Νερουλάδες στην Αργολίδα
Οι νερουλάδες ή νεροκόποι ήταν πλανόδιοι πωλητές νερού, ένα από τα πιο σημαντικά παραδοσιακά επαγγέλματα που χάθηκαν με την εξέλιξη των υποδομών ύδρευσης. Ανέλαβαν την τροφοδοσία των σπιτιών σε πόλεις και χωριά την εποχή που δεν υπήρχε κεντρικό δίκτυο ύδρευσης ή τρεχούμενο νερό στα νοικοκυριά.
Νερουλάδες ή Νεροκόποι ονομάζονταν όσοι μετέφεραν ή εμπορεύονταν το νερό. Τους συναντούσαμε σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπου οι κάτοικοι δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν ιδιαίτερα πόσιμο νερό για την οικογένειά τους. Οι νερουλάδες φόρτωναν ξύλινες βαρέλες στα κάρα τους, που τα έσερναν δύο αγελάδες ή άλλα υποζύγια, κουβαλούσαν νερό από τις πιο κοντινές πηγές και το πουλούσαν. Δεν υπήρχαν τότε εμφιαλωμένα νερά, που μεταφέρονται τώρα με αυτοκίνητα από τα εμφιαλωτήρια στα σούπερ μάρκετ.
Το επάγγελμα του νερουλά εμφανιζόταν σε περιόδους ανομβρίας και ξηρασίας. Τότε οι κρήνες που υπήρχαν στις πόλεις και στις συνοικίες ή δεν επαρκούσαν, για να καλύψουν με το λιγοστό νερό τους τις αυξημένες ανάγκες των κατοίκων ή στέρευαν παντελώς. Εκτός από τις κρήνες, υπήρχαν και πηγάδια και στέρνες, όπως στην Ύδρα. Αλλά και στα κάστρα συλλέγονταν τα νερά της βροχής. Στο κάστρο της Λάρισας του Άργους π.χ. και του Παλαμηδιού υπήρχαν δεξαμενές νερού, για ν’ αντέχουν οι έγκλειστοι σε περίπτωση πολιορκίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ιστορία.

Κρανίδι, Ιούνιος 1955. Χαμόγελα της καθημερινότητας κόντρα στις δυσκολίες της εποχής. Γυναίκες μεταφέρουν το πολύτιμο νερό στους χωμάτινους δρόμους του Κρανιδίου.
Αρχείο: Στέφος Αλεξανδρίδης.
Είναι πολύ γνωστό ότι παλιότερα οι γυναίκες πήγαιναν στη βρύση του χωριού τις βραδινές ώρες με τη στάμνα τους για νερό. Ήταν η ώρα που θα ‘ρχότανε κι ο ζευγολάτης κι ο κτηνοτρόφος να ποτίσουν τα ζώα τους στη γούρνα ή ο νεαρός κυνηγός με το ντουφέκι του και τα σκυλιά του, για να πιει κι αυτός τάχα νερό, κι ο ντελικανής που ‘θελε να δει δυο όμορφα μάτια. Η βρύση του χωριού μάζευε τις απογευματινές και βραδινές ώρες άνδρες και γυναίκες, κοπέλες και παλικάρια, που χαιρετιούνταν εγκάρδια, αστειεύονταν, κουτσομπόλευαν, γελούσαν, ερωτεύονταν.

Γυναίκες στην κρήνη του χωριού για να γεμίσουν τις στάμνες με νερό. Κρήτη, 1955. Φωτογραφία του Αυστριακού φωτορεπόρτερ Erich Lessing για το πρακτορείο Magnum.
Οι γυναίκες έπαιρναν μαζί τους κι ένα μακρόστενο υφαντό, κρουστό και κροσσωτό, το προσονώμι, για να το βάζουν στον ώμο και να μην τις βρέχει το νερό της στάμνας. Τη στάμνα (ή λαήνα) την τοποθετούσαν με προσοχή στη λαηνοκαθιά. Δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε λαηνοκαθιά σε ύψος 1,5 μέτρου. Όταν κτιζότανε το σπίτι με πέτρα και το πάχος του τοίχου δεν ήτανε μικρότερο των 60 εκατοστών, ο χτίστης ρωτούσε: «Πού θα βάλω τη λαηνοκαθιά;» δηλαδή μια εσοχή για τη λαήνα. Και για να μην κινδυνεύει η λαήνα, έβαζαν μια αφάνα στον πάτο της εποχής κι από πάνω έμπαινε η στάμνα με το νερό. Όποιος διψούσε έπαιρνε το κύπελλο κι έβαζε νερό από τη λαήνα, χωρίς να την κατεβάζει από τη θέση της. Τέλος, για να μην πέφτουν ξένα σώματα ή ζωύφια μέσα, τοποθετούσαν στο στόμιό της ένα αγκαθάκι, που το λέγανε σταμναγκάθι. Πρόκειται για το γνωστό χόρτο, είδος ραδικιού, που όταν ξεραθεί το καλοκαίρι, μοιάζει με μικρή αφάνα και που τώρα στην Κρήτη καλλιεργείται συστηματικά.
Στο Άργος και στο Ναύπλιο υπήρχαν αρκετές κρήνες, και στις εισόδους των πόλεων και μέσα σ’ αυτές, όπου κατέφθαναν τ’ απογεύματα και τα βράδια οι γυναίκες και οι κοπέλες να γεμίσουν στάμνες και κανάτια. Υπάρχουν πολλά δημοτικά τραγούδια, που αναφέρονται στους έρωτες των κοριτσιών στην κρήνη της γειτονιάς ή στο πηγάδι της αυλής. Η διαίσθηση του λαϊκού στιχουργού μας το επιβεβαιώνει: Πάν’ τα πουλάκια στις βοσκές κι η αγάπη μου στη βρύση, Πάν’ τα κορίτσια για νερό, γυρίζουν φιλημένα.
Στο Άργος υπήρχαν πολλά πηγάδια στις αυλές των σπιτιών. «Κάθε νοικοκυριό και το πηγάδι του», το οποίο ήταν ρηχό, 7-10 μέτρα περίπου. Σήμερα με τη συνεχή άντληση των γεωτρήσεων για την άρδευση του κάμπου, ο υδροφόρος ορίζοντας έχει κατέβει χαμηλά και όλα τα πηγάδια ξεράθηκαν. Το νερό των πηγαδιών ήταν καθαρό, κρυστάλλινο και δροσερό χωρίς καθόλου νιτρικά, ενώ σήμερα το νερό των γεωτρήσεων θεωρείται συνήθως ακατάλληλο προς πόση εξαιτίας των αυξημένων νιτρικών, που οφείλονται στην αλόγιστη και υπερβολική χρήση λιπασμάτων στις καλλιέργειες.
Επίσης, σε όλα τα καμπίτικα χωριά της Αργολίδας, όπου δεν υπήρχαν νερά όπως στις ορεινές περιοχές, υπήρχαν πηγάδια για την ύδρευση των κατοίκων.

Λίμνες, περίπου 1930. Η γιαγιά ξυπόλυτη μέσα στα κρύα του χειμώνα, πηγαίνει για νερό στο πηγάδι του χωριού. (Αρχείο Τάσου Βλάχου). Η φωτογραφία κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου, «Στα χνάρια του χθες» του Οδυσσέα Κουμαδωράκη.
Το Ναύπλιο – και εννοούμε την παλιά πόλη μαζί με την Πρόνοια – είχε λιγότερα πηγάδια σε σχέση με το Άργος λόγω μηδενικού υψομέτρου και για άλλους γεωφυσικούς ή οικιστικούς λόγους. Κάποια εποχή, όπως φαίνεται από μαρτυρίες ιδιωτών, το Ναύπλιο είχε πρόβλημα νερού, παρά το γεγονός ότι υπήρχε δίκτυο ύδρευσης.
Φυσικά δε μνημονεύεται νερουλάς με βοϊδάμαξα και νεροβαρέλα, όπως συνέβαινε παλιότερα σε άλλες περιοχές. Η εμπορία νερού γινόταν με μεγάλα υδροφόρα οχήματα, αν και ορισμένοι ιδιώτες ίσως να είχαν τη δυνατότητα να αναζητήσουν νερό με δικό τους μεταφορικό μέσο από κοντινές πηγές, όπως από τη θρυλική πηγή της Κανάθου, στο Moναστήρι της Αγίας Μονής, όπου σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση λουζόταν η θεά Ήρα μια φορά το χρόνο και ανακτούσε την παρθενία της. Επίσης έπαιρναν νερό από τις πηγές της Άριας.

Ο νερουλάς σε ώρα εργασίας. Μια εικόνα από το παρελθόν, τότε που το πόσιμο νερό έφτανε στα σπίτια με το κάρο, τις στάμνες και τα μεταλλικά γκιούμια.
Οι επαγγελματίες νερουλάδες προμήθευαν με νερό τα νοικοκυριά του Ναυπλίου, τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τις ταβέρνες, χρησιμοποιώντας βαριά βυτιοφόρα οχήματα. Ένας τέτοιος νερουλάς ήταν ο Κώστας Ουλής από τα Δενδρά της Ναυπλίας, ο οποίος γέμιζε το βυτίο του από τη γεώτρηση του Γκάβα στην Άρια, έξω από το Ναύπλιο (μαρτυρία Τάκη Ουλή). Ένας ακόμη με βυτίο ήταν ο Νικόλας Ουλής και κάποιος ακόμη από την Αγία Τριάδα, φαλακρός με πράσινο αυτοκίνητο. Άγνωστο το όνομά του.
Θυμάμαι που ο μακαρίτης ο πατέρας μας ξεκινούσε από το σπίτι μας στα Δενδρά με βυτιοφόρο. Μπορεί να έπαιρνε και δέκα τόνους. Και πήγαινε στην Άρια και γέμιζε τη βαρέλα από τη γεώτρηση του Γκάβα. Αυτό γινότανε τέσσερις και πέντε φορές την ημέρα, ανάλογα με την εποχή και τη ζήτηση. Τον ιδιοκτήτη της γεώτρησης τον πλήρωνε με το βαρέλι.
Ήτανε πελάτες που παίρνανε πολύ νερό τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, το μακαρονοποιείο του Φωτόπουλου, οι ταβέρνες. Τα εστιατόρια του Φίκου και του Τόσκα και τανάλωναν πολύ νερό. Η ψαροταβέρνα του Σαβούρα, που τρώγαμε καμιά φορά, το ίδιο. Δίναμε νερό σε πολλά νοικοκυριά. Κορνάραμε, βγαίνανε οι γυναίκες με τα πετρέλια, τις στάμνες και τους κουβάδες. Σ’ εμένα και στον αδερφό μου δίνανε και πουρμπουάρ. Εγώ ήμουνα στην Γ’ με Δ’ τάξη του Δημοτικού, γύρω στο 1962 με 1963. Και τα καλοκαίρια ο αδερφός μου κι εγώ τον βοηθούσαμε τον πατέρα. (Μαρτυρία Τάκη Ουλή).
Το Ναύπλιο υδρεύτηκε από τις πηγές της Λέρνης για πρώτη φορά επί δημαρχίας Δημητρίου Σαγιά. Ο Δημ. Σαγιάς διετέλεσε Δήμαρχος Ναυπλίου την περίοδο 1946-1966. Το 1965 ολοκληρώθηκε το έργο αυτό. Μάλιστα, είχε ετοιμαστεί η δεξαμενή πάνω από την Πυροσβεστική. Μέχρι τότε το Ναύπλιο είχε στη διάθεσή του τις πηγές Ζυμβρακάκη και της Άριας, αλλά το νερό ήταν λιγοστό. Ιδιαίτερο πρόβλημα είχαν τα σπίτια που ήταν κτισμένα ψηλά, λόγω υψομετρικής διαφοράς.
Υπήρχαν, επίσης, στο Ναύπλιο αβαθή πηγάδια, πολλά από τα οποία διέθεταν χειροκίνητες αντλίες, ιδιαίτερα στην περιοχή του Συνοικισμού, στο τρίγωνο μεταξύ των οδών Άργους και Ασκληπιού. Ηλικιωμένοι Αναπλιώτες θυμούνται, επίσης, το μαγκανοπήγαδο της Καρύδαινας, το οποίο υπήρχε εκεί όπου κτίστηκε αργότερα το νοσοκομείο. Η άντληση του νερού γινότανε με άλογο και ποτίζονταν τα γύρω μποστάνια, που είχανε κυρίως τομάτα. Το 1945 περίπου, το άλογο αντικαταστάθηκε με πετρελαιομηχανή, αλλά λόγω της ανομβρίας, ίσως και λόγω υπεράντλησης, ο υδροφόρος ορίζοντας υποχώρησε και το νερό έγινε υφάλμυρο, γιατί μπήκε μέσα η θάλασσα και οι τέσσερις καρυδιές που υπήρχανε γύρω από το πηγάδι ξεράθηκαν, προφανώς από την αλμύρα.
Σημ. Βιβλιοθήκης: Ο πιο διάσημος Έλληνας νερουλάς ήταν ο Σπύρος Λούης, ο χρυσός ολυμπιονίκης του Μαραθωνίου στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Πριν γίνει εθνικός ήρωας, έβγαζε το ψωμί του μεταφέροντας νερό με τη σούστα του από το Μαρούσι στην Αθήνα.
Το τέλος του επαγγέλματος, τουλάχιστον για την Αθήνα, άρχισε να φθίνει σταδιακά από το 1930, με την ίδρυση της εταιρείας ULEN και τη δημιουργία του φράγματος του Μαραθώνα, που έφερε το σύγχρονο δίκτυο ύδρευσης στα σπίτια. Σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις, απομακρυσμένα χωριά ή φτωχικές συνοικίες, οι νερουλάδες συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μέχρι και τη δεκαετία του 1960.
Φιλόλογος – Συγγραφέας
Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
Σχετικά θέματα:
- Κρήνες του Άργους
- Βρύσες – Πηγάδια – Στέρνες. Ο αγώνας για το νερό στην προβιομηχανική Αργοναυπλία
- Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα
- Αργολίδα: Σύνδεση των προϊστορικών μύθων με τα γεω-περιβαλλοντικά και αρχαιολογικά στοιχεία








Σχολιάστε