Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η οχύρωση του Παλαμηδίου – Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου


 

Πάνω από την ΝΑ άκρη του παλαιού Ναυπλίου (γιατί το νεότερο έχει επεκταθεί πολύ ανατολικότερα) υψώνεται το Παλαμήδι. Ένας συμπα­γής βράχος, ύψους 216 μέτρων, και διαστάσεων στην κορυφή του, 500Χ1000 μέτρων περίπου. Εκεί επάνω, πρώτος ο Μοροζίνης όταν ανακατέλαβε το Ναύπλιο από τους Τούρκους το 1686, υπέδειξε στις Βενετσιάνικες αρχές την ανάγκη να γίνουν οχυρωματικά έργα, που να προστατεύουν το Παλαμήδι, και διά του Παλαμηδίου, το Ναύπλιο. Και το 1687, ο Μοροζίνης άρχισε τα προκαταρτικά έργα. Επειδή εντωμεταξύ, προήχθη και πήγε στην Βενετία και λίγο αργότερα πέθανε στο Ναύπλιο, το έργο της οχύρωσης συνεχίστηκε από τους διαδόχους του προνοητές του Ναυπλίου. Έτσι το 1690, ο Ιάκωβος Κορνέρ, Γενικός Προβλεπτής του Μορέως, σε έκθεσή του προς τις Βενετικές αρχές, αναγράφει ότι είχε κάνει επί του Παλαμηδίου οχυρωματικά έργα και την κλίμακα επικοινωνίας με την πόλη.

Η περάτωση των έργων έγινε επί των ημερών του Agostino Sagredo, όπως αναφέρεται στο σχετικό υπόμνημα που υπέβαλε ο ίδιος την 20.11.1714 προς τις αρχές της Βενετίας.

 

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

Πανοραμική άποψη του Παλαμηδίου

 

Η οχύρωση του Παλαμηδίου

Απόσπασμα από την έκθεση του Αυγουστίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού της Πελοποννήσου (1715-1716) [1]. (Σελίδες 742-747)

Εκτός από τα οχυρά που ανεγέρθηκαν υπό των εξοχότατων προκατό­χων μου για την υπεράσπιση της πόλης του Ναυπλίου, αποφάσισα κατ’ αρχήν το σπουδαιότερο, που μου κάνει τιμή να θέσω στην υπηρεσία των Εξοχοτήτων Σας, να προσθέσω δηλ. φρούρια με τα οποία κατέχεται το όρος Παλαμήδι, που υπέρκειται σ’ αυτή την πόλη, και να ενισχύσω τα δύο άλλα που ανέφερα παρά πάνω, της Μεθώνης και το Κάστρο του Μορέως (Ρίον).

Μετά την άφιξή μου στη θέση μου, αν και δεν είχαν τελειώσει οι εχθροπραξίες μεταξύ Τούρκων και Ρώσσων, άρχισε να διαφαίνεται κάποια συγκεχυμένη πληροφορία για σκοτεινά σχέδια για το Μοριά, γι’ αυτό αποφάσισα τη χωρίς αναβολή λήψη των πιο ενδεικνυόμενων μέτρων. Βοηθούμενος καθ’ όλη τη διάρκεια πότε από τον ευγενέστατο κύριο Zorzi Grimani και πότε από τον ευγενέστατο κύριο Antonio Civran, αμιλλόμενους σε ζήλο και σε επιμέλεια, εξετέλεσα το σημαν­τικότερο έργο πάνω στο Παλαμήδι, που εθεωρείτο άλλοτε ο μεγαλύ­τερος κίνδυνος, και τώρα έχει μετατραπεί στον σπουδαιότερο προμα­χώνα του Ναυπλίου με τις εργασίες που έγιναν εκεί, όπως θα εκθέσω στη συνέχεια.

 

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal. Αρχές του 18ου αιώνα.

Το κάστρο του Παλαμηδίου. Χαλκογραφία του S.V.da Canal.
Αρχές του 18ου αιώνα.

 

Πάνω στην πρώτη κορυφή του Παλαμηδίου, ανήγειρα το φρούριο το αποκαλούμενο Άγιος Γεράρδος [προμαχώνας Αγίου Ανδρέου] που είναι συμπληρωμένο τελείως, με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας των στρατιωτών, καταλήγει στον ακραίο πύργο (Maschio) και προστατεύει την κεφαλή της καθόδου από το Βουνό (Παλαμήδι) προς την Πόλη. Αυτό το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει εννέα υπόγειες κρύπτες (αποθήκες, γαλαρίες), διαρρυθμισμένες για τις ανάγκες των στρατιωτών, μια αποθήκη για πυρίτιδα, δύο άλλες που χρησιμοποιούνται για τον ναό, το σκευοφυλάκιο, και το ενδιαίτημα του εφημέριου. Υπάρχουν εκεί και άλλοι τοξωτοί σηκοί (αποθήκες, γαλαρίες), που χρησιμεύουν για την εναποθήκευση μηχανημάτων (όπλων) και πολεμοφοδίων, μία μεγάλη δεξαμενή χωρισμένη σε τρία διαμερίσματα, χωρητικότητας 17.000 Mezarole [2] περίπου νερού, το φυλάκιο της φρουράς της Πύλης που βρίσκεται στην έξοδο αυτού του φρουρίου, και στην προωθημένη αυτή θέση, και που προστατεύεται εξωτερικά με τείχος και συρόμενη καγκελωτή θύρα (rastello). Περιλαμβάνει την κατοικία του διοικητή της φρουράς, και μία άλλη πυριτιδαποθήκη. Ο πύργος (Maschio) έχει δύο υπόγειες κρύπτες και μία έξοδο στο πλευρό του, και στην κεφαλή της καθόδου, κλείνει με μία πύλη η οποία προστατεύεται εσωτερικά με άλλο τείχος και καγκελωτή θύρα.

 

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

Το οχυρό του Αγίου Ανδρέου. Φρουραρχείο. Forte di S. Girardo των Βενετσιάνων, και Dizdar tabya των Τούρκων.

 

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Η πύλη του Αγίου Ανδρέου.

Από τον πύργο αυτό (Maschio) μέχρι το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, έχει κατασκευαστεί εσωτερικά, στα πόδια του τείχους προστα­σίας της επικοινωνίας, μία άνοδος με σκαλοπάτια φαρδιά δέκα πόδια, που διευκολύνουν αυτή την επικοινωνία.

Στα πόδια της καθόδου από το Όρος (Παλαμήδι), στην κορυφή του οχυρού (Caponiera) ανεγέρθηκε εντελώς στην άκρη πάνω από τον γκρεμό, μία οχυρωμένη θέση (Posto) [3], που προστατεύει τα πλευρά αυτού του οχυρού (Caponiera) από το μέρος της Καραθώνας.

Από το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, βγαίνοντας από την πύλη εξόδου που δεξιά βλέπει προς τη θάλασσα, ένας ανηφορικός δρόμος επικοινωνεί με το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου, [προμαχώνας Θεμιστοκλή] που χτίστηκε στα χείλη του γκρεμού, πάνω στη δεύτερη ψηλότερη κορυφή (του Παλα­μηδίου), και το οποίον είναι ολοκληρωμένο.  Αυτό το οχυρό, απέναντι ενός ενδιάμεσου οχυρού, παρουσιάζει το μέτωπο του εστραμμένο προς την κορυφή του Όρους, η οποία επιμηκύνεται έτσι.

 

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

Η μεγάλη Τάφρος (fosso), που χωρίζει τον προμαχώνα του Θεμιστοκλή (S. Agostino) δεξιά, από τον προμαχώνα του Φωκίωνος (Mezzo bastione) αριστερά. Στο βάθος ο προμαχώνας του Μιλτιάδη (Baloardo staccato ή Beziran tabya).

 

Προστατεύεται αυτό το μέτωπο με μία τάφρο πλάτους σαράντα και πλέον ποδών (13 μέτρων), και βάθους 27 ποδών (9 μέτρων), σκαμμένη σε καθαρό βράχο. Εις το πλευρό υπάρχει επίσης άλλη τάφρος όχι μικρότερου βάθους. Το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου κλείνει με ένα τείχος προστασίας της επικοινωνίας, στη γωνία του πλευρού του Αγίου Γεράρδου. Περιλαμβάνονται σ’ αυτό, (το οχυρό του Αγίου Αυγουστίνου) τέσσαρες μεγάλες υπόγειες κρύπτες, και μία άλλη αρκετά επιμήκης, απέναντι από την Caponiera, ένας πολύ ευρύ­χωρος στρατώνας, οι απαραίτητες κατοικίες για τον διοικητή της Φρουράς, τους λοχαγούς των μονάδων και τους κατώτερους αξιωμα­τικούς, όπως επίσης για τον αρχιπυροβολητή και τους πυροβολητές [4].

Στα δεξιά του οχυρού αυτού του Αγίου Αυγουστίνου, σ’ απόσταση λίγων βημάτων από την γωνία, χτίστηκε στο χείλος του γκρεμού, μία πύλη εξόδου από την οποία κατέρχεται κανείς με μια σκάλα σκαμ­μένη στο βράχο, μερικά σκαλοπάτια, για να επικοινωνήσει μέσω μιας στενής προεξοχής του βράχου με την τάφρο, και απ’ αυτήν με το οχυρό το αποκαλούμενο Διπλή Τανάλια [προμαχώνας Αχιλλέας], που βρίσκεται μακρύ­τερα πάνω στο ίδιο το βουνό και καταλαμβάνει μιάν άλλη κορυφή αλλά λιγότερο ψηλή [5].

 

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Η «Opera Doppia Tenaglia» των Βενετών, και «Yürüyüs tabya» των Τούρκων. Αυτή υπέστη την πρώτη επίθεση των Τούρκων το 1715.

 

Αυτή η Διπλή Τανάλια, όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν χρειαζό­ταν τίποτ’ άλλο, παρά κάποια καλύτερη εκβάθυνση της τάφρου της στο βράχο και κάποια διευθέτηση του εδάφους στην αριστερή της πλευρά, για να μπορέσει να θεωρηθεί τελειοποιημένη, οι οποίες εργασίες θέλω να πιστεύω ότι ήδη θα έχουν γίνει. Σ’ αυτό το οχυρό βρίσκονται επίσης τέσσερις υπόγειες αποθήκες, και σε ένα μικρό πλευρό, χτισμένο στα χείλη του γκρεμού, είναι μία πύλη εξόδου που προορίζεται για επικοινωνία με ένα σκεπαστό δρομάκι [6].  Στ’ αριστερά αυτού του οχυρού του Αγίου Αυγουστίνου που αναφέρ­θηκε πάρα πάνω, αφού διευρύνθηκε η κορυφή (το έδαφος) και πήρε μέτωπο μεγαλύτερο, χτίστηκε ένας προμαχώνας (Baloardo) [προμαχώνας του Μιλτιάδη] με εννέα μεγάλες υπόγειες αποθήκες, μια μεγάλη δεξαμενή και με ένα πολύ ευρύχωρο κατάλυμα για τους αξιωματικούς.

 

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Ο προμαχώνας του Μιλτιάδη, όπου μετά την απελευθέρωση, οι περιβόητες φυλακές για βαρυποινίτες «του Μιλτιάδη».

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

 

Πέρα από τη θύρα εξόδου, στο δεξιό του πλευρό, έχει ομοίως στο μέρος που κλείνει αυτό το άνοιγμα (gola), άλλη κύρια Πύλη ασφαλισμένη εξωτερικά με τοίχο του οποίου το ένα πλευρό χρησιμεύει για να υποστηρίζει με τυφεκιο­φόρους το ανάχωμα (κρηπίδωμα) (Piattaforma) που έβαλα να κάμουν στ’ αριστερά αυτού του οχυρού [προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα], πάνω στο χείλος της από­κρημνης προεξοχής που δεσπόζει της αρχής του στενού δρόμου, που οδηγεί από την ύπαιθρο στην πόλη. Αυτό το κρηπίδωμα, έχει τέσσερις υπόγειες κρύπτες και μία μικρή στέρνα. Όταν έφυγα από το Ναύπλιο, δεν έμενε εκεί άλλη εργασία, παρά να ανυψωθούν μερικά τείχη πάνω από τις υπόγειες αποθήκες, για να σχηματιστεί το ανάχωμα και τα παραπετάσματα.

 

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Ο προμαχώνας του Λεωνίδα ή Αμυγδαλίτσα.

Σ’ αυτή την κατάσταση άφησα τις εργασίες στο Παλαμήδι. Έγι­ναν όλες με πέτρα καθαρή και ασβεστοκονίαμα. Οι γωνίες και τα μαρμάρινα διαζώματα δουλεύτηκαν a la rustica. Ανέρχονται τα τείχη σε κυβικά βήματα 7505. Όλα τα προαναφερθέντα οχυρά έχουν αμυν­τική διάταξη τέτοια που να μην είναι ευάλωτα, ώστε με μεγαλύτερη ασφάλεια να εκπληρώσουν το σκοπό τους.

Το τείχος που πρέπει από το κρηπίδωμα (Piattaforma) να επεκταθεί για να περιλάβει το αριστερό μέτωπο του Χωριστού Οχυρού, (προ­μαχώνας του Μιλτιάδη) είναι ήδη μερικά πόδια σκαμμένο στο βράχο και πρέπει να βαθύνει μέχρι 20 πόδια, οπότε το ύψος του τείχους που αναφέραμε, θα είναι χαμηλότερο από το βάθος του βράχου, (σ.σ. Δηλαδή οι αμυνόμενοι θα βρίσκονται ψηλότερα από το τείχος, και επομένως σε πλεονεκτική θέση) και θα μείνει γι’ αυτό, και χάρη στο πλεονέκτημα της απόκρημνης και απότομης μπροστινής κατωφέ­ρειας, τελείως έξω από κάθε επίθεση. Κατόπιν η απόσταση που θα μείνει μεταξύ του περιβόλου του Χωριστού Οχυρού και του προμαχώ­να του Αγίου Αυγουστίνου, θα πρέπει να συνδεθεί με ένα δρόμο προστατευόμενο με τείχος, πάνω στο αντέρεισμα, μέχρι τη Διπλή Τανάλια, και στη μέση του διαστήματος αυτού του παραπετάσματος θα πρέπει να γίνει η Κυρία Πύλη που θα είναι και η κανονική έξοδος του Φρουρίου.

 

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

Σκαρίφημα των Οχυρώσεων του Παλαμηδίου

 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οχυρά τόσο μεγαλοπρεπή, των οποίων η φήμη είναι διασπαρμένη παντού, με την επιδοκιμασία των υπηκόων και προς δόξαν του ονόματος της Δημοκρατίας, απαιτούν το βάρος μιάς πολυάριθμης φρουράς, αλλά εγώ θα μπορούσα αντίθετα να διαβεβαιώσω τις Υμετέρες Εξοχότητες, με τη σύμφωνο γνώμη των στρατιωτικών αρχηγών, ότι ο υπάρχων ή λίγο μεγαλύτερος αριθμός στρατιωτών, θα μπορούσε να είναι επαρκής για το Παλαμήδι και για την ίδια την πόλη, γιατί η φρουρά του Παλαμηδίου είναι ταυτόχρονα και φρουρά της ίδιας της πόλης, η οποία δεν είναι ποτέ δυνατόν να υποστεί επίθεση, παρά μόνο στην περίπτωση που θα έχουν καταλη­φθεί τα οχυρά του Παλαμηδίου.

Έχουν κατά τέτοιο τρόπο σχεδιαστεί και τοποθετηθεί, έτσι που το ένα οχυρό υποστηρίζει το άλλο, και το καθένα να μπορεί να αμυνθεί και να αντισταθεί με τις ίδιες του τις δυνάμεις, ειδικά το φρούριο του Αγίου Γεράρδου, αλλά και τα άλλα, για ένα και δύο χρόνια εφόσον είναι επαρκώς εφοδιασμένα. Αν τα πεδινά οχυρά, που εγείρονται προσωρινά (πρόχειρα) στην εκστρατεία από χώμα και ξύλα για την αντιμετώπιση του εχθρού, θεωρούνται ικανά να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, πολύ περισσότερο πρέπει να περιμένει κανείς από τα οχυρά του Παλαμηδίου, που δεν χτίστηκαν, όπως το είπα ήδη, από ξύλα και χώμα, αλλά από ασβεστοκονίαμα και πέτρα, εξαιρετικού μεγέθους, και με την πιο στέρεη κατασκευή, σε σημείο που καθένας που θα τα ιδεί, θα δυσκολευτεί να πιστέψει ότι ανεγέρθηκαν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και θα σχηματίσει τη γνώμη ότι η Υμετέρα Γαληνότητα θα έχει ξοδέψει ένα τεράστιο ποσό χρημάτων. Και όμως είναι αληθέστατο, και το αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα η εσώκλειστη κατάσταση του Λογιστηρίου (της Οικονομικής Υπηρεσίας) του Ναυπλίου, ότι δεν εκόστισαν στην Υμετέρα Γαληνότητα περισσότερο από 53.081 ρεάλια [7].

Οι ίδιοι οι υπήκοοι δεν προσέφεραν άλλη συνδρομή, παρά μόνο τη μεταφορά της άμμου, που δεν μπορεί να θεωρηθεί συνδρομή, δεδομένου ότι αυτοί με την πρόσκληση μου, έσπευσαν και εβοήθησαν με καλή διάθεση, όπως εκείνοι της επαρχίας της Αχαΐας και Μεσσηνίας εβοήθησαν για το Κάστρο του Μοριά (Ρίον), και της Μεθώνης, με εθελοντική προσφορά χρημάτων, γνωρίζοντας πολύ καλά όλοι, ότι δεν εργάζονται παρά για την άμυνα και ασφάλεια τους.

Εγώ από μέρους μου γνωρίζω ότι έκαμα, θα έλεγα ακόμη ότι ξεπέρασα τις δυνάμεις μου, για να βοηθήσω την επειγόμενη Δημοκρατία στην οχύρωση αυτού του πιο σημαντικού Φρουρίου του Βασιλείου (Regno).

 

Βενετσάνικα κανόνια.

Βενετσάνικα κανόνια.

Είναι βέβαιο  ότι μόνο το υλικό των τειχών δεν επαρκεί. Είναι ανάγκη να ενισχυθούν με στρατεύματα και με κατάλληλα εφόδια. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν εξαρτάται από την Υπηρεσία μου. Εξαρτάται αποκλειστικά από την Υψηλή φροντίδα των Υμετέρων Εξοχοτήτων, και εδώ θα μου συγχωρηθεί αν δεν μπορώ να συγκρατήσω το ζήλο μου, (την επιθυμία μου) να ξαναθίξω εκείνο, που από παλιότερους καιρούς υποπτευόμουν (πίστευα), (και) να λάβω το θάρρος να γράψω πιο διεξοδικά γύρω από το θέμα της εγκατάλειψης των άχρηστων και μισοτελειωμένων οχυρών του Βασιλείου, που δε­σμεύουν με κίνδυνο και με έξοδα, 2000 στρατιώτες περίπου οι οποίοι αποσυρόμενοι από εκεί, θα μπορέσουν επωφελέστερα και οικονομικό­τερα να χρησιμοποιηθούν για ενίσχυση των σπουδαιοτέρων θέσεων, από τις οποίες θα μπορούσα να πω ότι εξαρτάται η διατήρηση αυτού του Βασιλείου (του Μοριά), δεδομένου ότι, όπως από αναρίθμητα παραδείγματα καταφαίνεται, λίγες οχυρωμένες θέσεις και καλά εφο­διασμένες, αποτέλεσαν εμπόδια σε ισχυρότερους εχθρούς κατά δια­φόρους καιρούς, και διέσωσαν κράτη από την καταστροφή.

 

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Το ενετικό κανόνι «Φειδιάς»

Μέσα σ’ αυτή την πόλη του Ναυπλίου, και αλλού έξω όπως τα ανωτέρω οχυρά, ανήγειρα πολλά άλλα κτίρια, αποτελείωσα όσα ήσαν μισοτελειωμένα, και επιδιόρθωσα άλλα που είχαν υποστεί ζημιές από το χρόνο. Αν ώφειλα να τα περιγράψω όλα, θα επιμήκυνα την ανία της Εξοχότατης Συγκλήτου. Θα πω μόνο ότι ίδρυσα μια μεγάλη αποθήκη στην κεντρική μεγάλη Πλατεία (Piazza d’ Armi) [σήμερα αρχαιολογικό μουσείο], που είναι τελειωμένη και μπορεί να περιλάβει 1000 στρατιώτες έτοιμους για πόλεμο, μια πυριτιδαποθήκη στο Φρούριο [8], και άρχισα την κατα­σκευή μιας άλλης στην πόλη κοντά στις πυροβολαρχίες.

 

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η αποθήκη στην Κεντρική Πλατεία (Piazza d’ Armi). Σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Άφησα υπερυψωμένη μέχρι τα τόξα των παραθύρων, μιάν άλλη αποθήκη στο Φρούριο (Ακροναυπλία) για την αποθήκευση διαφόρων μηχανημά­των. Εις τα τείχη του Τρίτου Οχυρού (Ακροναυπλίας) περιέβαλα (περιέκλεισα) ένα ρήγμα (Εικ. 17), (Brecchia), και κατασκεύασα σ’ αυτό το σημείο ένα «πλευρό» με τέσσερα κανονιοστάσια (Imbrasure) για τέσσερα κανόνια, που σκοπό έχουν να υποστηρίζουν την Ακρο­ναυπλία, να καλύπτουν την πόλη και να προσβάλουν τον στενό δρόμο που οδηγεί στην Πύλη μεταξύ του Παλαμηδίου και της Θαλάσσης. Προσέθεσα μιάν άλλη πυροβολαρχία πάνω από την Πύλη του Δεύτε­ρου Οχυρού (την Πύλη της Ξηράς).

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

Διά το Πρεσβυτέριο, που τόσες φορές κατέφυγε στην ευσπλαχνία των Υμετέρων Εξοχοτήτων, άρχισα την κατασκευή ενός κτιρίου, με την αποπεράτωση του οποίου, θα σταματήσει για το Δημόσιο Ταμείο, η επιβάρυνση των εισφορών που κατέβαλε ετησίως στους κληρικούς.

Στερέωσα την προκυμαία στο παραθαλάσσιο, χωρίς επιβάρυνση του Δημοσίου, από τις εισπράξεις της οποίας προκύπτει αντίθετα το κέρδος 621 ρεαλίων ετήσιο βέβαιο εισόδημα. Ανήγειρα στην προκυμαία ένα υπόστεγο για τις άγκυρες και ένα άλλο για τα κουπιά, απέναντι από τη θύρα του οποίου προς Δυσμάς, άφησα ανοικτό ένα χώρο, που θα χρησιμοποιείται για τις ανάγκες αυτού του υπόστεγου. Οι Υ.Υ.Ε.Ε., θα διατάξουν ότι δεν είναι δυνατόν να παραχωρηθεί σε κανένα (αυτός ο ακάλυπτος χώρος).

Εις τον προμαχώνα του Mocenigo [9] χτίστηκε μια μεγάλη αποθήκη για τα κατάρτια που χρησιμοποιούν τα πλοία και οι γαλέρες. Ανύψωσα τον προμαχώνα και σχημάτισα το στηθαίο του κρύβοντας την εξωτε­ρική του πλευρά και τις υπόγειες κρύπτες που χρησιμοποιούνται σαν αποθήκες των σιδηρουργών και των αμαξών του Δημοσίου.

Στην ανέγερση αυτών των κτιρίων και μερικών άλλων, που όλα αποβλέπουν στην καλύτερη υποστήριξη του Φρουρίου, συνέδραμαν και μερικοί άλλοι με αξιέπαινη επιμέλεια, οι Ν.Ν.Η.Η. S. Giustin Dona και S. Zuane Foscarini. Στα έργα αυτά χρειάστηκαν άλλα 3.745 βήματα κυβικά τοιχοποιίας, όλα με πέτρα μάρμαρο και ασβέστι, είς τρόπον ώστε οι εργασίες του Ναυπλίου ανήλθαν σε κυβικά βήματα 11.250.

AGOSTINO SAGREDO

Ritornato Prov.

General da Mar [10]

Βενετία τη 20 Νοεμβρίου 1714           

                                                          

Υποσημειώσεις


[1] Σπυρ. Λάμπρου. Εκθέσεις των Βενετών προνοητών της Πελοποννήσου, εκ των εν Βενετία αρχείων εκδιδόμενοι, Δ.I.E.Ε., 5 (1910), α. 605-823. Έκθεσις Αυγου­στίνου Σαγρέδου γενικού προνοητού Πελοποννήσου (1715-16), σ. 736-765.

[2] Η Mezzarola ήταν μέτρο χωρητικότητας υγρών ίσον με 39,39 Its. Η δεξαμενή περιελάμβανε 680 τόννους νερό.

[3] Posto. Φυλάκιο

[4] Σήμερα δεν υπάρχουν πια. Έχουν κατεδαφιστεί.

[5] Ο προμαχώνας Αχιλλέας. Doppia Tenaglia. τ. Yürüyüs tabya.

[6] Η Πύλη εξόδου της Διπλής Τανάλιας.

[7] To real (ρεάλι) ήταν ασημένιο νόμισμα ισπανικό και αντιστοιχούσε σε μισή περίπου σημερινή χρυσή λίρα. Επομένως οι εργασίες του Παλαμηδίου εκόστισαν 53000 ρεάλια Χ 7.800 δρχ.: 400.000.000. Σημειωτέον ότι εργατικά πληρώθηκαν πολύ λίγα, διότι στις εργασίες χρησιμοποιήθηκαν και οι κατάδικοι και τα πληρώματα από τις γαλέρες.

[8] Η Ακροναυπλία.

[9] Ο προμαχώνας του Mocenigo ήταν χωρισμένος από την πόλη του Ναυπλίου με μία τάφρο γεμάτη νερό (φόσα), και βρισκόταν βορεινά από το σημερινό Γυμνάσιο και ανατολικά από την οικία Καράπαυλου μέχρι το άγαλμα του Κανάρη.

[10] Proweditor και Proveditor, ήταν ο Διοικητής επί των οικονομικών και στρατιω­τικών υποθέσεων. Rettor ήταν ο επί των αστικών και ποινικών. Σπυρ. Λάμπρου, Relazione del nobil homo Angelo Emo ritornato di Proweditor Generali(l)n Morea. Proweditor General in Regno, ήταν ο Γενικός Διοικητής της Πελoπoννήσoυ, και Proweditor General da Mar, ο Αρχιναύαρχος, ο ανώτερος όλων, αλλά κατώτερος από τον Proccuratore di San Marco, ο οποίος στην ιεραρχία ήταν αμέσως μετά τον Δόγη.

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Σχετικά θέματα:

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Πέτρου Λυγίζου, «Η αφηρημένη ταχύτητα της ζωής»


 

Η ποιητική συλλογή του Πέτρου Λυγίζου «Η αφηρημένη ταχύτητα της ζωής» που εκδίδεται από τον οίκο «Ανώνυμο βιβλίο», είναι μία ποιητική μελέτη στην αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου για το χρόνο που φεύγει, αμετάκλητα και αναπόφευκτα. Είναι ένα σχόλιο για το άγχος του γήρατος και του θανάτου, της αρρώστιας και της αναπόδραστης φθοράς. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα πένθιμο ή θλιβερό άσμα, ούτε για μια μηδενιστική προσέγγιση της εφήμερης ζωής. Αντίθετα, πίσω από το άγχος του προσωρινού ανθρώπου, αποκαλύπτεται η αγάπη του για τη ζωή και η λαχτάρα του να την γευτεί ποιοτικά και δημιουργικά. Η συλλογή, έτσι, γίνεται ουσιαστικά ένας ύμνος στην ανάγκη του καθενός να μην παρεκκλίνει από το χρέος του, που δεν είναι άλλο από το να θυμάται πως είναι φθαρτός και – επομένως – οφείλει να αξιοποιεί κάθε λεπτό της ημέρας.

Σχέδιο από την αφίσα της εκδήλωσης.

Σχέδιο από την αφίσα της εκδήλωσης.

Ποιήματα θα διαβάσουν η ποιήτρια και εκπαιδευτικός Νάντια Δανιήλ κι ο Χρήστος Παλαμήδης, ενώ θα μιλήσουν σχετικά με τη συλλογή οι φιλόλογοι Βασιλική Τράκα και Καλλιόπη Καλποδήμου.

Ο Χρήστος Παλαμήδης, ζωγράφος (απόφοιτος της ΑΣΚΤ) και καθηγητής Εικαστικών, φιλοτέχνησε το εξώφυλλο. Αποδίδεται με εξαιρετική δεξιότητα η αδιόρατη μελαγχολία που βιώνει ένα ζευγάρι ώριμων ανθρώπων που συναισθάνονται το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου αλλά – την ίδια στιγμή – είναι ευτυχισμένοι για όσα έζησαν και θα ζήσουν.

Η παρουσίαση της συλλογής θα γίνει στην αίθουσα Βουλευτικό, στο Ναύπλιο, στις 26 του Απριλίου, Κυριακή, στις 8 το βράδυ, με την υποστήριξη του ΔΟΠΠΑΤ, του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας και της ΕΛΜΕ Αργολίδας.

Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» | Κλειώ Πρεσβέλου – «Από τ΄ Ανάπλι στον πλατύ μεγάλο κόσμο: Οδοιπορικό μιάς ζωής»


 

ΠαλαμήδηςO Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 19 Απριλίου 2015   και ώρα 7.30 μ.μ. στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Κωλέττη 3 στο Ναύπλιο, θα μιλήσει: η κ. Κλειώ Πρεσβέλου, Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας με θέμα:

«Από τ΄ Ανάπλι στον πλατύ μεγάλο κόσμο: Οδοιπορικό μιάς ζωής»

 

Κλειώ Πρεσβέλου


 

Η Κλειώ Πρεσβέλου γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπου τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές. Σπούδασε κοινωνιολογία, δίκαιο και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Λουβαίν (Βέλγιο) με μεταπτυχιακές σπουδές στις ΗΠΑ (Cornell University) και στη Σορβόννη (Παρίσι) και διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο του Λουβαίν. Διετέλεσε καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Λουβαίν (έδρα Κοινωνιολογία της Οικογένειας 1968-1994) και του Αγροτικού Πανεπιστημίου της Wageningen (Ολλανδία, έδρα Οικονομικά της Οικογένειας,1978-1994) από τα οποία έλαβε τον τίτλο της Ομότιμης Καθηγήτριας.

Διετέλεσε αιρετή καθηγήτρια του κοινοτικού προγράμματος ERASMUS, εμπειρογνώμων οργανισμών του ΟΗΕ (WFP, FAO, UNICEF), αντιπρόσωπος της Ολλανδίας στο Κοινωνικό Παρατηρητήριο Οικογενειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδική σύμβουλος του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου της Santa Maria (Βραζιλία). Έχει δημοσιεύσει 210 επιστημονικές εργασίες (βιβλία, άρθρα, εκθέσεις αποστολών κ.λ.π.) στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.

 

 

Ρούβαλης Γιώργος – «Αποστολή στην Αμαζονία»


 

Με τον τίτλο «Αποστολή στην Αμαζονία» κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Ιστορικού και Συγγραφέα, Ναυπλιώτη, Γιώργου Ρούβαλη από τις εκδόσεις «Απόπειρα».

Ιστορίες ταξιδιών σε εξωτικές ζούγκλες, στη μυστηριώδη Αμαζονία, αλλά και στον παράδεισο κάθε ανδρός, την υποβλητική Σουηδία ή στα έγκατα της ευρωπαϊκής κουλτούρας, όπως την ζουν οι μεταφραστές λογοτεχνίας. Καθημερινές ιστορίες στην ελληνική επαρχία με ευαίσθητα παιδιά που ανακαλύπτουν τον κόσμο, έντιμους δημοσίους υπαλλήλους, που διατηρούν την αξιοπρέπειά τους και δεν ξεπουλάνε τα πάντα, αναμνήσεις από την παιδική ηλικία τη δεκαετία του 1960 σε κατασκηνώσεις νέων και πρωτόγνωρες ανακαλύψεις του τότε θαύματος, ενός ψυγείου.

Ζωές απλών ανθρώπων, που γέρασαν ξεθάβοντας αρχαία αγάλματα και τα υπερασπίζονται με κάθε τρόπο, παρωχημένα μικροαστικά ειδύλλια νεαρών αγοριών και κοριτσιών, θαρραλέα θεώρηση του επερχόμενου θανάτου, σαλταδόροι της Κατοχής, καμάκια και ματάκηδες στην τουριστική λαίλαπα του 1960, σεξομανείς νεαροί, κι ατρόμητοι Λατινοαμερικάνοι επαναστάτες, στην Ελλάδα και στα πέρατα του κόσμου συνθέτουν ένα μωσαϊκό, που ο συγγραφέας παρουσιάζει, στο νέο του βιβλίο, με δεινότητα, οικονομία και χιούμορ.

 

«Αποστολή στην Αμαζονία»

«Αποστολή στην Αμαζονία»

 

«Αποστολή στην Αμαζονία»

Διηγήματα
Γιώργος Ρούβαλης
Απόπειρα, 2014, 186 σελ.
ISBN 978-960-537-202-6

 

Εξωτικά ταξίδια του Γιώργου Ρούβαλη


 

  

Πέτρος Λυγίζος

Ομιλία στις 20 Μαρτίου 2015 στη Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Αποστολή στην Αμαζονία» του Γ. Ρούβαλη.

[…] Για να περιγράψω αυτό το βιβλίο με μία κατάλληλη λέξη, θα έλεγα ότι είναι ένα μωσαϊκό. Ένα μωσαϊκό που έχει σχεδιαστεί και συντεθεί έντεχνα, από έναν αληθινό μάστορα του λόγου· από έναν συγγραφέα, που έχει την ικανότητα να γράφει απλά, γιατί αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να καταφέρει να επικοινωνήσει με τον πολύ κόσμο. Ο Γιώργος Ρούβαλης υπήρξε πανεπιστημιακός, με μεγάλη ακαδημαϊκή καριέρα. Ο λόγος του θα μπορούσε να είναι δυσνόητος, δύσκολος: αλλά τότε, απρόσιτος, ψυχρός, άχρηστος. Έτσι, επέλεξε συνειδητά ένα λιτό, εκφραστικό ύφος, έναν εύκολο τρόπο γραφής, με προσιτό, γοητευτικό κι επομένως, εύκολα προσβάσιμο από όλους μας. Όπως ο ίδιος μου είπε, άρχισε να γράφει μανιωδώς, κυρίως τα τελευταία χρόνια, μετά τη σύνταξή του. Ασταμάτητα. Ήταν η λέξη που –θυμάμαι– μ’ έκανε να τον κοιτάξω βαθιά στα μάτια και να εκμαιεύσω ίσως μιαν απάντηση. Γιατί τόση βιασύνη; Τί θέλει να προλάβει; Το χρόνο που φεύγει; Ή τόσον καιρό που ταξίδευε σαν διπλωμάτης ή που δίδασκε στο Μεξικό και τη Βενεζουέλα, δεν έβρισκε την ευκαιρία να ιεραρχήσει τις ατέλειωτες εμπειρίες του, να τις επεξεργαστεί και τελικά να τις καταγράψει; Μήπως δεν ένιωθε τότε συγγραφέας; Όχι, πάντα ένας συγγραφέας νιώθει τέτοιος. Δεν είχε όμως την άνεση του χρόνου ή –κι όταν την είχε– προτιμούσε να απολαμβάνει τη συναρπαστική του καθημερινότητα. Σαν πραγματικός μπον βιβέρ, ο Γιώργος Ρούβαλης, χαιρόταν τη ζωή, μάζευε εμπειρίες, αυθεντικός συλλέκτης στιγμών και ύστερα από χρόνια, όταν αυτές καταστάλαξαν στον ευρύχωρο ψυχοσυναισθηματικό του κόσμο, αφέθηκαν στο χαρτί, όπου εκεί βρήκαν τη σίγουρα ανάπαυσή τους. Το αποτέλεσμα λοιπόν ήταν να έχουμε σήμερα στα χέρια μας αυτήν την γοητευτική συλλογή διηγημάτων, που μας ταξιδεύουν σε μέρη εξωτικά σαν τη μυστηριώδη Αμαζονία, σε τόπους της ελληνικής επαρχίας, στο παλιό Ναύπλιο, σε μνήμες από την τρυφερή παιδική ηλικία τη μαγική δεκαετία του ’60. Πρόκειται επομένως για ένα αληθινό ταξίδι στο παρελθόν. Μόνο και μόνο αυτή η αναδρομή της ψυχής στο χτες, μόνο και μόνο τούτη η ματιά στην ανυπόκριτη παιδικότητα, μονάχα το τρυφερό βλέμμα του συγγραφέα στις αγωνίες της νιότης του, θα έφταναν για έναν φίλο της λογοτεχνίας να διαβάσει και να ξεκουραστεί πάνω σ’ αυτό το βιβλίο. Κι αυτό, γιατί μια σημαντική προϋπόθεση που καθιστά ένα λογοτεχνικό έργο γοητευτικό, είναι να παρασύρει τον αναγνώστη σε έναν περίπατο αναψυχής, κι ακόμη περισσότερο, σε μιαν αναπόληση των νεανικών στιγμών, σ’ ένα ξαναζωντάνεμα των εφηβικών ονείρων. Κι αυτή η αναπόληση, πάντα νοσταλγική με μια διάθεση άλλοτε αστείζουσα κι άλλοτε μελαγχολική, όχι μόνο υπάρχει στα διηγήματα του Γιώργου Ρούβαλη, αλλά δεσπόζει και κυριαρχεί αβίαστα.

Κι αν στο πρώτο απ’ όλα, που έδωσε μάλιστα και τον τίτλο στο βιβλίο, νιώθουμε ότι πετάμε με το μικρό Τσέζνα πάνω απ’ τον αινιγματικό Ορινόκο, το μεγαλύτερο παραπόταμο του Αμαζονίου, κι αν σ’ αυτήν τη μυστηριακή πτήση πάνω από άγνωστα, αιωνόβια δέντρα κι εκατοντάδες διασκορπισμένα χωριά νιώθουμε τη φιλική ανάσα των Ινδιάνων φυλάρχων που μας διδάσκουν την απλότητα της ζωής, αμέσως μετά ζούμε ένα καλοκαίρι στη μακρινή Σουηδία· βιώνουμε την αγωνία του μετανάστη φοιτητή, που προσπαθεί να επιβιώσει νόμιμα, να βρει δουλειά και να εξοικονομήσει τα φοιτητικά του έξοδα, να φλερτάρει και να κοιμηθεί με μια Σουηδέζα θέλοντας να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τις φήμες που άκουγε γι’ αυτές στην Ελλάδα. Το α’ πληθυντικό πρόσωπο πέρα απ’ το ότι πιστοποιεί το βιωματικό χαρακτήρα των διηγημάτων, μας φέρνει πιο κοντά με το συγγραφέα, μας κάνει να νιώθουμε πως είμαστε κι εμείς μέσα στην τρελή συντροφιά του. Μια παρέα, που παρά την καθημερινή αγωνία, την κούραση απ’ τη δουλειά, την ανασφάλεια απ’ τη διαμονή σε χώρες με συνήθειες και νοοτροπία ολότελα ξένες με την Ελληνική, είχε το απίστευτο ταλέντο να τα καταφέρνει σχεδόν πάντα, τη δύναμη ν’ αντέχει κάθε δυσκολία, πάνω απ’ όλα την αγάπη για τη ζωή.

Μα ο Γιώργος Ρούβαλης υπήρχε –και είναι– δεινός μεταφραστής. Πάντα πίστευα ότι η μετάφραση αποτελεί ουσιαστικά μια νέα δημιουργία, όσο κι αν το πρωτότυπο έργο ανήκει σε έναν άλλον. Έτσι, πραγματικά συναρπάζει η περιγραφή των εμπειριών που έζησε στην Αρλ, στην παραδοσιακή πόλη του Γαλλικού νότου, με το μεγάλο μπουλβάρ όλο πλατάνια, τα παλιά ρωμαϊκά κτίρια και τις Αρένες, το παλιό Φόρουμ και τις υποβλητικές εκκλησίες. Μπαίνουμε μαζί με το συγγραφέα στο παλλαϊκό κτίριο όπου στεγαζόταν το Διεθνές Κολλέγιο Μεταφραστών Λογοτεχνίας, τρυπώνουμε κι εμείς στο μικρό (μα μοντέρνο και συμπαθητικό δωμάτιό του, όπως λέει κι ο ίδιος), νιώθουμε την αγωνία του να μεταφράσει με επιτυχία το αμίμητο ύφος του ποιητή Ζακ Πρεβέρ, συζητάμε με την Ιρίνα, Καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Διερμηνείας και Μετάφρασης της Μόσχας, εντυπωσιαζόμαστε με την εργατικότητα του ψηλού Ολλανδού που μετέφραζε Μαρσέλ Προυστ, ζούμε κι εμείς κοντά στις όχθες του μεγάλου ποταμού Ροδανού, που – αδιάφορος λες κι ατελείωτος – συνεχίζει το ήσυχο ταξίδι του μακριά και –την ίδια στιγμή τόσο κοντά– στις νυχτερινές καλοκαιρινές συντροφιές των ανθρώπων.

Μα η ζωή κάνει κύκλους. Κι έτσι, ο συγγραφέας σε άλλο διήγημά του με τον τίτλο «Προοπτικές» περιγράφει την ψυχολογική κατάσταση ενός 77χρονου νεφροπαθούς, που βαθύς γευσιγνώστης Γιαννιώτικων γλυκών στο παρελθόν, τόσα χρόνια καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της πόλης, αλλά και στον Πειραιά, έπεσε θύμα του ύπουλου διαβήτη. Κι όμως, ο άνθρωπος αυτός, γέρος σχεδόν πια κι αποκαμωμένος απ’ την αγενή επίθεση της αρρώστιας, δεν το βάζει κάτω. Κάνει σχέδια, προγραμματίζει τη ζωή του, το μέλλον του, συνεχίζει ν’ αποκαλύπτει και να καταδιώκει τις ομορφιές της ζωής, ακόμη κι εκεί που δεν υπάρχουν: στο κρεβάτι του νοσοκομείου, στο διάλογό του με την ευγενική νοσοκόμα, στην ανάμνηση ανθρώπων που έχουν χαθεί, παντού, επινοεί προοπτικές, δίνοντας σε όλους μας μαθήματα ζωής.

Και παντού, σ’ όλα σχεδόν τα διηγήματα του βιβλίου, να κυριαρχεί επίμονα η μνήμη του παλιού Ναυπλίου, σαν ένα νέο βάπτισμα, σαν ομολογία μιας ευδαιμονίας που έχει χαθεί, σαν υπόμνηση μιας ανεπιτήδευτα όμορφης καθημερινότητας που συναντάμε πια μονάχα σε αρχεία παλιών, ντόπιων φωτογράφων. Κυρίες και κύριοι, ακόμη κι εγώ, που δεν είναι Ναυπλιώτης, συγκινήθηκα όταν διάβασα για τις απογευματινές βόλτες στο πάρκο του Κολοκοτρώνη τη δεκαετία του ’30, τα παγωτά στο περίπτερο του Μανιταρά. Κι ύστερα, το χειμώνα, πρώτα λουκουμάδες στου Σέρβου του Μπουνταλέσκι και μετά ατέλειωτες βόλτες στο Μεγάλο Δρόμο. Αξέχαστα νεανικά πάρτι στο σπίτι του ποτοποιού του Καρώνη, ομιλούσες ταινίες που είχε φέρει ο επιχειρηματίας Πανόπουλος, γυμναστικές επιδείξεις στα σχολεία τέλη Ιουνίου, όλα αυτά στοιχειοθετούν ένα σκηνικό, όπου η τρυφερή χαρμολύπη συνυπάρχει με την ατόφια μελαγχολία για μια νιότη που έχει πια χαθεί, μα που υπήρξε έντονη κι ευτυχισμένη και γι’ αυτό, αλησμόνητη.

Συγκίνηση βέβαια προκαλούν κι οι αναμνήσεις του συγγραφέα για τη μητέρα του, παλιά οδοντίατρο του Ναυπλίου. Αρχές δεκαετίας του ’50, πλήθος κόσμου να την επισκέπτεται σε μια αίθουσα αναμονής, επιπλωμένης μ’ ένα σκυριανό σαλόνι κατάμαυρο, που για το μικρό τότε Γιώργο ήταν από μόνο του μια αυλή των θαυμάτων. Κι αυτό γιατί από εκεί περνούσαν ένα σωρό ενδιαφέροντες τύποι-πελάτες, που ο συγγραφέας ήθελε να γνωρίσει και να μάθει τα μυστικά τους. Πελάτες, απλοί χωριανοί ή και επώνυμοι, όπως ο ηθοποιός Δήμος Σταρένιος που τρεις η ώρα το πρωί είχε έλθει με απόστημα ή κι ο μεγάλος Μάνος Κατράκης, που μετά από μια παράσταση στην Επίδαυρο ήλθε με τρομερή αιμορραγία. Όμως, κατά τη γνώμη μου, η πιο συγκλονιστική μνήμη που υπάρχει στο βιβλίο, είναι η αναφορά του συγγραφέα στους σαλταδόρους που επί γερμανικής κατοχής, άρπαζαν ό,τι μπορούσαν. Με πολύ γλαφυρό τρόπο περιγράφονται περιστατικά της εποχής, όπου καθρεπτίζεται η προσπάθεια και η αγωνία ενός λαού να επιβιώσει κάτω απ’ το γερμανικό ζυγό. Πού να ήξεραν οι σαλταδόροι του 41 και του 42, ότι η γερμανική κατοχή μετά από 70 χρόνια θα ερχόταν ξανά στην Ελλάδα, με πιο εύσχημο βέβαια τρόπο, ότι οι Γερμανοί θα καθόριζαν και πάλι τη ζωή της Ευρώπης σε οικονομικό επίπεδο, ότι για οποιαδήποτε απόφαση οι Ελληνικές κυβερνήσεις θα πρέπει ξανά να παίρνουν την άδειά τους και ότι δεν θα μας άφηναν να ψηφίσουμε νομοσχέδια που προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν, για παράδειγμα, την ανθρωπιστική κρίση, που μαστίζει τα τελευταία έξι χρόνια τον μισό Ελληνικό πληθυσμό.

Ωστόσο, η ζωή, έτσι κι αλλιώς, συνεχίζεται και πρέπει να συνεχίζεται. Έτσι, ο συγγραφέας δεν παρέλειψε να περιγράψει τις ομορφιές της ζωής, σε μια εποχή μάλιστα που κυριαρχούσε ο ρομαντισμός, η ευαισθησία, η αποθέωση της ομορφιάς, η αυθεντικότητα, η απλότητα, η καθαρότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Έτσι, ο συγγραφέας σχολιάζει τα περίφημα καμάκια τη μαγική δεκαετία του ’60 στο παλιό Ναύπλιο, μας μεταφέρει αυτούσια τα λόγια ενός παλιού Ναυπλιώτη από τον Ψαρομαχαλά και μας υποβάλλει σε μια ατμόσφαιρα ερωτική, σε μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας και γλυκιάς μελαγχολίας. Ήταν τότε που ο τουρισμός έκανε ουσιαστικά τα πρώτα του βήματα στο Ναύπλιο και που οι ντόπιοι νεαροί πολιορκούσαν τις αλλοδαπές τουρίστριες με τρόπο όμορφο, μακριά από χυδαιότητες, προσβολές και άλλες πράξεις που υποβαθμίζουν τον άνθρωπο.

Η αναπόληση αυτή του συγγραφέα, η αναφορά ενός άλλου ντόπιου για τα παιδικά του χρόνια και για το πώς ανακάλυψε τον κόσμο, ακόμη κι η ερωτική ζωή κάποιου κυρίου Ιωαννίδη, δικηγόρου από τη Θεσσαλονίκη, αλλά και τα παιδικά χρόνια ενός παλιού κατοίκου της Πρόνοιας, δίνονται από το συγγραφέα με τρόπο άμεσο, οικείο και γλαφυρό. Το βιβλίο τελειώνει με την αναφορά του Γιώργου Ρούβαλη στον Commandante Κάρλος, που στα νιάτα του, είχε τον τίτλο του αρχηγού σ’ ένα μαοϊκό αντάρτικο. Μα τώρα πια, ηλικιωμένος, καρδιακός, απόμαχος της ζωής και ουσιαστικά ανήμπορος, δεν του έχει απομείνει παρά η ανάμνηση μιας ζωής γεμάτης ωστόσο και συναρπαστικής.

Φτάνοντας κάποιος στο τέλος του βιβλίου του Γιώργου Ρούβαλη, νιώθει ότι έχει ταξιδέψει μαζί του σε όλον τον κόσμο, αισθάνεται ότι έχει ζήσει μια ζωή συναρπαστική, γεμάτη εμπειρίες αξέχαστες και γοητευτικές. Τα διηγήματα, ενώ ξαναλέω δεν διαπνέονται από κάποια διάθεση φιλοσοφική ούτε διακρίνονται από κάποιον βαθύ στοχασμό, παρασύρουν ωστόσο τον αναγνώστη να σκεφτεί και να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή είναι μία, μικρή και ανεπανάληπτη. Ο συγγραφέας, με τον τρόπο του, έμμεσα αλλά ακριβώς γι’ αυτό πιεστικά, μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε τί δεν κάναμε από όσα θα θέλαμε, τί δεν δοκιμάσαμε να πετύχουμε από όσα είχαμε ονειρευτεί σαν παιδιά. Οι σκηνές από το παρελθόν, οι εικόνες από τη ζωή του παλιού Ναυπλίου, οι εξομολογήσεις των ντόπιων που δεν διστάζουν να αποκαλύψουν τις αλήθειες της απλοϊκής και συγχρόνως τόσο γοητευτικής ζωής τους, είναι ένα μωσαϊκό αναμνήσεων τρυφερών, όπου ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να αναπαυθεί και να ησυχάσει, να νοσταλγήσει και να συγκινηθεί. Άλλωστε, αυτός είναι κι ο στόχος της λογοτεχνίας.

Ευχαριστούμε το Γιώργο Ρούβαλη για τις εμπειρίες που μας χάρισε, για τον τρόπο που μας τις έδωσε και που μας επέτρεψε να τις μοιραστούμε μαζί του. Τον ευχαριστώ κι εγώ ιδιαίτερα προσωπικά, όχι μόνον γιατί μου έκανε τη μεγάλη τιμή να συμπαρουσιάσω τα γοητευτικά αυτά διηγήματα, αλλά κυρίως γιατί –για άλλη μια φορά– είχα την ευκαιρία να συνειδητοποιήσω ότι η ζωή, μ’ όλες τις δυσκολίες και τις αναποδιές που μπορεί να υπάρχουν, κρύβει μια συγκλονιστική ομορφιά, ανεπανάληπτη, μαγική, μοναδική. Για άλλη μία φορά, σκέφτηκε ότι η ομορφιά αυτή δεν είναι ούτε στο χρήμα, ούτε στη μάταιη φήμη, ούτε είναι κρυμμένη σε βαθυστόχαστες αναλύσεις. Ακριβώς το αντίθετο: η ομορφιά της ζωής μας περιμένει παντού και πάντα, στο καλημέρα κάθε πρωί, στον ήλιο που παίζει από παράθυρο σε παράθυρο και τα μεσημέρια τρέχει ελεύθερος στους δρόμους, στη βροχή όπως κυλάει ανυπεράσπιστα στα ρείθρα, πάνω απ’ όλα στους ανθρώπους. Στα λόγια αγαπημένων ανθρώπων, στο ανεπιτήδευτο χαμόγελό τους και σ’ εκείνο το μοναδικό ή σπάνιο βλέμμα εκείνου που νοιάζεται για σένα και που σε βοηθάει πάντα, θυμίζοντάς σου συνεχώς ότι η ζωή είναι μία και ανεπανάληπτη.

 

Πέτρος Λυγίζος

Παρουσίαση του βιβλίου «Αποστολή στην Αμαζονία» του Γ. Ρούβαλη

  

Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄ για την κατάληψη του Ναυπλίου (12.11.1715)


 

Οι αρχές του 18ου αιώνα βρήκαν την Βενετία σε μία προχωρημένη κατάρρευση, σε μια τελευταία προσπάθειά της, επιτυγχάνει το 1686 να αποσπάσει από τους Τούρκους τον Μοριά και, στα 30χρόνια που κράτησε η κατοχή του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την ανασύσταση ενός νέου Regno.

Η Τουρκία, η οποία δεν συγχώρησε ποτέ στη Βενετία ότι πριν 30χρόνια της είχε αποσπάσει τον Μοριά, και καλά πληροφορημένη για την κατάσταση του στρατού και του στόλου της, εξαπέλυσε στις 9.12.1714 εναντίον της μια στρατιά από 70.000 (κατ’ άλλους 100.000 και κατ’ άλλους 200.000) άνδρες, με ρητή εντολή να ανακαταληφθεί ο Μοριάς οπωσδήποτε.

 Η στρατιά, που προοριζόταν για την Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον Αλή Νταμάτ Πασά, εμφανίστηκε στις αρχές Μαΐου του 1715 προ της Κορίνθου και σε χρονικό διάστημα 70 ημερών κατέλαβε όλο το Μοριά. Ανάμεσα στα καταληφθέντα τότε οχυρά είναι και το Παλαμήδι του Ναυπλίου.

 Το Παλαμήδι, εκ κατασκευής, εθεωρείτο απόρθητο αλλά όπως σημειώνει ο Agostino Sagredo (εκείνος, που αποπεράτωσε την οχύρωσή του) υπό δύο προϋποθέσεις: πρώτον, να γίνουν ορισμένες προσθήκες στο οχυρό «Τανάλια» (το ακραίο προς Ανατολάς, που παρουσίαζε κάποιες αδυ­ναμίες) και δεύτερον, οι υπερασπιστές του να θέλουν να πολεμήσουν. Φαίνε­ται, όμως, ότι στην περίπτωση αυτή, δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

 Το Παλαμήδι και το Ναύπλιο το υποστήριζαν 1.200 (κατ’ άλλους 3.500) άνδρες, Σκλαβούνοι, Κροάτες, Αλβανοί, Ιταλοί, Έλληνες και ασφαλώς μερικοί Βενετσιάνοι. Στράτευμα με τέτοια πανσπερμία στρατιωτών και μάλιστα μισθοφόρων, ήταν φυσικό να μην έχει ούτε την αντοχή αλλά ούτε και την διάθεση για μια σθεναρή αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού εχθρού. Οι διχόνοιες και οι προστριβές είχαν υποσκάψει την απαραίτητη ψυχική συνοχή πολύ πριν εμφανισθούν οι Τούρκοι στην πεδιάδα του Άργους. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και τον ελλιπή εφοδιασμό σε τρόφιμα και πυρομαχικά, δεν του μένει παρά να εκπλαγεί πως μπόρεσε να αντισταθεί έστω και εκείνες τις εννέα τραγικές ημέρες…

 

Το Διάγγελμα του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄[1] (12.11.1715)

Δια του οποίου αναγγέλλεται η κατάληψη του Μοριά.

Αριθ. 1867 [2]

«Αυτοκρατορικόν νικητήριον διάγγελμα»

 

«…Μετά την κατ’ αυτόν τον τρόπον κατάκτησιν και συνένωσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας μου του φρουρίου τούτου της Κορίνθου, την υποταγήν όλης της περιφερείας, την εκκαθάρισίν της από τους εχθρούς της πίστεώς μας και τον διορισμόν της απαιτουμένης φρου­ράς, ετέθημεν εις κίνησιν και απεχωρήσαμεν εκ Κορίνθου προς την κατεύθυνσιν του Ναυπλίου (Anapoli).

Οι άπιστοι του φρουρίου Άργος (Arhos), κειμένου εις το μέσον της οδού και εις δίωρον περίπου απόστασιν από του Ναυπλίου, πληροφορηθέντες την είδησιν της θριαμβευτικής και μεγαλειώδους προελάσεως της εμποιούσης φρίκην και τρόμον, εξεκένωσαν το Βαρούσιον [3] του φρουρίου τούτου και εξηφανίσθησαν. Ούτω και το φρούριον τούτο προσετέθη άνευ μάχης και πολέμου εις τας κτήσεις της ενδόξου και θεοφρουρήτου αυτοκρατορίας μου.

Μετά ταύτα φθάσαντες κάτωθι του Ναυπλίου κατεσκηνώσαμεν αυτόθι. Το φρούριον τούτο, τυγχάνον η έδρα του Μορέως και αποσπασθέν προηγουμένως από των χειρών του Ισλάμ, είναι εν ισχυρότατον και στερεότατον φρούριον. Υψούται επί αποκρήμνου και λίαν οχυρού όρους, παρέμενε δε επί τριακονταετίαν εις την κατοχήν των κατατροπωθέντων και επάρατων απίστων. Περιβρέχεται από μεν των τριών πλευρών εκ θαλάσσης εκ δέ της άλλης πλευράς περιβάλλεται δια διπλής σειράς τάφρων και δυσβάτων παρόδων. Τα δε επί του υπερκειμένου τούτο υψηλού όρους, του ονομαζόμενου Παλαμήδι (Palamuta), υπάρχοντα επτά ισχυρότατα και οχυρότατα κανονιοστάσια (Tabya), λόγω της δυσχερέστατης εις αυτά αναβάσεως, του απροσίτου αυτών και της στερεότητός των, αποτελούν αυτά καθ’ εαυτά ιδιαίτερα ισχυρότατα φρούρια. Η έντεχνος αυτών κατασκευή και η θαυμάσια οχύρωσίς των προξενεί κατάπληξιν και προκαλεί τον θαυμασμόν του παρατηρητού, οι ελαυνόμενοι όμως υπό του θείου και χαρμόσυνου ζέφυρου της νίκης και εις τον μόνον Θεόν πιστεύοντες ανδρείοι μου αγωνισταί του ιερού αγώνος, μόλις ευρέθησαν προ αυτών οιστρηλατήθησαν υπό ενθέου ζήλου ενθουσιασμού και αναβρασμού.

 

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ' και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

Αχμέτ Γ΄ (1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία. Ήταν ο 23ος Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους χρόνους 1703-1730. Στη λιθογραφία (1714) βλέπουμε το Σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ με εορταστικό ένδυμα την ημέρα του Μπαϊραμιού, πριν την έξοδό του από το ανάκτορο του Τοπ-καπί προς το τέμενος. Τον συνοδεύουν ένας Γενίτσαρος, ο Σιλαχντάρ Αγασί, υπεύθυνος για την παράδοση του επίσημου ξίφους εξουσίας στον Σουλτάνο, και πιθανότατα ο Αρχισταυλάρχης.

 

Θεωρηθέντος δε ευλόγου, όπως εκ δύο μερών λάβουν θέσεις εις τα οχυρώματα (meteriz), ο Αρχιστράτηγός μου, ο άξων πάσης ενεργείας και γενναιότητος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο τμήματα, τακτοποιήσας και δώσας διαταγάς, ώστε το μεν εν τμήμα να λάβη θέσιν άνωθεν των οχυρωμάτων του Παλαμηδίου, το δε έτερον να λάβη θέσιν εις τα οχυρώματα τα ευρισκόμενα ακριβώς προ της πύλης του φρουρίου του Ναυπλίου. Παρώτρυνε δε ο Αρχιστράτηγος πάντας τους άνδρας αμφο­τέρων των τμημάτων, όπως καταβάλουν πάσαν προσπάθειαν και εξήγησεν εις αυτούς την σημασίαν του διεξαγόμενου δια την αγάπην του θεού και κατά των απίστων ιερού τούτου αγώνος. Καίτοι δε το μέρος εκ του οποίου θα ελαμβάνοντο αι εκ της πλευράς του Παλαμηδίου θέσεις ήτο λίαν βραχώδες και δεν ήτο νοητόν, ότι η τέχνη της αξίνης, των προσπαθειών και αυτών ακόμη των ανδρείων νικητών, θα ηδύνατο να διάνοιξη χώρον έστω και ενός βήματος επί του μέρους τούτου, εν τούτοις όμως οι γενναίοι στρατιώται και ανδρείοι αγωνισταί μου, παρακινούμενοι υπό της παρορμητικής και χαρμοσύνου εννοίας του αποφθέγματος «παν όπερ συμβήσεται ημίν γεγραμμένον εστί παρά του Υψίστου», εγκαρδιούντες και προτρέποντες οι μεν τους δε και αλληλοβοηθούμενοι, έκαστος επί ενός βράχου ήρξαντο πολεμούντες δια τηλεβόλων, τυφεκίων και λοιπών πολεμικών μηχανημάτων. Την επομένην ημέραν δι’ ακαλύπτου επιθέσεως και διά μιας και μόνης εφόδου κατέλαβον τρείς τον αριθμόν κανονιοστοιχίας.

Επειδή όμως η μεγάλη κανονιοστοιχία, επί της οποίας είχον συναθροισθή οι ευτελείς άπι­στοι ήτο η ισχυροτέρα και η πλέον οχυρά πασών και δεν ήτο δυνατόν να διανοιχθή ρήγμα τι εις τον τοίχον αυτής διά κατά μέτωπον εφόδου, ως εκ τούτου παριστάσης ανάγκης, όπως διανοιχθή υπόνομος τις υπ’ αυτήν, συνεπληρώθη και παρεσκευάσθη αύτη και ανετινάχθη την ογδόην ημέραν της πολιορκίας, οπότε επηλήθευσεν επί των επάρατων πολυθεϊστών το ρητόν «και επέστη η ημέρα καθ’ ην διασκορπισθέντες ούτοι ευρέθησαν υπό τους πόδας αυτών» (των αγωνι­στών του ιερού πολέμου). Μόλις δε ακόμη δεν είχε καταπαύσει ο ανυψωθείς κονιορτός και καπνός και δεν υπήρχεν ακόμη ενδειξίς τις, ότι απεσαφηνίσθη τελείως η κατάστασις, ούτε ήσαν γνωσταί αι λεπτομέρειαι του γεγονότος, οι γενναίοι άνδρες της ηρωικής αυτής προσπαθείας έχοντες υπ’ όψιν, ότι «η θρησκεία του Μωάμεθ είναι πάντοτε συνεπίκουρος των πολεμούντων και νικητών», ανήλθον, άλ­λοι μεν εκ του δημιουργηθέντος ρήγματος εις το μέρος εκείνο και άλλοι από τας ετοιμασθείσας κλίμακας επί της κανονιοστοιχίας ταύ­της. Εξορμήσαντες δε εκείθεν και περιζώσαντες τελείως τους ισχυρογνώμονας εχθρούς μετά των αρχηγών αυτών, άλλους με εξ αυτών διεπέρασαν δια των οξέων ξιφών των, άλλοι δε προς σωτηρίαν των κεφαλών και των ψυχών αυτών, μη έχοντες πλέον οχύρωμά τι ή καταφύγιον, ετράπησαν εις φυγήν. Οι γενναίοι όμως μαχηταί του ιερού πολέμου ξιφομαχούντες και με την κραυγήν «που το καταφύ­γιον» δεν έπαυσαν καταδιώκοντες αυτούς. Οι ούτως εις φυγήν τραπέντες εχθροί κατηυθύνθησαν μετ’ απελπιστικών κραυγών και επι­κλήσεων της πολυθεϊστικής αυτών θρησκείας προς το Κάτω Φρούριον του Ναυπλίου (Asagi Anapoli Kalesine), τρέχοντες αναμίξ και ατά­κτως, καθιστάμενοι ο στόχος των βλημάτων μας.

Εν τούτω τω μεταξύ οι έμπροσθεν της πύλης του κυρίως φρουρίου του Ναυπλίου έμπειροι και λεοντόθυμοι ήρωες της μάχης, λαβόντες θέσεις εις τα οχυρώματα και βλέποντες, ότι διενεργείται επίθεσις εκ των οχυρών του Παλαμηδίου και αισθανόμενοι εις τας φλέβας αυτών πάλλοντα τον ζήλον της φιλοτιμίας και αυτοί ομοίως γεγονυία τη φωνή και δι’ αρμονικών μελωδιών, αι οποίαι εδόνουν τους αιθέρας, επικαλούμενοι τον Ύψιστον και αναφωνούντες το προκαλούν θάρρος απόφθεγμα «εγώ είμι μετά του στρατού των νικητών», καίτοι ουδέν ρήγμα είχε διανοιχθή, όπως εισέλθουν εντός του φρουρίου, εντούτοις όμως με τα απαστράπτοντα και σπείροντα τον όλεθρον κατά του εχθρού εις τους ιερούς πολέμους ξίφη αυτών ανά χείρας, αναρριχούμενοι επί των τεσσάρων τειχών του φρουρίου και οιονεί επί των πτερύγων της νίκης ανυψούμενοι, εβοηθούντο οι πρώτοι ανερχόμενοι υπό των κάτωθεν αναρριχωμένων. Ο κάτωθεν και άνωθεν εξορμήσας τότε νικηφόρος στρατός δια των ευγλώττων αυτού ξιφών και λογχών εφορμήσας κατά των επαράτων και ευτελών απίστων και δια των γυμνών και νικηφόρων ξιφών, άλλων μεν εκ των εχθρών της πίστεως έχυσε τα οφειλόμενα αίματα και άλλους συνέλαβε και αλυσσοδεμένους εξηνδραπόδισεν. Ούτως εντός μιάς έως δύο ωρών τόσον αι κανονιοστοιχίαι του Παλαμηδίου όσον και αυτό τούτο το φρούριον του Ναυπλίου μετά των εκατόν εβδομήκοντα επτά αυτών τηλεβόλων, δεκαέξ ολμοβόλων και λοιπών μηχανημάτων και εργαλείων, απετέ­λεσαν την κορωνίδα των θριάμβων ημών…»

 

 Υποσημειώσεις


[1] Αχμέτ Γ΄(1673–1736). Γιος του Σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και της ελληνικής καταγωγής Ευμανίας Βορία (1642-1715), κόρης έλληνα κρητικού ιερωμένου της περιοχής του Ρεθύμνου που αιχμαλωτίσθηκε το 1645, γνωστής στην Υψηλή Πύλη ως Εμετουλάχ Ραμπιά Γκιουλνούς Σουλτάν.

[2] Νικ. Σ. Σταυριανίδου, Μεταφράσεις Τουρκικών εγγράφων αφορώντων εις την ιστορίαν της Κρήτης. Τόμος Γ’ Έγγραφα της περιόδου ετών 1694 – 1727, Ηράκλειον Κρήτης 1978, σ. 417.

[3] Βαρούσι. Τουρκ. λέξη varoj, που σημαίνει προάστιο. Ο περί την ακρόπολη μικροσυνοικισμός.

 

Τάκης Μαύρος

Παλαμήδι, Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1988.

 

Μαγνητοσκοπημένη παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του «Αργολικού Ημερολογίου του έτους 1910»


  

Παρακολουθείστε μαγνητοσκοπημένη την παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του «Αργολικού Ημερολογίου» του έτους 1910, η οποία πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», την Κυριακή 29 Μαρτίου 2015.

Την εκδήλωση συντόνισε ο οικονομολόγος κος Γεώργιος Γιαννούσης, πρόεδρος της Αργολικής Βιβλιοθήκης και χαιρέτισαν με την σειρά που εμφανίζονται οι κάτωθι:

  • Τάσσος Χειβιδόπουλος, Αντιπεριφερειάρχης Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας
  • Δημήτρης Παπανικολάου, Πρόεδρος του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ»
  • Κώστας Χελιώτης, Πρόεδρος του Ιδρύματος «Ιωάννης Καποδίστριας»

Για την αναστατική έκδοση μίλησαν:

Η κα Σοφία Πατούρα, Ιστορικός, Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας.

 

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, El Greco, (1541-1614) | «Μια διαδρομή στο χρόνο και το χώρο»


 

 

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος

Ο Όμιλος Αργολίδαs για την UNESCO, ο Δήμοs Ναυπλιέων και ο ΔΟΠΠΑΤ σε συνεργασία με την Εθνική Πινακοθήκη – Παράρτημα Ναυπλίου εορτάζουν το έτος ΕL Greco και πραγματοποιούν εκδήλωση με θέμα: «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Μια διαδρομή στο χρόνο και το χώρο», το Σάββατο, 4 Απριλίου 2015, στις 7 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.

Ομιλήτρια θα είναι η κα Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, Ομότιμη Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Ο τίτλος του Επίτιμου Μέλους του Ομίλου UNESCO Αργολίδαs, θα απονεμηθεί στον Δήμαρχο Ναυπλιέων κ. Δημήτρη Κωστούρο και στην Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Κ. Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα. 

Η εκδήλωση θα κλείσει με μουσική από τον συνθέτη Γιάννη Χατζίδη.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Λυγίζος Πέτρος


 

 

Πέτρος Λυγίζος

Πέτρος Λυγίζος

Ο Πέτρος Λυγίζος γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα. Κατάγεται από την Ικαρία. Ζει στο Ναύπλιο και υπηρετεί στη Μέση Εκπαίδευση. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες του ΕΑΠ, στην Πάτρα. Επίσης, φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα ήταν το 1998, με την ποιητική συλλογή «Συναστρίες αγάπης» εκδ. Κώδικας. Από τότε ακολούθησαν πολλές άλλες: «Τα ματωμένα ρόδα», εκδ. Κώδικας, 2000, «Αστυπάλαια», εκδ. Κώδικας, 1999, «Η Μουσική στα ρείθρα», 2010, «Ναύπλιος Έρωτας», 2011, «η Λήκυθος με τις Μνήμες», 2012, «η Αγωνία σε περίληψη», 2014, (εκδ. Νότιος Άνεμος) και τα μυθιστορήματα: «η Μούσα», εκδ. Διώνη, 2000, «Όνειρα στην αιώρα», 2012, και «Το τελευταίο κύμα της θάλασσας», 2014, εκδ. Νότιος Άνεμος.

Τον Απρίλιο του 2015 πρόκειται να εκδοθεί η ποιητική του συλλογή «η αφηρημένη ταχύτητα της ζωής», από τις εκδόσεις Ανώνυμο Βιβλίο, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, το ιστορικό του μυθιστόρημα «το μειδίαμα του Σωκράτη», από τον ίδιο οίκο.

Τα τελευταία δύο χρόνια μετέχει στο Διεθνές Συμπόσιο Ποίησης και Μετάφρασης Ελλήνων και Αμερικανών ποιητών που πραγματοποιείται στην Αθήνα, υπό την αιγίδα του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και στη συνάντηση Ελλήνων και Αγγλόφωνων ποιητών υπό την αιγίδα του προαναφερθέντος Κέντρου και με τη συνεργασία του Ιδρύματος Wordsworth Trust, που εδρεύει στην Αγγλία.

Η ποιητική του συλλογή «η Λήκυθος με τις Μνήμες» μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Άγγελο Σακκή (Κέντρο Ποίησης του Πανεπιστημίου του Σαν Φρανσίσκο). Η ίδια συλλογή και η «Αγωνία σε περίληψη» διδάχθηκαν σε φοιτητές του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και του Κολούμπια στα πλαίσια του Προγράμματος Θερινών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, από την Κα Μάτα Δόβα, Τακτική Καθηγήτρια Κλασικών και Μοντέρνων Ελληνικών Σπουδών. Η ποιητική συλλογή «η αφηρημένη ταχύτητα της ζωής» ήδη μεταφράστηκε στα αγγλικά από την Ναταλία Μποτονάκη και θα εκδοθεί παράλληλα με την ελληνική έκδοση από τον οίκο «Ανώνυμο Βιβλίο».

Κριτικές για την ποίηση του Πέτρου Λυγίζου έχουν γράψει: η Μάτα Δόβα, ο Kevin Mc Grath, καθηγητής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, ο Αλέξανδρος Ζήρας, κριτικός λογοτεχνίας και ο Θάνος Αγάθος, Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Πέτρος Λυγίζος έχει γράψει και πλήθος μελετών σχετικά με την αρχαία και τη νεοελληνική γραμματεία: «η Ανδρεία στην αρχαία Ελλάδα», εκδ. Νότιος Άνεμος, 2014, «Νεοελληνική Λογοτεχνία», «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», 2001, εκδ. Σαββάλας, «Η Διδακτική των φιλολογικών μαθημάτων», 2001, εκδ. Σαββάλας, κλπ. Γνωρίζει πολύ καλά Αγγλικά.

 

Παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του «Αργολικού Ημερολογίου» του έτους 1910


 

 

Στον ιστορικό Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός» στο Άργος, που ιδρύθηκε το 1894 με πρωτοβουλία φωτισμένων Αργείων, όπως ο Ιερέας Χρήστος Παπαοικονόμος, ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης και πολλοί άλλοι, που από το βήμα του έχουν συγκινήσει ή ενθουσιάσει τους Αργείους, στις 29 Μαρτίου 2015 και ώρα 7.30 μ.μ. θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση της αναστατικής έκδοσης του βιβλίου «Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1910».

Η διοργάνωση της εκδήλωσης είναι μια πρωτοβουλία της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας ενώ την αναστατική έκδοση του βιβλίου επιμελήθηκε η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

 

Για την αναστατική έκδοση θα μιλήσουν:

Η κα Σοφία Πατούρα, Ιστορικός, Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και ο κος Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας.

Συντονίζει ο οικονομολόγος κος Γεώργιος Γιαννούσης, πρόεδρος της Αργολικής Βιβλιοθήκης.

 

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»


 

 

Το Άργος ανήκει σ’ εκείνους τους τόπους που αγαπήθηκαν πολύ από τους Θεούς και τους ανθρώπους. Οι μύθοι του και η ιστορία του σεργιανίζουν ακόμη στο κάστρο της Λάρισας, κατηφορίζουν στο αρχαίο θέατρο, στην αγορά, στο βράχο του Κριτηρίου, στις ρωμαϊκές θέρμες, ανιχνεύοντας σημάδια των καιρών τους. Περιδιαβαίνουν τους δρόμους της πόλης θωπεύοντας με το βλέμμα τούς στρατώνες του Καποδίστρια, τη μεγάλη οικία του στρατηγού Καλλέργη – που σήμερα στεγάζεται το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης – το Α΄ Δημοτικό Σχολείο (Καποδιστριακό), τo κουρασμένο αρχοντικό του Σπυρίδωνος Τρικούπη, το επιβλητικό Μέγαρο Κωνσταντόπουλου, που είναι έργο του σπουδαίου αρχιτέκτονα Τσίλερ. Χάνονται στα στενά δρομάκια που οδηγούν στο σπίτι του Άγγλου Στρατηγού Τόμας Γκόρντον κι ανηφορίζουν προς την ωραιότατη οικία του στρατηγού Τσώκρη. Η κάθε γωνιά της πόλης κάτι θυμίζει.

Την πλούσια ιστορία του τόπου μας με αληθινό πάθος κατέγραψαν κατά καιρούς πνευματικοί άνθρωποι – φιλόλογοι, ιστορικοί και ιστοριοδίφες – που εργάστηκαν επί δεκαετίες με πίστη, υπομονή και γνώση και ως «πραγματικοί πνευματικοί μεταλλωρύχοι», ανέσυραν από τη λήθη στο φως, κάθε ιστορικό περιστατικό.

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

«Αργολικόν Ημερολόγιον 1910»

Στην «αναστατική» έκδοση με τίτλο «Αργολικόν Ημερολόγιον 1910, Εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων» και τυπωμένο «Εν Αθήναις – Εκ του τυπογραφείου των Καταστημάτων Δημ. Τερζόπουλου – 1910», συναντάμε σημαντικούς λόγιους του 19ου αιώνα του Άργους αλλά και του γειτονικού Ναυπλίου, όπως ο Ιωάννης Κοφινιώτης, ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, ο Ιερέας και ιδρυτής του Συλλόγου «Ο Δαναός» Χρήστος Παπαοικονόμου και άλλους πολλούς, που οι εργασίες τους φιλοξενούνται στις 356 κιτρινισμένες και φθαρμένες από το χρόνο σελίδες του βιβλίου.

Αυτούς τους πνευματικούς δημιουργούς, η προστάτιδα της Ιστορίας Κλειώ τους έσυρε νωρίς προς την ιστοριοδιφική έρευνα κυρίως, παράλληλα όμως και σε άλλους τομείς της ζωής. Με άρθρα τους και σχόλια στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής- τοπικά και πανελλαδικά- αναφέρθηκαν σε θέματα που αφορούσαν στην πολιτική, τη θρησκευτική, την πνευματική ή καλλιτεχνική ιστορία της Αργολίδας. Όμως γενικότερα, θα λέγαμε, ότι ο τόπος μας ανέδειξε πλήθος ποιητών και λογοτεχνών με αξιόλογη λογοτεχνική δημιουργία στον έμμετρο και πεζό λόγο.

Η «αναστατική» αυτή έκδοση έχει ιδιαίτερη συναισθηματική αξία γιατί, μέσα από την ανάκληση της μνήμης απεικονίζει την ιστορία της πόλης του Άργους και της ευρύτερης περιοχής, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα οδοιπορικό στο πολιτισμικό περιβάλλον της εποχής.

Οι κοιμισμένοι ήχοι και λόγοι αντηχούν πάλι, αψευδείς μάρτυρες ενός λαμπρού πολιτισμού, που αποκαλύπτεται με την έρευνα, σ’ όλα τα επίπεδα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, στα γράμματα, τις τέχνες, την πολιτική ζωή.

Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά από τα κείμενα που φιλοξενούνται σ’ αυτό το σπουδαίο βιβλίο:

  • Δημήτριος Βαρδουνιώτης, «Η πικρή ιστορία του Εμμανουήλ Καλλέργη – Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος».
  • Ιωάννης Κοφινιώτης, «Λόγος επί τη εορτή του Αγίου Πέτρου – Αι Δαναΐδες- Κλέοβις και Βίτων».
  • Δ. Χρ. Δουκάκης, «Επίσκοποι Άργους – Ναυπλίου».
  • Χρ. Παπαοιονόμου, «Ο Δαναός».
  • Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο φόνος του Καποδίστρια».
  • Αντ. Γ. Δαρλάκος, «Ο εν Άργει Ναός του Τιμίου Προδρόμου».
  • Σωτ. Χρονόπουλος , «Το εν Άργει Ιπποφορβείον».
  • Αναστάσιος Ι. Ρουσσόπουλος, «Επί της Λαρίσης του Άργους».

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η επίσημη Ιστορία δε θα ήταν δυνατό να γραφεί σωστά χωρίς τη γνώση και της «μικροϊστορίας», αυτής δηλαδή που αναφέρεται σε επί μέρους ή και σε ασήμαντα – εκ πρώτης όψεως – γεγονότα ή πρόσωπα, που αποτελούν όμως τον συνδετικό κρίκο μιας κοινωνίας.

Από την άποψη αυτή, το «Ημερολόγιο του 1910» αποκτά το δικό του ειδικό βάρος τόσο για το Άργος αυτό καθ’ εαυτό, όσο και για την ταυτότητα των εν Αθήναις διαβιούντων Αργείων.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, παρά τις αντιξοότητες και την ρευστότητα της εποχής, συνεχίζει να προσφέρει στην υπόθεση της τοπικής ιστορίας και στην εύρεση και ανάδειξη στοιχείων του πολιτισμού μας που ο χρόνος επιχειρεί να σβήσει, με υποστηρικτή και αρωγό, και σε αυτή την προσπάθεια, την Περιφερειακή Ενότητα Νομού Αργολίδας.