Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άργος’ Category

Αργειακό Εργαστήριο Γλυπτικής

 

 

Η σχολή του Άργους διδάχτηκε την τέχνη από τη Λυκία.  Η παράδοση όμως για τον Επειό o οποίος κατασκεύασε το Δούρειο ίππο (Ι. 22,665-838 και Οδ. 8,493 και 11, 532) και τα ξόανα του Ερμή και την Αφροδίτης που αφιέρωσε η Υπερμνήστρα στο ναό του Λύκειου Απόλλωνα στο Άργος, το ίδιο και η παράδοση για τον Πείρασο, το γιο του Άργου και βασιλιά του Άργους που αφιέρωσε το αρχαιότατο άγαλμα της Ήρας κατασκευασμένο από αγριαχλαδιά στην Τίρυνθα κι από κει μεταφέρθηκε στο Ηραίο – μετά την καταστροφή της Τίρυνθας- μας διδάσκουν ότι εδώ, στο Άργος, ασκούνταν η γλυπτική τέχνη από τα πολύ παλιά χρόνια. Και από το επόμενο επίγραμμα, που είναι χαραγμένο πάνω στους ανδριάντες του Θεόπομπου και του Δαμάρετου  τους οποίους κατασκεύασαν οι Αργείοι τεχνίτες Ευτελίδας και Χρυσόθεμις, αποδεικνύεται πόσο παλιό είναι το Αργειακό εργαστήριο.

 

Ευτελίδας και Χρυσόθεμις τάδε έργα τέλεσαν

Αργείοι, τέχναν ειδότες  εκ προτέρων.

 

Στην πρόοδο όμως και την ανάπτυξη αυτής της σχολής συνετέλεσαν και οι αγαλματοποιοί Δίποινος και Σκύλλις που ήλθαν από την Κρήτη και ήταν γιοι και μαθητές του ονομαστού Δαίδαλου. Αυτοί πρώτοι δούλεψαν το μάρμαρο, έμειναν εδώ για πολλά χρόνια και γέμισαν την πόλη με τα έργα τους. Μ΄ αυτό τον τρόπο ξεσήκωσαν κι άναψαν το ζήλο των ντόπιων τεχνιτών. Το πιο αξιόλογο έργο τους, όπου βλέπουμε τα σπέρματα της τέχνης που κατεργάζεται το χρυσό και το ελεφαντοστό, βρισκόταν στο ναό των Διοσκούρων στο Άργος. Επρόκειτο για ένα σύμπλεγμα αγαλμάτων που παρίσταναν τους Διόσκουρους έφιππους, τα παιδιά Άναξιν και Μνασίνουν και μαζί τους τις μητέρες τους Αλάειρα και Φοίβη. Και αυτά τα αγάλματα ήταν εβένινα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των αλόγων ήταν βέβαια από έβενο, ένα μικρό όμως μέρος τους ήταν  από ελεφαντοστό. Οι Δαιδαλίδες αυτοί άκμασαν κατά την 30ή  Ολυμπ. το 580 π.Χ.

 

Έτσι,  περνώντας τα χρόνια διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε η σχολή (515 π.χ.).  Απ΄ αυτή βλάστησε και αναδείχθηκε ο Αγελάδας ή Γελάδας. Αυτός, σαν τεχνίτης εργάστηκε εξήντα περίπου χρόνια, ενώ η ακμή του τοποθετείται από το (520 π.χ.) έως το (480 π.χ.). Δούλευε μάλιστα αποκλειστικά το χαλκό και προσέλκυε στο Άργος τους πιο ξακουστούς τεχνίτες από χώρες μακρινές που έρχονταν εδώ για να τελειοποιηθούν στη σχολή του. Αυτό όμως που πάνω απ΄ όλα μαρτυρεί τη μεγάλη  κλάση αυτού του τεχνίτη   είναι ότι κοντά του μαθήτευσαν  οι πιο μεγάλοι γλύπτες της αρχαιότητας: Μύρων, Πολύκλειτος και  Φειδίας.

 

 

 

 

Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών », σελ. 254 – 255.  Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδόσεις  «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008. 

 

Απόδοση στην Νεοελληνική: Γιώργος Τασσιάς 

 

Read Full Post »

Άργος, «Peloponnesus :notes of study and travel», 1858. – William George Clark

 

 

Ο William George Clark ξεκινάει από την Αθήνα και περιηγείται την Πελοπόννησο, ακολουθώντας την πορεία Κόρινθος, Άργος, Καρυά, Μαντινεία, Σπάρτη, Καλαμάτα, Ναυαρίνο, Φιγαλεία, Ολυμπία, Πύργος, Πάτρα, Αίγιο, Φενεός, Στυμφαλία, Σικυών.

 

Ο περιηγητής έφτασε στο Άργος παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες.  Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus :notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. Το έργο συμπληρώνον 5 χάρτες της Πελοποννήσου, του ιερού του Ισθμού, της Νεστάνης και Μαντινείας, της Σπάρτης και του Ναυαρίνου. Ο τελευταίος μάλιστα είναι έργο εξαιρετικής χάραξης.

 

 

Το Άργος και οι γειτονικές περιοχές

 

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Το πρωί του Σαββάτου 19 Απριλίου η πόλη του Άργους ήταν γεμάτη κόσμο. Το Σάββατο είναι ημέρα παζαριού και οι δρόμοι ήταν πλημμυρισμένοι από εμπορεύματα και πωλητές. Αγρότες είχαν φέρει καλάθια με κρεμμύδια, πράσσα, ραδίκια, κάρδαμο και άλλα σαρακοστιανά. Από την άλλη μεριά, οι κάτοικοι της πόλης τους προκαλούν επιδεικνύοντας τις ενδυμασίες τους, από φέσι μέχρι τσαρούχια και παντόφλες, από τσίτινα υφάσματα (πιθανώς) από το Μάντσεστερ, μαχαίρια (ίσως) από το Σέφφιλντ μέχρι άσπρες ομπρέλες δυο δραχμές το κομμάτι, εγγυημένες από αγγλικά εργοστάσια. Απ’ όσο μπορεί να καταλάβει κανείς, η πόλη φαίνεται να ευημερεί περισσότερο από όλες τις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Τα σπίτια είναι χτισμένα με τρόπο ακατέργαστο, ασοβάντιστα, χωρίς μαρμαροκονία, από συνήθεια περισσότερο κι όχι για κάποιον άλλο λόγο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οι κάτοικοι ασχολήθηκαν πάρα πολύ να χτίσουν σκεπές για τα κεφάλια τους, που δεν τους έμεινε καιρός να ενδιαφερθούν και για την πολυτέλεια του λιθοστρώματος και της αποχέτευσης. Κι αυτό δε βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Φθάσαμε τελικά σε μια μεγάλη άπλα, όπου ο οδηγός μας – ελλείψει αρχαίου μύθου- μας διηγήθηκε ένα νεότερο για τη γάτα και το ποντίκι: «εδώ», είπε, «όταν οι Γάλλοι κατείχαν το Άργος, έσφαξαν δεν ξέρω και γω πόσα παιδιά την ώρα που γύριζαν από το σχολείο τους». Δεν ήταν αυτό το μόνο περιστατικό που με έκανε να συμπεράνω ότι οι νεοέλληνες είχαν τόση «τόλμη στη φαντασία» όση τουλάχιστον και οι αρχαίοι τους πρόγονοι. Σ’ αυτή την άπλα υπάρχουν μερικά Ρωμαϊκά ερείπια αδύνατο να αναγνωριστούν – ίσως απομεινάρια από τη μετά τον Παυσανία εποχή – και κοντά σ’ αυτά το μόνο σημαντικό απομεινάρι του αρχαίου Άργους: οι λαξευμένες κερκίδες που αποτελούσαν το κέντρο του θεάτρου. «Τα δυο του άκρα ήταν φτιαγμένα από τεράστιου μεγέθους τραχιές πέτρες και ασβεστοκτονία, χτισμένες κανονικά. Τώρα αυτά είναι απλώς άμορφοι σωροί απορριμμάτων. Το ακάλυπτο μέρος του θεάτρου διατηρεί τα απομεινάρια 67σειρών εδωλίων, σε τρία τμήματα χωρισμένα με διαζώματα. Στο επάνω τμήμα υπάρχουν 19 σειρές και στο κάτω 32. Μπορεί ασφαλώς να υπάρχουν και άλλα τμήματα κάτω από τη γη».

 

Μέτρησα 35 σειρές στο κατώτερο τμήμα, 16 στο μεσαίο και 18 στο ανώτερο, όλες μαζί 69. Οι «ευθύγραμμες σειρές εδωλίων ανασκαμμένες στο βράχο δίπλα στο θέατρο» είναι τώρα καλυμμένες από καλλιεργήσιμη γη. Παρατήρησα αργότερα, κοντά στο θέατρο της Χαιρώνειας, εδώλια παρόμοια με αυτά που είδε εδώ ο συνταγματάρχης  Leake.  Δεν πιστεύω να ήταν ένα είδος φουαγιέ για τους θεατές στα διαλείμματα των παραστάσεων, αλλά περισσότερο μου φάνηκαν σαν απλά σκαλιά για να διευκολύνουν την πρόσβαση και αποχώρηση των επάνω κερκίδων.

 

 

Κάστρο του Άργους

 

 

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Ένα απότομο πετρώδες μονοπάτι οδηγεί από εκεί στην κορυφή που στέφεται από το μεγάλο κάστρο του Άργους. Μια οχυρή θέση, η οποία, αφού φυλάχτηκε ζηλότυπα από όλους τους τυράννους της περιοχής, από τον Ακρίσιο και μετά, έχει αφεθεί, μετά την παλινόρθωση της ελευθερίας, στη μοναξιά και τη φθορά. Μπαίνεις σε ένα μικρό περίβολο χτισμένο με ακατέργαστες πέτρες εναλλασσόμενες με τούβλα, Βυζαντινής κατασκευής υποθέτω. Και διαμέσου αυτού περνάς στον κεντρικό περίβολο, ένα ακανόνιστο πολύγωνο, που σε κάθε γωνιά φρουρείται με πύργους. Ο τοίχος έχει τεράστιο πάχος. Υπάρχει ένα φαρδύ μονοπάτι γύρω από τις επάλξεις, που γίνεται προσιτό κατά διαστήματα με σκαλιά. Ανάμεσα στα άλλα ερείπια ο εσωτερικός περίβολος περιλαμβάνει και μια μικρή εκκλησία με κόγχη. Αυτός ο περίβολος είναι φανερά μεταβυζαντινής κατασκευής, αφού παρατήρησα μαρμάρινους σταυρούς ανάγλυφα, καθώς και άλλα κοσμήματα, που ανήκαν σε ελληνική εκκλησία, κτισμένα στους τοίχους. Είναι χωρίς αμφιβολία δουλειά των Γάλλων αρχόντων του Μοριά. Οι δυο περίβολοι καταλαμβάνουν την κορυφή του λόφου και περιστοιχίζονται στις τρεις πλευρές από ένα μεγαλύτερο περίβολο σε ένα σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο, που επίσης υποστηρίζεται από ισχυρό τείχος με πύργους κατά διαστήματα. Οι πύργοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είναι τετράγωνοι. Παρόλ’ αυτά, παρατήρησα τρεις στρογγυλούς και έναν τραπεζοειδή. Στην εξωτερική αυλή υπάρχουν αρκετές στέρνες. Στη βόρεια και στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών είδα σημαντικό τμήμα Κυκλώπειας λιθοδομής δεύτερης τάξης, κι ο συνταγματάρχης Leake είδε μερικά πρώτης τάξης. Η ελληνική εργασία εμφανίζεται σποραδικά. Σε ένα μέρος – όπου ένας μεγάλος σωρός συντρίμματα από έκρηξη πιθανότατα – παρατήρησα τα εναλλασσόμενα στρώματα πλατιών τούβλων και τσιμέντου, που δείχνουν την κατασκευή των Ρωμαίων λεγεωνάριων. Η παρούσα κατασκευή, κυρίως Φράγκικη, αλλά και μερικώς Βυζαντινή, επιδιορθώθηκε από Βενετούς και Τούρκους. Λίγα μέρη έχουν τέτοια συνεχή ιστορία, καταγραμμένη τόσο καθαρά, ώστε να μπορεί να διαβαστεί στα τείχη τους. Συμπεριλαμβάνουν στη διαδρομή τους ένα χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που περιέχουν τα τείχη της Τίρυνθας, και ελάχιστα μικρότερο από αυτό των Μυκηνών. Είναι ίσως ανάλογο συνολικά με τα χρονικά όρια της αρχαίας πόλης των ηρωικών χρόνων, έχοντας, όπως η Τίρυνθα, την ακρόπολη σε υψηλότερο επίπεδο, όπου τώρα βρίσκεται ο εσωτερικός περίβολος του παρόντος φρουρίου. Οι τύχες τους, όμως, ήταν διαφορετικές. Ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες δεν αναπτύχθηκαν πέρα από τα όρια του αρχαίου κόσμου και εγκαταλείφθηκαν μάλιστα από τότε που κατεδαφίστηκαν, περίπου 2000 χρόνια πριν, η Λάρισα του Άργους κατοικήθηκε συνεχώς. Το πτολίεθρον των Αχαιών έγινε Ακρόπολη της ελληνικής πόλης, φρούριο για τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία και, στο Μεσαίωνα, καθώς «η σβούρα του χρόνου πέτυχε την εκδίκηση της» έγινε φεουδαρχικό κάστρο των Φράγκων ηγεμόνων. Μ’ αυτό τον τρόπο επέστρεψε στο σκοπό για τον οποίο είχε κτιστεί από τους Κύκλωπες. ‘Όταν οι Φράγκοι εισέβαλαν στο Μοριά το 1207, βρισκόταν κάτω από την κατοχή του Λέοντα Σγουρού, ενός Έλληνα που κατείχε επίσης την Κόρινθο και τη Ναυπλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Κι ενώ απουσίαζε ο δεσπότης, που ήταν οχυρωμένος στον Ακροκόρινθο, η πόλη κατελήφθη με την πρώτη επίθεση από τον Guilliame de Champlitte, «pour ce il estoiet en plain», λέει το Φράγκικο χρονικό.

 

Αλλά το κάστρο δεν πάρθηκε παρά το 1248, όταν δόθηκε από το Βιλεαρδουίνο στο σύμμαχο του Κύριο των Αθηνών Γκιγιώμ de la Roche «μαζί με το ωραίο κάστρο του Ναυπλίου». Τον επόμενο αιώνα πέρασε στην κυριαρχία της οικογένειας των Enghien. Γρήγορα μετά την τελική έξωση των Φράγκων ακολούθησε την κατάρρευση του ελληνικού κράτους. Κι από τότε το κάστρο κρατήθηκε, όπως όλα τα άλλα, εναλλάξ από Τούρκους κι Ενετούς – κύριους όχι το ίδιο καταπιεστικούς, αλλά το ίδιο μισητούς, μια και δεν υπάρχει διαβάθμιση στο μίσος που νιώθει ένας Έλληνας για τους αφέντες του. Τώρα που η ελευθερία και η ασφάλεια έχουν επιτρέψει πάλι την ελεύθερη ανάπτυξη των φυσικών πλεονεκτημάτων, ένα νέο Άργος ανατέλλει στην αρχαία τοποθεσία κατά κύριο λόγο. Τα φυσικά πλεονεκτήματα που διαθέτει το Άργος είναι φανερά.

 

 

Αργείτικη πεδιάδα

 

Ο τόπος είναι περισσότερο ευρύχωρος από αυτόν των απομονωμένων Μυκηνών, πιο υγιεινός από τη χαμηλή Τίρυνθα. Κι ελέγχει πολύ περισσότερες υπόγειες δεξαμενές ύδατος από τους δυο άλλους τόπους, με πηγές και υδραγωγεία. Ο Κιφησσός του, που ο Ποσειδών χτύπησε πάνω στην οργή του, πίστευαν ακόμη ότι έρρεε υπογείως και εμπλούτιζε τα πηγάδια της πόλης. Τα στρατιωτικά πλεονεκτήματα της θέσης του Άργους δεν είναι λιγότερο φανερά. Βρίσκεται στη διασταύρωση, ή, για να πούμε καλύτερα, στο γάγγλιο των διαφόρων δρόμων προς Λακωνία και Αρκαδία, όπου, κατά την ιστορική περίοδο του Άργους, κατοικούσαν οι πιο φοβεροί του εχθροί, αλλά και οι πιο ικανοί του σύμμαχοι. Η εισβολή των Λακώνων ήταν αυτό που φοβούνταν περισσότερο, και καμιά άλλη θέση δεν μπορούσε τόσο καλά να ελέγχει και να προστατεύει την πεδιάδα. Μ’ αυτά αναμφίβολοι συνενώθηκαν και άλλες αιτίες περισσότερο λεπτές και περισσότερο πολύπλοκες. Οι πηγές της εθνικής ευημερίας έχουν ρίζες βαθιές. Βλέπουμε μερικά έθνη να ακμάζουν με όλων των ειδών τα φυσικά εμπόδια, και άλλα να φθίνουν παρόλα τα πολύμορφοι φυσικά πλεονεκτήματα. Κι άλλες φορές το πνεύμα κι η ζωντάνια ενός λαού αποτυγχάνουν και σβήνουν χωρίς να υπάρχουν εξωτερικά αίτια επαρκή να εξηγήσουν το γεγονός. Χρησιμοποιούμε μία  κοινότοπη παρομοίωση, αλλά έχουμε κάποιο δίκαιο, όταν συγκρίνουμε τη ζωή ενός έθνους με τη ζωή ενός ανθρώπου ή όταν μιλάμε για την άμπωτη και την παλίρροια της ευημερίας ενός έθνους.

 

Η θέα από τα τείχη της Λάρισας είναι θαυμάσια. Μπροστά στα πόδια μας, στην κατηφόρα, εκτείνεται η πόλη με τους κροσσοτούς της κήπους και τα καταπράσινα  οπορωφόρα δένδρα, με συστάδες κυπαρισσιών εδώ και κει και  αριστερά τη φιδωτή με απότομες καμπύλες λευκή, φαρδιά κοίτη του Χάραδρου. Καθώς  η εποχή των βροχών δεν είχε μπει για τα καλά, δε φαινόταν ούτε σταγόνα νερού. Είχε όλο απορροφηθεί από την άμμο και το ψιλό χαλίκι, το είχε πιει όλο το διψασμένο χώμα του Άργους. Πέρα μακριά εκτείνεται η επίπεδη πεδιάδα, πράσινη από τα καινούρια σπαρτά, βαμβάκι και καπνό. Προς τα δεξιά ο βάλτος και μετά η καμπύλη της παραλίας που τελειώνει στην πόλη και στο λιμάνι του Ναυπλίου, πάνω από το οποίο υψώνεται ο βράχος του Παλαμηδιού με το κάστρο. Η Αργείτικη πεδιάδα κλείνεται σε όλες τις άλλες εκτός από τη θάλασσα πλευρές από οδοντωτές κρημνώδεις οροσειρές. Μακριά από  ανατολικά είναι η κορυφή του Αραχναίου. Στα βόρεια το φανταστικό σχήμα της Φούκας. Η Κυλλήνη υψώνεται στα βορειοδυτικά κι ανάμεσα τους τα μακρινά χιόνια του Παρνασσού.

 

Το απόγευμα πήγαμε στο Ναύπλιο. Μόλις φτάσαμε δραπετεύσαμε ευτυχώς από  τους βρώμικους δρόμους του κι από το ακόμη πιο βρώμικο πανδοχείο και πήραμε μια βάρκα για να  διασχίσουμε τον κόλπο. ‘Όσο βρισκόμαστε μέσα στον κόλπο, κάθε βύθισμα κουπιού ανακινούσε ρυπαρή λάσπη κι σήκωνε δυσωδία χειρότερη κι από του Τάμεση. Δεν μπορεί παρά να απορήσει κανείς γιατί το Ναύπλιο δεν ήταν ιδιαιτέρως υπεύθυνο για πανώλη, μια και μέχρι τα χρόνια αυτά υπήρξε τέτοια επιδημία. Η αιτία για την εξαφάνιση της νομίζω ήταν η εξής:

 

Πανώλης ήταν μια γενική ονομασία, που δινόταν από τους αμαθείς και τους αμβλύνοες Φράγκους του Μεσαίωνα και τους Ανατολίτες όλων των εποχών σε μια ποικιλία επιδημικών ασθενειών, η κάθε μια από τις οποίες έχει τώρα πάρει το κατάλληλο όνομα. Η μάστιγα δεν απομακρύνθηκε, μόνο που οι πάσχοντες έχουν μάθει πια να διακρίνουν τα διαφορετικοί είδη από τα οποία αποτελείται. Αλλά αυτοί παρεμπιπτόντως.

 

Παρατήρησα καθώς πλέαμε κατά μήκος του κόλπου ότι το κάστρο του Άργους παρουσίαζε την εμφάνιση ενός κανονικού επιμήκους τετραγώνου, έτσι ώστε, εκτός κι αν ήταν πολύ διαφορετικό στα αρχαία χρόνια, το σχήμα του να μη δικαιολογεί το όνομα με το οποίο είναι γνωστό στον Πλούταρχο: «ασπίς». Κομμάτια, όμως, του αρχαίου τείχους, που υπάρχουν ακόμη, και στον εξωτερικό και στον εσωτερικό περίβολο, καταδείχνουν ότι η έκταση του παλιά ήταν ίδια με τη σημερινή, και ότι το σχήμα του ήταν σχεδόν απαράλλακτο. Αν είναι έτσι, η καταγωγή της επωνυμίας «ασπίς» θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Ίσως σε κάποια πανάρχαιη τοπική λαϊκή έκφραση στο Άργος. Προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αναζητηθεί, αλλά ποτέ βεβαίως δε θα βρεθεί. Αν δε φαινόταν σχεδόν παράλογο και να προσπαθήσει κανείς να μαντεύσει τη λύση αυτού του γρίφου, θα πρότεινα ότι αποτελεί μια λαϊκή ονομασία για  το «η έσω πόλις».

 

 

Λέρνα  

 

Σε μια ώρα και είκοσι λεπτά, άλλοτε με τα κουπιά κι άλλοτε με τα πανιά, remis velis, με τη βοήθεια μιας ασθενούς και άστατης αύρας , φτάσαμε στους Μύλους, όπου και μέρος για αποβίβαση. Μερικά φτωχά σπίτια ένα γύρω ορίζουν την τοποθεσία της αρχαίας Λέρνας. Κατά μήκος της παραλίας υπάρχει μια μακρόστενη λωρίδα από στέρεο ψιλό χαλίκι. Αλλά ανάμεσα, σ’ αυτό και στους πρόποδες των λόφων, φιδόσυρτα μονοπάτια και λάκκοι ξέχειλοι με λιμνάζοντα νερά, μας θυμίζουν ότι περνάμε το βάλτο της Λέρνας.

 

Στην άκρη της terra firma  μια πηγή με άφθονο νερό ρέει μέσα από το βράχο, ενώ κοντά εκεί είναι και μια ήρεμη βαθιά λιμνούλα. Αυτά τα χαρακτηριστικά της φύσης παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ τα άλση, οι ναοί και το αγάλματα, τα οποία αφθονούσαν σ’ αυτή την περιοχή, δεν άφησαν πίσω τους ούτε ένα απομεινάρι. Ο ταξιδιώτης που επισκέφτηκε πριν από 17 αιώνες αυτήν εδώ την περιοχή γράφει: «Είδα και μια πηγή, ονομαζόμενη του Αμφιάραου, καθώς και την Αλκυονία λίμνη, από την οποία οι Αργείοι λένε πως ο Διόνυσος πήγε στον Άδη για να φέρει πάνω τη Σεμέλη. Το βάθος της Αλκυονίας δεν έχει πέρας, και δεν ξέρω κανένα άνθρωπο να μπόρεσε να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού κι ο Νέρων που ετοίμασε σκοινιά πολλών σταδίων και τα έδεσε το ένα με το άλλο και έδεσε σ’ αυτά και μολύβι και μεταχειρίστηκε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, στη δοκιμή, ούτε αυτός μπόρεσε να βρει κανένα όριο του βάθους».

 

Και καθώς, ελλείψει άλλων εργαλείων για να συγκρίνουμε το βάθος της λίμνης Αλκυονίας με τη ευπιστία του Παυσανία, ρίχναμε πετραδάκια σ’ αυτήν, ένας αγρότης  που έσκαβε σ’ έναν διπλανό κήπο, αφού μας πλησίασε και μας πληροφόρησε ότι ήταν και ιερέας, υποστήριξε την άποψη ότι η λίμνη δεν είχε βυθό, γιατί κάποτε κάποιος προσπάθησε να τη βυθομετρήσει με ένα νήμα 77 οργιών και δεν τα κατάφερε. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάμε για την ίδια λίμνη με αυτή του Παυσανία.

 

Ο Παυσανίας συνεχίζει: «Άκουσα και το εξής: το νερό της λίμνης, όπως συμπεραίνει κανείς από την όψη του, είναι γαλήνιο και ήρεμο. Αν και φαίνεται όμως έτσι, πιάνει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Η περιφέρεια της λίμνης δεν είναι μεγάλη, αλλά περίπου το ένα τρίτο του σταδίου», δηλ. 67 γιάρδες και, υποθέτω, σχεδόν όσο και σήμερα, «στις όχθες της υπάρχουν χλόη και σχίνοι», στα οποία θα πρόσθετα κίτρινα κρίνα και αγριοσέλινα. Σε μια τράφο εδώ κοντά είδα δυο μεγάλα νερόφιδα – Λερναίες Ύδρες – κιτρινόμαυρα. Τα όντα αυτά αφθονούν ακόμη εδώ. Ο Παυσανίας δράττεται της ευκαιρίας να σημειώσει ότι, κατά τη γνώμη του, η Ύδρα, την οποία σκότωσε εδώ ο Ηρακλής, διέφερε από τις άλλες Ύδρες μόνο στο μέγεθος και στο δηλητήριο, όχι στον αριθμό των κεφαλών: «Ο Πείσανδρος όμως από την Κάμειρο, για να φαίνεται το θηρίο πιο φοβερό, και για να γίνει το ποίημα, του πιο σπουδαίο, γι’ αυτούς τους λόγους παρουσίασε την ύδρα με πολλά κεφάλια». Ήταν ο ίδιος Πείσανδρος που, περιφρονώντας τον παλιό μύθο για τον Ηρακλή που σκοτώνει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, για να κάνει πιο τρομερό τον ήρωα του, τον παρουσίασε να τις φοβίζει και να τις διώχνει μακριά χτυπώντας κρόταλα. Sic itur ad astra.

 

 

Πυραμίδα του Ελληνικού

 

 

«ένας ποταμός με σωστή ονομασία», όπως λέει ο Αισχύλος, αφού τον περάσαμε κι ανεβήκαμε στην αντίπερα πλαγιά του λόφου, φτάσαμε τελικά μπροστά σ’ ένα κτίσμα, την Πυραμίδα, το οποίο έγινε θέμα πολλών αμφισβητήσεων. Ο Παυσανίας, του οποίου μερικές φορές η συντομία είναι τόσο παράξενη και προκλητική όσο άλλες φορές η μακρηγορία του, εδώ μας αφήνει στο σκοτάδι. Όλα όσα γράφει αναφορικά με την Πυραμίδα είναι τα εξής:

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Εδώ μας περίμεναν και τ’ άλογα μας. Πηγαίνοντας προς τα δυτικά κατά μήκος της δεξιάς όχθης ενός ξεροπόταμου, του αρχαίου Χείμαρρου,

 

 

«Γυρίζοντας πάλι κανείς στο δρόμο που οδηγεί προς την Τεγέα έχει δεξιά του λεγόμενου Τρόχου τις Κεγχρεές. Και πολυάνδρια υπάρχουν εδώ για Αργείους που νίκησαν σε μάχη τους Λακεδαιμονίους περί τας Υσιάς. Η μάχη αυτή εύρισκα πως είχε γίνει όταν κυβερνούσε στην Αθήνα ο Πεισίστρατος».

 

Αυτά τα πολυάνδρια (ομαδικοί τάφοι) ήταν συνηθισμένα στην Ελλάδα. Το πολυάνδριο των Αθηναίων στο Μαραθώνα ήταν τύμβος και στην κορυφή του στήλη ή κίονες ενεπίγραφοι με τα ονόματα των νεκρών. Αυτό των Λακεδαιμονίων στις Θερμοπύλες το ίδιο. Αυτό των Βοιωτών στη Χαιρώνεια ήταν τύμβος και στην κορυφή του ένα λιοντάρι. Σε όλες τις περιπτώσεις το ουσιώδες μέρος του μνημείου φαίνεται να το σχηματίζει ένας τύμβος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η «Πυραμίδα» είναι χτισμένη πάνω σ’ ένα ύψωμα, το οποίο με την πρώτη ματιά φαίνεται τεχνητό. Μια πιο επισταμένη έρευνα, όμως, αποδεικνύει ότι είναι φυσικό, καθώς ο φυσικός βράχος εμφανίζεται σε ορισμένα σημεία της επιφάνειας. Αυτό που ίσως συνέβη είναι ότι, αφού η φύση πρόσφερε το ύψωμα, η έλλειψη χώματος και η αφθονία λίθων σ’ αυτή την άχαρη λοφοπλαγιά πρότειναν ένα κτίσμα αντί για επιτύμβια επιχωμάτωση. Το κτίσμα είναι τετραγωνικό και εισέρχεται κανείς από ένα στενό πέρασμα που σχηματίζεται από τον τοίχο που βρίσκεται από πάνω, κατά τα παραδείγματα της Τίρυνθας και των Μυκηνών. Οι εξωτερικοί τοίχοι αρχίζουν να παίρνουν μια κλίση προς το εσωτερικό από ένα ύψος τριών ποδιών από την επιφάνεια του εδάφους, δημιουργώντας έτσι μια γωνία τριάντα περίπου μοιρών σε σχέση με την κάθετο. Οι εσωτερικοί τοίχοι δεν παρουσιάζουν αυτή την κλίση. Το εσωτερικό είναι σχεδόν τετράγωνο περίπου 23 πόδια, και οι εξωτερικοί τοίχοι στα θεμέλια έχουν πάχος 9-10 πόδια. Εφόσον όμως οι εσωτερικοί τοίχοι δεν είναι επικλινείς, είναι φανερό ότι η ονομασία «Πυραμίδα» δεν έχει αποδοθεί σωστά σ’ αυτό το κτήριο. Ο τοίχος πρέπει να καταλήγει στο μεταίχμιο στην κορυφή επικλινούς πέτρινου τοίχου, σ’ ένα ύψος γύρω στα 12-14 πόδια από το έδαφος. Υπάρχει πόρτα εισόδου, της οποίας η κορυφή είναι σχηματισμένη από πέτρες επικρεμάμενες μέχρι να συναντηθούν στον κολοφώνα, σαν τη γνωστή πύλη στην Τίρυνθα. Ένα άλλο παράδειγμα απαντάται στα Κυκλώπεια τείχη του Τούσκουλου.

Το σχήμα όλου του κτηρίου είναι πολυγωνικό, και, πράγμα που είναι ασυνήθιστο σε κτήρια αρχαία Ελληνικά όλων των ρυθμών, οι πέτρες ενώνονται με ασβεστοκονία. Μ’ αυτό τον τρόπο, είμαι πεισμένος, πρέπει να έχει διαμορφωθεί μέρος του αρχικού οικοδομήματος και όχι, όπως προτείνει ο συνταγματάρχης Leake, αυτό να οφείλεται σε κατοπινές επιδιορθώσεις. Τώρα το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο σκοπό εξυπηρέτησε αυτό το κτίριο. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν προορίζονταν για φρούριο, μια και ο επικλινής εξωτερικός τοίχος, από τον οποίο μπορεί κανείς να σκαρφαλώσει, θα διευκόλυνε την επίθεση εχθρού, και ο ίσιος εσωτερικός τοίχος, πάνω από τον οποίο δεν μπορεί να δει κανείς, θα εμπόδιζε την άμυνα. Κλίνω λοιπόν προς τη γνώμη ότι πρόκειται για πολυάνδριο. Όπως το κτήριο σε καμιά περίπτωση δεν είναι πυραμίδα και καθώς υπήρχαν πιθανώς πολλά παρόμοια κτίσματα τότε στην Ελλάδα, ο Παυσανίας δε σκέφτηκε να κάνει καμιά παρατήρηση για το σχήμα του. Η αντίρρηση ότι το είδος αυτό είναι πολύ πρώιμο για τη συγκεκριμένη χρονολογία παραμένει απλώς και μόνο υπόθεση. Δεν ξέρουμε πότε σταμάτησαν να εγείρονται πολυγωνικά κτήρια. Πιθανώς συνέχισαν να κατασκευάζονται σε μερικές περιπτώσεις πολύ αργότερα από τότε που η γεωμετρική ελληνική ήταν σε γενική χρήση, π.χ. όπου τα απαραίτητα εργαλεία, η δεξιότητα και ο χρόνος το επέτρεπαν.

Αυτό είναι το είδος της κατασκευής που μπορεί κανείς να πιστέψει ότι οι επιζώντες ενός στρατού ανήγειραν προς τιμή των συντρόφων τους. Το σχέδιο που παραδίδει ο συνταγματάρχης Leake απεικονίζει τις πέτρες πολύ πιο μικρές από όσο πραγματικά είναι. Ούτε τα θεμέλια δεν είναι σε καμιά περίπτωση τόσο κανονικά όσο στην εικόνα. Υπάρχουν και μερικά ερείπια ενός ελληνικού κτηρίου και άλλα ίχνη αρχαίας εγκατάστασης, από τα οποία συμπεραίνουμε ότι οι Κεχρεές του Παυσανία βρίσκονταν εκεί.

 

Ερασίνος  

 

 

Ο δρόμος από τον οποίο επιστρέψαμε στο Άργος περνάει από ένα άλλο μέρος που ονομάζεται «Μύλοι», συνηθισμένο τοπωνύμιο στην Ελλάδα. Οι μύλοι στην περίπτωση αυτή κινούνται από τις πηγές του Ερασίνου, ο οποίος έχει την πηγή του στους πρόποδες ενός κρημνώδους λόφου. Αυτός «ο γιος του βράχου» βρίσκεται ήδη σε πλήρη ανάπτυξη από τη στιγμή της γέννησης του, σαν την Αθηνά, και ξεχύνεται με άφθονα κρυστάλλινα νερά. Επάνω στο πρόσωπο του βράχου βρίσκεται μια μεγάλη σπηλιά, ένα μέρος της οποίας έχει κτιστεί κι έχει γίνει εκκλησία. Τα άλλα ελίσσονται μέσα στην καρδιά του λόφου. Γύρο  στους μύλους φυτρώνουν ιτιές, λεύκες, μουριές και άλλα «ήμερα» δένδρα. Εδώ οι Αργείοι συνήθιζαν να κάνουν ένα πανηγύρι που το έλεγαν «τύρβη», προς τιμή του Διόνυσου και του Πάνα. Είναι τόσο όμορφη και, αυτό που το επιτείνει περισσότερο για το σκοπό αυτό, τόσο ευχάριστη αυτή η τοποθεσία που, αν βρισκόταν κοντά στην Αθήνα, θα μας ήταν ήδη γνωστή από κάποιο αθάνατο τραγούδι. Χωρίς αμφιβολία οι προσευχές τραγουδιούνταν σε αρκετούς αργειακούς διθυράμβους. Υποθέτω ότι κανείς ποταμός με τόσο όγκο νερού δεν έχει τόσο μικρό μήκος, όπως ο Ερασίνος – λίγο περισσότερο από ένα μίλι. Οι αρχαίοι τον ταύτισαν με τον ποταμό που εξαφανίζεται στη Στυμφαλία. Μια θεωρία που, κατά περίεργο τρόπο, βρήκε ανταπόκριση και στα νεότερα χρόνια . Ο συνταγματάρχης Mure πιστεύει ότι το γεγονός έχει εξακριβωθεί με πραγματικό πείραμα, πέταξαν δηλ. κάτι στη Στυμφαλία και το είδαν να εμφανίζεται στους Μύλους. Δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή μαρτυρία ότι έγινε ένα τέτοιο πείραμα. Θα απαιτούσε πολύ κόπο, υπομονή και εργασία, και οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν συνηθισμένοι να τα αφιερώνουν όλα αυτά στη μελέτη των φυσικών φαινομένων. Εκτός από αυτό, και αν ακόμη υπήρχε κάποια σύνδεση ανάμεσα στα ποτάμια, δεν είναι πολύ πιθανό ότι ένα τέτοιο πείραμα θα το εξακρίβωνε. Ότι και να ριχνόταν μέσα είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα ξαναεμφανίζονταν ποτέ. Επιπλέουσες ουσίες θα εγκλωβίζονταν και χρωματιστή ύλη θα διυλίζονταν κατά τη διαδρομή. Η ιστορία με τον Αλφειό και την Αρέθουσα και χίλιες δυο τέτοιες ανοησίες αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες θα πίστευαν οτιδήποτε για τα νερά αυτού του κόσμου. Ούτε το πρόβλημα της απόστασης ούτε η κατεύθυνση ούτε η διαφορά επιπέδου παρεμπόδιζε ένα θρύλο. Γι’ αυτούς ένας ποταμός ήταν ένας θεός και μια πηγή μια νύμφη – πρόσωπα αλλά και πράγματα επίσης- και οι δυο ιδέες ήταν αξεδιάλυτα ανακατεμένες στη λαϊκή σκέψη. Αν το νερό δεν μπορεί να τρέξει προς την πηγή του, μια νύμφη ή ένας θεός μπορούν. Σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση τα φανερά γεγονότα θα μπορούσαν να οδηγήσουν ένα λιγότερο εύπιστο λαό να συναγάγει αυτό το συμπέρασμα. Ένας ποταμός με άφθονα νερά επίσης εμφανίζεται κοντά στο Άργος. Τι πιο φανερό από το να προσθέσεις ένα κι ένα. Τώρα που γνωρίζουμε μερικά πράγματα για τη σύνθεση του φλοιού της γης φαίνεται παράξενο μια τέτοια θεωρία να υποστηρίζεται ακόμη, λαμβανομένου υπόψη ότι ανάμεσα στα δυο αυτά μέρη παρεμβάλλονται πολλές λοφοσειρές, με χώματα ανασκαμμένα άτακτα -μια αταξία που, πρέπει να επικρατεί και κάτω από το έδαφος όπως και επάνω σ’ αυτό. Υπάρχουν, λοιπόν, άπειρες πιθανότητες, ένα ρεύμα νερού να μην μπορεί να συνεχίζεται στο ίδιο κανάλι μετά από τόση απόσταση. Πιθανότατα τα νερά του ποταμού της Στυμφαλίας, διαχωριζόμενα σε εκατοντάδες ρυάκια, τροφοδοτούν τις πηγές του Ασωπού και της Νεμέας, και καταλήγουν Κορινθιακό, ενώ ο Ερασίνος αποτελεί το κύριο όργανο της φύσης για να μεταφέρει τα νερά του Αρτεμίσιου στον κόλπο του Άργους.

 

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν ξανανεβήκαμε. Πλάι στο δρόμο ρέει ένα ρυάκι με άφθονο νερό προερχόμενο από τον Ερασίνο και προορισμένο να αρδεύει  τους αργείτικους αγρούς και κήπους. Πλήθος βατράχων μας επιτέθηκαν με πείσμα με φωνές πολύ πιο δυνατές και τραχιές από τις φωνές των βατράχων στην Αγγλία. Άρχισαν μ’ ένα βουβό προπαρασκευαστικό ήχο, σαν ένα παλιό ολλανδικό ρολόι που βογγάει στην προσπάθεια του να χτυπήσει τις ώρες, και κατέληξαν με μια διαδοχή από συγκεχυμένα «κουάκ». Η γλώσσα των βατράχων δεν μπορεί να αποδοθεί καλύτερα σε έναρθρη ομιλία από τα «Βρεκεκέξ κουάξ κονάξ» του Αριστοφάνη.

 

Οι άνδρες μας τους πέταγαν πέτρες για να σταματήσουν τις φωνασκίες τους, αλλά δεν κατάφερναν τίποτα. Όταν ο Διόνυσος λέει στο έργο «Αχ, νόμιζα ότι θα έπρεπε να σταματήσω το κοάξ σας στο τέλος» φαντάζομαι ότι το κάνει χτυπώντας το χορό των βατράχων στο κεφάλι με το κουπί του. Πιθανότατα ο χορός θα ήταν τοποθετημένος στη σειρά στο πίσω μέρος της σκηνής, με τα κεφάλια μονάχα να προεξέχουν από το έδαφος, ενώ ο Διόνυσος κωπηλατεί με τη βάρκα του (το πάτωμα γι’ αυτή τη σκηνή θα έχει μεταβληθεί σε λίμνη) με τη βοήθεια του «μηχανοποιού» που βρίσκεται από κάτω. Είναι κρίμα που δε μας σώθηκαν οι σκηνικές οδηγίες του αρχαίου δράματος.

 

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 13-21, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

  

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος – William George Clark  

 

 

Ο περιηγητής William George Clark έφτασε στο Άργος (1856), παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες. Θα παρακολούθηση  μάλιστα στο Μητροπολιτικό ναό της πόλης και τη λειτουργία των Βαΐων, της οποίας μας δίνει μια ωραιότατη περιγραφή.

Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus: notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. 

 

 

[…] Η επόμενη ήταν Κυριακή των Βαΐων, σύμφωνα με το εορτολόγιο των ορθοδόξων. Για να στολίσουν τις εκκλησίες και τις παραστάδες των σπιτιών δε χρησιμοποιούσαν βάγια αλλά δάφνες. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους κλαδιά, οι άνδρες είχαν μικρά κλωναράκια στη μπουτονιέρα τους.

 

 

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Πήγαμε στη μητρόπολη για την πρωινή λειτουργία, μια και εκεί υπάρχει επίσκοπος. Η μητρόπολη είναι ένα απέριττο αλλά ευρύχωρο οικοδόμημα. Οι πίσω θέσεις ήταν κατειλημμένες από τις παντρεμένες. Οι ανύπαντρες κάθονταν σ’ έναν εξώστη με σκαλισμένο ξύλο μπροστά. Η παρουσία αυτών των τελευταίων στην εκκλησία ήταν σαν την παρουσία γυναικών στη Βουλή των Κοινοτήτων: δεν επιτρέπονταν αλλά αυτό παραβλεπόταν. Το καλύτερο μέρος της εκκλησίας ήταν γεμάτο από άντρες. Αμέσως μόλις εμφανιστήκαμε, το πλήθος μας άνοιξε χώρο με ευγένεια για να περάσουμε και μπήκαμε – για να πούμε την αλήθεια, σπρωχτήκαμε – και καθίσαμε σε πολύ εμφανές σημείο. Τότε παρατήρησα, και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις αργότερα, ότι το ελληνικό εκκλησίασμα, συνεχίζοντας να ψάλλει μονότονα αλλά με ζέση την ακολουθία, δε χάνει ευκαιρία να παρατηρεί με θαυμασμό και έκπληξη οποιονδήποτε ξένο βρίσκεται μέσα στην εκκλησία. Δεν υπάρχει, όμως, σ’ αυτό ίχνος υποκρισίας, όπως στο καθολικό εκκλησίασμα, το οποίο περιορίζεται στην ικανοποίηση της περιέργειας με κρυφοκοιτάγματα με την άκρη του ματιού.

 

Οι ιερείς κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ήταν κρυμμένοι πίσω από ένα μεγάλο ξύλινο παραπέτασμα, καθώς μια μονότονη ψαλμωδία ακούγεται έξω.  Μια ατμόσφαιρα  αταξίας και ανησυχίας στο εκκλησίασμα, η οξεία ένρινη φωνή και η πένθιμη μονοτονία της ψαλμωδίας καθώς και η απουσία ενόργανης μουσικής εντυπωσιάζουν έναν ξένο πολύ λιγότερο από όσο θα τον εντυπωσίαζε μια λειτουργία στη Ρωμαϊκή εκκλησία. Εκτός από αυτά, και η σκηνική εντύπωση της τελευταίας είναι ανώτερη. Μπροστά στην Αγία Τράπεζα στολισμένη με λουλούδια και με τα καντήλια αναμμένα στέκεται ο ιερέας, ντυμένος πλούσια, μετρημένος και κομψός σε κάθε του κίνηση ή ακίνητος προσευχόμενος σιωπηλά, με ασπροντυμένους βοηθούς γονατιστούς, και σε όλη τη διάρκεια πάνω από τους γονατιστούς ανθρώπους ηχούν οι όμορφοι ψαλμοί της χορωδίας ενώ το έδαφος σείεται από τις βροντές του εκκλησιαστικού οργάνου. Η όλη σκηνή είναι έτσι σχεδιασμένη, ώστε να προσηλώσει την προσοχή, να γοητεύσει τις αισθήσεις, να ικανοποιήσει το γούστο και να ηρεμήσει το πνεύμα: η κατεξοχήν τελειότητα της ιερουργίας.

 

Στην ελληνική εκκλησία όλα αυτά λείπουν και ο αγιασμός και η μετουσίωση των στοιχείων, η κορύφωση του ιερού δράματος, δεν εκτελείται μπροστά τα μάτια του λαού, αλλά στα παρασκήνια, ενώ, κατά διαστήματα, το απότομο άνοιγμα και κλείσιμο της πύλης, στην οποία ο ιερέας εμφανίζεται για μια στιγμή και εξαφανίζεται με άτακτη βιασύνη την άλλη, δίνει την εντύπωση θεατρικής κωμωδίας. Αλλά δε θα ‘θελα να ασχοληθώ άλλο με αυτό το θέμα. Ίσα-ίσα θα έπρεπε να προσέξω να μην πω κάτι επηρεασμένος από διάθεση για αυθάδεια και χωρατό. Ένας ξένος κρίνει αυτά τα θέματα από μια λανθασμένη οπτική γωνία. Δεν μπορεί να καταλάβει και να εγκρίνει χιλιάδες συσχετισμούς, οι οποίοι, ακολουθώντας τους ανθρώπους από τα γεννοφάσκια τους ακόμα, προσδίδουν αγιότητα και ιεροπρέπεια σε ιεροτελεστίες που με πρώτη ματιά θα φαίνονταν ασήμαντες ή και βέβηλες ακόμη. Ούτε μπορεί να κρίνει με επιείκεια και να παραβλέψει αυτή τη μακρά οικείωση που κάνει τους ανθρώπους αναίσθητους σε ανωμαλίες και ανοησίες αμβλύνοντας τα όρια του γελοίου.

 

Η μόνη στιγμή κατά την οποία η τελετή προσελκύει το θεατή, αν και εξαιτίας του συνηθισμένου στους Έλληνες νευρικού και θορυβώδους τρόπου ακόμη και τότε μόλις και μετά βίας σοβαρή, είναι όταν ανοίγει η πύλη στο μεγάλο παραπέτασμα και εμφανίζεται ο ιερέας με τα αγία των Αγίων και το δισκοπότηρο καλυμμένα με κεντητό ύφασμα. Όλο το εκκλησίασμα σταυροκοπιέται (κατά τον ελληνικό τρόπο, από τα δεξιά προς τα αριστερά) και σκύβει κάνοντας μια κίνηση σα να θέλει ν’ αγγίξει το πάτωμα με τα χέρια. Αυτό το τελευταίο είναι τουρκική συνήθεια.

 

Αυτή η εκκλησία στο Άργος, αν και είναι πρόσφατα χτισμένη, δε διαφέρει εξωτερικά ή εσωτερικά από τις παλαιότερες εκκλησίες της χώρας. Ο αυστηρός και αναλλοίωτος χαρακτήρας που σφραγίζει την ανατολική Εκκλησία σε όλα τα πράγματα είναι ολοφάνερος στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική[…].

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 21-22, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

 

 

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

 

 

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

Έμπορος και δήμαρχος Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος, φοίτησε σε σχολεία του Άργους και Ναυπλίου και ασχολήθηκε με το γενικό εμπόριο και με εξαγωγές καπνών στην Αγγλία. Εκλέχτηκε δήμαρχος με την υποστήριξη όλων των κομμάτων και ήταν ο πρώτος δήμαρχος μετά την κοινοτική περίοδο της πόλης μας (1914-1925). Διετέλεσε δήμαρχος από 25-10-1925 έως 22-1-1928, χωρίς να εξαντλήσει τη θητεία του λόγω του πρόωρου θανάτου του.

 

 

Ο Κ. Ολύμπιος σημειώνει στην εφ. «Ασπίς» (φ. 9/18-12- 1932) πως ήταν εξαιρετικά δραστήριος παρά την έλλειψη επαρκούς μόρφωσης και πως το έργο του «παρέμεινεν ημιτελές και η πόλις υπέρ της οποίας τόσον εμερίμνησεν και ηργάσθη ηδικήθη λόγω του προώρου θανάτου του».

 

Στο βραχύ διάστημα της δημαρχίας του «κατασκευάστηκαν μικρές γέφυρες και νέοι δρόμοι, έγινε τοπογράφηση και σύνταξη πλήρους σχεδίου της πόλεως Άργους για την κατασκευή νέων οδών και πλατειών και αποξηράνθηκε βαλτώδης έκταση 7000 στρεμμάτων, που αποδόθηκαν στην καλλιέργεια». Μαρτυρία του εγγονού του Αγγελή Μπόμπου.

 

 

Πηγή

 

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Μαρίνος Ευστάθιος (1902-1990)


 

Μαρίνος Ευστάθιος (1902-1990)

Γιατρός και δήμαρχος Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Σε ηλικία δύο ετών έμεινε ορφανός από πατέρα. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο Άργους, σπούδασε ιατρική στην Αθήνα, αλλά το 1920 διέκοψε τις σπουδές και πολέμησε στη Μικρασία υπό τον Νικ. Πλαστήρα. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή περάτωσε τις σπουδές του. Απέκτησε την ειδικότητα παιδιάτρου και ελονοσιολόγου. Η Αργολίδα παλιότερα είχε έντονο πρόβλημα ελονοσίας. Κατά τις σπουδές του τον ενίσχυε οικονομικά από την Αμερική κάποιος θείος του.

Ως Δήμαρχος Άργους επί 13 συναπτά έτη (1951-1964) προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες και η προσφορά του κρίνεται πολύ αξιόλογη. Το σημαντικότερο έργο επί δημαρχίας του ήταν η κατασκευή υπόγειου δικτύου ύδρευσης μήκους 30 χιλ. περίπου και η μεταφορά άφθονου πόσιμου νερού με αγωγό από το κοντινό Κεφαλάρι. Σημειωτέον ότι μέχρι τότε οι Αργείτες υδρεύονταν από φρεάτια, το νερό των οποίων ήταν αμφίβολης ποιότητας. Επίσης, κατασκεύασε τα δημοτικά σφαγεία και έπαψε να χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό η δημοτική αγορά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βώκος Κωνσταντίνος

 

 

Δήμαρχος Άργους (1838-1841 και 1852-1855). Ήταν « προύχων – δηλ. πρόκριτος, προεστός– μέγας γαιοκτήμων και σύγγαμβρος του στρατηγού Τσώκρη*».

 

Ο στρατηγός Δημ. Τσώκρης είχε κατορθώσει να αναδείξει στο αξίωμα του δημάρχου τους σύγγαμβρούς του Κων/νο Βώκο και Κων/νο Ροδόπουλο (1848-1852), καθώς επίσης και τον αδελφό του Γεώργιο Τσώκρη (1841-1848) και για πολλά χρόνια, από το 1838 έως το 1855, ήλεγχε τα δημοτικά πράγματα της πόλης.**

 

Πληροφορίες για τη δημαρχιακή περίοδο του Κ. Βώκου δεν έχουν διασωθεί. Επίσης δε γνωρίζουμε την καταγωγή του, γιατί πιθανότατα δεν ήταν Αργείος.***

 

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Αναστ. Τσακόπουλου, Οι κατά χρονολογικήν περίοδον διατελέσαντες Δήμαρχοι του Δήμου Αργείων 1835-1930, εφ. «Αγροτική Αργολίς», 6 Ιουλίου 1930.

 

**  Ο πεθερός του στρατηγού Αναγνώστης Μπόνης, ο οποίος καταγόταν από το Μπογιάτι της Αλέας, αλλά διέμενε από παλιά στο Άργος, και ο οποίος ως επαγγελόμενος τον εμπειρικό γιατρό είχε μετονομαστεί σε «Αναγνώστη Ιατρό» και ως άρχοντας φορούσε τζουμπέ όπως όλοι οι πρόκριτοι, είχε τέσσερεις κόρες:

 

• Τη Μαριγώ είχε παντρευτεί ο στρατηγός Δημ. Τσώκρης (1827).

• Τη Μαργαρίτα είχε παντρευτεί ο προεστός, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος Νικ. Ζεγκίνης.

• Την Ευφροσύνη είχε παντρευτεί ο μεγαλοκτηματίας και δήμαρχος Άργους Κωνσταντίνος Ροδόπουλος.

• Τη Φωτεινή ο γαιοκτήμονας και δήμαρχος Άργους Κωνσταντίνος Βώκος.

 

(Δημ. Βαρδουνιώτη, Η καταστροφή του Δράμαλη,  σ. 254)

 

***  Το επώνυμο Βώκος απαντά στην Ύδρα. Στο λεξικό της Ελλ. Επανάστασης του Χρ. Στασινόπουλου (εκδ. «Δεδεμάδη») μνημονεύονται Βώκοι μόνο από την Ύδρα: ο Βώκος Ανδρέας ή Μιαούλης, ο γνωστός ναύαρχος, τέσσερεις πλοίαρχοι, ανάμεσα στους οποίους και ο γιος του ναυάρχου Βώκος Δημήτριος του Ανδρέα, και δύο πυρπολητές.

 

 

 

Πηγή

 

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Λαμπρινίδης Λαμπρινός (1810-1894)

 

 

Δικηγόρος, δήμαρχος και βουλευτής Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος, όπου σπούδασε τα εγκύκλια γράμματα με δάσκαλο τον φημισμένο Λεόντιο. Στη συνέχεια σπούδασε νομικά στο νεοσύστατο τότε Πανεπιστήμιο της Αθήνας και ύστερα εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου άσκησε δικηγορία. Ήταν ένθερμος οπαδός του Όθωνα και κατά την πτώση της δυναστείας ταλαιπωρήθηκε αρκετά. Αργότερα, το 1872, διετέλεσε για ένα εξάμηνο βουλευτής Άργους. Από τη βουλευτική του δράση μνημονεύεται ότι με τις αγορεύσεις του στη Βουλή συνέβαλε στην κατάργηση της φορολογίας καπνού.

Διετέλεσε Δήμαρχος Άργους (1857-1862) και ως πρώτο του έργο μνημονεύεται η μεταφορά νερού από τον Ερασίνο ποταμό (Κεφαλάρι) μέχρι το σπίτι του στρατηγού Τσώκρη με σκεπαστό αυλάκι.

 

Ο Λαμπρινίδης στην αρχή του πολιτικού του βίου εμφανίζεται ως πολιτικός αντίπαλος του στρατηγού Τσώκρη – και ως φιλελεύθερος υπόσχεται να απαλλάξει το Άργος από τον «Τσωκρικό δεσποτισμό». Κέρδισε τότε τις δημοτικές εκλογές (1857). Αργότερα συμμάχησε με τον στρατηγό, ο οποίος όμως από τη συνεχή πολιτική φθορά δεν μπορούσε πια να επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα όπως πρώτα.

 

Ο Τύπος της εποχής μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την πολιτική του Λαμπρινίδη χαρακτηρίζουν η κακοδιοίκηση του Δήμου επί δημαρχίας του, η έλλειψη συνεπούς πολιτικής, το φτωχό του έργο και ο καιροσκοπισμός του γενικά. Αλλά δεν σώζεται Τύπος φιλικά προσκείμενος προς τον πολιτικό, για να μπορούμε να μορφώσουμε ασφαλέστερη γνώμη. Το 1883, ύστερα από την αποτυχία του να εκλεγεί εκ νέου Δήμαρχος αλλά και λόγω γήρατος, απομακρύνεται οριστικά από την πολιτική. Πέθανε στο Άργος τον Απρίλιο 1894.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Πειρούνης Γεώργιος (1926-1999)

 

 

Πειρούνης Γεώργιος Δήμαρχος Άργους επί δύο συνεχείς τετραετίες (1979-1986). Γεννήθηκε στο Άργος, ήταν αγρότης και είχε μείνει άγαμος. Καταγόταν από πλούσια αγροτική οικογένεια. Ο Γ. Πειρούνης τελείωσε το Γυμνάσιο Άργους και υπηρέτησε στο στρατό ως έφεδρος αξιωματικός. Ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, ο οποίος είχε δείξει ζωηρό ενδιαφέρον για την πολιτική και είχε χρηματίσει και δημοτικός σύμβουλος επί δημαρχίας Κ. Μπόμπου, ασχολήθηκε από νωρίς με την πολιτική. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με το ψηφοδέλτιο Μπουλούκου το 1954. Το ενδιαφέρον του έκτοτε για την πολιτική ήταν μεγάλο, καθώς επίσης και το ενδιαφέρον του για την πρόοδο και προκοπή του Άργους, το οποίο υπεραγαπούσε. Επί δημαρχίας του «τέθηκαν οι βάσεις ανάπτυξης της πόλης». Ο ίδιος θεωρούσε ότι η μεγαλύτερή του προσφορά προς την πόλη ήταν ο πολεοδομικός σχεδιασμός και οι συναφείς μελέτες για το κυκλοφοριακό και το περιβάλλον, που έγιναν με χρηματοδότηση της ΕΟΚ. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός έγινε από τον πολεοδόμο Ανέστη Παπαδάκη και το επιτελείο του με βάση τον Ν 1337/1983 του ΥΠΕΧΩΔΕ επί υπουργίας Αντ. Τρίτση. Για τη χάραξη νέων δρόμων ο σχεδιασμός άφηνε στα οικόπεδα το 62% του συνολικού εμβαδού, ενώ το άλλο 38% προοριζόταν για τη χάραξη του νέου δρόμου. Παράλληλα, όμως, αυξανόταν πολύ και η αξία των οικοπέδων.

 

Επίσης, επί δημαρχίας Πειρούνη συστάθηκαν ορισμένα Νομικά Πρόσωπα του Δήμου, ιδρύθηκε το ΚΑΠΗ στην οδό Τημένου και λειτούργησαν οι κατασκηνώσεις Φαρμακά, οι οποίες φέρουν τώρα το όνομά του (Κατασκηνώσεις Πειρούνη). Αξιοποιήθηκε ο χώρος γύρω από τον Ξεριά στο Νέο Κόσμο και τελειοποιήθηκε το γήπεδο, το οποίο είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από πιο παλιά, όταν 35 νέοι, ανάμεσα στους οποίους και ο Γ. Πειρούνης, διαμόρφωσαν τον χώρο όπου είχαν ριφθεί πολλά μπάζα, έριξαν τσιμεντένιο στηθαίο από τη μεριά του ποταμού με υλικά που προσέφεραν ο Γιάννης Παπαδημητρίου και οι αδελφοί Λυγγίτσου (τσιμέντα και σίδερα) και με προσωπική εργασία των ιδίων – μερικοί από αυτούς ήταν οικοδόμοι– και με δικά τους χρήματα διαμόρφωσαν το χώρο σε γήπεδο, για να παίζουν ποδόσφαιρο οι ίδιοι και αργότερα τα παιδιά τους.

 

Επιπλέον αγοράστηκε οικόπεδο 23 στρεμμάτων στην οδό Ν. Κίου το 1985 για τη δημιουργία κεντρικής λαχαναγοράς. Η ιδέα και πρωτοβουλία ήταν του δημοτικού συμβούλου της συμπολίτευσης Δημ. Παπανικολάου και με συναίνεση και της αντιπολίτευσης αγοράστηκε το οικόπεδο και μεταφέρθηκε το χονδρεμπόριο, το οποίο μέχρι τότε γινόταν στον αύλειο χώρο των στρατώνων. Σημειώνουμε, επίσης, ότι επί δημαρχίας Πειρούνη ασφαλτοστρώθηκαν πολλοί αγροτικοί δρόμοι, επεκτάθηκε το δίκτυο ύδρευσης στο Ν. Κόσμο και στα Κατσικάνια και πεζοδρομήθηκε το εμπορικό κέντρο της πόλης (οδοί Ελ. Βενιζέλου, Παν. Τσαλδάρη και Μιχ. Στάμου).

 

Ο Γ. Πειρούνης ήταν λαϊκός τύπος, καταδεχτικός και προσηνής, ειλικρινής και έντιμος. Είχε ήθος και αγαπούσε το Άργος. Πέθανε στην Αθήνα (11-10-1999) στο «Σωτηρία» όπου νοσηλευόταν και ενταφιάστηκε στο κοιμητήρι του Αγ. Νικολάου Άργους σε οικογενειακό τάφο.

 

 

Ο Γεώργιος Πειρούνης ήταν ένας άνθρωπος, του οποίου τα κύρια

 χαρακτηριστικά ήταν το ήθος και η εντιμότητα, το ασίγαστο πάθος για το Άργος

και την πρόοδό του και η εργατικότητα που επέδειξε ως Δήμαρχος κατά τη

θητεία του αλλά και κατά την πολυετή ενασχόλησή του με τα κοινά.

Από την έκτακτη συνεδρίαση του Δ.Σ. (11-10-1999)

εφ. «Αργειακόν Βήμα», 13-10-1999

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Μάρκου Γεώργιος, ο Αργείος Αγιογράφος


 

Ο Γεώργιος Μάρκου γεννήθηκε γύρω στα 1690. Βέβαια, σχετικά με την γέννηση του δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. (Ο  Κώστας Δανούσης παίρνοντας υπόψη του ότι το πρώτο γνωστό του έργο, το καθολικό της Μονής Πετράκη, χρονολογείται το 1719, υπολογίζει ότι θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1690). Έζησε στην Αττική, όπου πιθανόν ολοκλήρωσε την μόρφωσή του, αλλά επισκέφθηκε το Άγιο Όρος και την Βενετία. Το γιατί εγκαταστάθηκε στην Αττική δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί. Μια λογική υπόθεση είναι το γεγονός ότι εκεί οι αρχές του ΙΗ’ αιώνα συμπίπτουν με το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, μετά την αποτυχη­μένη εκστρατεία και προσωρινή κατοχή της Αθήνας από το Μοροζίνη (1688). Οι κάτοικοι επιστρέφουν, ο πληθυσμός πυκνώνει και οι νέες εκκλησίες που κτίζο­νται ή οι παλαιότερες που ανακαινίζονται, έχουν ανάγκη από διακόσμηση. Τις νέες καλλιτεχνικές ανάγκες έρχονται να καλύψουν τεχνίτες από άλλες περιοχές, αφού στον τομέα αυτό η τοπική παράδοση ήταν αρκετά φτωχή. Τα έργα του είναι επηρεασμένα – όχι πάντα – από την τεχνοτροπία των Κρητικών αγιογράφων του 16ου και 17ου αιώνα.

 

«Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής», Γεώργιος Μάρκου. Καθολικό της Μονής των Ασωμάτων Ταξιαρχών, γνωστό ως Καθολικό της Μονής Πετράκη.

 

Γνωστά έργα του Γεωργίου Μάρκου είναι:

 

Α. Οι τοιχογραφίες τμήματος του καθολικού της Μονής Πετράκη[1] το 1719. Σ’ αυτόν αποδίδεται μόνον ο κυρίως ναός. Το ιερό ανήκει σε άγνωστο παλαιότερο ζωγράφο, ενώ ο νάρθηκας είναι νεότατο έργο. Η παρουσία του Μάρκου στο μνημείο αυτό επιβεβαιώνεται από την παράδοση, η οποία όμως γίνεται απο­δεκτή από όλους τους ιστορικούς της μεταβυζαντινής τέχνης, εκτός από τη Μ. Σωτηρίου, η οποία προτιμά να το αποσιωπήσει[2]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σχολή Απόρων Παίδων Άργους του «Συλλόγου Αργείων ο Δαναός»

 

 

Κάθε απόγευμα γύρω στις 5 ½  από τις γωνίες της οδού Κορίνθου και της Μυστακοπούλου προβάλουν  τα κουρασμένα μα χαρούμενα παιδιά ενός άλλου Άργους. Στον ώμο το κασελάκι με τις βούρτσες και τα χρώματα. Στο χέρι η πάνινη τσάντα, το σακούλι ή σκέτα τα βιβλία που τους έχει προσφέρει στην αρχή της χρονιάς ο Δάσκαλος και ο Σύλλογος του Δαναού.

 

Αποδεικτικόν 1900-1901

Αποδεικτικόν 1900-1901

Εκείνη την χρονιά μόλις είχαν ξεκινήσει τα μαθήματα του πρώτου Νυχτερινού Σχολείου του Άργους. Έτος 1900. Στις 15 του Οκτώβρη ο Θεολόγος  Πρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» Χρήστος Παπαοικονόμος με συγκίνηση αναγγέλλει την σπουδαία απόφαση. 

« Μεταξύ των τμημάτων του ημετέρου Συλλόγου καταλέγεται και η σχολή των απόρων παίδων, ήτις μετά τινας ημέρας θέλει τεθή εις ενέργειαν εν αυτώ τω νεοτεύκτω Καταστήματι του Συλλόγου».    

 

Πράγματι, στις 23 του Οκτώβρη γίνονται τα εγκαίνια της «Νυχτερινής». Ο δάσκαλος και πρώτος Διευθυντής του σχολείου τονίζει ότι « Ουδείς άλλος έσεται ειμή η ηθικοποίησις των καταδεδικασμένων εκείνων όντων να στερώνυαι της αναπτύξεως χάριν της κοινωνικής ισορροπίας. Δεν είνε λοιπόν σκοπός να μάθωσιν ολίγην ανάγνωσιν, αριθμητικήν και τινας άλλας στοιχειώδεις γνώσεις˙ τούτο είνε μέσον δι᾽ ου θα επιτευχθή ο σκοπός. Η ισχύς και η ευημερία παντός έθνους έγκειται εν τη χρηστότητι των πολιτών, ήτις επιτυγχάνεται δια της αναπτύξεως του νου και της μορφώσεως της καρδίας. Ανάπτυξις όμως διανοητική άνευ ηθικής μορφώσεως είνε πράγμα επικίνδυνον, ανθρωπόλεθρον…».

 

Μα θα μου πεις. Άπορα παιδιά στο Άργος; Και είναι τόσα που να χρειάζεται νυχτερινό σχολείο;  Πολλά. Βλέπεις ήταν άλλες εποχές, δύσκολες. Πολύς ο πονεμένος κόσμος. Άνθρωποι άφηναν τα ορεινά και άγονα χωριά τους και κατέβαιναν  στην πόλη με τ᾽ όνειρο μιας καλλίτερης ζωής.

Πιτσιρίκια ορφανά και ρακένδυτα γυάλιζαν τα παπούτσια των αστών. Γκαρσονάκια στα ταβερνεία της πόλης, αεικίνητα, μοίραζαν τις ξέχειλες κούπες στους αγωγιάτες που για ένα μυστηριώδη λόγο πάντοτε ήταν βιαστικοί. Θεληματάρηδες κι εργατάκια τα περισσότερα, δούλευαν όλη μέρα για τον επιούσιο και λίγα ψιλά. Μα το απόβραδο το όνειρο θέριευε. Η προσδοκία για το αύριο γινόταν δύναμη και κουράγιο. Εκεί, στις φιλόξενες αίθουσες του Δαναού, οι εθελοντές Δάσκαλοι άνοιγαν δρόμους, χάραζαν μονοπάτια γνώσης. Πεντέμιση με οκτώ. Ώρες δημιουργίας. Στιγμές μέθεξης.

 

Απολυτήριον 1969-1970

Απολυτήριον 1969-1970

Το νυχτερινό σχολείο λειτούργησε 73 ολόκληρα χρόνια. Μέγα το έργο του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ». Το σχολείο και η Βιβλιοθήκη υπήρξαν δύο φωτεινές δεσμίδες στο γκρίζο περιβάλλον της εποχής. Λειτουργεί συνεχώς, εκτός κάποιων περιόδων πολέμου, που η λειτουργία της αναστέλλεται προσωρινά και πάλι συνεχίζει. Το 1924 αναγνωρίζεται ισότιμο προς τα Δημόσια Δημοτικά Σχολεία. 2.427 Ελληνόπουλα μαθαίνουν γράμματα και παίρνουν τα « Χαρτί »  ξεφεύγοντας απ᾽ την αιχμαλωσία του αναλφαβητισμού. Η « νυχτερινή» αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε απ᾽ όλο τον λαό της πόλης του Άργους. Ο Σύλλογος « Ο ΔΑΝΑΟΣ» καταξιώθηκε στην συνείδηση των Αργείων όχι απλά ως ένα ευαγές ίδρυμα αλλά ως πυρήνας πνεύματος, καλλιέργειας ψυχής και νου, αναλόγιο έκφρασης αγάπης και χριστιανικής ηθικής.

 

 

Το σχολείο απόρων παίδων έκλεισε τον ιστορικό κύκλο του και η ανάμνησή του, μας αφήνει μια αίσθηση νοσταλγίας. Τώρα ίσως έχει σειρά το ανοικτό σχολείο ενηλίκων. Τα νέα μηνύματα μιλούν για την δια βίου εκπαίδευση και «Ο ΔΑΝΑΟΣ» είναι πάντα ανοικτός και παρών.

 

 

 

 

Πηγές

 

  • Διογένης Μαλτέζος, « Η Σχολή Απόρων Παίδων του ΔΑΝΑΟΥ» σελ. 89-100, Εκδόσεις Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ». ΔΑΝΑΟΣ. 1984-1994: 100 χρόνια Πνευματικής προσφοράς του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ». Δεύτερη Έκδοση. Επιμέλεια Έκδοσης Κώστας Δανούσης. Άργος 2007
  •  Κώστα Δανούσης. Opuscula Argivaxv. Δαναός 1894-1994. 100 χρόνια πορείας. Σελ. 18, Εφημερίδα ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Τεύχος 323, Άργος, Νοέμβριος 1994. 

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »