Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργειακή Γη’

To τοπωνύμιο Λάρισα και Λάρισα η Αργεώτις


 

Τοποθετήσεις πάνω στο θέμα προέλευσης και ερμηνείας της λέξης ΛΑΡΙΣΑ. Σημασιολογική προσέγγιση στην ονομασία του ομώνυμου λόφου του προϊστορικού μεσοελλαδικού και υστεροελλαδικού Άργους.

  1. Η μυθογραφία

 

«Ές αντιλογίαν αφίκετο ανήρ μοι Σιδόνιος, ος εγνωκέναι τα εις το θείον έφασκε Φοίνικας τά τε άλλα ‘Ελλήνων βέλτιον…»

(Παυσανίας Ζ 22)

Όταν κάποτε ο Παυσανίας θέλησε να συνδιαλεχθεί με κάποιον άνδρα από τη Σιδώνα, για να τον πληροφορήσει περί της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, αυτός του απάντησε: «αλλ’ ω Παυσανία, εμείς οι Φοίνικες είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τα πράγματα και τη θρησκεία της Ελλάδας πολύ καλύτερα από εσάς τους ίδιους…»

Η αρχή μιας μελέτης – έρευνας με σπάνιο θέμα, λίγο δυσνόητο και κάπως αδιάφορο για τους «πολλούς», όπως αυτή, είναι φρόνιμο να ξεκινά από τα προσιτά στο νου κομμάτια της, σαν να λέμε από τα ευκολότερα ή μάλλον τα ωραιότερα. Τέτοια ακριβώς είναι τα μυθογραφικά στοιχεία, που δεν απαιτούν κόπο σκέψης ή κάποια ιδιαίτερη εισαγωγή, για να γίνουν αντιληπτά.

Η μυθοπλασμένη καταγωγή της ονομασίας «Λάρισα» αγκαλιάζει όλες σχεδόν τις ελληνικές πανάρχαιες παραδόσεις, με παρακλάδια που αγγίζουν μυθιστορίες από την Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Θεσσαλία. Όπως έγραψαν οι αρχαίοι μυθογράφοι (Ησίοδος κ.ά.), Λάρισα λεγόταν η γυναίκα του Ποσειδώνα, μητέρα των ημίθεων αδελφών [1] Αχαιού, Φθία και Πελασγού ή ακόμα η εγγονή της, θυγατέρα του τελευταίου, όπως αναφέρει άλλη εκδοχή του ίδιου μύθου (Παυσανίας II 24,1).

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

  1. Η διασπορά

 

«Ούτω δε οι Πελασγοί πολλής και αγαθής χώρας κρατήσαντες, πόλεις τε προσέλαβον και άλλας αυτοί κατασκευάσαντες, μεγάλην και ταχείαν επίδοσιν έλαβον εις Ανδρείαν και πλούτον και των άλλων ευτυχίαν…»

(Διονύσιος Αλικαρνασσεύς βιβλ. α’ 25)

 

Οι Έλληνες δε φαντάζονταν τους εαυτούς τους ως τους πρώτους οικήτορες της χώρας τους. Αναγνώριζαν άλλους πρόδρομους λαούς, τους οποίους δε θεωρούσαν στερημένους πολιτισμού ή ανάπτυξης. Με εκείνους, μάλιστα, αισθάνονταν συνδεδεμένοι τόσο στη θρησκευτική πίστη όσο και στα ήθη, όχι όμως στη γλώσσα. Τους ονόμαζαν με ξένα εθνικά ονόματα, κυρίως όμως Πελασγούς, «τής νυν Ελλάδος δε Πελασγίας πρότερον καλεσμένης της αυτής ταύτης…» (Ηρόδοτος Β 51)

Μην μπορώντας να εξηγήσουν και να φανταστούν, όπως ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, ένα τέτοιο πολυάριθμο και ομοιογενή λαό να προηγείται στην κατοίκηση της χώρας τους, έπλασαν το μύθο ότι: «έτσι λοιπόν οι Πελασγοί, ξεκινώντας πρώτα από την Πελοπόννησο, απλώθηκαν σ’ ολόκληρη την όμορφη Ελλάδα, κατοίκησαν πολλές πόλεις και ίδρυσαν νέες, έδειξαν μάλιστα ευψυχία στους πολέμους και απέκτησαν πλούτη και αγαθά…»

Φαίνεται ότι με την εξάπλωση των Πελασγών συμβάδιζε και η μεγάλη εμβέλεια διάδοσης του ονόματος ΛΑΡΙΣΑ στον ελλαδικό χώρο αλλά και έξω απ’ αυτόν.

Η ονομασία ΛΑΡΙΣΑ ήταν συνηθισμένη, ίσως και προσφιλής, στη γλώσσα των Πελασγών [2] του ελλαδικού χώρου και έξω απ’ αυτόν, τόσο στην Πρωτοελ­λαδική (Ύστερη) [3] όσο και στη Μεσοελλαδική [4] εποχή.

Με τη λέξη αυτή ονομάστηκαν αρκετές πόλεις στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και στην κοντινή Ασία. Τις παραθέτουμε αριθμημένες, με τη σειρά που βεβαιώθηκαν σε αρχαία κείμενα στα ελληνικά ιστορικά χρόνια, ώστε να αποτελέσουν μια συγκεκριμένη συλλογή:

α) Η μητρόπολη της Θεσσαλίας που υφίσταται μέχρι σήμερα δίπλα στον ποταμό Πηνειό (Ιλιάς Β 841).

β) Η Κρεμαστή Λάρισα ή Πελασγία στη Φθιώτιδα (Στράβων 435).

γ) Πόλη στην Αττική.

δ) Πόλη στην Κρήτη που αργότερα ονομάσθηκε Ιεράπυτνα (Ιεράπετρα) (Στράβων 440).

ε) Πόλη στα σύνορα Αχαΐας και Ήλιδας.

στ) Η ακρόπολη του Άργους με τη διαχρονική μέχρι σήμερα ονομασία της.

ζ) Πόλη στη Τρωάδα (Θουκυδ. Η 101, Όμηρος Ιλ. Β 840).

η) Η Φρικωνίδα Λάρισα στην Αιολίδα (Δ. Μικρασία), κοντά στην Κύμη, δίπλα στον ποταμό Έρμο. (Ηροδ. A 149, Ξενοφών Ελλην. 1,7, Όμηρος Ιλ. Β841).

θ) Πόλη κοντά στην Έφεσο, δίπλα στον ποταμό Κάυστρο [5] της Λυδίας.

ι) Πόλη στη Συρία, έδρα τοπικού άρχοντα.

ια) Πόλη στην Ασσυρία, δίπλα στον ποταμό Τίγρη. [6]

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

  1. Η προέλευση

 

«…το Ελληνικόν, εόν ασθενές, από σμικρού την αρχήν ορμώμενον αύξηται εις πλήθος των εθνέων, Πελασγών μάλιστα προσκεχωρησάντων και άλλων εθνέων βαρβάρων συχνών.»

 

(Ηρόδοτος A 57, 8)

Η ομολογία του Ηροδότου κρύβει μια διαπίστωση πέρα για πέρα αληθινή. Μια διεργασία που πραγματοποιήθηκε μέσα σε ικανό χρονικό διάστημα μέχρι την οριστικοποίησή της. «Το ελληνικό (έθνος), ολιγομελές στην αρχή, ξεκίνησε αργά – αργά να αυξάνεται σε αριθμό (ελληνικών) φύλων καθώς οι προσχωρήσεις των Πελασγών και άλλων αλλόγλωσσων ήταν συχνότατες…»

Το ίδιο παραδέχεται και ο Θουκυδίδης όταν γράφει: «…ούτοι γάρ δή Φοίνικες τάς πλείστας των νήσων ώκησαν…» (Θουκυδίδης Α. 8). Ακόμα γενικότερα ο Στράβων: «…και περί τής Πελοποννήσου αυτής φησιν βάρβαροι ώκησαν…, Δαναός εξ Αιγύπτου, …την δε Καδμείαν Φοίνικες…» (Στράβων 321).

Τέλος ο Παυσανίας γράφει: «…πάλαι γάρ τής νύν καλουμένης Ελλάδος βάρβαροι τά πολλά ώκησαν…» (Παυσ. A 41, 8).

Ο συγκερασμός πολλών εθνικών και αλλόγλωσσων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα και η ελληνική ινδοευρωπαϊκή γλώσσα να εμπλουτισθεί αναγκαστικά με αρκετά και διάφορα γλωσσικά μορφώματα, ώστε να μην αποτελεί την παλαιά και αρχική γλώσσα, αλλά νέα γλώσσα, που πρωτομπήκε και αναπτύχθηκε στα καινούργια ελληνικά εδάφη.

Αρκετά γλωσσικά ιδιώματα αποδεικνύουν την αρχαιότατη συγγένεια και καταγωγή πολλών ριζών και λέξεων της ελληνικής από τη σημιτική και μάλιστα τη φοινικική και λιβυκή διάλεκτο, λιγότερο δε την αιγυπτιακή.

Όλα αυτά ήταν συνέπειες της συνεχούς επικοινωνίας από τις εμπορικές και πολιτιστικές συναλλαγές που είχαν αναπτυχθεί από τα προϊστορικά χρόνια μεταξύ των κατοίκων του ελλαδικού χώρου και των σημιτικών λαών της βόρειας Αφρικής και των ανατολικών παραλίων της Μεσογείου. Τα ίδια αποδεικνύουν και μυθικές αργειακές παραδόσεις και τα σημιτικής προέλευσης βασιλικά ονόματα: Ίναχος, Φορωνέας, Άπις, Άργος, Έπαφος, Αίγυπτος, Δαναός κ.ά.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Α. Τα απαραίτητα σημιτικό – φοινικικά γλωσσικά στοιχεία

 

Η πανάρχαια λέξη – ονομασία ΛΑΡΙΣΑ, της οποίας αναζητάμε την προέλευση, είναι πιθανώς σημιτικής καταγωγής και ειδικότερα της φοινικικής διαλέκτου που μιλιόταν στα ανατολικά παράλια της Μεσογείου κατά τη Μεσοελλαδική εποχή, δηλαδή στις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας.

Το ιδιαίτερο, μοναδικό και πραγματικά θαυμάσιο πλεονέκτημα της σημιτι­κής γλώσσας, που αναγνωρίζεται από όλους τους ανατολιστές, είναι ο μεγάλος και καταπληκτικός πλούτος των λέξεών της, που φθάνει – μπορούμε να πούμε – στο απεριόριστο. [7] Η ελληνική γλώσσα, η πλουσιότερη των ινδοευρωπαϊκών, συγκρινόμενη με τον πλούτο των λέξεων και ριζών της σημιτικής, μόλις που θα μπορούσε να φθάσει την αναλογία του 10% ή και ακόμα παρακάτω.

Όμως, ενώ η σημιτική πελαγοδρομεί και χάνεται στο σχεδόν άπειρο, η ελληνική, καθώς διατηρεί την καλλιτεχνική αξία της, περιοριζόμενη στο χώρο της, και καθώς ανακτά συνέχεια εσωτερικές δυνάμεις καθιστάμενη κύρια του εαυτού της, ορίζει και περιορίζει χωριστά την έννοια κάθε λέξης, με σκοπό τη σαφήνεια και την ακρίβεια, χωρίς να χάνεται στο άπειρο. Σ’ αυτό ακριβώς οφείλεται ο πλούτος και η ικανότητα της ελληνικής, ότι καθώς παραλαμβάνει έτοιμη την πρώτη γλωσσική ύλη, κατορθώνει να τη μεταπλάθει, να την μετασχηματίζει, να την ενδύει με τρόπους τόσο ποικίλους και με σύστημα πρωτότυπο και ευφυέστατο, ώστε με τη δημιουργία χωριστών και ευδιάκριτων λέξεων να αποφεύγεται κάθε αοριστία και αμφιβολία γύρω από την έκφραση και τη σημασία της [8].

Ο βασικός κανόνας σχηματισμού των λέξεων της σημιτικό – φοινικικής γλώσσας ήταν απλός. Πρώτα σχηματιζόταν ο σκελετός από δύο, τρία ή τέσσερα σύμφωνα και κατόπιν «ντυνόταν» η λέξη με απεριόριστους τρόπους επιλογής της σειράς των φωνηέντων. Έτσι προέκυπτε μια απειρία συνδυασμών και φυσικά λέξεων.

Στη λέξη ΛΑΡΙΣΑ λοιπόν το πρώτο αρχικό γράμμα Λ είναι το λείψανο που απόμεινε από το σημιτικό άρθρο αλ ή ελ, ηλ, υλ και ουλ. Όλες αυτές τις προφορές είχε το άρθρο που γραφόταν με ένα έλεφ [9] και ένα λάμεδ [10]. Λάρισα επομένως είναι η λ’Αρισα.

Επίσης στην ελληνική υπάρχει ένα μόνο σίγμα [11], ενώ στις σημιτικές γλώσσες περισσότερα.

Την ίδια λοιπόν λέξη μπορούμε να γράψουμε και λ’Αριch-α [12] και λ’Αρισ-α [13].

Με βάση αυτές τις γραφές στη σημιτική θα αναζητήσουμε, στην επόμενη ενότητα, τις πιθανές ερμηνείες της λέξης.

 

Άργος, άποψη της Ακρόπολης της Λάρισας, πιθανόν τη δεκαετία του 1950.

 

 

-Β. Οι πιθανές σημασίες

 

  1. 1. Κατά την πρώτη γραφή λ’Αριch σήμαινε κατοικία με στέγη, ανάκτορο, θρόνος βασιλικός και θρόνος του θεού, μέγα αξίωμα. Από παλαιοτάτους χρόνους η κατεξοχήν ιερή πόλη των Αράβων ειδωλολατρών και μετέπειτα των Μουσουλμάνων, η Μέκκα, έφερε και φέρει ακόμα σήμερα τον ποιητικό τίτλο της: λ’Αριch-α, δηλαδή της παλαιάς πρωτεύουσας ή του θρόνου του θεού, ένεκα της ύπαρξης αρχαίων ναών, ανακτόρων και μεγάρων. [14]

Στην περίπτωση αυτή της ερμηνείας εμπίπτουν οι ονομασίες των πόλεων 2δ και2ι.

  1. Κατά τη δεύτερη γραφή λ’Αρισ-α σήμαινε αυλή, πλατεία περιτειχισμένη, μέρος περίφραχτο, οχυρωμένο, φρούριο, ακρόπολη, προμαχώνας. Οι σημασίες αυτές είναι φανερό ότι ταιριάζουν απόλυτα στην ακρόπολη του υστεροελλα­δικού Άργους (2στ). Στην περίπτωση αυτή ανήκουν επίσης οι ονομασίες των πόλεων, 2β, 2γ, 2ε.
  1. Υπάρχει βέβαια μια τρίτη λέξη λ’ Αρσάμ που και αυτή περιλήφθηκε στην ελληνική ως Λάρισα. Λαρσάμ σήμαινε ιδιαίτερα τα ανάκτορα, την ακρόπολη που κείται πάνω σε ύψωμα ή λοφίσκο από χώμα, τεχνητό ή φυσικό, που βρίσκεται μέσα σε πεδιάδα και δεσπόζει στο χώρο, που είναι ορατή στον ορίζοντα από μεγάλη απόσταση και από πολλές διευθύνσεις.

Η λέξη απευθυνόταν και εφαρμοζόταν ειδικότερα σε χώρες πεδινές που τις διέσχιζαν μεγάλοι σε πλάτος ποταμοί, οι λεγόμενες ποταμόχωστες. Απόδειξη είναι ότι τα ονόματα Λαρσάμ και αΛ-αρσhάμ της Μεσοποταμίας οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς (Ξενοφών κ.ά.) μετέγραφαν σε Λάρισες, με αποβολή του τελικού γράμματος μι, πράγμα συνηθισμένο στην αρχαία και νεότερη ελληνική γλώσσα.

Ο Στράβων ειδικότερα γράφοντας για τη Θεσσαλική, Αιολική και Εφεσία Λάρισα ομολογεί ότι: «ποταμόχωστον την χώραν έσχον» (σημ. 5). Από τα γραφό­μενα αυτά είναι εύκολο το συμπέρασμα ότι σε αυτή την περίπτωση περιλαμβά­νονται οι ονομασίες των ποταμόχωστων πόλεων 2α, 2ζ, 2η, 2θ, 2ια αλλά και η αργειακή ακρόπολη (2στ).

Ο ιωνικός τύπος της λέξης συναντιέται ως Λήρισα (Ηρόδ. ΙΧ,Ι και 58)

  1. Παρεμπιπτόντως αναφέρουμε και μια σπάνια αλλά ενδιαφέρουσα άποψη ερμηνείας του ονόματος από το λεξικογράφο και γραμματικό του 5ου μ.Χ. αι. Ησύχιο. Αυτός παραπέμπει την προέλευση στην πελασγική ρίζα «λάστα», που σήμαινε την πέτρινη ακρόπολη, έγραφε μάλιστα τη λέξη ως Λάρεισα. Είναι όμως φανερό ότι και η ρίζα αυτή είναι κάποια παραφθορά από τις προηγούμενες σημιτικές γραφές.

 

Το κάστρο του Άργους, η Λάρισα η Αργεώτις κατά τους αρχαίους, βρίσκεται στα δυτικά της πόλης, σε λόφο με υψόμετρο περίπου 290μ. Από τους αρχαίους χρόνους σώζονται τμήματα από τα κυκλώπεια τείχη, θεμέλια αρχαίων ναών και δεξαμενών νερού. Στην πλαγιά του, η ιστορική εκκλησία Παναγία η Κατακεκρυμμένη. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

  1. Λάρισα η Αργεώτις

 Ποια είναι, άραγε, η πιθανότερη προέλευση της ονομασίας ΛΑΡΙΣΑ που δόθηκε στην ακρόπολη του προϊστορικού Άργους; Πότε και από ποιους την πήρε;

Ο λόφος και φρούριο είχε και προμαχώνες διέθετε με ισχυρότατη οχύρωση στα προωθημένα τμήματά του, κυρίως στις γωνίες, και μέσα σε ποταμόχωστη πεδιάδα ήταν η θέση του και εμφανέστατη θέα είχε στον ορίζοντα από μεγάλη απόσταση, αλλά κυρίως ήταν ορατός από όλα τα σημεία του κοντινού κόλπου της θάλασσας.

Σίγουρα, η καθαρότατη εικόνα και το εντυπωσιακό, περίεργο, κωνοει­δές σχήμα του ήταν εκείνα τα στοιχεία που προκαλούσαν το θαυμασμό στους ανατολίτες ναυτικούς – κυρίως Φοίνικες – καθώς έμπαιναν και διέσχιζαν με τα μαύρα καράβια τους [15] τον (Αργολικό) Κόλπο, αντικρίζοντας το λόφο στο βάθος του ορίζοντα να εξέχει καμαρωτός. Στην παραλία έβγαζαν και πουλούσαν τα εμπορεύματα, [16] παραμένοντας για πέντε ή έξι μέρες. Όταν ξεπουλούσαν όλη την πραμάτεια τους, άνοιγαν πανιά και παρευθύς έβαζαν πλώρη για τη μακρινή πατρίδα τους, τα σημερινά συροπαλαιστινιακά παράλια. Μαζί τους έπαιρναν «κογχύλην» και «πορφύραν», τις πρώτες ύλες για τη βαφή των πανάκριβων ενδυμάτων των Φοινίκων και Ασσυρίων μεγιστάνων. Πού και πού ξελόγιαζαν και κάποια Αργειτοπούλα πριγκίπισσα, όπως αναφέρει η πλούσια αργειακή μυθική παράδοση. [17]

Λοιπόν, αυτοί οι Σημιτοφοίνικες έδωσαν το όνομα στο λόφο, από λέξη της γλώσσας τους, κυρίως γιατί ήθελαν συγχρόνως να επισημαίνεται και το γεωγραφικό ναυτικό στίγμα εντοπισμού της προϊστορικής πόλης του Άργους από τους νεοφερμένους ναυτικούς και επισκέπτες εμπόρους. Η θέα του κωνικού λόφου αποτελούσε διακριτό και σίγουρο σήμα τερματισμού του ταξιδιού για τα καράβια που πρωτόμπαιναν στον ήσυχο αργειακό κόλπο.

Αυτό θα έγινε στις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας (1900-1800 π.Χ.), όταν οι εμπορικές διασυνδέσεις του ανεπτυγμένου μεσοελλαδικού Άργους και των πόλεων του παραλιακού Λεβάντ(ε) (Ανατολής) είχαν αρχίσει να φουντώνουν.

Η λέξη που τελικά διάλεξαν οι Ανατολίτες ως ονομασία του (αργείτικου) λόφου ήταν η περίπτωση 3Β(3), γιατί το Λαρσάμ ήταν απόλυτα ταιριαστό με τις φυσικογεωλογικές ιδιοτυπίες και οπτικές απαιτήσεις που συνυπήρχαν στη σύνθετη σημασία της λέξης με τα πολλά παραπλήσια ομόηχα, αλλά διαφορετικής ερμηνείας μορφώματα.

Οι ντόπιοι δέχτηκαν τον όρο και σιγά σιγά τον ενσωμάτωσαν στο λεξιλόγιό τους ως ΛΑΡΙΣΑ. Η γλωσσική χοάνη της πλουσιότατης και παραστατικότατης πελασγικής τον απορρόφησε και τον έκανε σύμβολό της. Οι Πελασγοί «οικειοποιήθηκαν» τη λέξη και ποιητικότατη όπως ήταν «φώλιασε» στο μυθόκοσμό τους. Από τότε Λάρισα ονομαζόταν η μυθική θυγατέρα του γεννήτορά τους Πελασγού, γι’ αυτό και η ονομασία έγινε προσφιλής στους «απογόνους» του σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Έτσι, η λέξη άρχισε να παριστάνει ένδειξη και τεκμήριο εντοπιότητας και εθνικής πελασγικής παρουσίας για κάθε τόπο, όπου αυτή απαντιόταν.

 

Λάρισα – Κάστρο Άργους. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Όταν αργότερα οι Πελασγοί στεφάνωσαν την κορυφή του λόφου τους, κτίζοντας την πρώτη ακρόπολη [18], τότε ο όρος Λάρισα άρχισε να διαιωνίζεται. Οριστικά διαμορφωμένος συνέχισε τη σταθερή παρουσία του και στη δωρική διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας, που επικράτησε και μιλιόταν στην αργειακή πεδιάδα μετά το 1100 π.Χ. Εντελώς αμετάβλητος άρχισε να γράφεται – μετά το 600 π.Χ. – με το μερικώς ιδιότυπο τοπικό αργειακό λεξιλόγιο, παίρνοντας την ιδιαίτερη επωνυμία «Λάρισα η Αργεώτις», [19] ώστε να διακρίνεται και να ξεχωρίζει από τις άλλες ομώνυμες αλλά διαφορετικές γεωγραφικά πόλεις και θέσεις οχυρών λόφων, όπως της Θεσσαλίας στον ελληνικό λόφο [20] ή της Τρωάδας στη Μικρασία, που θεωρούνταν ισάξιες στη φήμη με την αργειακή Λάρισα.

Σπάνια αλλά ομορφοπλασμένα περιγραφικά επίθετα έχουν διαχρονικά δοθεί και αφιερωθεί στο λόφο του Άργους από αρχαίους συγγραφείς που, σίγουρα, επισκέφθηκαν τον τόπο του και μαγεύτηκαν από το φυσικό περιβάλλον, από το μεγαλείο της θέας και την περίεργη γεωλογικά κωνική μορφή του υψώματος. Το στενό πέρασμα – διάβαση, που χώριζε τους ανισοϋψείς λόφους της Λάρισας και της Δειράδας, ήταν κατάφυτο από πυκνές μυρσίνες και ανθισμένες δάφνες [21]. Η βλάστηση γέμιζε όλους τους χώρους μεταξύ της προϊστορικής νεκρόπολης και των γύρω ιερών, ναών και μαντείων, των αφιερωμένων στον Απόλλωνα Δειραδιώτη, την Οξυδερκή Αθηνά και την Ακραία Ήρα. Ψηλά, στην κορυφή της Λάρισας, δέσποζε ο ασκέπαστος, τεράστιος ναός του Λαρισαίου Δία [22].

Πρώτος ο Αισχύλος, που επισκέφθηκε πολλές φορές το Άργος, αφιέρωσε στο ύψωμα την ονομασία «ικεταδόκος σκοπή» (Ικέτιδες 713), που σήμαινε «ο ψηλός τόπος που δέχεται ικέτες». Προφανώς ο τραγικός ποιητής, επηρεασμένος από τη μυθική υπόθεση του έργου του, εννοούσε όλους εκείνους που ανέβαιναν στην κορυφή του λόφου, για να ζητήσουν στο ιερό του Δία τη συνδρομή του θεού με δεήσεις και ικεσίες.

 

Λάρισα – Κάστρο Άργους. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια ο Λατίνος γραμματικός και λεξικογράφος Στάτιος (1ος μ.Χ. αι.), φίλος του Άργους και φιλοξενούμενος από Αργείους πλούσιους εμπόρους, σε χωριστά κείμενά του στόλισε με δύο πρωτότυπες εκφράσεις το λόφο, χαρακτηριστικές της εντυπωσιακής θέας και φήμης του. Η πρώτη ονομασία ήταν: «Palladea Αrx», που σήμαινε «Αψίδα της Παλλάδας». Καθισμένος στα σκαλοπάτια του ναού της Αθηνάς (Παλλάδας) Οξυδερκούς και μαγεμένος από το πανέμορφο θέαμα του αντικρινού λόφου, τον φαντάστηκε σαν μια πανύψηλη τιμητική αψίδα, και τα πολυγωνικά τείχη της ακρόπολης πάνω του σαν πέτρινο στέμμα.

Η δεύτερη ονομασία ήταν: «Larissaeus Apex», που σήμαινε «Λαρισσαία Κορυφή». Η χαρακτηριστικότατη αυτή έκφραση μας δίνει την πολύτιμη πληροφορία ότι και στους χρόνους της μέσης ρωμαϊκής περιόδου η ονομασία Λάρισα ήταν ακόμα σε χρήση (έστω και με δύο σίγμα).

 

Υποσημειώσεις


[1] Τα τρία αδέλφια ήταν γενάρχες, άρχοντες και ονοματοθέτες των ιδιαίτερων περιοχών που βασίλεψαν. Ο Αχαιός της ΒΔ Πελοποννήσου (Αχαΐα), ο Φθίας της ανατολικής Στερεός Ελλάδας (Φθιώτιδα) και ο Πελασγός της Αργολίδας ή λίγο αργότερα της Θεσσαλίας (Πελασγικό Άργος), όπου έφυγε μετανάστης. Όλοι ξεκίνησαν από το Άργος (Διον. Αλικαρν. 1,17).

[2] Το ινδοευρωπαϊκό φύλο των Πελασγών πρωτομπήκε στον ελλαδικό χώρο στις αρχές της 3ης π.Χ. χιλιετίας, με τελευταίο σταθμό και αρχή διασποράς του τον κάμπο της σημερινής Θεσσαλίας. Ήταν λαός συγγενής των πρωτοελληνικών φύλων, δε μιλούσε όμως την ελληνική. Στην αργειακή πεδιάδα εμφανίστηκαν γύρω στο 2800 π.Χ.

[3] Ύστερη Πρωτοελλαδική 2400 -2000 π.Χ.

[4] Μεσοελλαδική 2000 -1600 π.Χ.

[5] Ο Στράβων μας πληροφορεί «ίδιον δέ τι τοις Λαρισαίοις συνέβη τοις τε Καϋστριανοίς και τοις Φρικωνεύσι και τρίτοις τοις εν Θεσσαλία, άπαντες γάρ ποταμόχωστον την χώραν έσχον, οι μεν υπό του Καΰστρου, οι δ’ υπό του Έρμου, οι δ’ υπό του Πηνειού» (Στράβων 621).

[6] Στράβων 440. Περιγραφή της πάλης και του ποταμού κάνει ο Ξενοφών (Κύρου Ανάβασις 4,7).

[7] Όπως αναφέρεται, Άραβας λεξικογράφος είχε την επιμονή και υπομονή να υπολογίσει σε δώδεκα περίπου εκατομμύρια λέξεις την Αραβική και τα αραβικά λεξικά αποτελούν έναν ατέρμονα ωκεανό λέξεων. Μόνο για τη λέξη κάμηλος έχουν αριθμήσει 5.744 λέξεις.

[8] Η ελληνική, παρατηρεί πολύ ορθά ο ιστορικός Ερνέστος Κούρτιος, μοιάζει με το σώμα εξασκημένου παλαιστή, στο οποίο κάθε μυς είναι τόσο αναπτυγμένος, ώστε να λειτουργεί τέλεια. Δεν υπάρχουν πουθενά νωθρές σάρκες, αλλά τα πάντα δείχνουν ρώμη και ζωή (Κούρτιος Ερνέστος, «Ελληνική Ιστορία», Αθήναι, 1898).

[9] Από το σημιτικό άλεφ προέρχεται το δικό μας άλφα, το οποίο κατάντησε στην ελληνική φωνήεν με ένα σταθερό ήχο, ενώ στις σημιτικές θεωρείται σύμφωνο.

[10] Από το σημιτικό λάμεδ προέρχεται το δικό μας λάμδα ή λάμβδα ή λάβδα (με υπέρθεση γραμμάτων).

[11] Το σάμεh των Φοινίκων, το οποίο μετονομάσθηκε σε σίγμα στην ελληνική.

[12] Με το παχύ σίγμα (το chin της σημιτικής), το οποίο δεν υπάρχει στην ελληνική.

[13] Με το ανοιχτό σίγμα (το σσαδ της σημιτικής) το οποίο δεν υπάρχει στην ελληνική.

[14] Υπάρχει και σήμερα στην Αίγυπτο πόλη με το όνομα Αλ-αρich, η οποία θεωρείται ιερή. Στους παλαιοτέρους χρόνους θα έπρεπε να ονομαζόταν επίσης Λάρισα.

[15] «μυρί άγοντες αθύρματα νηί μελαίνη…» (Οδυσ. Ο 416) δηλαδή: «…κουβαλώντας πολλών ειδών προϊόντα με κατάμαυρο καράβι…».

[16]  «…τη τε άλλη χώρη εσαπικνέεσθαι και δη και ες Άργος, το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη, απικομένους δε τούς Φοίνικας ες δη το Άργος τούτο διατίθεσθαι τον φόρτον». (Ηρόδοτος Α.1)

«… έφταναν και σ’ άλλα μέρη, κυρίως όμως στο Άργος. Λοιπόν, το Άργος εκείνη την εποχή είχε τα πρωτεία στο καθετί ανάμεσα στις πόλεις της χώρας που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα. Και, πως φτάνοντας τέλος πάντων σ’ αυτό το Άργος οι Φοίνικες έβγαζαν και πουλούσαν τα εμπορεύματά τους».

[17]  «… ελθείν επί την θάλασσαν γυναίκας άλλας τε πολλάς και δη του βασιλέος θυγατέρα… Ιούν την Ινάχου…και τούς Φοίνικας διακελευσαμένους ορμήσαι επ’ αυτάς…την δε Ιούν συν άλλησι αρπασθήναι…αποπλέοντας επ’ Αιγύπτου…» (Ηρόδοτος Α,1)

«… κατηφόρισαν στη θάλασσα και άλλες πολλές γυναίκες και ανάμεσά τους κι η θυγατέρα του βασιλιά… η Ιώ του Ινάχου… κι οι Φοίνικες ξεσηκώνοντας ο ένας τον άλλον όρμησαν απάνω τους…την Ιώ μαζί με άλλες τις άρπαξαν…και παρευθύς έβαλαν πλώρη για την Αίγυπτο».

[18] Αυτό έγινε γύρω στο 1550 π.Χ., όπως βεβαιώνουν οι σχετικοί με την προϊστορία του Άργους αρχαιολόγοι. Τμήματα της προϊστορικής οχύρωσης διακρίνονται στις βάσεις του ΒΔ τμήματος της ακρόπολης σε ύψος 4 μέτρων και μήκος περισσότερο από 25 μέτρα. Είναι κτισμένα με τη γνωστή κυκλώπεια τεχνοτροπία των τειχών προϊστορικών ακροπόλεων (φωτ. 2).

[19] Ο όρος για πρώτη φορά συναντιέται στο έργο του Στέφανου Βυζάντιου: «Εθνικά», ένα είδος γεωγραφικού λεξικού και στην επιτομή «Σχόλια στον Απολλώνιο το Ρόδιο» Α,40.

[20] Λάρισα η Πελασγιώτις.

[21] Πίνδαρος, I 8,147

[22] Παυσανίας, Αρκαδικά 24,1

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία Ελληνική


 

  • Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1985 (Όμηρος, Αισχύλος, Πίνδαρος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, Στράβων, Παυσανίας, Στέφανος Βυζάντιος, Ησύχιος).
  • ΓΑΡΔΙΚΑΣ Γ., Επίτομος Ελληνική Γραμματολογία, Αθήναι 1935.
  • ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ Π., Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήναι 1971.
  • Εκδοτική Αθηνών, Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους. Τομ. A Προϊστορία – Πρωτοϊστορία.
  • ΕΑΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ Ν.Π., Η Πελασγική Ελλάς, Αθήναι 1931.
  • ΖΕΓΚΙΝΗΣ I., Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ΠΥΡΓΟΣ 1968.
  • ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Π., Προϊστορική Αρχαιολογία, Αθήναι 1908.
  • ΚΑΚΡΙΔΗΣ I., Ελληνική Μυθολογία, Τόμ. II, III, Αθήνα 1968.
  • ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΣ ΙΑΚ., Πελασγικά, Αθήναι 1912.
  • ΚΛΕΙΩΣΗΣ ΑΓΓ., Αργείων βασιλέων Μέλαθρον, Πρέβεζα 1966.
  • ΚΟΡΔΑΤΟΣ I., Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • ΚΟΥΡΤΙΟΣ ΕΡΝΕΣΤΟΣ, Ελληνική Ιστορία, Αθήναι 1898.
  • ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Γ„ Λεξικό Ν. Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1997.
  • ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ Κ., Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, Τόμος Α’ Αθήναι 1935.
  • ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, (μετάφρ. – Σχόλια). Αθήνα 1991.
  • ΣΕΡΓΚΕΦ Σ.Β., Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Αθήναι 1955.
  • ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ Η., Ηροδότου Ιστορίες, Σχολ. Βοήθημα. Αθήνα 2001.
  • ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ Κ.Θ., Η Προϊστορία της Πελοποννήσου, Αθήναι 1964.
  • Υπουργείο Πολιτισμού., Η Ελληνική μια πάντοτε σύγχρονη γλώσσα, Αθήνα 1999.
  • LIDDEL Η. – SCOTT R., Μέγα λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, (Μετάφραση) Αθήναι 1970.

 

Ξενόγλωσση

 

  • BUCK D.C., The Greek Dialects, Chicago 1955.
  • CHADWICK J., The Greek Dialects and Greek Prehistory, Oxford 1956.
  • CLERMONT A. – CANNEAUL B., Les Pheniciens dans le Peloponese, Paris 1877.
  • GEORGIEV P., Greek Indoeuropeans Toponyms with Greek Prigin, London 1972.
  • HARDEN D., The Phoenicians London 1971.
  • HUTTENBACH F. Die Pelasger. Wien 1960.
  • KELLY TH., A History of Argos to 500 b.C., University of Minneapolis 1976.
  • MOSCATI S., V Epopee des Pheniciens, Paris 1971.
  • REMAN E., Histore Generale des Longues Semitiques, Paris 1978.
  • SAKELLARIOU M., Dialectes et Ethne Grecs a l’ Age du Bronze, Athenes 1973.
  • SAKELLARIOU M., Pelasqes et Autres Peuples Indoeuropeens en Grece a l’ Age du Bronze,
  • Athenes 1975.
  • VAN WINDEKENS A.J., Le Pelasgique, Louvain 1962.
  • PIETAT M. – TOUCHAIS G., Argos, une Ville Grecque de 6000 Ans, Paris 1989.

 

Δανάη Ακρισίου

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου – ©  Γεώργιος Η. Κόνδης, Αργειακή Γη, τ.1, Άργος,  Δεκέμβριος 2003.


 

Το φαινόμενο της αστικοποίησης είναι τόσο σύνθετο όσο και οι μεταβολές τις οποίες υφίσταται το κοινωνικό σώμα. Όσο περισσότερο έντονες είναι σε αριθμό, σε ρυθμό και σε συχνότητα, τόσο πιο σύνθετη μορφή έχουν. Το φαινόμενο δεν είναι επίσης απλό, διότι καθορίζει και καθορίζεται από οικονομικά συμφέροντα, κοινωνικές διαστρωματώσεις, τυχαία γεγονότα και ιστορικές συγκυρίες. Οι τελευταίες καθορίζουν με τη σειρά τους τη μορφή της αστικοποίησης και της πολεοδομικής συγκρότησης και ανάπτυξης.

Το Σωματείο των σαρωθροποιών σε προπολεμική φωτογραφία κατά τον εορτασμό της εικόνας του Χριστού (26 Δεκεμβρίου) στην Παναγία Κατακεκρυμμένη, Άργος.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, διαφοροποιήσεις ως προς την ανάπτυξη των αρχαιοελληνικών πόλεων σε σχέση με τις αντίστοιχες βυζαντινές ή εκείνες της τουρκοκρατίας, και ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αστική ανάπτυξη του 19ου αιώνα. Παρ’ ότι, όπως θα εξηγήσουμε και στη συνέχεια, δεν υπάρχουν ασυνέχειες ή διαζεύξεις στο φαινόμενο της αστικοποίησης προκειμένου για τον ίδιο ιστορικό χώρο, οι διαφοροποιήσεις στις οποίες αναφέρομαι αντικατοπτρίζουν το επίπεδο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των μορφών αστικοποίησης δεν είναι τόσο ποσοτική όσο ποιοτική. Για το λόγο αυτό το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν ταυτίζεται απόλυτα με εκείνο της δημιουργίας των πόλεων. Η διάκριση έγκειται στο ότι η αστικοποίηση «είναι ένα πλέγμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αντιλήψεων που η δομημένη μορφή έχει προσπαθήσει να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει. Για τον ίδιο λόγο το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως θεωρούσαν οι κοινωνικοί αναλυτές πριν μερικές δεκαετίες. Αντίθετα, προηγείται της γένεσης του καπιταλισμού, διότι απορρέει από την κοινωνική κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία και όχι μέσα στη μονάδα παραγωγής…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου

Παράρτημα

Read Full Post »