Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘William George Clark’

Καρυά – William George Clark 


  

Γουίλιαμ Τζωρτζ Κλαρκ ( Μάρτιος,  1821- Νοέμβριος, 1878), Άγγλος κλασσικός και σαιξπηρικός μελετητής , γεννήθηκε στο Barford Hall, Darlington.

Τον Απρίλη του 1856, φοιτητής του Cambridge μαζί με μια ομάδα συμφοιτητών του περιηγήθηκαν τον Μοριά. Το ταξίδι αυτό αποτέλεσε το θέμα της πανεπιστημιακής του εργασίας με τον τίτλο Peloponnesus. Ξεκίνησαν από την Αθήνα με προορισμό τα Μέγαρα. Πέρασαν τον Ισθμό της Κορίνθου, την Νεμέα, τις γύρω περιοχές και κατέληξαν στο Άργος.

Επόμενος προορισμός τους η Αρκαδία και ενδιάμεσος σταθμός η Καρυά. Στο σημείο αυτό ο William Clark αφιερώνει σε αυτή ολόκληρο κεφάλαιο (σελ. 114-124), δίνοντας του ως τίτλο το όνομά της.

 

[…] Στο Άργος ο Αμερικανός φίλος και ο σοβαρός Ελευθέριος μας άφησε για να επιστρέψει στην Αθήνα. Οι υπόλοιποι της ομάδας ξεκινήσαμε για την αντίθετη κατεύθυνση στις 20 του Απρίλη, γύρω στις δυο το απόγευμα. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα χωρίς σύννεφα. Και ενώ ήμασταν ακόμα στην αρχή της χρονιάς η ζέστη στην πόλη ήταν εξαιρετική. Γύρω στο μεσημέρι το θερμόμετρο έδειξε 82  στην σκιερή πλευρά του δρόμου, όμως καθώς στρίψαμε στην βορειοανατολική πλευρά του λόφου και συνεχίσαμε το δρόμο μας προς την κοιλάδα του Χαράδρου, συναντήσαμε φρέσκους ανέμους από την Αρκαδία, που κάτω από την προσταγή τους εξαφάνισαν κάθε πονοκέφαλο και εξάντληση.

Τα μόνα απομεινάρια της αρχαιότητας τα οποία είδαμε ήταν αρχικά μια Ρωμαϊκή ή Βυζαντινή κατασκευή η οποία εμφανιζόταν ανά διαστήματα σε κατεστραμμένα τμήματα κατά μήκος της πλευράς του λόφου προς τα αριστερά , και από την πλευρά του σκόπευε έκδηλα να μεταφέρει ένα βουνίσιο ρυάκι στο Άργος. Παρακάτω στα αριστερά ένας τετράγωνος πύργος, πιθανότατα Ελληνιστικός, κατασκευασμένος προφανώς σαν φυλάκιο για να ελέγχει και να υπερασπίζεται το μονοπάτι. Ο φρέσκος αέρας μας συντρόφευε καθώς συνεχίζαμε. Αντί για γυμνό έδαφος μπαλωμένο με κισσό και θυμάρι βρήκαμε πιο πυκνό πράσινο χορτάρι και οι μπασμένοι θάμνοι έδωσαν χώρο σε δασύλλια και συστάδες καθώς το μονοπάτι απλωνόταν στη βάση ενός χειμάρρου κατά μήκος μιας απότομης πλευράς, μιας ρεματιάς.

Συρθήκαμε και σκαρφαλώσαμε στην αγκαλιά των λόφων. Σε περίπου τεσσεράμισι ώρες φτάσαμε στην Καρυά, ένα μικρό χωριό φωλιασμένο σε μια καλοποτισμένη και καλοφυλαγμένη κοιλότητα στην κύρια οροσειρά του Αρτεμισίου.

 

Καρυά Αργολίδας (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Σπίτια με άσπρους τοίχους και κόκκινες οροφές είναι σκορπισμένα στην πλαγιά. Το καθένα με τη δική του πλοκή από χωράφια και έναν κήπο παραδίπλα. Ένα στεφάνι μπλε καπνού σε κάθε μία από τις χωρίς καμινάδα οροφές έβρισκε το δρόμο μέσα από τα κεραμίδια όσο καλύτερα μπορούσε. Σκεφτήκαμε ότι δεν είχαμε ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο. Υπάρχουν τολμώ να πω χίλια χωριά στις ψηλές αλπικές κοιλάδες τα οποία είναι ακριβώς το ίδιο όμορφα όσο και η Καρυά, όμως είναι μόνο αφού το μάτι έχει κουραστεί από μια σειρά από άγονα γκρι βουνά και καμένες καφέ κοιλάδες για να αισθανθεί την πραγματική ευχαρίστηση του να ξεκουραστεί πάνω στη χλόη. Ήταν μια ευχάριστη πρόγευση της Αρκαδίας. Το αν η Καρυά είναι πραγματικά μέσα στα σύνορα της αρχαίας Αρκαδίας είναι αμφίβολο. Τα σύνορα δεν διέσχιζαν όπως κανείς θα περίμενε κατά μήκος της κορυφής του λόφου, αλλά την ανατολική του πλευρά κατά μήκος της ψηλότερης πορείας του Ινάχου.

Ήταν ηλιοβασίλεμα καθώς μπαίναμε στο χωριό. Πάνω σ’ ένα  λοφίσκο είχαν συγκεντρωθεί περίπου τριάντα ή σαράντα άντρες σχεδόν όλοι οι ενήλικες άντρες του χωριού για όχι κανέναν πιο σοβαρό σκοπό παρά για συζήτηση και κάπνισμα. Όλοι τους μας χαιρέτησαν με μια ελαφριά υπόκλιση τοποθετώντας παράλληλα το δεξί χέρι στην καρδιά και ανασηκώνοντας το αριστερό χέρι στο μέτωπο. Ένας τρόπος που πιθανών τον έχουν μάθει από τους Τούρκους, και τώρα πια άχρηστος στις μεγάλες πόλεις.

Ζητήσαμε τον Δήμαρχο κι ένας ζωηρός νεαρός με αλβανικό μεσοφόρι και φέσι ξεπρόβαλλε. Σε αυτόν παρουσιάσαμε ένα στρογγυλό γράμμα με το οποίο ο υπουργός των εσωτερικών μας είχε κάνει τη χάρη αναφερόμενος σε όλους τους κοινωνικούς λειτουργούς , ζητώντας τους να μας παράσχουν κάθε βοήθεια. Ακόμα δεν είχε προλάβει να το διαβάσει, η δείχνοντας μας ότι τάχα το διάβασε, αφού δεν είμαι σίγουρος ότι το κρατούσε από τη σωστή του πλευρά, και αμέσως με ανοιχτές αγκάλες σαν να πετούσε, άρπαξε τους νεοφερμένους. Στην κυριολεξία άρπαξε τον καθένα από εμάς από το χέρι και έτρεξε το λόφο κάτω μαζί μας στο σπίτι του, όπου μας έβαλε αμέσως στο καλύτερο δωμάτιο από τα δυο που διέθετε το σπίτι και μας προσέφερε μαρμελάδα και ένα ποτήρι αγνό κρύο νερό, ως ένδειξη καλωσορίσματος. Εδώ όπως και παντού βρήκαμε την πιο αυθεντική καλοσύνη και φιλοξενία.

Αφήνοντας  την Καρυά γύρω στις επτά το επόμενο  πρωί  ο ένας μετά τον άλλο οι χωρικοί περνούσαν στον δρόμο για την καθημερινή τους εργασία σε κάποιο μακρινό χωράφι. Ο καθένας τους μας χαιρετούσε με ένα ευγενικό καλημέρα. Περιμέναμε την ομάδα μας σε μια γωνιά του δρόμου που έμοιαζε με ειρηνικό χωριό με τις καπνισμένες του οροφές.

Κοντά βρισκόταν ένας νερόμυλος κατασκευασμένος ως εξής: ένα δυνατό αντιστήριγμα του τοίχου είναι κατασκευασμένο αντίθετα στην πλευρά του λόφου, και στην κορυφή του μια σειρά από ξύλινες γούρνες μεταφέρουν τη ροή του νερού στη σωστή γωνία στον τροχό. Ο μουσκεμένος τοίχος ήταν φουντωτός από τη φτέρη και κάθε είδους οργιώδους χορταριού.

Είχαμε συχνά την ευκαιρία να θαυμάσουμε την υπομονετική επινοητικότητα με την οποία μεταφερόταν το αραιό ρυάκι του νερού για μίλια σε ένα κανάλι κατασκευασμένο κατά μήκος της πλευράς του λόφου για να γυρίσει μια από αυτές τις ρόδες του μύλου, και μετά να το μοιράσει στα παρακάτω χωράφια. Είχαμε συχνά την τύχη να ξεκουραστούμε στη γειτονιά ενός τέτοιου μύλου, μια και ήμασταν σίγουροι ότι θα βρίσκαμε τα δυο βασικά αναγκαία νερό και σκιά.

Αυτό που θυμάμαι ιδιαίτερα απ’ τη Καρυά είναι το ευχάριστο μισάωρο που περάσαμε ακούγοντας το τρίξιμο του τροχού και τον παφλασμό του νερού. Φυσούσε ένα φρέσκο αλπικό αεράκι και μια έντονη λιακάδα λαμπύριζε πάνω σε δροσερό χορτάρι- γη και ουρανός «πλενόντουσαν» σαν να ήταν πρωί. Ήταν μια σκηνή η οποία θα είχε εμπνεύσει τον Θεόκριτο* με ένα ειδυλλιακό όμως γεμάτο από ειλικρινές και αυθεντικό ανθρώπινο συναίσθημα το οποίο είναι το αλάτι της λογοτεχνίας […].

 

Υποσημείωση


 

*Θεόκριτος: Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Ελληνιστικής εποχής, πρωτοπόρος της βουκολικής ποίησης που άνθισε περίπου τον 3ο π.Χ αιώνα. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικούς ποιητές του αρχαίου κόσμου. Από το σύνολο του έργου του, διασώθηκαν τριάντα ποιήματα, που αργότερα συγκεντρώθηκαν κάτω από το γενικό τίτλο Ειδύλλια.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Ελένη Φλέσσα 

 

Πηγή


 

  • Clark, William George, 1821-1878, « Peloponnesus: notes of study and travel», London, John W. Parker and son,1858.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος – William George Clark  

 

 

Ο περιηγητής William George Clark έφτασε στο Άργος (1856), παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες. Θα παρακολούθηση  μάλιστα στο Μητροπολιτικό ναό της πόλης και τη λειτουργία των Βαΐων, της οποίας μας δίνει μια ωραιότατη περιγραφή.

Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus: notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. 

 

 

[…] Η επόμενη ήταν Κυριακή των Βαΐων, σύμφωνα με το εορτολόγιο των ορθοδόξων. Για να στολίσουν τις εκκλησίες και τις παραστάδες των σπιτιών δε χρησιμοποιούσαν βάγια αλλά δάφνες. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους κλαδιά, οι άνδρες είχαν μικρά κλωναράκια στη μπουτονιέρα τους.

 

 

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Πήγαμε στη μητρόπολη για την πρωινή λειτουργία, μια και εκεί υπάρχει επίσκοπος. Η μητρόπολη είναι ένα απέριττο αλλά ευρύχωρο οικοδόμημα. Οι πίσω θέσεις ήταν κατειλημμένες από τις παντρεμένες. Οι ανύπαντρες κάθονταν σ’ έναν εξώστη με σκαλισμένο ξύλο μπροστά. Η παρουσία αυτών των τελευταίων στην εκκλησία ήταν σαν την παρουσία γυναικών στη Βουλή των Κοινοτήτων: δεν επιτρέπονταν αλλά αυτό παραβλεπόταν. Το καλύτερο μέρος της εκκλησίας ήταν γεμάτο από άντρες. Αμέσως μόλις εμφανιστήκαμε, το πλήθος μας άνοιξε χώρο με ευγένεια για να περάσουμε και μπήκαμε – για να πούμε την αλήθεια, σπρωχτήκαμε – και καθίσαμε σε πολύ εμφανές σημείο. Τότε παρατήρησα, και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις αργότερα, ότι το ελληνικό εκκλησίασμα, συνεχίζοντας να ψάλλει μονότονα αλλά με ζέση την ακολουθία, δε χάνει ευκαιρία να παρατηρεί με θαυμασμό και έκπληξη οποιονδήποτε ξένο βρίσκεται μέσα στην εκκλησία. Δεν υπάρχει, όμως, σ’ αυτό ίχνος υποκρισίας, όπως στο καθολικό εκκλησίασμα, το οποίο περιορίζεται στην ικανοποίηση της περιέργειας με κρυφοκοιτάγματα με την άκρη του ματιού.

 

Οι ιερείς κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ήταν κρυμμένοι πίσω από ένα μεγάλο ξύλινο παραπέτασμα, καθώς μια μονότονη ψαλμωδία ακούγεται έξω.  Μια ατμόσφαιρα  αταξίας και ανησυχίας στο εκκλησίασμα, η οξεία ένρινη φωνή και η πένθιμη μονοτονία της ψαλμωδίας καθώς και η απουσία ενόργανης μουσικής εντυπωσιάζουν έναν ξένο πολύ λιγότερο από όσο θα τον εντυπωσίαζε μια λειτουργία στη Ρωμαϊκή εκκλησία. Εκτός από αυτά, και η σκηνική εντύπωση της τελευταίας είναι ανώτερη. Μπροστά στην Αγία Τράπεζα στολισμένη με λουλούδια και με τα καντήλια αναμμένα στέκεται ο ιερέας, ντυμένος πλούσια, μετρημένος και κομψός σε κάθε του κίνηση ή ακίνητος προσευχόμενος σιωπηλά, με ασπροντυμένους βοηθούς γονατιστούς, και σε όλη τη διάρκεια πάνω από τους γονατιστούς ανθρώπους ηχούν οι όμορφοι ψαλμοί της χορωδίας ενώ το έδαφος σείεται από τις βροντές του εκκλησιαστικού οργάνου. Η όλη σκηνή είναι έτσι σχεδιασμένη, ώστε να προσηλώσει την προσοχή, να γοητεύσει τις αισθήσεις, να ικανοποιήσει το γούστο και να ηρεμήσει το πνεύμα: η κατεξοχήν τελειότητα της ιερουργίας.

 

Στην ελληνική εκκλησία όλα αυτά λείπουν και ο αγιασμός και η μετουσίωση των στοιχείων, η κορύφωση του ιερού δράματος, δεν εκτελείται μπροστά τα μάτια του λαού, αλλά στα παρασκήνια, ενώ, κατά διαστήματα, το απότομο άνοιγμα και κλείσιμο της πύλης, στην οποία ο ιερέας εμφανίζεται για μια στιγμή και εξαφανίζεται με άτακτη βιασύνη την άλλη, δίνει την εντύπωση θεατρικής κωμωδίας. Αλλά δε θα ‘θελα να ασχοληθώ άλλο με αυτό το θέμα. Ίσα-ίσα θα έπρεπε να προσέξω να μην πω κάτι επηρεασμένος από διάθεση για αυθάδεια και χωρατό. Ένας ξένος κρίνει αυτά τα θέματα από μια λανθασμένη οπτική γωνία. Δεν μπορεί να καταλάβει και να εγκρίνει χιλιάδες συσχετισμούς, οι οποίοι, ακολουθώντας τους ανθρώπους από τα γεννοφάσκια τους ακόμα, προσδίδουν αγιότητα και ιεροπρέπεια σε ιεροτελεστίες που με πρώτη ματιά θα φαίνονταν ασήμαντες ή και βέβηλες ακόμη. Ούτε μπορεί να κρίνει με επιείκεια και να παραβλέψει αυτή τη μακρά οικείωση που κάνει τους ανθρώπους αναίσθητους σε ανωμαλίες και ανοησίες αμβλύνοντας τα όρια του γελοίου.

 

Η μόνη στιγμή κατά την οποία η τελετή προσελκύει το θεατή, αν και εξαιτίας του συνηθισμένου στους Έλληνες νευρικού και θορυβώδους τρόπου ακόμη και τότε μόλις και μετά βίας σοβαρή, είναι όταν ανοίγει η πύλη στο μεγάλο παραπέτασμα και εμφανίζεται ο ιερέας με τα αγία των Αγίων και το δισκοπότηρο καλυμμένα με κεντητό ύφασμα. Όλο το εκκλησίασμα σταυροκοπιέται (κατά τον ελληνικό τρόπο, από τα δεξιά προς τα αριστερά) και σκύβει κάνοντας μια κίνηση σα να θέλει ν’ αγγίξει το πάτωμα με τα χέρια. Αυτό το τελευταίο είναι τουρκική συνήθεια.

 

Αυτή η εκκλησία στο Άργος, αν και είναι πρόσφατα χτισμένη, δε διαφέρει εξωτερικά ή εσωτερικά από τις παλαιότερες εκκλησίες της χώρας. Ο αυστηρός και αναλλοίωτος χαρακτήρας που σφραγίζει την ανατολική Εκκλησία σε όλα τα πράγματα είναι ολοφάνερος στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική[…].

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 21-22, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

 

 

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »