Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Εριφύλη



 

ὦ γλῶσσ᾽, ἐν οἷσιν ἀνδράσιν τιμὴν ἔχεις, ὅπου λόγοι σθένουσι τῶν ἔργων πλέον

ὅπου δὲ μὴ τἄριστ᾽ ἐλευθέρως λέγειν ἔξεστι, νικᾷ δ᾽ ἐν πόλει τὰ χείρονα,

ἁμαρτίαι σφάλλουσι τὴν σωτηρίαν γήρᾳ προσῆκον σῷζε τὴν εὐφημίαν

ἀρετῆς βέβαιαι δ᾽ εἰσὶν αἱ κτήσεις μόνης ἀνδρῶν γὰρ ἐσθλῶν στέρνον οὐ μαλάσσεται

πῶς οὖν μάχωμαι θνητὸς ὢν θείᾳ τύχῃ; ὅπου τὸ δεινόν, ἐλπίς οὐδὲν ὠφελεῖ.

ἄπελθε· κινεῖς ὕπνον ἰατρὸν νόσου

                                                                                          

ΕΡΙΦΥΛΗ _ _· καὶ γὰρ Ἀργείους ὁρῶ

 

( Από την τραγωδία του Σοφοκλή Εριφύλη, από την οποία έχουν διασωθεί ελάχιστα αποσπάσματα). 

 

 

Ο Πολυνείκης προσφέρει στην Εριφύλη το περιδέραιο της Αρμονίας.

Ο Πολυνείκης προσφέρει στην Εριφύλη το περιδέραιο της Αρμονίας.

Κόρη του Ταλαού, βασιλιά του Άργους  και της Λυσιάνασσας και αδελφή του Άδραστου. Έγινε γυναίκα του Αμφιάραου και έκλεισε την διαμάχη του με τον αδελφό της για την κατοχή του θρόνου του Άργους. Έγινε αφορμή να σκοτωθεί ο άντρας της στον πόλεμο των «Επτά επί Θήβας». Πηγή της παράδοσης η «Θηβαΐς»*. Σύμφωνα μ’ αυτήν, ένα βράδυ φιλονίκησε ο Πολυνείκης των Θηβών μ’ έναν άλλο φυγάδα, τον Καλυδώνιο Τυδέα, μπροστά στ’ ανάκτορα του Άδραστου. Ο Άδραστος τους χώρισε, αλλά βλέποντας στις ασπίδες τους παραστάσεις κάπρου και λέοντα θυμήθηκε τον χρησμό που έλεγε πως έπρεπε να παντρέψει τις κόρες του μ’ έναν κάπρο κι’ ένα λιοντάρι κι’ έκανε τους φυγάδες γαμπρούς του με την υπόσχεση να τους βοηθήσει να γυρίσουν στην Θήβα. Ο Αμφιάραος εναντιώθηκε σε αυτή την απόφαση από την πρώτη στιγμή και αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία, καθώς ως γνώστης της μαντικής ήξερε ότι από όσους θα έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία εκείνη, μόνο ο Άδραστος θα επέστρεφε ζωντανός, αλλά ο Πολυνείκης δωροδόκησε μ’ ένα χρυσό περιδέραιο** την Εριφύλη κι’ αυτή έπεισε τον άντρα της να πολεμήσει. Έτσι χάρη σ’ ένα κόσμημα ο Αμφιάραος σκοτώθηκε.

Απ’ τον πόλεμο γλύτωσε, χάρη στο θεογέννητο άλογό του, μόνον ο Άδραστος. Λένε πως οι Θηβαίοι επέστρεψαν τους νεκρούς είτε γιατί πιέσθηκαν απ’ τον Άδραστο είτε γιατί εξαναγκάσθηκαν απ’ τους συμμάχους τους Αθηναίους. Την πρώτη εκδοχή υποστηρίζουν οι Τραγικοί. Δεν αποκλείεται όμως να έμειναν οι νεκροί – σύμφωνα με τα ομηρικά θέσμια- βορά των θηρίων.

Ο Άδραστος πήρε μέρος και στην εκστρατεία των «Επιγόνων» αλλά μετά το θάνατο του γιού του Αιγιαλέα, αποτραβήχτηκε στα Μέγαρα, όπου και πέθανε από μελαγχολία.

