοριζόταν για τον Κ. Τζαβέλλα / η υπόθεση παραχώρησης του βαλτότοπου στη Γλυκιά Ναυπλίου στον Δ. Μιαούλη / το αίτημα του Γ. Μαυρομιχάλη για αγορά εθνικής γης / τα αιτήματα των αξιωματικών Χατζηπέτρου και Βάγια / η παραχώρηση εθνικής γης σε Τρικούπη, Σικελιανό, Ράλλη και Σμαρλή / η περίπτωση του Δ. Καλλέργη / η περίπτωση του Κρίστο Ντάγκεβιτς/ η υπόθεση του Α. Καλαμογδάρτη. |
| Απαγόρευση της διπλομισθίας για τους κρατικούς αξιωμα τούχους /η άρνηση «ως μη επιτρεπτών» αυξημένων απολαβών των κρατικών λειτουργών. | Το έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας για την απαγόρευση της διπλομισθίας / η περίπτωση του παρέδρου Α΄ της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας. |
|
|
|
| Η αρχή της πρόσθετης ανταμοιβής λόγω υψηλότερης παραγωγικότητας / η αρχή της αξιομισθίας για πράξεις δημοσίου συμφέροντος και δηλωτικές της πίστης στην ευνομία.
|
Η περίπτωση των μελών της Επιτροπής προσόδων των περιοχών Σαλώνων, Λιδωρικίου και Μαλανδρίνου / η ανταμοιβή στον αξιωματικό Γ. Χελιώτη και τους στρατιώτες του / η ανταμοιβή στους στρατιώτες που συνέλαβαν ένοπλο δραπέτη / η περίπτωση του επιστάτη της αλυκής Μουριάς στην Ηλεία. |
| Η αρχή της τήρησης του νόμου υπεράνω φυλετικού ή άλλου προσδιορισμού ή της οικονομικής θέσης του δράστη. | Η υπόθεση της ομαδικής δολοφονίας πέντε Οθωμανών στο Μεσολόγγι / η υπόθεση των καταδικασθέντων για λαθρεμπόριο «ενδεών» Α. Ξ. και Β. Μ. |
Υποσημειώσεις
[1] Κόκκινος Δ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 6ος, Μέλισσα, 1974, σ. 299.
[2] Κόκκινος Δ., στο ίδιο, σ. 282.
[3] Ενεπεκίδης Π. Κ., Γράμματα προς τη Βιέννη 1824-1843, από την αλληλογραφία του πρώτου Αυστριακού πρεσβευτή στην Αθήνα Άντον Πρόκες Φον Όστεν, Ωκεανίδα, 2007, σ. 395.
[4] Βακαλόπουλος Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ.8ος, «Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και το πρώτο ελληνικό κράτος», Α. Σταμούλης, 2009, σ.232, και: Δραγούμης Ν., «Ιστορικαί Αναμνήσεις»,1874, τ. Α΄, σ. 86.
[5] Ενεπεκίδης Π. Κ., ό. π.
[6] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχείο Γενικής Γραμματείας [στο εξής: ΓΑΚ-ΑΓΓ] (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 6, Γενική Γραμματεία [1828], επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς τους δημογέροντες του Άργους, Ναύπλιο, 25 Φεβρουαρίου 1828, σ. 1.
[7] Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος […], εκδοθείσαι παρά Ε.Α. Βετάν [….], μεταφρασθείσαι εκ του Γαλλικού παρά Μ.Σχινά, τ. Β΄, Τύποις Κωνσταντίνου Ράλλη, Αθήνα, 1841, σ. 44.
[8] Γενικά Αρχεία του Κράτους-Έκτακτοι Επίτροποι και Προσωρινοί Διοικητές (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 001, [1828], επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς τον προσωρινό διοικητή Ναυπλίου, Πόρος, 14 Μαρτίου 1828, σ. 1.
[9] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Γενική Γραμματεία, Φάκ. # 001, επιστολή του Ν. Ζέρβα προς τον Ι. Καποδίστρια, Πόρος, 17 Φεβρουαρίου 1828, σ. 1.
[10] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχείο Επιτροπής Οικονομίας [στο εξής: ΓΑΚ-ΑΕΟ], (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 055, Επιτρο πή Οικονομίας [1828], επιστολή της Γενικής Γραμματείας της επικρατείας προς τον έκτακτο επίτροπο Λακωνίας, Ναύπλιο, 19 Απριλίου 1828, σ. 1.
[11] Κόκκινος Δ., ό. π., σ. 372.
[12] Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος, ό. π., σ. 83-84.
[13] Ζυγούρη Ν., Τα προσωπικά αντικείμενα του Ιωάννη Καποδίστρια, περιοδικό Τεκμήρια Ελληνικής Ιστορίας, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2015, σ.63.
[14] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 029, Επιτροπή Οικονομίας [1829] επιστολή της Γενικής Γραμματείας της επικρατείας προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Αίγινα, 6 Μαρτίου 1829, σ.1.
[15] Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος, [……], τ. Γ΄, εκ της Τυπογραφίας Γ. Χαρτοφύλακος, Αθήνα, 1842, σ.62.
[16] Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Βουλή των Ελλήνων, τόμος 23ος, σ.102.
[17] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ # 236Α, Γενική Γραμματεία, επιστολή του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου προς τον Ι. Καποδίστρια, Ναύπλιο, 9 Απριλίου 1830, σ.1.
[18] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 105, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή της Γενικής Γραμματείας της επικρατείας προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 10 Απριλίου 1830.
[19] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 105, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή του γραμματέα του ‘’επιστάτη των ίππων’’ προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 2 Απριλίου (?) 1830}.
[20] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 237Α, Γενική Γραμματεία, επιστολή της επί της Οικονομίας Επιτροπής προς τον Ι. Καποδίστρια, Ναύπλιο, 14 Απριλίου 1830, σ.1.
[21] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 237Α, Γενική Γραμματεία [1830], επιστολή της επί της Οικονομίας Επιτροπής προς τη Γενική Γραμματεία της επικρατείας, Ναύπλιο, 15 Απριλίου 1830, σ.1.
[22] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος [στο εξής: ΓΕΕ], έτος Ε΄, φ.41, 28.5.1830, σ.163.
[23] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 111 Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή της Γενικής Γραμματείας της επικρατείας προς τον Ι. Καποδίστρια, Ναύπλιο, 3 Μαΐου 1830, σ.1.
[24] ΓΕΕ, έτος Γ΄, φ.14, 22.2.1828, σ.58-59.
[25] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 239, Γενική Γραμματεία [1830], επιστολή του Α.Καλαμογδάρτη προς τον Ι. Καποδίστρια, Ναύπλιο, 9 Μαΐου 1830, σ. 1.
[26] Κρεμμυδάς Β., Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, περιοδικό Ερανιστής (Όμιλος Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού), τόμος 14, 1977, σ.217-281, βλ. και: Λούκος Χ., Η αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια 1828-1831, Θεμέλιο, 1987, σ. 378.
[27] Χρήστου Θ., Ποιος δολοφόνησε εν τέλει τον Ιωάννη Καποδίστρια;, Πεδίο, 2025, σ.92.
[28] Κρεμμυδάς Β., ό.π.
[29] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 114, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 15 Μαΐου 1830, σ. 1.
[30] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 114, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου προς τον Ι. Καποδίστρια, Ναύπλιο, 14 Μαΐου 1830, σ. 1-2.
[31] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Γενική Γραμματεία [1830], Φάκ. # 243Α, επιστολή του εκτάκτου επιτρόπου Δυτικής Ελλάδας προς τον Ι. Καποδίστρια, Μεσολόγγι, 16 Ιουνίου 1830, σ. 1.
[32] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 138, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή της Γενικής Γραμματείας της επικρατείας προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 21 Ιουλίου 1830, σ. 1.
[33] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Γενική Γραμματεία [1830], Φάκ. # 250, επιστολή του τοποτηρητή Άργους προς την Γενική Γραμματεία της επικρατείας, Άργος, 29 Αυγούστου 1830, σ. 1-2.
[34] ΓΕΕ, έτος Ε΄, φ.70, 30.8.1830, σ. 289-290.
[35] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833],Φάκ. # 138, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 23 Αυγούστου 1830, σ. 1.
[36] Βαλμά-Πετρώφ Ε., Ανέκδοτα Ανδριακά Έγγραφα της εποχής του Καποδίστρια, Ανδριακά Χρονικά, τ.28, Καΐριος Βιβλιοθήκη, Άνδρος, 1997, σ. 64-65.
[37] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 141, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 14 Σεπτεμβρίου 1830, σ. 1.
[38] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Γενική Γραμματεία, Φάκ. # 257Α, επιστολή του τοποτηρητή Άργους προς τη Γενική Γραμματεία της επικρατείας, Άργος, 9 Δεκεμβρίου 1830, σ. 1.
[39] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 143, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 19 Σεπτεμβρίου 1830, σ. 1.
[40] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 152, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 16 Οκτωβρίου 1830, σ. 1-2.
[41] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 254, Γενική Γραμματεία [1830], επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς τον κατά την Ήλιδα έκτακτον επίτροπον, Ναύπλιο, 16 Οκτωβρίου 1830, σ. 1.
[42] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 254 Γενική Γραμματεία [1830], επιστολή της Επιτροπής Οικονομίας προς τον Ι. Καποδίστρια, Ναύπλιο, 20 Οκτωβρίου 1830, σ. 1.
[43] Στεφανίτσης Π., Απομνημονεύματα 1821-1839, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 2021 (β΄ έκδοση), σ. 51.
[44] Στο ίδιο.
[45] Καρδάσης, Β.: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας αντιμέτωπος με τα παραδοσιακά κοινωνικά στρώματα, στο συλλογικό έργο: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας-κριτικές προσεγγίσεις και επιβεβαιώσεις, επιμ.: Γεωργής Γ., Καστανιώτης, 2015, σ. 120.
[46] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 159, Επιτροπή Οικονομίας [1830], επιστολή της Γενικής Γραμματείας της επικρατείας προς την επί της Εθνικής Τραπέζης Επιτροπή, Ναύπλιο, 9 Δεκεμβρίου 1830, σ. 1.
[47] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 169 Επιτροπή Οικονομίας [1831], επιστολή του προσωρινού διοικητή Ναυπλίας, Άργους κλπ. προς άγνωστο αποδέκτη, Ναύπλιο, 19 Ιανουαρίου 1831, σ.1-2.
[48] ΓΕΕ, έτος Δ΄, φ.67, 2.10.1829, σ. 269.
[49] Παπαγεωργίου Σ., και Πεπελάση-Μίνογλου, Ι. Τιμές και Αγαθά στην Αθήνα (1834)–Κοινωνική συμπεριφορά και οικονομικός ορθολογισμός της οικογένειας Βάσου Μαυροβουνιώτη, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1988, σ. 182-185.
[50] στο ίδιο, σ. 79.
[51] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 188 Επιτροπή Οικονομίας [1831], διάταγμα του Ι. Καποδίστρια, Ναύπλιο, 10 Μαρτίου 1831, σ.1-2.
[52] Ζωγράφος Δ., Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας, τ. Α΄, Αγροτική Τράπεζα, 1924/1976, σ. 317-318.
[53] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 214, Επιτροπή Οικονομίας [1831], επιστολή του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 30 Ιουλίου 1831, σ. 1.
[54] ΓΑΚ-ΑΓΓ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 274, Γενική Γραμματεία [1831], επιστολή του Α΄ Διαρκούς Στρατιωτικού Συμβουλίου του κατά την Πελοπόννησον Ελαφρού Στρατού προς τον Ι. Καποδίστρια, Ναύπλιο, 24 Αυγούστου 1831, σ. 1.
[55] Παπαγεωργίου Σ.Π., Θέματα Νεότερης Πολιτικής Ιστορίας, Παπαζήσης, 2000, σ. 119-120.
[56] Επιστολαί., ό.π., 1841, τ. Α΄, σ. 314: «Αλλά η κυβέρνησις άλλως δεν δύναται να εκπληρώση τα χρέη της και να κρατήσει την ευταξίαν ειμή διά δικαιοσύνης και απροσωποληψίας ακριβεστάτης και ατενούς».
[57] ΓΑΚ-ΑΕΟ (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια) [1828-1833], Φάκ. # 223, Επιτροπή Οικονομίας [1831], επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς την επί της Οικονομίας Επιτροπή, Ναύπλιο, 17 Σεπτεμβρίου 1831, σ. 1.
[58] Λούκος Χ., Η αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια 1828-1831, Θεμέλιο, 1987, σ. 354.
[59] Κασομούλης Ν., Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 5ος, Βεργίνα, 2005, σ. 256.
[60] Σπηλιάδης Ν., Αναίρεσις – η απάντηση ενός Έλληνα στον Friedrich Thierch, επιμέλεια, προλεγόμενα και σχόλια: Καλπαδάκης Γ., Ποταμός, 2019, σ. 151.
[61] Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου, επιμ.: Κ. Διαμάντης, τ. 9ος, 1968, σ. 282.
[62] Παπαγεωργίου Σ., και Πεπελάση-Μίνογλου Ι., ό.π., σ. 88.
Θεόδωρος Δεβενές
Ο Θεόδωρος Δεβενές εργάζεται στο υπουργείο Εσωτερικών. Είναι απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην Οικονομική και Περιφερειακή Ανάπτυξη. Έχει συγγράψει το βιβλίο «Καποδιστριακή Πολιτεία, οι Σχέσεις Κράτους-Πολίτη» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Ασίνη» το 2025. Σχετικά με την καποδιστριακή περίοδο, έχει επίσης δημοσιεύσει τις εργασίες: «Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο – η πρώτη ελληνική διοικητική αρχή με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας» (2018), και «Ο πόλεμος των λιμανιών: η κυβερνητική πολιτική για τα προβλήματα λειτουργίας των λιμανιών και η απογραφή των υπαλλήλων της οικονομικής υπηρεσίας» (2024) www.argolikivivliothiki.gr, και www.emensi.gr
Διαβάστε ακόμη:
- Το Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον της Καποδιστριακής Πολιτείας: Η πρώτη Ελληνική Διοικητική Αρχή με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική Διοίκηση
- Καποδιστριακή Πολιτεία (1828-1831): «Ο Πόλεμος των Λιμανιών» – Η κυβερνητική πολιτική για τα προβλήματα λειτουργίας των λιμανιών και η απογραφή των υπαλλήλων της «Οικονομικής Υπηρεσίας».
- Η κατάσταση της δικαιοσύνης στην Ελλάδα κατά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια












Σχολιάστε