Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Η Συμμετοχή της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στον Αγώνα του 1821


 

Χάρη στην οικονομική της ευρωστία και την προνομιακή της θέση, η μονή Καρακαλά, στρατηγικής σημασίας και με οχυρωματικές δυνατότητες, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο κατά την Ελληνική Επανάσταση. Υπήρξε, κατά γενική ομολογία, κέντρο απόκρουσης των εχθρών, γεγονός που μαρτυρείται και από πλήθος ανέκδοτων εγγράφων αλλά και οπλοστάσιο και τόπος παρασκευής πολεμοφοδίων. Βρέθηκε εκεί «φόρμα εις την οποίαν έχυναν τα μολυβόβουλα, ευρωπαϊκή», οι μοναχοί ήταν διαρκώς «οπλοφορούντες» και η παρουσία των ηγουμένων και μοναχών της μονής στην Επανάσταση είναι αξιόλογη.

Νεώτεροι μελετητές, στηριζόμενοι προφανώς στον Μιχ. Λαμπρυνίδη, αναφέρουν ότι κατά το 1821 ο ηγούμενος της μονής Διονύσιος Σουρίλος προέτρεπε τους κατοίκους των χωρίων Χέλι και Κοφίνι Ναυπλίας να συμμετάσχουν στον Αγώνα και προσθέτουν αμάρτυρα ότι την πληροφορία παρέχει γράμμα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Λανθασμένη όμως είναι η πληροφορία ότι ο ηγούμενος επονομαζόταν Σουρίλος και ηγουμένευε το 1821. Εμόναζε πράγματι κατά την παραπάνω περίοδο στη μονή ο Διονύσιος Μπεβάρδος που έλαβε μέρος στις μάχες της περιοχής, στην πολιορκία του Ναυπλίου στη μάχη στο Κατόγλι, κ,ά., ως ιερομόναχος και όχι ως ηγούμενος.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Στο μοναχολόγιο της μονής του 1850 αναφέρεται ότι ο Διονύσιος Μπεβάρδος ήταν μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής κατά την πάρα-πάνω χρονολογία, ονομαζόταν κατά κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε στο Αβδήμπεϊ του δήμιου Μηδέας, εκάρη μοναχός το 1809 και προχειρίσθηκε Ιερομόναχος στη μονή Καρακαλά, από τον τότε Λακεδαιμόνιο Αρχιεπίσκοπο Ναυπλίου Γρηγόριο Καλαμαμά, την 21η Ιανουαρίου του 1821. Ηγούμενος της μονής κατά το 1821-1823 υπήρξε, όχι ο Διονύσιος Μπεβάρδος, αλλά ο θείος του Συμεών, όπως ο ίδιος ο Διονύσιος αναφέρει σε επιστολή του την 18η Νοεμβρίου 1873, «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος:»  

«… την μονήν ταύτην ιδρυθείσαν επί Τουρκοκρατίας υπό των ευσεβών Χριστιανών, διώκησεν επί πεντηκονταετίαν ο θείος μου Συμεών Μπεβάρδος όστις μετά των συναδέλφων του απάντων συγγενών μου κατετρόμαξαν τους τολμητίας να κατακτήσουν την μονήν ταύτην Οθωμανούς. Μάρτυρες αξιόπιστοι είναι οι επιζώντες και αποθανόντες στρατηγοί και αρχηγοί, Τζόκρης, Στάϊκος, Λυγουριώτης, Νικηταράς και Μήτζης,….»

Και συνεχίζοντας ο Διονύσιος Μπεβάρδος την επιστολή του προς την Ιερόν Σύνοδον, μας δίνει και άλλες σπουδαίες ιστορικές πληροφορίες: «… κατά το έτος 1812 τη επιταγή του θείου μου εισήχθην εν τη Μονή ταύτη και υποτακτούσα. Κατά το 1821 εχειροτονήθην και ιερεύς και κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου ονομάσθην ηγούμενος, όπου και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον…».

Ο ηγούμενος όμως Συμεών, επονομάζονταν Μπουχέλης ή Ξηροκαστελιώτης και όχι Μπεβάρδος, κατά μία πληροφορία, απεβίωσε κατά την πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή Αγώνος τον κατέταξε το 1865 στους αξιωματικούς ε’ τάξεως. Αποκαλυπτικές πληροφορίες για τον ηγούμενο Συμεών Μπουχέλη ή Ξηροκαστελιώτη μας δίνουν ανέκδοτα Έγγραφα από το Αρχείον Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Η ανιψιά του Συμεών Μπουχέλη σύζυγος του Αναγνώστη Σουρίλου, απευθύνει αίτηση το 1865 «προς την επί του Αγώνος Σ. Επιτροπήν», αναφέροντας ότι είναι η μόνη κληρονόμος του ηγουμένου, «όστις ηγωνίσθη εις τον υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας αγώνα εξ αρχής και παρευρεθείς εις πολλάς μάχας και πολεμήσας ανδρείως κατά του φυσικού εχθρού της πατρίδος, παρευρέθη τέλος εις την πολιορκίαν της Ναυπλίας ότε απεβίωσεν κατά το έτος 1822».

Και συνεχίζοντας, παραπέμπει για την αξιοπιστία των λόγων της, σε «έγκλειστο πιστοποιητικό του Δήμου Μηδέας με την μαρτυρίαν και τεσσάρων ευυπολήπτων μαρτύρων», προτείνοντας ως μάρτυρα και τον στρατηγό Τζόκρη, «ως γνωρίζοντα εξ ιδίας αντιλήψεως την θυσίαν του και τον θάνατόν του εις το πεδίον του Άρεως». Προσθέτει επίσης, ότι ο Συμεών Μπουχέλης ήταν «Έφορος συνεισφορών». Η ανιψιά του Συμεών ζητούσε να της αποδοθεί «η ανήκουσα αποζημίωσης», επειδή ο θείος της, ηγούμενος της μονής Ξηροκαστελλίου εδικαιούτο την  «δέουσαν αμοιβήν των οφειλομένων εις  άπαντος τους αγωνισθέντας υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας και ενδόξως  μαχόμενους».

Ο χρόνος θανάτου του παραπάνω ηγουμένου ορίζεται επακριβώς από ανέκδοτα έγγραφα. Οι μοναχοί της μονής απευθύνονται στο Υπουργείο της θρησκείας την 22αν Αυγούστου 1824 και αναφέρουν ότι προ έξι σχεδόν μηνών, κατά τον Φεβρουάριο του 1824, πέθανε ο ηγούμενός τους «ο μακαρίτης Συμεών και συνελθόντες άπαντες και συσκεφθέντες», εξέλεξαν για ηγούμενο το συνάδελφό τους «Καλλίνικον Ιερομόναχον  και παρακαλούν το «Υπουργείον της Ιεράς Θρησκείας», να επικυρώσει την ηγουμενίαν «δι΄εναφραγίστου του ευδοκίμου διπλώματος. Ο διάδοχος του ηγουμένου Συμεών, Διονύσιος Μπεβάρδος , απλός Ιερομόναχος, οίκος αναφέρθηκε προηγουμένως, τον Απρίλιο του 1821 έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, μαζί με άλλους μοναχούς και ενόπλους της μονής.

 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

 

Εκτός του Διονυσίου, στην πολιορκία του  Ναυπλίου  έλαβαν μέρος με επικεφαλής τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας, ο Αναγνώστης Ζέρβας και ο Νικόλαος Γ. Λάμπρος από το Κρανίδι, ο Αναγνώστης Αναστασό­πουλος από το Λυγουριό, ο Αναστάσιος Μπούσκος από το Τζαφέραγα πού εκπλήρωνε, και χρέη εφόρου (επιμελητή) των πολιορκητών, ο Τάσος Νέζος, ο Μεντής, οι αδελφοί Κακάνη, ο Μπεκιάρης και άλλοι από τα περίχωρα του Ναυπλίου, μαζί με Αργείους, Λυγουριάτες, Δρεπανοχωρίτες, ο ηγούμενος της μονής Αυγού με ένοπλους μοναχούς, ο Γεώργιος Λύκος με αρκετούς Χελιώτες.

Όταν οι Οθωμανοί απείλησαν τον Πύργο στο Κατόγλι με 1200 ιππείς και πεζούς και 3 κανόνια, ο στρατηγός Δ. Τζόκρης κατέλαβε τον Πύργο στο Κατόγλι, έγινε μάχη πολύωρη και οι Οθωμανοί ήλπιζαν να κυριεύσουν τον Πύργο. Στη δύσκολη αύτη στιγμή, πρώτος ο ηγούμενος της, μονής του Καρακαλά, Διονύσιος, έσπευσε με 200 άνδρες ρασοφόρους, για να βοηθήσει τους πολιορκημένους Έλληνες κι έτσι διαλύθηκε η πολιορκία στο Κατόγλι και στο Παλαμήδι.

Όταν λίγο αργότερα, το 1825, ο Διονύσιος προτάθηκε από τους δημογέροντες Ναυπλίου ως ηγούμενος, ο Διοικητής του Ναυπλίου, στο σχετικό διοριστήριό του, γράφει τα έξης: «… διορίζεσαι ηγούμενος   εν τη ρηθείση μονή, ων εύελπις, ότι αξίως της υπολήψεώς την οποίαν οι επαρχιώται έχουν δείξει, θέλεις εκπληροίς τα χρέη της ηγουμενίας σου». Ο Διονύσιος, σε μεταγενέστερο έγγραφο απολογία του «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος», αναφέρει: «…κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου διωρίσθην ηγούμενος και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον».

Η πληροφορία αυτή έρχεται σε αντίθεση με εκείνη του διοριστηρίου του, που εκδόθηκε το 1825. Η εκτίμηση των κατοίκων του Ναυπλίου (δημογερόντων) προς αυτόν προκύπτει και από όσα περιλαμβάνονται στην πρότασή τους, προς τον διοικητήν Ναυπλίου: «…ο Διονύσιος…», γράφουν, «εφάνη πάντοτε ευάρεστος εις όλους μας δια την ακριβή των χρεών του εκπλήρωσιν και διότι παλλάς τας προσθήκας εις όλας τας παρελθούσας ήδη δεινός περιστάσεις έχοντας άγρυπνον το μονύδριον τούτο εις την επαρχίαν μας εις αυτού δε διαφυλάξαμεν όλην την ατομικήν μας ύπαρξιν, αυτού εφυλάξαμεν από την άγρυπνον επιτήρησιν του Καθηγουμένου Διονυσίου…».

Πληροφορίες για την προσφορά της μονής στον Αγώνα αντλούμε και από τον περιηγητή Captain Amhercromby Trant, ο οποίος παρέχει την είδηση ότι οι καλόγηροι, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, είχαν εξοπλισθεί, πήραν πενήντα Αλβανούς επί πληρωμή και κατόρθωσαν τρεις φορές να αποκρούσουν τις επιθέσεις των αποσπασμάτων του τουρκικού στρατού.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Στην πολιορκία του Ναυπλίου είχαν πάρει μέρος και οι Φιλέλληνες, κυρίως Γερμανοί, που είχαν σωθεί μετά τη μάχη του Πέτα και είχαν αποβιβαστεί, 200 περίπου, στο Λουτράκι. Από εκεί πήγαν στην Κόρινθο, στην Πιάδα και στο Λυγουριό και κατόπιν «τοποθετήθηκαν στο Ξηροκάστελλο και στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου». Κατά το Φωτάκο, «ανέλαβον να φυλάττουν ως σκοποί νύκτα και ημέρα», Και συνεχίζει: «Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί έναν περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον». Οι Φιλέλληνες δεν είχαν επαρκή μέσα τροφοδοσίας, και όπως αναφέρεται σε σχετικό ανέκδοτο έγγραφο, πωλούσαν «πετσιά» (δέρματα) στους μοναχούς και τα αντάλλασσαν με άλλα προϊόντα.

Κατά τον Ιούλιο του 1822, ο Δράμαλης προελαύνει ανενόχλητα προς το Ναύπλιο, καίοντας και λεηλατώντας το Άργος και τα γύρω χωριά. Δεν ξέρομε κατά πόσο έφθασε στη μονή. Ξέρoμε όμως ότι ή παντελής έλλειψη τροφίμων ανάγκασε τους Έλληνες στρατιώτες να καταφύγουν στη μονή για την κάλυψη των αναγκών τους. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1824, η μονή δοκιμάσθηκε.

Κοντά στο χωριό Δαλαμανάρα ο Νικηταράς και ο Πλαπούτας ενώθηκαν με τον Π. Κολοκοτρώνη και το Τζόκρη, με σκοπό να διαλύσουν την πολιορκία του Ναυπλίου, και κατά την πολύνεκρη σύγκρουση κοντά στην Τίρυνθα (Κούτσι) μεταξύ «Κυβερνητικών και ανταρτών», η μονή Ξηροκαστελλίου λεηλατήθηκε από στρατιώτες.

Πολύτιμη είναι η πληροφορία του Γεωργίου Κουντουριώτη, σε επιστολή του με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1824, προς τον αδελφό του Λάζαρο Κουντουριώτη, στην Ύδρα, κατά την οποία, οι Ποριώτες που είχαν έλθει στην Πελοπόννησο στρατοπέδευσαν στη μονή Καρακαλά:

«…Οι Κρανιδιώται καταβάντες εις την Άρειαν, δια να την καταλάβωσι προς παλιορκίαν του Ναυπλίου δια ξηράς, εύρον εν αυτή μερικούς στρατιώτας του Πάνου Κολοκοτρώνη και βιάσαντες δια των όπλων κατεδίωξαν αυτούς, ο δε Πάνος Κολοκοτρώνης ακούσας τον ήχον των τουφεκίων εξήλθεν του φρουρίου πανστρατιά κατά των Κρανιδιωτών, οι δε Κρανιδιώται αντεστάθηκαν  γενναίως εις την ορμήν του πολεμήσαντες δύο ώρας. Οι Ποριώται διοικούμενοι από τον Χριστόδουλον του Μερτίκα, όντες στρατοπεδευμένοι εις εν μονύδριον ονομαζόμενον Καρακαλάς, ακούσαντες τον πόλεμον, έτρεξαν προς βοήθειαν των Κρανιδιωτών, και ενωθέντες έτρεψαν εις φυγήν τον Πάνον Κολοκοτρώνην εμβάσαντες δις εις το φρούριον και φονεύσαντες από τούς στρατιώτας του ένα και πληγώσαντες τρεις…».

Στη συνέχεια αναφέρει ο Γ. Κουντουριώτης τα έξης; «Ο Πάνος λοιπόν μη δυνάμενος να ανθέξη εις τους Κρανιδιώτας και Ποριώτας και να τους απομακρύνη από το φρούριον, ήρχισε τα κανόνια από το Παλαμήδι και την πάλιν, ρίψας περίπου των τεσσαράκοντα και ούτως τους, απεμάκρυνεν του φρουρίου και κατέλαβον την θέσιν των την Άρειαν…».  Η πληροφορία για τη στρατοπέδευση στη μονή των Ποριωτών, των οποίων ο αριθμός μας είναι άγνωστος, αλλά ασφαλώς θα ήταν υπολογίσιμος, αφ’ ενός αποτελεί πρόσθετη είδηση για τον εμφύλιο, αφετέρου ενισχύει την άποψη για τη στρατηγική Θέση της μονής.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Κατά την εισβολή των Αιγυπτιωτών του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο η μονή Ξηροκαστελλίου, συνέβαλε στον εφοδιασμό των Ελλήνων αγωνιστών στο Μεσσηνιακό κόλπο με τρόφιμα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Παραδόξως όμως οι πηγές σιωπούν γενικά για τη μονή αυτή την περίοδο, αν μάλιστα λάβομε υπ’ όψη ότι η περιοχή του Ναυπλίου είχε παραμείνει στα χέρια των Ελλήνων. Από μεταγενέστερα έγγραφα προκύπτει ότι συμμετείχε στον Αγώνα και ο κατά το 1832 διορισθείς ως ηγούμενος της μονής Αμφιλόχιος, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά οι μάχες στις οποίες συμμετείχε.

Ο ίδιος σε έγγραφό του που απευθύνει «προς την Σεβαστήν Επιτροπήν της Ελλάδος»  αναφέρει τα εξής: «Ο υποφαινόμενος διωρίσθην δυνάμει του εγκλειομένου υπ’ αριθ. 2368 διατάγματος, ηγούμενος του εν τη επαρχία Ναυπλίου κειμένου Ιερού Μοναστηρίου του Ξηροκαστελλίου. Επειδή δε σκοπεύω ήδη να μεταβώ εις το χρέος μου, παρακαλώ να επικυρωθή και παρά της Σεβαστής Eπιτροπής το έγγραφον του διορισμού μου, και ελπίζω η αποκατάστασίς μου ν’ αποβή επωφελής και προς το Ιερόν εκείνο Μοναστήριον και προς το Εθνικόν ταμείον, εν ω παραμυθούμαι  αναλόγως του επαγγέλματός μου και αυτών που υπέφερον υπέρ της ελευθερίας αγώνων…».

Οι πηγές μας πληροφορούν πάλι για τη μονή κατά  το 1829, όπως ήδη έχομε αναφέρει, όταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία χρήσιμα για τη βελτίωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όρισε με το από 22 Ιανουαρίου 1828 Ψήφισμα, Εκκλησιαστική Επιτροπή. Κατά την περιοδεία του, το πρώτο κλιμάκιο της παραπάνω Επιτροπής επέλεξε τη μονή Ξηροκαστελλίου ως επίκαιρο σταθμό, από όπου προβαίνει σε ενέργειες κ α τ ά την 6η Φεβρουαρίου 1829 για τη διευθέτηση διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων.

Μετά το θάνατο του Αμφιλοχίου, το Διοικητήριο Ναυπλίας διατάζει την καταγραφή της περιουσίας της μονής, καθιστώντας υπεύθυνο για την διευθέτηση του όλου θέματος το στρατηγό Τζόκρη ο οποίος υπήρξε, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, συμπολεμιστής με τους ηγουμένους και μοναχούς της, μονής. Παράλληλα ορίζεται από την Πολιτεία Επιτροπή για την καταγραφή της περιουσίας της.

Το 1833, η δημοσιονομική κατάσταση, που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Αντιβασιλεία, φθάνοντας στην Ελλάδα, ήταν αποκαρδιωτική. Τα οικονομικά της χώρας είχαν υποστεί ανεπανόρθωτα πλήγματα, μέσα στη σύγχυση και το χάος που επικράτησε το 1832, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Τόσο από πλευράς οικονομίας όσο και διοίκησης, η ανεπάρκεια ήταν εμφανής. Το χάος που επικρατούσε γενικότερα στην ελληνική ζωή χαρακτήριζε και την κατάσταση της Εκκλησίας και κατά συνέπεια των μοναστηριών.

Τα μοναστήρια είχαν αποδυναμωθεί και λόγω της συμμετοχής μοναχών στον Αγώνα και λόγω της οικονομικής ενίσχυσης προς τα στρατιωτικά σώματα. Το ίδιο συνέβη και με τη μονή Ξηροκαστελλίου. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ένα κολοβό έγγραφο σε γαλλική γλώσσα της 9ης Μαρτίου 1833 με το οποίο εντεταλμένος της Πολιτείας ενημερώνει τον Όθωνα δια της Αντιβασιλείας, ότι ο ηγούμενος Αμφιλόχιος, που διορίσθηκε τον Μάιο του 1832, βρήκε το μοναστήρι εκτεθειμένο στη μανία των ατάκτων στρατευμάτων και εξ ολοκλήρου λεηλατημένο.

Ο παραπάνω εντεταλμένος, προκειμένου να προφυλάξει τη μονή από την πλήρη ερείπωση, παρακάλεσε το διοικητή Ναυπλίας να φροντίσει για την καταγραφή των περιουσιακών της στοιχείων. H καταγραφή απέδειξε διασπάθιση της περιουσίας της από τον προηγούμενο Διονύσιο Μπεβάρδο και τους συμμοναστές του και προτείνεται ο διορισμός ικανού ηγουμένου και συγκεκριμένα του Ιωάσαφ Βυζαντίου, γνωστού για το «χρηστόν του ήθος».

Με άλλο έγγραφο του ίδιου, πάλι γραμμένο ατή Γαλλική γλώσσα, ο αρμόδιος που ερεύνησε τα σχετικά με τη μονή πράγματα, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς είκοσι επτά κατοίκων του Ναυπλίου, που με αναφορά τους ικετεύουν το βασιλιά να αφήσει ηγούμενο τον ιερομόναχο Διονύσιο, αντί του Ιωάσαφ Βυζαντίου, εξαίροντας τα προσόντα του και την εθνική του προσφορά, επισημαίνει ότι ο ηγούμενος Διονύσιος κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του, των πέντε συνεχών ετών, παραμέλησε την περιουσία της μονής, άφησε την εκκλησία να ερειπωθεί, και άφησε τις κυψέλες, που αποτελούσαν ένα από τα κύρια εισοδήματά της, να καταστραφούν. Στη συνέχεια προσθέτει ότι γι’ αυτό το λόγο η προηγούμενη Κυβέρνηση τον αντικατέστησε με τον Αμφιλόχιο, που πέθανε τέσσερις μήνες μετά το διορισμό του.

Επωφελούμενος ο Διονύσιος επανάκτησε την ηγουμενία αυτοβούλως, ισχυριζόμενος ότι η έκρυθμη κατάσταση της μονής οφειλόταν σε στρατιώτες και παρέσυρε τους κατοίκους της περιοχής με το μέρος του. Πρότεινε επίσης ο εντεταλμένος της Πολιτείας, επειδή παρόμοιες καταχρήσεις έχουν γίνει σε πολλά μοναστήρια, να απευθύνουν εγκύκλιο προς επισκόπους, αρχιεπισκόπους και τοπικούς διοικητές, τονίζοντας ότι κάθε μελλοντική παρόμοια κατάχρηση θα τιμωρείται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία του μοναστηριού θα βρίσκονται υπό την προστασίαν του βασιλέως, θα καθιστούν δε υπεύθυνο για την τήρηση της εγκυκλίου τον Υπουργό Θρησκευμάτων.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Ο Όθων μετά την πρόταση αυτή διορίζει ηγούμενο τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, εφιστώντας την προσοχή του για τη διαφύλαξη της περιουσίας της μονής, κινητής και ακίνητης, προτρέποντάς τον συγχρόνως σε επαγρύπνηση για τη βελτίωσή της, την ακριβή τήρηση των μοναστικών κανόνων, την εμμελή διαγωγή των μονα­ζόντων, κ.ά..

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Πολιτεία διόρισε ως ηγούμενο στη μονή τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, άνδρα λόγιο, διδάσκαλο, ιεροκήρυκα, απόστολο της Φιλικής Εταιρείας και αργότερα Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Θρησκείας, προκειμένου να φροντίσει για την εύρυθμη λειτουργία της. Για τη ζωή και το έργο του Ιωάσαφ Βυζαντίου υπάρχει τεράστιο αρχειακό υλικό, ανέκδοτο και εκδεδομένο. Κατά την παραμονή του ως ηγουμένου στη μονή Καρακαλά, ο Ιωάσαφ κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αποκατάσταση της τάξης και ευρυθμίας της, καθώς επίσης και την τακτοποίηση και βελτίωση των οικονομικών της, όπως επιβεβαιώνεται από το Κατάστιχο του 1833, το οποίο συνέταξε κατά τρόπο συστηματικό ο ίδιος, όπως προαναφέραμε.

Αναλώθηκε στη διακονία της μονής Ξηροκαστελλίου, όπως επισημαίνεται σε ανέκδοτο έγγραφό του:«…εγκατέλειψα τα συνήθη και σύντροφα επιτηδεύματά μου, την τριακονταετή διατριβήν μου εις τα σχολεία και άμβωνας και εζημειώθην από το διδασκαλικόν μου επάγγελμα περίπου 40 δίστηλα κατά μήνα ασχολούμενος με κουβέλια, άροτρα κ.λ π.».

Στη μονή Ξηροκαστελλίου βρισκόταν κατά την περίοδο της ηγουμενίας του Ιωάσαφ, μεγάλη ποσότητα πολεμοφοδίων: «δύο βαρέλια με πυρίτιδα, οκάδων 81, εν κιβώτιον πλήρες φυσέκια, οκάδον 45. Εν βαρέλιον μέ μολύβδινους σφαίρας οκάδες 37 και εν κιβώτιον εισέτι με εξήκοντα δεσμίδας (ντεσέδες) φυσέκια, τα οποία ο Κύριος Δημ. Τζόκρης έχει εκεί ενατοποθετειμένα από  την παρελθούσαν εποχήν περί ων κατά προφορικήν διαταγήν της Γραμματείας αυτής αποστείλαντες δύο Διοικητικάς υπηρεσίας να τα διαφυλάττωσιν…».

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο των Γενικών Αρχείων του Κράτους αναφέρεται: «….όλα ταύτα ως η ποιότης των και η κατάστασίς των είναι εντελώς εκ των Ευρωπαϊκών πολεμοφοδίων. Την πυρίτιδα, φυσέκια και μολυβόβουλα έφερε ο στρατηγός Τζόκρης από την Επίδαυρον…. Δεν αναφέρεται στο Έγγραφο ο ακριβής χρόνος μεταφοράς των παραπάνω πολεμοφοδίων, ούτε για ποιο λόγο μεταφέρθηκαν. Μνημονεύεται μόνο ότι βρίσκονταν στη μονή από την «παρελθούσαν εποχήν» και λίγο αργότερα με διαταγή της Αντιβασιλείας παραδίδονται σε αρμόδιο  απεσταλμένο και μεταφέρονται στο οπλοστάσιο Ναυπλίου, όπως μαρτυρείται και από επιστολή του Ιωάσαφ προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματείαν», κατά την οποία παρέδωσε τα πολεμοφόδια στον Ιωάννη Αντωνιάδη, ανθυπολοχαγό του πυροβολικού. Εκτός των παραπάνω όπλων και πολεμοφοδίων υπήρχαν στη μονή σύμφωνα με άλλες καταγραφές που έγιναν κατά καιρούς και τρία τουφέκια και μια κουμπούρα.

Κατά τη χαώδη περίοδο που επικράτησε μετά από τη δολοφονία του Καποδίστρια, δοκιμάστηκε η μονή ποικιλοτρόπως όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Σε ανέκδοτο έγγραφο του «προηγουμένου» της μονής Διονυσίου Μπεβάρδου προς τον «Καθηγούμενον Ιωάσαφ Βυζάντιον», αναφέρεται ότι «…οι Ρουμελιώται εις όλην την επαρχίαν μπουλούκια και όσοι έφθαναν, άρπαζαν όλοι με τη βίαν, εγώ μήτε άρματα είχα, μήτε ημπορούσα να κάμω τίποτε, μόνον εκοιτάξαμεν όλοι να γλυτώσωμεν την ζωήν μας καθώς και όλος ο κόσμος χωριστά έτρωγαν και πουλούσαν εκείνοι, και χωριστά οι στρατιώται του Τζόκρη εις το μοναστήρι».

Σημειώνει επίσης ότι: «…τόσοι στρατιώται μέσα εις το μοναστήρι του Τζόκρη και του Καλλέργη δεν άφησαν τίποτε, μήτε γέννημα, μήτε λάδι, μήτε σάλιο στο στόμα…». Η παραπάνω πληροφορία του ηγουμένου επιβεβαιώνεται και από όσα αναφέρει σε έγγραφό του ο Διοικητής Ναυπλίας Σ. Αλεξόπουλος: «…η μονή εδοκίμασεν ζημίας απείρους από τους Δ. Τζόκρην και Δ. Καλλέργην, τροφοδοτουμένων ολοκλήρους μήνας εκεί και παρακολουθούντων αυτούς στρατιωτών…».

Ας σημειωθεί επίσης, ότι η μονή υπήρξε τόπος εκλογής των δημογερόντων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέσαμε, η παρουσία της μονής σε κρίσιμες στιγμές του Αγώνα υπήρξε σημαντική παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά την περίοδο αυτήν.

Οι μοναχοί της έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις καθοριστικές για την πορεία της Επανάστασης (πολιορκία Ναυπλίου, μάχη στο Κατόγλι κ.ά.) και από τα πολεμοφόδια που είχαν αποθηκευθεί σε ειδικούς χώρους της, υπήρξε δυνατή η ενίσχυση των αγωνιστών της περιοχής σε κρίσιμες ώρες.

Υπήρξε, λόγω της καίριας θέσης της, τόπος ανάσχεσης τουρκικών επιθέσεων, αλλά και στρατωνισμού ανδρών, ελλήνων και Φιλελλήνων. Λεηλατήθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και δοκιμάστηκε, από την εισβολή των Ρουμελιωτών στην  Πελοπόννησο κατά την περίοδο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μετά την απελευθέρωση, συνέχισε την πνευματική και κοινωνική της δραστηριότητα, που την κατατάσσει σε ένα από τα από αξιόλογα μοναστικά κέντρα στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.

 

Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία

 

Πηγή


Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία, «Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου», Διατριβή επί Διδακτορία, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 1998.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Mona Shores High School Choir | Σύλλογος Πολιτιστική Αργολική Πρόταση


  

Την Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012 και ώρα 9 το βράδυ στο χώρο των στρατώνων Καποδίστρια στο Άργος, οι φίλοι του χορωδιακού τραγουδιού θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν το πρόγραμμα μιας διεθνούς φήμης χορωδίας, της Mona Shores High School Choir.

 

Mona Shores High School Choir

 

Πρόκειται για μια από τις πολυπληθέστερες αμερικανικές σχολικές χορωδίες, διάσημη στο διεθνή χώρο με παρουσία και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης αλλά και σε πολλές χώρες του εξωτερικού. Στην εκδήλωση θα συμμετάσχει με τη δική του χορωδία και ο Σύλλογος Πολιτιστική Αργολική Πρόταση. Η οργάνωση της βραδιάς έχει αναληφθεί από την Κοινωφελή Επιχείρηση Πολιτισμού του Δήμου Άργους με συνδιοργάνωση από το Σύλλογο της Πολιτιστικής Πρότασης. Η είσοδος θα είναι ελεύθερη.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Φεστιβάλ Ναυπλίου 2012 | Σύνολο Κρουστών «ΤΥΠΑΝΑ»


 

Σύνολο Κρουστών «ΤΥΠΑΝΑ», Σάββατο 23 Ιουνίου στις 9 το βράδυ, στο διαδραστικό έργο τέχνης «Φουγάρο» στο Ναύπλιο.  Μια σπάνια βραδιά αφιερωμένη στη σύγχρονη δημιουργία για κρουστά, με τη χρήση μίας πληθώρας κρουστών οργάνων από όλο τον κόσμο.

 

Το σύνολο κρουστών «Τύπανα»

 

Ο Δημήτρης Δεσύλλας και οι συνεργάτες του  θα παρουσιάσουν  έργα για κρουστά τεσσάρων σύγχρονων δημιουργών: ένα έργο του βραβευμένου αμερικανού μινιμαλιστή συνθέτη Steve Reich που τα Τύπανα πρώτο -παρουσίασαν στο ελληνικό κοινό, το έργο «OKHO» του δικού μας «αρχιτέκτονα ήχων» Ιάννη Ξενάκη για  3 παραδοσιακά αφρικανικά τζέμπε, το απαιτητικό »HEXALOGUE»  του Βαγγέλη Κατσούλη – του συνθέτη με την ενδιαφέρουσα δημιουργική διαδρομή από την κλασική μουσική, στην avant – garde, στον μινιμαλισμό, στο new age, στην τζαζ για να κλείσει με το έργο »HIEROPHONIE 5» για 6 κρουστούς του Yoshihisa Taira. Ένα έργο στο οποίο ρόλο παίζει και η χρήση της  φωνής των μουσικών.

Ο συνδυασμός κραυγών και ατονικών επιθετικών φωνητικών με τα ευρείας γκάμας κρουστά και τη σιωπή, στο έργο, σχεδόν αντανακλά το Γιαπωνέζικο θέατρο με τις απόλυτα στυλιζαρισμένες ερμηνείες του, και αποτελεί μία έντονη, απολαυστική ακουστική εμπειρία για τους ακροατές.

 

Σύνολο Κρουστών «ΤΥΠΑΝΑ»

 

Το σύνολο κρουστών »ΤΥΠΑΝΑ» ιδρύθηκε το 2004 από τον σολίστ και καθηγητή κρουστών Δημήτρη Δεσύλλα. Το σύνολο αποτελεί το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της τάξης μουσικής δωματίου για κρουστά της σχολής του Δ. Δεσύλλα και από εκεί αντλεί το ομόψυχο υλικό του.

Από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του ήταν σαφής ο προσανατολισμός του προς τη σύγχρονη δημιουργία για τα κρουστά. Ο προσανατολισμός του αυτός οδήγησε στην εκτέλεση μεγάλου αριθμού έργων των σύγχρονων δημιουργών όπως J. Cage, Ι. Ξενάκης, Y. Taira, Steve Reich, G. Crumb, N. Ohana, G. Anteil, Θ. Αντωνίου, L. Harrison, C. Chavez, N. Rosauro, S. Fink, E. Varese, όπως και στην εκτέλεση έργων των J.S.Bach, W.A.Mozart κ.α. σε μεταγραφές για κρουστά.

Η αυστηρά επαγγελματική νοοτροπία και ο διαρκής μαθησιακός και συνάμα εξερευνητικός τρόπος λειτουργίας του, οδήγησε το σύνολο σε συνεργασίες με σπουδαία σύνολα και οργανισμούς όπως το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η Καμεράτα Ορχήστρα Των Φίλων Της Μουσικής, τα μπαλέτα της Ζυρίχης, το Ελληνικό Φεστιβάλ (όπου το σύνολο έχει ήδη συμμετάσχει 2 φορές, παρουσιάζοντας ανάμεσα σε άλλα την πρώτη ελληνική εκτέλεση του έργου του Steve Reich «DRUMMING»), το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, την Εθνική Ορχήστρα Δωματίου της Αρμενίας κ.α. Το σύνολο »ΤΥΠΑΝΑ» έχει τιμηθεί με το Β’ βραβείο στο Διεθνή Διαγωνισμό Μουσικής Δωματίου της HELEXPO ’08 (Διαγωνισμός με συμμετέχοντες από όλα τα μουσικά όργανα).

 

Δημήτρης Δεσύλλας

 

Δημήτρης Δεσύλλας, μουσικός σολίστ των κρουστών

Ο Δημήτρης Δεσύλλας γεννήθηκε το 1974 στην Κέρκυρα. Έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα στην Παλαιά Φιλαρμονική Κέρκυρας και συνέχισε στη Σχολή Κρουστών του Ωδείου Αθηνών, με καθηγητή το Νίκο Κορατζίνο, απ’ όπου αποφοίτησε τον Ιούνιο του ’ 92 με διακρίσεις. Ως υπότροφος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (πρώτος υπότροφος «Αλεξάνδρα Τριάντη») και του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Αλέξανδρος Ωνάσης», συνέχισε τις σπουδές του στη Νέα Υόρκη με τους Roland Kohlof και Raymond Des Roches και στο Βερολίνο με τον Rainer Seegers. Καθοριστική βέβαια στη μουσική του ζωή θεωρείται η σεμιναριακή επαφή του με τον  Sylvio Gualda.

Η σολιστική του παρουσία ήδη από την εποχή των σπουδών στο Ωδείο Αθηνών είναι πολυσχιδής και διαρκής και περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό έργων σε α’ παγκόσμια, ευρωπαϊκή ή ελληνική εκτέλεση όπως και έργα αφιερωμένα στον ίδιο. Αναφορικά θα λέγαμε πως το ρεπερτόριό του εκτείνεται από προκλασικές μεταφορές για κρουστά έως και όλο το σολιστικό ρεπερτόριο του Ιάνη Ξενάκη.

Ο Δημήτρης Δεσύλλας έχει πραγματοποιήσει σόλο εμφανίσεις σε αίθουσες όπως το Weil Hall της Ν. Υόρκης, το Merkin Hall της Ν. Υόρκης, το Queen Elizabeth του Λονδίνου, το TSAI Hall της Βοστώνης, το STOA Theater  του Ελσίνκι, το ΜΜΑ, το ΜΜΘ, τα αρχαία Θέατρα της Επιδαύρου, το Θέατρο Ηρώδη Αττικού κ.α.

Δισκογραφικά έχει συνεργαστεί με τις εταιρείες Bis  (α’ δισκογραφική αποτύπωση «Χαρακτηριστικό Κομμάτι» του Ν. Σκαλκώτα με την ΚΟΘ για σόλο ξυλόφωνο) την αμερικανική BLUENOTE με τον Gury Barton, την αμερικανική Albany Records και έχει ηχογραφήσει για το δορυφορικό κανάλι MEZZO, τη Βαυαρική Ραδιοφωνία και την Ελληνική Ραδιοφωνία. Έχει επίσης πραγματοποιήσει την α’ παγκόσμια εκτέλεση του έργου του Ι. Ξενάκη «Περσέφασσα» στη μορφή εκτέλεσης από έναν κρουστό (Φεστιβάλ Ελσίνκι του 2000 η πρεμιέρα).

Πρόσφατα συμμετείχε στο »Argerich and friends»  στο Μ.Μ.Α. στην 1η παγκόσμια εκτέλεση της »Ιεροτελεστίας της Άνοιξης» του Igor Stravinsky για 4 πιάνα και 2 κρουστούς συνδημιουργόντας στη μεταγραφή της.

Έχει τις θέσεις του σόλο τυμπανιστή στην Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και στην Ορχήστρα των Χρωμάτων. Επίσης είναι συνεργάτης της ΚΑΜΕΡΑΤΑ Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής, και του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών από το 1992.

Το 2000 τιμήθηκε για τη σολιστική του παρουσία με το βραβείο της Ένωσης Κριτικών Μουσικής και Θεάτρου όπως και με το Α’ βραβείο σύνθεσης πρωτότυπης μουσικής για χορό από το Υπουργείο Πολιτισμού. Έχει στο ενεργητικό του σειρά συνθέσεων έργων για κρουστά, μουσικής δωματίου, μουσική για χορό και τελευταία συνέθεσε τη μουσική για το ντοκιμαντέρ 1821 του ΣΚΑΙ.

Ο Δημήτρης Δεσύλλας είναι καθηγητής  στο Ωδείο Αθηνών και έχει διατελέσει για χρόνια καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και το Καλλιτεχνικό Κέντρο Athenaeum.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Φεστιβάλ Ναυπλίου – Gala Όπερας | Δημήτρης Πλατανιάς, Δημήτρης Γιάκας


 

Ο σημαντικός μας βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, με τη  θεαματική ελληνική και διεθνή καριέρα, σε συνεργασία με τον διακεκριμένο πιανίστα Δημήτρη Γιάκα ανοίγουν το 21ο Φεστιβάλ Ναυπλίου, την Παρασκευή 22 Ιουνίου, στο χώρο του Βουλευτικού, με μία ιδιαίτερα προσεγμένη επιλογή από ξεχωριστές άριες και τραγούδια σε ένα Gala Όπερας υψηλού επιπέδου.   Το πρόγραμμα, ανάμεσα σε άλλα, περιλαμβάνει κομμάτια για τα οποία ο Δημήτρης Πλατανιάς έλαβε εξαιρετικές κριτικές για τη μουσική και υποκριτική του ερμηνεία και αναμένεται να μείνει αξέχαστο στο κοινό του Ναυπλίου.

Δημήτρης Πλατανιάς

Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Αποφοίτησε από το Δημοτικό Ωδείο της γενέτειράς του, παίρνοντας πτυχίο κιθάρας από την τάξη του κ. Γιάννη Μαυρέα και δίπλωμα μονωδίας από την τάξη της κ. Μαρίας Μαρκέτου. Το 2000 έλαβε την υποτροφία «Αλεξάνδρα Τριάντη» από το Σύλλογο Φίλων της Μουσικής και συνέχισε τις σπουδές του στην όπερα με την κ. Masako Tanaka Protti στην Κρεμόνα της Ιταλίας.

Από το 2004 μελετάει με τον Άρη Χριστοφέλλη. Έχει συνεργαστεί με τη Royal Philarmonic Orchestra, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, την Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων. Το 2003 έκανε το ντεμπούτο του στην κεντρική σκηνή της Ε.Λ.Σ ερμηνεύοντας το ρόλο του Άλφιο στην όπερα «Cavalleria Rusticana» του P. Mascagni. Από τότε συνεργάζεται τακτικά με την Ε.Λ.Σ. Είναι πτυχιούχος της τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών.

Δημήτρης Γιάκας

Ο Δημήτρης Γιάκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Πήρε δίπλωμα πιάνου από το Εθνικό Ωδείο (τάξη Μυρτώς Μαυρίκου) το 1977. Συνέχισε τις σπουδές του στην ECOLE NORMALE DE MUSIQUE DE PARIS (πιάνο, μουσική δωματίου & μουσική προετοιμασία όπερας) και μελέτησε συνοδεία τραγουδιού με τον Dalton Baldwin.

Από το 1982 πιανίστας – μουσικός εκγυμναστής στην Όπερα των Παρισίων, θέση στην οποία θα μείνει ως το 1991. Παράλληλα  εμφανίζεται ως accompagnateur στο Παρίσι και σε πολλές πόλεις & φεστιβάλ της Γαλλίας. Μετακαλείται από την Όπερα της Λυών και τον μουσικό διευθυντή της Kent Nagano ως υπεύθυνος μουσικής προετοιμασίας. Το 1990 εγκαθίσταται στην Αθήνα και αρχίζει μια τακτική συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Υπήρξε υπεύθυνος μουσικής προετοιμασίας για την παγκόσμια «πρώτη» πολλών έργων Ελλήνων συνθετών: ΜΗΔΕΙΑ του Μίκη Θεοδωράκη (Bilbao 1991), Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ του Θάνου Μικρούτσικου (Αθήνα 1993) , ΒΑΚΧΕΣ του Αργύρη Κουνάδη (Αθήνα 1996) κλπ. Συνοδεύει τακτικά Έλληνες και ξένους τραγουδιστές σε συναυλίες  στην Ελλάδα & το εξωτερικό. 

 

Πρόγραμμα:

Francesco Paolo Tosti (1846 – 1916)
Malia
Non t’amo piu!
L’ultima canzone

Σπύρος Σαμάρας (1861 – 1917)
Μάννα και γιός

Νίκος Χατζηαποστόλου (1884 – 1941)
Ο Κατάδικος

Wolfgang Amadeus Mozart (1756 – 1791)
Madamina, Άρια του Leporello από την όπερα Don Giovanni
Giuseppe Verdi (1813 – 1901)
Credo in un Dio, Άρια του Ιάγου από την όπερα Οθέλλος

Διάλειμμα

Gioachino Rossini (1792 – 1868)
Largo al Factotum della citta, Άρια του Φίγκαρο από την όπερα Ο κουρέας της Σεβίλλης

Giuseppe Verdi
Non t’accostare all’urna

Ottorino Respighi (1879 – 1936)
Nebbie

Ruggiero Leoncavallo (1857 – 1919)
Mattinata

Stanislao Gastaldon (1861 – 1939)
Musica proibita

Umberto Giordano (1867 – 1948)
Nemico della patria!, Άρια του Gerard από την όπερα Andrea Chenier

Παρασκευή 22 Ιουνίου, Βουλευτικό, 21:00

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »