Το κάστρο Chamires του Κιβερίου (Μύλων) | Αλέξης Τότσικας
Λίγες είναι οι ιστορικές αναφορές για το κάστρο του Κιβερίου. Ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.) αναφέρει ότι στην κορυφή του Ποντίνου λόφου υπήρχαν ερείπια του ιερού της Αθηνάς Σαΐτιδος και τα θεμέλια της οικίας του Ιππομέδοντος. Πολλούς αιώνες αργότερα, επί Φραγκοκρατίας, υπάρχει η πρώτη αναφορά του κάστρου: Ο Gautier de Brienne Β΄, κληρονόμος του δουκάτου των Αθηνών και κύριος του Άργους και της Ναυπλίας, αναφέρει στη διαθήκη του το 1347 τα κάστρα του Κιβερίου (Chamires ή Chameres) και της Θερμησίας (Tremis). Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι εξήντα υπέρπυρα που θα προέρχονταν από ενοικίαση εμπορικού καταστήματος πώλησης υφασμάτων στο Άργος να δίνονται από τους εκτελεστές της διαθήκης σε ιερέα του κάστρου, με την υποχρέωση αυτός να μένει εκεί συνέχεια και να τελεί καθημερινά θεία λειτουργία.
Διάδοχος του Gautier de Brienne ήταν ο ανιψιός του Guy d’Enghien. Η κόρη του, Μαρία d’Enghien, κυρία των κάστρων Άργους, Ναυπλίας και Κιβερίου, μεταβίβασε τα εδάφη της στη Βενετία το 1388 αλλά πριν προλάβει ο προβλεπτής Perazzo Malipiero να αναλάβει τη διοίκησή τους, ο Δεσπότης του Μυστρά, Θεόδωρος Παλαιολόγος κατέκτησε το Άργος και το Κιβέρι. Το κάστρο Κιβέρι δεν πρέπει να επιβίωσε πέραν του ενετοτουρκικού πολέμου του 1463-1479: το 1481 αναφέρεται στη συνθήκη μεταξύ Τούρκων και Ενετών ότι οι τελευταίοι μπορούσαν να το κρατήσουν, αλλά όχι και να το ξανακτίσουν.
Περί το 1715 ο οικισμός στους πρόποδες του Ποντίνου λόφου αναφέρεται ως Τσιβέρι, ενώ σήμερα εκεί βρίσκονται οι Μύλοι. (Περίληψη των βασικών δεδομένων του κάστρου από τον ιστότοπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας).
Οι Φράγκοι μετά την κατάληψη του Ναυπλίου διάλεξαν την περιοχή του Κιβερίου, απέναντι από το Ναύπλιο, ως τόπο παραθερισμού λόγω του εξαιρετικού κλίματος και του φυσικού της κάλλους. Τα παράλια της Πελοποννήσου όμως για πολλά χρόνια, από το 10ο και 11ο αιώνα, ταλάνιζαν συχνές άγριες επιδρομές πειρατών, που τρομοκρατούσαν τους πληθυσμούς, ερήμωναν τα νησιά και, κυρίως, τα παράλια αστικά κέντρα και προκαλούσαν κάμψη της οικονομίας, πολιτιστική παρακμή και ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα.
Οι Ντε Λα Ρος, νέοι άρχοντες της περιοχής, για να περιφρουρήσουν την είσοδο του Αργολικού κόλπου και τη συγκέντρωση της σοδειάς από τα γύρω φέουδα του Αργολικού κόλπου, να ελέγξουν τον παραθαλάσσιο δρόμο προς το Άστρος και τον Αχλαδόκαμπο και να προστατεύσουν τις επαύλεις και τις οικογένειες από ξαφνικές επιδρομές ληστών και κουρσάρων, αποφάσισαν να χτίσουν οχυρούς πύργους σε κατάλληλες τοποθεσίες εχθρικών διαβάσεων. Τέτοια κάστρα ήταν το κάστρο που αναφέρεται από παλιά ως Chamires ή Chimeres και από νεότερους ερευνητές ως «σατώ ντε Σαμίρες» (Chateau De Chamires) στη Λέρνη, ο «Φραγκόπυργος» στην Ποταμιά Κιβερίου, δίπλα στο αγρόκτημα Κοτσώνη, και ο «Ξυλόπυργος» κοντά στο Ξεροπήγαδο, απ’ όπου περνούσε η Ανιγραία οδός[1].

Κάστρο Κιβερίου: Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας.
Το φράγκικο κάστρο Chameres χτίστηκε σε περίοπτη και ισχυρή θέση πάνω από το σημερινό χωριό Μύλοι και την Αρχαία Λέρνη σε έναν όχι ιδιαίτερα απόκρημνο, αλλά έρημο χαμηλό λόφο ύψους 179 μέτρων, που οι αρχαίοι ονόμαζαν Ποντίνον όρος. Ο λόφος ήταν ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς δέσποζε πάνω από τη Λέρνη, τόπο λατρείας του υγρού στοιχείου με ετήσια μυστηριακή τελετή (Λέρναια) κατά την αρχαιότητα, ενώ στην κορυφή του υπήρχε ναός, όπου λατρευόταν η Αθηνά Σαΐτις[2].
Πρόκειται για μικρό κάστρο συνολικού εμβαδού 9.4 στρεμμάτων με περίμετρο 440 μέτρα που διατηρεί εξαιρετική οπτική επαφή με το Αργείτικο κάστρο της Λάρισας και με την Ακροναυπλία και αποτελεί ουσιαστικά το παρατηρητήριο ελέγχου του κάμπου του Άργους και της νότιας εισόδου του Αργολικού κόλπου.

Σχεδιάγραμμα με την κάτοψη του Κάστρου, Wallace E. McLeod, «Kiveri and Thermisi», Hesperia, Τόμος 31, Αθήνα 1962, σελ. 385.
A = Εξωτερικός περίβολος ή προτείχισμα (Bailey)
B = Εσωτερικό οχύρωμα (Redoubt)
C = Δεξαμενή στον κεντρικό πύργο (Cistern in Keep)
Η χάραξη της οχύρωσης είναι προσεγμένη και ο περίβολος της ακρόπολης είναι εξαγωνικός με διάμετρο περί τα 30 μέτρα ενισχυμένος με πύργους που προσκολλώνται στις γωνίες. Το πάχος του τείχους του εξωτερικού περιβόλου είναι 2 περίπου μέτρα. Ο εξωτερικός περίβολος του κάστρου εκτείνεται προς βορράν της ακρόπολης για 80 μέτρα και ως προς την κάτοψη παρουσιάζει σχετικά ακανόνιστη χάραξη, ιδιαίτερα στο δυτικό τμήμα, όπου τα μεταπύργια ακολουθούν το φρύδι του βράχου. Οκτώ πύργοι προσκολλώνται κατά κανόνα στις γωνίες και δε συνδέονται με τα μεταπύργια, όπως ακριβώς και οι πύργοι της ακρόπολης[3]. Το πλάτος των πύργων κυμαίνεται από 2.60 μ. έως 4.60 μ. και προεξέχουν από το τείχος κατά 2.5 έως 3.0 μέτρα. Λίγοι είναι οι πύργοι που σώζονται σε ικανό ύψος και διατηρούν ίχνη των εσωτερικών καθ’ ύψος διαιρέσεων, ενώ στο εξωτερικό τους διακρίνονται οι σκαλότρυπες των σκαλωσιών σε επτά σωζόμενες στάθμες.
Στο κέντρο του περιβόλου διακρίνεται στο έδαφος το περίγραμμα του ορθογώνιου ακρόπυργου, από τον οποίο σώζεται το νότιο ήμισυ. Η κτιστή δεξαμενή (κινστέρνα) στη νοτιοανατολική γωνία του υπογείου του κεντρικού πύργου, που φέρει κάλυψη από δυο καμάρες που στηρίζονται σε ισάριθμα τόξα, είναι το μόνο κτίσμα που διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση. Μια δεύτερη δίδυμη κινστέρνα με παρόμοιο τρόπο στέγασης σώζεται στα ανατολικά του πύργου σε χαμηλότερο επίπεδο. Στο εσωτερικό του περιβόλου σώζονται ίχνη πολλών κτισμάτων, που έχουν καταπέσει σε λιθοσωρούς. Στο ανατολικό σκέλος έχει ερευνηθεί μονόχωρος ναός μικρών διαστάσεων (9.00 Χ 4.80 μέτρα) με ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά, που ακουμπά πάνω στο τείχος που στο σημείο εκείνο παρουσιάζει μια καμπύλη εκτροπή προκειμένου να περιβάλλει το ναό. Είναι άγνωστο αν διέθετε νάρθηκα, αλλά η διαμόρφωση του ιερού με πλακόστρωτο δάπεδο υπερυψωμένο κατά ένα σκαλοπάτι και η απουσία κάθε ίχνους κτιστής αγίας τράπεζας και τέμπλου αποτελούν ενδείξεις ότι ανήκε στο λατινικό δόγμα[4].
Οι θέσεις των πυλών του κάστρου είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, δεδομένης της μεγάλης κατάρρευσης των μεταπυργίων και των λιθοσωρών που έχουν συσσωρευτεί από το οικοδομικό υλικό. Ο περίβολος και όλοι οι πύργοι της ακρόπολης και του εξωτερικού περιβόλου είναι κατασκευασμένοι με ντόπιες ελάχιστα πελεκημένες πέτρες και με ισχυρό συνδετικό κονίαμα. Στους κάθετους και οριζόντιους αρμούς έχουν παρεμβληθεί κατά τόπους μικρές πελεκημένες πέτρες και θραύσματα κεραμιδιών χωρίς καμιά κανονικότητα. Η τοιχοποιία δείχνει ότι οι κτίστες ήταν ντόπιοι και γνώστες της αρχιτεκτονικής παράδοσης της Αργολίδας.

Άποψη από τα δυτικά του προμαχώνα του Κάστρου του Κιβερίου. Φωτογραφία: Kastro Kiveriou (στα Αγγλικά), wikipedia.

Δεξαμενή στο κέντρο του προμαχώνα στο Κάστρο Κιβερίου. Φωτογραφία: Kastro Kiveriou (στα Αγγλικά), wikipedia.
Το κάστρο δε διατηρείται σε καλή κατάσταση, αλλά προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για την οχυρωματική τέχνη των Φράγκων επικυρίαρχων της Αργολίδας το 13ο και 14ο αιώνα. Δεν υπάρχουν πληροφορίες από άμεσες πηγές για τον ακριβή προσδιορισμό της χρονολόγησης του μεσαιωνικού αυτού κάστρου, αλλά η μελέτη της τοιχοποιίας και η σύγκριση του σχεδίου και του τρόπου κατασκευής του με άλλα γνωστά κάστρα στην ευρύτερη περιοχή, όπως τα κάστρα του Αγιονορίου και του Αγγελοκάστρου, μας επιτρέπουν να το τοποθετήσουμε μεταξύ 1250 και 1350. Το μεσαιωνικό αυτό κάστρο θα κατοικούνταν, περιστασιακά ή όχι, από μια – δυο οικογένειες φράγκων με τους μόνιμους υποτελείς και τη φρουρά τους, ενώ γύρω απ’ αυτό δημιουργήθηκε κάποιος οικισμός, όπως μαρτυρούν τα ερείπιά του[5].
Μέχρι το 1306 το κάστρο ανήκε στην οικογένεια των Ντε λα Ρος, που είχαν τ’ Ανάπλι και το Άργος. Μετά το 1309 περιήλθε στους Ντε Μπριέν και διοικήθηκε από την οικογένεια των Foucherol, βαρόνων της Τζόγιας (Μιδέα) της Αργολίδας, που ήταν αντιπρόσωποι των ντε Μπριέν στο Άργος.
Το 1311 οι Καταλανοί κατέλυσαν το φραγκικό Δουκάτο της Αθήνας, τμήμα του οποίου αποτελούσε και η Αργολίδα, και ο τελευταίος Φράγκος Δούκας Βάλτερ Β’ ντε Μπριέν (Gualterius II de Brienne) έφυγε αυτοεξόριστος στη Νότια Ιταλία, όπου απέκτησε τον τίτλο του κόμη του Λέτσε.
Σύμφωνα με τη διαθήκη του άφησε σχεδόν όλα τα εδάφη του στην αδερφή του Ισαβέλλα, που είχε παντρευτεί τον κόμη Γκοτιέ ντ’ Ενγκιέν (Gautier d’ Enghien). Στη διαθήκη του Ουαλτέριου Β’ de Brienne το 1347 γίνεται η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη του κάστρου[6], αφού μνημονεύει ότι εξήντα υπέρπυρα, που θα προέρχονταν από ενοικίαση εμπορικού καταστήματος πώλησης υφασμάτων στο Άργος θα έπρεπε να δίνονται σε ιερέα του κάστρου με την υποχρέωση αυτός να μένει εκεί για πάντα και να τελεί καθημερινά θεία λειτουργία. Η Ισαβέλλα με τη σειρά της άφησε την περιουσία της στο γιο της Γκυ (Guy d‘ Enghien), στον οποίο κατέληξε τελικά η Αργολίδα (1356-1377). Ο Γκυ ντ’ Ενγκιέν πέθανε το 1377 και άφησε κληρονόμο του την ανήλικη, μόλις 14 ετών, κόρη του Μαρία, η οποία αναγνωρίστηκε ως κυρία (Damme) του Ναυπλίου, Άργους και Κιβερίου. Επίτροπος της ανήλικης Μαρίας ντ΄ Ενγκιέν μέχρι το 1381 που αυτή παντρεύτηκε ήταν ο θείος της Λουδοβίκος ντ’ Ενγκιέν, γιος του Γκωτιέ Γ’ ντ’ Ενγκιέν και της Ισαβέλλα ντε Μπριέν. Το 1377 παντρεύτηκε στη Βενετία τον Κονράδο και διέμειναν εκεί έως το 1383 που πήγαν στο Ναύπλιο. Το 1388 όμως ο Πέτρος πέθανε και η Μαρία πούλησε την περιουσία της στη Βενετία έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων.
Η Μαρία και ο θείος της Λουδοβίκος φοβούνταν τη βίαιη κατάληψη των κτήσεών της από τους Βενετούς που ήθελαν να κατακτήσουν την Πελοπόννησο πριν από τους Οθωμανούς. Ο Λουδοβίκος προτίμησε να κερδίσει τη συμμαχία των Βενετών, για να προλάβει τα επεκτατικά σχέδιά τους. Έτσι προέκυψε ο γάμος της Μαρίας με τον ευγενή Βενετό Πέτρο Κορνάρο, που κυβέρνησε την περιοχή μέχρι το θάνατό του το 1388.
Το Κιβέρι παρέμεινε φράγκικο μέχρι το 1388, όταν η μόλις εικοσιπεντάχρονη Marie d’Enghien, χήρα του Πέτρου Κορνάρου (Cornaro) και τελευταία κληρονόμος της φραγκικής δυναστείας της Αργολίδας των Ντελαρός-ντε Μπριέν, πούλησε στους Ενετούς το φέουδο και τα δικαιώματά της σε όλη την περιοχή της Αργολίδας έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων[7]. Πριν προλάβουν όμως να εγκατασταθούν εκεί οι Ενετοί, το υφάρπαξαν οι Βυζαντινοί του Δεσποτάτου του Μυστρά (μαζί με το Άργος και το Θερμήσι) και το κράτησαν μέχρι το 1394.
Στις 27 Μαΐου 1394 ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος αναγκάστηκε, επειδή αντιμετώπιζε εσωτερικές δυσκολίες και φοβόταν επιδρομή των Τούρκων, να παραδώσει στους Βενετούς το Άργος και τα άλλα κάστρα της Αργολίδας, όπως το Θερμήσι και το Κιβέρι[8]. Για τον επόμενο ενάμιση αιώνα το Κιβέρι ήταν υπό Ενετική κυριαρχία.
Η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 στα χέρια του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ σήμανε πρακτικά και το τέλος κάθε απόπειρας αντίστασης. Όταν το 1460 ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατέκτησε το Μοριά, η Αργολίδα παρέμεινε ενετική για μερικές δεκαετίες ακόμα. Στη διάρκεια του Ενετο-τουρκικού πολέμου που ακολούθησε (1463-1479) καταστρέφεται και ο οικισμός και το κάστρο από τους Οθωμανούς. Το γειτονικό Άργος έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1463, αλλά το Κιβέρι συνέχισε να αντιστέκεται, αν και υπέστη μεγάλες καταστροφές[9]. Στα κείμενα, που αντάλλαξαν η Πύλη και η Ενετική Δημοκρατία στη συνθήκη του 1481 με τη λήξη του πολέμου, το «Τζιβέριν» μνημονεύεται ως κατεστραμμένο και παραχωρείται στους Βενετούς με τον όρο όμως να μην το επισκευάσουν[10].
Αυτή είναι η τελευταία αναφορά που γίνεται για το κάστρο, που φαίνεται πως είχε αχρηστευθεί και μάλλον τότε – ή λίγο αργότερα- εγκαταλείφθηκε. Το 1500 το Κιβέρι έπεσε στα χέρια των Τούρκων μαζί με το Άργος. Ολόκληρη η περιοχή χάθηκε για τους Ενετούς με το τέλος του 3ου Ενετοτουρκικού πολέμου το 1540, όταν έχασαν και το Ναύπλιο, το Θερμίσι και τη Μονεμβασιά. Μετά ήρθαν οι Τούρκοι και ακολουθεί τη μαύρη ιστορία σχεδόν όλης της Ελληνικής υπαίθρου.
Υποσημειώσεις
[1] Λαμπρόπουλος Δημ., Η Λέρνα, σελ. 85-86, Αθήνα, 1959.
[2] «ἡ δὲ Λέρνα ἐστίν πρὸς θαλάσσῃ καὶ τελετὴν Λερναίᾳ ἄγουσιν ἐνταῦθα Δήμητρι.. ἔστι δὲ ἄλσος ἱερὸν ἀρχόμενον μὲν ἀπὸ ὄρους ὃ καλοῦσι Ποντῖνον, τὸ δὲ ὄρος ὁ Ποντῖνος οὐκ ἐᾷ τὸ ὕδωρ ἀποῤῥεῖν τὸ ἐκ τοῦ θεοῦ, ἀλλὰ ἐς αὑτὸ καταδέχεται: ῥεῖ δὲ καὶ ποταμὸς ἀπ’ αὐτοῦ Ποντῖνος καὶ ἐπὶ κορυφῇ τοῦ ὄρους ἱερόν τε Ἀθηνᾶς Σαΐτιδος, ἐρείπια ἔτι μόνα». Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά, ΙΙ, 36.8.
[3] Wallace E. McLeod, KIVERI AND THERMISI, Hesperia, Περιοδικό της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών, Τόμος 31, Αθήνα 1962, σελ. 378 έως 392.
[4] Βαραλής Ιω., Μπουντούρης Κ., Τσεκές Γ., Το Λατινικό κάστρο CHIVERI στους Μύλους Λέρνας, Διεθνές Συνέδριο: Οχυρωματική αρχιτεκτονική στην Πελοπόννησο (5ος – 15ος αιώνας), Αλεξάνδρειο Συνεδριακό Κέντρο Λουτρακίου, Ισθμός Κορίνθου, 30 Σεπτ- 2 Οκτ. 2011.
[5] Wallace E. McLeod, KIVERI AND THERMISI, Hesperia, Τόμος 31, Αθήνα 1962, σελ. 382 κ.ε.
[6] «.. Αφήνομεν και διατάσσομεν ίνα εκ των εισοδημάτων της πόλεως του Άργους δίδονται 60 υπέρπυρα επί το διηνεκές προς ίδρυσιν και διαρκή συντήρησιν υπό των εκτελεστών της διαθήκης μας ενοριακού ναού εις την ημετέραν έπαυλιν του Κιβερίου (De Chamires), επιφυλασσομένης της δωρεάς του ειρημένου ναού εις τους κληρονόμους μας. Επιθυμούμεν δε όπως ο εφημέριος, όστις θα ιερουργεί εις τον ρηθέντα ναόν, διαμένει εν Κιβερίω και υποχρεωθεί ενταύθα να έχει την διαρκή κατοικίαν του, ίνα τελεί καθ’ εκάστην ημέραν λειτουργίαν εν τω ναώ τούτω. Επίσης αφήνομεν προς προμήθειαν ιερών βιβλίων, σκευών και επίπλων του ναο΄θ τούτου 50 υπέρπυρα. Επίσης αφήνομε εις τον ναόν του Άργους 100 υπέρπυρα. Επίσης αφήνομεν εις την ενορίαν του ημετέρου φρουρίου Ναυπλίου 20 υπέρπυρα. Επίσης δωρούμεν εις πάντας τους στρατιωτικούς και πολιτικούς υπαλλήλους, τους επιτετραμμένους την διοίκησιν των ημετέρων κτήσεων του Άργους, Ναυπλίου, ΚΙβερίου, Θερμησίου κ.λ.π. ενός μηνός μισθοδοσίαν. Εγκαθιστώμεν την αδελφήν μας Ισαβέλλαν d‘ Enghien μοναδικήν κληρονόμον πασών εν γένει των κτήσεών μας …». Λαμπρυνίδου Μιχαήλ, Η Ναυπλία, έκδοσις Δ, Ναύπλιο 2001, σελ. 48.
[7] «η Α.Ε. ο Δόγης της Ενετίας εν έτει 1388 …. Τους τόπους τούτους και τας γαίας ηγόρασε παρ’ αυτής (Μαρίας ντ’ Ενκιέν) αντί δουκάτων πεντακοσίων καθαρού χρυσού και ακριβούς βάρους πληρωτέων κατ’ έτος και εις αεί εις αυτή ν την κυρίαν Μαρίαν και εις τους κατιόντας συγγενείς αυτής..» Λαμπρυνίδη Μιχ., Η Ναυπλία, σελ. 55.
[8] Κονδύλης Θάνος, Η Αργολίδα την περίοδο 1350-1400, Πρακτικά της Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης ΒΕΝΕΤΙΑ – ΑΡΓΟΣ, Αθήνα – Βενετία 2010, σελ.35.
[9] Wallace E. McLeod, KIVERI AND THERMISI, Hesperia, Τόμος 31, Αθήνα 1962, σελ. 381.
[10] «το δε Τζιβέριν, όπερ εστί κεχαλασμένον, έστω μεν τη αυθεντία των Βενεπών, μη κτισθήτω δε». MIKLOSICH FR. – JOS MUELLER, Acta et Diplomata Graeca, 1865, σελ. 309.
Φιλόλογος – Συγγραφέας
Αλέξης Τότσικας, «Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία», έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.
Διαβάστε ακόμη:
- Το Κάστρο της Θερμησίας
- Κάστρο της Λάρισας – Άργος
- Παλαμήδι
- Παλαμήδι η οχύρωση
- Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία
- Κιβέρι – Μύλοι – Σκαφιδάκι











Σχολιάστε