Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια
Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841. Σχεδίασε ο Wolfenberger και χάραξε ο S. Fisher.

Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841. Σχεδίασε ο Wolfenberger και χάραξε ο S. Fisher.

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο Βιολονίστας»

 

Ο ΒΙΟΛΟΝΙΣΤΑΣO Εκδοτικός οίκος “ Εκ Προοιμίου” και η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση, διοργανώνουν μια βραδινή συνάντηση για να τιμήσουν  τον εξαιρετικό Συγγραφέα και αγαπητό φίλο Κώστα Καρακάση, στον πολυχώρο Kandinsky, στον πεζόδρομο Μιχαήλ Στάμου 2 στο Άργος, στις 18 Μαΐου στις 8 το βράδυ. Με την συντροφιά ενός εκλεκτού και χυμώδους κρασιού ή ενός αρωματισμένου καφέ, θα μιλήσουμε για σαγηνευτικές περιπέτειες, ανθρώπινα δεινά, μοιραίες συναντήσεις, για ένα βιολί… Θα επιχειρήσουμε να γίνουμε συνταξιδιώτες του – έστω για μια νυχτιά – σε ένα μαγικό ταξίδι στο άχρoνο, για να νοιώσουμε τα βαριά ανατολίτικα αρώματα της Πόλης ή  για να χαθούμε στην λεπτή αχλή των μύθων της Βιέννης και της  Βουδαπέστης.    

Για να γνωρίσουμε όλα αυτά, που ο δικός μας Κώστας Καρακάσης, ως ένας κοσμοπολίτης παρατηρητής, μας εξιστορεί με περισσή ευαισθησία και ποιητική μαεστρία  στο νέο του βιβλίο, Ο ΒΙΟΛΟΝΙΣΤΑΣ, από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

Ξεναγός μας, στις μυστικές πτυχές των παθών των πρωταγωνιστών του έργου, θα είναι ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας Γιώργος Κόνδης ενώ αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης Νικόλας Ταρατόρης και ο Συγγραφέας. Επίτιμος προσκεκλημένος μας ο Συγγραφέας και Δημοσιογράφος Δημήτρης Κωνσταντάρας.

 

Με ιδιαίτερη χαρά σας καλούμε για μια πραγματικά ξεχωριστή βραδιά.

Προσωπίδα «του Αγαμέμνονα» – Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 16ος αι. π.χ.

 

Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Η νεκρική προσωπίδα ανδρικής μορφής, γνωστή ως προσωπίδα »του Αγαμέμνονα», είναι, ίσως, το διασημότερο από τα ευρήματα του Σλήμαν  στους βασιλικούς τάφους των Μυκηνών. Έχει κατασκευασθεί από παχύ έλασμα που σφυρηλατήθηκε πιθανότατα σε ξύλινο πυρήνα, ενώ οι λεπτομέρειες προστέθηκαν σε δεύτερο στάδιο με αιχμηρό εργαλείο. Απεικονίζεται η επιβλητική μορφή ενός γενειοφόρου άνδρα με ωοειδές πρόσωπο, πλατύ μέτωπο, μακριά λεπτή μύτη και λεπτά χείλη, σφιχτά κλεισμένα. Τα φρύδια επάνω από τα κλειστά μάτια, το μουστάκι και η γενειάδα αποδίδονται με έκτυπες παράλληλες γραμμές. Στην περιοχή των αυτιών φέρει οπές για τη στερέωση στο πρόσωπο του νεκρού με τη βοήθεια νήματος. Είναι η ωραιότερη από τις πέντε συνολικά χρυσές προσωπίδες, που έχουν βρεθεί στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών και φαίνεται ότι προορίζονταν για άνδρες ηγεμόνες. Η συγκεκριμένη είναι η μοναδική που απεικονίζει γενειοφόρο άνδρα, αλλά και η μοναδική με τόσο έντονη απόδοση των χαρακτηριστικών του προσώπου.

 

Ιστορικό

 

 Το 1876 ο Σλήμαν ανέσκαψε πέντε από τους έξι λακκοειδείς τάφους του Ταφικού Κύκλου Α’, φέρνοντας στο φως μια μοναδική σειρά χρυσών αντικειμένων που ζύγιζαν συνολικά δεκατέσσερα κιλά, ανακάλυψη που γνωστοποίησε στον Γεώργιο Α’ με το περίφημο τηλεγράφημα: «Στους τάφους βρήκα ανυπολόγιστους θησαυρούς: αρχαϊκά αντικείμενα από καθαρό χρυσό. Οι θησαυροί από μόνοι τους φθάνουν για να γεμίσουν ένα μεγάλο μουσείο, το οποίο θα είναι το πιο όμορφο στον κόσμο και στο πέρασμα των αιώνων θα προσελκύσει στην Ελλάδα χιλιάδες ξένους». Στα εξαιρετικά ευρήματα από χρυσό προστίθενται εκείνα από ελεφαντόδοντο και από πηλό, εξίσου εντυπωσιακά και σημαντικά. Τα πρόσωπα μερικών από τους νεκρούς, οι οποίοι αποτίθεντο απευθείας στο έδαφος του τάφου, καλύπτονταν από χρυσές προσωπίδες, που τις χαρακτήριζε μια αρχέγονη τρομερή ακινησία, τυπικά μυκηναϊκή. Επάνω στα σώματα τους υπήρχαν υφάσματα πλούσια διακοσμημένα με ρόδακες από χρυσά ελάσματα και γύρω τους άλλα εξαιρετικά αντικείμενα. Κάποια από τα ευρήματα είναι εγχώριας παραγωγής ενώ άλλα εισαγόμενα. Η σπουδαιότητα και η ομορφιά τους, όπως επίσης και η λατρεία, της οποίας αντικείμενο έγιναν οι ταφές στη συνέχεια, όταν στήθηκαν οι στήλες, αφότου π νεκρόπολη συμπεριλήφθηκε στα νέα τείχη της ακρόπολης, φανερώνουν πως μια βασιλική δυναστεία αντικατέστησε την προηγούμενη ολιγαρχία. Η ύπαρξη της τελευταίας τεκμηριώνεται από έναν άλλο ταφικό κύκλο, παλαιότερο αλλά λιγότερο πλούσιο: τον Ταφικό Κύκλο Β’.

 

 Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο – Μυκηναϊκή Συλλογή

 

Το μεγαλύτερο μέρος της Συλλογής Προϊστορικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αποτελούν τα ευρήματα, που χρονολογούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, περίοδο του λαμπρού μυκηναϊκού πολιτισμού. Στην έκθεση παρουσιάζονται αντικείμενα κυρίως από τα μεγάλα κέντρα της Αργολίδας και ιδιαίτερα από τις Μυκήνες, από τη Μεσσηνία, τη Λακωνία, την Αττική και άλλες περιοχές της Ελλάδας. Πρόκειται για ευρήματα κάθε είδους, που προέρχονται κυρίως από τάφους και σπανιότερα από οικιστικά σύνολα, και χρονολογούνται από το 1600 π.Χ. έως το 1100 π.Χ. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ενότητα αποτελεί το σημαντικό σύνολο των πολύτιμων κτερισμάτων των βασιλικών τάφων των Μυκηνών, που ανέσκαψε ο Ερρίκος Σλήμαν στο τέλος του 19ου αιώνα.

Η έκθεση καταλαμβάνει τη μεγάλη κεντρική αίθουσα 4 στο ισόγειο του μουσείου και τη μικρή παράπλευρη αίθουσα 3. Τα εκθέματα παρουσιάζονται τόσο χρονολογικά όσο και κατά τόπο προέλευσης. Ο επισκέπτης εισάγεται στο μυκηναϊκό πολιτισμό με το εποπτικό υλικό για τον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και το ιστορικό των ανασκαφών των ταφικών περιβόλων, ενώ στη συνέχεια μπορεί να γνωρίσει την εξέλιξη του μυκηναϊκού πολιτισμού και τον τρόπο έκφρασής του στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, τις σχέσεις των μυκηναϊκών κέντρων με άλλες περιοχές, την εμφάνιση της πρώτης γραφής. Το πλούσιο εποπτικό υλικό συμπληρώνουν τα δύο προπλάσματα των ακροπόλεων των Μυκηνών και της Τίρυνθας. (Ελένη Παπάζογλου- Μανιουδάκη, αρχαιολόγος).

 

 

Πηγές

  •  Υπουργείο Πολιτισμού
  • Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
  • Εκδοτική σειρά από το Έθνος της Κυριακής «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», τόμος 19, σελ. 39, Αθήνα, 2007.  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  • Blegen C.W., «Early Greek Portraits», AJA 66, (1962), pp. 245-247, fig. 62.6
  • Karo G., Die Schachtgraber von Mykenai, Munchen, 1930, 121, taf. LI
  • Δημακοπούλου Κ. (επιμ.), Τροία, Μυκήνες, Τίρυνς, Ορχομενός. Εκατό χρόνια από το θάνατο του Ερρίκου Σλήμαν, Αθήνα, 1990, σσ. 139-140, αρ. 1

Τρίγκας Βαγγέλης


 

«να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

 

Ο Βαγγέλης Τρίγκας είναι σολίστας, συνθέτης, καθηγητής στο μπουζούκι και μελετητής της Ελληνικής λαϊκής μουσικής. Γεννήθηκε το 1960 στο Άργος. Στο περιβάλλον που έζησε υπήρχε έντονα το στοιχείο λαϊκού τραγουδιού. Άκουσε για πρώτη φορά τα μεταπολεμικά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια από δίσκους που είχε ο πατέρας του. Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» με τη Νίνου και τον Τσιτσάνη τον εντυπωσίασε πολύ κι ήταν για αυτόν το ξεκίνημα μιας μακροχρόνιας σχέσης με το λαϊκό τραγούδι και το μπουζούκι. Το σύγχρονο τραγούδι εκείνης της εποχής γύρω στο ’68 το μαθαίνανε από το ραδιόφωνο. Ήταν η εποχή που τις Κυριακές η ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ παρουσίαζε τα τραγούδια της.

 

Βαγγέλης Τρίγκας

 

Με το μπουζούκι άρχισε να ασχολείται από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου. Στα πρώτα βήματα πήρε μαθήματα από τον πατέρα του που έπαιζε ερασιτεχνικά, αλλά αυτό ήταν αρκετό για να τ ου δώσει το έναυσμα να ξεκινήσει, στη συνέχεια να το αγαπήσει και να αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σ’ αυτό. Δεν πήγε σε δάσκαλο και είναι αυτοδίδακτος. Ωστόσο θεωρεί δάσκαλους του όλους αυτούς τους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού που με μεγάλο ενδιαφέρον άκουγε από τους δίσκους, να παίζουν τόσο γοητευτικά. Στα 15 του, μαθητής στο γυμνάσιο, άρχισε να παίζει ημιεπαγγελματικά και μετά από 2 χρόνια επαγγελματικά, ενώ παράλληλα περιστασιακά με αρκετούς, επώνυμους και μη, τραγουδιστές. Σταθμός του, συνεργασία του με τη Μαίρη Λίντα το 1983.

 

Μουσικό σύνολο Βαγγέλης Τρίγκας.

 

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Από το 1992 και µετά παίζει µόνο σε συναυλίες και ασχολείται αποκλειστικά µε τη διδασκαλία του οργάνου, παραδίδοντας µαθήµατα στις σχολές που έχει στο Άργος,  στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, προσκεκλημένος από ωδεία, µμουσικές σχολές και συλλόγους. Κάνει επίσης σεµινάρια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, µε κύριο αντικείμενο συζήτησης την τεχνική του οργάνου και µε θέµατα που αφορούν γενικότερα στο µπουζούκι. Σε λίγο καιρό, θα είναι έτοιµο ένα πρόγραµµα βιντεοσκοπηµένων µαθηµάτων, που θα γίνονται µέσω του διαδικτύου.

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Εκτός από κάποιες µικρές µουσικές σκηνές που κατά καιρούς εµφανίζεται, η συνεργασία του µε τη Μαρία Φαραντούρη τα τελευταία χρόνια του έδωσε τη δυνατότητα να παίξει σε συναυλίες, όχι µόνο στην Ελλάδα, αλλά κυρίως σε πολύ γνωστούς µουσικούς χώρους ευρωπαϊκών πόλεων, όπως τη Φιλαρµονική του Μονάχου, το Concert Haus της Βιέννης, τη Γλυπτοθήκη της Κοπεγχάγης, στο Παρίσι, στη Ζυρίχη και αλλού. Το Δεκέμβριο του 2004 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός του δίσκος, µε τίτλο 12 οργανικά για τρίχορδο µπουζούκι (Καθρέφτης), που περιλαµβάνει δέκα δικές του συνθέσεις, αλλά και διασκευές στα τραγούδια Τρελλή που θέλεις να µε στεφανώσεις (Βασίλης Τσιτσάνης) και Μέρα Μαγιού (Μίκης Θεοδωράκης- Γιάννης Ρίτσος)

 

Βαγγέλης Τρίγκας – 12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

 

Κυκλοφορεί από τον ΚΑΘΡΕΦΤΗ ήχων αληθινών ένα νέο CD με πρωταγωνιστή το τρίχορδο μπουζούκι και ταυτόχρονα μας συστήνει τον Βαγγέλη Τρίγκα έναν πρωτοεμφανιζόμενο στη δισκογραφία σολίστα, με αρκετή όμως προϋπηρεσία και ενασχόληση με το αγαπημένο του όργανο. Το CD αυτό που, στα δέκα από τα δώδεκα κομμάτια του, περιέχει οι μουσικές είναι φτιαγμένες από τον ίδιο τον Βαγγέλη Τρίγκα, συμπληρώνεται με δύο τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη και του Μίκη Θεοδωράκη που παρουσιάζονται σε οργανική μορφή.

 

Βαγγέλης Τρίγκας – 12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

 

Τα οργανικά παρουσιάζονται με την κλασσική συνοδεία: κιθάρα, μπάσσο πιάνο και μπαγλαμά από συγκρότημα μουσικών που συνοδεύει τον Βαγγέλη Τρίγκα που στα περισσότερα παίζει με ένα μπουζούκι αφού όπως λέει και ο ίδιος στο σημείωμά του στο φυλλάδιο που συνοδεύει τον δίσκο : « να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

1. Χασάπικο μινόρε 4.26
2. Νοσταλγία 3.14
3. Αργό χασάπικο χιτζάζ 3.02
4. Ταξίμι μινόρε και αλλέγκρο 3.51
5. Αυτοσχεδιασμός 2.26
6. Χασαποσέρβικο 2.20
7. Βαρύ ζεϊμπέκικο 4.20
8. Χόρα 3.58
9. Ζεϊμπέκικο Χιτζάζ 2.58
10. Εναλλαγή 3.59
11. Τρελλή που θέλεις να με στεφανώσεις 4.19
(Βασίλη Τσιτσάνη)
12. Μέρα μαγιού 3.31
(Μίκη Θεοδωράκη – Γιάννη Ρίτσου)

Πηγή

  •  Ένωση Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδος (ΕΜΣΕ)

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

 

Για να παντρευτεί μια κοπέλα, γινότανε προξενιό. Κι η κοπέλα έπρεπε να ήτανε καλή, αν δεν ήτανε καλή, δεν την παίρνανε. Φρόντιζε ο πατέρας γι’ αυτό ή του κοριτσιού ή του παιδιού. Με τον γείτονα, με τον συγγενή, πηγαίνανε, βρίσκανε το κατάλληλο κορίτσι, πηγαίνανε, λέγανε μερικές φορές, άλλοτε συμφωνούσανε, άλλοτε δεν συμφωνούσανε. Κι όταν συμφωνούσανε, κανονίζανε την προίκα. Χτήματα είχανε τότες, είχαν και λεφτά, αλλά πιο πολύ είχανε χτήματα. Κι όλ’ αυτά τα κανονίζανε, τα συζητάγανε στο σπίτι, σ’ αυτόνε που αρχινούσε το προξενιό. Κι ήτανε κάτι επιτήδειοι, που ξέρανε για προξενιά, οι προξενητάδες. Κι οι συγγενείς όμως. Εδώ είναι ο Σό­λων, ο Γκίκιζας, η Μαρία η Κουτσοτάσαινα, που ‘καμε και το δικό μου προξενιό. Και σαν τελείωνε το προξενιό, κανονίζανε οι συγγενείς να γνωριστούν ο γαμπρός κι η νύφη. Ή την ήξερε ο γαμπρός τη νύφη ή θα περνούσε έξω από ένα καφενείο και θα την έβλεπε ο γαμπρός κι εκείνη θα ‘βλεπε πάλι τον γαμπρό. Κι όταν θέλανε και τα δυο μέρη, συμφωνούσανε και στην προίκα και σ’ όλα, και μετά παγαίνανε στο σπίτι, για να περάσουν το σημάδι στη νύφη. Πηγαίνανε οι γονείς, αδέρφια, αν είχε ο γαμπρός, αδερφές, πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και της φορούσανε ένα πρόχειρο δαχτυλίδι. Βράδυ πηγαίνανε κι είχανε μεζέδες, το γλυκό… Και μετά κανονίζανε μια μέρα, θα περνούσαν τις βέρες. Τραγούδια, χοροί, βιολιά, πιάνανε τους χορούς μέσα στο σπίτι. Σηκωνότανε ο πατέρας του γαμπρού και φορούσε της νύφης και ο πατέρας της νύφης φορούσε του γαμπρού. Και τους ευχόντουσαν για τη στέψη. Τη μια Κυριακή περνούσανε τις βέρες, την άλλη φτιάνανε γλυκά, δίπλες, αμυγδαλωτά, κουραμπιέδες, τα βάζανε σε πιατέλες, τις βάζανε σε δίσκο νικέλινο με χεράκια κι από πάνω ρίχνανε μεταξωτή πετσέτα. Πηγαίνανε δέκα πιατέλες στη σειρά. Κι όταν πηγαίνανε τα γλυκά του γαμπρού στη νύφη, τότε ξεκινούσανε απ’ τη νύφη στο γαμπρό. Τα λέγανε απλάδες και τα πηγαίνανε παιδάκια. Αλλάζανε τα γλυκά.

 

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Οι αρραβωνιασμένοι όλον αυτόν τον καιρό, βλεπόντουσαν. Η νύφη πήγαινε στου γαμπρού, ο γαμπρός στης νύφης, βγαίνανε κι οι δύο μόνοι τους και πηγαίνανε επισκέψεις. Αλλ’ άμα ήταν να κάνουνε μεγάλο ταξίδι, να πάνε, ας πούμε στον Πειραιά, έπρεπε να πάει κάποιος μαζί τους. Ο αρραβώνας κρατούσε και μήνα και έξι μήνες και χρόνο, ανάλογα. Αν ήσαν έτοιμοι, παντρευόντουσαν γρήγορα, αλλιώς αργούσανε. Τα προικοσύμφωνα τα κάνανε σε συμβολαιογραφείο και γράφα­νε την προίκα στ’ όνομα του γαμπρού ή στο όνομα και των δύο μαζί. Μετά τις απλάδες, ψωνίζανε και μετά γινότανε ο γάμος. Φτιάνα­νε τη στοίβα με τα ρούχα. Καζάνια, ταψιά, ρούχα, παπλώματα, κουρελούνες, μαρούλες, κιλίμια, τσέργες, όλα. Για έπιπλα, δίνανε κομό, κασέλα, τραπέζι. Τα παλιά χρόνια δεν είχανε ούτε κρεβάτια. Τα φτιάνανε με στρίποδα και με σανίδια και βάζανε ‘κει ένα στρώμα. Το φτιάνανε μόνοι τους από βαμπάκι. Και πηγαίνανε και τα ραίνανε με κουφέτες κι αν θα ‘μεναν σ’ άλλο σπίτι, τα βάζανε σ’ ένα κάρο με άλογα και τα πηγαίνανε στο σπίτι και τα ραίνανε με κουφέτες κι αμύ­γδαλα.

 

Προσκαλούσανε τους συγγενείς, αλλά τότες δεν είχανε προσκλητήρια. Πήγαινε ο πατέρας του κοριτσιού και καλούσε τους συγγενείς τους κι ο πατέρας του παιδιού πάλι τους δικούς τους. Και λέγανε, στις τάδε του μηνός θα γίνει ο γάμος! Σας προσκαλώ να ‘ρθείτε! Και πηγαίνανε στον γάμο. Άλλοι πηγαίνανε δώρα, άλλοι δεν πηγαίνανε. Καμιά πιατέλα, ύφασμα, τέτοια πράματα. Κουμπάρος γινότανε ο νουνός του κοριτσιού ή του γαμπρού. Κι αν είχε πεθάνει, άλλος, ξέ­νος. Παράνυφοι γινόντουσαν μικρά παιδιά, αλλά δεν τα ντύνανε όπως τώρα. Με τα ρούχα τους. Πιο πολύ, του κουμπάρου τα παιδιά.

Τα ψωμιά του γάμου τα φτιάνανε την προπαραμονή. Πιάνανε μπροζύμι και ρίχνανε και λεφτά, καλούσανε τους γειτόνους και πιά­νανε ένα παιδί αρσενικό και του βουτάγανε το κεφάλι μέσα στη σκά­φη, στο αλεύρι. Τα ψωμιά τα κάνανε προσφορές μεγάλες και τα σκαλίζανε γύρω γύρω με το πηρόνι και τα κάνανε σαν μύλους, σαν τα πανιά του μύλου. Οι βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) είχαν ένα συνήθειο και στο ψήσιμο φέρνανε ένα ψωμί κι ένα αρνί. Εδώ όμως δεν είχαμε τέ­τοια. Το ζυμάρι του ψωμιού το ζύμων’ η μάνα του κοριτσιού. Και μετά προετοιμάζανε το γάμο. Είχανε τα σφαχτά, τα ψήνανε, βράζανε μακαρόνια στο καζάνι, είχανε και φρούτα, όχι πολλά, γιατί δεν υπήρχανε τότες πολλά. Η στέψη γινόταν περσότερο στο σπίτι της νύ­φης, και στην εκκλησία, αλλά πιο πολύ στο σπίτι της νύφης.

Την ημέρα του γάμου πλενότανε η νύφη στη σκάφη και την ντύ­νανε. Τραγουδούσανε τότες τη νυφούλα:

 

Νυφούλα, τα στολίδια σου και τα διαμαντικά σου,

με γεια σου, με χαρά σου!

Ας είν’ η ώρα η καλή κι η ώρα ευλογημένη,

που την ευλόγησ’ ο παπάς με το δεξί τον χέρι.

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπ’ η μέρα,

σήμερα στεφανώνεται ο αϊτός την περιστέρα.

Γαμπρέ μου, σε παρακαλώ,

το κρίνο που σου δίνουμε,

να μη μας το μαράνεις!

Να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός,

να ζήσει κι ο κουμπάρος!

Χρόνους πολλούς να χαίρεσαι,

με γεια σου, με χαρά σου,

και τα πεθερικά σου!

 

Της φορούσανε το νυφικό. Παλιά, είχανε ζακέτα μεσάτη, μπεζ, όλο καστίσματα κι είχανε άσπρα κάτω τα μανίκια και άσπρα στο στήθος κι από μέσα άσπρο όρθιο γιακά. Κι είχανε το τσεμπέρι το νυφικό, άσπρο. Άλλες είχανε πέπλο, αλλά πιο πολύ είχανε τσεμπέρι. Ήταν χρυσοκεντημένο. Κεντημένο με χρυσοκλωστή πίσω απ’ τ’ αυ­τιά και πίσω απ’ το κεφάλι, που ένωναν οι δύο μύτες του τσεμπεριού με άλλη καρφίτσα-χεράκι. Και μπροστά πέντε καρφίτσες και κά­τω τη μάρκα, δηλαδή καρφίτσα με τ’ όνομα αυτής που το φόραγε. Κι ήσανε χρυσά και φορούσανε και σταυρό χρυσό. Κι εκείνα πο ‘χανε πίσω από τ’ αυτιά, χρυσά ήσανε. Αυτά τα είχε πάει ο αρραβωνιαστικός στον αρραβώνα, δώρο στη νύφη μαζί με το νυφικό, δηλαδή το σα­κάκι και τη φούστα τη φαρδιά και το τσεμπέρι το νυφικό. Στις νύφες κάνανε δώρο και πολλά δαχτυλίδια. Αν είχε πολλά αδέρφια ο γα­μπρός, ο καθένας έκανε δώρο στη νύφη από ένα δαχτυλίδι. Γι’ αυτό φορούσανε πολλά δαχτυλίδια παλιά, και στα τέσσερα δάχτυλα και στα δύο χέρια. Γιατί αυτά τα φορούσαν και μετά τον γάμο. Και το τσεμπέρι το χρυσό το είχανε για καλό και το φορούσανε στις γιορτές. Κι όταν παγαίνανε στην εκκλησία, ήτανε όλες με τα τσεμπέρια τα χρυσά.

Άμα ο γαμπρός έκανε δώρο στη νύφη το χρυσό τσεμπέρι, έπρεπε η νύφη να φοράει τσεμπέρι πάντοτε. Γιατί, στα πιο νέα χρόνια, ο γα­μπρός πήγαινε στη νύφη καμιά φορά, αντί για τσεμπέρι, καπέλο και γάντια. Και τότε η νύφη, θα έπρεπε να φοράει πάντα καπέλο, όχι τσεμπέρι. Αλλά αυτό το κάνανε μερικοί πλούσιοι. Οι πιο πολλοί, στέλνανε τσεμπέρι. Και τη ντύνανε τη νύφη κοπέλες γειτόνισσες κι ήταν ένα παιδί (=αγόρι) που της φόραγε τα παπούτσια. Κι έπρεπε να έχει και τους δυο γονιούς του.

 

Ο γαμπρός φορούσε φουφούλα, γελέκο, φέσι, ζωνάρι στη μέση και μπότες από δέρμα. Η νύφη έκανε δώρο στον γαμπρό παντόφλες κεντητές, πουκάμισα, κάλτσες και πετσέτα. Όταν γινότανε ο γάμος, παίρνανε τον γαμπρό και τον κουμπάρο από το σπίτι με τα όργανα. Μπροστά πηγαίνανε οι οργανοπαίχτες. Λαούτα, βιολιά, σαντούρια. Πίσω πήγαινε ο δίσκος με τις λαμπάδες, την κουλούρα και τα κουφέτα, με το ποτήρι και τις μποτίλιες με το κρασί. Τα όργανα τα παίρνανε απ’ τον κουμπάρο. Μετά περνούσανε και παίρνανε το γαμπρό. Μετά πηγαίνανε στης νύφης και γινότανε η στέψη. Μόλις φτάνανε εκεί, ο γαμπρός καθότανε έξω. Ο πατέρας του γαμπρού έμπαινε μέσα. Η νύφη αποχαιρετούσε τους γονείς της κι έκλαιγε. Καθότανε στην καρέκλα κι ο πεθερός της της έδινε μια λίρα και της την έβαζε μέσα στο παπούτσι και τη σήκωνε απ’ την καρέκλα. Κι εκείνη του φίλαγε το χέρι του πεθερού. Κι όταν τη σήκων’ απ’ την καρέκλα, είχανε ένα ποτήρι μ’ αλατόνερο κι ο πατέρας της τη ράντι­ζε μ’ αυτό κι έλεγε: «νερό κι αλάτι ό,τι είπαμε». Κι έπειτα η μάνα της, τη ράντιζε κι εκείνη. Κι η νύφη έκανε μετάνοιες και φίλαγε το χέρι του πατέρα και της μάνας της. Κι ο πεθερός της την πήγαινε έξω, που την περίμενε ο γαμπρός. Και ο γαμπρός σταύρωνε την πόρτα με τη λίρα που έδωσε στη νύφη ο πεθερός της που τη σήκων’ απ’ την καρέ­κλα. Κι άμα η στέψη γινότανε στην εκκλησία, πήγαιναν μπροστά ο κου­μπάρος με τον γαμπρό κι η νύφη από πίσω με τους δικούς της. Μετά την παίρνανε οι συγγενείς του γαμπρού, όταν γινότανε η στέψη.

Άμα γινότανε η στέψη στο σπίτι της νύφης, μπαίνανε μέσα, και η μάνα της νύφης έδινε από μια κουταλιά γλυκό στον γαμπρό και στη νύφη. Τον κουμπάρο τον… γελούσε. Πήγαινε να του δώσει γλυκό, του τό ‘παιρνε, πήγαινε του δώσει, του τό ‘παιρνε, την τρίτη φορά, τό ‘βαζε αυτή στο στόμα. Και πιάνανε τα γέλια.

Μετά τη στέψη, πηγαίνανε το ζευγάρι στο σπίτι του. Κι η μάνα του γαμπρού τους έπιανε και τους δύο μαζί μ’ ένα άσπρο μαντίλι και τους πήγαινε και τους έβαζε στον καναπέ. Κι εκεί χωρίζανε οι συγγενείς. Οι συγγενείς της νύφης πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και τρώ­γανε. Και του γαμπρού, μένανε στο σπίτι του γαμπρού και χορεύανε όλοι μαζί μέχρι το πρωί. Και μετά παίρνουν τον κουμπάρο και τον πηγαίνουν στο σπίτι του. Και μετά μένουν οι συμπεθέροι και χορεύ­ουν όσο θέλουν. Το ζευγάρι έμενε σπίτι του, δεν το παίρνανε. Οι συ­μπεθέροι χορεύανε με τη σειρά τον γαμπρό και τη νύφη στο καινούργιο σπίτι και μετά φεύγανε και τους αφήνανε. Βγαίνανε σε τρεις μέρες, γιατί δεν έκανε να βγουν πιο νωρίς, γιατί φυλάγανε το στεφάνι. Το γλέντι δεν κρατούσε πολύ, μια μέρα, δύο το πολύ. Και γάμοι γινόντουσαν απόκριες, Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι. Τη Μεγάλη Σαρακοστή δεν έκανε.

Η στέψη γινότανε πάντα στο χωριό της νύφης. Άμα ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό, ερχότανε μ’ ένα άλογο. Έριχνε κι ένα μπετενί κόκκινο με φούντες στο σαμάρι, γιατ’ ήτανε, βλέπεις, γαμπρός. Κι όλοι οι συγγενείς του, πάνω σε ζώα.

Τα στέφανα και τότες τα φτιάνανε από συρματάκι, ντυμένο με άσπρο και κάτι λουλουδάκια. Είχανε δύο λαμπάδες άσπρες που τις κρατούσανε ένα κορίτσι κι ένα παιδί (=αγόρι). Ο παπάς έριχνε στο ποτήρι κουμανταρία κι έδινε στον γαμπρό τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές στη νύφη και μετά του κου­μπάρου· κι έπειτα αυτός το ‘δινε πίσω, στους συγγενείς, κι όποιος προλάβαινε, το ‘παιρνε κι έπινε. Και το ψωμί το μοιράζανε. Κι όταν γυρίζανε γύρω γύρω, τους ραίνανε με κουφέτες, με ρύζι, με δεκάρες. Και το ποτήρι με το κρασί, όποιος προλάβαινε, το ‘κλεβε και το πή­γαινε σπίτι του. Τα κουφέτα του δίσκου τα μοιράζανε και τα βάζανε κάτω απ’ το μαξιλάρι κι έβλεπαν όνειρο οι ανύπαντρες, και λέγανε «αυτόν θα πάρω».

Μετά τη στέψη, η νύφη πήγαινε μπροστά, μαζί με τους συγγενείς του γαμπρού, και πίσω οι συγγενείς της νύφης. Όταν μπαίνανε σπίτι η νύφη κι ο γαμπρός, δίνανε μια κότα. Της δένανε κι ένα φιόγκο στον λαιμό και λέγανε στους γονείς της νύφης: «Η την κότα ή την Κατίνα», ας πούμε, «ή την κότα ή την Κατίνα»· σαν ν’ άξιζε η κοπέλα μια κότα. Και την παίρνανε την κότα οι γονείς του κοριτσιού και την τρώγανε την άλλη μέρα. Σπάζανε και ρόδι στην πόρτα κι έμπαινε η νύφη με το δεξί πόδι. Στο γλέντι, έπαιρνε ο πατέρας του γαμπρού το γαμπρό και τη νύ­φη και τους χόρευε. Κι έπειτα τους χορεύανε όλοι οι συγγενείς του γαμπρού, και της νύφης οι συμπεθέροι. Κι ύστερα χορεύανε τον κουμπάρο. Ο κουμπάρος καθότανε δίπλα στον γαμπρό, τρώγανε και μετά τραγουδούσανε και χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους, και στο τέλος πια, αν κανένας ήθελε, χόρευε και ζεϊμπέκικο.

Το ζευγάρι, όπως είπαμε, έβγαινε μετά το γάμο, ύστερα από τρεις ημέρες. Το πρώτο Σάββατο μετά το γάμο, η μάνα της νύφης έκανε το πρώτο τραπέζι στο ζευγάρι. Και πήγαιναν οι αδερφές της, τ’ αδέρφια του γαμπρού. Και τους έφτιανε και παστίτσιο και ψητό και μακαρό­νια και πουπέκι (=γαλακτομπούρεκο) ενώ στον γάμο δε φτιάνανε γλυκά, δεν τρώγανε, δεν χορεύανε· αλλά κανά τραγούδι, ε, το λέγανε:

 

πουλιά, και παγώνια και κανερίνια μου,

μην την εξυπνάτε την πάπια χήνα μου.

Είσαι ένας ήλιος, φεγγάρι λαμπερό.

Θάμπωσες το φως μου και δεν μπορώ να ιδώ.

 

Μετά οι νιόπαντροι βγαίνανε μαζί κανονικά πηγαίνανε στην εκκλησία και αρχίζανε τις επισκέψεις σ’ όσους είχανε πάει στο γάμο. Την Κυριακή γινότανε αυτό. Κι η νύφη έκανε δώρο στην οικογένεια του γαμπρού παντόφλες κεντητές στο τελάρο. Στον πεθερό, την πεθερά, στα κουνιάδια. Στα χρόνια μου, δεν είχα ακούσει να κοιτάζουν τα σεντόνια· Χρι­στός και Παναγία! Βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) τα κοιτάζανε και κάνανε σημαία και τραγουδάγανε. Κι άμα η νύφη δεν ήτανε εντάξει, τη διώχνανε. Εγώ όμως δεν είχα ακούσει τέτοιο πράμα. Τη δεύτερη Κυριακή μετά τον γάμο, πήγαινε το ζευγάρι η μάνα του γαμπρού στην εκκλησία, κι έβαζε τη νύφη στη θέση που καθότανε η ίδια. Αν δεν ζούσε, τους πήγαινε κάποιος άλλος από το σόι όμως του γαμπρού πάλι. Για ένα χρόνο μετά τον γάμο, δεν έπρεπε να πάνε σ’ άλλο γάμο ή κηδεία.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Ε’ τάξης Δημοτικού.

 

Πηγή

  •  Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.

Köllnberger Ludwig (1811-1892)

Γεννήθηκε στο Salzburg την 3η Ιουλίου 1811 πέθανε στο Aschau, κοντά στο Murnau της Βαυαρίας, την 4η Δεκεμβρίου 1892. Το 1829 κατατάχθηκε ως εύελπις εθελοντής στο 8ο βαυαρικό σύνταγμα πεζικού και τον ίδιο χρόνο, προάχθηκε σε υποδεκανέα και δεκανέα. Το 1833 μετετάχθηκε στην Βασιλική Ελληνική υπηρεσία και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός του 6ου Ελληνικού Τάγματος πεζικού. Το 1838 απολύθηκε μετά από αίτηση του και κατατάχθηκε πάλι ως δεκανέας και εύελπις στο 5ο σύνταγμα πεζικού της Νυρεμβέργης.

Το 1839 προάχθηκε σε λοχία, το 1840 σε σημαιοφόρο και ανθυπολοχαγό, το 1848 σε υπολοχαγό, το 1859 σε λοχαγό πρώτης τάξεως και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη. Στον γαλλογερμανικό πόλεμο ανέλαβε την διοίκηση του 9ου τάγματος κυνηγών στο Passau. Τιμήθηκε με διάφορα αναμνηστικά μετάλλια μεταξύ των οποίων και το ελληνικό βασιλικό μετάλλιο των εθελοντών.

Μέχρι τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, στη συλλογή εικόνων του πολεμικού τμήματος των Γενικών Βαυαρικών Αρχείων, υπήρχαν δυο τόμοι με τον τίτλο «ΕΛΛΑΣ» που περιείχαν υδατογραφίες του, διαστάσεων 0,25 x 0,20 εκ. ή και μικρότερες. Το 1909 ολόκληρη η συλλογή με εντολή και έξοδα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, αντιγράφηκαν από τον ζωγράφο Hans Hanke από το Μόναχο και 41 από τα συγκεκριμένα αντίγραφα υπάρχουν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και εκτίθενται στην Η΄αίθουσα. Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χάθηκε ο πρώτος τόμος και μαζί του όσα έργα είχαν περιληφθεί σε αυτόν.

Στις υδατογραφίες που παραθέτουμε, εικονίζονται “ Tο Άργος”,  “ Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος”, και “ Το Φρούριον Παλαμήδι, εν Ναυπλίω, 1838”.

Tο Άργος 1938

Tο Άργος 1838

 

Γενικά, ο Köllnberger ζωγράφισε ελληνικές πόλεις, φρούρια και τοπία καθώς και σκηνές από την στρατιωτική ζωή. Ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική αξία τους, τα έργα του, μας δίνουν μια σαφή ιδέα της Ελλάδας, κυρίως για τα πέντε πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα καθώς και του περιβόητου “ εθελοντικού” βαυαρικού σώματος, που το μεγαλύτερο μέρος του απάρτιζαν στρατιώτες- μαζέματα από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να οργανώσουν τάχα τον ελληνικό στρατό σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να διδάξουν την πολεμική τέχνη.

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

 

 

Ειδικά στον πίνακα “ Το ελαφρόν ελληνικόν Πεζικόν” παρατηρούμε πως ακριβώς ήσαν οι στολές των ευζώνων και των αξιωματικών στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η φουστανέλλα που ήταν στην αρχή κάτω από το γόνατο, κατέληξε να γίνει πολύ κοντή και το μεγαλοπρεπές ψηλό φέσι που έδινε ύψος, ύφος και λεβεντιά να περιοριστεί υπερβολικά. Τα τζουσλούκια καταργήθηκαν. Ο ντουλαμάς απλουστεύθηκε. Και τέλος, στα απλά παπούτσια που ταίριαζαν με την στολή, προστέθηκαν φούντες.

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1938

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1838

 

 

Εκείνο που δεν μπόρεσαν να αλλάξουν με τις άστοχες και κακές μεταρρυθμίσεις, ήταν να μεταβάλουν την μαχητική ικανότητα του υπέροχου αυτού σώματος, που διατήρησε την παράδοση του 1821 και αναδείχτηκε παντού και πάντα σε όλους τους πολεμικούς αγώνες του Έθνους.

Πηγή

Ιωάννης Α. Μελετόπουλος. Τα πρώτα έτη της Οθωνικής Εποχής εις τας Υδατογραφίας του Köllnberger. «Του παρόντος Λευκώματος εξετυπώθησαν χίλια αντίτυπα τα οποία εδωρήθησαν εις την Ιστορικήν και Εθνολογικήν Εταιρείαν, εξετυπώθησαν δε και πεντακόσια εκτός εμπορίου υπό αριθμούς 1- 500. Αθήναι 1976».

Παγανέλης Σπυρίδων (1852-1933)

 

Πέραν του Ισθμού

Πέραν του Ισθμού

Ο Σπυρίδων Παγανέλης γεννήθηκε στη Μύκονο εγκαταστάθηκε όμως από νεαρή ηλικία και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα μαζί με τις αδελφές του, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια ανά την Ελλάδα. Από την επαγγελματική του δραστηριότητα σημειώνεται πως διετέλεσε βουλευτής, έλληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη και έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, συνεργαζόμενος με εφημερίδες όπως οι: Εστία, Εφημερίς, Ακρόπολις, Κλειώ, Σκριπ, Αθήναι, Νέα Ημέρα, Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως και περιοδικά όπως τα Εστία και Εβδομάς καθώς και ημερολόγια (Νέα Ελλάς, Κρητικόν Ημερολόγιον, Μεσσηνιακόν, Πανελλήνιον , Ηπειρωτικόν κ.α.). Πέθανε σε οίκο ευγηρίας. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποίησε το 1882 με την έκδοση του τόμου Οδοιπορικαί σημειώσεις. Το σύνολο του έργου του περιλαμβάνει άρθρα πολιτικού και οικονομικού προβληματισμού, κριτικά δοκίμια, χρονογραφήματα, ιστορικά μελετήματα, ταξιδιωτικά κείμενα και διηγήματα. Ο Σπυρίδων Παγανέλης τοποθετείται χρονικά στην πεζογραφία της γενιάς του 1880, γενιά που σημαδεύτηκε από το γλωσσικό ζήτημα και το ρεύμα της ηθογραφίας, ωστόσο αποτελεί μια μοναχική περίπτωση ανάμεσα στους άλλους λογοτέχνες, τόσο λόγω ιδιοσυγκρασίας, όσο και λόγω της συντηρητικής κοσμοθεωρίας του που τον έστρεψε ενάντια στις εξελίξεις. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του καλύπτουν τα ταξιδιωτικά κείμενα, στα οποία κυριαρχεί η νοσταλγία του ένδοξου αρχαιοελληνικού παρελθόντος και η διάθεση φυγής από την πραγματικότητα, στοιχεία που συναντώνται και στο υπόλοιπο έργο του. Ιδιαίτερα για τα διηγήματά του πρέπει να σημειωθεί η εμμονή του συγγραφέα στην έκφραση του αισθήματος της ματαιότητας και δυστυχίας που συνοδεύει τα ανθρώπινα.

Στο βιβλίο του, «Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1891, στις σελίδες 289-335 κάνει εκτεταμένη αναφορά στην Αργολίδα και ιδιαίτερα, στο Άργος, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, τον Ερασίνο, την Λέρνη   και την Επίδαυρο. Σε επόμενα άρθρα μας θα γράψουμε αναλυτικά τι αναφέρει ο περιηγητής, ξεχωριστά για τον κάθε τόπο.  

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

• Οδοιπορικές σημειώσειςΑ΄. Οι σεισμοί της Χίου. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Οδοιπορικές σημειώσεις Β΄. Η στρατιωτική κατάληψις Άρτης και Θεσσαλίας. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Η αδελφή Μάρθα. Αθήνα, 1886.
• Ο αγωνιστής του 1821. Αθήνα, 1886.
• Ο μύθος του Προμηθέως. Αθήνα, τυπ. Θρ.Παπαλεξανδρή και Αλ. Παπαγεωργίου, 1886.
• Αθηναϊκαί Νύκτες. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1888.
• Ραγήπ· Διήγημα. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1889.
• Ευρύαλος. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1890.
• Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις. Αθήνα, Γ.Κασδόνης, 1891.
• Παραισθήσεις. Αθήνα, 1893.
• Εις την μνήμην της αδελφής μου Σοφίας. Αθήνα, τυπ. Π.Δ.Σακελλαρίου, 1902.
• Ο Επιτάφιος εν τω νεκροταφείω. Αθήνα, τυπ. Νομικής Λ.Χ.Βεργιανίτου, 1903.
• Η τριλογία του μυστηρίου· Η γέννησις – Ο θάνατος – Η ανάστασις. Αθήνα, τυπ. Μιχ. Σαλίβερου, 1905.
• Πάρεργα φύλλα· Από του Σαρωνικού εις τον Αμπρακικόν ·Η Άρτα · Τα Τσουμέρκα. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1905.
• Αθηναϊκαί Ημέραι. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1907.
• Από της Ακροπόλεως εις την Άλτιν. Νέα Υόρκη, τυπ. Ατλαντίδος, 1908.
• Δελφοί. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Ο Επιτάφιος εν τω Πτωχοκομείω. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Νύκτες Φθινοπώρου. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1911.
• Ο Επιτάφιος από της Ακροπόλεως. Αθήνα, τυπ. Παρασκευά Λεώνη, 1912.
• Ο απόστολος Παύλος. Αθήνα, τυπ. Αλ. Βιτσικουνάκη, 1924.
• Λογοτεχνήματα · Απανθισθέντα εκ των έργων τουΑ΄. Αθήνα, Ηλ. Ν. Δικαίος, 1928.

 

Πηγή

 Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Γιάκος Δημ. – Φουριώτης Άγγελος (επιμέλεια), Δημ.Βικέλας, Εμ. Λυκούδης, Δ. Καμπούρογλους και άλλοι. Αθήνα, Αετός, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη, τ.21).
• Γιάκος Δημήτρης, «Παγανέλης Σπυρίδων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας11. Αθήνα, Χάρη – Πάτση, χ.χ.
• Μποέμ [ = Δημ. Χατζόπουλος], «Σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς· Σπυρίδων Παγανέλης», Το Άστυ, 30-31/3/1893.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Πάρεργα Φύλλα, Η Τριλογία του μυστηρίου, υπό Σπ.Παγανέλη», ΠαναθήναιαΙ΄, 15/5/1905, ετ.Ε΄, σ.86.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Σπυρίδων Παγανέλης», Νέα ΕστίαΙΔ΄, 1η/8/1933, αρ.159, σ.834-835.
• Πατσίου Βίκυ, «Σπυρίδων Παγανέλης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖ΄ (1880-1900), σ.206-216. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Επέτειοι του 1973 στη λογοτεχνία μας», Χρονικό ’73, σ.50. Αθήνα, έκδοση του Καλλιτεχνικού και Πνευματικού κέντρου Ώρα, 1973.

 

Αντωνόπουλος Άγγελος, «ο Μάρξ στο Σόχο».

 

 ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ , «ΜΠΟΥΣΟΥΛΟΠΟΥΛΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΡΓΟΥΣ», Τρίτη  5 / 05 / 2009,  9.00 μ.μ.

ΜΑΡΞ 

 

 

 

 

 

 

Μετά από τρία χρόνια επιτυχίας, η παράσταση του έργου του Χάουαρντ ΖΙΝ «Ο ΜΑΡΞ ΣΤΟ ΣΟΧΟ» με πρωταγωνιστή τον Άγγελο Αντωνόπουλο, έρχεται και στην Αργολίδα. Ο Μαρξ ζητάει από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κόσμου να κατέβει για λίγο στη Γη, για να «αποκαταστήσει το όνομα του», όπως λέει. Από λάθος, αντί να επιστρέψει στο Σόχο του Λονδίνου, όπου έζησε και πέθανε, βρίσκεται στο Σόχο της Νέας Υόρκης. Έχει μία ώρα. Με χιούμορ και άλλοτε με παράπονο, ο Μαρξ μιλάει για τη ζωή του, «ξεκαθαρίζει» τις περίφημες ρήσεις του, νοσταλγεί τους άλλους μεγάλους της εποχής (Ένγκελς, Μπακούνιν), και τελικά διαπιστώνει πως τίποτα δεν άλλαξε στον κόσμο τα τελευταία εκατό χρόνια. «Και λένε πως οι ιδέες μου έχουν πεθάνει». Με αυτό το μονόλογο, ο Ζιν, ένας από τους μεγαλύτερους αριστερούς διανοούμενους της εποχής μας, κατορθώνει, με απλότητα και σαρκασμό, να συγκινήσει ακόμα και τη νεότερη – αδιάφορη πολιτικά – γενιά.

ΑντωνόπουλοςΟ Καρλ Μαρξ βρήκε τον ιδανικό ερμηνευτή στο πρόσωπο του Άγγελου Αντωνόπουλου,του σημαντικού Έλληνα ηθοποιού που κατόρθωσε για τρία συνεχόμενα χρόνια να επικοινωνήσει με ένα πολυπληθές κοινό όλων των πολιτικών αποχρώσεων, να ταράξει και να συγκινήσει όλους τους θεατές. Η ερμηνεία του Αντωνόπουλου απέσπασε ύμνους από κριτικούς και κοινό και επέτυχε να προσελκύσει την πολιτική ηγεσία της χώρας όλων των παρατάξεων. Η πορεία του Αντωνόπουλου ως Μαρξ επεκτάθηκε σε όλη την Ελλάδα, με προσκλήσεις από πολλές πόλεις και μεγάλα θέατρα και έχει τη δύναμη να συνεχιστεί για πολύ καιρό ακόμα, όσο το κοινό νιώθει την ανάγκη να ακούσει και να σκεφτεί ανώτερες ανθρωπιστικές αξίες μέσα από ένα λόγο καθημερινό, απλό, χιουμοριστικό και καθόλου διδακτικό ή προσηλυτιστικό.

* Τα δικαιώματα παραχώρησε αποκλειστικά ο ίδιος ο Χάουαρντ Ζιν για αυτό το πρώτο ανέβασμα του έργου στην Ελλάδα.

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ :
Μετάφραση: Άρης Λασκαράτος Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

Σκηνικά – Κοστούμια : Γιώργος Ασημακόπουλος
Δ/νση Παραγωγής:

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ

 Διοργάνωση: ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

 ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ

ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

 «ΜΠΟΥΣΟΥΛΟΠΟΥΛΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟ», Τρίτη  5 / 05 / 2009,  9.00μ.μ

 Προπώληση εισιτηρίων: βιβλιοπωλείο ΕΚ ΠΡΟΟΙΜΙΟΥ Νικηταρά 15, τηλ. 27510 20419,  Άργος.

 

Σταυροπούλου Νταίζη (1912-1994)


 

Σταυροπούλου Νταίζη

Γεννημένη στις αρχές της δεκαετίας του 1910, στο Άργος, βρίσκεται στα 1933 στην Αθήνα όπου μέσω ενός εξαδέλφου της γνωρίζεται με το Μήτσο Καρυδάκη ή Καρυδάκια, – ερασιτέχνης μπουζουξής, «αφανές» μέλος της παρέας του Πειραιώτικου ρεμπέτικου και πολύ καλός φίλος του Ανέστη Δελιά. Μέσω του Καρυδάκια, γνωρίζεται με τον Ανέστη Δελιά, όταν η ξακουστή «Τετράς του Πειραιά» εμφανιζόταν στη μάντρα του Σαραντόπουλου.

Αφηγείται η ίδια σε συνέντευξή της στον Κώστα Χατζηδουλή:

«…μου είπανε να είμαι πολύ προσεκτική, όταν θα μπαίναμε στο μαγαζί. Να μην κοιτάω ούτε δεξιά ούτε αριστερά, παρά μόνο μπροστά κατευθείαν στο πάλκο, γιατί οι άντρες που πήγαιναν εκεί ήταν ζόρικοι, πολύ σκληροί και ψόφαγαν για παρεξήγηση. … Με κοίταζε ο Ανέστης, τον κοίταζα κι εγώ…Και τότε ερωτευθήκαμε ο ένας τον άλλο…». Διαβάστε τη συνέχεια »

Μπελίντα Καίτη – (Αικατερίνη Πολιτοπούλου, 1923-1978)


 

Μπελίντα Καίτη

Μπελίντα Καίτη

Αικατερίνη Πολιτοπούλου  (1923-1978). Δημοφιλής μεταπολεμική τραγουδίστρια του ελαφρολαϊκού τραγουδιού και της επιθεώρησης καθώς και ηθοποιός. Γεννήθηκε στο Άργος και μεγάλωσε στην Καλλιθέα. Σπούδασε στο Ωδείο Καλλιθέας και εργάστηκε σε χοροδιδασκαλείο. Υπήρξε σύζυγος του Γιάννη Βέλλα (παντρεύτηκαν την Κατοχή). Κατόπιν καθιερώθηκε στον ελαφρό μουσικό Χώρο από τον θεατρικό επιχειρηματία Βασίλη Μπουρνέλλη.  Πρωτοδισκογράφησε ως «δεύτερη φωνή» στον Τ. Μαρούδα. Πρώτη σκηνική εμφάνιση: «Σκάνδαλα γυναικών» («Ακροπόλ», 1950. Τότε ερμήνευσε «Το τραγούδι που σού έγραψα» του Μ. Σουγιούλ ως αντικαταστάτρια της Κούλας Νικολαϊδου). Το 1951 ήταν η «πρώτη διδάξασα» το περίφημο «αρχοντορεμπέτικο» τραγούδι του Γ. Μουζάκη «Ταμπακιέρα». Από τότε τραγούδησε και έπαιξε κύριους ρόλους σε διάφορα επιθεωρησιακά θεάματα. Συγκρότησε θίασο με τους Ν. Σταυρίδη και Μαρ. Νέζερ (1958).

 

Μπελίντα Καίτη – (Αικατερίνη Πολιτοπούλου, 1923-1978)

 

Προηγουμένως, τραγουδούσε στο «πάλκο» του Τσιτσάνη, δίπλα στη Δούκισσα και τη Σεβάς Χανούμ. Στο «Ακροπόλ» (1959): «30 κότες κι’ ένας κόκορας». Στο «Πάρκ» (1960): «Φέρρυ μπώτ». Στο «Καλουτά» (1961): «Της φυλακής τα σίδερα». Στο «Ακροπόλ» (1963-65): «Κόκκινα τριαντάφυλλα», «Γυναίκες και λουλούδια», «Είκοσι θέατρα μαζί», «Η δημοκρατία χορεύει». Στο «Μπουρνέλλη» (1966): «Σήκω χόρεψε συρτάκι». Στο «`Αλφα» (1966): «Επιχείρησις…Ασπίδα», κ.λπ. Πρωταγωνίστησε και σε ταινίες: «Φυντανάκι», «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση», «Τζίτζικας και μέρμηγκας», κ.λπ.

Ο Τώνης Μαρούδας με την Καίτη Μπελίντα, που έκανε το ξεκίνημά της στο πλευρό του.

Ο Τώνης Μαρούδας με την Καίτη Μπελίντα, που έκανε το ξεκίνημά της στο πλευρό του.

Το 1962 πήρε το Α΄ βραβείο του 1ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης* με το τραγούδι «Αλυσίδες» του Κ. Γιαννίδη. Το 1965 μετέτρεψε σε κοσμικό Κέντρο στο Φάληρο ένα παροπλισμένο πλοίο, όμως η επιχείρηση δεν ευωδόθηκε. Το 1967 πήρε το Β΄ βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης  με το τραγούδι του Γ. Μουζάκη «Κτύπα καρδιά μου». Την άνοιξη του 1968 έκανε 2μηνη περιοδεία στον Καναδά. Εμφανίστηκε και σε ονομαστά κοσμικά Κέντρα» (στο «Πλακιώτικο Σαλόνι» το 1959 με μαέστρο τον Γ. Κατσαρό, στη «Νεράιδα» με μαέστρο τον Κ. Κλάββα, κ.λπ.). Η καλλιτεχνική της σταδιοδρομία έκλεισε το 1969 στη «Νεράιδα». Παρ’ όλα αυτά το 1976 εμφανίστηκε για λίγο (ως «ρετρό») στο «Δελφινάριο» καθώς και στο χειμερινό «Νοτούρνο».

Πέθανε από την επάρατη (21.9.1978). Αναφέρεται ότι στην κηδεία της εκατοντάδες απαρηγόρητοι θαυμαστές τραγουδούσαν το τραγούδι του Μ. Θεοφανίδη  «Κόσμος πάει κι έρχεται», που υπήρξε μεγάλη επιτυχία της. Στους «αναβιωμένους» LP δίσκους της: «Μπελίντα» (1969, 1976) και «Μπελίντα» (1979). Ακούγεται επίσης στους δίσκους: «Μεγάλες επιτυχίες» (1969), «Περασμένα και όχι ξεχασμένα» (1984), «Μουσικό πορτραίτο» (1988) καθώς και στα LP-CD «Καλησπέρα κε `Εντισον, Νο 4» και «Νο 6» (1990).

 

Υποσημείωση


* Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης 1962.

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1962 στο ανοιχτό γήπεδο της Χ.Α.Ν.Θ. έλαβε χώρα το πρώτο «Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού» της Θεσσαλονίκης με διοργανώτρια τη Διεθνή Έκθεση, σε συνεργασία με την Ελληνική Μουσική Εταιρεία. Τιμή εισιτηρίου; Μόλις 25 δραχμές! Είχαν προηγηθεί τα τρία «Ελληνικά Φεστιβάλ Τραγουδιού» στην Αθήνα που είχαν «σφραγίσει» ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης κατακτώντας τα πρώτα βραβεία (δύο κι ένα αντιστοίχως). Παράλληλα με την έναρξη του Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, κάνει την εμφάνισή του ο άνθρωπος που θα αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην παρουσίασή του: Ο αείμνηστος Άλκης Στέας, ο κύριος «ευτυχείτε» που θα κρατήσει τη θέση του μέχρι και το 1980, με εξαίρεση το 1975 που θα το παρουσιάσουν οι γνωστοί ηθοποιοί Γιώργος Τζώρτζης και Τόνια Καζιάνη. Μια φωνή που συνδέθηκε άρρηκτα με το θεσμό και που παρά τις καλές προσπάθειες που ακολούθησαν την αποχώρησή του, δε βρέθηκε ισάξιος διάδοχός του…

Το «παρθενικό» πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ 1962 κέρδισε η αξέχαστη Καίτη Μπελίντα με τις «Αλυσίδες» του Κώστα Γιαννίδη με στίχους του Στέλιου Χριστοφίδη. Τη δεύτερη θέση πήρε η Νάντια Κωνσταντοπούλου με τις «Χαρές της ζωής» του συζύγου της Τάκη Μωράκη και την τρίτη η Γιοβάννα με το «Κι όμως υπάρχει χαρά» του Σπήλιου Μεντή (πατέρα της ηθοποιού Νένας) και του Μίμη Πλέσσα. Την επόμενη χρονιά, ο γνωστός κονφερανσιέ της εποχής Γιώργος Οικονομίδης (αξέχαστη η ατάκα του «Φίλοι μου αγαπημένοι») βρήκε ένα πρωτότυπο τρόπο να προωθήσει το τραγούδι «Πιο πάνω από τα σύννεφα», του οποίου είχε γράψει τους στίχους: Πέταξε διαφημιστικά φέιγ βολάν στο χώρο της εκδήλωσης και φαίνεται ότι το «κόλπο» έπιασε, αφού κέρδισε το δεύτερο βραβείο με ερμηνευτή τον «πολυνίκη» του θεσμού Γιάννη Βογιατζή.

Βραβεία

Α’ βραβείο: «Οι αλυσίδες» (Καίτη Μπελίντα / Κώστας Γιαννίδης – Στέλιος Χριστοφίδης).
Β’ βραβείο: «Οι χαρές της ζωής» (Νάντια Κωνσταντοπούλου / Νάντια Κωνσταντοπούλου – Τάκης Μωράκης).
Γ’ βραβείο: «Κι όμως υπάρχει χαρά» (Γιοβάννα (Φάσου) / Σπήλιος Μεντής – Μίμης Πλέσσας).
Δ’ βραβείο: «Ξέρω ένα δρόμο» (Νάντια Κωνσταντοπούλου / Γιώργος Οικονομίδης – Τάκης Μωράκης).
Βραβεία ενορχήστρωσης: Κώστας Γιαννίδης – Μίμης Πλέσσας – Ζακ Ιακωβίδης – Τάκης Μωράκης.

 

Πηγές


  • «Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής», Τ. Καλογερόπουλου,  εκδόσεις Γιαλλελή,  2001.
  • Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης.