Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘Επιχειρηματικότητα – Οικονομία’ Category

Τοκιστές – Σαράφηδες της Αργολίδας


 

Με αφορμή τον «Οδηγό» του Ν. Ιγγλέση (1917)[1] κρίναμε σκόπιμο να ασχοληθούμε και με τους τοκιστές, μια και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός της άγριας εκμετάλλευσης των φτωχών αγροτών της Αργολίδας από τους συμπολίτες τοκογλύφους.

Ανέκαθεν συνέβαιναν αυτά, ο φτωχός που είχε άμεση ανάγκη από οικονομική βοήθεια να καταφεύγει σε κάποιον πλούσιο συμπολίτη του, ο οποίος του δάνειζε χρήματα, με το αζημίωτο φυσικά, κι έτσι οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, ιδιαίτερα όταν οι δανειζόμενοι έχαναν το υποθηκευμένο χωραφάκι τους ή το σπίτι τους, αν δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν το δάνειο. Αυτό δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Αρκούσε μία θεομηνία, ένας παγετός, ένα χαλάζι, για να μην πάει καλά η σοδειά, ή μια οικονομική κρίση όπως εκείνη του 1929, έτος κατά το οποίο τα καπνά της Αργολίδας πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές και οι καπνοπαραγωγοί βρέθηκαν σε οικονομικό αδιέξοδο.

 

Χαρτονόμισμα των 5 δραχμών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία έκδοσης την 1η Μαΐου 1912.

 

Στον «Οδηγό» του Ν. Ιγγλέση μνημονεύονται αρκετά ονόματα «τοκιστών»,  στο Άργος 11 ονόματα, στο Ναύπλιο 14, στην Ασίνη (Τζαφέραγα) 2, στο Κουτσοπόδι 1, στην Αλέα (Μπουγιάτι) 1 και στο Κρανίδι 4.

Οι πληροφορίες που ακολουθούν είναι παρμένες από τη γεωργοοικονομική μελέτη «Η Αργολική πεδιάς»,[2] η οποία ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο 1936 και στην οποία οι μελετητές σημειώνουν ότι «εις κάθε χωρίον υπάρχουν πάντοτε εις ή δύο τοκογλύφοι, οίτινες ευρίσκοντες τους αγρότας εις την ανάγκην να δανεισθούν, κατ’ αρχάς μεν ισχυρίζονται ότι δεν διαθέτουν χρήματα προς δανεισμόν, εφόσον όμως πεισθούν ότι ο αιτών ευρίσκεται εις απόλυτον ανάγκην, του χορηγούν χρήματα με τοκογλυφικόν επιτόκιον». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νερουλάδες στην Αργολίδα


 

Οι νερουλάδες ή νεροκόποι ήταν πλανόδιοι πωλητές νερού, ένα από τα πιο σημαντικά παραδοσιακά επαγγέλματα που χάθηκαν με την εξέλιξη των υποδομών ύδρευσης. Ανέλαβαν την τροφοδοσία των σπιτιών σε πόλεις και χωριά την εποχή που δεν υπήρχε κεντρικό δίκτυο ύδρευσης ή τρεχούμενο νερό στα νοικοκυριά.

 

Νερουλάδες ή Νεροκόποι ονομάζονταν όσοι μετέφεραν ή εμπορεύονταν το νερό. Τους συναντούσαμε σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπου οι κάτοικοι δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν ιδιαίτερα πόσιμο νερό για την οικογένειά τους. Οι νερουλάδες φόρτωναν ξύλινες βαρέλες στα κάρα τους, που τα έσερναν δύο αγελάδες ή άλλα υποζύγια, κουβαλούσαν νερό από τις πιο κοντινές πηγές και το πουλούσαν. Δεν υπήρχαν τότε εμφιαλωμένα νερά, που μεταφέρονται τώρα με αυτοκίνητα από τα εμφιαλωτήρια στα σούπερ μάρκετ.

Το επάγγελμα του νερουλά εμφανιζόταν σε περιόδους ανομβρίας και ξηρασίας. Τότε οι κρήνες που υπήρχαν στις πόλεις και στις συνοικίες ή δεν επαρκούσαν, για να καλύψουν με το λιγοστό νερό τους τις αυξημένες ανάγκες των κατοίκων ή στέρευαν παντελώς. Εκτός από τις κρήνες, υπήρχαν και πηγάδια και στέρνες, όπως στην Ύδρα. Αλλά και στα κάστρα συλλέγονταν τα νερά της βροχής. Στο κάστρο της Λάρισας του Άργους π.χ. και του Παλαμηδιού υπήρχαν δεξαμενές νερού, για ν’ αντέχουν οι έγκλειστοι σε περίπτωση πολιορκίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ιστορία.

 

Κρανίδι, Ιούνιος 1955. Χαμόγελα της καθημερινότητας κόντρα στις δυσκολίες της εποχής. Γυναίκες μεταφέρουν το πολύτιμο νερό στους χωμάτινους δρόμους του Κρανιδίου.
Αρχείο: Στέφος Αλεξανδρίδης.

 

Είναι πολύ γνωστό ότι παλιότερα οι γυναίκες πήγαιναν στη βρύση του χωριού τις βραδινές ώρες με τη στάμνα τους για νερό. Ήταν η ώρα που θα ‘ρχότανε κι ο ζευγολάτης κι ο κτηνοτρόφος να ποτίσουν τα ζώα τους στη γούρνα ή ο νεαρός κυνηγός με το ντουφέκι του και τα σκυλιά του, για να πιει κι αυτός τάχα νερό, κι ο ντελικανής που ‘θελε να δει δυο όμορφα μάτια. Η βρύση του χωριού μάζευε τις απογευματινές και βραδινές ώρες άνδρες και γυναίκες, κοπέλες και παλικάρια, που χαιρετιούνταν εγκάρδια, αστειεύονταν, κουτσομπόλευαν, γελούσαν, ερωτεύονταν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μακαρονοποιεία Άργους-Ναυπλίου


 

Στο Άργος και στο Ναύπλιο είχαν ιδρυθεί προπολεμικά εργαστήρια ζυμαρικών, τα οποία έπαψαν να λειτουργούν πριν από πολλά χρόνια είτε γιατί δεν ήταν τα μηχανήματά τους επαρκή είτε γιατί αναπτύχθηκαν οι μεγάλες βιομηχανίες ζυμαρικών.

Στο Άργος υπήρχαν προπολεμικά δύο μακαρονοποιεία.[1] Το ένα ήταν ιδιοκτησίας Μπιτσαξή-Τσεκρέκου κοντά στο Εργατικό Κέντρο (πίσω από την οδό Βασ. Αλεξάνδρου). Τα τελευταία χρόνια λειτουργίας του το είχε ενοικιάσει ο Ευάγγελος Καραγιάννης, ο οποίος ήθελε να αγοράσει το οίκημα μαζί με τα μηχανήματα και να τα αντικαταστήσει με άλλα σύγχρονα, κάτι που δεν έγινε, διότι οι συνιδιοκτήτες διαφωνούσαν ως προς την πώληση ή μη του εργαστηρίου.[2] Τελικά, το εργοστάσιο αυτό, του Βασίλη Καραγιάννη, όπως το θυμούνται πολλοί, έκλεισε το 1956 περίπου. Απασχολούσε πεντέξι εργάτες.

 

Εργαζόμενοι σε εργοστάσιο Μακαρονοποιείας του Άργους με τις οικογένειές τους, πιθανότατα σε κάποια γιορτή, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με πληροφορίες που μας έδωσε, πρόσφατα (2026), ο Μανώλης Ψαρρός από τη Νέα Κίο, ο άνδρας που βρίσκεται ξαπλωμένος είναι ο προπάππους του, Κυριάκος Ψαρρός, ενώ ο μικρός πιτσιρικάς που κάθεται πάνω του είναι ο παππούς του, Μανόλης Ψαρρός. Επάνω αριστερά, διακρίνεται ένας άνδρας που κρατάει ένα μικρό ξύλινο βαρελάκι για κονιάκ ή κρασί. Το βαρελάκι αυτό ανήκε στον Κυριάκο Ψαρρό και σήμερα φυλάσσεται ως κειμήλιο στο σπίτι της οικογένειας. Ο πατέρας του Μανώλη Ψαρρού είχε εργαστεί και ο ίδιος στο εργοστάσιο μετά την Κατοχή, και ήταν εκείνος που διέσωσε τη συγκεκριμένη φωτογραφία.

 

Το άλλο εργαστήριο ήταν του Γεωργίου Μπουλαμάκη, στην οδό Τσώκρη 32, εκεί όπου τώρα στεγάζεται το φαρμακείο του Πέτρου Αναγνωστόπουλου, το οποίο έκλεισε πιο νωρίς, στις αρχές της δεκαετίας 1950. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο ελαιώνας του Λυγουριού και η εξέλιξή του από τον 14ο στον 19ο αιώνα – Αντώνης Ξυπολιάς


 

Ο ελαιώνας του Λυγουριού στην Αργολίδα, κοντά στην Αρχαία Επίδαυρο, καλύπτει μια απέραντη έκταση, αποτελώντας τη βάση για την παραγωγή του πιστοποιημένου ΠΟΠ (Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης) ελαιολάδου «Λυγουριό Ασκληπιείου».

Στην περιοχή επικρατεί η ποικιλία «Μανάκι» ή «Αγουρομάνακο» σε ποσοστό 80%, ενώ η «Κορωνέϊκη» κατά 10% και η «Αθηνολιά» κατά 10%. Ο ελαιώνας αποτελεί σημαντικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας και πολιτιστικής κληρονομιάς της Επιδαύρου…

 

Τεκμήρια του 14ου αιώνα δείχνουν ότι, στα χρόνια της φεουδαρχίας, οι ακτήμονες κάτοικοι του Λυγουριού καλλιεργούσαν με ξύλινο αλέτρι τα χωράφια του γαιοκτήμονα και απέδιδαν μέρος της συνολικής παραγωγής, το λεγόμενο γεώμορο.

Το φθινόπωρο του 1365, ο διοικητής του κάστρου του Παλαιού Λυγουριού Michali Pandea, [1], και ο Theodoro [2] διαχειριστής του ηγεμόνα της Καστελλανίας της Κορίνθου, κατέγραφαν σε ειδικά κατάστιχα το γεώμορο συνολικού του χωριού σε μόδι (μονάδα μέτρησης σιτηρών και ελιών) και την αντίστοιχη αξία τους σε υπέρπυρα. Από τα κατάστιχα προκύπτει ότι το κρασί αποτελούσε το προϊόν με τη μεγαλύτερη αξία [3], ενώ κυριότερη ήταν η παραγωγή δημητριακών. Για τις ελιές, το γεώμορο συνολικά στο χωριό ανερχόταν σε 2 και ¼ μόδι (περίπου 1.155 κιλά), ενώ συγκριτικά για τα χαρούπια έφτανε τα 2.825 κιλά [4].

Στα κατάστιχα δεν αναφέρεται φορολογία λαδιού στο Λυγουριό, ενώ στην Καλαμάτα που επίσης ανήκε στον ίδιο ηγεμόνα (τον φιορεντίνο Νικόλα Ατζαγιόλι), προκύπτει φόρος χρήσης των πέτρινων ελαιοσπαστήρων [5], στα ελαιοτριβεία της εποχής.

Τέτοιοι ελαιοσπαστήρες [ρωμαϊκοί ταρπητές] εντοπίζονται και σε πολλές θέσεις στην αγροτική έκταση του Λυγουριού, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι συνθήκες ανασφάλειας που επικράτησαν κατά τους 12ο  και 13ο  αιώνες [6] φαίνεται πως οδήγησαν τον τοπικό, διασκορπισμένο πληθυσμό να εγκαταλείψει την ύπαιθρο και να συγκεντρωθεί κοντά και κάτω από το κάστρο, στην οχυρή θέση στους πρόποδες του Αραχναίου όρους.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886, με τη θέση του σημερινού Λυγουριού.

 

Κατά τα πρώτα χρόνια της Α’ Τουρκοκρατίας, ο Οθωμανός κατακτητής κατέστρεψε την οχυρή θέση της περιοχής του κάστρου και υποχρέωσε τον τοπικό πληθυσμό να μετακινηθεί κοντά στις πιο παραγωγικές εκτάσεις, όπου σταδιακά διαμορφώθηκε ο σημερινός οικισμός. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γεώργιος Στρίγκος (1878-1956): Μια πολυσχιδής προσωπικότητα


 

Ο Γεώργιος Στρίγκος, εγγονός αγωνιστή του 1821, συνέδεσε το όνομά του με τον εμποροβιομηχανικό κόσμο του λιμανιού του Πειραιά είτε ως πρόεδρος του Επιμελητηρίου είτε ως γερουσιαστής. Ήταν ένας από τους ιδρυτές του εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου Πειραιώς, του οποίου χρημάτισε και πρόεδρος, καθώς και ιδρυτής του Ναυτικού Μουσείου. Επίσης ιδρυτής μιας από τις πρώτες ελληνικές ιδιωτικές τράπεζες, της τράπεζας Στρίγκου-Εμπειρίκου. Ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική (με το κόμμα Φιλελευθέρων) και εκλέχτηκε βουλευτής το 1926 και γερουσιαστής επιμελητηρίων το 1928. Διετέλεσε και δημοτικός σύμβουλος Πειραιώς. Πολυταξιδεμένος και πάντα ενημερωμένος για τις εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις, ο Γεώργιος Στρίγκος αρθρογραφούσε και μάλιστα μαχητικά για τις απόψεις του. Υπήρξε επιπλέον από τους σημαντικότερους συλλέκτες έργων τέχνης. Η οικία Στρίγκου αποτελεί σήμα κατατεθέν στο Πασαλιμάνι και στέγασε επί σειρά ετών το Γαλλικό Ινστιτούτο.  Σήμερα στεγάζεται το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη.

 

Γεώργιος Στρίγκος: Αρχείο οικογένειας Γεωργίου Δ. Στρίγκου.

Ο Γεώργιος Στρίγκος αυτοδημιούργητος, φιλότεχνος, αναδείχθηκε σε δεσπόζουσα μορφή της επιχειρηματικής και κοινωνικής ζωής του Πειραιά, στις αρχές του 20ου αιώνα. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως τραπεζικός υπάλληλος, έγινε έμπορος, βιομήχανος, εφοπλιστής και πολιτικός. Στην περίοδο της επαγγελματικής και οικονομικής του ακμής θεωρούνταν ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς παράγοντες της Ελλάδας.

Ήταν ένας μοντέρνος επιχειρηματίας με σημαντική κοινωνική δράση. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους συλλέκτες έργων τέχνης του 20ου αιώνα. Η συλλογή έργων τέχνης που διέθετε στο σπίτι του, θεωρούνταν από τις σημαντικότερες ιδιωτικές συλλογές.

Ήταν ιδρυτικό μέλος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά (Ε.Β.Ε.Π.), Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά και βουλευτής Πειραιώς και Νήσων. Το 1949 ιδρύεται η «Εταιρεία του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος», στο οποίο έγινε πρώτος Πρόεδρος (1949-1953).

Ο Γεώργιος Στρίγκος γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1878 στο Κρανίδι της Ερμιονίδας. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Στρίγκου και της Μαρίας Ζερβού. Ο παππούς του, Ιωάννης Ν. Στρίγκος, είχε ενεργή συμμετοχή στην Επανάσταση με ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα από συμπολίτες του που χρηματοδοτούσε ο ίδιος. Τον Σεπτέμβριο του 1821 είχε πάρει μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και έναν χρόνο αργότερα πήρε μέρος στη μάχη των Δερβενακίων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γεωλογία των κοιτασμάτων σιδηροπυρίτη της Ερμιόνης – Σταύρος Τριανταφυλλίδης


 

Το επιστημονικό ενδιαφέρον και n μεταλλοφορία τους

 

Η μεταλλευτική δραστηριότητα, σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτελεί τον κυριότερο ίσως μοχλό-μηχανισμό ανάπτυξης των κρατών. Ακόμα και σήμερα στην Ελλάδα, όπου η μεταλλευτική δραστηριότητα είναι πολύ περιορισμένη σε σχέση με παλαιότερες περιόδους, η συμβολή της μεταλλευτικής βιομηχανίας στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν της χώρας διατηρεί ακόμα το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής, υψηλότερο ακόμα και από αυτό του πολυδιαφημισμένου τουρισμού.

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, το Ελληνικό κράτος πάσχιζε να «πατήσει στα πόδια του». Η ανάγκη αυτή οδήγησε στην μεταλλευτική έρευνα, η οποία προσέφερε σημαντικά εφόδια στην οικονομική ανάπτυξη του σχετικά νεοσύστατου Ελληνικού κράτους.

Μία τέτοια περίπτωση αποτελούν και τα μεταλλεία της Ερμιόνης, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα, τα κοιτάσματα της περιοχής έχουν πλέον μόνο επιστημονικό ενδιαφέρον, κυρίως δίνοντας πληροφορίες για τη γεωλογική εξέλιξη της περιοχής.

 

Μεταλλεία Ερμιόνης.

 

Στην περίπτωσή μας, θα λειτουργήσουμε «ανάποδα» και θα δούμε πώς αυτές οι μικρές και χωρίς οικονομική αξία για τα σημερινά δεδομένα μεταλλοφορίες συνέβαλαν για διάστημα μεγαλύτερο των 70 ετών στην οικονομική και κοινωνικοπολιτική ανάπτυξη μιας πολύ φτωχής περιοχής, όπως αυτή της Ερμιόνης Αργολίδας. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε τη διττή φύση των μεταλλείων της Ερμιόνης, καθώς με τα ιδιαίτερα ορυκτολογικά και γεωχημικά χαρακτηριστικά τους συνέδραμαν επίσης και στην γεωργική ανάπτυξη του Ελληνικού κράτους, καθώς το εξαγόμενο μετάλλευμα αξιοποιήθηκε κυρίως για την παραγωγή θειικού οξέος, το οποίο αποτελεί πρώτη ύλη στην παραγωγή γεωργικών λιπασμάτων. Ας τα δούμε, λοιπόν, ένα προς ένα στη συνέχεια… (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδιστριακή Πολιτεία (1828-1831): «Ο Πόλεμος των Λιμανιών» –  Η κυβερνητική πολιτική για τα προβλήματα λειτουργίας των λιμανιών και η απογραφή των υπαλλήλων της «Οικονομικής Υπηρεσίας» –  Θεόδωρος Δεβενές


 

Α’.  Η Κατάσταση πριν την άφιξη του Καποδίστρια

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας φθάνει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828, δηλαδή 8 μήνες μετά την εκλογή του από την Γ’ Εθνική Συνέλευση.  Ακολουθούν  αμέσως διαβουλεύσεις με τα μέλη της απερχόμενης κατάστασης και τα μέλη της Βουλής. Ο υπουργός Εσωτερικών της απερχόμενης κυβέρνησης τον ενημερώνει ότι οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα έχει νεκρωθεί. Το ίδιο ισχύει και σε άλλους κρίσιμους τομείς της δημόσιας ζωής, όπως η δικαιοσύνη και η δημόσια τάξη.[1]

Το δημόσιο ταμείο είναι τελείως άδειο. Σύμφωνα μάλιστα με τον υπουργό Οικονομικών Αθανάσιο Λιδωρίκη, και οι τελευταίοι δημόσιοι πόροι έχουν γίνει βορά των ισχυρών (πολιτικών και στρατιωτικών).[2] Τα 300.000 περίπου φράγκα που φέρνει μαζί του ο Κυβερνήτης αρκούν μόνο για λίγες εβδομάδες μισθοδοσίας και τροφοδοσίας του στρατού, και για τις πρώτες ποσότητες συσσιτίων για ένα λαό που έχει χάσει τα πάντα. Αυτό ίσχυε και για τους πρόσφυγες και  για τους γηγενείς.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Στην Πελοπόννησο επιφανείς προεστοί έχουν καταστραφεί οικονομικά, το 90% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων έχει καεί ή εγκαταλειφθεί, και ο πληθυσμός έχει εγκαταλείψει τις εστίες του. Η οικονομική «αιμορραγία» των εφοπλιστών, η αεργία που μαστίζει τον πληθυσμό των νησιών και η ολοκληρωτική σχεδόν ανακατάληψη της Στερεάς από τους Οθωμανούς, συμπληρώνουν την εικόνα που αντιμετωπίζει ο Καποδίστριας.

– Για την άμεση εξεύρεση χρηματικών πόρων, η κυβέρνηση προβαίνει στις εξής ενέργειες:

α) Στις 2 Φεβρουαρίου  ιδρύει την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, στην οποία καλούνται να καταθέσουν οι Έλληνες τα χρηματικά τους κεφάλαια με επιτόκιο 8%. Μέχρι τις 14 Μαρτίου η Τράπεζα είχε δανείσει στη Διοίκηση 40.000 δίστηλα.[3]  

β) Στο διάστημα 10-12 Μαρτίου ακυρώνει την δημοπρασία των προσόδων στα νησιά του Αιγαίου προκηρύσσοντας ξανά την ενοικίασή τους, με όρους σαφώς καλύτερους για το δημόσιο ταμείο και με έγκαιρη ενημέρωση των κοινοτήτων (πράγμα που δεν είχε συμβεί την πρώτη φορά). Ειδικά για τους πρώην ενοικιαστές, βεβαιώνεται ότι θα τους καταβληθεί αποζημίωση προσαυξημένη με τόκο από την ημέρα που είχαν καταβάλει τα χρήματα.[4]     (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χειροτεχνική εργασία στα υφαντουργικά εργοστάσια του Άργους – Όψεις της εργατικής εμπειρίας και της γυναικείας ταυτότητας. Λεβειδιώτη Μαρία-Ελισάβετ, Ιστορικός-Λαογράφος


 

Πρόλογος

 

Η παρούσα ερευνητική απόπειρα έγινε στα πλαίσια μιας εξαμηνιαίας μεταπτυχιακής μου εργασίας και αφορά τον προβληματισμό για την εργασιακή εμπειρία των γυναικών στα εργοστάσια της περιοχής του Άργους, και συγκεκριμένα των υφαντουργείων, από τα τέλη του 19ου ως τα τέλη του 20ου αιώνα. Τα ερωτήματα που γεννήθηκαν σχετίζονται με την ενασχόληση των επιστημών με το φύλο, εννοώντας τη γυναίκα, την θεώρηση της ταυτότητάς της ως ενεργό κοινωνικό υποκείμενο. Στη συνέχεια μέσα από την ερευνητική διαδικασία προέκυψαν ερωτήματα σχετικά με την καταγωγή των εργατριών, την καθημερινότητα της εργασίας τους, τις σχέσεις τους με τα αφεντικά τους και τους άλλους εργαζόμενους, αλλά και τις συλλογικές αναπαραστάσεις των άλλων γι’ αυτές.

Εργοστάσιο Υφαντουργίας Αφοί Δ. Μαρίνου. Φωτογραφία: Πλάτων Ριβέλλης. Δημοσιεύεται στο πρόγραμμα του «Φεστιβάλ Άργους», 23-30 Ιουνίου 1995.

Για τις απαντήσεις των παραπάνω ερωτημάτων η έλλειψη πηγών που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα με δυσκόλεψαν ιδιαιτέρως. Παρά την πραγματοποίηση της σχετικής αναζήτησης με σκοπό τη βιβλιογραφική τεκμηρίωση από τις τοπικές πηγές στην πορεία διαπίστωσα ότι είναι αρκετά φτωχές οι αναφορές. Έτσι με τη μέθοδο της επιτόπιας και εθνογραφικής έρευνας επεδίωξα να συλλέξω περισσότερα στοιχεία σχετικά με την πρόσληψη της εργασιακής εμπειρίας και αντιμετώπισης του κοινωνικού υποκειμένου.

Πρόκειται για μία συλλογή αφηγήσεων, η ανάλυση των οποίων έχει σκοπό την ανάδειξη της πολυπλοκότητας των τρόπων με τους οποίους τα υποκείμενα, και συγκεκριμένα οι γυναίκες, δίνουν σάρκα και οστά στην επιθυμία τους να επιτύχουν, ν’ αναγνωριστούν και να αποδεσμευτούν από τις κοινωνικές συμβάσεις, ή να υποδείξουν αυτές στις οποίες υποτάσσονται.[1]

Η συμμετοχή των γυναικών σε εργασιακά περιβάλλοντα είναι συνδεδεμένη με τον κύκλο ζωής τους, καθώς στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, οι γυναίκες που εργάζονται διατηρούν την απασχόληση τους ως ότου να κάνουν οικογένεια ή να εκπληρώσουν έναν οικογενειακό σκοπό.

Η φυσιογνωμία της εργάτριας εντάσσεται μέσα σ’ ένα σύστημα αξιών, δημιούργημα των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων, υπακούει σε ρόλους και υποτάσσεται στα στερεότυπα μιας κοινωνίας με ηθικολογικά πρότυπα. Οι συλλογικές αναπαραστάσεις δημιουργούν τη συνθετότητα του ειδώλου της εργάτριας από διαφορετικές οπτικές γωνίες, όπως επαγγελματική ιδιότητα, οικογενειακή κατάσταση, εξωτερική εμφάνιση και τον βαθμό εκπολιτισμού.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βιομήχανοι – υφαντουργοί Άργους


 

Ένα σημαντικό κεφάλαιο στην πρόσφατη οικονομική ιστορία του Άργους ήταν τα εργοστάσια υφαντουργίας. Τα εργοστάσια αυτά, τα οποία λειτούργησαν σε γενικές γραμμές από τη δεκαετία 1930 μέχρι και τη δεκαετία 1990, απασχόλησαν εκατοντά­δες εργάτες και εργάτριες. Πολλές οικογέ­νειες στήριξαν την οικονομία τους στα υ­φαντουργεία, τα οποία κατά την περίοδο της ακμής τους αποτελούσαν τον σημαντι­κότερο ίσως οικονομικό παράγοντα της πό­λης. Όμως, η ανθηρή υφαντουργία του Άρ­γους, όπως και όλης της Ελλάδας, δέχτηκε από τη δεκαετία 1970 ισχυρό πλήγμα εξαιτίας του διεθνούς ανταγωνισμού και οδη­γήθηκε στην κατάρρευση και στο σφράγι­σμα των εργοστασίων.

Πριν προχωρήσουμε στη βιομηχανι­κή υφαντουργία της πόλης μας, θεωρούμε σκόπιμο να αναζητήσουμε τις ρίζες της, ό­χι στην αρχαία ή τη βυζαντινή εποχή, αλλά στο πρόσφατο παρελθόν.

 

Εισαγωγικά

 

Αναζητώντας τις απαρχές της αρχεια­κής υφαντουργίας στα τέλη του 19°“ αιώ­να, διαπιστώνουμε ότι οι πληροφορίες που μας παρέχονται από πρωτογενείς πηγές εί­ναι ελάχιστες. Στην εφημερίδα «Δαναός» του ομώνυμου Συλλόγου (φ. 7/4-2-1896) υπάρχει ένα ιδιαίτερα κολακευτικό σχόλιο για τις υφάντριες, το οποίο θεωρούμε σκό­πιμο να παραθέσουμε:

Υφαντουργία. Η πολλάς εκατοντάδας οικογενειών εκτρέφουσα αγαθή υφαντουρ­γία ανυψώθη εις επίζηλον σημείον. Εξ αυ­τής τρέφεται κόσμος πολύς χορηγούσης ερ­γασίαν εις απόρους και φίλεργους γυναίκας, οίαι εισίν αι επαρχιώτιδες και δη αι Αργείαι. Υφαντουργεία και βαφεία ατμοκίνητα και άλλα διά των προχείρων μέσων λειτουργούντα δίδουσι ζωήν εις τον πεινώντα κόσμον και στολίζουσι το Άργος. Πρόοδος, πρόο­δος αληθής, πρόοδος πραγματική.

Επίσης, ο Ιωάννης Κοφινιώτης στην Ιστορία του για το Άργος (1892) μας πλη­ροφορεί ότι «σήμερον πολλά υφαντουργεί­α λειτουργούσι κατακευάζοντα περί τα δύο εκατομμύρια πήχεις υφασμάτων βαμβακε­ρών διαφόρων ειδών, άτινα πωλούνται καθ ’ άπασαν την Πελοπόννησον, ιδία όμως, εν τη Κορινθία. Προς τούτοις ιδρύθη και ατμοκίνητον βαφείον, εν ω βάπτονται τα εις την υφαντουργίαν χρήσιμα νήματα».

Με βάση τις πηγές αυτές καταλήγου­με στο συμπέρασμα ότι στα τέλη του 18ου αι. είχε αναπτυχθεί η οικοτεχνία σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η υφαντουργία του «Δα­ναού» και τα υφαντουργεία του I. Κοφινιώτη είναι έννοιες συναφείς· και δεν εννοούν φυσικά κάποιες βιομηχανικές μονάδες, διό­τι δεν υπήρχαν βιομηχανίες την εποχή ε­κείνη. Είναι σαφής η πληροφορία ότι (σε ελεύθερη απόδοση:) φτωχές αλλά προκομ­μένες (φίλεργοι) γυναίκες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής (επαρχιώτιδες) ύφαιναν και συντηρούσαν τις οικογένειές τους και ότι τα υφαντά τους πωλούνταν σ’ όλη την Πελοπόννησο και πιο πολύ στην Κορινθία, όπως σημειώνει ο Ιωάννης Κοφινιώτης λίγα χρόνια πιο πριν, ο οποίος δίδει και το μέγεθος του μόχθου (δύο εκατομ­μύρια πήχεις). Ο ενθουσιασμός του αρθρογράφου του «Δαναού» είναι ολοφάνερος: «Πρόοδος, πρόοδος αληθής, πρόοδος πραγ­ματική».

 

Η υφάντρια Μαρία Κλεισιάρη, 1958.

 

Όταν, όμως, μία υφάντρια υφαίνει ε­παγγελματικά, προτιμά να έχει έτοιμη την πρώτη ύλη, για να αποδώσει. Δεν μπορεί ν’ ασχολείται με την κατεργασία ή τη βαφή του νήματος ή με το στήσιμο του αργα­λειού, δηλαδή το διάσιμο. Έ­τσι, η ανάγκη και η ζήτηση της αγοράς έ­φεραν το πρώτο ατμοκίνητο βαφείο. Στη συνέχεια ιδρύθηκαν προφανώς κι άλλα. (Το «ατμοκίνητον βαφείον» του Κοφινιώτη έ­γινε «Βαφεία ατμοκίνητα» του Δαναού).

Αλλά την εμπορία των υφαντών την είχαν οι έμποροι, οι οποίοι ήλεγχαν τις α­γορές. Ορισμένοι από αυτούς ήταν γυρο­λόγοι πραματευτές. Μία υφάντρια και μά­λιστα επαρχιώτισσα δεν είχε αυτή τη δυ­νατότητα. Υπό τις συνθήκες αυτές εμφα­νίζονται οι πρώτοι υφαντουργοί, πρωτίστως έμποροι, οι οποίοι είχαν κάποια εμπειρία από τις υφαντουργικές δραστηριότητες της εποχής τους, και αναπτύσσουν μία πολύ κα­λή συνεργασία με τις υφάντριες.

 

Το ξεκίνημα

 

Στην αρχή οι βιομήχανοι υφαντουρ­γοί Άργους του περασμένου αιώνα, οι ο­ποίοι μνημονεύονται παρακάτω, ξεκίνησαν την ύφανση με χειροκίνητους ξύλινους αρ­γαλειούς, οι οποίοι κατασκευάζονταν από ντόπιους μαραγκούς. Στις περισσότερες πε­ριπτώσεις έδιναν δουλειά σε γυναίκες, οι οποίες ύφαιναν στα σπίτια τους. Οι βιομήχανοι στα πρώτα στάδια της επαγγελματι­κής τους καριέρας ήταν απλοί βιοτέχνες, όπως και οι συνάδελφοί τους που παρέμειναν βιοτέχνες, αλλά οι πρώτοι εξελίχθηκαν σε βιομήχανους, προϊόντος του χρόνου.

 

Βιοτέχνες υφαντουργοί Άργους, 1969 (αρχ. Ευάγγελου Γιαννακόπουλου).

 

Αυτοί, λοιπόν, είχανε στην α­ποθήκη τους μια διάστρα και ετοίμαζαν το στημόνι, καρφώνοντας παλούκια στον τοί­χο. Δηλαδή, το διάσιμο γινότανε με πρω­τόγονο τρόπο, όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα, αν κάποια γυναίκα θέλει να υφάνει. Στη συνέχεια ο βιοτέχνης έδινε το στημόνι στην υφάντρια, καθώς επίσης και το νήμα σε κούκλες για το υφάδι. Το νήμα – εννοείται – πάντοτε βαμμένο. Πολλές φο­ρές η υφάντρια δεν ύφαινε σε δικό της αρ­γαλειό· της τον χορηγούσε ή της τον χάρι­ζε ο βιοτέχνης υφαντουργός, ο οποίος πλή­ρωνε την κατασκευή του. «Δεν ξέρω ιστο­ρικά αν όλοι πλήρωναν την κατασκευή του αργαλειού, μας είπε ο Σπύρος Νικολόπουλος, αλλά τουλάχιστο ο πεθερός μου ο Νάσκος έτσι ξεκίνησε». Άλλοι, πάλι, υφαντουργοί ξεκίνησαν διαφορετικά. Ο Μα­ρίνος π.χ. άνοιξε υφαντήριο το 1933 στην οδό Ζαΐμη με δέκα περίπου ξύλινους αρ­γαλειούς. Κάθε επιχείρηση έγραψε τη δι­κή της ιστορία μέσα στο χρόνο από το ξε­κίνημά της μέχρι την παρακμή της. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σελίδες Αργειακής Υφαντουργίας: Υφαντουργία Αφοί Δ. Μαρίνου


 

Η τοπική οικονομική ιστορία παρουσιάζει διακυμάνσεις και εξελίξεις που ενεργούν ως οδηγοί για την έρευνα σχετικά με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη ενός χώρου – αστικού, ημιαστικού ή αγροτικού – καθώς και με τις πιθανές διασυνδέσεις που μπορεί να την επηρεάζουν και που συνδέονται με διάφορες καταστάσεις:  την γενικότερη οικονομική κατάσταση ενός κράτους, τις διεθνείς εξελίξεις, τις πολιτικές που εφαρμόζονται για την ανάπτυξη ενός τομέα ή γενικότερα ενός τόπου, τις λογικές λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τους μηχανισμούς χρηματοδότησης που μπορεί να συνιστούν πηγή ανάπτυξης ή αντίθετα υπανάπτυξης και στραγγαλισμού των εγχώριων παραγωγικών δυνάμεων.

Ο οικονομικός παράγοντας όμως, παρά τη σημασία του, δεν μπορεί από μόνος του να καθορίζει και να εξηγεί τις σχέσεις που διαμορφώνονται σε έναν τομέα ή στο σύνολο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Οι συνεργατικές ή ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ εταίρων, η θέση μέσα στην κοινωνία και η δυναμική που αναπτύσσεται μεταξύ οικονομικών και κοινωνικών φορέων, οι ιδεολογίες, οι αξίες και οι στάσεις, που οργανώνονται σχετικά με κυρίαρχα θέματα που απασχολούν την κοινωνία (εργασία, εκπαίδευση, υγεία), αποτελούν σημαντικούς μηχανισμούς διαμόρφωσης σχέσεων. Θα πρέπει να σημειωθεί πως η οργάνωση της εργασίας για μια ολόκληρη περίοδο απαντά σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ενσωματώνονται σε δομές οικογενειακού τύπου κάτι που έχει ολοκληρωτικά χαθεί σήμερα.

 

Εργοστάσιο Υφαντουργίας Αφοί Δ. Μαρίνου. Φωτογραφία: Πλάτων Ριβέλλης. Δημοσιεύεται στο πρόγραμμα του «Φεστιβάλ Άργους», 23-30 Ιουνίου 1995.

 

Με τις προηγούμενες παρουσιάσεις (Κλωστοϋφαντήρια Ρασσιά-Λαλουκιώτη) διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο τα  χαρακτηριστικά του οποίου φαίνεται να παγιώνονται για την περίοδο που καλύπτει τις δεκαετίες 60-80 μετά από τις οποίες αρχίζει να διαμορφώνεται μια κάμψη στην τοπική υφαντουργία και μέχρι την τελική της κατάρρευση στη δεκαετία του 1990. Το ερώτημα του εάν θα μπορούσε με άλλες πολιτικές και διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης να ανταπεξέλθει στο δυσμενές κλίμα που διαμορφωνόταν σχετικά με την ανταγωνιστικότητά της σε διεθνές επίπεδο, είναι ένα θέμα δύσκολο να απαντηθεί αφού ακόμα και σήμερα επιχειρήσεις που είχαν «αντισταθεί» (βλέπε για παράδειγμα την επιχείρηση Λαναρά στη Νάουσα) βρίσκονται στο χείλος της κατάρρευσης με σημαντικά αρνητικές επιπτώσεις για την τοπική κοινωνία και οικονομία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »