Αποτύπωση και ιστορική-αρχιτεκτονική τεκμηρίωση του επονομαζόμενου «Πύργου της Βασιλοπούλας» πλησίον του οικισμού Μύλοι Αργολίδας | Κωνσταντίνος Δημητρούλιας
Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι ο επονομαζόμενος «Πύργος της Βασιλοπούλας» που διατηρείται σε χαμηλό ύψωμα, νότια του οικισμού των Μύλων και του κάστρου Κιβερίου Αργολίδας. Το μνημείο αποτελεί μοναδικό παράδειγμα μεμονωμένου μεσαιωνικού πύργου, καθώς στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας δεν διατηρούνται ανάλογοι μάρτυρες που να διασώζουν σε τέτοιο βαθμό τα αυθεντικά τους αρχιτεκτονικά και οικοδομικά στοιχεία. Η παρούσα έρευνα αφορά στην αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης, στην τεκμηρίωση των οικοδομικών φάσεων, καθώς και στη διερεύνηση-ανάλυση της παθολογίας του μνημείου, του οποίου η κατάσταση διατήρησης βαίνει επιδεινούμενη.
Ιστορικό πλαίσιο
Οι μεμονωμένοι πύργοι που παρατηρούνται στην Πελοπόννησο κατά την ταραχώδη υστεροβυζαντινή περίοδο ανήκουν σε δύο κατηγορίες, καθώς επιτελούν διαφορετική λειτουργία. Στην πρώτη κατηγορία οι πύργοι στέγαζαν ολιγάριθμη φρουρά, καταλάμβαναν επίκαιρες θέσεις και αποτελούσαν σημεία κατόπτευσης, ελέγχου και μεταφοράς μηνυμάτων σε ενδεχόμενο κίνδυνο (πύργοι-φρυκτωρίες) και επομένως ανήκαν σε ένα ευρύτερο αμυντικό δίκτυο. Παραδείγματα πύργων κατόπτευσης που λειτουργούσαν επικουρικά με τα γειτονικά τους κάστρα ήταν ο Παλαιόπυργος, βορειοανατολικά του Λεβιδίου, ή αυτός σε ύψωμα νοτιοδυτικά του κάστρου των Τσιπιανών (Νεστάνης) στη γειτονική Αρκαδία, που ενίσχυαν την οπτική ικανότητα των γειτονικών φρουρίων Μπεζενίκου και Τσιπιανών αντίστοιχα. Οι πύργοι της δεύτερης κατηγορίας εξυπηρετούσαν την αγροτική εκμετάλλευση μιας περιοχής ως χώροι συγκέντρωσης και αποθήκευσης αγροτικών προϊόντων και παράλληλα στέγαζαν την κατοικία τοπικών αξιωματούχων. Τέτοιοι είναι ο πύργος Ρούσση βορειοδυτικά του αρχαίου Ορχομενού, ο Παλιόπυργος Δάρα στην Αρκαδία και άλλα παραδείγματα της κεντρικής Ελλάδας (θέση Κληματαριά στις όχθες της λίμνης Υλίκης Βοιωτίας) και της Εύβοιας. Λόγω της ασφάλειας που παρείχαν στον τοπικό πληθυσμό μπορούσαν να αναπτυχθούν γύρω από αυτούς μικροί οικισμοί.

Ο Πύργος της Βασιλοπούλας και της γύρω περιοχής από βόρεια. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας», Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.
Στην κεντρική Ελλάδα (Βοιωτία, Αττική κ.λπ.) και στην Εύβοια, όπου διατηρείται μεγάλος αριθμός πύργων, τα κτίσματα αυτά είναι απόρροια της φεουδαλικής οργάνωσης και στέγαζαν την έδρα μικρότερων φεουδαρχών, αποτελώντας σύμβολα της δύναμής τους. Λόγω της θέσης τους και της περιορισμένης οπτικής επικοινωνίας μεταξύ τους δεν εξυπηρετούσαν κάποιο οργανωμένο σχέδιο άμυνας (αν και οι διάφοροι μελετητές υποστηρίζουν ενίοτε αντικρουόμενες απόψεις για την ίδια περιοχή) αλλά ήλεγχαν την άμεση αγροτική περιοχή και παράλληλα λειτουργούσαν ως χώροι συλλογής και αποθήκευσης της τοπικής παραγωγής στα διάφορα προσκτίσματά τους.[1]
Η αμυντική τους ικανότητα δεν επαρκούσε για την αντίσταση σε πολιορκία ή σε επίθεση από μεγάλες εχθρικές δυνάμεις, μπορούσε όμως να προστατεύσει τον κάτοχο, την αγροτική παραγωγή και τον τοπικό πληθυσμό από ληστείες και μικρότερης έκτασης επιδρομές.[2] Αντίθετα, στη Μακεδονία οι πύργοι ανήκαν σε ένα εκτεταμένο αμυντικό δίκτυο αποτελούμενο από πόλεις, κάστρα και μοναστήρια και κατείχαν θέσεις σε καλλιεργούμενες εκτάσεις, σημαντικά περάσματα και άξονες επικοινωνίας, προστατεύοντας την ευρύτερη περιοχή από εχθρικές επιδρομές. Γύρω από έναν πύργο μπορούσε να αναπτυχθεί οικισμός (Γαλάτιστα, Άγιος Βασίλειος), ένας πύργος μπορούσε να κατασκευαστεί μέσα σε οικισμό ή η επέκταση κάποιας εγκατάστασης μπορούσε να ενσωματώσει κάποιον γειτονικό πύργο.[3] Ιδιαίτερα στην περιοχή της Χαλκιδικής και του Στρυμόνα κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο χτίζονταν πύργοι για την εξασφάλιση των μετοχίων-μονυδρίων των μοναστηριών και των καλλιεργούμενων εκτάσεών τους, ενώ γύρω από αυτούς διαμορφώνονταν ναοί, κατοικίες για τη μικρή μοναστική κοινότητα και τους χωρικούς, καθώς και διάφορα βοηθητικά κτίσματα (αποθήκες, στάβλοι κ.λπ.), όπου συγκεντρωνόταν η αγροτική παραγωγή πριν προωθηθεί στις γειτονικές αγορές.[4]
Ο Πύργος της Βασιλοπούλας
Στο μελετούμενο μνημείο η ονομασία «Πύργος της Βασιλοπούλας» πιθανώς σχετίζεται με τη Marie d’Enghien, τελευταία φράγκικης καταγωγής κληρονόμο των κάστρων Άργους, Ναυπλίας και Κιβερίου, η οποία το 1388 πούλησε τις κτήσεις της στη Βενετία.[5]
Ο πύργος βρίσκεται πλησίον του κάστρου Κιβερίου, Civeri ή Chamires/Chameres,[6] που χρονολογείται στη σταυροφορική περίοδο[7] και αναφέρεται κατεστραμμένο στη συνθήκη που υπογράφηκε μεταξύ Βενετών και Οθωμανών το 1481, μετά τον Α’ Βενετοτουρκικό Πόλεμο (1463-1479), παραμένοντας στον έλεγχο των πρώτων με την προϋπόθεση να μην προχωρήσουν σε επισκευαστικές εργασίες.[8] Σε χάρτη του Battista Agnese του 1554,[9] που περιλαμβάνει την Πελοπόννησο, απεικονίζονται το κάστρο Κιβερίου (paleocuveri;), καθώς και ο εξεταζόμενος πύργος με την ένδειξη «φρυκτωρία Κιβερίου» (guardia cuveri).
Μετά την καταστροφή του κάστρου ο οικισμός μετακινήθηκε νοτιότερα προς την παράλια πεδιάδα και τέθηκε υπό τον έλεγχο Οθωμανού αξιωματούχου-γαιοκτήμονα, ενώ κατά την α’ οθωμανική περίοδο έχουμε και δεύτερη μετατόπιση στη σημερινή του θέση, με τους δύο οικισμούς να συνυπάρχουν με την ονομασία Απάνω και Κάτω Κιβέρι (Civeri Pano-Catu) έως τους πρώτους μετεπαναστατικούς χρόνους. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Αντώνιος Μηλιαράκης θεωρεί ότι το Απάνω Κιβέρι έχει παύσει πλέον να υπάρχει και ορίζει τη θέση του ως «Παληοτσιβέρι».[10]
Στον χάρτη της γαλλικής επιστημονικής αποστολής σημειώνεται ο υπό μελέτη πύργος[11] και νοτιότερα το Παλαιοκιβέρι και ένας δεύτερος πύργος πλησίον αυτού, πιθανώς αυτός του Οθωμανού αξιωματούχου.
Κατά την ελληνική επανάσταση τα κάστρα καθώς και οι μεμονωμένοι πύργοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται λόγω της στρατηγικής τους θέσης και της ασφάλειας που παρείχαν, όπως ο εξεταζόμενος πύργος και το γειτονικό κάστρο του Άργους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «Μάχη των Μύλων της Ναυπλίας», η οποία έχει απεικονιστεί στον πίνακα του Παναγιώτη Ζωγράφου καθ’ υπόδειξη του στρατηγού Μακρυγιάννη, όπου σημειώνεται και ο εξεταζόμενος πύργος.[12]
Στη διάρκεια των παγκοσμίων πολέμων του 20ου αι. οι οχυρές αυτές θέσεις εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται όπως φαίνεται από την ύπαρξη χαρακωμάτων στον λόφο του υπό μελέτη πύργου, καθώς και πυροβολείων και στάβλων του στρατιωτικού ταχυδρομείου στην ευρύτερη περιοχή, εγκαταστάσεις που υποδηλώνουν μέριμνα για την αμυντική θωράκιση και τον έλεγχο του δρόμου και της σιδηροδρομικής γραμμής που περνούσαν από εκεί. Η εν λόγω θέση άλλωστε ήταν διαχρονικά σημαντική, καθώς βρισκόταν στον βασικό άξονα επικοινωνίας Αργολίδας-Αρκαδίας, επικοινωνία που μόλις τα τελευταία χρόνια υποβαθμίστηκε λόγω της κατασκευής της νέας εθνικής οδού Κορίνθου-Τρίπολης-Καλαμάτας.
Σημ. Βιβλιοθήκης: Η ονομασία του, Πύργος της Βασιλοπούλας, οφείλεται σε προφορική παράδοση που τον ήθελε να κατοικείται από μία τόσο όμορφη (ή τόσο άσχημη) πριγκιποπούλα (Marie d’ Enghien;), ώστε της είχαν κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο προς τη θάλασσα προκειμένου να μην τη βλέπουν να κάνει το μπάνιο της.
Περιγραφή υφιστάμενης κατάστασης
Ο πύργος βρίσκεται στην κορυφή χαμηλού λόφου, 70 μ. περίπου, που είναι εύκολα προσπελάσιμος από όλες τις πλευρές και κυρίως από τα δυτικά όπου ενώνεται με άλλα χαμηλά υψώματα. Για την ενίσχυση της αμυντικής του ικανότητας περιβάλλεται από χαμηλό, σχεδόν ορθογωνικό περίβολο, που περικλείει δευτερεύοντα κτίσματα, τα οποία φιλοξενούσαν βοηθητικές χρήσεις.[13] Ο περίβολος παρουσιάζει κανονική διάταξη με γενικές διαστάσεις 20 x 60 μ.,[14] πάχος τοίχων 55 και 60 εκ. και κατεύθυνση Ανατολή-Δύση και διαταράσσεται από προεξοχές οδοντώσεις και ποικίλες κατασκευές στα δυτικά και νοτιοδυτικά. Η θέση της πύλης είναι πιθανό να βρισκόταν στα βορειοδυτικά λόγω της ύπαρξης χαμηλών τοιχίων, τμημάτων λιθόστρωτου μονοπατιού και απολαξεύσεων στον φυσικό βράχο, που ίσως στοιχειοθετούν την ύπαρξη μονοπατιού ανόδου στον λόφο, ενδεχομένως και επικοινωνίας του πύργου με το γειτονικό κάστρο Κιβερίου.
Ο πύργος χαρακτηρίζεται από απλότητα στην κατασκευή, χωρίς μορφολογικές εκζητήσεις, γεγονός που επιβάλλεται από τον αμυντικό του χαρακτήρα, ενώ παράλληλα στέγαζε και την κατοικία του τοπικού άρχοντα.
Έχει ορθογωνική κάτοψη μέγιστων εξωτερικών διαστάσεων 5,45 x 6,75 μ.,[15] εσωτερικών διαστάσεων 4,10 x 5,45 μ., πάχος τοίχων 0,65 μ. και μέγιστο ύψος 9,20 μ. στην εξωτερική ανατολική πλευρά. Οι εξωτερικές του διαστάσεις δεν απέχουν πολύ από άλλα παραδείγματα, όπως π.χ. ο πύργος του Δάρα, κτίσμα της υστεροβυζαντινής περιόδου στη γειτονική Αρκαδία, διαστάσεων 5,40 x 7,50 μ.
Από τις σειρές των σωζόμενων δοκοθηκών που διαπερνούσαν το πάχος των τοιχοποιιών, καθώς και από τη σταδιακή καθ’ ύψος απομείωση του πάχους των τοίχων συμπεραίνουμε ότι ο πύργος διέθετε τέσσερεις στάθμες (α’, β’, γ’ και δ’ στάθμη). Η κατώτερη α’ στάθμη είναι επιχωμένη από προϊόντα καταρρεύσεων, ενώ η κάλυψη πραγματοποιούνταν με ξύλινο δάπεδο, που εδραζόταν στην παρατηρούμενη περιμετρική εσοχή των τοίχων.
Οι δύο πρώτες στάθμες δεν διέθεταν ανοίγματα για λόγους ασφαλείας και φιλοξενούσαν βοηθητικές χρήσεις (αποθήκευση, δεξαμενή κ.λπ.), ενώ το άνοιγμα που παρατηρείται στη βόρεια όψη της α’ στάθμης προκλήθηκε από ανθρωπογενή αιτία, για την πρόσβαση στο εσωτερικού του πύργου πριν την κατάρρευση της βορειοδυτικής του γωνίας, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες του Αρχείου Woodhouse (Μουσείο Nicholson, Σίδνεϊ), στις οποίες απεικονίζονται και οι τέσσερεις όψεις του κτίσματος σε καλή κατάσταση διατήρησης.
Η γ’ στάθμη αποτελούσε τον χώρο διημέρευσης, όπως υποδεικνύουν τα ίχνη εστίας στη βόρεια πλευρά, το επίχρισμα στους περιμετρικούς τοίχους, τα ερμάρια στο πάχος των τοίχων και κυρίως τα ανοίγματα στις τέσσερεις πλευρές (δύο στην ανατολική και από ένα στη βόρεια, νότια και δυτική πλευρά[16]). Η ανώτερη δ’ στάθμη αποτελούσε το δώμα, απ’ όπου οι αμυνόμενοι είχαν πρόσβαση στο επίπεδο των επάλξεων.
Σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει ο Wallace McLeod[17] ως θύρα εισόδου του πύργου πρέπει να θεωρηθεί το νότιο άνοιγμα της ανατολικής πλευράς, το οποίο βρίσκεται 5 μ. περίπου πάνω από τη στάθμη του φυσικού εδάφους. Το άνοιγμα αυτό είναι μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα, αν λάβουμε υπόψη τις σωζόμενες δοκοθήκες του πατώματος, καθώς και το ύψος των λαμπάδων και των οπών που υποδηλώνουν το ξύλινο πρέκι. Η είσοδος στο εσωτερικό και η κατακόρυφη επικοινωνία μεταξύ των επιπέδων του πύργου γινόταν για λόγους ασφάλειας και άμυνας μέσω κινητών ξύλινων κλιμάκων, οι οποίες μπορούσαν να ανασυρθούν και να αποκόψουν την πρόσβαση των επιτιθέμενων.
Ο πύργος διέθετε επάλξεις ευθύγραμμης απόληξης και στις τέσσερεις πλευρές του σε αντίθεση με πύργους ενταγμένους στις οχυρώσεις κάστρων, των οποίων η εσωτερική όψη μπορούσε να μένει ανοικτή, χωρίς επάλξεις. Αριθμεί από τέσσερεις επάλξεις στην ανατολική και δυτική όψη και από τρεις στη βόρεια και νότια, με κυμαινόμενο μήκος 1,20-1,45 μ., μέσο πλάτος 0,50 μ., ύψος 0,70 μ. και μεταξύ τους διάκενα 0,55-0,65 μ. περίπου. Οι γωνιακές επάλξεις έχουν μορφή «Γ», ενώ τα τυφλά σημεία που δημιουργούνται καλύπτονται με τη διάνοιξη, σε χαμηλότερο επίπεδο, τεσσάρων γωνιακών πολεμοθυρίδων. Η διαμόρφωση αυτή θυμίζει την αντίστοιχη στον κεντρικό ορθογωνικό πύργο του ανατολικού τείχους της ακρόπολης στο κάστρο του Άργους.
Στις επάλξεις της ανατολικής και δυτικής όψης διαμορφώνονται μικρές πολεμοθυρίδες, οι οποίες, όπως και οι γωνιακές, εξυπηρετούνται από το δάπεδο της δ’ στάθμης. Εντύπωση προκαλεί η απουσία πολεμοθυρίδων σε άλλες στάθμες με εξαίρεση ενδεχομένως το μικρό ορθογωνικό άνοιγμα πλησίον του νότιου λαμπά της θύρας, με κλίση προς Βορρά ώστε να καλύπτει την πρόσβαση στο εσωτερικό του πύργου.
Ένα άλλο στοιχείο άμυνας είναι οι διατηρούμενες καταχύστρες, κτιστές προεξοχές με άνοιγμα στην κάτω επιφάνειά τους, διαμορφωμένες στο επίπεδο των επάλξεων, οι οποίες εξυπηρετούσαν τα κατακόρυφα πυρά και κάλυπταν τα ανοίγματα αλλά και γενικότερα την εξωτερική περίμετρο του πύργου. Ο πύργος που εξετάζουμε δεν φαίνεται να έχει υποστεί τροποποιήσεις για την υποδοχή και φιλοξενία πυροβόλων όπλων.
Οικοδομικά υλικά – Κατασκευή
Ο πύργος είναι κατασκευασμένος με λιθοδομή από ημιλαξευτούς ασβεστόλιθους και αρμολόγημα από ασβεστοκονίαμα με χονδρόκοκκα αδρανή, γήινης απόχρωσης λόγω προσθήκης τριμμένου κεραμιδιού. Το υλικό που έχει χρησιμοποιηθεί είναι ο τοπικός σχιστολιθικός ασβεστόλιθος του γειτονικού Ποντίνου λόφου, που παρατηρείται και στην κατασκευή του κάστρου του Κιβερίου. Στους αρμούς προστίθενται μικροί λίθοι (τσιβίκια), ενώ γίνεται σποραδική χρήση κεραμιδιών, όπως ακριβώς στους πύργους του γειτονικού κάστρου Κιβερίου.[18]
Η δυτική όψη του πύργου με τους μερικώς κατεργασμένους λίθους και τους ακανόνιστους αρμούς δίνει την εντύπωση πρόχειρης κατασκευής. Λαξευμένοι λίθοι παρατηρούνται στις ακμές, στη διαμόρφωση των ανοιγμάτων, στις επάλξεις και τις καταχύστρες, καθώς και στο κατώτερο τμήμα της νοτιοανατολικής γωνίας του πύργου, όπου παρατηρείται μια πιο επιμελημένη κατασκευή με λευκό ασβεστοκονίαμα διαφορετικής σύστασης σε σχέση με αυτό που υπερτερεί, με εξίσου μεγάλης κοκκομετρίας αδρανή και μικρούς πλακοειδείς λίθους στους αρμούς.
Οι λίθινες τοιχοποιίες του πύργου ενισχύονταν με ξυλοδεσιές, όπως παρατηρείται ψηλά, επάνω από τα ανοίγματα στο εσωτερικό της ανατολικής πλευράς του πύργου, με τις ξύλινες δοκούς του πατώματος της δ’ στάθμης να συνδέονται με αυτές, ολοκληρώνοντας τη διαφραγματική λειτουργία του κτίσματος. Οι στάθμες του εσωτερικού του πύργου διαμορφώνονταν με ξύλινα πατώματα, όπως και σε άλλα παραδείγματα στο Άργος[19] και το Αγιονόρι,[20] με τις ξύλινες δοκούς να τοποθετούνται στις διατηρούμενες δοκοθήκες του δυτικού και ανατολικού τοίχου ή να εδράζονται στην εσοχή των περιμετρικών τοίχων. Στον πύργο δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη θολοδομιών. Η ανώτερη στάθμη διαμορφωνόταν με ξύλινο πάτωμα με πιθανή τελική επικάλυψη από λίθινες πλάκες τοποθετημένες με κονίαμα,[21] ωστόσο αυτό δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με ασφάλεια. Για την απορροή των ομβρίων είχαν διαμορφωθεί οπές στους περιμετρικούς τοίχους, όπως αυτή επάνω από το άνοιγμα της θύρας εισόδου, στην οποία είχε τοποθετηθεί πήλινη σωλήνα κυκλικής διατομής με κλίση προς το εξωτερικό.

Εικ. 5. Υφιστάμενη κατάσταση, νότια και ανατολική όψη (σχ. Κ. Δημητρούλιας). Εικ. 6. Υφιστάμενη κατάσταση, βόρεια και δυτική όψη (σχ. Κ. Δημητρούλιας).
Τα ανοίγματα των παραθύρων της γ’ στάθμης του πύργου διαμορφώνονταν με λαμπάδες και ποδιά από λιθοδομή και ξύλινο πρέκι από οριζόντια ξύλινα στοιχεία διατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Στη διαμόρφωση της ποδιάς των παραθύρων παρατηρούνται επίσης ίχνη ξύλινων στοιχείων, ενώ στα παράθυρα της βόρειας και νότιας όψης οι διατηρούμενες αβαθείς οπές χαμηλότερα από τα ανοίγματα πιθανώς υποδεικνύουν στην ύπαρξη μικρών ξύλινων εξωστών με αντηρίδες που εδράζονταν σε αυτές.
Οι καταχύστρες του πύργου είναι λίθινες κτιστές, τριγωνικής μορφής, με κενό τόσο στο κατώτερο μέρος τους όσο και στην εσωτερική τους πλευρά, από το οποίο έβαλλαν οι αμυνόμενοι ή εκσφενδόνιζαν λίθους κατά των εχθρών. Οι καταχύστρες έχουν μήκος 0,90-1,00 μ. και προεξέχουν κατά 0,25-0,30 μ. περίπου, ενώ η αντίστοιχη της θύρας εισόδου έχει μήκος 0,85 μ., προεξοχή 0,35 μ. και μεγαλύτερο ύψος από τις υπόλοιπες.
Δυο ξύλινα στοιχεία ορθογωνικής διατομής, 0,20 x 0,20 μ. περίπου, ήταν τοποθετημένα καθ’ όλο το πάχος των τοιχοποιιών του πύργου και συγκρατούσαν τους υπερκείμενους λίθους, οι οποίοι εξείχαν σταδιακά, εκφορικά προς τα έξω, αποτελώντας τα δύο πλαϊνά στηρίγματα της καταχύστρας, ενώ έφεραν οριζόντιο πλακοειδή λίθο, επάνω στον οποίο κτίζονταν σταδιακά η στέψη της καταχύστρας, με κλίση προς το εσωτερικό του πύργου.
Στο εσωτερικό της γ’ στάθμης παρατηρούνται τα απαραίτητα στοιχεία για την εξασφάλιση των αναγκαίων συνθηκών διαμονής, όπως ανοίγματα για τον φωτισμό και αερισμό του εσωτερικού, αποθηκευτικά ερμάρια που διαμορφώνονταν στο πάχος των τοίχων, εστία για τη θέρμανση και ενδεχομένως για το μαγείρεμα και επιχρισμένες επιφάνειες. Επιχρισμένη ήταν πιθανώς και η ανατολική όψη του πύργου όπου παλαιότερα διατηρούνταν τμήματα επιχρισμένων επιφανειών, ενώ οι καταχύστρες και οι λαμπάδες των ανοιγμάτων διατηρούν μέχρι σήμερα τα επιχρίσματά τους.
Ο περίβολος του πύργου είναι κατασκευασμένος και αυτός από αδρά λαξευμένους ή ημιλάξευτους ασβεστόλιθους και ακανόνιστους αρμούς, που υποδηλώνει πρόχειρη ή βιαστική κατασκευή. Το συνδετικό ασβεστοκονίαμα είναι ίδιας σύστασης με αυτό που κυριαρχεί στον πύργο και καλύπτει μεγάλο τμήμα των λίθων των προσόψεων, ενώ στους αρμούς έχουν ενσωματωθεί κομμάτια κεραμιδιών και μικρότεροι λίθοι. Δεν εντοπίζονται ίχνη συστήματος ξυλοδεσιών.
Παθολογία
Ο πύργος διατηρείται σε μέτρια έως κακή κατάσταση λόγω της έλλειψης συντήρησης και της επίδρασης περιβαλλοντικών παραγόντων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα αποτελεί η κατάρρευση της βορειοδυτικής του γωνίας και τμήματος της ανωδομής των δύο όψεων. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την αποσάθρωση των εσωτερικών ξύλινων πατωμάτων του κτίσματος έχει οδηγήσει στην απώλεια της διαφραγματικής λειτουργίας της κατασκευής με επίπτωση στη γενικότερη ευστάθειά του. Όλα τα ξύλινα στοιχεία των ανοιγμάτων (πρέκια κ.λπ.) έχουν καταστραφεί με αποτέλεσμα τη διεύρυνση των ανοιγμάτων, ενώ στις περισσότερες εξωτερικές όψεις παρατηρούνται ρηγματώσεις, απώλεια υλικού, τοπικές καταρρεύσεις με επακόλουθο την αποκάλυψη του εσωτερικού πυρήνα της τοιχοποιίας, απόπλυση αρμολογημάτων και φθορές στις καταχύστρες.
Τέλος, ο περίβολος του πύργου διατηρείται σε κακή κατάσταση, με καλύτερα διατηρημένα τμήματα αυτά της ανατολικής πλευράς και το ανατολικό τμήμα της νότιας, το οποίο σώζεται σε ικανοποιητικό ύψος, 2,00-2,20 μ. περίπου. Τα υπόλοιπα τμήματα όπως και τα βοηθητικά κτίσματα της εγκατάστασης είναι κατεστραμμένα και δεν απομένουν παρά οι χαμηλότεροι δόμοι, δύσκολα αναγνώσιμοι ανάμεσα στους σωρούς ερειπίων και τη βλάστηση.

Εικ. 8. Φάσεις Κατασκευής, ανατολική όψη, Φάσεις Α’ και Γ’ σχ. Κ. Δημητρούλιας). Εικ. 9. Φάσεις Κατασκευής, δυτική όψη, Φάσεις Α’ και Γ’ (σχ. Κ. Δημητρούλιας).
Χρονολόγηση – Φάσεις κατασκευής
Η υστεροβυζαντινή περίοδος ήταν μια ταραγμένη περίοδος με συχνή εναλλαγή κυριάρχων, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τις οικοδομικές παραδόσεις των Βυζαντινών, τα ίδια διαθέσιμα δομικά υλικά και το τοπικό εργατικό δυναμικό με αποτέλεσμα η διάκριση των οικοδομικών φάσεων των κατασκευών να καθίσταται δυσχερής.
Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, οι νέοι κυρίαρχοι κατασκευάζουν κάστρα και πύργους ή χρησιμοποιούν τις υφιστάμενες οχυρώσεις και οργανώνουν τα κατεκτημένα εδάφη σύμφωνα με το φεουδαρχικό σύστημα. Στην κατασκευή χρησιμοποιούν το διαθέσιμο επί τόπου υλικό ή επαναχρησιμοποιούν λίθους από αρχαίες κατασκευές.
Λαξευμένοι λίθοι, ιδιαίτερα πωρόλιθος, του οποίου η κατεργασία είναι ευκολότερη, χρησιμοποιούνται στα τμήματα της κατασκευής που απαιτούν περισσότερη προσοχή, όπως η βάση, οι ακμές, οι θολοδομίες και τα ανοίγματα, ενώ οι τοιχοποιίες διαμορφώνονται με λιγότερη επιμέλεια. Το συνδετικό κονίαμα είναι αρκετά ισχυρό, κομμάτια πλίνθων προστίθενται στους αρμούς, χωρίς όμως την κανονικότητα και τις αναλογίες των μεσοβυζαντινών τοιχοποιιών, ή ακόμα και μικροί λίθοι, ενώ δεν παρατηρούνται ξύλινα διαζώματα (ξυλοδεσιές) στις κατασκευές που θεωρούνται φραγκικές.[22]
Η περίοδος που ακολουθεί με τις συχνές συγκρούσεις Βενετών και Οθωμανών και την καθιέρωση και χρήση των πυροβόλων όπλων είχε άμεσο αντίκτυπο στη γενικότερη χάραξη των οχυρώσεων ωστόσο εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται παραλλαγές αργολιθοδομών.
Σύμφωνα με τον McLeod ο πύργος με το απλό σχέδιο και τους λεπτούς τοίχους είναι ακατάλληλος για στρατιωτική εγκατάσταση σε μια τόσο μειονεκτική και εκτεθειμένη θέση και τον θεωρεί οθωμανικό, έργο αντιπερισπασμού πλησίον του βενετικού κάστρου του Κιβερίου.[23] Τέτοιοι πύργοι, αναφέρει, αποτελούσαν την έδρα κάποιου τοπικού Οθωμανού γαιοκτήμονα, είχαν εξωτερικά κτιστά κλιμακοστάσια και ανασυρόμενες γέφυρες, ενώ το ισόγειο που δεν επικοινωνούσε με τους χώρους κατοίκησης, κάλυπτε τις ανάγκες σταβλισμού των οικόσιτων ζώων. Ωστόσο, ο McLeod αναφέρεται σε οχυρωμένες κατοικίες-πυργόσπιτα, όπως τα γειτονικά παραδείγματα στην Κάντια και τα Ίρια Αργολίδας, και όχι σε προγενέστερους πύργους, οι οποίοι για λόγους ασφαλείας δεν διέθεταν κτιστά κλιμακοστάσια, δεν φιλοξενούσαν στάβλους και η πρόσβαση στις κατώτερες στάθμες πραγματοποιούταν μόνον από το εσωτερικό. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Σφηκόπουλο ο πύργος είναι βενετικός.[24]
Εάν λάβει κανείς υπ’ όψη τα στοιχεία άμυνας που διατηρούνται στον πύργο, όπως τις επάλξεις, τις πολεμοθυρίδες και τις καταχύστρες, καθώς και την ευάλωτη θέση που επιλέχθηκε για την κατασκευή του, ο πύργος θα πρέπει να χρονολογηθεί προ της χρήσης των πυροβόλων όπλων, δηλαδή στην υστεροβυζαντινή περίοδο (Φραγκοκρατία ή αργότερα) και πριν τα μέσα του 15ου αι. (Φάση Α). Επιπλέον, το επιμελημένο τμήμα της νοτιοανατολικής του γωνίας με τους λαξευμένους λίθους και την πυκνή τοποθέτηση μικρότερων στους αρμούς προσιδιάζει στις τοιχοποιίες των πύργων στο γειτονικό φράγκικο κάστρο του Κιβερίου, που χρονολογείται στα μέσα του 13ου αι.[25] Άλλωστε το αρμολόγημα του συγκεκριμένου τμήματος είναι διαφορετικό από αυτό που υπερτερεί στον πύργο και υποδηλώνει προγενέστερη φάση κατασκευής. Το τέλος της πρώτης φάσης χαρακτηρίζεται από καταστροφές στον πύργο και πιθανώς συμπίπτει με το τέλος του βενετοτουρκικού πολέμου του 1463-1479, που άφησε σε ερείπια και το γειτονικό κάστρο του Κιβερίου.
Η Φάση Β της οικοδομικής ιστορίας του πύργου αντιστοιχεί στην α’ οθωμανική περίοδο, κατά την οποία η χρήση πυροβόλων όπλων οδήγησε σε μια γενικότερη ανασυγκρότηση και προσαρμογή των οχυρώσεων στις νέες απαιτήσεις. Στον πύργο πραγματοποιούνται εργασίες επισκευών, που ενσωματώνουν τα διατηρούμενα στοιχεία (επάλξεις, γωνιακές πολεμοθυρίδες, καταχύστρες κλπ.) ή τα αποκαθιστούν σε περίπτωση καταστροφής τους.
Παρατηρείται βιαστική συμπλήρωση των όψεων, ιδιαίτερα της δυτικής, με ακανόνιστους λίθους και αρμούς, επέμβαση που μείωσε την εσοχή των τοιχοποιιών στη β’ στάθμη και ακύρωσε το νότιο από τα δύο ανοίγματα που αρχικά υπήρχαν εκεί και αντιστοιχούσαν στις δύο καταχύστρες. Η α’ στάθμη πιθανώς επιχωματώθηκε και δεν επαναχρησιμοποιήθηκε, καθώς με την επέμβαση στη δυτική όψη μειώθηκε η εσοχή του τοίχου στο εσωτερικό, μην αφήνοντας τον απαιτούμενο χώρο για την έδραση των δοκών του πατώματος της β’ στάθμης, η οποία κατέστη πλέον η χαμηλότερη του πύργου. Μετά την καθιέρωση των πυροβόλων όπλων είναι πιθανό, για την αμυντική θωράκιση του πύργου, να κατασκευάστηκε ο εξωτερικός περίβολος, ο οποίος εξοπλίστηκε με τυφεκιοθυρίδες. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει και ο τρόπος δόμησης της ανατολικής και νότιας πλευράς του, ο οποίος προσομοιάζει περισσότερο στις πρόχειρες τοιχοποιίες του πύργου (π.χ. δυτική όψη) παρά στις πιο επιμελημένες της Φάσης Α.
Σε μια τρίτη φάση (Φάση Γ), που φαίνεται να αντιστοιχεί σε μια περίοδο κατά την οποία επικράτησαν συνθήκες ασφάλειας, θα πρέπει να αναχθεί η αναδιαμόρφωση των ανοιγμάτων των παραθύρων με τη λιγότερη δυνατή εργασία, που μεγεθύνονται για τη βελτίωση των συνθηκών κατοίκησης, και η προσθήκη εξωστών (;) στη νότια και βόρεια όψη. Αντίστοιχα ανοίγματα παρατηρούνται στον όροφο της οχυρής οικίας στην Κάντια Αργολίδας, που χρονολογείται μεταξύ του τέλους του 17ου αι. και των αρχών της β’ οθωμανικής περιόδου (1715).[26]
Επιπλέον, επισημαίνονται και άλλα κοινά στοιχεία, όπως η κατασκευή των πρεκιών με εν σειρά τοποθετημένα ξύλινα οριζόντια στοιχεία, επιχρίσματα στα ανοίγματα, εντοιχισμένα ερμάρια και κόγχη ημικυκλικής μορφής, που αντιστοιχεί σε τζάκι.[27] Η Φάση Γ του Πύργου της Βασιλοπούλας ενδεχομένως αντιστοιχεί σε αυτήν την περίοδο εάν όχι σε μεταγενέστερη.
Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων φάσεων (Α και Β), λόγω των συνθηκών ανασφάλειας που επικρατούσαν, ο πύργος διέθετε παράθυρα περιορισμένου ανοίγματος, όπως παρατηρούμε και σε άλλα παραδείγματα πύργων με χώρους διημέρευσης (Αγιονόρι κ.ά.[28]). Τα παράθυρα αυτά υπολογίζονται με άνοιγμα που έφτανε τα 0,30 μ., με βάση τις διαστάσεις της κάθε καταχύστρας, ενώ θα πρέπει να βρίσκονταν σε περασιά με αυτές ώστε να διασφαλίζονται πλήρως. Στην παρούσα φάση τα ανοίγματα διευρύνονται με τη μετατόπιση μίας τουλάχιστον πλευράς τους με αποτέλεσμα να μην τηρούνται πλέον περασιές με τις υπερκείμενες καταχύστρες.

Πύργος της Βασιλοπούλας: Φωτογραφία από βίντεο του G Traveller, Απρίλιος 2023. Δημοσιεύεται στον ιστότοπο: «Κάστρα της Ελλάδας».
Τα επιχρίσματα του πύργου, που κάλυπταν και την ανατολική όψη, καθώς και ο τρόπος εφαρμογής τους, που άφηνε εν μέρει ορατούς τους λίθους και εμφάνιζε μυστριές, θυμίζουν τα αντίστοιχα πύργων του κάστρου του Άργους[29] (π.χ. του κυκλικού ακρόπυργου, των δίδυμων πύργων στη βόρεια πλευρά, καθώς και του κυκλικού στη νοτιοανατολική γωνία της ακρόπολης), οι οποίοι εάν δεν αποτελούν έργα των Οθωμανών, έχουν υποστεί μετασκευές και τροποποιήσεις από αυτούς.
Συνοψίζοντας, μετά την ανάλυση που προηγήθηκε, διακρίνουμε τρεις κατασκευαστικές φάσεις:
Φάση Α. Υστεροβυζαντινή περίοδος, 13ος-15ος αι.:
– επιμελημένες τοιχοποιίες
– μικρά ανοίγματα
– τέσσερεις στάθμες (α’, β’, γ’ και δ’)
Φάση Β. Α’ οθωμανική περίοδος:
– διατήρηση της πλειονότητας των στοιχείων της προηγούμενης φάσης
– επιδιόρθωση/ανακατασκευή τοιχοποιιών με πρόχειρο τρόπο (π.χ. δυτική όψη)
– τρεις στάθμες (β’, γ’ και δ’), ακύρωση λόγω επίχωσης της α’ στάθμης
– διατήρηση των ανοιγμάτων με εξαίρεση το νότιο της δυτικής όψης
– προσθήκη εξωτερικού περιβόλου
Φάση Γ. Β’ οθωμανική περίοδος:
– διεύρυνση των ανοιγμάτων
– προσθήκη ξύλινων εξωστών (;)
– επίχρισμα στην ανατολική όψη
Με την παρούσα ερευνητική εργασία μελετήθηκε ένας από τους καλύτερα διατηρημένους πύργους της Αργολίδας, ένα σημαντικό μνημείο με συνεχή χρήση, που διατηρεί τις οικοδομικές του φάσεις και στο οποίο αποτυπώνονται οι κατά καιρούς μετασκευές και τροποποιήσεις προκειμένου να εναρμονιστεί στις εκάστοτε ανάγκες και επιταγές κάθε εποχής. Η αποκατάστασή του θα ενισχύσει το πλούσιο πολιτιστικό απόθεμα της περιοχής με ένα χαρακτηριστικό και σπάνιο παράδειγμα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής της υστεροβυζαντινής περιόδου.[30]
Υποσημειώσεις
[1] Lock 1986, 102-103 και 108. Langdon 1995, 499-500. Bintliff 1996, 6. Vionis 2014, 322. Loizou 2017, 631-632.
[2] Κοντογιάννης 2012, 88-89.
[3] Bogdanovic 2012, 195.
[4] Ανδρούδης 2002, 233. Ανδρούδης 2007, 254-255. Ανδρούδης 2018-2019, 283.
[5] McLeod 1962, 380.
[6] McLeod 1962, 383. Bon 1969, 494.
[7] McLeod 1962, 386.
[8] McLeod 1962, 381.
[9] Bon 1969, πίν. 8.
[10] Μηλιαράκης 1886, 41. Bon 1969, υποσημ. 4, 494.
[11] Bory de Saint-Vincent – Boblaye 1835, πίν. ΠΙ.
[12] Ασδραχάς – Τσαρούχης 1974, 12-61.
[13] Περίβολοι παρατηρούνται και σε άλλα παραδείγματα, όπως στον Παλαιόπυργο Λεβιδίου και στον πύργο στον αρχαίο Ορχομενό.
[14] McLeod 1962, 390.
[15] Η κάτοψη του πύργου έχει διαστάσεις 5,50 x 6,75 μ. κατά τον McLeod (1962, 390) και 5,70 x 6,80 μ. κατά τον Πέππα (1990, 166).
[16] Η δυτική πλευρά διέθετε και δεύτερο άνοιγμα.
[17] McLeod 1962, 390.
[18] Βαραλής κ.ά. 2011, 29.
[19] Δημητρούλιας (υπό έκδοση).
[20] ΥΠΠΟΑ- ΕΦΑ Κορινθίας 2015, χ.σ.
[21] Πέππας 1990, 166.
[22] Longnon 1969, 237-238. Bon 1969, 681.
[23] McLeod 1962, 391. Λόγω του πολιτικού κατακερματισμού και της αλληλεπίδρασης διαφόρων δυνάμεων κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο στον χώρο της Πελοποννήσου (Φράγκων, Βυζαντινών, Βενετών κ.λπ.), ήταν αναγκαία η κατασκευή πολυάριθμων αμυντικών έργων, ακόμα και σε κοντινές μεταξύ τους αποστάσεις, για την εξασφάλιση κάθε κυριάρχου από τις επεκτατικές βλέψεις άλλων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη συνύπαρξη σε μια περιοχή ή σε έναν άξονα επικοινωνίας πολλών σημαντικών κάστρων και άλλων δευτερευουσών οχυρωματικών κατασκευών, όπως στην περίπτωση που εξετάζουμε, όπου ο πύργος βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση από το κάστρο του Κιβερίου.
[24] Σφηκόπουλος 1968, 119.
[25] Βαραλής κ.ά. 2011, 29.
[26] http://ecastles.culture.gr. Για το πυργόσπιτο Κάντιας βλ. επίσης Ζαμενοπούλου – Χρονοπούλου 1977.
[27] Εστία παρατηρείται και σε παλαιότερα χρονολογημένα παραδείγματα πύργων, όπως στον πύργο Ματζουρανόγιαννη Καρύταινας, στη δυτική πλευρά του εσωτερικού της στάθμης που φιλοξενούσε τον χώρο κατοικίας, η οποία κάλυπτε τις καθημερινές ανάγκες των ενοίκων.
[28] ΥΠΠΟΑ-ΕΦΑ Κορινθίας 2015, χ.σ.
[29] Andrews 1978, 114-115, 232. Τσεκές 2001, 104-106.
[30] Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας, στην αρχαιολόγο Π. Κολιάτση, για τη συνεισφορά της στην αρχαιολογική και ιστορική τεκμηρίωση, και στους Ν. Μανιαδάκη και Ε. Τσιότρα, για τη συμβολή τους στην τοπογραφική αποτύπωση του μνημείου.
Βιβλιογραφία
- Andrews 1978: Κ. Andrews, Castles σf the Morea, Amsterdam.
- Ανδρούδης 2002: Π. Ανδρούδης, Ιστορικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες για τον «Πύργο του Αλβανού» της Μονής Χελανδαρίου στο Άγιον Όρος, Βυζαντιακά, 22, 219-245.
- Ανδρούδης 2007: Π. Ανδρούδης, Ο βυζαντινός πύργος στη θέση «Πίνακα» της Κασσάνδρας στη Χαλκιδική, Βυζαντιακά, 26, 247-270.
- Ανδρούδης 2018-2019: Π. Ανδρούδης, Οι βυζαντινοί πύργοι της Χαλκιδικής: ιστορικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, Βυζαντιακά, 35, 281-323.
- Ασδραχάς – Τσαρούχης 1974: Σ. Ασδραχάς – Γ. Τσαρούχης, Ζωγράφος – Μακρυγιάννης, στο: Οι Έλληνες ζωγράφοι. Από τον 19o αι. στον 20o, Τόμος Α’, Αθήνα, 12-61.
- Βαραλής κ.ά. 2011: Ι. Βαραλής – Γ. Τσεκές – Κ. Μπουντούρης, Το λατινικό κάστρο Chiveri στους Μύλους Λέρνας, στο: Οχυρωματική αρχιτεκτονική στην Πελοπόννησο (5ος -15ος αι.), Διεθνές συνέδριο, Ισθμός Κορίνθου 30 Σεπτεμβρίου – 2 Οκτωβρίου 2011, Περιλήψεις, 28-29.
- Bintliff 1996: J. L. Bintliff, The Frankish countryside in central Greece: The evidence from archaeological fιeld survey, στο: Ρ. Lock – G. D. R. Sanders (επιμ.), The Archaeology of Medieval Greece, Oxford, 1-18.
- Bogdanovid 2012: J. Bogdanovid, Life in a Late Byzantine Tower: Examples from Northern Greece, στο: Μ. Johnson – R. Ousterhout – Α. Papalexandrou (επιμ.), Approaches to Byzantine Architecture and its Decoration, Studies in Honor of Slobodan Curcid, Farnham, 187-202.
- Bon 1969: Α. Bon, La Moree franque. Recherches historiques, topographiques et archeologiques sur la principaute d’ Achaie (1205-1430), Paris.
- Bory de Saint-Vincent – Boblaye 1835: J.-Β. G. Μ. Bory de Saint-Vincent – Ε. Le Puillon de Boblaye, Expedition scientifique de Morée. Travaux de la section des sciences physiques, Paris.
- Δημητρούλιας (υπό έκδοση): Κ. Δημητρούλιας, Ιστορική-αρχιτεκτονική τεκμηρίωση και πρόταση επανάχρησης κεντρικού ορθογωνικού πύργου Α τείχους ακρόπολης, Κάστρου Λάρισας Άργους, Βυζαντιακά.
- Ζαμενοπούλου – Χρονοπούλου 1977: Ν. Ζαμενοπούλου – Χρονοπούλου, Πυργόσπιτα σε μικρούς οικισμούς της περιοχής Ναυπλίας, Προστασία Περιβάλλοντος, Άνθρωπος και Χώρος, Αθήνα, 25-32.
- Κοντογιάννης 2012: Ν. Κοντογιάννης, Ανιχνεύοντας την Καταλανική Βοιωτία: Η αμυντική οργάνωση του Δουκάτου των Αθηνών κατά τον 140 αι., στο: Η Καταλανο-αραγωνική κυριαρχία στον Ελληνικό Χώρο, Αθήνα, 67-109.
- Langdon 1995: Μ. Langdon, The mortared towers of Central Greece: An Attic supplement, ABSA, 90, 475-503.
- Lock 1986: Ρ. Lock, The Frankish towers of Central Greece, ABSA, 81, 101-123.
- Loizou 2017: C. Loizou, The medieval towers of Euboea: Their dimension as domestic and landscape phenomena, στο: Ζ. Tankosic – F. Mavridis – Μ. Kosma (επιμ.), An Island Between Τwσ Worlds. The Archaeolσgy of Euboea from Prehistσric to Byzantine Times, Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 12-14 Ιουλίου 2013, Αθήνα, 625-638.
- Longnon 1969: J. Longnon, Topographie et archeologie de la Moree Franque [Antoine Bon, La Moree franque. Recherches historiques, topographiques et archeologiques sur la principaute d’ Achaie (1205-1430)], Journal des Savants, 4, 193-242.
- McLeod 1962: W. McLeod, Kiveri and Thermisi, Hesperia, 31:4, 378-392.
- Μηλιαράκης 1886: Α. Μηλιαράκης, Γεωγραφία πολιτική, νέα και αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας μετά γεωγραφικού πίνακος του Νομού, Αθήναι.
- Ντόκος 2004: Κ. Ντόκος, Κιβέρι – Μύλοι – Σκαφιδάκι, Αργειακή Γη, 2 (Δεκέμβριος 2004), 118-130.
- Πέππας 1990: Ι. Πέππας, Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής, Αθήνα.
- Σφηκόπουλος 1968: Ι. Σφηκόπουλος, Τα μεσαιωνικά κάστρα του Μορηά, Αθήνα.
- Τσεκές 2001: Γ. Τσεκές, Κάστρο Λάρισα, στο: Α. Τρυποσκούφη – Α. Τσιτούρη (επιμ.), Ενετοί και Ιωαννίτες ιππότες, Δίκτυα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, Πειραματική Ενέργεια Archi-Med, Αθήνα, 104-106.
- Vionis 2014: Α. Vionis, The archaeology oflandscape and material culture in Late Byzantine – Frankish Greece, Pharos, 20:1, 313-346.
- ΥΠΠΟΑ-ΕΦΑ Κορινθίας 2015: ΥΠΠΟΑ-ΕΦΑ Κορινθίας, Αποκατάσταση αρχαιολογικού χώρου Κάστρου Αγιονορίου στην Κορινθία, Αρχαία Κόρινθος.
* Κωνσταντίνος Δημητρούλιας
ΥΠΠΟΑ, Δ/νση Μελετών και Εκτέλεσης Έργων Μουσείων και Πολιτιστικών Κτηρίων.
Αρχαιολογικό Έργο στην Πελοπόννησο 3 (ΑΕΠΕΛ3), Πρακτικά της Γ’ Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, Καλαμάτα, 2-5 Ιουνίου 2021. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών, Καλαμάτα, 2024.
– Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες χωρίς αρίθμηση οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.
* Ο Κωνσταντίνος Δημητρούλιας είναι Δρ. Αρχιτέκτονας Μηχανικός με εκτεταμένη ακαδημαϊκή κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία στην αρχιτεκτονική, τη συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τη δημόσια διοίκηση. Είναι κάτοχος Διπλώματος Αρχιτεκτονικής από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (Δ.Π.Θ.) και Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (MSc) στη «Συντήρηση και Αποκατάσταση Ιστορικών Κτηρίων και Συνόλων» από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.). Πρόσφατα ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Η Πελοπόννησος μετά τη Δ’ Σταυροφορία: χωρική οργάνωση, άμυνα και αρχιτεκτονική των οχυρώσεων» στο ίδιο ίδρυμα.
Σε επαγγελματικό επίπεδο, διαθέτει εκτενή εμπειρία τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Eργάστηκε ως Αρχιτέκτονας Μηχανικός στο Υπουργείο Πολιτισμού, συμβάλλοντας στη μελέτη και υλοποίηση τεχνικών έργων σε μουσεία και πολιτιστικά κτήρια. Η εμπειρία του στον δημόσιο τομέα περιλαμβάνει επίσης θητεία στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας και στον Δήμο Αιγιαλείας, όπου εκπόνησε μελέτες αναπλάσεων, αποκατάστασης και συντήρησης μνημείων και κτηριακών έργων, ενώ παράλληλα επέβλεψε σημαντικά δημόσια έργα. Στα πρώτα στάδια της επαγγελματικής του πορείας εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα ως εξωτερικός συνεργάτης Αρχιτέκτονας Μηχανικός σε εξειδικευμένο αρχιτεκτονικό γραφείο, συμμετέχοντας στην τεκμηρίωση και αποκατάσταση ιστορικών κτιρίων.
Διαβάστε ακόμη:
- Το κάστρο Chamires του Κιβερίου
- Κιβέρι – Μύλοι – Σκαφιδάκι
- Το Φράγκικο πριγκιπάτο της Πελοποννήσου (τιμάριο Άργους, Ναυπλίου, Θερμησίας κατά τον 13º – 14º αιώνα)
- Η Αργολίδα την περίοδο 1350-1400 – Το τέλος της Φραγκοκρατίας και η αρχή της Βενετοκρατίας

















Σχολιάστε