Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 2011

Γκραβούρες – Μονεμβασιά (Monemvasia) – P. Bacouet,  19ος αιώνας  

Άποψη της μεσαιωνικής, Βυζαντινής και Βενετσιάνικης καστροπολιτείας σκαρφαλωμένης στο βράχο σε χαλκογραφία του P. Bacouet του 19ου αιώνα. Μια γέφυρα με 12 κάμαρες την ενώνει σήμερα με την απέναντι στεριά. Οι Έλληνες της Λακωνίας για να αντιμετωπίσουν τις Σλαβικές επιδρομές την οχύρωσαν και τη χρησιμοποίησαν σα λιμάνι και καταφύγιο.

 

Μονεμβασιά (Monemvasia) - P. Bacouet, 19ος αιώνας

 

Το 1147 απέκρουσε τις επιθέσεις των Νορμανδών και το 1249 την κατέλαβε μετά από πολιορκία 3 χρόνων, ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος για να την επιστρέψει στο Βυζάντιο το 1263. Για 4 χρόνια (1460-4) πέρασε στην εξουσία του Πάπα, μετά στους Βενετούς (1464-1550 και 1690-1715) και τέλος στους Τούρκους έως το 1823, όποτε και περιήλθε στους Έλληνες. Τα τείχη της αν και ερειπωμένα διατηρούν μέχρι σήμερα το μεγαλείο τους. Ήταν διπλά σε σχήμα  αναποδογυρισμένου Π και κατέληγαν σε δυο πύλες: την μεγάλη, που η επένδυσή της από σιδερένιες πλάκες είναι διάτρητες από σφαίρες, ορατές και σήμερα, και την επάνω πύλη. Μέσα στην πόλη ο χρόνος έχει σταματήσει στον μεσαίωνα με τα στενά και λιθόστρωτα δρομάκια, τα αρχοντικά, τις 40 περίπου βυζαντινές εκκλησίες σφηνωμένες στα σπίτια, τις αψίδες και τα οικόσημα του Άγιου Μάρκου, κατάλοιπα των Βενετών.

 

Read Full Post »

Γκραβούρες

ΓύθειοΜαραθονήσι (GytheionMarathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832

Άποψη του κόλπου του Γυθείου με το νησάκι Κράνη στο βάθος, σε λιθογραφία του Jean Baptiste Bory de Saint Vincent, 1832. Κατοικημένο από την προϊστορική περίοδο το Γύθειο αποτελούσε εμπορικό σταθμό των Φοινίκων που εκμεταλλεύονταν τα κοχύλια της πορφύρας που αφθονούσαν στις Λακωνικές παραλίες. Στην αρχαιότητα οι Σπαρτιάτες οχύρωσαν το λιμάνι το οποίο υπό τους Ρωμαίους έγινε σπουδαίο εξαγωγικό κέντρο της περιοχής και σημαντική πόλη του Κοινού των Ελευθερολακώνων. Η σύγχρονη παραλιακή πόλη, με νησιώτικο χρώμα, είναι εμπορικό λιμάνι με πολλά διώροφα και τριώροφα νεοκλασικά κτίρια.

Γύθειο – Μαραθονήσι (Gytheion – Marathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα και ως την Επανάσταση του 1821 ήταν γνωστή με το όνομα Μαραθονήσι. Το νησάκι Κράνη (Μαραθονήσι) απέναντι από το Γύθειο, ενώθηκε με την ξηρά το 1898. Εδώ σύμφωνα με τον Όμηρο, πέρασε μια νύχτα ο Πάρις με την ωραία Ελένη πλέοντας προς την Τροία. Τον μεσαίωνα ονομάσθηκε Μαραθονήσι απ’ όπου και ο Λακωνικός κόλπος ονομάζετο από τους θαλασσοπόρους Golfo di Marathonisi, διότι το νησί ήταν κατάφυτο από μάραθα πριν ενωθεί με την ξηρά. Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας κτίσθηκε εκεί ο πύργος του Τζάννετ-μπέη της  Μάνης.

Διαβάστε ακόμη:

Επιστημονική Αποστολή του Μορέως 1829

 

Read Full Post »

Γκραβούρες – Ναυαρίνο (Navarino) – Ο. Dapper, 1688

Άποψη του κόλπου του Ναυαρίνου και του Νιόκαστρου σε χαλκογραφία του Ο. Dapper, 1688. Το Νιόκαστρο, το νεώτερο δηλαδή κάστρο του Ναυαρίνου, κτίσθηκε στα νότια του λιμανιού από τους Τούρκους το 1513, μετά την ήττα τους στην ναυμαχία της Ναυπάκτου, για να μπορούν να ελέγχουν το νότιο πέρασμα στον κόλπο, αφού με τεχνητή επίχωση μετέτρεψαν σε αβαθές το βόρειο πέρασμα, έτσι ώστε να μη μπορούν να περάσουν από εκεί πλοία στον κόλπο. Αναστυλώθηκε από τον Μαιζών το 1829 και σήμερα θεωρείται σαν ένα από τα καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Ο οχυρωματικός περίβολος που περιβάλλει την πλαγιά του Αγίου Νικολάου, είναι προσιτός από την πλευρά του λιμανιού και από τον δρόμο προς την Μεθώνη, όπου βρίσκεται και το τουρκικό υδραγω­γείο.

Ναυαρίνο (Navarino) - Ο. Dapper, 1688

Ιδιαίτερα ενισχυμένο είναι το τείχος στην Ν.Δ. πλευρά, που ήταν και προσιτή από την θάλασσα. Στο ψηλότερο σημείο της τειχισμένης περιοχής βρίσκεται η εξαγωνική ακρόπολη, με ιδιαίτερα οχυ­ρωμένες τις 6 γωνίες της με προπύργια και με ψηλούς, στενούς θαλάμους στην κάθε πλευρά, που στην οροφή τους στηρίζεται η πλακόστρωτη ταράτσα για το πυροβολικό, ενισχυμένη ολόγυρα στο παρα­πέτο με πολυάριθμες καλοχτισμένες επάλξεις. Στην δυτική πλευρά του κάστρου υπάρχει ένα μικρό οχυρό, που και αυτό κτίσθηκε από τους Τούρκους, όπως και τα ερειπωμένα σπίτια και οι υπόγειες υδατοδεξαμενές. Η εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κτίσθηκε από τους Φράγκους σα ναός γοτθικού ρυθμού, για να μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί.

Read Full Post »

«Νέος Ερμής ο Λόγιος», τεύχος 2 (Μάιος – Αύγουστος 2011)


 

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το δεύτερο τεύχος του νέου επιστημονικού περιοδικού νέος Ερμής ο Λόγιος.

Το κύριο αφιέρωμα του περιοδικού αναφέρεται στην εξάντληση της δυτικής ηγεμονίας, τους μετασχηματισμούς του παγκόσμιου συστήματος και την Ελλάδα. Ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο για τις ρίζες της οικονομικής κρίσης και ακολουθούν κείμενα του Τζιοβάνι Αρίγκι (Δύση και Ανατολή: κράτη, αγορές και καπιταλισμός), του Πέρυ Άντερσον (Η Βραζιλία του Λούλα), του Γιώργου Καραμπελιά (Η οικονομική κρίση και ο «καημός της ρωμιοσύνης»), του Κώστα Μελά (Γενική επισκόπηση δανεισμού και δημοσίου χρέους της Ελλάδος (1821-2010) και των Παύλου Καρανικόλα και Νίκου Μαρτίνου (Η ελληνική γεωργία μπροστά στην κρίση: προβλήματα και προοπτικές).

 

Νέος Ερμής ο Λόγιος

 

Το δεύτερο αφιέρωμα περιλαμβάνει τέσσερα κείμενα σχετικά με την εθνική ταυτότητα και τον οθωμανισμό. Η Ιωάννα Τσιβάκου γράφει για την θέσμιση του ιδεώδους του έθνους, ο Χαράλαμπος Μηνάογλου αναφέρεται στο τρίσημο Αρχαία Ελλάδα – Βυζάντιο – Νεώτερος Ελληνισμός πριν τον Παπαρρηγόπουλο, ο Γιώργος Παναγόπουλος παρουσιάζει τις σχέσεις Χριστιανισμού και Ισλάμ στο ύστερο Βυζάντιο και ο Τάσος Χατζηαναστασίου γράφει για τον οθωμανισμό και τα Βαλκάνια στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Το δεύτερο τεύχος περιλαμβάνει επίσης κείμενα του Μιχάλη Μερακλή (η αγέραστη νεότητα) για το αρχαίο ελληνικό θέατρο και τις νεώτερες αντιστοιχίες του, του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου για τον Γάλλο πρόξενο Auguste de Jassaud, του Σπύρου Κουτρούλη για τις θρησκευτικές και αξιακές προϋποθέσεις του Αμερικανισμού, καθώς και μία εκτενή μελέτη του Γιάννη Ταχόπουλου για την αυτονομία και την ετερονομία στο έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Τάκη Φωτόπουλου.

 Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Κάρολος Ντίκενς του Τζόρτζ Όργουελ και Χάιντεγγερ του Τζόρτζ Στάινερ), μία παρουσίαση των εκδόσεων Έρασμος και μία βιβλιοκριτική στο Επιστήμη και πολιτική της ισχύος του Χανς Μόργκενταου από τον Σπύρο Κουτρούλη καθώς και μία παρουσίαση του βιβλίου Δια τον σύνδεσμον του απανταχού Ελληνισμού του Γιάννη Παπακώστα, από τον Δημήτρη Μαυρίδη. Το τεύχος κλείνει με ένα σχόλιο του Σάββα Παύλου για τις ονοματοδοσίες εντύπων, την νεοελληνική μυθολογία και τον Ερμή τον Λόγιο.

Read Full Post »

Κα­πό­γιαν­νη Νά­ντια


 

Κα­πό­γιαν­νη Νά­ντια

Η συγγραφέας Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας του Πα­να­γιώ­τη και Χα­ρί­κλειας Καπό­γιαν­νη, το πρώτο είναι ο αδελφός της Χρήστος, και γεννήθηκε στο Κουτσο­πόδι Άργους το 1961. Ο πατέρας της Πα­να­γιώ­της Κα­πό­γιαν­νης, δά­σκα­λος, υ­πη­ρέτη­σε στο Δημοτι­κό Σχο­λεί­ο του Μπόρ­σια, του Κου­τσο­πο­δί­ου, στο 4ο Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους,  ως διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Νέ­ας Κί­ου και συ­νταξιο­δο­τή­θη­κε ως διευ­θυ­ντής του 2ου Δη­μο­τι­κού Σχο­λεί­ου Άργους.

Η Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη έ­μα­θε τα πρώτα της γράμματα στο 1ο Δημο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους και τελεί­ω­σε στο 4ο Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο Άρ­γους ό­που με­τα­ξύ των άλ­λων δα­σκά­λων υ­πη­ρε­τού­σε και ο πα­τέ­ρας της Πα­να­γιώ­της τον ο­ποί­ο έ­πρε­πε –σύμ­φω­να με τα κρα­τού­ντα της ε­πο­χής– να απο­κα­λεί «Κύ­ριο».

Α­λη­σμό­νη­τα πα­ρα­μέ­νουν στη μνή­μη της πε­ρι­στα­τι­κά της ε­πο­χής, τα ο­ποί­α περι­γρά­φουν, ε­πα­κρι­βώς, πώς λει­τουρ­γού­σαν τα πράγ­μα­τα της ε­πο­χής. Μί­α η­μέ­ρα την α­νά­γκα­σε, ο πα­τέ­ρα της, να προ­σέλ­θει με την κη­δε­μό­να της, δη­λα­δή τη μητέ­ρα της, διό­τι την προ­η­γου­μέ­νη εί­χε έρ­θει «α­διά­βα­στη». Αυ­τό ο­φεί­λο­νταν στο γε­γο­νός ό­τι ό­λη η οι­κο­γέ­νεια εί­χε με­τα­βεί στην Τρί­πο­λη για την τα­φή του θα­νό­ντος συγ­γε­νούς.

Ε­πί­σης α­ρι­στεύ­ο­ντας σε γρα­πτό δια­γω­νι­σμό με θέ­μα την α­πο­τα­μί­ευ­ση, ο πα­τέρας της δεν της πα­ρέ­δω­σε το βρα­βεί­ο που ή­ταν ε­κεί­νη την ε­πο­χή έ­νας κου­μπαράς του Τα­χυ­δρο­μι­κού Ταμιευτη­ρί­ου για το λό­γο ό­τι μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί ως εύ­νοια α­πέ­να­ντι στην κό­ρη του. Και βέ­βαια στην ε­πό­με­νο δια­γω­νι­σμό – στην 1η Γυ­μνα­σί­ου – «πή­ρε πί­σω το αί­μα της» κερ­δί­ζο­ντας ξα­νά τον δια­γω­νι­σμό και ο κου­μπαράς κο­σμεί και σή­με­ρα το γρα­φεί­ο της.

Τε­λειώ­νο­ντας το Γυ­μνά­σιο και με τις α­νά­λο­γες κα­τα­τα­κτή­ριες ε­ξε­τά­σεις, ει­σήλ­θε, το 1978, στο Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο στο τμή­μα της Γαλ­λι­κής Φι­λολο­γί­ας, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα αποφοί­τη­σε α­πό τη Γαλ­λι­κή Α­κα­δη­μί­α Α­θη­νών και την Α­με­ρι­κα­νι­κή Έ­νω­ση. Το ί­διο κα­λο­καί­ρι πα­ρα­κο­λού­θη­σε τα κα­λο­και­ρι­νά μα­θήμα­τα της SORBONNE. Το 1979 κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α του Κα­πο­δι­στρια­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου και το 1980 άρ­χι­σε να διδάσκει τη Γαλ­λι­κή γλώσ­σα.

Το 1981 με­τά α­πό δια­γω­νι­σμό, στο cours classiques obtion pedagogie της Γαλλι­κής Ακαδημίας, κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α για το  Monbard, ενώ στη συ­νέ­χεια  πήρε την βεβαίωση CEMEA  –κά­νο­ντας την πρα­κτι­κή της– παι­διά 8 ε­τών,-  στο Planches στη Bourgogne. Το 1982 έ­λα­βε πτυ­χί­ο της Γαλ­λι­κής Φι­λο­λο­γί­ας α­πό το Κα­πο­δι­στρια­κό Πα­νε­πι­στή­μιο.

Το 1985 διο­ρί­στη­κε στη Γαλ­λι­κή Α­κα­δη­μί­α (Γαλ­λι­κό Ιν­στι­τού­το) ενώ το 1993 με­τα­πήδη­σε στη Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Δη­μό­σια Εκ­παί­δευ­ση. Το 2000 κέρ­δι­σε υ­πο­τρο­φί­α του  Υ­ΠΕΠ­Θ  για Γαλ­λί­α (Πα­ρί­σι-Του­λόν). Ζει και ερ­γά­ζε­ται στην Α­θή­να. Ο Ινκούλης, από τις εκδόσεις «Πάραλος», Απρίλης 2011, είναι το πρώτο της βιβλίο.

 

Ο Ινκούλης – Αληθινό παραμύθι για μεγάλους

 

Η Νά­ντια Κα­πό­γιαν­νη στο βιβλίο αυτό πραγματεύεται, με μια αφαιρετική γραφή ένα πραγματικό «παραμύθι» για μεγάλους, που αναδεικνύει όλο το ανθρώπινο μεγαλείο. Καινοτομεί, διότι το κύριο μέρος του βιβλίου αναφέρεται, με ερέθισμα την ανεύρεση και αναβίωση, ενός επί 500 χρόνια «παγωμένου» παιδικού σώματος στις παρυφές των Αμερικανικών Άνδεων, την απορία, τον θαυμασμό αλλά και τη νοσταλγία του μικρού Ίνκας για τη ζωή και τους αγαπημένους του, πριν «κοιμηθεί».

 

Ο Ινκούλης – Αληθινό παραμύθι για μεγάλους

 

Ενώ, στο δεύτερο μέρος δίνεται συμπυκνωμένα όλο το μεγαλείο της γέννησης και της πτώσης του υπέροχου πολιτισμού των Ίνκας. Είναι σαφές ότι το περιεχόμενο του βιβλίου θα ενθουσιάσει ακόμη και τους ειδήμονες του είδους. Στην Αργολίδα διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία: «Εκ προοιμίου», Νικηταρά 14, τηλ. 27510 20419, Άργος – «Διαλόγου Αφορμές», Σιδηράς Μεραρχίας 34, τηλ. 27520 24674,  Ναύπλιο.

Read Full Post »

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – Μικρά Διονύσια


 

Μικρά Διονύσια από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, στις 12 και 13 Αυγούστου 2011.

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος συμπληρώνει φέτος μισό αιώνα καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η καλοκαιρινή του παραγωγή «Μικρά Διονύσια», η οποία γίνεται στο πλαίσιο των πενήντα χρόνων λειτουργίας του Κ.Θ.Β.Ε., είναι μια παράσταση – γιορτή (φόρος τιμής), σε σύνθεση κειμένων Κ. Χ. Μύρη, που αποτελεί συγχρόνως και ένα ταξίδι μνήμης στο θεατρικό τότε και τώρα, συνδέοντας θραύσματα από παραστάσεις αρχαίου δράματος στους Φιλίππους και στη Θάσο, στο Θέατρο Δάσους και στην Επίδαυρο.

«Μικρά Διονύσια», ένα θεατρικό «ψηφιδωτό», σε σκηνοθεσία  Γιάννη Ρήγα – Γρηγόρη Καραντινάκη, που αποτελείται από είκοσι οχτώ αποσπάσματα έργων αρχαίου δράματος που έχει παρουσιάσει το Κ.Θ.Β.Ε. κατά τη διάρκεια της πενηντάχρονης πορείας του, τα οποία ενώνονται σε μια ενιαία παράσταση.

Μια σύνθεση κειμένων στην οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σκηνές από τα εξής έργα: «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, «Οιδίπους Επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, «Προμηθέας Δεσμώτης» του Αισχύλου, «Τρωάδες» του Ευριπίδη, «Ορέστης» του Ευριπίδη, «Τραχίνιαι» του Σοφοκλή, «Ηλέκτρα», του Σοφοκλή, «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, «Ορέστεια» (Χοηφόροι) του Αισχύλου, «Βάκχες», του Ευριπίδη, «Αίας», του Σοφοκλή, «Εκάβη» του Ευριπίδη, «Ελένη» του Ευριπίδη, «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, «Πλούτος» του Αριστοφάνη, «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη, «Επτά Επί Θήβας» του Αισχύλου.

 
Η Υπόθεση του έργου

Ο Οιδίποδας, η Αντιγόνη, ο Προμηθέας, η Κασσάνδρα, η Κλυταιμνήστρα κι ο Αγαμέμνονας, η Ηλέκτρα και ο Ορέστης, ο Ετεοκλής και η Εκάβη, ο Αίαντας, η Ελένη, Αγγελιαφόρος και Φύλακας, από κοινού με τη Λυσιστράτη, τη Μυρρίνη, τον Πλούτο, τις Νεφέλες ή τον Κύκλωπα εμφανίζονται πάνω στη σκηνή ως προσκεκλημένοι της μνήμης, καθώς ένας «αφανής ήρωας» του θεάτρου, ένας τεχνικός (Γιώργος Αρμένης), που ζυμώθηκε με την ιστορία, συνομιλεί νοερά με τις μορφές, που σφράγισαν την ιστορία του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και τη δική του ζωή αλλά και με τους ρόλους, με τα κείμενα, που έχουν διανύσει πολύ μεγαλύτερη πορεία μέσα στο χρόνο, ανοίγοντας πάντοτε διάλογο με το «τώρα».

 

Μικρά Διονύσια - Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

 

Πρόκειται για ένα ταξίδι στην ενδοχώρα έργων που σκηνοθέτησαν σημαντικά και κομβικά πρόσωπα της μεταπολεμικής ιστορίας του θεάτρου στη Θεσσαλονίκη, από το 1961 που ιδρύθηκε το Κ.Θ.Β.Ε. μέχρι σήμερα. Σταθμοί αυτής της περιπλάνησης, παραστάσεις του Σωκράτη Καραντινού, του Σπύρου Ευαγγελάτου, του Μίνου Βολανάκη, του Ανδρέα Βουτσινά αλλά και του Βασίλη Παπαβασιλείου, του Γιάννη Χουβαρδά, του Ματία Λάνγκχοφ, του Αντρέι Σερμπάν. Το αποτέλεσμα δεν στοχεύει στην αναβίωση των παραστάσεων αυτών αλλά σε μια σκηνική επαναδιατύπωσή τους μέσα από τους σημερινούς κώδικες αισθητικής που φέρει όμως και ίχνη μνήμης, μέσω πολύτιμου αρχειακού υλικού.

 

Συντελεστές

Σύνθεση κειμένων: Κ.Χ.Μύρης

Σκηνοθεσία: Γιάννης Ρήγας- Γρηγόρης Καραντινάκης
Σκηνικά: Λίλη Πεζανού
Κοστούμια: Έρση Δρίνη
Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης
Χορογραφία: Κώστας Γεράρδος
Φωτισμοί: Αντρέας Μπέλλης
Mουσική Διδασκαλία: Νίκος Βουδούρης
Β. Σκηνοθέτη: Κάρολος Αρμένης
Β. Ενδυματολόγου: Κλεοπάτρα Αλαγιόγλου
Βίντεο: Γιάννης Πειραλής, Άντα Λιάκου
Οργάνωση Παραγωγής: Ροδή Στεφανίδου

 

Πρωταγωνιστούν (με αλφαβητική σειρά)

Γιώργος Αρμένης (Φροντιστής, Οιδίποδας, Χρεμύλος, Αλλαντοπώλης), Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Προμηθέας, Ορέστης), Δημήτρης Διακοσάββας (Υπάλληλος Α΄), Γιάννης Καλατζόπουλος (Φύλακας), Μαρία Καραμήτρη (Ηλέκτρα), Γιάννης Καραούλης (Υπάλληλος Β΄), Ταμίλλα Κουλίεβα (Ηλέκτρα, Μυρρίνη), Δημήτρης Κολοβός (Αίαντας), Λίνα Λαμπράκη (Εκάβη), Σοφία Λάππου (Πραξαγόρα), Γιάννης Μαλλούχος (Φρύγας), Φωτεινή Μπαξεβάνη (Ελένη, Λυσιστράτη, Γριά), Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου (Κλυταιμνήστρα Κασσάνδρα), Κώστας Σαντάς (Κινησίας), Βασίλης Σπυρόπουλος (Αγγελιαφόρος), Χρίστος Στυλιανού (Νέος), Νίκος Ψαρράς (Ορέστης, Ετεοκλής).

 

Χορός (με αλφαβητική σειρά)

Ιορδάνης Αϊβάζογλου, Πάνος Αργυριάδης, Λουκία Βασιλείου, Δημήτρης Διακοσάββας, Χρύσα Ζαφειριάδου, Μαρία Καραμήτρη, Γιάννης Καραούλης, Δημήτρης Καρτόκης, Γιώργος Κολοβός,΄Ερρικα Μπίγιου, Χρήστος Παπαδημητρίου, Χάρης Παπαδόπουλος, Μαριάννα Παπασάββα, Εύη Σαρμή, Χρίστος Στυλιανού, Αμαλία Ταταρέα, Χρύσα Τουμανίδου, Αντιγόνη Φρυδά.

Read Full Post »

Μουσούρος Μάρκος (1470 – 1517)


 

Μάρκος Μουσούρος

 Έλληνας φιλόλογος και εκδότης, ο επιφανέστερος ίσως της αναγεννησιακής περιόδου, γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε αρχικά στον Χάνδακα, στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και αργότερα στην Ιταλία. Το 1486 έφυγε για τη Φλωρεντία όπου μαθήτευσε κοντά στο μεγάλο Έλληνα λόγιο Ιανό Λάσκαρι.

 Από το 1494 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου γνωρίστηκε με τον εκδότη ουμανιστή Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις τεράστιες γνώσεις του Μάρκου Μουσούρου για την κλασική ελληνική γραμματεία. Ο Μανούτιος συνεργάστηκε έκτοτε στενά με τον Μουσούρο στις εκδόσεις Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών. Με επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου εκδόθηκαν τα έργα του Αριστοφάνη το 1498, καθώς και δυο τόμοι με τίτλο Έλληνες επιστολογράφοι  το επόμενο έτος.

Ο Μουσούρος έγινε γρήγορα διάσημος. Δίδαξε ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας και στην Πλατωνική Ακαδημία της Βενετίας, όπου εγκαταστάθηκε συνδεόμενος με την ανώτερη κοινωνική τάξη της πόλης. Εξέδωσε τραγωδίες του Ευριπίδη το 1503 και το 1513 τα άπαντα του Πλάτωνα. Φλεγόμενος από το πάθος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, προσπάθησε να πείσει τον πάπα Λέοντα I’ να παρέμβει στους Ευρωπαίους ώστε να βοηθήσουν προς το σκοπό αυτό. Η φήμη του στην Ιταλία ήταν τεράστια και ανέλαβε την οργάνωση της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία. Πέθανε στη Ρώμη το 1517.

  

Φιλόλογος και εκδότης

  

Ο Πέτρος Μπέμπο (Pietro Bembo), (Βενετός καρδινά­λιος και φίλος του Μάρκου Μουσούρου), λέει στους Βενετούς αριστοκράτες: «Γειτονεύουμε με τους Έλληνες και κατέχουμε όχι λίγες από τις πό­λεις και τα νησιά τους, γι’ αυτό και έχετε στη διά­θεσή σας και ανθρώπους και βιβλία για να διδαχθείτε…».

Ο επιφανέστατος Έλληνας φιλόλογος της Αναγέννησης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο (π. 1470) και πέθανε στη Ρώμη το 1517. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Κατόπιν πήγε στη Φλωρεντία (1486), όπου σπούδασε δίπλα στον Ιανό Λάσκαρι.

Τα λατινικά και τα ελληνικά τα έ­μαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επι­στρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία.

Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό επόπτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε από αυτό το τυπογραφείο το Dictionarium graecum copiosissimum με επί­γραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος (1498) δημοσιεύθηκαν με επιστασία του Μουσούρου εν­νέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δυο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι.Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώι­μους χριστιανούς συγγραφείς.

Μάρκος Μουσούρος, χαλκογραφία, Reusner, Icones Clarorum Vivorum, 1589.

Πλέον, η φήμη του Μουσούρου ως εκδότη, επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φεράρα, και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρ­το Πίο (Alberto Ρίο), ο οποίος έκτοτε έγινε και στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμό­πολη γρήγορα έκανε τον Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα.

Αυτό τον καιρό (1500) είχε ι­δρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο (στενό φίλο του Μουσούρου) και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και ο Μουσούρος και δίδασκε αρκε­τά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανι­στές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία εί­χε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδό­σεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκτιμη­θούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτή την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι, η Βενετική Γερουσία του απέ­νειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» (1503). Στην ουσία επρόκειτο για το α­ξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κά­θε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ό­τι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516. Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγω­δίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε πάλι ο Μουσούρος.

Η Βενετική Γερουσία πρέπει να είχε μείνει αρκετά ευχαριστημένη μαζί του, γιατί τον διόρισε (1504) καθηγητή της ελληνι­κής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας (1506). Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Όμηρο, Ησίοδο, θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα. Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα (1509) και επανήλθε στη Βενετία. Χά­ρη σης ενέργειες του φίλου του και γραμματέα της Γερουσίας Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francenco Fagiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής (1512).

Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τις δυ­σκολίες που είχε λόγω του πολέμου, δεν σταμάτησε ποτέ το έργο του. Έτσι εξέδωσε με τον Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα (1512). Το επόμενο έτος (Σεπτέμβριος του 1513) ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνα, με αφιέρωση του Μουσούρου στο φιλόμουσο πάπα Λέ­οντα Ι’ (1513-1521).

Αυτός ήταν γιος του φιλέλληνα και φιλομαθή Λαυρεντίου των Μεδίκων της Φλω­ρεντίας, ο οποίος κατά τον προηγούμενο αιώνα εί­χε δάσκαλο τον περίφημο Έλληνα φιλόλογο και φιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Ο Μουσούρος, φλεγόμενος από ελληνικά αισθήματα και επιθυμώντας την απελευθέρωση της Ελλάδας, συνέθεσε στα αρχαία ελληνικά μια ωδή αφιερωμένη στον Πλάτωνα και τη δημοσίευσε στην αρχή της πρώτης έκδοσης των έργων του αρχαίου φιλοσόφου. Με αυτή την ωδή απευθυνόταν στο φίλο του πάπα Λέοντα Ι’, τον επαινούσε και, δια στόματος Πλάτωνα, του ζητούσε να βοηθήσει στην απελευθέρωση των Ελλήνων, αφού έπειθε τους Ευρωπαίους άρχοντες να μονοιάσουν.

Μάρκος Μουσούρος. Τσόκος Διονύσιος, ελαιογραφία, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τα επόμενα έτη ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν τον Ησύχιο και τον Αθηναίο (1514) και τον Θεόκριτο (1515). Το βενετικό κράτος εκτιμούσε απεριόριστα πλέον τον Μάρκο Μουσούρο και το 1515 η Βενετική Γερουσία παρέδωσε σε αυτόν και στο Βενετό λόγιο Μπατίστα Ενιάτσιο (Battista Egnazzio) οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα (1403-1472) για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιο­θήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή.

Αυτό το έτος μια τραγωδία συντάραξε τη ζωή του Μουσούρου, καθώς το Φεβρουάριο πέθανε ο συ­νεργάτης του Άλδος Μανούτιος.

Έτσι, ο Μουσούρος αποφάσισε να μετανα­στεύσει στη Ρώμη (μέσα του 1516) ώστε να βοηθήσει το δάσκαλό του Ιανό Λάσκαρι, στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυ­τό, σκοπό για τον οποίο τον είχε προσκαλέσει ήδη από το 1513 ο πάπας Λέων Ι’.

Στη Ρώμη ο Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την επιμελημένη έκδοση και άλλων κλασικών. Από το τυπογραφείο του Βερνάρδου Τζιούντα (Bernardo Giunta) στη Φλωρεντία, εξέδωσε τα Αλιευτικά του Οιππιανού (Ιούλιος 1515), δεκάξι λόγους του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και τον Παυσανία με α­φιερωματική επιστολή στον Ιανό Λάσκαρι (1516). Ο Μάρκος Μουσούρος δεν επέστρεψε ποτέ στη Βενετία.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρό­φτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθέ­νεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace).

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγά­λη έκπληξη και θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτε­ρα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής της Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βε­νετίας Μάρκος Μίνιο (Marco Minio), οι αντιπρό­σωποι του καρδινάλιου Ιουλίου των Μεδίκων (Jules de Mediéis) και μελλοντικού πάπα Κλήμη Ζ’, με τον οποίο ο Μουσούρος ήταν πολύ φίλος, και πολλοί άλλοι.

Σύμφωνα με το διαπρεπή ερευνητή της ελληνι­κής μεσαιωνικής ιστορίας Μανούσο Μανούσακα, ο Μάρκος Μουσούρος ήταν: «…ο μεγαλύτερος φι­λόλογος και εκδότης των κλασικών συγγραφέων που ο Ελληνισμός δώρισε στην Ευρώπη πριν από τον Κοραή». Πράγματι, δεν θα είχαμε και πολλά να προσθέσουμε σε αυτή την άποψη.

Ο Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του τη σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακρά­δαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάστα­ση στην οποία ευρίσκονταν και να ελπίζουν σε κά­τι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωσή τους.

Ίσως και μόνο αυτή η ωδή που αφιέρωσε το 1513 στον πά­πα Λέοντα Ι’ είναι αρκετή απόδειξη της φιλοπατρίας του. Επιπλέον, το ποίημα αυτό, που είναι άψογο α­πό φιλολογικής απόψεως, συνετέλεσε τα μέγιστα με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του στο να τραβήξει την προσοχή των ουμανιστών στη σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιπλέον, καλλιέργησε την ιδέα της ένο­πλης επέμβασης σε αυτή από τη μεριά της Ευρώ­πης για την απελευθέρωση της.

Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας, με εμ­βέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματά του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι, μερικοί από τους οποίους αργότερα έγι­ναν αρκετά γνωστοί.

Κάποια ονόματα είναι ίσως αρκετά για να πείσουν τον καθένα για αυτό: ο Ιταλός Λάζαρος Μποναμίκο (Bonamico), ο οποίος αργό­τερα διορίστηκε καθηγητής των ελληνικών και λατινικών στην Πάντοβα και στη Ρώμη, ο Γιρόλαμος Αλεάντρο (Girolamo Aleandro), ο οποίος πήγε στο Παρίσι και συνέβαλε στην ίδρυση έδρας για τη διδασκαλία των ελληνικών, ο Γερμανός δομινικα­νός μοναχός και λόγιος Ιωάννης Κόνον (Johan Conon), ο οποίος εισήγαγε τις ελληνικές σπουδές στη Γερμανία, ο Γάλλος λόγιος Ζερμέν ντε Μπρι (Germain de Brie), ο Γάλλος πρεσβευτής στη Βε­νετία Ζαν ντε Πινς (Jean de Pins), ο Ούγγρος αν­θρωπιστής και λόγιος Γιάνους Βέρτεσι (Janus Vertessy), ο Τσέχος ανθρωπιστής Gelenius, ο Πέ­τρος Αλτσιόνιο (Pietro Alcionio), μετέπειτα καθη­γητής ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, και βέβαια ο γνωστός σε όλους Έρασμος, ο ο­ποίος συχνά φιλοξενούσε τον Μουσούρο στο σπίτι του και συνήθιζε να λέει για το δάσκαλό του ότι εί­ναι «…άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμονας, κλειδοκράτορας της ελληνικής γλώσσας και θαυ­μάσιος ειδήμονας της λατινικής φωνής…».

Αλλά και οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθειά του και την κριτική οξύνοιά του, πράγματα για τα οποία ο Μάρ­κος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρό­νους του και τους μεταγενεστέρους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ.σ. 80-92.
  • Γ. Καλιτσουνάκης, «Ματθαίος Δεβαρής και τω εν Ρώμη Ελληνικόν Γυμνάσιον», Αθηνά, 26 (1914), σ.σ. 81-102.
  • Δ. θερειάνος, Αδαμάντιος Κοραής, σ.σ. 14-22, Τεργέστη 1889.
  • Κ. Γιαννακόπουλος, Έλληνες λόγιοι στη Βενετία. Μελέτες επί της διαδόσεως των ελληνικών γραμμάτων από του Βυζαντίου στη Δυτική Ευρώπη, Αθήνα 1965.
  • Γ. Μ. Σηφάκης, «Μάρκου Μουσούρου του Κρητός ποίημα εις τον Πλάτωνα», Κρητικά Χρονικά, 8 (1954), σ.σ. 366-388.
  • E. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siecle, Πάρισι 1962, p.p. 108-124
  • J. Berenger, Ph. Contamine, Fr. Rapp, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρώπη από το 1300 μέχρι το 1600, μτφ.
  • Π. Παπαδόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1980.
  • A. F. Didot, Alde Manuce et l’ Hellénisme à Venice, Paris 1875.
  • Man. Manoussacas, «La date de la morte de Marc Musurus», Studi Veneziani, 12 (1970), σ.σ. 459 – 463.
    Ferrajoli Α. «Il ruolo della corte di Leone X. Prelati domestici», Archivio della Società Romana di Storia Patria, 39 (1916), σ.σ. 544-545.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Σωκράτης (470/469 – 399 π.Χ.)


 

Ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στην Αθήνα, ήταν γιος του γλύπτη Σωφρονίσκου, μητέρα του ήταν η μαία Φαιναρέτη και σύζυγός του η Ξανθίππη. Ο ίδιος ήταν εξαιρετικά άσχημος, αλλά και γοητευτικός. Δίδασκε πως η αυτοσυνειδησία, η φιλοπατρία και η υπακοή στους νόμους είναι ο ηθικός ανθρώπινος προορισμός. Έδωσε μάλιστα το προσωπικό του παράδειγμα, πολεμώντας γενναία στον Πελοποννησιακό πόλεμο, λαμβάνοντας μέρος σε μάχες, σώζοντας μάλιστα στην Ποτίδαια τη ζωή του αγαπημένου του μαθητή Αλκιβιάδη. Η σκληρή κριτική του όμως προκάλεσε αντιδράσεις και συγχύσεις, όπως φαίνεται και στον Αριστοφάνη, όπου η μορφή του δασκάλου γίνεται σχεδόν καρικατούρα.

Ίσως το γεγονός πως ανάμεσα στους μαθητές του υπήρχαν και ορισμένοι δηλωμένοι εχθροί της δημοκρατίας, όπως ο Κριτίας, να οδήγησε -μαζί με ορισμένα σημεία της διδασκαλίας του- στην απαγγελία κατηγοριών εναντίον του. Ο Σωκράτης αντιμετώπισε τους κατηγόρους του με αξιοπρέπεια, συνέπεια, αλλά και με ειρωνεία. Η Απολογία του μας είναι γνωστή από το ομώνυμο έργο του μαθητή του Πλάτωνα. Τελικά το δικαστήριο, με ισχνή πλειοψηφία, τον καταδίκασε σε θάνατο και η ποινή εκτελέστηκε το 399 π.Χ., όταν ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο. Πολλοί μαθητές του προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να τον πείσουν να αποδράσει, αφού ο Σωκράτης δέχτηκε μέχρι τέλους την άδικη ποινή. Ο Σωκράτης δεν άφησε γραπτά κείμενα, αλλά επηρέασε βαθιά όλη τη μεταγενέστερη φιλοσοφία, ιδίως δια μέσου του Πλάτωνα.

 

Η ζωή και η προσωπικότητα του Σωκράτη

 

Σωκράτης

Ο Σωκράτης, γιος του γλύπτη (λιθοξόου) Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης, γεννήθηκε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Δήμο Αλωπεκής, το 470 ή το 469 π.Χ. Αυτοδίδακτος στη φιλοσοφία, σχετίστηκε για λί­γο με τους Σοφιστές και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διογένη του Λαέρτιου για ένα μικρό διάστημα έγινε μαθητής του Αναξαγόρα.

Ο ίδιος έθεσε για αποστολή του να ξυπνήσει τους συμπολίτες του από τη διανοητική νάρκη ακολουθώντας μια εσωτερική φωνή, το «δαιμόνιον». Έβλεπε τη φιλοσοφία ως «υπηρεσία στο θεό». Έδειξε παλικαριά στη ζωή, αν και κατά βάση φτω­χός, έχοντας σύντροφο της ζωής του τη δύστροπη Ξανθίππη κι αργότερα την ευγενέστερη Μυρτώ. Από την πρώτη απέκτησε ένα γιο, τον Λαμπροκλή κι από τη δεύτερη, στα ύστερα χρόνια του, άλλους δυο γιους, τον Σωφρονίσκο και τον Μενέξενο. Δεν πήρε ποτέ χρήματα για τη διδασκαλία του· ήταν τύπος ολιγαρκής.

Διακρίθηκε για την ηθική του αγνότητα, τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια, την ε­ξυπνάδα, τη φαιδρότητα και τη γαλήνη. Δεν επε­δίωξε να λάβει πολιτικά αξιώματα. Μια φορά μόνο εξελέγη «πρόεδρος εν ταις εκκλησίαις» κατά τη μαρτυρία του Ξενοφώντα, και πιστός τηρητής αυτός των νόμων της πατρίδας «ουκ επέτρεψεν τω δήμω παρά τους νόμους ψηφίσασθαι» κατά τη δίκη των στρατηγών.

Εξεπλήρωσε τα στρατιωτικά του καθή­κοντα κι έλαβε μέρος σε τρεις εκστρατείες: στην Ποτίδαια (432-429 π.Χ.), στο Δήλιο (424 π.Χ.) και στην Αμφίπολη (422 π.Χ.), όπου επέδειξε απαρά­μιλλη ανδρεία. Στους συγχρόνους του έδινε την εντύπωση πε­ρίεργου ανθρώπου, που άλλοτε βυθιζόταν σε βαθιά περισυλλογή κι άλλοτε περπατούσε στους δρόμους υποβάλλοντας χαρακτηριστικές ερωτήσεις στους ανθρώπους.

 

Άγαλμα του Σωκράτη στο προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Η άσχημη μορφή του, όπως ο ίδιος ο Σωκράτης την περιγράφει στο «Συμπόσιο» του Ξενοφώντα, μαζί με την αδιαφορία για την εξωτερική του εμφάνιση, δημιουργούσε αντίθεση στην ευθιξία της αττικής καλαισθησίας. Αλλά και ο τρόπος της ζωής του ήταν απλός. Ελάμβανε τόση τροφή όση του αρκούσε και έπινε μόνον όταν διψούσε. Υποστήριζε ότι τα πολλά φα­γητά και ποτά βλάπτουν όχι μόνο «τάς κοιλίας, αλλά καί τάς κεφαλάς καί τάς ψυχάς».

Ωστόσο δεν θα μπορούσε κανείς να τον χαρα­κτηρίσει απόκοσμο. Και τις συναναστροφές επεδίωκε και στα συμπόσια, όταν τον καλούσαν, συμ­μετείχε. Σ’ αυτά, παρά τη συνήθειά του, φορούσε κομψά ενδύματα, όπως και οι άλλοι συμποσιαστές. Αν κρίνουμε από τις περιγραφές που διασώζουν στα «Συμπόσιά» τους ο Πλάτων και ο Ξενοφών, η παρουσία του Σωκράτη σ’ αυτά ήταν περιζήτητη.

Αλλά και ο ίδιος, κατά τον Διογένη Λαέρτιο, κα­λούσε Αθηναίους για δείπνο, παρά τις διαμαρτυρίες της Ξανθίππης. Φρόντιζε και για την εξάσκηση του σώματός του και το διατηρούσε σε καλή φυσική κατάσταση. Εί­ναι γνωστό ότι συχνά πήγαινε στα Γυμναστήρια, όχι μόνο για να συζητεί με τους νέους Αθηναίους, αλλά και για να ασκείται ο ίδιος. Η μετρημένη και λιτή ζωή του εξασφάλιζε άριστη υγεία και ενώ οι Αθηναίοι πολλές φορές είχαν προσβληθεί από λοι­μώδεις ασθένειες, αυτός δεν αρρώστησε ποτέ.

Αξιοσημείωτο στη ζωή του Σωκράτη είναι το γε­γονός ότι δεν ένιωσε την ανάγκη να ταξιδεύει, ό­πως έκαναν οι περισσότεροι φιλόσοφοι, εκτός από την περίπτωση που συμμετείχε στις εκστρατείες. Σ’ αυτές έδειξε απαράμιλλη γενναιότητα. Λέγεται ό­τι στη μάχη του Δηλίου πήρε στους ώμους του τον Ξενοφώντα που είχε πέσει από το άλογό του. Τότε ενώ σχεδόν όλοι οι Αθηναίοι ετράπησαν σε άτακτη φυγή, αυτός οπισθοχωρούσε με ηρεμία και γύριζε κάπου κάπου αγριοκοιτάζοντας, έτοιμος να αντεπιτεθεί αν δεχόταν επίθεση. Όλο τον άλλο καιρό ο Σωκράτης παρέμεινε στην Αθήνα, κάνοντας οξύτατες συζητήσεις, προσπαθώντας να μάθει τους Αθηναίους ν’ αναζητούν την α­λήθεια. Υπάρχει βέβαια η μαρτυρία του Ίωνα του Χίου, ότι στα νιάτα του ο Σωκράτης ταξίδεψε στη Σάμο. Ο Αριστοτέλης επίσης ισχυρίζεται ότι πήγε και στους Δελφούς. Μια νεότερη μαρτυρία, που παρουσιάζει ο Φαβωρίνος στα δικά του «Απομνη­μονεύματα», πιστοποιεί ότι ο Σωκράτης πήγε και στον Ισθμό.

Παρ’ όλ’ αυτά, προκαλούσε την προσοχή και το ενδιαφέρον των συμπολιτών του και δεν τους άφη­νε αδιάφορους η παρουσία του, ούτε το περιεχόμενο της διδασκαλίας του. Για τούτο και οι περισσότεροι εξέφραζαν το θαυ­μασμό τους για το αδούλωτο φρόνημα και την εμ­μονή του στις αρχές του. Προκαλούσε όμως και το φθόνο και τη δυσαρέσκεια για τις καινούργιες ιδέ­ες που έβαζε στο προσκήνιο της ζωής των Αθηναί­ων. Έτσι εξηγείται και η διακωμώδησή του στα έρ­γα του Αριστοφάνη («Νεφέλες», «Όρνιθες» κ.α.), αλλά και οι επίσημες κατηγορίες που διατυπώθη­καν αργότερα και τον οδήγησαν τελικά στη δίκη, την καταδίκη και το θάνατο.

 

Σωκράτης, λεπτομέρεια από τη Σχολή των Αθηνών του Ραφαήλ, 1509.

 

Ο ίδιος δεν έγραψε τίποτε και ό,τι γνωρί­ζουμε γι’ αυτόν οφείλεται στους μαθητές του Πλάτωνα και Ξενοφώντα κυρίως, στον Αριστοτέλη και τον Αριστοφάνη κα­τά δεύτερο λόγο, όπως επίσης και στις πληροφορίες που υπάρχουν σε όσα κείμενα διασώ­θηκαν του Αντισθένη του Κυνικού και του Αισχί­νη του Σφήττιου, καθώς και στις μεταγενέστερες συγγραφές του Διογένη του Λαέρτιου.

Υποστηρίζεται επίσης όμως και η εκδοχή ότι ο ί­διος ο Σωκράτης κρατούσε σημειώσεις, που τις οι­κειοποιήθηκε, μετά το θάνατό του, ο Αντισθένης ή κατ’ άλλους ο Αισχίνης. Η προσωπικότητά του, κατά τον Εντ. Τσέλερ (Ed. Zeller) «δείχνει μια περίεργη ένωση κριτικής οξύνοιας και βαθιάς θρησκευτικότητας, νηφάλιου ορ­θολογισμού και μυστικής πίστης».

Στις θρησκευτικές του αντιλήψεις φαίνεται ότι έχει επηρεαστεί α­πό τις απόψεις των προσωκρατικών και ίσως ιδιαί­τερα του Ξενοφάνη για το θείο. Είναι χαρακτηριστι­κή η γνώμη του, που μας τη διασώζει ο Ξενοφών: «Το θείον τουσούτον και τοιούτον εστί, ώσθ’ άμα πάντα οράν και πάντα ακούειν και πανταχού παρείναι και άμα πάντων επιμελείσθαι» (Απομνημ.). Για τούτο και όταν διατυπώθηκε εναντίον του η κατηγορία, δεν κατηγορήθηκε για αθεΐα, αλλά για ασέβεια στους παραδοσιακούς θεούς. Αυτό είναι σαφέστατο: «Ους μεν ή πόλις νομίζει θεούς, ου νομίζων, έτερα δε καινά δαιμόνια εισφέρων». Και είναι απορίας άξιο πως οδηγήθηκε στη δίκη βάσει του νόμου (ψήφισμα) του Διοπείθη που θεω­ρείται ως αδίκημα η αθεΐα.

 

Πίνακας με τον Σωκράτη και τους μαθητές.

 

Κύριο μέλημα του Σωκράτη ήταν πως θα κάνει τους ανθρώπους καλύτερους κι αυτό το εξελάμβανε ως υπέρτατη υποχρέωση που απέρρεε από ειδική εντολή που του δόθηκε από το θεό. Αυτό το επε­δίωκε με την προσωπική επικοινωνία, με το διά­λογο, με το παράδειγμά του και τον τρόπο της ζωής του. Χρησιμοποιούσε ως μέσον διδασκαλίας μια πε­ρίεργη μέθοδο δοκιμής ανθρώπων («εξετάζειν εαυτόν και τους άλλους») που την ασκούσε πρόσω­πο με πρόσωπο, μέθοδο που την είπαν διαλεκτι­κή.

Ταυτόχρονα με τη μαιευτική του ζητούσε να γεννήσει μέσα στους ανθρώπους την ορμή για το καλό. Ορισμένες φορές έδινε την εντύπωση ότι ο ί­διος δεν ήξερε αυτό που ρωτούσε το συνομιλητή του, δεν αργούσε όμως να ξεσκεπάσει την άγνοια των άλλων κι έτσι φαινόταν η στάση του αυτή σαν ειρωνεία. Συζητούσε συνήθως στην Αγορά και συνανα­στρεφόταν τους ώριμους πολίτες, έδειχνε όμως ιδι­αίτερο ενδιαφέρον για τους νέους ανθρώπους, που τους συναντούσε στα γυμναστήρια και τις παλαί­στρες.

Η συναναστροφή του αυτή έδωσε αφορμή να κα­τηγορηθεί ότι «τους νέους διαφθείρει». Όσους συ­ναναστρεφόταν ήξερε να συζητεί μαζί τους θέματα που ενδιαφέρουν όλους τους ανθρώπους και απέ­φευγε να εξετάζει τα φυσικά φαινόμενα. Κατά πως μας παραδίδει ο Ξενοφών: «Αυτός (δηλ. ο Σωκράτης) αεί περί των ανθρώπειων διελέγετο, σκοπών τι καλόν, τι αισχρόν, τι ευσεβές, τι ασεβές, τι δίκαιον, τι άδικον, τι σωφροσύνη, τι μα­νία, τι ανδρεία, τι δειλία, τι πόλις, τι πολιτικός, τι αρχή ανθρώπων, τι αρχικός ανθρώπων…» (Απομν. Α’ α, 16). Για την επίτευξη αυτού του σκοπού χρησιμοποι­ούσε τον κριτικό στοχασμό, αναθεωρούσε το κατε­στημένο και αναζητούσε την αλήθεια με τη δύνα­μη του νου. Υποστήριζε ότι η αλήθεια βρίσκεται έξω από τις προσωπικές απόψεις, είναι αντικειμενική και σ’ αυ­τήν θεμελιώνεται η επιστήμη.

Δίδασκε ότι η αρετή ταυτίζεται με τη σοφία που απ’ αυτήν απορρέουν όλες οι άλλες αρετές, γιατί αυτή είναι το υπέρτατο αγαθό και την αντιπαρέβαλλε στα αγαθά που φάνταζαν αξιοζήλευτα στη λαϊκή συνείδηση: την ομορφιά, τον πλούτο, τη δύ­ναμη, τη δόξα, τη σωματική αλκή, τις ηδονές των αισθήσεων κ.ά.

 

Ο Σωκράτης απομακρύνει τον Αλκιβιάδη από την αγκαλιά της αισθησιακής απόλαυσης. Λάδι σε καμβά του Ζαν Μπατίστ Ρενό, 1791. Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.

 

Παρά το γεγονός ότι μετά την κατάλυση της δη­μοκρατίας στην Αθήνα από τους Τριάκοντα δεν αυ­τοεξορίστηκε, υπήρξε ο ίδιος δημοκρατικότατος, ό­πως αποδεικνύεται από πολλά περιστατικά της ζω­ής του και κυρίως από το γεγονός ότι δεν συνέπραξε με το τυραννικό καθεστώς. Όπως μας πληροφο­ρεί ο Διογένης ο Λαέρτιος, με κίνδυνο της ζωής του αρνήθηκε να υπακούσει στους περί τον Κριτία ολιγαρχικούς που τον διέταξαν να συλλάβει, μαζί με άλλους, τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο και να τους τον παραδώσει για να τον θανατώσουν.

Όχι μόνο αγνόησε την εντολή, αλλά χωρίς ν’ απαντήσει πήγε στο σπίτι του. Από τότε άρχισε να καταδιώκεται και να εμποδίζεται στην αποστολή που ο ίδιος είχε επιλέξει. Ο Κριτίας ιδιαίτερα, που για ένα διάστημα είχε παρακολουθήσει τη διδα­σκαλία του και που ο Σωκράτης πολλές φορές είχε ελέγξει τις απρέπειές του, τώρα με την ισχύ που του έδινε η εξουσία του, μαζί με τον Χαρικλή σχεδόν του απαγόρευσαν να συναναστρέφεται και να διδά­σκει τους νέους κάτω των τριάντα ετών.

Δυο στοιχεία της βιογραφίας του Σωκράτη παραμένουν αινιγματικά και παράξενα, ό­πως σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Αλμπιν Λέσκι (Albin Lesky). Το πρώτο είναι ο δελφικός χρησμός που δόθηκε στον Χαι­ρεφώντα που πρόβαλε τον Σωκράτη ως τον πιο δί­καιο και τον πιο σοφό απ’ όλους τους ανθρώπους. Η διάκριση αυτή εναρμονίζεται απόλυτα με το σε­βασμό που έδειχνε εκείνος απέναντι στο πιο σπου­δαίο μαντείο της Ελλάδας. Το δεύτερο είναι το «δαιμόνιο», αυτή η παράξενη εσωτερική φωνή, που σε κάθε στιγμή της ζωής του τού έδειχνε τι πρέπει ν’ αποφεύγει. Κατά κάποιον ανερμήνευτο τρόπο, ήταν πάντοτε μια αποτρεπτική φωνή.

Ο Εντ. Τσέλερ δίνει τη δική του, ωστόσο, ερμηνεία στο σωκρατικό «δαιμόνιο»: «Ήταν μια ένταση της αίσθησης που έφτανε στο σημείο ώστε το θαμπό συναίσθημα, που από τα νιά­τα του ήδη τον εμπόδιζε από ορισμένες πράξεις, να το παίρνει για θεϊκό σημάδι, για χαρισμένο εσωτε­ρικό μαντείο…» (σ. 124). Ο Λέσκι υποστηρίζει, όμως πως «ήταν ένα άλογο στοιχείο που είχε τη δική του θέση σ’ αυτόν τον άνθρωπο που έβαλε τον εαυτό του με πάθος στην υπηρεσία του λόγου». (σ. 695).

Μια τέτοια προσωπικότητα ήταν φυσικό να δημιουργήσει έντονες αντιδράσεις. Εκείνο που δεν συγ­χώρησαν ποτέ στον Σωκράτη οι επικριτές του, ήταν κυρίως ο ελεγκτικός τρόπος της διδασκαλίας του. Ο ίδιος άλλωστε χαρακτήριζε τον εαυτό του «αλο­γόμυγα» που τσιμπούσε για να ξυπνήσουν από το λήθαργό τους οι άνθρωποι.

Αυτός ήταν βέβαια ένας ισχυρός λόγος για να ε­πισύρει την οργή αρκετών Αθηναίων εναντίον του. Αλλά υπήρχε και άλλος λόγος. Πολλοί πλούσιοι Αθηναίοι έβλεπαν πως ο Σωκράτης εξασκεί τέτοια επίδραση στα παιδιά τους, ώστε αυτά να επαναστα­τούν στο κατεστημένο και να διαλύουν τα σχέδια των γονιών τους γι’ αυτά. Οι περιπτώσεις των δυο από τους κύριους κατήγορους του Σωκράτη, του Άνυτου και του Λύκωνα, είναι αποδεικτικές.

Η αποκαλούμενη φυλακή του Σωκράτη στο λόφο του Φιλοπάππου.

Ο βαθύτερος όμως λόγος της κατηγορίας και της καταδίκης του Σωκράτη πρέπει ν’ αναζητηθεί στην αντίθεση πολλών Αθηναίων και ιδιαίτερα του δη­μοκρατικού κόμματος στο κλίμα ενός πρωτόφαντου για την εποχή νεοτεριστικού διαφωτισμού που εκ­προσωπούσε και δίδασκε ο Σωκράτης. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δυο άνδρες, ο Αλκι­βιάδης και ο Κριτίας, που η πολιτική τους σταδιοδρομία στο σύνολό της υπήρξε βλαπτική για την Αθήνα, υπήρξαν μαθητές του, έγειρε τελικά την πλάστιγγα της δικαστικής γνώμης κατά του Σω­κράτη.

Ο Μέλητος, με υπόδειξη του Άνυτου που υπήρξε ο βασικός υποκινητής για την κατηγορία με τη συνηγορία του Λύκωνα, υπέβαλε τη μήνυση κατά του Αθώου στο αθηναϊκό δικαστήριο και ο Σωκράτης οδηγήθηκε μπροστά στους κρι­τές του για να δώσει λόγο των ενεργειών του. Η στάση του κατά και μετά τη δίκη υπήρξε όντως φιλοσοφική. Δεν εκλιπάρησε, δεν έκλαψε, δεν κατέφυγε σε απολογητικά τεχνάσματα.

Σ’ όσες «Απολογίες» μας διέσωσαν οι μαθητές του, κυρίως ο Πλάτωνας και ο Ξενοφώντας, η στάση του Σω­κράτη διακρίνεται για την αξιοπρέπεια και την αν­δρεία. Κι όταν εκδόθηκε η καταδικαστική απόφα­ση, τη δέχτηκε ατάραχος, γαλήνιος και με τη φαι­δρότητα που τον διέκρινε. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο δεσμωτήριο -περίπου ένα μήνα- δεν καταδέχτηκε να χρησιμοποιήσει αντιφιλοσοφική μέθοδο και να προβεί σε ενέργεια ατιμωτική, κατά τις υποδείξεις των φίλων του και ιδιαίτερα του Κρίτωνα, για να α­ποδράσει και να σωθεί. Έμεινε εκεί, πιστός στους νόμους που, αν και άδικα, τον υποχρέωσαν να πιει το κώνειο και να πε­θάνει. Ήταν το πρώτο έτος της 95ης Ολυμπιάδας, φθινό­πωρο μάλλον του 399 π.Χ. Ο Σωκράτης όπως έζησε έτσι και πέθανε. Η Ιστο­ρία τον δικαίωσε και τον ανέδειξε ως τον μέγιστο α­νάμεσα στους μέγιστους φιλοσόφους του κόσμου.

 

Η φυλακή του Σωκράτη όπως τη φαντάστηκε ο Νταβίντ. Πίνακας του Zακ-Λουί Νταβίντ (1787) Ο Θάνατος του Σωκράτη. Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.

 

Ο Σωκράτης δεν ίδρυσε σχολή και κανείς δεν μπόρεσε να πάρει απ’ αυτόν συγκε­κριμένο φιλοσοφικό σύστημα και να το αναπτύξει. Ωστόσο η ώθηση που έδωσε στη φιλοσοφία με τον ανθρωπολογικό της προσδιορισμό ήταν ουσιαστική όπως φαίνεται στο έργο των επιγόνων και κυρίως στον Πλάτωνα.

Ο μεγάλος αυτός μαθητής του Σωκράτη, γόνος αρι­στοκρατικής αθηναϊκής οικογένειας, μικρανιψιός του Κριτία και ανιψιός του άλλου εκλεκτού μαθη­τή του Σωκράτη, του Χαρμίδη, έδωσε στη φιλοσο­φία του έκφραση έντονα ιδεαλιστική. Ο δαιμόνιος αυτός μαθητής του Σωκράτη, κατά τον Τσέλερ, δια­πίστωσε ότι η άρρωστη πολιτεία, όπως φανερώθηκε στα μάτια του ύστερα από το θάνατο του Σωκράτη, δεν μπορούσε να σωθεί με καμιά αλλαγή στο πολίτευμα παρά μονάχα με μια νέα αντίληψη, με την ηθική αγωγή του λαού. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης διαμορφώνει τελικά το φιλοσοφικό σύστημά του, που θα το προ­εκτείνει με την ίδρυση της Ακαδημίας και θα τη διασώσει στα συγγράμματά του. Άλλοι πάλι μαθητές του Σωκράτη, αφορμώμενοι από την ηθική και ανθρωπολογική βάση της σω­κρατικής διδασκαλίας, θα δημιουργήσουν σχολές με αισθητή τη διαφοροποίησή τους.

Αναφερόμαστε στις κυριότερες:

α. Η Μεγαρική με τον Ευκλείδη και τον Στίλπωνα.

 β. Η Ηλιο-Ερετρική με τον Φαίδωνα και τον Μενέδημο.

 γ. Η Κυνική με τον Αντισθένη, τον Διογένη και τον Κράτη.

 δ. Η Κυρηναϊκή με τον Αρίστιππο.

Σπύρος Γ. Μοσχονάς

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η δίκη του Σωκράτη», τεύχος 86, 7 Ιουνίου 2001.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αργείοι αθλητές και Ολυμπιονίκες στην Αρχαιότητα


 

Αγώνας πάλης

Οι Αργείοι είχαν διακριθεί και στον αθλητισμό, εκτός βέβαια από την πλούσια πνευματική, πολιτιστική και πολεμική δραστηριότητά τους. Είχαν λοιπόν, συνδέσει τη ζωή τους με την άθληση και είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη και ισχύ. Αυτό αποδεικνύεται τόσο από τα στάδια και τα γυμνάσια (γυμναστήρια) που υπήρχαν, όσο και από την έντονη παρουσία τους σε όλους τους ιερούς αγώνες (Ολύμπια, Νέμεα, Ίσθμια, Πύθια).

Στους αγώνες συμμετείχαν με διάφορους τρόπους, είτε ως αθλητές, είτε ως αγωνοδίκες, είτε ως αγωνοθέτες. Δυστυχώς, δεν μας είναι γνωστός ο αριθμός των Αργείων αθλητών που μετείχαν στους αγώνες αυτούς, όμως αν κρίνουμε από τις επιτυχίες, τις διακρίσεις τους και από τη διαχρονικότητα της παρουσίας τους, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι πάντα στο Άργος υπήρχαν γενναίοι και ικανοί αθλητές, ανεξάρτητα από τα όσα έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη και οι περιγραφές του Παυσανία. Αναμφισβήτητα, ο δρόμος, η πάλη, η πυγμή και οι αρματοδρομίες ήταν τα αγωνίσματα με τα οποία ασχολούνταν κυρίως οι Αργείοι.      

Έφτασαν μέχρι εμάς τα παρακάτω ονόματα νικητών, το είδος της νίκης και ο τόπος, όπου διαγωνίσθηκαν. Έχουμε :    

Ο Αγεύς ή Αργεύς: ξακουσμένος Αργείος δρομέας, νίκησε στο δόλιχο και την ίδια ημέρα διέτρεξε την απόσταση από την Ολυμπία στο Άργος για να αναγγείλει τη νίκη του.

Ο Αγησίστρατος Περίλα: νίκησε στο πένταθλο, στα Λύκαια, το 320 π.Χ.

Ο Αγίας: Αργείος, νίκησε στην Ολυμπία, στην 113η  Ολυμπιάδα. Αυτό το μαθαίνουμε από επιγραφή, που βρέθηκε στο Άργος, στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.

Ο Αισχύλλος ήταν ονομαστός αεθλοφόρος, ( inscr. gr. Antiquissimae 17,37). Αυτός αφού νίκησε στην Ολυμπία, αφιέρωσε, στην ίδια του την πατρίδα, το Άργος, δύο έκτυπα των Διοσκούρων.

 [Τώδε τύπω δίων ανά]κων ανέθηκ’ ε[λάο]ντε

Αισχύλλο[ς] Θίοπος, τοις δαμοσίοις εν αέθλοις

τετράκι τε [σ]πάδιον νίκηκα[ί]  τρίς τον οπλίτα[ν]

Ο Ανθεστίων: νίκησε στο στάδιο, το 52 π.Χ., στην 182η Ολυμπιάδα.

Ο Άνθιππος: Αργείος, νίκησε στο στάδιο και οπλίτην, Μεγάλα Αμφιαράϊα, στον Ωρωπό, μετά το 338 π.Χ. (Εφημ. αρχ. 1884 σελ. 126,127).

Χάλκινη Υδρία, 470- 460 π.Χ., έπαθλο στους αγώνες των Ηραίων του Άργους. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.

Ο Αριστεύς: Αργείος, νικητής στο δόλιχο, στην Ολυμπία, δεν είναι γνωστό σε ποια Ολυμπιάδα νίκησε, προσδιορίζεται μεταξύ των ετών 436 π.Χ. έως 408 π.Χ. Ο πατέρας του, ο Χείμων (ή Κίμων), ήταν νικητής στην πάλη. Οι εικόνες τους βρίσκονταν απέναντι η μία στην άλλη στην Ολυμπία. Την εικόνα του Αριστέως την είχε φτιάξει ο Παντίας ο Χίος και αυτή του Χείμωνος την είχε φτιάξει ο Αργείος Ναυκύδης. Υπήρχε και άλλη εικόνα του Χείμωνος, η οποία είχε φτάσει από το Άργος, στο ιερό της Ειρήνης, στη Ρώμη. Λέγεται ότι ο Χείμων είχε παλέψει με τον Ταυροσθένη τον Αιγηνήτην (Παυσ. 6,9,1).

Ο Αριστίων: Αργείος, νίκησε στους ιππικούς αγώνες, στους Δελφούς. Προς τιμήν του, η σύζυγος του αφιέρωσε το άγαλμά του, με την ακόλουθη επιγραφή, που βρέθηκε στο Άργος, στην οικία του Λεωνίδα Ζωγράφου. (Le Bas 112α).

 Λυ]σιμάχα Πολ[… θυγάτηρ,

Α]ργεία Αριστίω[να…..

Αργείον τον άνδ[ρα νικάσαντα

πολεμιστηρίωι Ηρα[ία…..

τρίς, Σωτήρια τρίς.

Διόδωρος Ερματτίου Αθηναίο[ς εποίησεν

Ο Δάνδης: νίκησε στο στάδιο, στην Ολυμπία, δύο φορές, στα Πύθια τρεις φορές, στα Ίσμια δύο φορές, δεκαπέντε φορές στα Νέμεα. (Διόδ. Σικ. 11,53 ήχθη και παρ’ Ηλείοις Ολυμπιάς εβδομηκοστή και εβδόμη, καθ’ ήν ενίκα στάδιον Αργείος, Δάνδης Διον. Αλικ. Αρχ. Ρωμ. 9.37 επί της εβδομηκοστής και εβδόμης ολυμπιάδος, ήν ενίκα στάδιον Δάνδης Αργείος). Και το εξής επίγραμμα του Σιμωνίδου καταδεικνύει την επιτηδειότητα του ανδρός. (Ελλ. Ανθολ. Τόμ 3 σελ. 165, αριθ. 14).

Αργείος Δάνδης σταδιοδρόμος ενθάδε κείται,

νίκαις ιππόβοτον πατρίδ’ επικλεΐσας,

Ολυμπία δίς, έν δε Πυθώνι τρία,

δύο δ’ έν Ισθμοί, πεντεκαίδεκα Νεμέα.

τάς δ’ άλλας νίκας ουκ ευμαρές εστ’ αριθμήσαι.

Άλλος ονομαστός δρομεύς ήταν ο Δρυμός, όπως φαίνεται από την εξής επιγραφή, που βρέθηκε στην Επίδαυρο. (Εφ. αρχ. 1885 σελ. 194).

Δρυμός παίς Θεοδώρου ολυμπικόν ενθάδ’ αγώνα

ήγγειλ’ αυθήμαρ δρομέων θεού εις κλυτόν άλσος,

ανδρείας παράδειγμα, πατρίς δε μοι ίππον Άργος.

Ανήγγειλε την ίδια ημέρα τη νίκη του στο ιερό του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, όπου μέσα στο ιερό είχε στηθεί, προς τιμήν του, η ανάγλυφη μορφή του. 

Παράσταση δόλιχου δρόμου. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας, 500 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου.

Ο Επαίνετος: νίκησε στο στάδιο παίδων, στην Ολυμπία, το 80π.Χ., στην 175η Ολυμπιάδα. Σ’ αυτήν την Ολυμπιάδα έγιναν αγώνες μόνο παίδων, διότι ο Σύλλας είχε στείλει όλους του άνδρες στη Ρώμη («Άνδρες γάρ ουκ ηγωνίσαντο, Σύλλας πάντας εις Ρώμην μεταπεμψαμένου» (Ευσ. Παμφ.). 

Ο (Ε)πιτιμάδας: Αργείος αθλητής, νίκησε στο παγκράτιον, το 468 π.Χ., στην 77η Ολυμπιάδα.

Ο Ευρυβάτης: αυτός σε απροσδιόριστη Νεμειάδα νίκησε στο πένταθλο· (Παυσ. 1.29,5), κατά τον Ηρόδοτο (6,92,9,75), ήταν στρατηγός των χιλίων Αργείων, οι οποίοι ήρθαν από το Άργος για να βοηθήσουν τους Αιγινήτες εναντίον των Αθηναίων. Στον πόλεμο, αφού μονομάχησε με τρεις άντρες, τους σκότωσε, πέθανε όμως από τον τέταρτο, τον Σωφάνο.      

Θεαίος ή Θειαίος: σπουδαίος και επιφανής Αργείος αθλητής. Γιος του Ουλία και  συγγενής από τη μητέρα του με τον Θράσυκλο και τον Αντία. Νικητής στην πάλη σε πολλούς αγώνες. Υπήρξε ολυμπιονίκης στην Πυθιάδα, τρεις φορές στα Νέμεια, τρεις φορές στα Ίσθμια, δύο φορές στα Εκατόμβια, που τελούνταν στο Άργος και δύο φορές στα Παναθήναια.

Ο Θράσυκλος και ο Αντίας: αυτοί ήταν συγγενείς με τον Θειαίο, από την μεριά της μητέρας του. Είχαν νικήσει και στα Νέμεα και στα Ίσθμια τέσσερις φορές και είχαν τιμηθεί με χρυσές φιάλες και επιτηδευμένες χλαμύδες και εξωμίδες (Πίνδ. Νέμ. 10,41 και Σχόλια).

νικαφορίαις γάρ όσαις Προίτοιο τοδ’ ιπποτρόφον

άστυ θάλησεν Κορίνθου τ’ εν μυχοίς, και Κλεωναίων προς ανδρών τετράκις.

Σικυωνόθε δ’ αργυρωθέντες σύν οινηραίς φιάλαις επέβαν·

Εκ δε Πελλάνας επιεσσάμενοι νώτον μαλακαίσι κρόκαις·

Ο Ιολαΐδας: Αργείος νίκησε στο στάδιο, στην Ολυμπία (Sext. Jul.Afric. αναγραφ. σελ. 72) στην 139η Ολυμπιάδα.

Ο Κεράς ο Αργείος: νικητής στην πάλη, το 300 π.Χ., στην 120η Ολυμπιάδα.

«Κεράς Αργείος πάλην, ος χηλάς απέσπα βοός».

Οι αδερφοί Κλέοβις και Βίτων, γιοι της ιέρειας της Ήρας, οι οποίοι, εκτός από την ευσεβή τους πράξη, ήταν και αεθλοφόροι (Ηρόδ. 1,31).

Ο Κρεύγας: πρόκειται για άνδρα ονομαστό στη σωματική δύναμη.

Ο Λαδάς: νίκησε στο δόλιχο, το 460 π.Χ., στην 80η Ολυμπιάδα. Ο διασημότερος ίσως δρομέας της αρχαιότητας. Έτρεχε τόσο ελαφρά, ώστε δεν άφηνε ούτε ίχνη εκεί όπου είχε περάσει. Ο ανδριάντας του υπήρχε, σύμφωνα με τον Παυσανία, μέσα στο ναό του Λύκειου Απόλλωνα. 

Από επιγραφή, που βρέθηκε στην Αθήνα, καταφαίνεται ότι, ο Μένανδρος, από το Άργος, νίκησε στο παγκράτιο, στη δημόσια πανήγυρης στην Αθήνα, πιθανώς στη γιορτή των Παναθηναίων.

Ο Νίκανδρος : γιος του Τίμωνος, Αργείος, νίκησε στη πυγμαχία.  

Ο Περιλάος: Αργείος παλαιστής, νίκησε στα Νέμεα, κατά το δεύτερο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. Είναι περισσότερο γνωστός από τον αγώνα μεταξύ Αργείων και Σπαρτιατών, στη Θυρεάτιδα, το 550 π.Χ. περίπου.

Ο Πολυκράτης: νίκησε στα Παναθήναια, όμως γύρω στο 220 μ.Χ. έφυγε για την Αλεξάνδρεια και ανήλθε στο ανώτερο αξίωμα του σωματοφύλακα, στην αυλή των Πτολεμαίων. Βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια επιτάφια πλάκα από μάρμαρο με την εξής επιγραφή (C. 1. Α. τόμ. 2β σελ. 383,385,966. revue arch. 1886 σελ. 266, Πολύβ. 5,65.15.29).

 Πολυκρατής, Πολυκρατού, του Πολυκρατού, Αργείος ο σωματοφύλαξ. Είχε δε και τρεις θυγατέρας, αίτινες ενίκησεν κατά τους αγώνας αξιωθείσαι του βραβείου. (C.1 A. τόμ. 2β σελ. 388, 967).

(άρματι πωλικώ)

(Ζ)ευξώ Πολυκράτου(ς Αργεία)

κέλητι (τε)λ(είω)

Νουμήνιος Απολλοδ(ώ)ρο(υ—)

συνωρίδι τελ(εία).

Ευκράτεια Πολυκράτους (Αργεία)

άρματι τελ(είω)

(Ερμιό)νη (Πολύ)κράτους (Αργεία)

Από τις επιγραφές στο ιερό του Αμφιαράου, στο Μαυροδήλεσι, μαθαίνουμε, ότι νίκησε Πολυκρατής Αγεμάχου Αργείος παίδας δίαυλον.

Ο Σώπατρος: νίκησε στο στάδιο, στην 187η Ολυμπιάδα.

O Φιλόνικος: Αργείος, νίκησε στην πάλα, στην κατηγορία των αγένειων, στα Μεγάλα Αμφιαράϊα, στον Ωρωπό, μετά το 338 π.Χ.

Άγνωστο παραμένει σε μας το όνομα του Αργείου ολυμπιονίκη, στον οποίο αναφέρεται το εξής επίγραμμα (Αριστ. ρητ. 1,7p. 1365α Bekkeri).

πρόσθε μέν αμφ’ ώμοισιν έχων τραχείαν άσιλλαν

ιχθύς εξ Άργους εις Τεγέαν έφερον.

Αρίστων και Πολύξενος: Σπουδαίοι Αργείοι γυμναστές. Ο Αρίστων υπήρξε διδάσκαλος της γυμναστικής κοντά στον οποίο εκπαιδεύτηκε ο Πλάτων. Ο Πολύξενος ήταν ο ονομαστός γυμναστής του Αγέα που κέρδισε το δόλιχο δρόμο στην Ολυμπία.

  

Πηγές


  • Μάρκελλος Μιτσού, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις, 1952.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα, (Η αθλητική ιστορία του Άργους από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας)», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.     
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Άμλετ (Hamlet), William Shakespeare – Αρχαίο Θέατρο Άργους


 

«Άμλετ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 5η Εποχή.

Το έργο «Άμλετ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ένα από σημαντικότερα θεατρικά κείμενα του παγκόσμιου δραματολογίου, παρουσιάζει η 5η Εποχή, στο Αρχαίο Θέατρο Άργους, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Άργους – Μυκηνών 2011, την Τετάρτη 17 Αυγούστου στις 9 το βράδυ.

Η παράσταση επιχειρεί μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση του κλασικού αριστουργήματος μεταφέροντας το έργο ως πολιτικό θρίλερ κάθε εποχής. Η σκηνοθεσία είναι του Θέμη Μουμουλίδη, ενώ τον ρόλο του Άμλετ ερμηνεύει ο Αιμίλιος Χειλάκης.

Το ηθικό δίλημμα του Άμλετ, να πάρει εκδίκηση για τον δολοφονημένο του πατέρα δίχως ταυτόχρονα να παραβεί τις ηθικές αρχές του, να αποδώσει δικαιοσύνη σύμφωνα με τη λογική και τον νόμο και όχι σύμφωνα με τα πάθη της συγκυρίας, είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Το ερώτημα του Άμλετ, να ζει κανείς ή να μην ζει σε ένα κόσμο που κυβερνά η διαφθορά, σήμερα που διάφοροι αυτόκλητοι κήνσορες αναλαμβάνουν «στο όνομα του λαού» να πάρουν τη δικαιοσύνη στα χέρια τους, αποκτά συγκεκριμένη αξία για τον σύγχρονο θεατή.

Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι «The Tragicall Historie of Hamlet, Prince of Denmarke» (Η Τραγική Ιστορία του Άμλετ, Πρίγκιπα της Δανιμαρκίας).

Η Υπόθεση

Άμλετ

Κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας είναι ο νεαρός Πρίγκιπας Άμλετ, που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του, Βασιλιά της Δανίας, ο οποίος πέθανε απροσδόκητα. Ο θείος του νεαρού Άμλετ, Κλαύδιος, ανεβαίνει στο θρόνο και παντρεύεται τη χήρα του αδερφού του, Γερτρούδη. Ο Άμλετ είναι δυσαρεστημένος από την άνοδο του θείου του στο θρόνο, τον οποίο θεωρεί πολύ κατώτερο και ανάξιο σύγκρισης με τον πατέρα του, και τον εσπευσμένο γάμο της μητέρας του, Γερτρούδης, με τον αδερφό του νεκρού συζύγου της.

Ένα βράδυ, στους νυχτοφύλακες του Κάστρου Έλσινορ εμφανίζεται ένα φάντασμα που μοιάζει στο νεκρό Βασιλιά Άμλετ, εξαφανίζεται όμως πριν ακούσουν το μήνυμα που ήθελε να τους μεταφέρει. Ειδοποιείται ο Πρίγκιπας Άμλετ και το φάντασμα επανεμφανίζεται και του αποκαλύπτει ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τον Κλαύδιο και τον διατάζει να πάρει εκδίκηση. Ο Άμλετ σχεδιάζει να αποκαλύψει την ενοχή του Κλαύδιου παριστάνοντας τον τρελό.

Από την τρέλα του Άμλετ έλκεται η προσοχή του Κλαύδιου και της Γερτρούδης, που βάζουν τους Ρόζεγκραντζ και Γκιλντεστέρν, παλιούς συμφοιτητές του Άμλετ, να τον παρατηρήσουν για να βρουν την αιτία της τρέλας του. Ο Πολώνιος, βασιλικός σύμβουλος, υποπτεύεται ότι αιτία της τρέλας του Άμλετ είναι η αγάπη του για την Οφηλία, την κόρη του. Ωστόσο, σε μια συνάντησή τους, όπου παρακολουθούνται, ο Άμλετ δε δείχνει να αγαπά την Οφηλία, καθώς της λέει να κλειστεί σε μοναστήρι.

Ο Άμλετ σχεδιάζει να ανεβάσει μια παράσταση που θα παρουσιάζει το φόνο του πατέρα του, σκοπεύοντας να ξεσκεπάσει τον Κλαύδιο. Κατά τη διάρκεια του έργου, ο Κλαύδιος αποχωρεί. Την κίνηση παρατηρεί ο Οράτιος, έμπιστος φίλος του Άμλετ, κι ο Άμλετ αποφασίζει να εκδικηθεί για το θάνατο του πατέρα του. Ετοιμάζεται να σκοτώσει τον Κλαύδιο, αλλά τον βρίσκει να προσεύχεται και σκέφτεται ότι αν τον σκοτώσει εκείνη τη στιγμή, ο Κλαύδιος θα πάει στον Παράδεισο, κάτι που δεν του αξίζει. Ωστόσο, όταν ο Άμλετ φεύγει, ο Κλαύδιος αποκαλύπτει ότι δεν προσευχόταν με πολλή ευλάβεια για κάτι.

 

Γκραβούρα του Daniel Maclise (1842), παριστάνει την στιγμή που αποκαλύπτεται η ενοχή του Κλαύδιου.

 

Ο Άμλετ πηγαίνει να αντιμετωπίσει τη μητέρα του. Ακούγοντας ένα θόρυβο πίσω από μια κουρτίνα, τείνει το σπαθί του και κατά λάθος σκοτώνει τον Πολώνιο, που κρυφάκουγε. Φοβούμενος για την ασφάλειά του, ο Κλαύδιος στέλνει στην Αγγλία τον Άμλετ και μαζί τους Ρόζεγκραντζ και Γκιλντεστέρν, με εντολή να τον σκοτώσουν. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Άμλετ ανακαλύπτει την δολοπλοκία και οδηγεί στο θάνατο τους δύο επίδοξους δολοφόνους του. Το πλοίο τους πέφτει στα χέρια πειρατών αλλά ο Άμλετ πληρώνοντας λύτρα, τελικά αφήνεται ελεύθερος.

Γεμάτη θλίψη, η Οφηλία τρελαίνεται και πνίγεται σε ένα ποτάμι. Από τη Γαλλία επιστρέφει γεμάτος οργή ο Λαέρτης, γιος του Πολώνιου κι αδερφός της Οφηλίας. Ο Κλαύδιος πείθει το Λαέρτη ότι ο Άμλετ είναι υπεύθυνος για το θάνατο του Πολώνιου και, με την επιστροφή του Άμλετ στη Δανία, στοιχηματίζει ότι ο Άμλετ μπορεί να νικήσει στη μάχη το Λαέρτη. Η μάχη όμως είναι στημένη: το σπαθί του Λαέρτη έχει δηλητήριο, όπως και το κρασί στο ποτήρι του Άμλετ.

Κατά τη διάρκεια της μάχης, η Γερτρούδη πίνει από το δηλητηριασμένο κρασί και πεθαίνει. Ο Λαέρτης καταφέρνει να τραυματίσει τον Άμλετ, αλλά λαβώνεται από τον ίδιο. Προτού ξεψυχήσει, αποκαλύπτει το σχέδιο δολοφονίας του Κλαύδιου εναντίον του Άμλετ. Ο Άμλετ, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή από το δηλητήριο, καταφέρνει να σκοτώσει τον Κλαύδιο. Στη σκηνή καταφθάνει ο Φόρτινμπρας, ένας Νορβηγός φιλόδοξος πρίγκιπας που έρχεται εναντίον της Δανίας με το στρατό του. Ο Οράτιος αφηγείται όσα έχουν συμβεί κι ο Φόρτινμπρας διατάζει να αποδοθούν τιμές στο νεκρό Άμλετ.

Συντελεστές της παράστασης
Μετάφραση: Γιώργος χειμωνάς
Σκηνοθεσία / Σκηνικό: Θέμης Μουμουλίδης
Δραματουργική Επεξεργασία: Θέμης Μουμουλίδης- Παναγιώτα Πανταζή
Κοστούμια: Τότα Πρίτσα
Μουσική: Μάριος Στροφαλής
Σπαθογραφίες: Θάνος δερμάτης
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος
Συνεργάτης σκηνογράφος : Παναγιώτα Κοκκορού
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Αιμίλιος Χειλάκης, Μάνος Βακούσης, Μαρίνα Ψάλτη, Ευγενία Δημητροπούλου, Λεωνίδας Κακούρης, Κρις Ραντάνοωφ, Τόνυ Δημητρίου. Δημήτρης Αλεξανδρής, Ηλίας Ζερβός, Αλμπέρτο Φάις, Παναγιώτης Εξαρχέας.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »