Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου από την οπτική των πολιορκητών | H. Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)*
Καθώς οι προσπάθειες για την καταστολή των εξεγέρσεων στις επαναστατημένες επαρχίες το 1821 με τη χρήση συμβατικών στρατιωτικών μέσων αποδείχθηκαν ατελέσφορες, η Υψηλή Πύλη, αν και με εμφανή απροθυμία, οδηγήθηκε στα τέλη Μαρτίου 1822 στο επώδυνο συμπέρασμα ότι η μόνη ρεαλιστική στρατηγική για την αντιμετώπιση της Ελληνικής Επανάστασης ήταν η ανάθεση της καταστολής της σε Αλβανούς «εργολάβους στρατιωτικών υπηρεσιών».[1]

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).
Όταν τα οθωμανικά στρατεύματα ξεκίνησαν την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου τον Νοέμβριο του 1822, η «σύμβαση έργου» μεταξύ των μερών είχε κλονιστεί, και ήταν πλέον σαφές ‒ τόσο για τους Οθωμανούς αξιωματούχους όσο και για τους ίδιους τους Αλβανούς ‒ ότι η Υψηλή Πύλη βρισκόταν στο έλεος των Αλβανών πολέμαρχων και μισθοφόρων.
Αυτή η εξάρτηση οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι το οθωμανικό κεντρικό κράτος ουσιαστικά δεν διέθετε μόνιμο στρατό, αλλά ούτε και πολλά μέσα για να κινητοποιήσει ή να χρηματοδοτήσει επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες επαναστάτες. Ο πλούτος των πληροφοριών που παρέχουν οι οθωμανικές αρχειακές πηγές αποτυπώνει με ζωντανό τρόπο ένα κράτος εξαιρετικά αναποτελεσματικό και στα όρια της «αποτυχίας», το οποίο μετά βίας μπορούσε να επιτελέσει τις βασικές του λειτουργίες και εξασκούσε μόνο ονομαστική εξουσία πάνω στο μεγαλύτερο τμήμα της επικρατείας του.
Η κατάσταση αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια εξελίξεων της προηγούμενης δεκαετίας, αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που αποκαλώ «αποαγιανοποίηση».[2] Πολύ χονδρικά, οι αγιάνηδες μπορούν να συγκριθούν με τους λόρδους και τους δούκες της Αγγλίας: επρόκειτο για οικογένειες που είχαν εξελιχθεί σε «οίκους» και έλεγχαν τα οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά μέσα εξουσίας στις επαρχίες. Κάθε σημαντικός αγιάν, όπως ο Γιουσούφ Πασάς των Σερρών, ηγείτο μιας εκτεταμένης ιεραρχίας υποτελών αγιάνηδων, ο συνολικός αριθμός των οποίων έφτανε τις εκατοντάδες.[3]
Η εξάρτηση της Υψηλής Πύλης από τους αγιάνηδες για τη συλλογή φόρων και τη συγκρότηση στρατού είχε εδραιωθεί κατά τη διάρκεια του Ρωσο-Οθωμανικού Πολέμου του 1768-1774. Τις επόμενες δεκαετίες, στην πράξη, οι αγιάνηδες δημιουργήσαν σχεδόν αυτόνομα κρατίδια. Ιδιαίτερα κατά τον Ρωσο-Oθωμανικό Πόλεμο του 1806-1812, πολλοί από αυτούς έγιναν ακόμη πιο ανεξάρτητοι και απρόθυμοι να ικανοποιήσουν τα αιτήματα της Πύλης στον βαθμό που εκείνη επιθυμούσε.
Μετά τη συνθήκη ειρήνης του 1812 με τη Ρωσία, η Υψηλή Πύλη, εκμεταλλευόμενη τη μεταναπολεόντεια εξάντληση της Ευρώπης και πεπεισμένη ότι δεν επρόκειτο να ξεσπάσει σύντομα νέος πόλεμος, επιδίωξε να αποδεσμευτεί από το έλεος των αγιάνηδων.
Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1813, ανακοίνωσε και έθεσε σε εφαρμογή ένα στρατιωτικό και διοικητικό σχέδιο για να επιβάλει εκ νέου την εξουσία της στις επαρχίες και να συγκροτήσει έναν νέο επαρχιακό στρατό. Πλέον, οι αυτοκρατορικοί βεζίρηδες θα αντικαθιστούσαν τους αγιάνηδες στις επαρχίες. Αυτή η πρωτοβουλία έφερε αναπόφευκτα τους βεζίρηδες – η δύναμη των οποίων συχνά βασιζόταν σε Αλβανούς μισθοφόρους – σε άμεση αντιπαράθεση με τους αγιάνηδες. Ταυτόχρονα, επέτρεψε στους βεζίρηδες να επιβάλουν εκβιαστικές πρακτικές στους τοπικούς πληθυσμούς, προκαλώντας σοβαρή οικονομική και πολιτική ασφυξία στις επαρχίες.
Έτσι, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Όσα ακολούθησαν συνιστούν, από κάθε άποψη, έναν ιδιότυπο εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στο κεντρικό οθωμανικό κράτος και μια πληθώρα επαρχιακών προυχόντων διαφορετικής ισχύος και επιρροής, θρησκείας, εθνοτικής καταγωγής και βαθμού λαϊκής υποστήριξης. Τα επίσημα οθωμανικά έγγραφα και τα χρονικά της εποχής μάς επιτρέπουν να ανιχνεύσουμε δεκάδες εξεγέρσεις, τόσο σε αστικά κέντρα όσο και στην ύπαιθρο, υπό την ηγεσία τοπικών ισχυρών παραγόντων σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας.
Δεν επρόκειτο απλώς για τοπικές ταραχές, αλλά για εκτεταμένες στρατιωτικές συγκρούσεις με τη συμμετοχή χιλιάδων ατόμων και από τις δύο πλευρές. Οι βεζίρηδες που στάλθηκαν από την Υψηλή Πύλη κατάφεραν να επανακτήσουν τον έλεγχο σημαντικών πόλεων, όπως η Αττάλεια, η Τραπεζούντα, το Ντιγιάρμπεκιρ, το Χαλέπι και τα Ιωάννινα, μόνο ύστερα από πολύμηνες πολιορκίες. Ορισμένες από τις εξεγέρσεις αυτές διήρκεσαν αρκετά χρόνια· χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέγερση των Λαζών στον ανατολικό Πόντο υπό τη δυναστεία των Τουζτζούογλου, που διήρκεσε επτά ολόκληρα χρόνια, από το 1814 έως το 1821. Το τελευταίο και, ενδεχομένως, σημαντικότερο «θύμα» αυτού του αυτοκρατορικού σχεδίου ήταν ο Αλή Πασάς Τεπελενλής, ο οποίος αρνήθηκε να υποταχθεί στην Υψηλή Πύλη και εξεγέρθηκε το 1820.
Προτείνω τον όρο «αποαγιανοποίηση» αντί για «συγκεντρωτισμό» για τη συγκεκριμένη διαδικασία, διότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι προσπάθειες του κράτους δεν οδήγησαν σε πραγματική εδραίωση της κεντρικής εξουσίας. Μέχρι το 1821, η διαδικασία αυτή είχε σχεδόν ολοκληρωθεί στις ασιατικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, αλλά διακόπηκε απότομα στις ευρωπαϊκές επαρχίες με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.
Οι συνέπειες της αποαγιανοποίησης για την Ελληνική Επανάσταση ήταν καθοριστικές. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την ακόλουθη σύγκριση: στη θερινή εκστρατεία του 1811 εναντίον των Ρώσων, μόνο από τη Μικρά Ασία, 153 εθνοτικά Τούρκοι αγιάνηδες διατάχθηκαν να συμμετάσχουν στον αυτοκρατορικό στρατό.[4] Ενώ το 1823, κατά τη θεωρητικά καλά σχεδιασμένη και σχετικά συντονισμένη στρατιωτική εκστρατεία της Υψηλής Πύλης για την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης, δεν υπήρχε ούτε ένας αγιάν από τη Μικρά Ασία στο οθωμανικό στρατόπεδο της Λάρισας. Επιπλέον, από τους πενήντα χιλιάδες στρατιώτες που είχε δεσμευτεί να κατατάξει το κράτος, μόνο δώδεκα είχαν προσληφθεί από τους αγιάνηδες της Ρούμιλης, δηλαδή από το ευρωπαϊκό τμήμα της αυτοκρατορίας· οι υπόλοιποι ήταν Αλβανοί μισθοφόροι.[5]
Οι Έλληνες, που πλέον επιθυμούσαν να καθορίσουν οι ίδιοι το συλλογικό τους μέλλον, ξεκίνησαν τον αγώνα για την ανεξαρτησία τους εν μέσω μια τέτοιας εποχής βαθύτατου μετασχηματισμού και εκτεταμένης καταστροφής. Μέσα σε μια δεκαετία, όχι μόνο καταστράφηκαν ολόκληρες επαρχίες και εξαντλήθηκε η δεξαμενή στρατιωτικού δυναμικού, αλλά μεταβλήθηκαν ριζικά και βιαστικά οι παλαιές ισορροπίες, χωρίς όμως το παλαιό καθεστώς να αντικατασταθεί από αποτελεσματικές εναλλακτικές. Κατά συνέπεια, οι αυτοκρατορικοί βεζίρηδες, όπως ο Χουρσίτ και ο Κιουταχής, που αντικατέστησαν τους αγιάνηδες, αντιμετώπιζαν τεράστιες δυσκολίες στο να βρουν, να επιστρατεύσουν και να πληρώσουν στρατιώτες.
Αρχικά, η Υψηλή Πύλη κατάφερε να κινητοποιήσει δύο «παραδοσιακές» δυνάμεις ενάντια στους επαναστατημένους Έλληνες: τους στρατιώτες νεφίρι αμ (nefîr-i amm, δηλ. στρατολογημένους αγρότες) και τους γενίτσαρους. Ωστόσο και οι δύο δυνάμεις είχαν ήδη αποδειχθεί ανεπαρκείς κατά την εξέγερση του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία και γενικά θεωρούνταν ακατάλληλες για τις απαιτήσεις του πολέμου στον Μοριά. Σε πολλές περιοχές, οι νεφίρι αμ δεν παρουσιάζονταν καν όταν καλούνταν, ενώ όσοι το έκαναν συχνά λιποτακτούσαν με την πρώτη ευκαιρία.
Υπό συνθήκες που θυμίζουν έντονα τη διάλυση αρκετών αρχαίων αυτοκρατοριών, η Υψηλή Πύλη αναγκάστηκε τελικά να καταφύγει στην «αγορά βίας», της οποίας οι κυριότεροι προμηθευτές εκείνη την περίοδο ήταν οι μουσουλμάνοι Αλβανοί πολέμαρχοι.
Θεωρητικά, οι μισθοφόροι θα λειτουργούσαν υπό την εξουσία των αυτοκρατορικών βεζίρηδων. Όλοι οι Οθωμανοί αξιωματούχοι που έγραφαν από τις επαρχίες προτιμούσαν τους μισθοφόρους από τους νεφίρι αμ, αφού οι πρώτοι δρούσαν εντός σαφούς ιεραρχίας ‒ αντίθετα με τους νεφίρι αμ και τους γενίτσαρους, που είχαν γίνει διαβόητοι για την απειθαρχία τους και την περιφρόνηση προς τη διοίκηση.
Ωστόσο η Υψηλή Πύλη υπέπεσε σε σοβαρό σφάλμα εκτίμησης, συγκροτώντας το μεγαλύτερο μέρος του στρατού της από μια εθνοτική ομάδα που σε καμία περίπτωση δεν έβλεπε το πρόβλημα ως εξωτερικός παρατηρητής. Ως άμεσοι γείτονες των επαναστατημένων Ελλήνων ‒ και σε πολλές περιοχές άμεσα αναμεμειγμένοι μαζί τους ‒, οι Αλβανοί πολέμαρχοι και μισθοφόροι βρίσκονταν στο επίκεντρο του ζητήματος και αναγκαστικά εμπλέκονταν σε αυτό. Είχαν έντονο το ένστικτο της επιβίωσης και δρούσαν κυρίως με βάση τις προσωπικές επιδιώξεις τους. Ως εκ τούτου, παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό απρόθυμοι να συμμορφωθούν με τις επιταγές της Υψηλής Πύλης.
Η Τοσκική Λίγκα
Για την κατανόηση της ιδιότυπης πολιτικής συμπεριφοράς των Αλβανών κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, είναι αναγκαία μια συνοπτική ανασκόπηση του καθεστώτος που διαμορφώθηκε μετά την πτώση του Αλή Πασά. Για μια πληρέστερη κατανόηση της περιπλοκότητας της κατάστασης, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο αλβανικός πληθυσμός διακρινόταν σε δύο κύριες εθνογλωσσικές υποομάδες: τους Τόσκηδες και τους Γκέγκηδες.
Οι πρώτοι κατοικούσαν κυρίως νότια του ποταμού Σκούμπιν, ο οποίος χωρίζει τη σημερινή Αλβανία σχεδόν στη μέση, ενώ οι δεύτεροι ζούσαν βορειότερα του ίδιου ποταμού και μιλούσαν διαφορετική διάλεκτο. Η έλλειψη συνεννόησης και οι πολιτικές διαφορές ανάμεσά τους αποτελούν ιστορικά διαπιστωμένο φαινόμενο.
Η Υψηλή Πύλη κατάφερε να εξουδετερώσει τον Αλή Πασά ύστερα από ενάμιση χρόνο σφοδρής σύγκρουσης, σχεδόν ένα έτος μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Τα πασαλίκια των Ιωαννίνων, του Αυλώνα και του Δελβίνου ενοποιήθηκαν υπό τη διακυβέρνηση του Ομέρ Βρυώνη, πρώην θησαυροφύλακα του Αλή Πασά, ο οποίος είχε αυτομολήσει έγκαιρα στα σουλτανικά στρατεύματα, λίγο πριν από την τελική κατάρρευση του πρώην κυρίου του.
Ωστόσο, στις περισσότερες περιοχές των Τόσκηδων, η πραγματική εξουσία παρέμεινε στα χέρια μιας ομάδας που ο Ουίλλιαμ Μάγερ (William Meyer), ο ιδιαίτερα καλά ενημερωμένος, μορφωμένος και διεισδυτικός παρατηρητής της αλβανικής πολιτικής σκηνής Βρετανός πρόξενος στην Πρέβεζα, αποκαλούσε «Τοσκική Λίγκα» (Tosk League). Επρόκειτο για έναν κύκλο δυσαρεστημένων αλλά ισχυρών αξιωματούχων της αυλής του Αλή Πασά. Η «Τοσκική Λίγκα» δεν συνιστούσε επίσημη πολιτική οντότητα· ο Μάγερ χρησιμοποίησε τον όρο για να υπογραμμίσει το κοινό κοινωνικό υπόβαθρο των μελών της και να τους διακρίνει από την παραδοσιακή τοσκική αριστοκρατία, την οποία είχε καταστρέψει ο Αλή Πασάς κατά τη διάρκεια της εξουσίας του.
Καθώς μετά τη διάλυση της ηγεμονίας του Αλή Πασά συνέχιζαν να ελέγχουν το πιο ετοιμοπόλεμο ανθρώπινο δυναμικό, τα κάστρα και τα δερβένια της περιοχής, και αποτελούσαν τη βασική στρατιωτική δύναμη στην οποία το οθωμανικό κράτος στήριζε τις ελπίδες του για την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης, η στάση των κύριων παραγόντων του καθεστώτος του Αλή Πασά απέναντι στην Επανάσταση υπήρξε καθοριστικής σημασίας.
Τα μέλη αυτής της στρατιωτικής τοσκικής ολιγαρχίας – όπως ο Ιλιάς Πόντα, πρωτοσπαθάριος (σιλαχντάρ) του Αλή Πασά, ο σφραγιδοφύλακας (μουχουρντάρ) Άγκο Βασιάρη, ο θησαυροφύλακας (χαζινεντάρ) Ομέρ Βρυώνης και ο αρχηγός των φρουρών (μπουλουκμπασί) Ταχίρ Αμπάς -, ήταν όλοι δημιουργήματα του Αλή Πασά.
Όπως επισημαίνει ο Μάγερ, τα μέλη της Τοσκικής Λίγκας ανήκαν σε μια «νέα ράτσα ανθρώπων που ο Αλή Πασάς επέλεξε από τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις για να αντικαταστήσει τους παλαιούς και ισχυρούς αλβανικούς οίκους, και είχαν γίνει οι ενορχηστρωτές των σκοτεινών του έργων».[6] Με άλλα λόγια, όφειλαν την υψηλή τους θέση αποκλειστικά στον ευεργέτη τους.
Μετά την εξόντωσή του όμως, και ενώ η προ Αλή Πασά αλβανική αριστοκρατία ανακτούσε ξανά την ισχύ της, η πολιτική νομιμοποίησή τους (legitimacy) ως στρατιωτικών ηγετών στην περιοχή έγινε επισφαλής. Ως εκ τούτου, κατά τα επαναστατικά χρόνια, διαχειρίστηκαν πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ της Υψηλής Πύλης, των Ελλήνων επαναστατών και γενικότερα του αλβανικού πληθυσμού. Παρότι τα ονόματά τους έχουν σε μεγάλο βαθμό σβηστεί από τη συλλογική ιστορική μνήμη, συναντώνται συχνά στα απομνημονεύματα των Ελλήνων επαναστατών και τα οθωμανικά έγγραφα της εποχής.

Ο Ομέρ Βρυώνης σε πίνακα του 19ου αιώνα που αποδίδεται στον Ντελακρουά. Πινακοθήκη της Αρχιεπισκοπής Κύπρου.
Αξίζει να τονιστεί ότι αυτές οι προσωπικότητες δεν δρούσαν πάντοτε σε αρμονία μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, μερικοί από αυτούς διαμόρφωσαν αντικρουόμενα συμφέροντα και βρέθηκαν σε αντιπαράθεση μεταξύ τους.[7] Ένα όμως στοιχείο παρέμεινε αμετάβλητο: κανείς δεν συμπαθούσε τον Ομέρ Βρυώνη ‒ ούτε η Υψηλή Πύλη, ούτε φυσικά οι Έλληνες, αλλά ούτε και οι ίδιοι οι Αλβανοί.[8]
Μετά την εξόντωση του Αλή Πασά, ο Ομέρ Βρυώνης βρέθηκε να είναι ο ονομαστικός, ελεγχόμενος και αντιδημοφιλής διοικητής των τοσκικών περιοχών, συχνά σε αντιπαράθεση τόσο με τα μέλη της Τοσκικής Λίγκας όσο και με τους απογόνους της προ Αλή Πασά τοσκικής αριστοκρατίας, και σύντομα εξελίχθηκε στον τέλειο αποδιοπομπαίο τράγο για όλα τα δεινά της περιοχής. Τα ιδιόχειρα αυτοκρατορικά διατάγματα του σουλτάνου συχνά αποκαλύπτουν την περιφρόνησή του, καθώς αναφέρεται στον Ομέρ Βρυώνη ως προδότη.[9]
Τον Σεπτέμβριο του 1821, οι σημαντικότεροι αξιωματούχοι του Αλή Πασά – δηλαδή αυτοί που αργότερα συγκρότησαν την Τοσκική Λίγκα ‒ υπέγραψαν επίσημες συμφωνίες με τους Έλληνες επαναστάτες για την υποστήριξή του και, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Μάγερ, είχαν γίνει «συνομοσπονδιακοί (confederates)».[10] «Η ελληνοαλβανική συμμαχία» στην αυγή της Επανάστασης καταγράφεται στη ελληνική ιστοριογραφία, αν και δεν έχει λάβει ιδιαίτερη προσοχή στο ευρύτερο ιστορικό αφήγημα.[11] Παρότι η επίσημη αυτή συμμαχία διαλύθηκε μετά την εξόντωση του Αλή Πασά, οι δύο πλευρές διατήρησαν μια διακριτική και ανεπίσημη συνεννόηση, παρά τις διακυμάνσεις και τις ανατροπές που υπήρξαν στην πορεία.[12]
Μπορούμε να ανιχνεύσουμε αυτή την συνεννόηση πιο καθαρά στις αναφορές του Μάγερ, οι οποίες δεν είναι μόνο σημαντικές για την παρούσα μελέτη αλλά αποτελούν και μια βασική πηγή για την κατανόηση της περιόδου γενικότερα. Φυσικά, οι μαρτυρίες του Μάγερ δεν πρέπει να γίνονται άκριτα αποδεκτές ‒ όπως κάθε ιστορική τεκμηρίωση, πρέπει να αντιμετωπίζονται με κάποια επιφύλαξη. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν διαθέτουμε άλλη πηγή με τόσο άμεση γνώση των Αλβανών, των συμφερόντων και των σκοπιμοτήτων τους και της δυναμικής της σύγκρουσης ‒ ιδίως από μια εξωτερική και όχι εσωτερική οπτική.
Οι πυλώνες της αλβανικής πολιτικής
Ήδη από την άνοιξη του 1822, όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές είχαν αντιληφθεί ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν θα μπορούσε να κατασταλεί, εκτός αν οι Αλβανοί συνεργάζονταν στενά με την Υψηλή Πύλη. Αυτή η συνειδητοποίηση αποτέλεσε το θεμέλιο της στάσης που υιοθέτησαν οι Αλβανοί σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης. Τα επόμενα χρόνια, η πολιτική της Τοσκικής Λίγκας κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες: Πρώτον, έναντι του οθωμανικού κράτους, καθώς ήταν απογοητευμένοι από την πτώση του Αλή Πασά και βαθιά καχύποπτοι απέναντι στην Υψηλή Πύλη, επιδίωκαν με κάθε τρόπο να παραλύσουν τις προσπάθειες της τελευταίας να εδραιώσει την εξουσία της στις περιοχές τους. Επίσης, η σύγκρουση ανάμεσα στην Πύλη και τους Έλληνες τους προσέφερε τη χρυσή ευκαιρία να πλουτίσουν αντλώντας τεράστια ποσά από το αυτοκρατορικό ταμείο μέσω των μισθοφορικών αμοιβών. Όσο περισσότερο παρατεινόταν η διαμάχη, τόσο περισσότερο ενίσχυαν τη δύναμη και τα οικονομικά τους.
Δεύτερον, ως προς τους Έλληνες, αν και έτρεφαν «έντονα αισθήματα ζήλιας και δυσπιστίας προς το ελληνικό έθνος», δεν είχαν στην πραγματικότητα κανέναν ουσιαστικό λόγο να εχθρεύονται τους Έλληνες επαναστάτες.[13] Είχαν ήδη αποξενωθεί πλήρως από τους στόχους και τα συμφέροντα της Πύλης: «H στενή επαφή και η σχέση των Τόσκηδων με τους Έλληνες σχεδόν τους εμπόδισε να διεξαγάγουν εχθροπραξίες εναντίον των Ελλήνων και ακόμη περισσότερο να ξεκινήσουν έναν τέτοιο [αποτελεσματικό] πόλεμο εναντίον τους, όπως απαιτούσαν οι Οθωμανοί».[14] Έτσι, όπως καταλήγει ο Μάγερ, «η πολιτική των Αλβανών κατά τη διάρκεια του ανταγωνισμού των Ελλήνων με την Υψηλή Πύλη, αν και δεν ήταν δημόσια αναγνωρισμένη, αποτελούσε στην πραγματικότητα μια ένοπλη ουδετερότητα, που εχθρευόταν κρυφά τους Τούρκους, όταν ήταν πιθανό να υπερισχύσουν, και έλεγχε τους Έλληνες όταν έτειναν να καταπατήσουν τα αλβανικά συμφέροντα».[15]
Η παρέλκυση και η αποφυγή της εκτέλεσης των διαταγών, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, αποτελούσαν τα βασικά χαρακτηριστικά που διέκριναν την αλβανική πολιτική της «ένοπλης ουδετερότητας». Παρά τις επανειλημμένες παραινέσεις της Υψηλής Πύλης, οι Τόσκηδες μισθοφόροι συχνά καθυστερούσαν να βγουν στο πεδίο της μάχης και να υπακούσουν στις εντολές. Ακόμα και όταν το έκαναν, δίσταζαν να πολεμήσουν εναντίον των Ελλήνων. Τα οθωμανικά στρατόπεδα καθώς και τα κάστρα στον Μοριά και τα περίχωρά τους βρίσκονταν σε συνεχή αναταραχή, με πρόσχημα τις καθυστερημένες πληρωμές μισθών ή την έλλειψη εφοδίων. Όταν αντιμετώπιζαν δυσκολίες, δεν είχαν ενδοιασμούς να εκκενώσουν τα στρατόπεδα, να παραδώσουν τα κάστρα που τους είχαν εμπιστευθεί για φύλαξη ή να εγκαταλείψουν θέσεις που είχαν καταληφθεί με σημαντικές θυσίες· να λύσουν πολιορκίες ή να επιτρέψουν στους Έλληνες να τις σπάσουν.[16]
Από την άλλη πλευρά, βόρεια του Μπεράτ εκτεινόταν η περιοχή των Γκέγκηδων Αλβανών, υπό τη διοίκηση του Μουσταφά Πασά Μπουσάτη, μουτασαρίφη της Σκόδρας και πατριάρχη της επιφανούς δυναστείας των Γκέγκηδων. Στα γκέγκικα εδάφη, η εξουσία της Υψηλής Πύλης ήταν μόνο ονομαστική. Δυστυχώς δεν διαθέτουμε πηγές ‒ όπως αυτές που μας παρέχει ο Μάγερ για τους Τόσκηδες ‒ που θα μας επέτρεπαν να κατανοήσουμε τις πραγματικές αντιλήψεις των Γκέγκηδων σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση και το οθωμανικό κράτος. Παρ’ όλα αυτά, οι πράξεις τους δείχνουν ότι επέδειξαν μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι στην Υψηλή Πύλη και την Τοσκική Λίγκα από ό,τι προς τους Έλληνες επαναστάτες, καθώς είναι προφανές ότι η τακτική της χρονοτριβής ήταν η στρατηγική που είχαν επιλέξει.[17] Ή απροθυμία τους να συμμορφωθούν με τις διαταγές της Υψηλής Πύλης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης, κυρίως στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.[18]
Οι συνέπειες της ήττας στα Δερβενάκια και οι οθωμανικές προσπάθειες για ανασυγκρότηση
Η ταπεινωτική ήττα στα Δερβενάκια την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου 1822 αποτέλεσε σημείο καμπής και στιγμή διαύγειας τόσο για την Υψηλή Πύλη όσο και για τους Αλβανούς που συγκροτούσαν τα στρατεύματά της. Ενώ αρχικά η οθωμανική διοίκηση ήταν βέβαιη και αισιόδοξη ότι θα κατάφερνε να καταστείλει την ελληνική εξέγερση εκείνο το καλοκαίρι, η συγκεκριμένη αποτυχία ανέδειξε μια νέα, δυσμενή πραγματικότητα: η Υψηλή Πύλη δεν είχε ουσιαστικό έλεγχο επί των στρατευμάτων της. Οι αξιωματούχοι στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα δεν είχαν ακόμη αντιληφθεί ότι το πρόβλημα ήταν βαθύτατα πολιτικό· αντ’ αυτού, το απέδιδαν είτε στον «κακό χαρακτήρα» των Αλβανών είτε στην πεποίθηση ότι οι Αλβανοί δεν είχαν οικονομικό συμφέρον να καταστείλουν την εξέγερση, καθώς οι μισθοφόροι θα έχαναν τους μισθούς τους. Από την άλλη, προκειμένου να δικαιολογήσουν την ήττα, οι στρατηγοί από τη ζώνη του πολέμου απέδωσαν την ευθύνη σε συνωμοσία των Αλβανών μισθοφόρων. Σύμφωνα με τις οθωμανικές πηγές, τα αλβανικά στρατεύματα, υποκινούμενα από κάποιον Ζεκερία μπινμπασί της Δίβρης, εγκατέλειψαν εσκεμμένα τις θέσεις τους με το πρόσχημα της έλλειψης τροφίμων, προκαλώντας έτσι την ήττα, παρά το γεγονός ότι στην πραγματικότητα τέτοια έλλειψη δεν υπήρχε.[19]
Μέχρι τη μάχη των Δερβενακίων, οι Αλβανοί στάθμιζαν το πραγματικό εύρος της ισχύος και των μέσων της Υψηλής Πύλης. Η επιτυχία της Υψηλής Πύλης στην εξόντωση του Αλή Πασά ενίσχυε την επιφυλακτικότητά τους ως προς τις πραγματικές της δυνατότητες. Ωστόσο, μετά τη μάχη, όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές αναπροσάρμοσαν τη στάση τους, συνειδητοποιώντας τη δύναμη ή την αδυναμία τους να επιβάλουν τις δικές τους συνθήκες. Το γεγονός ότι η Υψηλή Πύλη αδυνατούσε να καταστείλει την ελληνική εξέγερση αναδιαμόρφωσε εκ θεμελίων τη δυναμική μεταξύ των Οθωμανών διοικητών και των Αλβανών πολέμαρχων, επιτρέποντας στους τελευταίους να ακολουθήσουν με μεγαλύτερη άνεση τις δικές τους επιδιώξεις.
Μετά τα Δερβενάκια, ο αρχιστράτηγος Χουρσίτ Πασάς επιχείρησε να ανασυγκροτήσει τις οθωμανικές δυνάμεις, με στόχο να τις κινητοποιήσει προς τον Μοριά πριν από τη λήξη της εκστρατευτικής περιόδου, η οποία παραδοσιακά έληγε τον Νοέμβριο. Η στρατηγική του προέβλεπε την αποστολή του Ομέρ Βρυώνη και του Ρεσίτ Πασά (Κιουταχή) στον Μοριά, και στη συνέχεια του θησαυροφύλακά του μαζί με υποστηρικτικά αποσπάσματα.[20]

Ο Πασάς του Μπερατίου και στρατηγός Ομέρ Βρυώνης πολυτελώς ενδεδυμένος και με εντυπωσιακό κάλυμμα κεφαλής (τουρμπάνι). Λιθογραφία του Giovani Boggi από το λεύκωμα με 24 πορτρέτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: «Collection de portraits des personnages Turcs et Grecs les plus renommés soit par leur cruauté soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grèce».
Προς τούτο, o Χουρσίτ Πασάς παρότρυνε τους δύο πασάδες να αποκαταστήσουν γρήγορα την τάξη στο Κάρλελι (Αιτωλοακαρνανία), είτε με τη χρήση όπλων είτε με τη χορήγηση αμνηστίας, «διότι το Κάρλελι δεν βρισκόταν σε απομονωμένη τοποθεσία και, σε κάθε περίπτωση, η διάβαση προς τον Μοριά προϋπέθετε αναγκαστικά τη διέλευση από το Κάρλελι».[21]
Σε αυτό το σημείο, ο Χουρσίτ Πασάς απέλυσε όλα τα αλβανικά σώματα που ήταν ενταγμένα στον στρατό του, γεγονός που προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στους Αλβανούς γενικότερα. Σύμφωνα με τον Μάγερ, στόχος του ήταν να εξαναγκάσει τους Αλβανούς να ενταχθούν στο στράτευμα του Ομέρ Βρυώνη για τις επιχειρήσεις στο Κάρλελι.[22] Αυτό ίσως να αποτελεί την αιτία· ωστόσο, δεδομένης της έλλειψης τεκμηριωμένων πηγών, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη και την επίδραση της πρόσφατα ανακαλυφθείσας αλβανικής αντενέργειας.
Οι αλβανικές μηχανορραφίες έγιναν αντιληπτές από τις οθωμανικές αρχές σε δύο μέτωπα. Πρώτον, υπεκλάπη μια επιστολή που είχε αποστείλει ο Κολοκοτρώνης προς τους Αλβανούς οπλαρχηγούς οι οποίοι υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό στην Κόρινθο.
Στην επιστολή, ο Κολοκοτρώνης εξέφραζε την αγανάκτησή του για τη συμμαχία τους με τους «Ντουμντούμηδες»[23] εναντίον του και τους υπενθύμιζε ότι είχε τηρήσει πιστά την μπέσα που είχε συνάψει το προηγούμενο έτος με τον Ελμάς Μέτζο ‒ τον Αλβανό οπλαρχηγό που είχε παραδώσει την Τριπολιτσά στους Έλληνες και στη συνέχεια θεωρήθηκε υπεύθυνος από την Υψηλή Πύλη για τη σφαγή που ακολούθησε. Τόνιζε, επίσης, ότι δεν έτρεφε εχθρότητα προς τους Αλβανούς, γεγονός που αποδεικνυόταν από το ότι τους είχε επιτρέψει να αποχωρήσουν ανενόχλητοι από τα Δερβενάκια ‒ προφανώς, υπονοώντας την αποχώρησή τους από τη μάχη ‒, και τους καλούσε να στείλουν αντιπροσώπους για να διαπραγματευτούν νέα μπέσα.[24]
Δεύτερον, ο Χουρσίτ Πασάς έλαβε γνώση των αλβανικών μηχανορραφιών σχετικά με τις πρόσφατες επιχειρήσεις στο Σούλι. Με τα λόγια του πασά: «Πράγματι, με σκοπό να εξελιχθεί η υπόθεση του Σουλίου αντίθετα προς τις προσδοκίες και να εμποδιστεί ο Ομέρ Πασάς να κατέβει στον Μορέα ‒ ώστε να καταστεί ανίσχυρος ‒, παρέτειναν την κρίση του Σουλίου και προκάλεσαν την υπόθεση της Αυλώνας, υποκινώντας πολλές στάσεις και ταραχές».[25]
Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη ένδειξη που να υποδηλώνει ότι ο Χουρσίτ Πασάς αμφισβήτησε την αφοσίωση του Ομέρ Βρυώνη, σε αντίθεση με άλλους Οθωμανούς αξιωματούχους τα επόμενα χρόνια. Ακόμη και όταν έμαθε όλα αυτά, ο Χουρσίτ Πασάς δεν απέδωσε καμία ευθύνη στον Ομέρ Βρυώνη. Ίσως να φοβόταν ότι, αν ο άνθρωπος που ο ίδιος είχε τοποθετήσει σε μια τόσο σημαντική θέση αποδεικνυόταν αναξιόπιστος, αυτό θα κόστιζε το δικό του κεφάλι. Ή ίσως να θεώρησε ότι ο Ομέρ Βρυώνης ‒ ένας Αλβανός που πίστευε ότι του ήταν πιστός ‒ θα μπορούσε να αποτρέψει αυτές τις συνωμοσίες. Σε κάθε περίπτωση, ο Χουρσίτ Πασάς απέδωσε τη δυσκολία να υποταχθεί το Σούλι στην αντίσταση των υπόλοιπων Αλβανών πολέμαρχων, δηλαδή των μελών της Τοσκικής Λίγκας.
Ένας λόγος που μας λείπουν αναλυτικές πληροφορίες για τα γεγονότα αυτών των μηνών είναι η καταστροφική επιδημία που έπληξε την Πρέβεζα και τα περίχωρά της, η οποία παρέλυσε τη ζωή στην περιοχή για μήνες.[26] Ως εκ τούτου, οι αναφορές του Μάγερ σχετικά με την πολιορκία του Μεσολογγίου είναι περιορισμένες σε σύγκριση με τις υπόλοιπες εκθέσεις του, κάτι ιδιαίτερα ατυχές για τους ιστορικούς. Διότι, ενώ οι οθωμανικές αναφορές εκφράζουν πικρία και καχυποψία απέναντι στους Αλβανούς όταν τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά, μόνο μέσα από τις λεπτομερείς και αναλυτικές εκθέσεις του Μάγερ αποκτούμε πραγματική εικόνα για τις προθέσεις, τη σκέψη και την πολιτική των Αλβανών.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Βρυώνη και του Ρεσίτ στο Κάρλελι και η έναρξη της πολιορκίας
Ο Βρυώνης και ο Ρεσίτ, ακολουθώντας εντολή του Χουρσίτ Πασά – ο οποίος είχε δηλώσει ότι οι μισθοί των στρατιωτών θα καταβάλλονταν από τον ίδιο -, προχώρησαν στη στρατολόγηση στρατευμάτων σύμφωνα με την καθιερωμένη διαδικασία, καταγράφοντας μπινμπασίδες και μπουλουκμπασίδες και εκδίδοντας δελτία πληρωμής.[27]
Οι στρατιώτες που συγκεντρώθηκαν από τους Τσάμηδες Αλβανούς εντάχθηκαν υπό τη διοίκηση του Ρεσίτ Πασά και, ξεκινώντας από την Άρτα στις αρχές Οκτωβρίου με πέντε χιλιάδες στρατιώτες, έφτασαν στο Βραχώρι, όπου είχε εγκατασταθεί το επιτελείο των επιχειρήσεων. Ο Ομέρ Πασάς έφτασε επίσης λίγο αργότερα και εγκαταστάθηκε εκεί με επτά χιλιάδες Τόσκηδες Αλβανούς στρατιώτες.[28] Καθώς ο στρατός προέλαυνε προς το Κάρλελι, οι Αλβανοί μισθοφόροι διαμαρτύρονταν για τους απλήρωτους μισθούς τους και απειλούσαν τους διοικητές πως δεν θα διαβούν στον Μοριά αν δεν πληρωθούν.[29]
Αφού παρέμειναν δύο ημέρες στο Βραχώρι, τέσσερις από τις πέντε καζάδες του σαντζακιού Καρλελίου ζήτησαν αμνηστία.[30] Καθώς οι οθωμανικές δυνάμεις πλησίαζαν το Αιτωλικό, στη διάβαση κοντά στη Σκάλα, όπου είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι Έλληνες αγωνιστές, ξέσπασε μάχη κατά την οποία οι τελευταίοι ηττήθηκαν.[31] Πολλοί κατέφυγαν στα βουνά και τα δάση, ενώ όσοι έφτασαν στο Μεσολόγγι κλείστηκαν στα οχυρά της πόλης μαζί με τους κατοίκους.[32]
Στη συνέχεια, οι δύο πασάδες στρατοπέδευσαν μπροστά στο Μεσολόγγι, περικυκλώνοντας πλήρως την πόλη από ξηρά, και έτσι άρχισε η πολιορκία. Με τα λόγια του Ομέρ Βρυώνη, οι πολιορκητές «μέρα και νύχτα, με γενναιότητα και αφοσίωση, αντιμετώπιζαν τους εχθρούς της πίστης τους, πολεμώντας από ένα οχύρωμα στο άλλο και αγωνιζόμενοι με κάθε δυνατή προσπάθεια να εκπληρώσουν το καθήκον τους».[33]
Τότε έφτασε ένας αγγελιοφόρος από τον μεγάλο βεζίρη με αυτοκρατορικό διάταγμα, το οποίο προέτρεπε τους πασάδες να προχωρήσουν προς τον Μοριά χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Παρέλαβαν τη διαταγή μπροστά στο Μεσολόγγι και εκτέλεσαν τα καθιερωμένα τελετουργικά υπακοής. Ωστόσο έκριναν ότι η παράκαμψη των οχυρωμένων επαναστατών στο Μεσολόγγι για να προχωρήσουν απευθείας προς τον Μοριά θα ήταν μια μη συνετή στρατηγική. Έτσι, σύμφωνα με τον αγγελιοφόρο, ενέτειναν τις προσπάθειές τους, βομβαρδίζοντας την πόλη μέρα και νύχτα με κανόνια, όλμους και οβιδοβόλα που είχαν φέρει από την Πάτρα.[34]
Όλες οι αναφορές από την πλευρά των πολιορκητών υπογράμμιζαν τη δυσκολία της πολιορκίας του Μεσολογγίου, λόγω τόσο της γεωγραφικής του θέσης όσο και των ισχυρών οχυρώσεών του. Η πόλη, χτισμένη στην ακτογραμμή, και σε απόσταση περίπου έξι ωρών από το φρούριο της Ναυπάκτου, περιβαλλόταν από θάλασσα στις τρεις πλευρές της, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη την πλήρη περικύκλωσή της. Η μοναδική πλευρά που ήταν προσβάσιμη από ξηρά είχε ενισχυθεί σημαντικά από τους υπερασπιστές, οι οποίοι είχαν σκάψει διπλές τάφρους, είχαν κατασκευάσει ισχυρά οδοφράγματα και είχαν τοποθετήσει περίπου δεκαέξι κανόνια διαφόρων διαμετρημάτων κατά μήκος των οχυρώσεων.
Οι πολιορκούμενοι είχαν επιπλέον βαθύνει την κύρια τάφρο τους πριν από την άφιξη των οθωμανικών δυνάμεων· είχε πλάτος περίπου έξι γιάρδες (5,5 μέτρα) και περιείχε νερό βάθους έξι έως επτά ποδιών (1,8-2,1 μέτρα). Όλες οι γυναίκες και τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί, πολλά προς τον Μοριά.[35]
Η αλβανική αντενέργεια
Καθώς η πολιορκία συνεχιζόταν, προέκυψε διαφωνία ανάμεσα στους Οθωμανούς στρατηγούς σχετικά με τον τρόπο κατάληψης της πόλης. Μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες για την άλωση με έφοδο είχαν ολοκληρωθεί. Ωστόσο ο Ομέρ Βρυώνης επέμενε να επιχειρηθεί η κατάληψη της πόλης μέσω διαπραγματεύσεων και να παραχωρηθεί αμνηστία στους υπερασπιστές, με εξαίρεση τους ηγέτες τους. Αντίθετα, ο Ρεσίτ Πασάς και ο Γιουσούφ Πασάς των Σερρών ‒ ο οποίος είχε αποστείλει από την Πάτρα ένα μπρίκι και μια σκούνα για να αποκλείσουν το λιμάνι ‒ διαφώνησαν με τον Ομέρ Βρυώνη. Υποστήριξαν ότι μια τέτοια πολιτική ήταν επιζήμια για τα οθωμανικά συμφέροντα στη συγκεκριμένη κρίσιμη συγκυρία και προσέφερε υπερβολικά μεγάλο περιθώριο ελευθερίας στους επαναστάτες.[36]
Οι απεσταλμένοι που εστάλησαν από το οθωμανικό στρατόπεδο για να διαπραγματευτούν τους όρους της παράδοσης ήταν δύο εξέχοντα μέλη της Τοσκικής Λίγκας: ο Μουχουρντάρ Άγκο[37] και ο Ντερβίς Χασάν. Το κατά πόσον η κίνηση αυτή οργανώθηκε από τους Αλβανούς σε συνεννόηση με τους πολιορκημένους επαναστάτες παραμένει ανοιχτό προς συζήτηση. Ο Άγκο και ο Μάρκος Μπότσαρης ήταν παλιοί γνωστοί και, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, μπορούσαν να καθίσουν και να συνομιλήσουν. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Μπότσαρης ζήτησε χρόνο για να συμβουλευτεί τους πολιορκημένους ηγέτες σχετικά με την παράδοση ‒ αίτημα που έγινε δεκτό από τους Οθωμανούς διοικητές, έστω και απρόθυμα από τον Ρεσίτ και τον Γιουσούφ Πασά, πιθανότατα υπό την πίεση του Ομέρ Βρυώνη.[38]
Καθ’ όλη τη διάρκεια του Νοεμβρίου 1822, ο Μάγερ επεσήμαινε επανειλημμένα ότι η οθωμανική εκστρατεία κατά του Μεσολογγίου υπονομευόταν σοβαρά από τη διογκούμενη δυσαρέσκεια και, τελικά, την αποστασία των Αλβανών που υπηρετούσαν στις οθωμανικές δυνάμεις. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «η συμπεριφορά του Ομέρ Πασά ήδη κατακρίνεται αυστηρά από τους ίδιους τους φίλους και την παράταξή του», υπαινισσόμενος τη διαρκώς αυξανόμενη δυσφορία εντός της Τοσκικής Λίγκας και τον καθοριστικό ρόλο της στην αποδυνάμωση της πολιορκίας.[39]
Η παρατήρηση του Μάγερ αναδεικνύει ότι, όσο ο Χουρσίτ Πασάς παρέμενε εν ζωή, ο Ομέρ Βρυώνης δυσκολευόταν να ισορροπήσει τις συμμαχίες του ανάμεσα στην Τοσκική Λίγκα και τον αρχιστράτηγο που τον είχε διορίσει διοικητή των Ιωαννίνων. Η προσπάθειά του να παρουσιάζεται περισσότερο ως Οθωμανός βεζίρης παρά ως Αλβανός πολέμαρχος πιθανότατα προκάλεσε την αγανάκτηση και τη ζήλια των πρώην συμμαχητών του. Ωστόσο, τον Μάιο του 1823, αναφερόταν ότι «καυχιόταν πως δεν ήταν Οσμανλής πασάς».[40]
Αυτές οι εσωτερικές εντάσεις και οι συγκρούσεις συμφερόντων αντανακλώνται και στην κατάσταση που επικρατούσε στο πεδίο της μάχης. Μέχρι τις 20 Νοεμβρίου, οι Οθωμανοί στο Μεσολόγγι βρίσκονταν απόγνωση. Χιλιάδες Αλβανοί στρατιώτες, «εντελώς αηδιασμένοι», αρνήθηκαν να πολεμήσουν, εγκατέλειψαν το στρατόπεδο και πήραν μαζί τους όσα λάφυρα μπορούσαν να βρουν επιστρέφοντας στα σπίτια τους, διαμαρτυρόμενοι με πικρία ότι οι πασάδες τούς είχαν εξαπατήσει και δεν είχαν πληρωθεί τα δεδουλευμένα τους.[41]
Το γενικότερο κλίμα αποσύνθεσης και η απροθυμία των Αλβανών να παραμείνουν πιστοί στην Πύλη αποτυπώνεται ξεκάθαρα από τον Μάγερ: «ήταν η γενική άποψη των πιο ευφυών Τούρκων ότι, λόγω της απείθαρχης και προδοτικής διάθεσης των Αλβανών απέναντι στην Πύλη, που υποδαυλιζόταν τεχνηέντως από τους Έλληνες, δεν μπορούσε να αναληφθεί καμία αποφασιστική ενέργεια κατά του Μοριά πριν από την άνοιξη». Και προσθέτει: «Η εχθρική επιρροή της πολιτικής των Αλβανών ως προς τα συμφέροντα της Πύλης στα δυτικά της σύνορα μου φαίνεται ζήτημα που αξίζει τη βαθύτερη προσοχή της τουρκικής κυβέρνησης. Μόνοι τους οι Αλβανοί, με τη διπροσωπία και την κακοπιστία τους, έχουν ματαιώσει τα καλύτερα συντονισμένα σχέδια της Πύλης τα δύο τελευταία χρόνια· και το ρήγμα είναι ήδη υπερβολικά μεγάλο».[42]
Περαιτέρω επιδείνωση της οθωμανικής θέσης προκλήθηκε από την απώλεια σημαντικών προσώπων: ο Χουρσίτ Πασάς πέθανε από πυρετό στις 20 Νοεμβρίου, ενώ την επόμενη μέρα διαδόθηκαν φήμες για τον αποκεφαλισμό του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη, σερασκέρη του ηττημένου στρατού στα Δερβενάκια.[43] Προς το τέλος του μήνα, υπήρχαν επίσης αναφορές για επικείμενη απομάκρυνση του Ομέρ Βρυώνη από τη διοίκηση των Ιωαννίνων, με τον Ρεσίτ Πασά να φέρεται ως πιθανός διάδοχός του.[44]
Σε αυτό ήρθε να προστεθεί το γεγονός ότι ο Χαλέτ Εφέντης – ο ισχυρός σύμβουλος του σουλτάνου, κύριος αρχιτέκτονας της πολιτικής αποαγιανοποίησης και κινητήρια δύναμη πίσω από την εκστρατεία κατά του Τεπελενλή – εξορίστηκε από την αυτοκρατορική πρωτεύουσα στις 10 Νοεμβρίου, μετά από έντονες διαδηλώσεις των γενίτσαρων. Δυστυχώς για εκείνον, μόνο το κεφάλι του επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Δεκεμβρίου. Η δυσαρέσκεια των γενίτσαρων προέκυψε από την αδυναμία του κράτους, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση κατά την εκστρατεία του 1822, για την οποία θεωρούσαν υπεύθυνο τον Χαλέτ Εφέντη. Η εκτέλεσή του συνοδεύτηκε από ανασχηματισμό της κυβέρνησης και μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας ως προς τις μελλοντικές της πολιτικές.[45]
Άρση της πολιορκίας
Όταν τα στοιχεία από περίπου δέκα οθωμανικά έγγραφα που περιγράφουν την αποτυχία της πολιορκίας συνδυαστούν, αναδύεται μια αφήγηση αληθινού χάους: μετά από εβδομήντα ημέρες αδιάκοπης πολιορκίας, εξαπολύθηκε επίθεση (γιουρούσι) με χρήση σκαλών. Πολλοί στρατιώτες κατάφεραν να διασχίσουν τις διπλές τάφρους και να υψώσουν επτά σημαίες στα οχυρώματα. Ωστόσο, καθώς οι τάφροι ήταν γεμάτοι με νερό και τα υπόλοιπα στρατεύματα δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν, όσοι έφτασαν στα οχυρώματα σκοτώθηκαν, καθιστώντας αδύνατη την κατάληψη των θέσεων.
Τα οθωμανικά στρατεύματα υποχώρησαν στις προηγούμενες θέσεις και στα χαρακώματά τους, όπου παρέμειναν για οκτώ ημέρες. Τις τελευταίες μέρες του Νοεμβρίου, οι οχυρωμένοι επαναστάτες έλαβαν ενισχύσεις τόσο από τη θάλασσα όσο και από την ξηρά. Η θάλασσα ήταν ουσιαστικά αποκλεισμένη από τα υδραίικα πλοία, αποτρέποντας τον ανεφοδιασμό του οθωμανικού στρατού από την Πρέβεζα ή άλλες περιοχές. Ταυτόχρονα, επαναστάτες από τον Μοριά αποβιβάστηκαν με μικρά και μεγάλα πλοιάρια στα χωριά του καζά του Ξηρομέρου, καθώς και τέσσερις έως πέντε χιλιάδες ακόμη στρατιώτες από τα Σαλώνα και τη γύρω περιοχή. Καπεταναίοι και χωρικοί από τον Βάλτο και το Καρπενήσι ενώθηκαν μαζί τους, καταλαμβάνοντας τα περάσματα του Μακρυνόρου στα σύνορα της Άρτας και διακόπτοντας έτσι τον εφοδιασμό.
«Ενθαρρυμένοι [από αυτή τη βοήθεια], με την πρόθεση να αντισταθούν στη φλόγα της οργής της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητας, άρχισαν να οχυρώνονται μέσα στην παγίδα των καταστροφικών και κακόβουλων πράξεών τους». Στις 30 Νοεμβρίου, ο μουτασαρίφης της Ναυπάκτου Ισμαήλ Πασάς και ο Αχμέτ Πασάς, ανιψιός του Ομέρ Βρυώνη, στάλθηκαν με τρεις χιλιάδες στρατιώτες εναντίον των επαναστατών που προχωρούσαν από την κατεύθυνση των Σαλώνων.[46]
Η δυσκολία στην εξασφάλιση προμηθειών αποτελούσε μόνιμη κατάσταση από τότε που τα οθωμανικά στρατεύματα ξεκίνησαν από την Άρτα. Καθ’ οδόν, οι προμήθειες ήταν δύσκολο να εξασφαλιστούν, καθώς αντάρτες αυτομόλησαν και έκαψαν χωριά με αποθέματα, αναγκάζοντας τα οθωμανικά στρατεύματα να αγοράζουν τρόφιμα αποκλειστικά από Φράγκους εμπόρους.
Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, εκτιμάται ότι επτά έως οκτώ χιλιάδες στρατιώτες παρέμεναν μπροστά στο Μεσολόγγι. Μόνο για δεκαπέντε ημέρες προμήθειες κατέστη δυνατόν να φτάσουν, και αυτές με μεγάλη δυσκολία, από την Πάτρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έλλειψης, οι στρατιώτες ανακάλυψαν και μετέφεραν στο στρατόπεδο τα τρόφιμα που οι επαναστάτες είχαν κρύψει στα βουνά και τα δάση. Αυτές οι προμήθειες διανεμήθηκαν στους στρατιώτες ως το ελάχιστο απαραίτητο για την επιβίωση. Ωστόσο, προς το τέλος της πολιορκίας, η έλλειψη έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε οι στρατιώτες έμειναν χωρίς ψωμί για περίπου δεκαπέντε ημέρες. Όταν αυτή η είδηση έφτασε στους Έλληνες κοντινών περιοχών ‒ μερικοί από τους οποίους είχαν προηγουμένως ζητήσει αμνηστία ‒, αυτοί εγκατέλειψαν τις συμφωνίες τους και η αναταραχή ξέσπασε ξανά. Με αποκλεισμένη πλέον τόσο τη θαλάσσια όσο και τη χερσαία οδό, ο πανικός εξαπλώθηκε στα οθωμανικά στρατεύματα και εμφανίστηκαν αδιάσειστα σημάδια απόλυτης αταξίας και ήττας.
Ελπίζοντας πως, αν κατέφθανε ο αυτοκρατορικός στόλος και εξασφαλίζονταν νέες προμήθειες, οι πασάδες θα μπορούσαν να επιστρέψουν για να πολιορκήσουν και τελικά να καταλάβουν το Μεσολόγγι, ο στρατός αποσύρθηκε από την πεδιάδα του Μεσολογγίου και μετακινήθηκε στο Βραχώρι, σε απόσταση έξι ωρών.
Οι έντονες βροχοπτώσεις, ωστόσο, και τα πολλά χιόνια στα βουνά προκάλεσαν την υπερχείλιση του Ασπροπόταμου, και ούτε ένα άτομο δεν κατάφερε να περάσει το ποτάμι για περίπου τριάντα ημέρες. Ο ανεφοδιασμός διά θαλάσσης από τον Καρβασαρά ήταν επίσης αδύνατος λόγω της πλημμυρισμένης κοίτης του ποταμού. Για να αποτραπεί ο θάνατος από την πείνα, έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες να σταλούν στρατιώτες στα βουνά γύρω από το Βραχώρι κατά τη διάρκεια του σκληρού χειμώνα και, με συνεχείς μάχες, εξασφαλίστηκαν κάποιες προμήθειες. Εντούτοις, λόγω της σπανιότητάς τους, η τιμή του σιταριού εκτινάχθηκε στα δεκαπέντε γρόσια ανά μονάδα και σε αυτές τις συνθήκες, πολλοί άνδρες πέθαναν από πείνα. Παρά την υπερχείλιση του ποταμού, ο στρατός επιχείρησε να τον διασχίσει και, εκτός από απώλειες σε εφόδια και ζώα, περίπου διακόσια άτομα πνίγηκαν. Στη συνέχεια, περίπου τρεις χιλιάδες εκλεκτοί στρατιώτες αποσπάστηκαν, με τον ανιψιό του Ομέρ Βρυώνη Αχμέτ Πασά να ορίζεται διοικητής τους. Αυτοί στάθμευσαν στα χωριά Καρβασαράς, Βολίχα [αβέβαιη ανάγνωση] και Άραπ [αβέβαιη ανάγνωση], που βρίσκονται έξι ώρες από το Βραχώρι, μεταξύ των καζάδων Ξηρομέρου και Βάλτου.[47]
Μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου, τόσο οι διοικητές όσο και τα στρατεύματα είχαν φτάσει στην Πρέβεζα. Ο Μάγερ ανησυχούσε για το ενδεχόμενο αιματηρής σύγκρουσης μεταξύ των «Οσμανλήδων» και των Αλβανών στη φρουρά, καθώς ο εκνευρισμός και η εχθρότητα και των δύο πλευρών είχαν φτάσει στο αποκορύφωμά τους. Οι Οσμανλήδες «δεν μπορούσαν να συγκρατηθούν από το να εκστομίζουν τις πιο βίαιες και υβριστικές φράσεις εναντίον των Αλβανών καθώς τους συναντούσαν στους δρόμους».[48]
Ο θάνατος του Χουρσίτ Πασά και η αναδιάταξη της αλβανικής πολιτικής
Ενδεχομένως ακόμα πιο σημαντικός από το χάος και τον ανασχηματισμό στην Υψηλή Πύλη, ο θάνατος του Χουρσίτ Πασά υπήρξε καθοριστική καμπή στην πορεία της Επανάστασης στην περιοχή. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συνέλεξε ο Μάγερ, ο λόγος που ο Καραϊσκάκης αυτομόλησε με 1.200 άνδρες για να επανενωθεί με τους επαναστάτες ήταν ο θάνατος του Χουρσίτ Πασά.
Για τον Μάγερ, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι «οι ικανότητες και ο χαρακτήρας του Χουρσίτ Πασά, τόσο γνωστοί σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία και τόσο εκτιμημένοι σε αυτές τις επαρχίες τα δύο τελευταία χρόνια, ήταν οι μόνοι παράγοντες που συγκρατούσαν την πρόοδο της ελληνικής εξέγερσης και των στασιαστικών φατριών ανάμεσα στους ντόπιους [δηλ. Αλβανούς] πασάδες και μπέηδες».[49] Με τον θάνατό του, τερματίστηκε και η εναπομείνασα εξουσία της Πύλης σε εκείνες τις επαρχίες, προμηνύοντας μια αναπόφευκτη και γενικευμένη κρίση. Την ώρα που όλοι ανέμεναν την ανακοίνωση του ονόματος του διαδόχου του Χουρσίτ Πασά, Αλβανοί, Έλληνες, ακόμα και Τούρκοι, αμφισβητούσαν πλέον το νόημα του διορισμού νέου διοικητή της Ρούμιλης, «αφού ακόμη και ένας Χουρσίτ Πασάς δεν μπόρεσε να πετύχει τους στόχους της Πύλης».[50]
Ο Μάγερ ανέφερε ότι οι «βίαιες αλλαγές», όπως ο θάνατος του Χουρσίτ Πασά και η κρίση στην Υψηλή Πύλη, θα προκαλούσαν μόνο νέες και ίσως ανεπανόρθωτες καταστροφές για την Πύλη στις ταραγμένες επαρχίες, όπως η Αλβανία, η Θεσσαλία, η Ακαρνανία και ο Μοριάς. Σημείωσε επίσης ότι «ήδη παρατηρεί μια σημαντική αποδυνάμωση ανάμεσα σε εκείνους που φαίνονταν να διατηρούν κάποια αφοσίωση στην Πύλη, και ότι τα διάφορα κόμματα ήδη ετοιμάζονται να προωθήσουν τις δικές τους ξεχωριστές διεκδικήσεις, καθώς τα γεγονότα ενδέχεται να τις ευνοήσουν […]. Όλες οι πλευρές πλέον φαίνεται να καταλαβαίνουν ότι η Πύλη δεν μπορεί να υποτάξει αυτές τις επαρχίες με τα στρατεύματα που στέλνει από τις ασιατικές της κτήσεις· και δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στις επιστρατεύσεις από τις ευρωπαϊκές της επαρχίες. Οι ντόπιοι μπέηδες, αγάδες και καπετάνιοι σε αυτές τις περιοχές απλώς ανέχονται την εξουσία της Πύλης όσο αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους προς το παρόν».[51]
Οι αναφορές του Μάγερ αποτελούν την πιο σαφή μαρτυρία για το πώς η αδυναμία του οθωμανικού κράτους να καταπνίξει την Ελληνική Επανάσταση υπονόμευσε σοβαρά τη νομιμότητα της εξουσίας του και κατέστησε την κυριαρχία του εξαιρετικά επισφαλή ‒ ακόμη και σε επαρχίες που δεν βρίσκονταν σε ανοιχτή εξέγερση, και ιδίως στις μη τουρκικές του επαρχίες.
Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά την πολιορκία του Μεσολογγίου, η είδηση του θανάτου του Χουρσίτ Πασά, όταν έφτασε στον στρατό, προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση μεταξύ των στρατιωτών. Με την ανησυχία για τους πέντε μήνες απλήρωτων μισθών να μεγαλώνει, οι μισθοφόροι έγιναν ακόμη πιο ανήσυχοι, αναρωτώμενοι ποιος θα κατέβαλλε πλέον τους μισθούς τους. Απαίτησαν από τους Ομέρ και Ρεσίτ Πασάδες να τους εξοφλήσουν τα χρωστούμενα, αποσύρθηκαν από την υπηρεσία και ‒ σύμφωνα με το αλβανικό έθιμο ‒ επέδειξαν ανοιχτά περιφρόνηση και ασέβεια προς τους βεζίρηδες. Ήταν κοινό μυστικό μεταξύ τους ότι οι πασάδες δεν διέθεταν ούτε τα μισά από τα οφειλόμενα για την αμοιβή τους. Ως εκ τούτου, οι πασάδες υποσχέθηκαν ότι θα εξασφάλιζαν την πληρωμή των μισθών τους από την Υψηλή Πύλη εντός είκοσι ή είκοσι πέντε ημερών, χρησιμοποιώντας «κάθε είδους καλό λόγο και διαβεβαίωση για να τους κατευνάσουν και να τους κρατήσουν στην υπηρεσία».[52]
Η έλλειψη χρημάτων αποτελούσε διαρκές πρόβλημα για την Υψηλή Πύλη καθ’ όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Η πληρωμή μισθοφόρων ήταν κάτι που η Πύλη απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι, αναμένοντας από τους βεζίρηδες να τους εξοφλούν από τα έσοδα των επαρχιών τους. Και σε αυτή την περίπτωση αποτυχίας, η Πύλη παρέπεμψε το ζήτημα στον νέο διοικητή της Ρούμιλης, τον Τζελάλ Πασά ‒ ο οποίος, παρεμπιπτόντως, πέθανε καθ’ οδόν, ερχόμενος από τη Βοσνία όπου βρισκόταν ‒ και στο επέκεινα: «Δεδομένου ότι πρόκειται για υπηρεσία προς τη θρησκεία και το κράτος, δεν θα χαθεί ούτε σε αυτόν τον κόσμο ούτε στον άλλο· με τη βοήθεια του Θεού και υπό τη μεγαλοπρεπή προστασία και εύνοια της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητας, θα λάβετε μεγάλη ανταμοιβή».[53]
Η ανάθεση της πολιορκίας στους Γκέγκηδες Αλβανούς
Η αποτυχία της πολιορκίας του Μεσολογγίου προκάλεσε έντονη ανησυχία στην οθωμανική πρωτεύουσα, με τους υπουργούς της Υψηλής Πύλης να αναζητούν απεγνωσμένα λύση σε αυτή τη δεινή ανησυχητική κατάσταση: αν το «ζήτημα του Μεσολογγίου» έπαιρνε άλλη μια δυσμενή τροπή και η πόλη δεν καταλαμβανόταν σύντομα, η υπομονή και το σθένος τόσο του άμαχου μουσουλμανικού πληθυσμού όσο και των φρουρών στην Πάτρα, τη Ναύπακτο και τα φρούρια του Ρίου και του Αντιρρίου θα κλονίζονταν. Αναπόφευκτα, και αυτοί ίσως να αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους αναζητώντας ασφάλεια, με αποτέλεσμα την ολική απώλεια του Μοριά.[54]
Με προτροπή του νεοδιορισθέντος διοικητή της Ρούμιλης Κιοσέ Μεχμέτ Πασά, η αποστολή της κατάληψης του Μεσολογγίου ανατέθηκε στον μουτασαρίφη της Σκόδρας Μουσταφά Πασά Μπουσάτη ‒ δηλαδή στους Γκέγκηδες Αλβανούς. Σύμφωνα με τον Μεχμέτ Πασά, «σε αυτό το σημείο, το κλειδί για τη διαχείριση του ζητήματος του Μοριά είναι το Μεσολόγγι […].
Έχει γίνει φανερό μέσα από δύο χρόνια εμπειρίας ότι, παρά την παρουσία πολλών Τούρκων βεζίρηδων και μεγάλου αριθμού στρατευμάτων νεφίρι αμ, δεν προέκυψε τίποτε άλλο παρά διαφωνίες και αντικρουόμενες απόψεις, και τίποτε δεν πρόκειται να προκύψει [στο μέλλον]. Ή μόνη λύση για τον εξαγνισμό και την υποταγή του Μοριά εξαρτάται αποκλειστικά από τις προσπάθειες και τη δράση του Μουσταφά Πασά».[55]
Ως αποτέλεσμα, απεστάλη αυτοκρατορική διαταγή στον Μουσταφά Πασά «να κινηθεί αμέσως προς το Καρλέλι με ισχυρή δύναμη αποτελούμενη από τους γενναίους πολεμιστές του σαντζακιού της Σκόδρας για να συντρίψει τους ληστές».[56]
Παιχνίδι κατηγοριών
Αμέσως μετά την άρση της πολιορκίας, ξέσπασε ανάμεσα στους Οθωμανούς διοικητές ένα οργισμένο «παιχνίδι κατηγοριών», το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ιστορικούς και σίγουρα αξίζει περαιτέρω διερεύνηση. Τέτοια «παιχνίδια κατηγοριών» εμφανίζονταν επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς οι Οθωμανοί διοικητές συχνά επέρριπταν ο ένας στον άλλον την ευθύνη για τις αποτυχίες τους. Όταν δεν μπορούσαν να κατηγορήσουν κάποιον άλλο αξιωματούχο, απέδιδαν τις αποτυχίες τους στις περιστάσεις ή στο κισμέτ.
Ένα διαρκές και διαδεδομένο παράπονο των Οθωμανών διοικητών ήταν η αποτυχία του αυτοκρατορικού στόλου να εμφανίζεται στα ανοιχτά των επαναστατημένων επαρχιών. Πολλές αναφορές από τα διάφορα μέτωπα τόνιζαν ρητά ότι, χωρίς την παρουσία του στόλου, η εξέγερση απλώς δεν μπορούσε να κατασταλεί. Αυτή η κρίσιμη απουσία ενθάρρυνε τους επαναστάτες και, αντίστροφα, αποθάρρυνε τα οθωμανικά στρατεύματα.[57]
Στην περίπτωση του Μεσολογγίου, όλες οι αναφορές από την πολιορκία σημείωναν ότι «ούτε ένα πλοίο του αυτοκρατορικού στόλου δεν βρισκόταν ανοιχτά του Μεσολογγίου», είτε για να υποστηρίξει την πολιορκία είτε για να αποτρέψει την ενίσχυση των επαναστατών από τη θάλασσα. Αυτό επίσης φαίνεται πως προσέφερε ένα βολικό πρόσχημα για την αντενέργεια του Ομέρ Βρυώνη.[58]
Ο Γιουσούφ Πασάς των Σερρών αναδείχθηκε ως ο πιο ένθερμος επικριτής του κακού σχεδιασμού, της κακοδιαχείρισης και της λανθασμένης στρατηγικής των συναδέλφων του. Οι αναφορές του αποκαλύπτουν μια έντονη αίσθηση αυτού που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μουσουλμανικός πατριωτισμός ‒ ίσως ακόμη και μια μορφή πρωτοεθνικισμού. Αυτό το συναίσθημα μπορεί να πήγαζε από το υπόβαθρό του ως αγιάν, καθώς μέχρι πρόσφατα ασκούσε ουσιαστικά την εξουσία και κατείχε σημαντικά κτήματα στην περιοχή των Σερρών και της Θεσσαλονίκης ‒ μια περιοχή που επηρεάστηκε αρκετά από την Ελληνική Επανάσταση. Αυτό δημιουργούσε έντονη αντίθεση με πασάδες όπως ο Χουρσίτ ή ο Ρεσίτ, που ξεκίνησαν ως σκλάβοι και δεν είχαν στενούς δεσμούς με τη γη, ενώ η μόνη τους αφοσίωση ήταν προς το κράτος.
Αντίστοιχα, ο Χουρσίτ Πασάς έλαβε το μερίδιο κριτικής που του αναλογούσε από τον Γιουσούφ Πασά για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση της ανάπτυξης του Ρεσίτ Πασά στο πεδίο της μάχης. Αφού καθυστέρησε την υπόθεση με διάφορες προφάσεις όλο το καλοκαίρι, ο Χουρσίτ έστειλε τελικά τον Ρεσίτ Πασά αρχές χειμώνα, σε μια περίοδο όπου η στρατιωτική επιτυχία ήταν εξαιρετικά απίθανη. Επιπλέον, «εμπλέκοντας μια διεφθαρμένη και κακότροπη φυσιογνωμία όπως ο Ομέρ Πασάς στα επίσημα καθήκοντα του Ρεσίτ Πασά, αυτές οι λανθασμένες αποφάσεις οδήγησαν συλλογικά στο να μην επιτευχθεί απολύτως τίποτα ‒ ένα αποτέλεσμα τόσο προφανές που δύσκολα χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση ή ανάλυση».[59]
Σύμφωνα με τον Γιουσούφ Πασά, από τότε που ξέσπασε η υπόθεση του Τεπελενλή, είχε γίνει φανερό σε όλους ότι οι Τόσκηδες Αλβανοί ήταν ένας λαός εντελώς διεφθαρμένος ‒ των οποίων η πίστη και η αφοσίωση ήταν προς πώληση, και οι οποίοι, αν τα πράγματα δυσκόλευαν έστω και ελάχιστα, έσπευδαν να ταχθούν με την αντίπαλη πλευρά, γεγονός που τους καθιστούσε άξιους μομφής. Ως εκ τούτου, εάν η καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης βασιζόταν αποκλειστικά στη χρησιμοποίηση αυτής της ομάδας, το επιθυμητό αποτέλεσμα δεν θα επιτυγχανόταν για άλλη μια φορά, όπως ήταν φανερό από την προηγούμενη εμπειρία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η καλύτερη προσέγγιση ήταν να σχηματιστεί μια μεικτή δύναμη: Οι στρατιώτες της Ανατολίας δεν ήταν εξοικειωμένοι με το είδος του πολέμου (δηλ. ανταρτοπόλεμος) που διεξαγόταν σε αυτές τις περιοχές και δεν διέθεταν τη δύναμη και την αντοχή να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες και τις κακουχίες του. Η αποστολή τους εκεί θα σήμαινε απλώς απώλειες ζωών και σπατάλη εφοδίων και χρημάτων. Αντιθέτως, οι «τουρκόπουλοι» της Ρούμιλης και οι Εβλάντι Φάτιχαν (δηλ. ελεύθερα τουρκικά μισθοφορικά στρατεύματα) ‒ που ήταν συνηθισμένοι στον πόλεμο εδώ και πολύ καιρό ‒ βρίσκονταν στο σαντζάκι του Τσίρμεν (Ορμένιο), στο βιλαέτι της Ρούμιλης και στο σαντζάκι της Θεσσαλονίκης. Αν αποφασιζόταν να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για αυτόν τον σκοπό, θα ήταν απολύτως εφικτό να συγκροτηθεί δύναμη δεκαπέντε χιλιάδων ανδρών χωρίς δυσκολία. Σε αυτούς, αν προστίθονταν άλλοι δεκαπέντε χιλιάδες Γκέγκηδες Αλβανοί στρατιώτες και ακόμη δέκα χιλιάδες από τα σαντζάκια Αυλώνας και Δελβίνου, και η δύναμη οργανωνόταν ως μεικτή μονάδα, τότε η επιτυχία της αποστολής θα ήταν πολύ πιο πιθανή.[60]
Ωστόσο ο Ομέρ Βρυώνης έγινε ο κύριος στόχος των Τούρκων βεζίρηδων και χασεκίδων (αυτοκρατορικών αγγελιαφόρων/εκπρόσωπων) που ταξίδευαν προς και από την περιοχή. Σε όλες τις αναφορές που στέλνονταν στην Κωνσταντινούπολη, ο Αλβανός πολέμαρχος που έγινε βεζίρης παρουσιαζόταν ως η μοναδική αιτία για την αποτυχία της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Αυτό τράβηξε αμέσως την προσοχή της Υψηλής Πύλης, η οποία, για πρώτη φορά, ένιωσε την ανάγκη να ερευνήσει ποιος ήταν πραγματικά ο εν λόγω άνθρωπος. Μέχρι τότε, ο Ομέρ Βρυώνης ήταν σχεδόν μια αφανής στρατιωτική φυσιογνωμία, σε μεγάλο βαθμό άγνωστη στην Κωνσταντινούπολη. Ο διορισμός του ως διοικητή των Ιωαννίνων δεν είχε τύχει ιδιαίτερης προσοχής από την Υψηλή Πύλη και έγινε απλώς επειδή ο Χουρσίτ Πασάς ‒ αρχιστράτηγος, ο οποίος είχε πλήρη αυτονομία στις αποφάσεις του τον θεωρούσε κατάλληλο για τη θέση.
Οι αναφορές του Γιουσούφ Πασά σκιαγραφούν μια ζωντανή, αν και επικριτική, εικόνα των παραγόντων που οδήγησαν στην αποτυχημένη πολιορκία του Μεσολογγίου. Αφηγείται πώς ο Ρεσίτ Πασάς παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Λουτράκι, περιμένοντας τον Ομέρ Πασά να αναχωρήσει από την Άρτα. Ο Ομέρ Πασάς, όμως, εξαπατούσε επανειλημμένα τον Ρεσίτ Πασά με μηνύματα, προτρέποντάς τον να καθυστερήσει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια. «Οι ραγιάδες του Κάρλελι θα ζητήσουν έλεος», ισχυριζόταν, προτρέποντας τον Ρεσίτ Πασά να περιμένει την άφιξή του και «σε καμία περίπτωση να μην ξεκινήσει εχθροπραξίες εναντίον τους». Τέλος, προς τις αρχές του χειμώνα, ο Ομέρ Βρυώνης αναχώρησε από την Άρτα και πλησίασε τα χωριά στην απέναντι όχθη του Ασπροπόταμου. Εκεί, «με τρόπο απάδοντα προς το μεγαλείο και τη δόξα του Υψηλού Σουλτανάτου ‒ δηλαδή χωρίς να τηρήσει καμία από τις προϋποθέσεις για παροχή ασύλου και προσφέροντας μια φευγαλέα “αμάν” [αμνηστία/έλεος] στους ραγιάδες», κατευθύνθηκε προς το Βραχώρι. Αφού συναντήθηκε με τον Ρεσίτ Πασά, οι δυο τους προχώρησαν προς το Μεσολόγγι.
Εντούτοις οι καθυστερήσεις και οι υπεκφυγές συνεχίστηκαν. Για άλλη μια φορά, ο Ομέρ Πασάς προέτρεψε τον Ρεσίτ Πασά να περιμένει, επιμένοντας ότι οι ραγιάδες του Μεσολογγίου θα παραδίδονταν σύντομα και ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ταυτόχρονα, «με τις δυσάρεστες μηχανορραφίες του και ωθούμενος από την ολοένα αυξανόμενη αλαζονεία και το πείσμα του, έστειλε τόσο κρυφά όσο και φανερά «το καταραμένο άτομο που αποκαλούσαν Άγο Μουχουρντάρ» στο Μεσολόγγι για να απαιτήσει την παράδοση, με δική του πρωτοβουλία, μια ενέργεια που «ουσιαστικά πάγωσε και έσβησε την ένθερμη φλόγα του ηθικού τού στρατού».[61]
Όταν τελικά εμφανίστηκαν τα ελληνικά πλοία, οι αμυνόμενοι απάντησαν προκλητικά: «Δεν θα παραδοθούμε σε εσάς· ορίστε τα τουφέκια μας!». Ο Ρεσίτ Πασάς, παρά το ότι προσπάθησε «μέχρι αυτοθυσίας», δεν μπόρεσε να πετύχει τίποτα. Το αποτέλεσμα ήταν μια αποτυχημένη εκστρατεία και μια υποχώρηση που ενθάρρυνε τους επαναστάτες και, κυρίως, «αύξησε τα δεινά του μουσουλμανικού πληθυσμού που είχε αποκλειστεί στον Μοριά».[62]
Επίσης, ο Γιουσούφ Πασάς αναλύει λεπτομερώς τους σημαντικούς πόρους που διατέθηκαν για την εκστρατεία. Περίπου έξι με επτά χιλιάδες επίλεκτοι Αλβανοί στρατιώτες αποτελούσαν μέρος της δύναμης. Τους είχε προμηθεύσει με κανόνια, όλμους και άλλα πυρομαχικά από το φρούριο της Πάτρας, με την προσδοκία ότι θα καταλάμβαναν το Μεσολόγγι και θα προέλαυναν στον Μοριά, ενώ είχε ταυτόχρονα στείλει σημαντική ποσότητα εφοδίων από τα δικά τους αποθέματα. Επιπλέον, κατόπιν αιτήματος του Ρεσίτ Πασά και για να ενισχύσει το ηθικό των στρατευμάτων, ο Γιουσούφ Πασάς δανείστηκε 150.000 γρόσια από τους Φράγκους εμπόρους, τα οποία απέστειλε αμέσως, παρέχοντας χωρίς δισταγμό ό,τι άλλο του ζητήθηκε.
Παρ’ όλες αυτές τις εκτεταμένες προσπάθειες, ο Γιουσούφ Πασάς εξέφραζε τη λύπη του ότι «όχι μόνο δεν είδε κανένα όφελος, αλλά δύο όλμοι και αρκετά κανόνια ‒ ο καθένα απ’ τα οποία άξιζε μια ολόκληρη περιουσία – εγκαταλείφθηκαν στους εχθρούς της πίστης». Για να γίνει το πλήγμα ακόμη μεγαλύτερο, οι πυροβολητές και οι βομβαρδιστές δεν επέστρεψαν στην υπηρεσία του, αλλά αντίθετα τράπηκαν σε φυγή. Αυτή η επαίσχυντη κατάσταση, όπως έγραφε, «μας έχει ντροπιάσει όλους ενώπιον των απίστων, και ο Θεός ξέρει πόσο αυτό έχει φουντώσει τη θλίψη μέσα στη λυπημένη μου καρδιά».[63]
Για τον Γιουσούφ Πασά, «ήταν προφανές ότι η άμεση αιτία αυτής της απαράδεκτης υπόθεσης ήταν η διεφθαρμένη συμπεριφορά του Ομέρ Πασά». Ολοκληρώνοντας την αναφορά του, πρόφερε μια ένθερμη προσευχή: «Προσεύχομαι ο Παντοδύναμος Θεός να μας κρατά όλους σε εγρήγορση και επαγρύπνηση, να μας χαρίζει την τιμή της αφοσίωσης στη θρησκεία μας και στο Υψηλό Κράτος, και να συντρίψει πλήρως τους εχθρούς της πίστης μας ‒ αυτή είναι η διαρκής και ταπεινή μου προσευχή». Επανέλαβε αυτή την κατηγορία και σε άλλη αναφορά που έστειλε στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα δύο εβδομάδες αργότερα, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι «η προφανής αιτία της ταπεινωτικής υποχώρησης του στρατού του Μεσολογγίου ήταν ο Ομέρ Πασάς».[64]
Μια ανυπόγραφη αναφορά ενός χασεκή επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό την αφήγηση του Γιουσούφ Πασά, προσθέτοντας λεπτομέρειες στην εξελισσόμενη αποτυχία στο Μεσολόγγι.[65]
Ο χασεκής διηγείται ότι, όταν ο Ρεσίτ Πασάς πέρασε στην ακτή του Λουτρακίου, υπήρχε μεγάλη ελπίδα ότι θα μπορούσε να υποτάξει την επαρχία Κάρλελι μέσα σε λίγες μέρες. Ο Ομέρ Πασάς είχε αναλάβει να τον ενισχύσει, αλλά ο Ρεσίτ Πασάς, που περίμενε τη διαταγή του Χουρσίτ Πασά, παρέμεινε στην προκυμαία του Λουτρακίου, καθυστερώντας την ανάληψη δράσης μέχρι να φτάσει ο Ομέρ Πασάς. Ο Ομέρ Πασάς, από την πλευρά του, καθυστερούσε συνεχώς, υποσχόμενος επανειλημμένα: «Θα έρθω σήμερα, θα έρθω αύριο». Τελικά, ο Ομέρ Πασάς εξαπάτησε τον Ρεσίτ Πασά λέγοντας ότι είχε «καθησυχάσει τις περιοχές του Βάλτου και του Ξηρομέρου με αμνηστία και επιείκεια· και οι υπόλοιπες περιοχές θα υποταχθούν επίσης». Παρ’ όλα αυτά, έφτασε στο Λουτράκι μόνο στις αρχές του χειμώνα. Παρά τους ισχυρισμούς του ότι παρείχε αμνηστία στους ραγιάδες του Ξηρομέρου και του Βάλτου, μόνο ένας καπετάνιος, ο Γιωργάκης Βαρνακιώτης, φάνηκε να έχει δεχθεί την οθωμανική εξουσία.
Ο χασεκής παρατήρησε ότι οι επαναστάτες που είχαν οχυρωθεί στο Μεσολόγγι δεν ήταν έμπειροι πολεμιστές, αλλά κυρίως ψαράδες, αλατάδες και βαρκάρηδες. Από αυτούς, μόνο τριακόσιοι έγιναν τουφεκιοφόροι, ενισχυμένοι από περίπου εκατόν πενήντα «ληστές» υπό την ηγεσία καπετάνιων όπως ο Μακρής, ο Τσόγκας, ο Αλεξάκης, ο Γρίβας και ο Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης. Οι οχυρώσεις τους ήταν πρόχειρα κατασκευασμένες και αδύναμες, σαφώς ανίκανες να αντέξουν ούτε μία επίθεση. Δεδομένης της αποφασιστικότητας του Ρεσίτ Πασά και του ζήλου των στρατιωτών του, υπήρχε ελάχιστη αμφιβολία ότι μια ταχεία επίθεση θα είχε καταλάβει την πόλη.
Επιπλέον, η ενδεχόμενη αποφασιστική οθωμανική νίκη στο Μεσολόγγι αναμενόταν να κάμψει την αντίσταση του Καρλελίου και της Ναυπάκτου, να εξασφαλίσει την περιοχή, να επιτρέψει στον στρατό να προελάσει στον Μοριά, να αποθαρρύνει τους Έλληνες επαναστάτες και να διασφαλίσει τις γραμμές ανεφοδιασμού προς το Ναύπλιο και πέραν αυτού. Αντί για αυτό, ο χρόνος χάθηκε άσκοπα.
Ο Ομέρ Πασάς συνέχισε να καθυστερεί, υποσχόμενος αμνηστία, ενώ οι αμυνόμενοι, προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο μέχρι να καταλάβουν το Ναύπλιο, πρότειναν διαρκώς νέους όρους για την παράδοσή τους, καθυστερώντας έτσι κάθε άμεση επίθεση. Τελικά εμφανίστηκαν ελληνικά πλοία, ενώ επίσης ήρθαν ενισχύσεις από τον Μοριά. Οι αμυνόμενοι σταμάτησαν ακόμη και να δέχονται τους απεσταλμένους του Ομέρ Πασά, όπως τον Μουχουρντάρ Άγο Βασιάρη, που μέχρι τότε πήγαινε κι ερχόταν καθημερινά. Δύο μήνες πέρασαν μπροστά στο Μεσολόγγι, στη διάρκεια των οποίων οι στρατιώτες εξαντλήθηκαν, οι μισθοί καθυστερούσαν και δημιουργούσαν έριδες, ενώ τα εφόδια των χωριών σε μεγάλο βαθμό πουλήθηκαν από τον ανιψιό του Ομέρ Πασά, τον Αχμέτ, επιδεινώνοντας καθημερινά τις ελλείψεις.
Παρόλο που τους δόθηκαν κανόνια, όλμοι, σκηνές και άλλα εφόδια, καθώς και πυροβολητές και βομβαρδιστές από τον Γιουσούφ Πασά, η επιμονή και ο ζήλος τους στηρίζονταν μόνο στο σιτάρι, το παξιμάδι και το αλεύρι από τις αποθήκες της Πάτρας, καθώς και στις ενενήντα έξι χιλιάδες οκάδες εφὀδια που μεταφέρθηκαν στο Καραβασαρά από την Πρέβεζα. Παρά το γεγονός ότι δεν βρίσκονταν σε κρίσιμη κατάσταση, ο στρατός εγκατέλειψε ξαφνικά τις σκηνές, τους όλμους και τα κανόνια του και αποχώρησε. Αυτό επέτρεψε στους επαναστάτες του Καρλελίου, του Μεσολογγίου, του Ανατολικού και της Ναυπάκτου να ανασυνταχθούν και να ανακτήσουν την αυτοπεποίθησή τους. Ο χασεκής κατέληξε χωρίς αμφιβολία ότι «ο Ομέρ Πασάς ήταν ο μοναδικός υπεύθυνος για όλα αυτά».[66]
Ο χασεκής υποστήριξε περαιτέρω ότι, δεδομένου του μικρού αριθμού των αμυνομένων, η κατάληψη του Μεσολογγίου δεν θα έπρεπε να ήταν δύσκολη. Ωστόσο, μετά από δύο μήνες πολιορκίας, ο στρατός αποχώρησε χωρίς να πετύχει τίποτα. Το βασικό ζήτημα, σύμφωνα με την αναφορά, ήταν η επιθυμία του Ομέρ Βρυώνη να είναι διοικητής των Δερβενίων. Πληροφορίες από διορατικά άτομα και από ορισμένους Αλβανούς ανέφεραν ότι ο Ομέρ Πασάς, αν και ήλπιζε για την θέση του ναζίρη (επιστάτη) των Δερβενίων, τελικά δεν την έλαβε. Επιπλέον, οι αυτοκρατορικές εντολές που έλαβε να βαδίσει προς τον Μοριά ήταν αντίθετες με τις επιθυμίες του. Ως εκ τούτου, ο χασεκής πίστευε ότι ο Ομέρ Πασάς ήρε την πολιορκία και απέσυρε τον στρατό «από μηχανορραφίες και λόγω της ιδιοσυγκρασίας του, όχι λόγω έλλειψης εφοδίων».[67]
Η άποψη ότι ο Ομέρ Βρυώνης σαμποτάρισε την πολιορκία του Μεσολογγίου επειδή του αρνήθηκαν τον έλεγχο των Δερβενίων μετά τον θάνατο του Χουρσίτ Πασά βρήκε απήχηση και σε άλλους αξιωματούχους, και θεωρήθηκε αξιόπιστη από την Υψηλή Πύλη.
Σύμφωνα με τον μεγάλο βεζίρη, ο Χουρσίτ Πασάς είχε υποστηρίξει και απασχολήσει τον Ομέρ Βρυώνη επί μακρόν για δικούς του λόγους, μια εύνοια που είχε αποξενώσει τους μουσουλμάνους προύχοντες και τις ηγετικές οικογένειες της Αλβανίας από τον Χουρσίτ Πασά. Με τον διορισμό του Τζελάλ Πασά ως διοικητή της Ρούμιλης, ήταν φυσικό οι ισχυρές αλβανικές οικογένειες να στραφούν προς αυτόν και να συσπειρωθούν γύρω από την εξουσία του. Φοβούμενος ότι αυτή η μετατόπιση θα έθετε σε κίνδυνο τα δικά του συμφέροντα, ο Ομέρ Βρυώνης φέρεται να καθοδηγήθηκε από την επιθυμία να εξασφαλίσει γρήγορα τη μακροχρόνια φιλοδοξία του, τα Δερβένια, ως μέσο αυτοπροστασίας απέναντι σε τέτοιους κινδύνους.
Ωστόσο ήταν σαφές ότι η Υψηλή Πύλη δεν ήταν πρόθυμη να επιτρέψει σε έναν ακόμη φιλόδοξο Αλβανό πολέμαρχο να εξελιχθεί σε δεύτερο Τεπελενλή, παραχωρώντας του τον έλεγχο των Δερβενίων. Ο έλεγχος αυτών των στρατηγικά κρίσιμων διαβάσεων σήμαινε τον έλεγχο τόσο της Αλβανίας όσο και της Ρούμιλης. Για τον λόγο αυτόν, ο μεγάλος βεζίρης δήλωσε ρητά ότι ο διαχωρισμός της διοίκησης των Δερβενίων από το βιλαέτι της Ρούμιλης θεωρούνταν καθολικά απαράδεκτος. Επίσης, ειδικά μετά τις δυσκολίες που προέκυψαν επί Τεπελενλή, ήταν απολύτως σαφές ότι ούτε η παραχώρηση των Δερβενίων σε Αλβανούς ούτε ο διορισμός κάποιου εξ αυτών ως διοικητή της Ρούμιλης θα επιτρεπόταν ποτέ ξανά. Ακόμα κι αν ο Ομέρ Πασάς προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει την άρνηση παραχώρησης των Δερβενίων ως πρόσχημα για να καθυστερήσει ή να υπονομεύσει τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, η Υψηλή Πύλη όφειλε να παραμείνει ανυποχώρητη και να αρνηθεί να του παραχωρήσει τον έλεγχο των Δερβενίων.[68]
Η Υψηλή Πύλη εξέτασε ακόμη και το ενδεχόμενο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των πολιορκημένων επαναστατών και των Αλβανών απεσταλμένων σχετικά με την παράδοση των πρώτων να συνιστούσαν συμπαιγνία. Σύμφωνα με την αναφορά του μεγάλου βεζίρη προς τον σουλτάνο, οι επαναστάτες στο Μεσολόγγι αρχικά ζήτησαν όρους παράδοσης από τον Ρεσίτ Πασά. Ωστόσο ο Ομέρ Πασάς δεν επιθυμούσε ειλικρινά την καταστροφή ή την υποταγή των επαναστατών. Αντίθετα, τους έστειλε μηνύματα προτρέποντάς τους να «σταθούν γερά· διαφορετικά, αυτοί οι Αλβανοί [στρατιώτες στην υπηρεσία μου] θα σας καταστρέψουν, θα λεηλατήσουν την περιουσία σας και θα ερημώσουν τα εδάφη σας ‒ κι εγώ δεν το θέλω αυτό […] Αργότερα, αν μου δώσουν τα Δερβένια, θα σας δώσω και πάλι αμνηστία. Τότε τα πράγματα θα διεξαχθούν όπως ήταν επί Αλή Πασά». Ως αποτέλεσμα, οι εξεγερμένοι απέσυραν το αίτημά τους για αμνηστία.[69]
Σύμφωνα με τον μεγάλο βεζίρη, προηγουμένως, ο Ομέρ Βρυώνης είχε ήδη ζητήσει τα Δερβένια από τον Χουρσίτ Πασά, ο οποίος του είχε απαντήσει ότι «θα το τακτοποιούσε εν ευθέτω χρόνω». Μετά τον θάνατο του Χουρσίτ Πασά, οι πραγματικές προθέσεις του έγιναν φανερές. Είπε με ειλικρίνεια στον Ρεσίτ Πασά: «Γράψε στην Υψηλή Πύλη και φρόντισε να μου ανατεθούν τα Δερβένια. Διαφορετικά οι Τούρκοι δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα Δερβένια και αυτό το πρόβλημα [δηλ. η Ελληνική Επανάσταση] δεν θα επιλυθεί. Αυτοί οι άπιστοι είναι πάρα πολλοί για να καταστραφούν με τη βία. Αν μου δώσουν τα Δερβένια, θα τους δώσω αμνηστία και το ζήτημα θα τακτοποιηθεί». Ο Ρεσίτ Πασάς ωστόσο απάντησε ότι δεν τολμούσε να το διατυπώσει αυτό γραπτώς και αντ’ αυτού αποφάσισε να στείλει τον καφταντζή του στην Υψηλή Πύλη προκειμένου να μεταφέρει το μήνυμα προφορικά.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του καφταντζή του Ρεσίτ Πασά, οι επαναστάτες δρούσαν εκείνη την περίοδο υπό τις οδηγίες των καπεταναίων που είχε τοποθετήσει ο Τεπελενλής, και οι καπεταναίοι με τη σειρά τους ακολουθούσαν τις εντολές του Ομέρ Πασά.
Από τις αναφορές του Ρεσίτ Πασά γίνεται φανερό πόσο ενοχλημένος και αποξενωμένος ένιωθε από τη στάση και τις ενέργειες του Ομέρ Βρυώνη. Έγραψε ότι επιθυμούσε να σταλεί όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον Ομέρ και ότι, αν δεν γινόταν δεκτό το αίτημά του, θα αρνιόταν να ενεργήσει, ακόμη και υπό την απειλή τιμωρίας.
Όταν έγιναν οι διευθετήσεις για την αποχώρηση λόγω της αδιέξοδης κατάστασης στο Μεσολόγγι, ο Ρεσίτ Πασάς φέρεται να επέλεξε να μην επιστρέψει με τα στρατεύματα που είχε υπό τη διοίκησή του. Αντίθετα, αποφάσισε να περάσει στον Μοριά, αδιαφορώντας για τους κινδύνους, και ετοίμασε όλα τα υπάρχοντά του για να μεταφερθούν με καΐκια. Ωστόσο, καθώς παρατηρούσε την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Ομέρ Βρυώνη, τη χειροτέρευση της κατάστασης του στρατού και την εντεινόμενη πρόκληση και υποκίνηση των επαναστατών, πείστηκε ότι όχι μόνο τα σαντζάκια Καρλελίου και Ναυπάκτου, αλλά ακόμη και το βιλαέτι των Ιωαννίνων, θα μπορούσαν σύντομα να παρασυρθούν σε εξέγερση. Υπερφορτωμένος από αυτές τις ανησυχίες και αντιλαμβανόμενος την κακοβουλία, τη διαφθορά και την έλλειψη ενότητας στις τάξεις, ο Ρεσίτ Πασάς έκρινε ότι ήταν αδύνατον να εκπληρώσει σωστά τα καθήκοντά του. Από προνοητικότητα μπροστά σε αυτούς τους αυξανόμενους κινδύνους, ένιωσε υποχρεωμένος να αποσυρθεί στην Πρέβεζα και να μη συνεχίσει τις επιχειρήσεις.
Ο Ρεσίτ Πασάς σημείωσε επίσης ότι είχε επανειλημμένα ζητήσει γραπτώς από τον Χουρσίτ Πασά να απαλλαγεί από τον Ομέρ Πασά, αλλά δεν είχε καταφέρει να εξασφαλίσει την αποδέσμευσή του από αυτή τη συνεργασία και είχε αναγκαστεί να συνεχίσει να εργάζεται δίπλα του, ενώ οι εκκλήσεις του μπορούσαν να βρεθούν ανάμεσα στην αλληλογραφία του αείμνηστου πασά.[70]
Μέσα σε μόλις έναν μήνα, ο Ρεσίτ Πασάς έφτασε σε τέτοιο σημείο αγανάκτησης με τον Ομέρ Βρυώνη ώστε, σε μια ιδιόχειρη επιστολή προς τον καπουκεχαγιά του στην Κωνσταντινούπολη, δήλωσε ότι, παρόλο που μέχρι τότε είχε επιλέξει την υπομονή και τη σιωπή, αν του ζητούνταν να συνεχίσει τα καθήκοντά του υπό τέτοιες συνθήκες, θα αρνιόταν να υπηρετήσει πλάι στον Ομέρ Πασά ‒ ακόμη κι αν αυτό σήμαινε πως θα αντιμετώπιζε επίπληξη.[71]
Η Υψηλή Πύλη, με επιστολή προς τον νέο διοικητή της Ρούμιλης Μεχμέτ Πασά, αναφέρθηκε στην αυξανόμενη ένταση μεταξύ των δύο πασάδων και απέδωσε στον Ομέρ Βρυώνη την ευθύνη για την υποχώρηση από το Κάρλελι, επικρίνοντάς τον για κακή διαχείριση. Παρότι συνέστησε υπομονή μέχρι να αναλάβει ο Μουσταφά Πασάς Μπουσάτης, παραδέχθηκε πως η συνέχιση της συνεργασίας μεταξύ των δύο πασάδων ήταν πλέον αδύνατη, δεδομένων και των πρόσφατων παραπόνων του Ρεσίτ Πασά. Έτσι, αποφασίστηκε ο Ομέρ Πασάς να αναλάβει την άμυνα της Πρέβεζας, ενώ ο Ρεσίτ Πασάς ‒ο οποίος επαινέθηκε για την αφοσίωσή του, τις στενές σχέσεις του με τους Αλβανούς προύχοντες και την αποτελεσματική του υπηρεσία‒ θα προαχθεί και θα τοποθετηθεί στη χηρεύουσα διοίκηση των Τρικάλων.[72]
Επίλογος
Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου αποτελεί τόσο μια σπουδαία νίκη των Ελλήνων υπερασπιστών ‒ που τιμάται για την αποφασιστικότητα, την αντοχή και την επινοητικότητά τους ‒ όσο και ένα αποκαλυπτικό παράθυρο στην εσωτερική δυναμική του ύστερου οθωμανικού κράτους σε μια περίοδο αναταραχής. Από την οθωμανική οπτική, το επεισόδιο απογυμνώνει τις πολυπλοκότητες της εποχής ‒ την ασταθή αφοσίωση μισθοφόρων και υπηκόων καθώς και τις μεταβαλλόμενες συμμαχίες ‒ και την εντυπωσιακή αδυναμία της κεντρικής εξουσίας να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο πάνω στον ίδιο της τον κατασταλτικό μηχανισμό.
Οι διαθέσιμες πηγές δείχνουν ότι οι εσωτερικές συγκρούσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ‒ μεταξύ της Υψηλής Πύλης, διαφόρων βεζίρηδων, ισχυρών Αλβανών πολέμαρχων και της φθίνουσας τάξης των αγιάνηδων ‒ δημιούργησαν ένα περιβάλλον στο οποίο καμία πολιτική δεν μπορούσε να εφαρμοστεί με συνέπεια. Η μετακύλιση ευθυνών, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή υλικοτεχνική και ναυτική υποστήριξη, βάθυναν ακόμη περισσότερο αυτές τις αποτυχίες. Η επαναλαμβανόμενη αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων από την Πύλη και η διαρκής ανακατανομή αξιωμάτων αποκαλύπτουν ακόμη περισσότερο το βάθος της αυτοκρατορικής κρίσης και της συστημικής δυσλειτουργίας.
Όταν το εκτενές οθωμανικό αρχειακό υλικό για την Ελληνική Επανάσταση συνδυάζεται με το βρετανικό ‒ και τα δύο συχνά παραγνωρισμένα στη βιβλιογραφία ‒, αναδύεται μια ιδιαίτερα σαφής πραγματικότητα: για την Υψηλή Πύλη, η Ελληνική Επανάσταση ήταν εξίσου αλβανικό όσο και ελληνικό ζήτημα.
Ωστόσο η κυρίαρχη ιστοριογραφία της Ελληνικής Επανάστασης, είτε προέρχεται από Έλληνες είτε από ξένους μελετητές, τείνει να ταυτίζει τους Αλβανούς με τους Τούρκους, αποκαλώντας τους συχνά «Τουρκαλβανούς» ή αγνοώντας πλήρως την αλβανική τους ταυτότητα. Αυτή η προσέγγιση αντιμετωπίζει τους Αλβανούς ως ένα ομοιογενές σύνολο, ευθυγραμμισμένο με τα συμφέροντα και τις επιλογές της Υψηλής Πύλης, και ακυρώνει την ιστορική τους αυτενέργεια. Η οπτική αυτή παραβλέπει μια κρίσιμη ιστορική πραγματικότητα: ότι οι Αλβανοί πολύ συχνά ακολουθούσαν ανεξάρτητες ή ακόμα και αντικρουόμενες στρατηγικές κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Εντούτοις, οι δικές τους οπτικές, τα ποικίλα κίνητρα, οι εσωτερικές διαιρέσεις τους ή οι ιδιαίτερες συμμαχίες που διαμόρφωναν σπανίως αποτελούν αντικείμενο διεξοδικής ανάλυσης.
Τέτοιος αναγωγισμός δεν παραβλέπει μόνο την ποικιλομορφία και την πολυπλοκότητα των εμπλεκόμενων παραγόντων, αλλά ‒το σημαντικότερο‒ δυσχεραίνει την εις βάθος κατανόηση των εξελίξεων της περιόδου. Οι πολύπλοκες δυναμικές των συμμαχιών, οι ρευστές ισορροπίες ισχύος και οι αντενέργειες που συχνά καθόριζαν την έκβαση των γεγονότων συγκαλύπτονται, με αποτέλεσμα να χάνονται κρίσιμες αποχρώσεις που διαμόρφωσαν την πορεία της Επανάστασης. Με άλλα λόγια, η Ελληνική Επανάσταση δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως αν εξεταστεί αποκλειστικά μέσα από ένα εθνικό πρίσμα, αγνοώντας τόσο τις εσωτερικές δυναμικές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και τον θεμελιωδώς διαπραγματευτικό χαρακτήρα της κυριαρχίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία των αρχών του 19ου αιώνα.
Μια ολιστική κατανόηση του τι πραγματικά συνέβη κατά την Ελληνική Επανάσταση απαιτεί μια πιο λεπτομερειακή και ευαίσθητη προσέγγιση· μια προσέγγιση που να είναι πρόθυμη να αντλήσει από ποικίλες πηγές, να αναγνωρίσει τις κοινές και αλληλένδετες ιστορίες, καθώς και να αγκαλιάσει τις πολυπλοκότητες που υπερβαίνουν τα εθνικά αφηγήματα.
Όταν οι ιστορικοί περιορίζονται σε μία μόνο εθνική παράδοση, το αποτέλεσμα είναι μια φτωχή και μονοδιάστατη αφήγηση. Τα πλούσια χρώματα, οι πολλαπλές φωνές, οι σύνθετες ταυτότητες και οι περίπλοκες δυναμικές ισοπεδώνονται σε ασπρόμαυρες απεικονίσεις ηρώων και κακών, πατριωτών και εχθρών. Με αυτόν τον τρόπο, οι αφηγήσεις αυτές κινδυνεύουν να διαιωνίσουν στερεότυπα και να ενισχύσουν τεχνητά όρια, αντί να φωτίσουν τις σύνθετες πραγματικότητες της εποχής.
Σε τελική ανάλυση, η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου αποτελεί μια ηχηρή υπενθύμιση ότι οι επαναστάσεις – όπως και οι προσπάθειες καταστολής τους – δεν είναι ποτέ απλώς αναμετρήσεις όπλων, αλλά αγώνες που εκτυλίσσονται μέσα σε εύθραυστες πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές οικολογίες. Μόνο εστιάζοντας σε αυτές τις πολυπλοκότητες μπορούμε να πετύχουμε μια πιο ακριβή, ολοκληρωμένη και ανθρώπινη κατανόηση του παρελθόντος.
Συντομογραφίες: CO: Colonial Office, FO: Foreign Office, HAT: Hatt-ı Hümayun, BOA: Başkanlık Osmanlı, Arşivi (Οθωμανικά Κρατικά, Αρχεία, Κωνσταντινούπολη), TNA: The National Archives (Λονδίνο).
Οι ημερομηνίες σε αυτό το άρθρο ακολουθούν το γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υποσημειώσεις
[1] Σχετικά με την απόφαση να ανατεθεί η καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης σε Αλβανούς μισθοφόρους, βλ. Υψηλή Πύλη προς Χουρσίτ Πασά, 24 Μαρτίου 1822, BOA/Ayniyat 575/105 στο: H. Şükrü Ilıcak (επιμ.), “Those Infidel Greeks”, The Greek War of Independence through Ottoman Archival Documents, Brill, Λέιντεν 2021, σ. 272-273.
[2] Για αυτή τη μία από τις λιγότερο μελετημένες περιόδους της οθωμανικής ιστορίας, βλ. H. Şükrü Ilıcak, «The decade prior to the Greek Revolution: A black hole in Ottoman history», στο: The Greek Revolution in the Age of Revolutions (1776‐1848), Reappraisals and Comparisons, επιμ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Routledge, Λονδίνο, 2021, 139-148.
[3] Χρησιμοποιώ τον όρο «αγιάν» (τουρκ. ayan) ως όρο-ομπρέλα για όλους τους επαρχιακούς διαμεσολαβητές της εξουσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: τους Βόσνιους καπτάν, τους Κούρδους μiρ, τους Σέρβους κνεζ, τους Ρουμάνους μπογιάρ κ.λπ. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσω και τους κοτζαμπάσηδες, τους οποίους θεωρώ Έλληνες αγιάνηδες, καθώς οι λειτουργίες τους δεν διέφεραν ουσιαστικά από εκείνες των μουσουλμάνων ομολόγων τους. Επιπλέον, οι μουσουλμάνοι επαρχιακοί διαμεσολαβητές της εξουσίας δεν έφεραν πάντοτε τον τίτλο του αγιάν. Μερικοί από τους συνηθέστερους τίτλους που συναντούμε είναι μουτεσελίμης, μουτασαρίφης, ναζίρης και βοϊβόδας, χωρίς ωστόσο ουσιώδεις διαφορές ως προς το κύρος, την εξουσία ή τη σχέση τους με την Υψηλή Πύλη.
[4] Κατάστιχο με τους αγιάνηδες της Μικράς Ασίας που πρέπει να αποστείλουν στρατεύματα, 11 Μαρτίου 1811, BOA/HAT 41621-A..
[5] Κατάστιχο με στρατιώτες που στρατολογήθηκαν στον Μοριά και στα περίχωρά του, 18 Ιανουαρίου 1823, BOA/HAT 39969.
[6] Ε. Πρεβελάκης, Κ. Καλλιατάκη Μερτικοπούλου (επιμ.), Η Ήπειρος, ο Αλή Πασάς και η Ελληνική Επανάσταση: Προξενικές εκθέσεις του William Meyer από την Πρέβεζα, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1996 [εφεξής: ΗΑΕΕ], τόμ. 1, σ. 129, παρατίθεται στο TNA/FO 78-96/62-63.
[7] Η πιο σφοδρή από τις εν λόγω συγκρούσεις ήταν εκείνη ανάμεσα στον Ομέρ Βρυώνη και τον Ιλιάς Πόντα· ήδη τον Δεκέμβριο του 1823 ο πρώτος ζήτησε από την Υψηλή Πύλη φιρμάνι για την εκτέλεση του δευτέρου. Βλ. Εμπουλεμπούντ Μεχμέτ Πασάς (διοικητής Ρούμιλης) προς Υψηλή Πύλη, 15 Δεκεμβρίου 1823, BOA/HAT 21249.
[8] Ο Μάγερ αναφέρει ότι η αντιδημοτικότητα του Ομέρ Βρυώνη μεταξύ των Αλβανών δημιουργούσε πρόσθετα εμπόδια στην επιθυμία του Χουρσίτ Πασά να τους αξιοποιήσει για επιχειρήσεις στην Ακαρνανία και τον Μοριά. Βλ. Meyer προς Hankey, 31 Οκτωβρίου 1822, TNA/CO 136/448/456-459 στο: ΗΑΕΕ, τόμ. 2, σ. 304.
[9] Βλ., π.χ., Μαχμούτ Β’ προς Μεγάλο Βεζίρη, αχρονολόγητο, BOA/HAT 37982.
[10] Meyer προς Maitland, 1 Νοεμβρίου 1821, TNA/CO 136/441/36-37, στο: ΗΑΕΕ 1: 525· Meyer προς Hankey, 23 Νοεμβρίου 1821, TNA/CO 136/442/199-202, στο: ΉΑΕΕ 1: 545· Meyer προς Planta, 22 Δεκεμβρίου 1821, TNA/FO 78/103/205-208, στο: ΗΑΕΕ, 1: 575-576.
[11] Βλ., π.χ., Μανώλης Φανουράκης, «Η “ελληνοαλβανική συμμαχία” του 1821», περ. Δοκιμές, τχ, 8 (1999), σ. 127-156· Dionysis Tzakis, «Epirus», στο: Paschalis M. Kitromilides, Constantinos Tsoukalas (επιμ.), The Greek Revolution: A Critical Dictionary, The Belknap Press of Harvard University Press, Καίμπριτζ 2021, σ. 208-218.
[12] Οι αναφορές του Μάγερ, που αποτελούν τη σημαντικότερη και πιο διεισδυτική μαρτυρία για τη φύση της συνεννόησης Ελλήνων και Αλβανών, τον δείχνουν να αποκαλεί συχνά τους Αλβανούς «αδέρφια» ή «ετεροθαλή αδέρφια» των Ελλήνων, ώστε να υπογραμμίσει τις στενές σχέσεις των δύο πλευρών. Βλ. Meyer προς Hankey, 25 Ιουνίου 1822, TNA/CO 136/448/204-205, στο: ΗΑΕΕ, 2: 130· Meyer προς Adam, 8 Μαΐου 1823, TNA/FO 119/5/2· Meyer προς Strangford, 8 Ιουλίου 1823, TNA/FO 119/5/1.
[13] Meyer προς Hankey, 20 Φεβρουαρίου 1822, TNA/CO 136/448/43-46, στο: ΗΑΕΕ, 2: 27.
[14] Meyer προς G. Canning, 31 Μαρτίου 1824, TNA/FO 78-126/127.
[15] Ό.π.
[16] Για τις ενέργειες των Αλβανών κατά την πολιορκία της Αθήνας, βλ. H. Şükrü Ilıcak, «Revolutionary Athens through Ottoman Eyes (1821-1828), New evidence from the Ottoman State Archives» στο: Maria Georgopoulou, Konstantinos Thanasakis (επιμ.), Ottoman Athens: Archaeology, Topography, History, American School of Classical Studies at Athens, Αθήνα 2019, σ. 243-289.
[17] Για μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση του πολύπλευρου ρόλου που έπαιξαν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, βλ. H. Şükrü Ilıcak, Μια διερεύνηση της πολιτικής των Αλβανών κατά τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-1825), ΚΕΑΕ, Αθήνα 2021. Βλ. επίσης Basil C. Gounaris, «Blood Brothers in Despair Greek Brigands, Albanian Rebels and the Greek-Ottoman Frontier, 1829-1831», περ. Cahiers Βalkaniques, τχ. 45 (2018), σ. 1-25· Hakan Erdem, «“Perfidious Albanians” and “Zealous Governors”: Ottomans, Albanians, and Turks in the Greek War of Independence», στο: Antonis Anastasopoulos, Elias Kolovos (επιμ.), Ottoman Rule and the Balkans, 1760‒1850: Conflict, Transformation, Adaptation, University of Crete, Ρέθυμνο 2007, σ. 213-237.
[18] Η Υψηλή Πύλη είχε προβεί σε συστηματική πολεμική προετοιμασία για να καταπνίξει την ελληνική εξέγερση με την εκστρατεία του 1823 [Για πληροφορίες σχετικά με τις στρατιωτικές προετοιμασίες, βλ. Strangford προς G. Canning, 26 Μαρτίου 1823, TNA/FO 78-114/33], αλλά η αποστολή κατέληξε αιφνιδιαστικά σε αποτυχία όταν ο Μπουσάτη άφησε την πολιορκία του Μεσολογγίου στις αρχές του Δεκεμβρίου με το πρόσχημα του χειμώνα και των αντενεργειών των Τόσκηδων. Βλ. Εμπουλεμπούντ Μεχμέτ Πασάς (διοικητής Ρούμιλης) προς Υψηλή Πύλη, 17 Δεκέμβρη 1823, BOA/HAT 38316· Ομέρ Βρυώνης (μουτασαρίφης Ιωαννίνων) προς Υψηλή Πύλη, 7 Δεκεμβρίου 1823, BOA/HAT 38316-C· Εμπουλεμπούντ Μεχμέτ Πασάς (διοικητής Ρούμιλης) προς Υψηλή Πύλη, 27 Δεκεμβρίου 1823, BOA/HAT 38348. Επίσης, βλ. τα έγγραφα BOA/Ayniyat 574/140, 574/300, 1713/179, 1713/180, 1713/200, 1713/201, 1713/203, 1713/204, 1713/206, 1713/229, 580/155 και 581/85 στο: Ilıcak, Those Infidel Greeks.
[19] Για περισσότερα σχετικά με τη μάχη στα Δερβενάκια και τον ρόλο των Αλβανών, βλ. H. Şükrü Ilıcak, «The Prishtina Affair 1821-1823: A Case of Janissary Intervention in Imperial Politics», στο: Yannis Spyropoulos (επιμ.), The Janissaries: Socio-Political and Economic Actors in the Ottoman Empire (17th ‒ Early 19th Centuries). Halcyon Days in Crete XII: A Symposium Held in Rethymno, 12-14 January 2024, Crete University Press, Ρέθυμνο 2025, σ. 296-298.
[20] Χουρσίτ Πασάς (διοικητής Ρούμιλης) προς Υψηλή Πύλη, 16 Σεπτεμβρίου 1822, BOA/HAT 39917.
[21] Χουρσίτ Πασάς (διοικητής Ρούμιλης) προς τον καπουκεχαγιά του στην Κωνσταντινούπολη, 16 Οκτωβρίου 1822, BOA/HAT 39913-D.
[22] Meyer προς Hankey, 31 Οκτωβρίου 1822, TNA/CO 136/448/456-459, στο: ΗΑΕΕ 2: 304.
[23] Ντουμντούμηδες ή ντουντούμηδες: μειωτικός όρος για Τούρκους από την Μικρά Ασία.
[24] Για την πρωτότυπη επιστολή στα ελληνικά, βλ. BOA/HAT 39917-S· για τη μετάφραση στα οθωμανικά, βλ. BOA/HAT 39917-R.
[25] Χουρσίτ Πασάς (διοικητής Ρούμιλης) προς Υψηλή Πύλη, 8 Οκτωβρίου 1822, BOA/HAT 39900.
[26] Meyer προς Adam, 18 Νοεμβρίου 1822, ΤΝΑ/CO 136/448/540-543 στο: ΗΑΕΕ 2: 319· Meyer προς Adam, 14 Δεκεμβρίου 1822, ΤΝΑ/CO 136/448/513-514 στο: ΗΑΕΕ 2: 345.
[27] Κοινό υπόμνημα των πασάδων Ρεσίτ και Ομέρ προς Υψηλή Πύλη, 4 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 39731.
[28] Χαμντουλάχ Πασάς (μεγάλος βεζίρης) προς Μαχμούτ Β’, περιλήψεις διαφόρων σχετικών εγγράφων, 28 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 39664· Meyer προς Napier, 8 Οκτωβρίου 1822, ΤΝΑ/CO 136/1271/325-326 στο: ΗΑΕΕ 2: 294.
[29] Χουρσίτ Πασάς (διοικητής Ρούμιλης) προς Υψηλή Πύλη, 8 Οκτωβρίου 1822, BOA/HAT 39868.
[30] Χαμντουλάχ Πασάς (μεγάλος βεζίρης) προς Μαχμούτ Β’, περιλήψεις διαφόρων σχετικών εγγράφων, 28 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 39664.
[31] Αναφερόμενος στη μάχη στο Κεφαλόβρυσο, στις 21 Οκτωβρίου / 2 Νοεμβρίου 1822.
[32] Ομέρ Βρυώνης (μουτασαρίφης Ιωαννίνων) προς Υψηλή Πύλη, 30 Νοεμβρίου 1822, BOA/HAT 38779· Κοινό υπόμνημα των πασάδων Ρεσίτ και Ομέρ προς Υψηλή Πύλη, 4 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 39731· Εμίν (αγγελιοφόρος του Μεγάλου Βεζιράτου) προς Υψηλή Πύλη, 14 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 38757· Κοινό υπόμνημα των πασάδων Ρεσίτ και Ομέρ προς Υψηλή Πύλη, 19 Φεβρουαρίου 1823, BOA/HAT 39966-L.
[33] Ομέρ Βρυώνης (μουτασαρίφης Ιωαννίνων) προς Υψηλή Πύλη, 30 Νοεμβρίου 1822, BOA/HAT 38779.
[34] Εμίν (αγγελιοφόρος του Μεγάλου Βεζιράτου) προς Υψηλή Πύλη, 14 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 38757.
[35] Ομέρ Βρυώνης (μουτασαρίφης Ιωαννίνων) προς Υψηλή Πύλη, 30 Νοεμβρίου 1822, BOA/HAT 38779· Κοινό υπόμνημα των πασάδων Ρεσίτ και Ομέρ προς Υψηλή Πύλη, 30 Νοεμβρίου 1822, BOA/HAT 38757-A· Meyer προς Adam, 18 Νοεμβρίου 1822, ΤΝΑ/CO 136/448/540-543 στο:ΗΑΕΕ 2: 319-320.
[36] Meyer προς Gilpin, 16 Νοεμβρίου 1822, TNA/CO 136/448/546-547 στο: ΗΑΕΕ 2: 318.
[37] Το ίδιο πρόσωπο καταγράφεται στις πηγές επίσης ως Άγκο Βασιάρη ή Οσμάν Αγάς.
[38] Xrysomallis προς Meyer, 25 Νοεμβρίου 1822, TNA/CO 136/448/515-516 στο: ΗΑΕΕ 2: 341-342· Λάμπρου Κουτσονίκα, Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τυπ. Ευαγγελίμου, Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα 1863-1864, σ. 190-203· Meyer προς Gilpin, 16 Νοεμβρίου 1822, TNA/CO 136/448/546-547 στο: ΗΑΕΕ 2: 318.
[39] Meyer προς Adam, 18 Νοεμβρίου 1822, ΤΝΑ/CO 136/448/540-543 στο: ΗΑΕΕ 2: 321.
[40] Meyer προς Adam, 8 Μαΐου 1823, TNA/FO 119/5/2.
[41] Meyer προς Gilpin, 20 Νοεμβρίου 1822, ΤΝΑ/CO 136/448/538-539 στο: ΗΑΕΕ 2: 322.
[42] Meyer προς Adam, 21 Νοεμβρίου 1822, TNA/CO 136/448/534-537 στο: ΗΑΕΕ 2: 324.
[43] Χάφιζ Αχμέτ (νάιμπ Λάρισας), 20 Νοεμβρίου 1822, BOA/HAT 35275· Meyer προς Adam, 21 Νοεμβρίου 1822, TNA/CO 136/448/534-537 στο: ΗΑΕΕ 2: 324.
[44] Meyer προς Adam, 26 Νοεμβρίου 1822, TNA/CO 136/448/530-531 στο: ΗΑΕΕ 2:329.
[45] Βλ. H. Şükrü Ilıcak, A Radical Rethinking of Empire: Ottoman State and Society during the Greek War of Independence, 1821-1826, διδακτορική διατριβή, University of Harvard, 2011, κεφ. 4.
[46] Ομέρ Βρυώνης (μουτασαρίφης Ιωαννίνων) προς Υψηλή Πύλη, 30 Νοεμβρίου 1822, BOA/HAT 38779· Meyer προς Gilpin, 16 Νοεμβρίου 1822, TNA/CO 136/448/546-547 στο: ΗΑΕΕ 2: 318· Εμίν (αγγελιοφόρος του Μεγάλου Βεζιράτου) προς Υψηλή Πύλη, 14 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 38757· Κοινό υπόμνημα των πασάδων Ρεσίτ και Ομέρ προς Υψηλή Πύλη, 30 Νοεμβρίου 1822, BOA/HAT 38757-A.
[47] Εμίν (αγγελιαφόρος του Μεγάλου Βεζιράτου) προς Υψηλή Πύλη, 14 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 38757· Κοινό υπόμνημα των πασάδων Ρεσίτ και Ομέρ προς Υψηλή Πύλη, 8 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 39731-A· Κοινό υπόμνημα των πασάδων Ρεσίτ και Ομέρ προς Υψηλή Πύλη, 19 Φεβρουαρίου 1823, BOA/HAT 39966-L· Κοινό υπόμνημα των πασάδων Ρεσίτ και Ομέρ προς Κιοσέ Μεχμέτ Πασά (διοικητής Ρούμιλης), 19 Φεβρουαρίου 1823, BOA/HAT 39682-A· Σιλαχντάρ Αλή Πασάς (μεγάλος βεζίρης) προς Μαχμούτ Β’, περιλήψεις διαφόρων σχετικών εγγράφων, 7 Απριλίου 1823, BOA/HAT 39966-A· Σουλεϊμάν Αγάς (μουτεσελίμης Ιωαννίνων) προς Κιοσέ Μεχμέτ Πασά (διοικητής Ρούμιλης), 5 Φεβρουαρίου 1823, BOA/HAT 39969-F.
[48] Meyer προς Adam, 9 Δεκεμβρίου 1822, ΤΝΑ/CO 136/448/504-508 στο: ΗΑΕΕ 2: 339.
[49] Ό.π., σ. 340.
[50] Ό.π.
[51] Ό.π., σ. 338.
[52] Κοινό υπόμνημα των πασάδων Ρεσίτ και Ομέρ προς Υψηλή Πύλη, 4 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 39731.
[53] Εμίν (αγγελιοφόρος του Μεγάλου Βεζιράτου) προς Υψηλή Πύλη, 14 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 38757.
[54] Μεγάλος βεζίρης προς Μαχμούτ Β’, αχρονολόγητο (Φεβρουάριος 1823;), BOA/HAT 39086.
[55] Ό.π.
[56] Υψηλή Πύλη προς Μουσταφά Πασά Μπουσάτη (μουτασαρίφης Σκόδρας), 22 Φεβρουαρίου 1823, ΒΟΑ/Ayniyat 578/126 στο: Ilıcak, Those Infidel Greeks, ό.π., σ. 560-61. Για την προσβολή του Μουσταφά πασά από τον Χουρσίτ πασά το προηγούμενο έτος, βλ. Υψηλή Πύλη προς Κιοσέ Μεχμέτ Πασά (διοικητής Ρούμιλης), 22 Φεβρουαρίου 1823, BOA/Ayniyat 578/127, στο ίδιο, 562-564.
[57] Για την κατάσταση του οθωμανικού στόλου κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, βλ. H. Şükrü Ilıcak, «Η Μάχη του Ναβαρίνου σύμφωνα με τις Οθωμανικές πηγές», περ. Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας, τχ. 125 (2023), σ. 16-28.
[58] Εμίν (αγγελιοφόρος του Μεγάλου Βεζιράτου) προς Υψηλή Πύλη, 14 Δεκεμβρίου 1822, BOA/HAT 38757· Ομέρ Βρυώνης (μουτασαρίφης Ιωαννίνων) προς Υψηλή Πύλη, 30 Νοεμβρίου 1822, BOA/HAT 38779.
[59] Γιουσούφ Πασάς Σερρών προς Υψηλή Πύλη, 16 Ιανουαρίου 1823, BOA/HAT 39983.
[60] Ό.π.
[61] Ό.π.
[62] Ό.π.
[63] Ό.π.
[64] Γιουσούφ Πασάς Σερρών προς Υψηλή Πύλη, 30 Ιανουαρίου 1823, BOA/HAT 39966-J.
[65] Άγνωστος χασεκής προς Υψηλή Πύλη, 24 Φεβρουαρίου 1823, ΒΟΑ/ΉΑΤ 39966-B.
[66] Ό.π.
[67] Ό.π.
[68] Χαμντουλάχ Πασάς (μεγάλος βεζίρης) προς Μαχμούτ Β’, περιλήψεις διαφόρων σχετικών εγγράφων, 28 Δεκεμβρίου1822, BOA/HAT 39664.
[69] Ό.π.
[70] Ρεσίτ Πασάς προς Υψηλή Πύλη, 3 Μαρτίου 1823, ΒΟΑ/ΉΑΤ 39966-D.
[71] Σιλαχντάρ Αλή Πασάς (μεγάλος βεζίρης) προς Μαχμούτ Β’, περιλήψεις διαφόρων σχετικών εγγράφων, 7 Απριλίου 1823, BOA/HAT 39966-A.
[72] Υψηλή Πύλη προς Κιοσέ Μεχμέτ Πασά (διοικητής Ρούμιλης), 2 Απριλίου 1823, BOA/Ayniyat 579/34.
H. Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)
Επίκουρος Καθηγητής Οθωμανικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ
«Στο ένδοξο αλωνάκι – Μεσολόγγι, Έξοδος 1826». Η έκδοση, Στο ένδοξο αλωνάκι, Μεσολόγγι, Έξοδος 1826, πραγματοποιήθηκε με τη ευκαιρία της ομότιτλης έκθεσης που διοργανώθηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΚΠΙΣΝ) από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (20 Μαρτίου – 31 Αυγούστου 2026).
– Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
* Ο Χ. Σουκρού Ιλιτζάκ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Άγκυρα. Ακολουθώντας τα χνάρια του ρεμπέτικου, άρχισε να αναπτύσσει ένα σοβαρό ενδιαφέρον για την Ελλάδα όταν ήταν στο πανεπιστήμιο. Αποφάσισε να κάνει ακαδημαϊκή καριέρα και να ειδικευτεί στα λεγόμενα «τρία έθνη» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή τους Έλληνες, τους Αρμενίους και τους Εβραίους. Συνέχισε τις σπουδές του στην Τουρκία, την Ελλάδα και τις Η.Π.Α. Αναγορεύτηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ το 2011, με τίτλο διατριβής «A Radical Rethinking of Empire: Ottoman State and Society during the Greek War of Independence (1821-1826) [Μία ριζοσπαστική αναθεώρηση της Αυτοκρατορίας: Οθωμανικό κράτος και κοινωνία στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης]». Η διατριβή του εξετάζει την Ελληνική Επανάσταση ως μία οθωμανική εμπειρία, εξερευνώντας συγκεκριμένα πώς ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β’ (1808-1839) και η κεντρική κρατική ελίτ προσπάθησαν να την εξηγήσουν και να αντιδράσουν στον ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο γύρω τους. Έχει δημοσιεύσει εκτενώς για την Ελληνική Επανάσταση και τα «Τρία Έθνη». Είναι Επίκουρος Καθηγητής Οθωμανικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ.
Σχετικά θέματα:











Σχολιάστε