Η Εριφύλη, λένε, σκοτώθηκε απ’ τον γιό της Αλκμέωνα.*** Ο Παυσανίας είδε κοντά στο ιερό του Αμφιάραου και στ’ ανάκτορα του Άδραστου στο Άργος, τον τάφο της και τον πέπλο της στο ναό της Δωτούς στα Γάβαλα.

Η δωροδοκία της στάθηκε προσφιλές θέμα της τέχνης. Στη Λάρνακα του Κύψελου, που βρίσκονταν στην Ολυμπία παριστάνονταν να κρατάει το μοιραίο περιδέραιο και τα παιδιά της Ευρυδίκη, Δημώνασσα και Αλκμέωνα, την ώρα που ξεπροβόδιζε τον Αμφιάραο.

Όσο για το περιδέραιο – σ’ αυτό και στο στέμμα της Αριάδνης οι μελετητές της μυθολογίας είδαν συμβολική εικόνα του ουράνιου τόξου – πέρασε στα χέρια πολλών. Επειδή όμως έφερνε όλεθρο στον κάτοχό του αφιερώθηκε, τελικά, στον Δελφικό ναό της Προναίας Αθηνάς.

Αργότερα, ο τύραννος των Φωκέων Φάϋλος (πέθανε στα 351 π.χ.) που λεηλάτησε τους θησαυρούς των Δελφών, το χάρισε στην ερωμένη του. Αυτή το φόρεσε για λίγο, γιατί ο νεώτερος γιός του, που τρελάθηκε, έβαλε φωτιά στο σπίτι και μαζί μ’ άλλους θησαυρούς κάηκε κι’ αυτό.

 

Υποσημειώσεις  


  

* Έπος θηβαϊκού μυθικού κύκλου.

** Το περιδέραιο αυτό είχε δοθεί στην Αρμονία (την κόρη του Άρη και της Αφροδίτης ή του Δία και της Ηλέκτρας) την ημέρα των γάμων της με τον Κάδμο, είτε απ’ τον Κάδμο είτε από τους Θεούς που παραβρέθηκαν σ’ αυτούς. Ο γάμος αυτός είχε υμνηθεί απ’ τους ποιητές, ειδικά απ’ τον Θέογνι (15-18), Πινδ. αποσπ. ( Bergk, Ελλην. Λυρ. σ. 287 έκδ. γ’).

*** Γνωρίζοντας τα πάντα ο Αμφιάραος ως μάντης, άφησε φεύγοντας για τον μοιραίο πόλεμο σκληρή εντολή στα παιδιά του: όταν μεγαλώσουν να σκοτώσουν τη μητέρα τους γιατί τον είχε στείλει σε βέβαιο θάνατο επειδή είχε θαμπωθεί από ύποπτα δώρα. Αυτή την εντολή δεν την εκτέλεσαν αμέσως τα παιδιά τους. Πέρασαν δέκα χρόνια από την εποχή της πανωλεθρίας των «Επτά». Οι Επίγονοι των Επτά ήθελαν να εκδικηθούν τον θάνατο των πατέρων τους. Το Μαντείο των Δελφών τους είπε ότι μόνο αν είχαν αρχηγό τον Αλκμέωνα, τον γιο της Εριφύλης, θα νικούσαν. Τότε ο Θέρσανδρος, ο γιος του Πολυνείκη, δωροδόκησε και πάλι την Εριφύλη με τον πέπλο της Αρμονίας, οπότε η Εριφύλη έπεισε τον Αλκμέωνα να βοηθήσει τους άλλους Επιγόνους. Ωστόσο, ο Αλκμέων, παρότι πέτυχε η εκστρατεία, όταν επέστρεψε, σκότωσε την Εριφύλη για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Ο Απολλόδωρος (Γ 7, 2 και 5) γράφει ότι ο Αλκμέωνας και ο Αμφίλοχος μαζί σκότωσαν τη μητέρα τους μετά από σχετική εντολή του θεού Απόλλωνα. Το περιδέραιο και τον πέπλο της Αρμονίας, ο Αλκμέων τα αφιέρωσε στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, ( Μύθος του Αλκμέωνα ).

 

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις/Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

Εικαστικό Φθινόπωρο 2009


Έκθεση ζωγραφικής Μαρκέλλας Καπογιάννη

Πρόσκληση

Στον καθιερωμένο πλέον χώρο του θεάτρου ΤΡΙΑΝΟΝ στο Ναύπλιο, η Μαρκέλλα Καπογιάννη εγκαινιάζει την έκθεσή της, την Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου στις 8.00 το βράδυ.

 

Έκθεση ζωγραφικής Μαρκέλλας Καπογιάννη

 

Η έκθεση περιλαμβάνει 56 έργα τα οποία πραγματεύονται ως κύριο θέμα τη Φύση. Τοπία και εικόνες της φύσης, αποδίδονται όχι ρεαλιστικά αλλά με αφαιρετική και  ρομαντική διάθεση, χρησιμοποιώντας ως κύριο μέσο έκφρασης την απλότητα των γραμμών και το παιχνίδι των χρωμάτων. Τα έργα βασίζονται σε μια ποικιλία τεχνικών και υλικών με κυριότερα από αυτά το κάρβουνο, το παστέλ, το λάδι και τη γάζα και  έχουν φιλοτεχνηθεί πάνω σε ξύλο, καμβά και χαρτί.

Αρκαδικής καταγωγής η Μαρκέλλα Καπογιάννη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο. Πηγή έμπνευσης της ζωγράφου αποτελεί η ονειρική προσέγγιση της φύσης.  Τα χρώματα, το φως και τις σκιές, τα αντιλαμβάνεται ως παράθυρα της ψυχής, την οποία προσπαθεί να αποτυπώσει  μέσα από τις αφαιρετικές εικόνες της.

 Έχοντας παρακολουθήσει περιορισμένα μαθήματα και σεμινάρια ζωγραφικής, η Μαρκέλλα Καπογιάννη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτοδίδακτη δημιουργός. Οι σπουδές της στην παιδαγωγική και στον ευρωπαϊκό πολιτισμό ωστόσο, έχουν διευρύνει σημαντικά τους  δρόμους της εικαστικής έμπνευσής της.

Η είσοδος είναι ελεύθερη και η πρόσκληση απευθύνεται σε όλους τους φίλους των εικαστικών.

        

Διάρκεια έκθεσης : 7 – 13 Σεπτεμβρίου 2009

Ώρες  λειτουργίας : 11.00 – 14.00 & 19.00 – 23.00

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος (1869- 1925)


  

Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος

Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος

Πρόκειται για τον Αθανάσιο Βαβαλίση ή Λάσκαρι (ρη) τον από Μυρέων. Γεννήθηκε στην Μάδυτο του Ελλησπόντου το 1869. Πριν έρθει στο Ναύπλιο υπηρέτησε ως Χωρεπίσκοπος Βλάγκας Κωνσταντινουπόλεως ( 1896) με τον τίτλο της « πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» Επισκοπής Μυρέων. Αργότερα εστάλη ως βοηθός επίσκοπος του Μητροπολίτη Ξάνθης και Καβάλας. Εκεί παρέμεινε κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και διακρίθηκε για την αποτελεσματική εθνικοθρησκευτική του δράση.

Κατά τον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο οι Βούλγαροι τον συνέλαβαν αιχμάλωτο και υπέστη στα χέρια τους τα πάνδεινα. Αυτό προκύπτει και από άρθρο του Κώστα Παπακοσμά, σχετικό με την απελευθέρωση της Καβάλας τον Ιούνιο του 1913.

 

 

 

Οι Καβαλιώτες όμηροι που απήχθησαν το 1913 από τους Βουλγάρους μαζί με τον επίσκοπο Μυρέων Αθανάσιο

Οι Καβαλιώτες όμηροι που απήχθησαν το 1913 από τους Βουλγάρους μαζί με τον επίσκοπο Μυρέων Αθανάσιο

« Ο Κριεζής γίνεται πρόσωπο λατρείας στα χέρια τον σηκώνουν οι Καβαλιώτες και τον οδηγούν στο Διοικητήριο ( το σημερινό δικαστικό μέγαρο) εκεί υψώνει την Ελληνική σημαία στο μπαλκόνι του κτιρίου, εκεί τον συναντούν οι εναπομείναντες αρχές της πόλης. Τον ανακοινώνουν και το κακό μαντάτο της ομηρίας των επιφανών πολιτών αλλά και Επισκόπου Μυρέων Αθανασίου».

Σε αυτές τις σκληρές και απάνθρωπες εμπειρίες του αναφέρεται στο βιβλίο του με τίτλο:  « Βουλγαρικαί θηριωδίαι» και το οποίο τυπώθηκε το 1914 στην Αθήνα.

 

Τις θυσίες αυτές και την σημαντική προσφορά του αναγνώρισε η Εκκλησία και η Πολιτεία και τον τοποθέτησε ως Μητροπολίτη στην χηρεύουσα επί διετία Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος. Η κλονισμένη του όμως υγεία τον ανάγκασε να παραιτηθεί από την θέση του και να αποσυρθεί σε κάποια  Μονή της Ιεράς Μητροπόλεως Καρυστείας όπου και πέθανε το 1925 σε ηλικία 56 ετών.

Επί των ημερών του και επί Ηγουμενίας της Μοναχής Καικυλίας – την οποία είχε χειροθετήσει ο ίδιος ως Καθηγουμένη – βρέθηκε από την σκαπάνη της μοναχής Φεβρωνίας, η εικόνα του Κυρίου Ημών Ιησού χριστού στην Αγία Μονή  της Άρειας Ναυπλίου, μετά από όραμα του Ελληνοαμερικάνου Θεόδωρου Ρογκόπουλου ο οποίος υπέδειξε και τον χώρο ανασκαφής.

  

Πηγές


  • Καθηγουμένης Κυπριανής Κρίγκα, «Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου. Η εύρεσις της Θαυματουργού εικόνος του Ιησού Χριστού», Ναύπλιον, 1986.
  • Παπακοσμάς Κώστας, «Η απελευθέρωση της Καβάλας το 1913», Δήμος Καβάλας, 2009.
  • Απομνημονεύματα, « Βουλγαρικαί Θηριωδίαι», Επισκόπου (Καβάλας) Μυρέων Αθανασίου, Αθήναι, 1914.

 

Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία.


 

Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία.

Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία.

 

 Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία, πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Σπουδαία Αρχιερατική προσωπικότητα. Το όνομα της οικογένειάς του ήταν Παπασαράντου. Τόπος καταγωγής του ήταν το Ροϊνό Αρκαδίας. Υπηρέτησε και διακρίθηκε ως πνευματικός στον Ιερό Ναό Ρόμβης της Αθήνας, όπου πλήθος πιστών προσερχόταν προκειμένου να εξομολογηθεί.

Εκλέχτηκε το 1939 στον θρόνο της Ι.Μ. Αργολίδος σε ηλικία 63 ετών. Φρόντισε και περιέθαλψε με περισσή πατρική αγάπη το λαό της Μητρόπολής του, κατά τους δύσκολους και χαλεπούς καιρούς της Γερμανοϊταλικής Κατοχής.

Εκοιμήθη το 1942, μετά από ανίατη ασθένεια. Ετάφη στον περίβολο της Ιεράς Μονής Αγίου Θεοδοσίου, την οποία είχε ανακαινίσει ριζικά και την είχε αναγνωρίσει ως Γυναικεία Μονή.  

 

Πηγή

 


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος (1898-1956)


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Ο Αγαθόνικος Παπασταματίου ο από Σταυρουπόλεως, υιός του ιερέα Κωνσταντίνου Παπασταματίου, γεννήθηκε στην Αράχωβα Αιγίου το 1898. Το 1922 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, το 1923 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1926 Πρεσβύτερος. Υπηρέτησε ως Καθηγητής Γυμνασίου στο Αίγιο και ως Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Μετέβη στο Τορόντο του Καναδά για μεταπτυχιακές σπουδές και για μια δεκαετία υπηρέτησε ως εφημέριος και Καθηγητής σε διάφορες Ελληνικές Κοινότητες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, έγινε Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Κορίνθου και το 1941 εξελέγη βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού.

Το 1942 εκλέγεται Μητροπολίτης Αργολίδος. Ως Ποιμενάρχης διακρίθηκε για την αφοσίωσή του μέχρι αυταπάρνησης στο ποίμνιό του και μάλιστα σε καιρούς σκληρούς όπως ήταν η Κατοχή.

Το 1945 μετατέθηκε στην Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και το 1956 εκοιμήθη, πάσχοντας από κάποια παραλυτική ασθένεια.

  

Πηγή


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος (Βυρτεμβέργη Βαυαρίας 1800 – Αθήνα 1887)


 

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος μεταβαπτισμένος σε Μιχαήλ (Maggel Vinzenz Ernest ή Michael). Αρχιμουσικός σε ελληνικές Στρατιωτικές Ορχήστρες Πνευστών, για τον οποίο έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς αρκετές ασαφείς και αντιφατικές πληροφορίες (κατ’ άλλους ήταν Βιεννέζος, κατ’ άλλους ονομαζόταν Johannes: Ιωάννης…, κατ’ άλλους έκανε 10 παιδιά, κατ’ άλλους 22…, κατ’ άλλους πέθανε το 1840 στη Ρουμανία, κατά δε τον Μοτσενίγο* πέθανε πάλι το 1840, αλλά στην Ελλάδα, ενώ κατά τον Θ. Ν. Συναδινό,** το 1843 ο Maggel ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής ώς τη διάλυσή της το 1855.

Από την άλλη πλευρά διαθέτουμε στο Αρχείο μας την εφημερίδα «Παλιγγενεσία» της 30ης Ιανουαρίου 1887, που αναγγέλλει τον μόλις επισυμβάντα θάνατό του στην Αθήνα. Επίσης άλλοι τον γράφουν Mangel και άλλοι Maggel. Άλλοι πάλι γράφουν ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ είναι γιος του Ερνστ Μάγγελ, ο δε Αντ. Π. Φίλιππας γράφει ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ ήταν προ του 1890 αρχιμουσικός στη «Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος». Αυτή η αντιφατικότητα των στοιχείων άνετα θα δικαιολογούσε είτε την ύπαρξη ενός δεύτερου Maggel – τον οποίο όμως κανένας ειδικός ιστορικός δεν έχει μέχρι στιγμής αναφέρει – είτε την ύπαρξη κάποιου συνονόματου γιου του Μάγγελ, που να σταδιοδρόμησε νεότατος και παράλληλα με τον πατέρα του…).

Εν πάση περιπτώσει, ο ηρωικός Μάγγελ ήρθε στην Ελλάδα προ του Φαβιέρου (1822) διαπνεόμενος από έντονο φιλελληνισμό και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης (ως αγγελιοφόρος), στη μάχη των Δερβενακίων, στην πολιορκία του Ναυπλίου (1822), στις πολεμικές επιχειρήσεις της Καρύστου, της Χίου, όπως και στη μάχη του Χαϊδαρίου επικεφαλής της Ορχήστρας Πνευστών που ενίσχυε τα στρατεύματα του Φαβιέρου (1825) και σε πολλές άλλες μάχες, καταλήγοντας τραυματίας.

Ήταν ήδη λοχαγός κι όπως ίσως έγινε αντιληπτό, ο πρώτος αρχιμουσικός της Στρατιωτικής Μουσικής, που συγκροτήθηκε το 1825 και απετέλεσε μέρος του υπό τον Φαβιέρο τακτικού Στρατού (από αναφορά της Εποχής – 2678/22.9.1825 – γνωρίζουμε τη σύνθεση αυτής της μπάντας: 3 κλαρίνα, 1 φαγκότο, 1 τρομπέτα, 2 κόρνα, 1 τρομπόνι, 1 καπελκόνε και 5 εκτελεστές κρουστών).

Ο Μάγγελ τότε ασπάστηκε την Ορθοδοξία και βαφτίστηκε Μιχαήλ. Τιμήθηκε με τον τίτλο του βαρόνου και με 3 Μετάλλια εξαίρετων πράξεων (Αγώνος, Ανδρείας και Σωτήρος). Επί Καποδίστρια διορίστηκε αρχιμουσικός της πρώτης οργανωμένης Στρατιωτικής Μπάντας του Νέου Ελλ. Κράτους, που ονομάστηκε «Μουσικός Θίασος«.

Αργότερα,  «η υπὸ τον Μάγκελ Στρατιωτικὴ  Μουσικὴ επαιάνιζε δὶς της εβδομάδος και εἰς την – κατὰ την 8ην Απριλίου 1834 ιδρυθείσαν – δημοτικὴν λέσχην (εν Ναυπλίῳ), εν τη κατὰ την μεγάλην οδὸν οικία του Σπυρ. Σπηλιωτοπούλου». (Μ. Λαμπρινίδου, «Ναυπλία», σελίς 591).

Στο μεταξύ, για να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα στα καθήκοντά του, κάλεσε από τη Βαυαρία 2 βοηθούς, τον Φραντς Ζάιλερ*** και τον Κρίστιαν Βέλκερ****. Όμως κατά τη διαμονή του στο Ναύπλιο, έγινε επί Όθωνος (1834) ήρωας σοβαρότατου σκανδάλου (όπως αναφέρει στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής» ο Θ. Ν. Συναδινός). Προσείλκυσε δηλαδή τον έρωτα νεαρής Ιταλίδας, συζύγου Ιταλού διπλωμάτη, ο οποίος όταν το πληροφορήθηκε – έστω τελευταίος – φρόντισε να μετατεθεί ο Μάγγελ και οι μουσικοί του στο Άργος. Τότε εκείνος απήγαγε την εκλεκτή της καρδιάς του και ο Στρατός αμέσως τον απέταξε για ανάρμοστη διαγωγή, αναθέτοντας τη διεύθυνση της Μουσικής στον Αυστριακό Πράντσελ (Pranzel).

Ο Μάγγελ και η «καλή» του κατέφυγαν στη Ρουμανία, όπου περιέπεσαν σε έσχατη ένδεια και έτσι εκείνος αναγκάστηκε να γίνει υποβολέας θεάτρων. Γύρω στο 1843 φαίνεται ότι επέστρεψε στην Ελλάδα και εκμεταλλευόμενος τις τότε πολιτικές συνθήκες, κατάφερε να πάρει τον τίτλο του επίτιμου υπολοχαγού και να διοριστεί διευθυντής της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής (που λειτούργησε από τον Νοέμβριο του 1843 ως τον Νοέμβριο του 1855).

Συνδέθηκε στενά με αυλικούς κύκλους καθώς και με πολυάριθμες εκπροσώπους του ωραίου φύλου (στις οποίες, όπως συνάγεται, λόγω ικανοποιητικής εμφάνισης ήταν ιδιαίτερα συμπαθής). Στις ελεύθερες ώρες του, έβγαινε περίπατο συνοδευόμενος από 2 δασύτριχα άσπρα σκυλιά.

Τέλος έγινε επιθεωρητής των Στρατιωτικών Ορχηστρών και αποστρατεύθηκε με τιμές το 1870. Απέκτησε μάλλον, όπως προαναφέρθηκε, 22 παιδιά (!). Από τους γιους του, όπως έδειξε η έρευνά μας σε δυσπρόσιτα στοιχεία, 2 κατατάχτηκαν ως αξιωματικοί στον Ελληνικό Στρατό, ένας ακολούθησε το Δικαστικό στάδιο (διορίστηκε ειρηνοδίκης στον Βόλο), 3 σταδρόμησαν στο Παρίσι (2 ως γιατροί και ένας ως δερματέμπορος), άλλοι 2 εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία (σταδιοδρομώντας ως έμποροι) και άλλοι διασκορπίστηκαν στη Γερμανία ή σε άλλα κράτη και ορισμένοι έγιναν στρατιωτικοί μουσικοί, συνεχίζοντας μια μεγάλη μουσική οικογενειακή παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας.

Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Ν. Μάγγελ, τον Ι. Μάγγελ (η «Εφημερίς» της 18.10.1873 γράφει ότι συνέπραξε σε νυχτερινή συναυλία της «Ευτέρπης«), τον Ευγένιο Μάγγελ (απόστρατο υπολοχαγό της Μουσικής, που τον Ιανουάριο του 1889 ήταν ο αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική «Ορφέας» Ζακύνθου. Εκεί έμεινε ως τον Απρίλιο του 1890, όταν τον διαδέχτηκε ο Οδυσ. Ματιότσι. Το 1892 διαδέχτηκε τον Ματιότσι, παραμένοντας ως τους σεισμούς του Ιανουαρίου 1893 που αποτελείωσαν τον ήδη διαλυμένο «Ορφέα»), τον Γεώργιο Μάγγελ (αρχιμουσικό στο Ναύπλιο σε αρκετά μεταγενέστερη εποχή) τον σύγχρονο επισκευαστή πνευστών οργάνων Ανδρέα Μάγγελ καθώς και το γνωστό αθηναϊκό κατάστημα μουσικών ειδών του Μ. Μάγγελ (Χαριλάου Τρικούπη 54) (βλ. και «Απογραφή του 1825«).

  

Υποσημειώσεις


 

* Μοτσενίγος Διονύσιος. Σύγχρονος κορνίστας. Άρχισε μουσικές σπουδές σε μικρή ηλικία στη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας (με δάσκαλο τον Ι. Π. Αργαλιά). Συνέχισε στο Ορφείο Ωδείο Αθηνών (με τον διακεκριμένο Βαγγ. Σκούρα) και απεφοίτησε το 1993. Έχει δώσει συναυλίες με σύνολα μουσικής δωματίου, με την Ορχήστρα. των Χρωμάτων και με άλλες Ορχήστες. Από το 1989 παρακολουθεί Σεμινάρια με τον F. Orval. Είναι μέλος στην Ορχήστρα της ΕΛΣ, ιδρυτικό μέλος της Ορχήστρας «Εναρμόνια» και του «Ensemble Alternativo».

** Συναδινός Θεόδωρος Ν. (Τρίπολις 1880 – Αθήνα 1959). Λόγιος και θεατρικός συγγραφέας. Το 1897 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Το 1904 ακολούθησε τη δημοσιογραφία ως συντάκτης στην «Ακρόπολη», όπου και παρέμεινε και εξελίχθηκε σε αρχισυντάκτη, έως το 1914 οπότε ανέλαβε την διεύθυνση της «Νέας Ελλάδος». Είχε επίσης την καλλιτεχνική διεύθυνση των μουσικών περιοδικών: «Μουσική Επιθεώρησις» (από τον Απρίλιο του 1922, λόγω στράτευσης του ιδρυτή και διευθυντή  της Νικ. Γ. Παππά τον Οκτώβριο του 1921, όταν είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της τεύχος. Το τελευταίο τεύχος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος εντύπου που παρακολουθούσε τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις των Ελλήνων καλλιτεχνών της ευρωπαϊκής μουσικής, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1922) και (μαζί με τον λογοτέχνη, δημοσιογράφο και αυτοδίδακτο ζωγράφο Γεράσιμο Βώκο, Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927, ο οποίος, εκτός του «Απόλλωνος», εξέδωσε και τα καλλιτεχνικά έντυπα: «Το Περιοδικό μας», Πειραιάς 1900 και «Καλλιτέχνης», Αθήναι 1910-1912. Ο «Απόλλων» κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο του 1904 ως τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1907). Το 1919 ο Συναδινός εξέδωσε την «Πρόοδο». Το δε 1920, με τον θάνατο του πεθερού του Βλάση Γαβριηλίδη, ανέλαβε διευθυντής στην «Ακρόπολη» (που διέκοψε και αυτή την έκδοσή της το 1922).

Έγραψε πολλά θεατρικά έργα και βιβλία, από τα οποία αναφέρουμε μόνο τα σχετικά με τη μουσική: «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής: 1824-1919″ (1919) – πρόκειται για βιβλίο εξαιρετικά αξιοσημείωτο και για ορισμένους αξεπέραστο, «Το ελληνικό τραγούδι» (1922), «Είμαστε μουσικώς μορφωμένοι;» (1932), κ.λπ. Έδωσε επίσης σειρά διαλέξεων στο Ωδείο Αθηνών, για όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού (η 1η από αυτές, στις 22.1.1922) ενώ προηγουμένως είχε αρθρογραφήσει στον «Νουμά» για το Ωδείο Αθηνών (23.1.1909 και 22.11.1909) υποστηρίζοντας τόσο τη μουσική πολιτική του Γ. Νάζου όσο και τους εθνοκεντρικούς μουσικούς οραματισμούς του Μ. Καλομοίρη. Το 1933 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (θέση που διατήρησε επί μακρά σειρά ετών). Διετέλεσε επίσης 2 φορές πρόεδρος της ΕΛΣ. Ήταν επί 14ετία καθηγητής και διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Τέλος, το λυρικό δράμα «Το Απόγευμα της Αγάπης» του Μ. Βάρβογλη βασίζεται σε θεατρικό έργο του.

*** Ζάιλερ Φραντς  (Seiler Franz).  Βαυαρός μουσικός μπάντας, που σταδιοδρόμησε κατά τον 19ο αι. στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στη Γαλλία (1.1.1804). Υπηρέτησε στη Βαυαρία για 4 χρόνια ως αρχισαλπιγκτής Ιππικού (14.1.1833-1.3.1837). Κλήθηκε από τον Μάγγελ ως βοηθός του και ήρθε στην Ελλάδα με τον Όθωνα. Κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό ως εθελοντής μουσικός στις 6.3.1837 και τον ίδιο χρόνο είχε γίνει αρχιμουσικός, με καθήκοντα εκπαιδευτή των σαλπιγκτών του Στρατού. Αποστρατεύθηκε στις 23.7.1865 με το βαθμό του επικεφαλής αρχιμουσικού. Πέθανε στην Ελλάδα το 1871. Πατέρας του Αντρέα Ζάιλερ.

**** Βέλκερ Κρίστιαν (Welcker Christian). Βαυαρός στρατιωτικός μουσικός του 19ου αι. και διευθυντής της Μπάντας της Φρουράς Αθηνών. Γεννήθηκε στο Ισβαϊερμπρόκεν (Βαυαρία). Το 1843 κατατάχτηκε στη Μουσική του Ελληνικού Στρατού καλεσμένος από τον Μάγγελ (διετέλεσε βοηθός του). Επί 4 χρόνια προϋπηρέτησε στο Τάγμα της Γραμμής, ενώ την 1.9.1853 προάχθηκε σε αρχιμουσικό χορωδίας, την 1.12.1862 σε αρχιμουσικό Ανθυπασπιστή και στις 23.2.1877 σε ανθυπολοχαγό επιθεωρητή. Την 1.8.1878 του απενεμήθη ο Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος. Στις 29.3.1882 τιμήθηκε με το βαθμό του υπολοχαγού και στις 21.1.1886, με το βαθμό του λοχαγού 2ας τάξεως. Στις 2.3.1886 τιμήθηκε με το παράσημο του Ερυθρού Αετού 4ης τάξεως του αυτοκράτορα της Πρωσίας και στις 10.7.1887, με το παράσημο των Ιπποτών 1ης τάξεως. Αποστρατεύθηκε με αίτησή του (και με βαθμό ταγματάρχη) στις 20.1.1895. Πέθανε στις 21.3.1908. Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο ήταν επικεφαλής της Μπάντας, την οδηγούσε κάθε πρωί κάτω από τα ανάκτορα (όταν το βασιλικό ζεύγος δεν απουσίαζε) διευθύνοντας πάντοτε αυτοπροσώπως χαρμόσυνους παιανισμούς.

  

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Musipedia, (Ελληνική Μουσιπαίδεια).

  

Πηγή


  •  Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833


 

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

 

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. HochleE. Wolf, λιθογραφία, 1833. 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα   


 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Μερική άποψη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι, αγνώστου, υδατογραφία. 

Th. du Moncel. Ρωμαϊκά λουτρά, Αρχαίο θέατρο, κάστρο της Λάρισας , Άργος, 1843. 


 

Th. du Moncel. Ρωμαϊκά λουτρά, Αρχαίο θέατρο, κάστρο της Λάρισας , Άργος, 1843.

 

 Άργος, Ρωμαϊκά λουτρά, Αρχαίο θέατρο, κάστρο της Λάρισας,  λιθογραφία, σχεδίασε εκ του φυσικού και χάραξε ο Γάλλος σχεδιαστής, αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος  Th. du Moncel το 1843.