Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Λογοτέχνες – Ιστορικοί’ Category

Δωρής Φίλιππος


 

Ομότιμος Καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών – Δι­κηγόρος. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 1942. Είναι γιος του Ευάγγελου Δωρή από το Άργος, διαπρεπούς νομικού και μέλους του νομικού συμβουλίου του Κράτους, συγγραφέα σημαντικών μελετών, όπως του δικαίου των Αρχαιοτήτων, πρώην Πρόεδρου του Συλλόγου Αργείων « ΑΤΡΕΥΣ».

Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1964.  Δικηγόρος Αθηνών από το 1967, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου (1972). Καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Συγγραφέας μεγάλου αριθμού νομικών μελετών (εγχειριδίων, μονογραφιών, ερμηνευτικών συμβολών σε συλλογικά έργα, άρθρων σε νομικά περιοδικά και σε τιμητικούς τόμους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σχολίων σε δικαστικές αποφάσεις, γνωμοδοτήσεων κ.ά.) στους τομείς κυρίως του αστικού και του ευρύτερου ιδιωτικού δικαίου, με έμφαση σε ζητήματα περιορισμών της συμβατικής ελευθερίας, δικαίου της αντιπροσωπείας, δικαίου της πώλησης, εμπράγματων ασφαλειών, εξειδικεύσεων της καλής πίστης, ιδίως στο πεδίο προστασίας του κα­ταναλωτή, επιδράσεων συνταγματικά προστατευόμενων θεμελιωδών αρχών, όπως η αρχή της αναλογικότητας στο πεδίο του ιδιωτικού δι­καίου, καθώς επίσης στους τομείς της μεθοδολογίας και φιλοσοφίας του δικαίου.  

Επίτιμος διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Δημο­κρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης από το 2006. Πρόεδρος της Ένωσης Αστικολόγων επί 3ετία και επίτιμος πρόεδρος αυτής από το 2008.  Διετέλεσε Διευθυντής του Τομέα Αστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του Νομικού Βήματος από το 1981 έως το 2005, μέλος μεγάλου αριθμού νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, όπως για το Εθνικό Κτηματολό­γιο, το πλασματικό ενέχυρο και το νέο δίκαιο της πώλησης.

Υπήρξε επί μακρών επίσης σύμβουλος επί θεμάτων νομοθετικής πολιτικής του Εθνικού Κτηματολογίου και μέλος του Νομικού Συμβουλίου της Εμπορικής Τράπεζας. Έχει συμμετάσχει, ως εισηγητής ή μέλος, σε μεγάλο αριθμό ελληνικών και διεθνών συνεδρίων στο γνωστικό αντικείμενο της επιστήμης του και ως διαιτητής ή επιδιαιτητής σε εγχώριες και διεθνείς διαιτησίες. Γνωρίζει άριστα την Γερμανική, την Γαλλική και την Αγγλική.

 

Πηγή


  • Έκδοση Εγκυκλοπαιδειών Προσωπικοτήτων, «Who is Who στην Ελλάδα της Hübner», 5η Έκδοση, 2010. 

Read Full Post »

Δωροβίνης Κ. Βασίλης


 

Δωροβίνης Κ. Βασίλης

Δωροβίνης Κ. Βασίλης

Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και στο Συμβούλιο της Επικρα­τείας, DES Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Paris I. – Ιστορικός.  Γεννήθηκε στο Άργος το 1941. Σύζυγός του είναι η Ιωάννα Κ. Σωτηρίου – Δωροβίνη (Αρχιτέκτων – Αναστηλώτρια, Διδάκτωρ της Ιστορίας Αρχιτεκτονικής). Έχει ένα γιο, τον Κωσταντή (2000).  Γονείς του ήταν ο Κώστας Δωροβίνης (Ιατρός – Οδοντίατρος, τ. Δή­μαρχος Άργους) και η Φανή Δωροβίνη. Είναι απόγονος του Κωσταντή Δωροβίνη, καταγεγραμμένου μέλους της Φιλικής Εταιρείας το 1820 και μέλους της Επαναστατικής Επιτροπής στην πόλη του Άργους το 1821.  Οι απώτεροι πρόγονοί του υπήρξαν Ενετοί και Αρβανίτες.

Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Γυμνάσιο Άργους και στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Υπήρξε από τους πρώτους εισακτέους των Νομικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης αλλά επέλεξε τη Νομική Σχολή Αθηνών, όπου και τελείωσε τις σπουδές του. Στο Δ’ έτος παρακολούθησε παράλληλα μαθήματα του Τμήματος Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών. Μετά την εκπλήρω­ση της στρατιωτικής του θητείας, με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνη­σης έκαμε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο I. του Παρισιού (Πάνθεον – Σορβόννη), στα Τμήματα Νομικής, Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας.

Έλαβε το πτυχίο DES (Diplôme d’ Etudes Supérieures) στην Πολιτική Επιστήμη, εργάσθηκε ως συνεργάτης στο Κέντρο Με­λετών των Νομικών και Πολιτικών Προβλημάτων του Τρίτου Κόσμου στο ίδιο πανεπιστήμιο και το 1977 επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα. To 1980-85 διετέλεσε νομικός σύμβουλος της Διεύθυνσης Πα­ραδοσιακών Οικισμών του τότε ΥΧΟΠ. Έκτοτε δικηγορεί ιδίως στο Συμβούλιο της Επικρατείας σε θέματα πολεοδομίας και περιβάλλοντος. Έχει μακρά επιστημονική συνεργασία με τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, της οποίας διατελεί και νομικός σύμβουλος.

Ως μαχό­μενος δικηγόρος συνέβαλε στο να κερδηθούν σημαντικές δίκες (Αχελώου, Αράχωβας, Πάτμου, Ύδρας, κτιρίου Κοραή – Πανε­πιστημίου κ.ά.). Συνέβαλε αποτελεσματικά, με τη συμμετοχή του σε διεθνείς ομάδες νομικών και σε διεθνή φόρα, στην κύρωση από την Ελλάδα τόσο της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, όσο και στην κύρωση και την προσπάθεια εφαρμογής της Δι­εθνούς Σύμβασης του Άαρχους για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, τη συμμετοχή των πολιτών σε θέματα περιβάλλοντος και την πρόσβασή τους στη δικαιοσύνη. Έχει συμμετάσχει επανειλημμένα σε ελληνι­κά και διεθνή συνέδρια για το ιστορικό και το φυσικό περιβάλλον και έχει συνεργαστεί και συνεργάζεται με αθηναϊκές εφημερίδες και περιο­δικά με αντικείμενο τον τομέα αυτό, ενώ μελέτες του και άρθρα έχουν δημοσιευθεί σε ξένα έντυπα.

Έχει μελετήσει ιδιαίτερα την οργάνωση του χώρου στην Ελλάδα επί εποχής Καποδίστρια. Ορισμένα κεφάλαια αυτής της μελέτης έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Αρχαιολογία και Τέχνες». Είναι ένα από τα «ιστορικά» στελέχη του οικολογικού κινή­ματος στην Ελλάδα, με θεωρητικές αναλύσεις και συμβολές και με ενεργητική συμμετοχή σε συγκεκριμένους αγώνες, όπως για τη διάσω­ση και ανάδειξη των Στρατώνων Καποδίστρια και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της γενέτειράς του Άργους, κατά της επίγειας χάραξης της περιφερειακής λεωφόρου Υμηττού, για τη διάσωση του Δελφικού τοπίου κ.ά.

Από τα ιδρυτικά στελέχη της οικολογικής συνιστώσας της Ελληνικής Αριστεράς (Ε.ΑΡ.), και στη συνέχεια του πολιτικού σχηματι­σμού της «Πράσινης Πολιτικής», τακτικός αρθρογράφος στο περιοδικό «Οικολογία και Περιβάλλον» κ.ά. Παλαιό μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, ιδρυτικό μέλος του Πολιτι­στικού Ομίλου του Άργους, και της Αργολικής Οικολογικής Εταιρείας, μέλος της Επιτροπής Αγώνα για τη Διάσωση του Υμηττού. Τις ελεύθερες ώρες του, ασχολείται με την κολύμβηση, το jogging και την εργασία. Μιλά απταίστως  Γαλλικά και Αγγλικά.

Από το 1974 μέχρι σήμερα αρθρογράφησε στις αθηναϊκές εφημερίδες «Αυγή», «Βήμα», «Ελευθεροτυπία», «Καθημερινή» και «Νέα» και στα περιοδικά «Αντί» και «Οικονομικός Ταχυδρόμος». Επίσης δημοσίευσε άρθρα για θέματα τοπικού αργολικού ενδιαφέροντος στις εφημερίδες «Αναγέννηση», «Αγώνας», «Αργολίδα», «Νέα της Αργολίδας» και «Αργολικά» και μελέτες στις περιοδικές εκδόσεις «Ελλέβορος», «Αργειακή Γη», «Απόπειρα Λόγου και Τέχνης» και «Ναυπλιακά Ανάλεκτα». Πολλά από τα άρθρα αυτά είναι κατατεθειμένα στις βιβλιοθήκες του «Δαναού» (Άργος) και του «Παλαμήδη» (Ναύπλιο).

Συλλογή άρθρων του για το περιβάλλον έχει δημοσιευθεί στις εκδόσεις «Ι. Δ. Κολλάρος – ΕΣΤΙΑ», με τίτλο «Κατά της διάλυσης» (1989), ενώ το 2009 εκδόθηκε η μελέτη του «Ο Ιω. Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους / Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη» (εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος). Στα γυμνασιακά του χρόνια φοίτησε στο Άργος και είχε ενεργητική συμμετοχή στον τοπικό Προσκοπισμό (επικεφαλής) της ενωμοτίας των «Λύκων» και αργότερα υπαρχηγός της τοπικής Ομάδας. Το 1958 ηγήθηκε τμήματος προσκόπων του Άργους στο διεθνές Τζάμπορυ «Φιλία», στην Αμφίκλεια, όπου συμμετείχαν προσκοπικές αντιπροσωπείες από τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Το 2007-2010 διατέλεσε Ειδικός Επιστημονικός Συνεργάτης του Δήμου Άργους, σε θέματα φυσικού και ιστορικού περιβάλλοντος, και προσπάθησε να προωθήσει την επίλυση χρόνιων προβλημάτων της πόλης (προστασία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, κληροδότημα Κολλιαλέξη κα), μη ιδιαιτέρως ακουόμενος.

Οργάνωσε, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας και με τη Βίκυ Μυλωνά (του γραφείου του Δημάρχου Β. Μπούρη), το καταλυτικό για την ιστορία της πόλης συνέδριο «Βενετία και Άργος» (Οκτώβριος 2008), τα Πρακτικά του οποίου είχαν τυπωθεί στο τέλος του 2010 και αποθηκευθεί στον Δήμο Άργους. Προηγουμένως, είχε επιμεληθεί, για λογαριασμό του Δήμου Άργους, το λεύκωμα φωτογραφιών για την πόλη κατά τον 20ο αιώνα («Άργος, φωτογραφίες, μνήμες και νοσταλγία», Οκτώβριος 2000). Το 2012 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, για το πολιτιστικό έργο που έχει αναπτύξει στην περιοχή της Αργολίδας, στο πλαίσιο της γενικότερης πολιτιστικής δραστηριότητάς του.

Πηγές


  •  Έκδοση Εγκυκλοπαιδειών Προσωπικοτήτων, «WhoisWho στην Ελλάδα της Hübner», 5η Έκδοση, 2010.
  • Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

Read Full Post »

Καραργύρης Γιάννης (ΟΡΝΕΑΤΗΣ) – (1935 – 1999)


 

Γιάννης Β. Καραργύρης

Ο Γιάννης Β. Καραργύρης γεννήθηκε το 1935 στο Γυμνό Αργολίδας. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο της γενέτειράς του, το οχτατάξιο Γυμνάσιο Νεμέας και φοίτησε στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Μετά το διορισμό του στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, εξασφάλισε διετή υποτροφία στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης, όπου παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Κοινωνιολογίας, Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Διδακτικής κ.ά. Υπηρέτησε επί σειρά ετών ως διευθυντής στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ χρημάτισε μέλος επιτροπής κρίσεως των διδακτικών βιβλίων του Δημοτικού Σχολείου στο Υπουργείο Παιδείας.

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε από τα εφηβικά του χρόνια. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά και ασχολήθηκε συστηματικά με την κριτική βιβλίων και τη διάσωση του λαϊκού πολιτισμού. Έργα του έχουν περιληφθεί σε πολλές ανθολογίες, όπως «Μεγάλη Πελοποννησιακή Λογοτεχνία», «Σύγχρονοι Έλληνες Λογοτέχνες», «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» κ.ά. Έχει τιμηθεί με σαράντα δύο λογοτεχνικά βραβεία ποίησης και πεζογραφίας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε για πολλά χρόνια πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, μόνιμο μέλος της Αεροπορικής Ακαδημίας Ελλάδος, τακτικό μέλος της Academie Internationale De Lutece Paris και αρχισυντάκτης και συνεργάτης του περιοδικού «Λογοτεχνική Δημιουργία». Πέθανε το 1999 στην Αθήνα.

Τα ποιήματά του εντάσσονται στο χώρο της παραδοσιακής ποίησης, ενώ η διηγηματογραφία του είναι ηθογραφική. Έργα του που έχουν δημοσιευτεί είναι:

Ποιητικές Συλλογές: «Στ’ αγνάντεμα της χαραυγής» (1991), «Στα σύννεφα του χρόνου» (1992), «Από τον Ευαγγελισμό στην Ανάσταση – Πορεία θριάμβου» (Ορατόριο, 1993), «Στου ήλιου την απλοχωριά» (1995).

Διηγήματα: «Στης ζωής τα κύματα» (1992), «Καράβια αταξίδευτα» (1997).

Μυθιστόρημα: «Παπα – Οικονόμος και Κιαμήλ – Μπέης» (1977).

Ιστορικές Μελέτες: «Φλόγες και αίμα στα Καλάβρυτα» (1993), «Το μοναστήρι της Παναγίας του Φαρμακά – Ο Φαρμακάς ως ιστορικός χώρος» (1995), «Ταξιδεύοντας στο παρελθόν» (1999).

Δοκίμια: «Πνευματική οδοιπορία» (1998).

Σχολικά: «Οι εκθέσεις μου» (1976), «Αριθμητική πρώτης δημοτικού» (1979).

Read Full Post »

Λιαλιάτσης Πάνος (1936-2025)


 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

Ο Πάνος Λιαλιάτσης γεννήθηκε στην Ασίνη το 1936. Περάτωσε το γυμνάσιο Ναυπλίου το 1955 και πέτυχε στη Θεολογική και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γράφτηκε στην πρώτη, την οποία περάτωσε το 1961 ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. Παράλληλα, παρακολου­θούσε τα μαθήματα της Φιλοσοφικής. Πέτυχε στις εξετάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης το 1962 και εργάστηκε ως επιμελητής ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου από το 1962 μέχρι το 1972, που προσλήφθηκε στην επαγγελματι­κή εκπαίδευση (Δημόσια κατωτέρα τεχνική σχολή Άργους και τεχνικό και επαγγελματικό λύκειο Ναυπλίου). Το 1992 συνταξιοδοτήθηκε από τη μέση Εκπαίδευση. Το 1963 πήρε υποτροφία της Καθολικής Εκ­κλησίας και παρακολούθησε μαθήματα Βυζα­ντινής Φιλολογίας στο Καθολικό Ινστιτούτο, στο Παρίσι και στη Σορβόννη, τα οποία διέκοψε λόγω ασθενείας.

Ως μαθητής γυμνασίου δημοσίευσε ποιήμα­τα (1952-1955) στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Σύνταγμα» και σε άλλες εφημερίδες του Ναυ­πλίου και του Άργους. Τα πρωτόλεια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Σπίτι του παιδιού» που διηύθυνε ο δημοσιογράφος Άγγελος Μεταξάς την περίοδο εκείνη. Ως φοιτητής δημοσίευσε ποιήματα στη «Φι­λολογική Βραδυνή» που διηύθυνε ο Μπάμπης Κλάρας.

Εμφανίστηκε επίσημα στα Γράμματα το 1965 με την ποιητική συλλογή «Ο Φράχτης» που απέσπασε ενθαρρυντικές κριτικές. Το 1985 δημοσίευσε τον «Κύ­κλο της αγρύπνιας» και το 1991 τη «Χαρμολύπη», που απέσπασε το βραβείο ποίησης της Ελληνι­κής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων. Τέλος, το 1995 δημοσίευσε την ολιγοσέλιδη συλλογή «Της Ογδόης ημέρας» με ποιήματα φιλοκαλικά.

Δοκίμια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στον τοπικό Τύπο (1962-2014) στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», στη «Νέα Εστία», στην «Επο­πτεία», στη «Σύναξη» και σε άλλα λογοτεχνικά φύλλα. Ο Πάνος Λιαλιάτσης εξέδωσε το 1972 τον «Πιπιά» του Αντ. Λεκόπουλου – Αναπλιώτη, την «Αργολική Λογοτεχνία 1830 – 1993» (1994) και άλλες ελάσσονες μελέτες: Το κάψιμο του Ιού­δα, Η Ασίνη ως ποιητικό σύμβολο

Άλλα έργα του είναι η «Ναυπλιακή Ανθολογία» (1969), το «Ναύπλιο» (τουριστικός οδηγός), κ.ά. Μετέφρασε από τα Γαλλικά το βιβλίο του Et. Trocmé «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, όπως τον είδαν όσοι τον γνώρισαν» και του Jean Danielou «Αγία Γραφή και Λειτουργία» και άλλα δοκίμια.

Το 2002 εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Ελλέβορος», «Τα Ποιήματα 1965- 1995», τα οποία το 2014 επανεκδόθηκαν με την προσθήκη δύο ποιημάτων και με τον νέο τίτλο «Λυρικό Ημερολόγιο» από τις εκδόσεις της «Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού».

Ο Πάνος Λιαλιάτσης πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, λόγων, έργων, ιδεών την 25η Απριλίου 2025. Η εξόδιος ακολουθία ετελέσθη το Σάββατο 26 Απριλίου, στις 11 το πρωί, στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, Πρόνοιας, Ναυπλίου. Η ταφή έγινε στη γενέτειρά του, την Ασίνη.

 

H ποίηση και ο μυστικισμός


 

Το άρθρο που παραθέτουμε γράφτηκε από τον Henri Tonnet, διδάκτορα της Κλασικής Φιλολογίας  και Nέας Ελληνικής Φιλολογίας, στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών του Παρισιού. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 3/6/2003.

 

Πάνος Λιαλιάτσης: «Τα ποιήματα 1965-1995», Εκδόσεις «Ελλέβορος», Άργος, 2002.

 

Με τη συλλογή «Tα ποιήματα» που συγκεντρώνει τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε από το 1965, ο Πάνος Λιαλιάτσης μάς δίνει την ευκαιρία να ακολουθήσουμε την πνευματική και ποιητική του πορεία επί 30 χρόνια και να αξιολογήσουμε συνοπτικά την πρωτοτυπία της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα.

Επειδή τα ποιήματα αυτά αποτελούν το έργο μιας ολόκληρης ζωής, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν υπήρξε σημαντική η εξέλιξη της θεματικής και της τεχνοτροπίας του ποιητή κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Για να απαντήσουμε πρέπει να κάνουμε μια πρώτη επισήμανση. Όταν ο Λιαλιάτσης δημοσιεύει την πρώτη συλλογή του είναι 29 χρόνων. Προφανώς είχε ήδη φτάσει στην ποιητική του ωριμότητα. Ως προς την ενδεχόμενη εξέλιξή του θα έλεγα πως δεν φαίνεται πουθενά καμία ριζική αλλαγή στη θεματική ή στην τεχνοτροπία.

Διακρίνουμε όμως στο έργο δυο τάσεις που δεν ολοκληρώνονται ποτέ πλήρως. H πρώτη είναι μια τάση σε μια όλο και μεγαλύτερη συντομία και η δεύτερη, η οποία φαίνεται καθαρά στις τελευταίες συλλογές των «Ποιημάτων», στο «Bραχύ Mοναχολόγιο» και στη «Xαρμολύπη», είναι μια αφηγηματική τάση που εκδηλώνεται σε ανέκδοτα για φανταστικές φυσιογνωμίες κληρικών.

 

Επίδραση δύο μεγάλων

 

Ίσως κάνω λάθος, αλλά αυτές οι δύο τάσεις μπορούν να οφείλονται εν μέρει στην επίδραση δυο μεγάλων ποιητών των νεοελληνικών γραμμάτων, του Σεφέρη και του Καβάφη. Βέβαια ο ποιητής, που γεννήθηκε στην Ασίνη, δείχνει περισσότερο επηρεασμένος, στη μορφή των ποιημάτων του, από τον ποιητή του «Βασιλιά της Ασίνης».

Στον Σεφέρη, ο Λιαλιάτσης μου φαίνεται να οφείλει την καθαρή –μερικές φορές κρυστάλλινη– ποίηση που διαποτίζει τα έργα του και την προτίμηση για τη συντομία· αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της στα ολιγόστιχα ποιήματα του «Λογισμοί λανθάνοντες και δάκνοντες».

Aυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο Λιαλιάτσης θεωρεί τον εαυτό του μαθητή του Σεφέρη· στους «Ανωνύμους της Ασίνης» αφήνει να διαφαίνεται μάλιστα κάποια ενόχληση μπροστά στις βεβαιότητες του Σεφέρη. Αντίθετα η ειρωνική αφήγηση ανεκδότων για μοναχούς ή ιεράρχες, όποια και να είναι η πραγματική προέλευση αυτής της διάθεσης, μου θυμίζει τον τόνο ορισμένων ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή.

Kατά τη γνώμη μου, μια μορφή καβαφισμού είναι αισθητή στη δομή του ποιήματος «Eλένη». Παρ’ όλες τις ενδεχόμενες επιδράσεις που δέχτηκε, η ποιητική φωνή του Π. Λιαλιάτση είναι απόλυτα ειλικρινής και πρωτότυπη, αναλλοίωτη από τον «Φράχτη» ως την «Όγδοη ημέρα».

Σε τι συνίσταται η πρωτοτυπία αυτής της φωνής; Θα ήταν ριψοκίνδυνο να προτείνω εδώ μια οριστική απάντηση. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας αντλεί πολλά θεματικά και μορφικά στοιχεία από την Iερά Γραφή, τους Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας και τη «Φιλοκαλία». O ικανός αναγνώστης, για να διατυπώσει μια εμπεριστατωμένη γνώμη, θα έπρεπε να ξέρει καλά αυτά τα έργα. Αφού αποκλείεται να επιδοθώ σε μια έστω και πρόχειρη «διακειμενική» ανάγνωση του έργου του Π. Λιαλιάτση, θα περιοριστώ στην υποκειμενική και αναγκαστικά επιφανειακή προσέγγιση ενός απλού αναγνώστη.

Tο πρώτο που μου κάνει εντύπωση είναι η συνύπαρξη στο έργο του Λιαλιάτση φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων. O ποιητής παραδέχεται και χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη γοητεία της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως ελέγχει αυστηρά τη λεκτική πλημμύρα που απειλεί τους λάτρεις αυτής της καθαυτού ποιητικής γλώσσας. Eλευθερώνει τον στίχο από τη ρίμα και τα παραδοσιακά μέτρα, αλλά δίνει σε κάθε ποίημα τον δικό του ρυθμό. Εστιάζει την προσοχή του σε συγκεκριμένες στιγμές (στιγμιότυπα) της πνευματικής ζωής και ταυτόχρονα διηγείται μικρές ιστορίες, που αν τις διαβάσουμε στη συνέχεια, αποτελούν το «μυθιστόρημα μιας ψυχής»(βλ. το ποίημα «Εωσφόρος» και άλλα).

Όλες αυτές οι φαινομενικές αντιφάσεις προέρχονται, νομίζω, από τη φύση της χριστιανικής ποίησης που καλλιεργείται από τον Λιαλιάτση. Πολιτισμικά ο χριστιανισμός βρίσκεται στο σταυροδρόμι διάφορων γλωσσών και παραδόσεων. Αυτό φαίνεται στην ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον Λιαλιάτση. Βέβαια η ελληνική παράδοση υπερισχύει παντού, όχι μόνο ως κληρονομιά του εξελληνισμένου πρώτου χριστιανισμού, αλλά και ως συνδυασμός χριστιανισμού και ειδωλολατρίας. Mερικές φορές, στο λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης που χρησιμοποιείται συχνά, ακούγονται και μακρινοί απόηχοι της σημιτικής γλώσσας που μιλούσε ο Iησούς. Oι υπερευαίσθητες κεραίες του ποιητή πιάνουν και την ειδική γοητεία λέξεων όπως Xερουβείμ, Pαάβ, Iεριχώ, Xαναάν, Ραβουνί. O Λιαλιάτσης μιμείται με ευχαρίστηση το βιβλικό ύφος και υιοθετεί την εβραϊκή σύνταξη των O΄: «Kαι εγένετο πάλι χάος/επί του προσώπου της γης».

Ένας χριστιανός ποιητής μπορεί να μας παρουσιάσει τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής και της συνοδοιπορίας μας με τον Εσταυρωμένο ή τις πολύπλευρες κοινωνικές και πολιτικές εφαρμογές του ευαγγελικού μηνύματος κοκ. O Λιαλιάτσης είναι μόνο ο ποιητής του μυστικισμού. Aυτή είναι η μεγαλύτερη πρωτοτυπία και η μοναδική αξία του. Δεν ικανοποιείται με τις κοσμικές πλευρές του χριστιανισμού. Πάει αμέσως στην ουσία –και στα πιο δύσκολα και τα πιο απαιτητικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής– στην προσωπική «ερωτική» σχέση του πιστού με τον Θεό του. Με αυτήν την προοπτική τίθεται πρώτα πρώτα το πρόβλημα της νομιμότητας της ποίησης ως μέσου επικοινωνίας με τον Θεό.

Oι απαντήσεις του ποιητή σ’ αυτό το ερώτημα ποικίλλουν. Mια φορά, απαντώντας στην ειρωνική παρατήρηση ενός μοναχού, ο ποιητής ισχυρίζεται πως η ποίηση «είναι η μονακριβή του Θεού». Aλλού, όμως, διαπιστώνει την κατωτερότητα του ποιητικού λόγου μπροστά στην άμεση μυστική επαφή με τον Θεό. H ποίηση γεννιέται από την αποτυχία του μυστικού εγχειρήματος. «H σιωπή μου σ’ έστεψε ποιητή», λέει ο Θεός. Αντίθετα, όταν επιτέλους επιτευχθεί η μυστική έκσταση, η ποίηση με τις απλές ανθρώπινες λέξεις της δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα: «Tώρα βουλιάζουν οι λέξεις (…) βλέπω εσένα». Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως η ποίηση είναι μια εκλεπτυσμένη μορφή προσευχής· αλλά αυτή η εντρύφηση στις λέξεις έχει κάτι φιλάρεσκο και κοσμικό, που μπορεί να δυσαρεστήσει τον Θεό: «O Iησούς δεν διαβάζει τους στίχους μου», παραπονιέται ο ποιητής.

 

Eσωτερικό δράμα

 

Aυτές οι πρώτες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν, νομίζω, να καταλάβουμε το εσωτερικό δράμα που είναι το κύριο θέμα της ποίησης του Λιαλιάτση. H ποίησή του κινείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στην απιστία και τη χαρούμενη και ανείπωτη συνάντηση με τον Θεό. Aκόμη και η αμφιβολία επιτρέπει κάποια επαφή με το θείον ή με την Aγάπη. Έτσι κάθε ποίημα είναι και μια καινούργια περιπέτεια της ψυχής στην αναζήτηση του Θεού. O ποιητής δεν παρουσιάζει αφηρημένα ή φιλοσοφικά τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο του προς τον Θεό.

Γι’ αυτόν αυτά τα εμπόδια αποτελούν κάτι συγκεκριμένο, τον Φράχτη – που δίνει τον τίτλο στην πρώτη συλλογή του βιβλίου. H ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την υπέρβαση αυτού του εμποδίου. Yπάρχει όμως μια ανθρώπινη εμπειρία που δίνει την εντύπωση –την ψευδαίσθηση;– μιας απόλυτης ένωσης με τον Άλλο, ο Έρωτας. Έτσι στη διαλεκτική της ποίησης του Π.Λ., δίπλα στην Aγάπη και τη Σιωπή, υπάρχει και η Γυναίκα. Σ’ αυτή τη μυστική οικονομία η Γυναίκα είναι μια αμφίσημη έννοια. Aνάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να μας βοηθάει να πλησιάσουμε τον Θεό ή, σαν μια σαγηνεύτρια Eλένη, να μας απομακρύνει απ’ Aυτόν.

 

Πόρτες στην ομορφιά

 

Aλλ’ ίσως δεν είναι απαραίτητο να έχουμε εμβαθύνει στην ποιητική θεολογία ή τη θεολογική ποίηση του Λιαλιάτση για να απολαμβάνουμε τα ποιήματά του. Aρκεί να μας αρέσουν οι ωραίοι στίχοι. Διαβάζοντας τον ποιητή μπορούμε να κάνουμε μια πλούσια συγκομιδή αρμονικών στίχων που θέλγουν τα αυτιά μας και μας ανοίγουν τις πόρτες ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ομορφιάς.

Read Full Post »

Νανοπούλου Ελένη


 

Ελένη Νανοπούλου

Σκηνογράφος – ενδυματολόγος και ποιήτρια, η Ελένη Νανοπούλου γεννήθηκε στο Άργος. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο Τμήμα Οπτικής, σπούδασε Σκηνογραφία – Ενδυματολογία στη Σχολή του Λυκ. Σταυράκου και εργάζεται στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στην επαγγελματική της διαδρομή έχει συμμετοχές ως σκηνογράφος – ενδυματολόγος σε κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις.

Είχε επίσης τη σκηνική επιμέλεια θεατρικής παιδικής σκηνής και σκηνικών σε θεατρικά έργα, τηλεοπτικές ενημερωτικές και πολιτιστικές εκπομπές, παράλληλα και διαφημιστικών εταιρειών, καθώς και την ενδυματολογική επιμέλεια σε γνωστές τηλεοπτικές παραγωγές. Έχει κάνει κουστούμια για το θέατρο και την τηλεόραση.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

  • «Ολόγραμμα» (Δρόμων, 2009).
  • «Η μνήμη των γυμνών λέξεων» (Δρόμων, 2011).
  • «Ποιήματα», Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά – Ισπανικά (Ενδυμίων, 2012).
  • «Ενδεχόμενα απογεύματος», (Ενδυμίων, 2014).
  • «Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει», (Ενδυμίων, 2017).
  • «55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής», (Ενδυμίων 2018).
  • Συμμετοχή σε συλλογικά έργα: «Ανθολογία ποιητών 2015-2017», (24 γράμματα 2018).

 

«Ολόγραμμα»

¨κάθε βράδυ γυρίζοντας
θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες
να μην κλαίν
που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου
και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου¨

  

Στην πρώτη της συλλογή, η Ελένη Νανοπούλου επιδίδεται σ’ ένα διαρκές παιχνίδι με το παρόν και το καλά κρυμμένο παρελθόν για ν’ αποδείξει στην ίδια και στον αναγνώστη πως, όταν το μυθικό εμπλέκεται με την τρέχουσα πραγματικότητα, οι λέξεις έρχονται να υπερασπιστούν τις επιλογές που υιοθετεί ο άνθρωπος. Με έναν διάχυτο ερωτισμό που περιβάλλεται από ένα πανταχού παρόν Εσύ, η Νανοπούλου ανατρέχει στη μνήμη για να εξηγήσει το τρέχον. Κι όλα αυτά, έχοντας διαρκώς κατά νου πως το ποιητικό Εγώ δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, αφού συνεχώς αναδημιουργείται από ένα Άλλο.

Με μια δομή που παλεύει ανάμεσα στην αυτονομία και την αναντίρρητη σύζευξη των ποιημάτων, η Νανοπούλου ταλαντεύεται μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, ίσως και μεταφυσικού, οδηγώντας μας σ’ έναν δρόμο παράδοξο όπου το τέλος του δεν έρχεται με τον έμμονο, θα ’λεγε κανείς, λυρισμό και την επίμονη καλλιέπεια, αλλά με μιαν εικονοποιία που προσπαθεί να επιβληθεί σαν προσευχή ή σαν ικεσία προς ένα Εσύ που άλλοτε παρουσιάζεται ως δυνάστης και άλλοτε ως απελευθερωτής απ’ τους δύσκολους καιρούς.

Αν πολλές φορές ο υπερβολικός τόνος που επικρατεί σε σημεία στη συλλογή δημιουργεί μιαν αντιληπτική σύγχυση, είναι γιατί η ποιήτρια επέλεξε ένα ποιητικό ιδίωμα που θέλει να χαρακτηριστεί από μιαν ορμή. Το αποτέλεσμα αυτής της ορμής μένει να φανεί πώς θα διατηρηθεί. Και βέβαια, μένει να φανεί πώς η ποιήτρια θα συναγωνιστεί με το ίδιο της το έργο στο μέλλον. (Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Εντευκτήριο», τ. 87, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2009). 

 

«Η μνήμη των γυμνών λέξεων»

 

Να ξεδιψάσω
ένα φθινόπωρο
χωρίς σώμα
χωρίς διάλειμμα

ετσι ν’ ακούς τις επιθυμίες
θα σε κοιτάζουν σπάζοντας
που κάποτε αγάπησες

                                                                                                    

 

η μνήμη των γυμνών λέξεων

Η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Η μνήμη των γυμνών λέξεων» κυκλοφορεί το 2011 από τις εκδόσεις «Δρόμων». Ασπάζεται τις ιδέες του Πυθαγόρα για τα τρία επίπεδα της ανθρώπινης γλώσσας, ο οποίος θεωρεί σαν πρώτο επίπεδο την ομιλία, στη συνέχεια τη σύνδεση που έχει η λέξη με την έννοια που εσωκλείει μέσα της και σαν τρίτο επίπεδο τον ισχυρισμό ότι κάθε γράμμα έχει μια αριθμητική αξία και ένα μουσικό τόνο. Με αυτό τον τρόπο συνειδητοποιεί ότι την ποίηση δεν την «αγγίζουμε» μόνο με το νου μας.

Αν κλείσουμε τα μάτια και αφεθούμε στο άκουσμα των λέξεων που μιλούν με νότες θα κάνουμε κάθε φορά διαφορετικό ταξίδι. Άλλωστε για την ποιήτρια η Μνήμη είναι ένα ταξίδι στους τόπους, στις εποχές, στα πρόσωπα και στις δράσεις. Αν κάποιος χάσει τη Μνήμη είναι ένα σώμα χωρίς ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Μνήμη των λέξεων. Εξάλλου τι είναι μια λέξη χωρίς μνήμη; Η Μνήμη ξέρει να ξυπνά τις αισθήσεις, έχει αλήθειες αλλά θέλει κουράγιο και προσοχή.

Και οι λέξεις από την μεριά τους «συλλέγουν τα χρώματα της γλώσσας» και «αντέχουν τη σιωπή μέσα τους». Κάποιες λέξεις χάνονται, άλλες μας ξυπνούν και μας φωτίζουν «μα όλες είναι εδώ και ζουν σαν από αιώνες». Μόνο λοιπόν αν γνωρίσουμε τη δύναμη των λέξεων μπορούμε να δούμε ότι κάθε λέξη κρύβει έναν ήχο και ένα νόημα.

 

«Ποιήματα»

 

Το 2012 η συλλογή της με τίτλο «Ποιήματα/Poemas» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ενδυμίων». Πρόκειται για μια δίγλωσση ποιητική συλλογή στα Ελληνικά και στα Ισπανικά, σε μετάφραση του Mario Dominguez Parra, η οποία περιλαμβάνει ποιήματα και από τις δύο συλλογές «Ολόγραμμα» και «Μνήμη των γυμνών λέξεων».

 

«Ενδεχόμενα απογεύματος»

 

Η ποιητική της συλλογή «Ενδεχόμενα απογεύματος» κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις «Ενδυμίων». Στα ποιήματά της μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις που μερικές φορές περιέχουν μία μουσικότητα και άλλες πάλι μία τραγικότητα. Το ζήτημα είναι κατά πόσο αντέχουμε.

Σημασία έχει να είμαστε αληθινοί στους εαυτούς μας, να αφηνόμαστε και να βιώνουμε όλα τα συναισθήματα. Αναφέρεται στο συναίσθημα του φόβου «να μη φοβάσαι, να μη φοβάσαι πολλαπλά, όταν φοβάσαι δυναμώνει ο φόβος, τίποτα να μη φοβάσαι κι ας λείπουν όλα και όλοι» γιατί όλα είναι μέσα μας, είναι γύρω μας, είναι παντού. Καθώς και στο συναίσθημα του πόνου «ο πόνος όμως είναι λύτρωση, γιατί μόνο μετά τη βίωση του πόνου έρχεται η βίωση της ευχαρίστησης».

 

Ενδεχόμενα απογεύματος

 

Μέσα από τους στίχους της η Ελένη Νανοπούλου μας ταξιδεύει στην ιστορία, στο πόσο σημαντικό είναι να τη βλέπουμε καθαρά για να μη κάνουμε τα ίδια λάθη. Να ξέρουμε τί δεν μας κάνει περήφανους, «να μπορούμε να ξεχωρίζουμε τους νεκρούς από τους δήμιους και να μη σκύβουμε στην εξουσία». Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε αλληλέγγυοι και να αγωνιζόμαστε για την ελευθερία μας και τα ανθρώπινα δικαιώματά μας.

 

«Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει»

 

Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει

Η Ελένη Νανοπούλου προσέρχεται στη γραφή με λεκτικό χάρισμα και αποχρώντα λόγο. Ενώ στις προηγούμενες συλλογές της άφηνε τις λέξεις στη μυστικότητα των πολλαπλών σημασιών τους για να ψαρέψουν βιώματα του αναγνώστη, εδώ, αναλαμβάνει στοιχεία του βίου της με τρόπο εξομολογητικό. Αποφάσισε πως ο βίος της μπορεί να μιληθεί κάνοντας το προσωπικό περιστατικό δυνατότητα κοινωνίας.

Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να μπορούμε να πούμε ότι μια γραφή ωριμάζει. Αυτό συμβαίνει εδώ. Η Ελένη Νανοπούλου βάζει προϋποθέσεις για να γίνει μια από τις πιο ευδιάκριτες γραφές της γυναικείας ποίησης του καιρού μας. Τολμάει. και καθένας που τολμάει μας προσκαλεί σε κάτι ενδιαφέρον.

 

 

«55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής»

 

55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής

 

 «Τελευταία βουίζει το κεφάλι μου, μουδιάζουν τα δάκτυλα μου, όλο και κάποιο ισχίο πονάει, ο λαιμός ξεραίνεται, οι ρίζες ασπρίζουν, ακούω ζαμπόν αντί για Ξενοφών, κλαίω σε όλες τις κηδείες κι ας μην ξέρω τους συγχωρεμένους, επίσης σε όλες σχεδόν τις ταινίες, θυμάμαι τις μυρωδιές του πατρικού κι αρχίζω να φτιάχνω όλα τα γλυκά του κουταλιού της κάθε εποχής κι ας μην τα τρώω, έχω γίνει σαν την μάνα μου που φώναζε κλείσε την πόρτα μπαίνουν μύγες, αρχίζω να γράφω σημειώσεις όπως 12:00 μαγείρεμα 13:30 να μην ξεχάσω-μαγείρεψα! 18:00 καφέ-τάβλι με τον Νίκο 20:30 να πάρω τον Δημήτρη και τον Ορέστη από το αεροδρόμιο…»

 

Read Full Post »

Καραμάνος Γιώργος, Η γνωριμία μου και ο έρωτας με τ’ Ανάπλι.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV (2000). Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.   

Αποθήκευση Έγγραφου: Καραμάνος Γιώργος, Η γνωριμία μου και ο έρωτας με τ’ Ανάπλι.

Read Full Post »

Από την Ναυπλιακή ποίηση: Ποιήματα των Τάσου Βυζαντίου, Κατερίνας Γαρδικίωτη – Κοΐνη, Νίκου Καραγιάννη, Χρήστου Κατσιγιάννη, Θεοδόση Κωστούρου, Πάνου Λιαλιάτση, Νίκου Πρασσά, Μανώλη Τερζάκη, Γιάννη Φίλη, παπα – Ηλία Ψαρρολόγου.    

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV (2000). Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.   

Αποθήκευση Έγγραφου: Από την Ναυπλιακή ποίηση

Read Full Post »

Τερζάκης  Δημ. Εμμανουήλ (1908-1984)Από τη Ναυπλιακή ποίηση


  

Ο Μανώλης Τερζάκης ή, όπως συνηθέστερα τον έλεγαν οι γνωστοί και οι φίλοι του, « ο Μανωλάκης», ήταν το πρώτο από τα τρία παιδιά (την Ελέ­νη και το Θάνο) του Δημήτρη Τερζάκη. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1908 με προγονική καταγωγή τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας και απεβίωσε την 24 Ια­νουαρίου 1984.

Ο προγονός του ήρθε και εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο μετά την ατυχή επανάσταση του Ορλώφ, στην οποία έλαβε μέρος. Τότε και άλλοι επανα­στατημένοι Έλληνες, που είχαν εκτεθεί, δεν επέστρεψαν στις πατρίδες τους, φοβούμενοι τα αντίποινα των Τούρκων κατακτητών, αλλά διασκορπίστηκαν σε διάφορες πόλεις. Απόγονοι του αγωνιστή Τερζάκη, από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας, ήταν οι γνωστές πρώτες οικογένειες των Τερζάκηδων, που δια­κρίθηκαν ως γερουσιαστές, δικηγόροι, δήμαρχοι, λογοτέχνες κλπ.

Ο Μανώλης Τερζάκης σπούδασε Νομικά και πήρε άδεια δικηγόρου, αλ­λά δεν ασχολήθηκε με τη δικηγορία. Το 1934 προσελήφθη από το δήμαρχο Γεώργιο Μηναίο ως Ειδικός Γενικός Γραμματέας του Δήμου Ναυπλιέων, ό­που υπηρέτησε μέχρι το 1967, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Μιλούσε άνετα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά και Ιταλικά. Αυτή η γλωσσομάθεια του τον διευκόλυνε στην άνετη επικοινωνία του με τους ξένους επισκέπτες της πόλε­ως και των γύρω αρχαιολογικών χώρων.

Το 1940 ο Μανώλης Τερζάκης επιστρατεύθηκε ως απλός στρατιώτης και υπηρέτησε στο απόρθητο οχυρό του Ρούπελ των ελληνοβουλγαρικών συ­νόρων. Μετά την επικράτηση των Γερμανών, ο διοικητής τους, παρέταξε τους επικεφαλής των αντιπάλων δυνάμεων ενώπιον του, και συνεχάρη τον Έλληνα Διοικητή και τους γενναίους αξιωματικούς και στρατιώτες. Σε αυ­τόν τον ανηλεή βομβαρδισμό ο Μανώλης Τερζάκης απέδιδε την αποκόλλη­ση του ματιού του, από την οποία δυσκολευόταν στη μετέπειτα ζωή του. Ο Μανώλης Τερζάκης τιμήθηκε από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας με έπαινο και Χαλκούν Μετάλλειον Ανδρείας.

Το 1945 νυμφεύθηκε την εκλεκτή της καρδιάς του, την Λώρα, κόρη του ευπατρίδη δικηγόρου Κωνσταντίνου Καράπαυλου, δισέγγονη του δημάρχου Βασ. Κόκκινου και αδερφή του δημάρχου Νίκου Καράπαυλου. Το ζεύγος α­πέκτησε δύο υπέροχα παιδιά: Το Δημήτρη, επιχειρηματία, και την Ελένη, αρ­χαιολόγο, που συνεχίζουν την οικογενειακή τους παράδοση στο Ναύπλιο.

Ο Μανώλης Τερζάκης ήταν λάτρης του Ναυπλίου και γνώριζε καλά την ιστορία της πόλεως. Στο Ναύπλιο αναφέρονται τα ποιήματα του, γι’ αυ­τό τη συλλογή που ετοίμαζε, ονόμαζε «Ναυπλίας», της οποίας δεν έχου­με παρά μόνο δύο δείγματα, όπως τα βρήκαμε δημοσιευμένα στην τοπική ε­φημερίδα «ΣΥΝΤΑΓΜΑ» του 1947, που εξέδιδαν οι αδελφοί Κωστόπουλοι, με διευθυντή τον αξέχαστο φιλόλογο Θάνο Αναγνωστόπουλο ή Σαλαβίστρα, φίλο του Μανώλη Τερζάκη.

 

 Αλή – Αζήμ Πέρσης

 

-Θυμάμαι τώρα τον Αλή

στον πεύκο του αποκάτου,

τον Αλή τον μερακλή

με τα χρυσαφικά του!

-Κάθεται πάνω στο σοφά

και ταΐζει τα πουλιά.

Δίπλα του το Παληό-Τζαμί

κι’ ό τάφος του Υψηλάντη.

-Ανάρριχτη η πατατούκα

κι’ ή γαζέττα με τη χούφτα…

 

-Απ’ τα μάτια του περνά

τ’ Αναπλιού η Ιστορία…

Πόλεμοι, κινήματα,

Στόλοι, μεγαλεία!

-Και η Τύχη του κερνά

απ’ εμπρός του να διαβή

ολόκληρη ή Εθνική

πρώτη Εκατονταετία!

-Στης Κυρά-Καλλιόπης το παλιό

το τρανό τ’ Αρχοντικό

στη μέση στην Πλατεία,

(αυτηνής που γύρισε

πλάτες στην Αμαλία)

-το νου σου να μη πέσης-

ήδη τώρα κάθεται

Αλή-Αζήμ ο Πέρσης!

-Χάρις δε στον Αητό

αν και Πέρσης ό καϋμένος

εις τα Δημοτολόγια

ευρέθηκε γραμμένος!!

 

-Στου Ντάναινα τον καφενέ

πολλά βαρύ μ’ ολίγη.

Στου Κουτσαΐτη στο κοφτό

το πόστο του ξανοίγει.

-Κι’ έτσι στου Φάντε τη φιγούρα

όλο γκίνια και φαγούρα

εσκορπίστηκε μπουχός

ούλο του Αλή το βιός!

 

Πάνος Λιαλιάτσης, «Από τη Ναυπλιακή ποίηση», Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).

Read Full Post »

Κατσιγιάννης Ε. Χρήστος (1930-1999)  


 

Χρήστος Κατσιγιάννης

Χρήστος Κατσιγιάννης

Ο ηθοποιός και ποιητής  Χρήστος Ε. Κατσιγιάννης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1930 και φοίτησε στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, τη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου και τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέ­χνης. Εμφανίστηκε στο Θέατρο το 1954, υπηρετώντας το, μέχρι το 1973. Πα­ράλληλα δίδαξε υποκριτική, ορθοφωνία και αυτοσχεδιασμό στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, στην Ανωτέρα Σχολή Θεάτρου και Κινηματο­γράφου και στην πρότυπη Σχολή Θεάτρου-Κινηματογράφου-Τηλεόρασης.

Από το 1973 αφοσιώθηκε στην ποίηση, τυπώνοντας 24 συνολικά βιβλία, εκ των οποίων τα 16 είναι ποιητικές συλλογές. Κατά καιρούς διετέλεσε μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, του Φιλολογικού Συλλό­γου «Παρνασσός», του ΠΕΝ-Κλαμπ Ποιήσεως, του Ελληνικού Κέντρου της Διεθνούς Εταιρείας Κριτικών Λογοτεχνίας κ.ά.

Από το 1994 αυτοδιαγράφηκε από τα σωματεία και συλλόγους και ε­γκαταστάθηκε στο Παλαιό Ναύπλιο, όπου έγραψε πολλά βιβλία, με αισθαντικότητα και στοχασμό προσωπικό. Έφυγε απ’ τη ζωή στις 10 Μαΐου 1999 το μεσημέρι, στο σπίτι του στο Ναύπλιο, όπου και διέμενε τα τελευταία χρόνια, αποτραβηγμένος από τα κοινά.

Μικρό ανθολόγιο

Από τις ποιητικές συλλογές του Χ. Ε. Κατσιγιάννη

 1

Αν δε σου νιώσανε τον ερχομό

μην καρτεράς να νιώσουν το φευγιό σου.

(«Απόσταγμα», 1994)

2

Οι φρόνιμοι… οι γνωστικοί.

Αυτοί πρώτοι καρπώνονται

απ’ των τρελών την τρέλα.

(«Κατάληψη», 1994)

3

Κάτω από κάθε πέτρα της

ένας σκορπιός, κάποια οχιά.

Κι είναι πετρότοπος ή Ελλάδα.

                              («Πετρότοπος», 1994)

 4

Τι άλλο μου χρειάζεται

για να πιστέψω στο Θεό!

Σκέφθηκε και μας έδωσε

ως και το θάνατο ακόμα.

(Απ’ το ταμείο της Σοφίας «Μοναχόλυκος», Περγαμηνή, 1994).

 

Ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες στις οποίες έχει παίξει:

Μεγάλοι δρόμοι (1953), Ο δολοφόνος αγαπούσε πολύ… (1960), Πλούσιοι χωρίς λεφτά (1960), Έγκλημα στην Ομόνοια (1962), Όσα κρύβει η νύχτα (1963), Νυχτοπερπατήματα (1964), Ο κράχτης (1964), Χωρισμός (1965), Θυσία (1966), Νόμος της ζωής (1967), Ο προδότης (1967), Αφροδίτη το κορίτσι που πόνεσε (1968), Το τρίπτυχο της αμαρτίας (1972).

Θεατρικές παραστάσεις

Άνθρωπος για όλες τις εποχές (1963), Ερωτικές και φορολογικές υποθέσεις (1971).

Μεταγλωττισμένες παραγωγές στις οποίες συμμετείχε:

Ο επιθεωρητής Σαϊνης (ΕΡΤ-1985)

Ντένις ο τρομερός (ΕΤ1-1988)

 

Πηγές


  • Πάνος Λιαλιάτσης, «Από τη Ναυπλιακή ποίηση», Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).
  • RetroDB.gr

 

Read Full Post »

Καραγιάννης Νίκος – Ο ποιητής της νοσταλγίας (1919-1999)                                                                                                                  


 

Πέθανε γαλήνια το πρωί της Παρασκευής (29.10.99) στο Γηροκομείο του Ναυπλίου ο ποιητής Νίκος Καραγιάννης, σε ηλικία 80 ετών, ένα γερο­ντάκι που έφερνε μαζί του το ήθος του παλαιού Αναπλιού.

Από μικρό παιδί προσελήφθη ως κλητήρας στο Εθνικό Θέατρο, όπου εμυήθη εμπειρικά στην Τέχνη. Δούλεψε εκεί περίπου 40 χρόνια και νωρίς τον κατέκτησε η Ποίηση. Εμιμείτο τους βάρδους τ’ Αναπλιού, ως naif στι­χουργός, τον Αντώνη Λεκόπουλο, τον Αλέκο Μουτζουρίδη, το Θόδωρο Κωστούρο και άλλους Ναυπλιολάτρες. Η ποίηση του στη δεκαετία του 1950-60 ήταν αξιόλογη, αυθόρμητη και νοσταλγική: Θυμόταν τους γονείς του, την παλιά πόλη, τους διευθυντές του Εθνικού Θεάτρου και τους καλλιτέχνες του.

Η θύμηση αυτή, καθώς περνούσε ο καιρός, γινόταν λυρική νοσταλγία που κατέληγε στα δάκρυα. Είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και ζητούσε επίμονα την επιδοκιμασία. Στο τέλος έφτασε στο παραλήρημα. Υπαγόρευε σε νέους αναμνήσεις και παλιές ιστορίες χωρίς ειρμό.

– Γράφω το κύκνειο άσμα μου, μου είπε προ μηνός.

– Τι ακριβώς, τον ρώτησα, κυρ Νίκο.

– «Το τέλος ενός θρύλου» μου είπε κλαίγοντας.

– Και ποιος είναι ο «θρύλος»;

– «Εγώ», μου απάντησε…

Τα πρώτα του ποιήματα είχαν στοιχεία προσωπικής τεχνικής αλλά η μίμηση τα αδυνάτιζε. Θυμάμαι την αισθαντικότητα στο ποίημα «Τα λιμά­νια» στην «Αμυμώνη» του Θ. Κωστούρου της δεκαετίας του 1950. Ήταν έ­να άρτιο ποίημα.  Τύπος γραφικός, χαρακτήρας αισθαντικός, γενναιόδωρος στην πόλη του, της οποίας δώρησε πολλά κειμήλια καλλιτεχνικά, έφυγε με το παράπονο ότι δεν τον τίμησε το Ναύπλιο, η γενέτειρα του, όσο έπρεπε.

 

Μετά την παράσταση του «Ματωμένου Γάμου»

Στην Κατίνα Παξινού (Νίκος Καραγιάννης)

Δεν είχατε το δικαίωμα, Κυρία,

ν’ αλέσετε -χρυσόσκονη- την καρδιά μας

στο νερόμυλο της μεγάλης Τέχνης σας.

Δεν είχατε δικαίωμα να παραλάβετε,

πριν απ’ την παράσταση, το κορμί μας αρτιμελές

και να το μεταβάλλετε, μετά απ’ αυτήν,

σε μια χούφτα κόκκινο χώμα!

Μαχαίρι ή φωνή σας, ράγιζε βαθειά την πέτρα.

Είστε η μεγάλη μητέρα πλέον.

Οι μητέρες της μέχρι τούδε ζωής μας.

Γιατί, και τη δικιά μου μητέρα, στη μορφή σας είδα

να στέκεται σκυμμένη στο παράθυρο,

τα βράδυα του καλοκαιριού,

να περιμένει, να περιμένει τ’ αδέρφια μου και μένα

να γυρίσουμε στο σπίτι,

κι’ απ’ τα μάτια αναβλύζει μύρο και δάκρυα.

Δεν είχατε νομίζω, Κυρία, το δικαίωμα, βλέποντας

από σήμερα άλλη παράσταση,

να αισθανόμαστε ραγισμένες πέτρες

πού αναβλύζουν δάκρυα και μύρο

και ποτίζουνε το όνομα σας!

Δε είχατε δικαίωμα να μας εμποδίσετε

να σας λούσουμε, Κυρία, με ρίγος

και να συνοδεύουμε στην αιωνιότητα

με δάκρυα και μύρο τον ίσκιο σας!

Σε τι σκληρή μοίρα ταχτήκατε

να εκμηδενίσετε με τη φωνή και τα χέρια σας,

τον οποιονδήποτε τολμήσει να παραβγεί δίπλα σας!

Παραδεχτήτε, δεν είχατε όλο το δικαίωμα, Κυρία,

-κρατώντας αόρατα μαχαίρια- ν’ αφανίζετε το σύμπαν,

προχωρώντας πιο πάνω απ’ την κορφή!

Οι κορυφές είτανε ένα ιδεατό σημείο στη ζωή

μας. Τώρα;

 

Πάνος Λιαλιάτσης, «Από τη Ναυπλιακή ποίηση», Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »