Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λαογραφία’

Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από τις ρωμαϊκές calendae στα ελληνικά κάλαντα»

 

Κάθε χρόνο, όταν φτάνουν τα Χριστούγεννα, χωριά και πόλεις στολίζονται με τα γιορτινά τους και τα παιδιά, άλλα μοναχικά, άλλα σε παρέες, κρατώντας κουδουνιστά τρίγωνα ή μπαγλαμαδάκια, κιθάρες, ακορντεόν, λύρες ή φυσαρμόνικες, ξεχύνονται στους δρόμους, για ν’αναγγείλουν πόρτα-πόρτα το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού τραγουδώντας τα κάλαντα. Τα Κάλαντα αποτελούν δημοτικά ευχητικά και εγκωμιαστικά τραγούδια, που ψάλλονται εθιμικά την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών, όπως τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά (Αγ. Βασιλείου), των Θεοφανίων, ακόμη και των Βαΐων (του Λαζάρου), με εξαίρεση εκείνα της Μεγάλης Παρασκευής, που έχουν θρηνητικό χαρακτήρα και ομάδες παιδιών γυρνούν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός», γνωστό και ως «Μοιρολόι της Παναγίας».

Στα παλιά χρόνια τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων κρατώντας φαναράκια αναμμένα, άλλα φλογέρα ή φυσαρμόνικα και τραγουδούσαν σαν σε χορωδία. Κύρια παραδοσιακά μουσικά όργανα που συνοδεύουν τα κάλαντα είναι το τρίγωνο, το λαούτο, το νταούλι, η τσαμπούνα, η φλογέρα κ.ά.

 

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Κάλαντα, πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

 

Η ρίζα του εθίμου

 

Τα κάλαντα είναι αρχαϊκὸ ελληνικὸ και ρωμαϊκό έθιμο, ενώ η λέξη κάλαντα έχει λατινική προέλευση. Η ρίζα τους φαίνεται ότι ξεκινάει απὸ τοὺς «αγερμούς» της αρχαίας Ελλάδας. Οι αγερμοὶ (απὸ τὸ ρήμα ἀγείρω = αθροίζω, μαζεύω) αρχικά ήταν έρανοι για την οικονομικὴ στήριξη ενός πολιτικού ή ζητιανιὰ των φτωχών στα αρχοντικὰ των πλουσίων ή στους ναοὺς που πανηγύριζαν ή θρησκευτική ζητιανιά σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων για τους ναούς και τα μοναστήρια των θηλυκών κυρίως θεοτήτων, όπως της Ρέας, Ειλειθυίας, Κυβέλης, Αρτέμιδος, Ήρας και άλλων.

Κάποια στιγμή πέρασαν από τους θρησκευτικούς στους παιδικούς αγερμούς, σε πράγματα δηλαδή που μάζευαν κάποια παιδιά, τα οποία ανακοίνωναν τις ημερολογιακές αλλαγές. Όπως είναι λογικό, στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν ακριβή ημερολόγια. Το αρχαιότερο ημερολόγιο το έγραψε κατά τον Δ΄ π.Χ. αιώνα ο μαθηματικός και αστρονόμος Εύδοξος ο Κνίδιος, σύγχρονος του Αριστοτέλη, γι΄ αυτὸ και λεγόταν «Ευδόξου Τέχνη». Απὸ την προϊστορικὴ εποχή ο άνθρωπος είχε παρατηρήσει τα τέσσερα κρίσιμα σημεία του έτους, που το χωρίζουν σε τέσσερα τέταρτα (εποχές), δηλαδή τις δύο ισημερίες, εαρινή στις 20 Μαρτίου και φθινοπωρινή στις 22 Σεπτεμβρίου, και τα δύο ηλιοστάσια, το χειμερινή στις 21 Δεκεμβρίου με τη μεγαλύτερη νύχτα της χρονιάς, και το θερινὸ στις 21 Ιουνίου με τη μεγαλύτερη ημέρα της χρονιάς. Τις αλλαγές αυτές τις διαπίστωναν παρατηρώντας το βορειότερο και το νοτιώτερο σημείο της ανατολής και της δύσης του Ηλίου στις οροσειρές του ορίζοντα.

Τις ακριβείς ημερολογιακές αλλαγές του έτους ή και του μηνός τις ανακοίνωναν εκείνοι που ασχολούνταν με τα ημερολόγια και ο απλός λαός τις μάθαινε από μικρά παιδιά, μικροὺς ἀγγελιοφόρους, που μετέφεραν το μήνυμα της χρονικής αλλαγής με αγγελτήρια και ευχετήρια τραγουδάκια και έπαιρναν φιλοδωρήματα. Στην αρχή, που δεν υπήρχε νόμισμα, τα φιλοδωρήματα ήταν ξηροὶ ή λιασμένοι καρποί, αμύγδαλα, καρύδια, ξυλοκέρατα, σύκα ή τρόφιμα, αυγά, τυρί, κρέας, ψωμιά, κουλούρες, κρασὶ στο ποτήρι, σιτάρι, κριθάρι, μέλι, αλάτι και διάφορα άλλα καλούδια απὸ το κελλάρι του κάθε σπιτιού. Αργότερα ήταν και νομίσματα μικρής αξίας, όπως οι οβολοὶ.

Τα παιδιά της προϊστορικής εποχής έλεγαν το μήνυμα και τις ευχές κάθε πρωτομηνιά (νεομηνία), όπως μνημονεύει ο συντάκτης του ψευδηροδότειου Βίου του Ομήρου, που γράφει ότι δήθεν ο φτωχὸς και τυφλός Όμηρος παραχειμάζων ἐν τῇ Σάμῳ, ταῖς νουμηνίαις προσπορευόμενος πρὸς τὰς οἰκίας τὰς εὐδαιμονεστάτας, ἐλάμβανέ τι ἀείδων τὰ ἔπεα τάδε, ἃ καλεῖται εἰρεσιώνη˙ ὡδήγουν δὲ αὐτὸν καὶ συμπαρῆσαν αἰεὶ τῶν παίδων τινὲς τῶν ἐγχωρίων, δηλαδή ο Όμηρος «περνώντας το χειμώνα στη Σάμο κάθε πρώτη του μηνός περνούσε από αρχοντικό σε αρχοντικό, και έπαιρνε κάτι, αφού τραγουδούσε τα λόγια αυτά, τα οποία ονομάζουν ειρεσιώνη. Και τον οδηγούσαν κάθε φορά παιδιά από την περιοχή αυτή, που τραγουδούσαν κι αυτά μαζί του». Ο χαρακτηρισμός των τραγουδιών αυτών ως «ειρεσιώνη» δείχνει την εξέλιξη των αγερμών στο πέρασμα των χρόνων και την ταύτισή τους με την ειρεσιώνη των αρχαίων Ελλήνων.

 

Στα χρόνια της «ειρεσιώνης»

 

Ειρεσιώνη

Ειρεσιώνη

Πίσω από τα κάλαντα, λοιπόν, κρύβεται και το αρχαίο Ελληνικό έθιμο με το όνομα Ειρεσιώνη. Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλί) ήταν ένα κλαδί αγριελιάς (κότινος) στολισμένο με γιρλάντες από λευκό και κόκκινο μαλλί, πάνω στις οποίες κρεμούσαν τους καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π.), που τους προσέφεραν στα διάφορα σπίτια. Συμβόλιζε την ευφορία και τη γονιμότητα της γης και εορτάζονταν δυο φορές το χρόνο, μια την άνοιξη, στα Θαργήλια (27 Απριλίου – 26 Μαΐου),  με σκοπό την παράκληση των ανθρώπων προς τους θεούς να ευνοήσουν την καρποφορία, και μια το φθινόπωρο, στα Πυανέψια, την 7η ημέρα του μηνός Πυανεψιόνος (Ιανουαρίου), για να ευχαριστήσουν τους θεούς για την συγκομιδή των καρπών. 

Στην αρχαία Ελλάδα, πολλούς αιώνες πριν τη γέννηση του Χριστού, «παίδες αμφιθαλείς» (παιδιά που και οι δυο γονείς τους βρίσκονταν στη ζωή) ξεχύνονταν στους δρόμους δύο φορές το χρόνο με «ειρεσιώνες» στα χέρια, τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι ευχόμενα πλούτο, χαρά και ειρήνη και έπαιρναν ως φιλοδώρημα καρπούς κάθε λογής από το νοικοκύρη ή την κυρά του σπιτιού. Το έθιμο της ειρεσιώνης ήταν έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα του έτους που έφευγε και παράκληση να συνεχιστεί η γονιμότητα και η ευφορία και το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη). Όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπως κρεμάμε σήμερα τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια. Εκεί θα έμενε μέχρι το επόμενο έτος, όποτε θα καίγονταν σε τελεστική φωτιά, όπως καίμε στις μέρες μας τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια στις φωτιές του Αη-Γιάννη. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από τη θύρα του Ιερού του Απόλλωνα.

Ας δούμε τους επόμενους στίχους, που φέρεται ότι τραγούδησε στη Σάμο, κατά το έθιμο της ειρεσιώνης, ο Όμηρος και μας διασώζει ο Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22»):

 

Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,

ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί.

Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεισι πολλός,

συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’αγαθή…

Όσα δ’ άγγεα, μεστά μεν είει κυρβαίη δ’ αεί

κατά καρδόπου έρποι μάζα…

 Δηλαδή:

Ήρθαμε στο αρχοντικὸ μεγάλου νοικοκύρη,

γενναίου με τρανή φωνή και πάντα ευτυχισμένου.

Ανοίξτε πόρτες μόνες σας, ο πλούτος να ‘μπει μέσα,

και με τον πλούτο συντροφιά χαρά και ευτυχία

και η ειρήνη η γλυκιά στο σπίτι να ριζώσει.

Όσα δοχεία έχετε, όλα γεμάτα να ‘ναι

στη σκάφη το ζυμάρι σας πάντοτε να φουσκώνει.

 

Το τραγούδι της Ειρεσιώνης της εποχής του Ομήρου το συναντάμε σήμερα με μικρές παραλλαγές στα κάλαντα της Θράκης:

 Στο σπίτι ετούτο πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη

ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα

να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη

και να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι

κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.

Επομένως τα κάλαντα με τις αρχαίες ελληνικές ονομασίες τους, αγερμοί,  ειρεσιώνες κ.α. ήταν κοινωνικά και ημερολογιακά άσματα χωρίς κανένα θρησκευτικό χαρακτήρα. Θρησκευτικά στοιχεία, ειδωλολατρικά στην αρχή και χριστιανικά στη συνέχεια, μπήκαν σ᾽ αυτά μόνο σε όψιμα χρόνια.

 

Από τις calendae στα κάλαντα

 

Μέχρι να φτάσουμε από τις αρχαίες ειρεσιώνες στα σημερινά κάλαντα μεσολάβησε μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδος για τη σημερινή διαμόρφωση των καλάντων, η οποία τους χάρισε και το όνομα που έχουν σήμερα.

Στα αρχαία ρωμαϊκά χρόνια κάθε μήνας διαρκούσε όσο μία περίοδος περιφοράς της σελήνης γύρω από τη γη (σεληνιακοί μήνες). Στην αρχή κάθε σεληνιακού μήνα οι ρωμαίοι συνήθιζαν να γιορτάζουν τις λεγόμενες «calendae» καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae), που μεταφράζεται «νουμηνίες» (νέος + μήνας). Η λέξη calendae προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Το ρήμα calo είναι συγγενικό με το δικό μας ρήμα «καλώ». Από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier και το δικό μας καλεντάρι ( το calendarium των Ρωμαίων ήταν κατάλογος  χρεών μαζί με τόκους και φόρους, που πληρώνονταν την πρώτη κάθε μήνα).

Η πιο εντυπωσιακή από όλες τις γιορτές των ρωμαϊκών νουμηνιών ήταν οι Καλένδες του μήνα Ιανού, δηλαδή του Ιανουαρίου, κατά τις οποίες, πέρα από το γλέντι και την ανταλλαγή των δώρων, οι άρχοντες αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους σε μια πανηγυρική τελετή. Από τις ρωμαϊκές καλένδες πήραν το όνομά τους τα κάλαντα, που αρχικά ήταν η πρώτη μέρα του μήνα, γρήγορα όμως ταυτίστηκαν με την 1η Ιανουαρίου και επομένως με την πρωτοχρονιά (Κάλαντα = πρωτοχρονιά). Σήμερα βέβαια κάλαντα λέγονται τα ευχετήρια τραγούδια, που τραγουδούν τα παιδιά στα σπίτια και στα μαγαζιά όλη την περίοδο των Χριστουγέννων. Ετυμολογικά τουλάχιστον από ‘κει κρατούν τα «κάλαντα».

Από τις καλένδες προέρχεται, εκτός από τα κάλαντα, και η παροιμιακή φράση «παραπέμπω στις (ελληνικές) καλένδες», που τη χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και σημαίνει κάτι που διαρκώς αναβάλλεται και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ. Γιατί δεν υπήρχαν ελληνικές καλένδες, ενώ ρωμαϊκές υπήρχαν. Για το ρωμαίο της εποχής του Αυγούστου η υπόσχεση «θα σε πληρώσω στις καλένδες» ήταν εντελώς κυριολεκτική, ισοδύναμη με τη δική μας «θα σε πληρώσω την πρώτη του μηνός». Η έκφραση όμως «θα σε πληρώσω στις ελληνικές καλένδες» (ad calendas graecas) έδειχνε μιαν ανύπαρκτη ημερομηνία και ήταν ισοδύναμη με τις δικές μας φράσεις «θα σε πληρώσω στις 30 του Φλεβάρη» ή «το μήνα που δεν έχει Σάββατο».

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα πήραν τη σημερινή τους μορφή στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Τότε οι χριστιανοί ήθελαν να εξοβελίσουν από τη ζωή τους κάθε τι που θύμιζε το ρωμαϊκό κόσμο, απ’ τον οποίον καταδιώχθηκαν άγρια. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα με διαφορετική νόημα λέξεις που σχετίζονταν με τελετουργίες ειδωλολατρικών ρωμαϊκών εορτών και επέλεγαν να γιορτάζουν τις δικές τους γιορτές σε ημερομηνίες αντιστοίχων ειδωλολατρικών. Επειδή όμως οι προχριστιανικές τελετουργίες είχαν διεισδύσει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της εποχής των πρώτων ρωμαϊκών χρόνων, η χριστιανική εκκλησία έπρεπε να βρει μια συμβιβαστική λύση. Έτσι, λοιπόν, διατήρησε τα περισσότερα λαοφιλή αρχαία έθιμα, αλλά  με άλλη μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Η λαϊκή παράδοση  από τις αρχαίες καλένδες ήθελε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς και έδωσε στον «Αϊ Βασίλη», που ο θάνατος του συνέπεσε με την Πρώτη του Γενάρη του 379 μ.Χ., όλες εκείνες τις ιδιότητες που ανταποκρίνονταν στους πόθους και τις ανάγκες της.

Οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν στις 30 Δεκεμβρίου την αναγέννηση του Διονύσου, ο οποίος γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη και σκοτώθηκε από τους τιτάνες. Αυτή η αρχαία Ελληνική γιορτή είχε ταυτιστεί με τη γιορτή του Ήλιου, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει. Συγκεκριμένα στους Έλληνες ο Ήλιος είχε ταυτιστεί με τον Φωτοφόρο Απόλλωνα, ο οποίος απεικονιζόταν πάνω στο ιπτάμενο άρμα του να μοιράζει το φως του Ήλιου. Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με τη ζωή ενός ανθρώπου, που γεννιόταν κατά τη χειμερινή τροπή του ήλιου, μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν και οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε τη Γη, και πέθαινε ή ανασταίνονταν το Μάρτιο, την ημέρα της Εαρινής Ισημερίας, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου μέσα από τη μήτρα της Γης. Το χειμερινό Ηλιοστάσιο 22-25 Δεκεμβρίου σημαίνει την αρχή του χειμώνα και ο Ήλιος αρχίζει βαθμιαία να αυξάνει την ημέρα μέχρι να εξισωθεί με τη νύχτα κατά την Ισημερία το Μάρτιο. Τότε «αλλάζει ο χρόνος», ο Ήλιος νικά το σκοτάδι και έρχεται η άνοιξη, η εποχή της αναγέννησης της φύσης.

Το «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου» αναφέρει μεταξύ άλλων στο λήμμα «κάλανδα»: 

 

[…] «Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[…] Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής και ίσως είχε συνδυασθεί η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.»[…]

 

Στη βυζαντινή περίοδο

 

Βυζαντινά Κάλαντα

Βυζαντινά Κάλαντα

Η συνήθεια διατηρήθηκε και στο Βυζάντιο και δεν υποχώρησε, παρά τις απαγορεύσεις και τις αντιρρήσεις των πατέρων της εκκλησίας, οι οποίοι κατά τους Βυζαντινούς χρόνους απαγόρευαν ή απέτρεπαν αυτό το έθιμο ως καταγόμενο από τις εορτές των ρωμαϊκών Καλενδών, που είχε καταδικάσει η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος το 680 μ.Χ. Και πολλοί Πατριάρχες το απαγόρευαν στους πιστούς, ενώ ο βυζαντινός χρονικογράφος Ιωάννης Τζέτζης, που έζησε τον 12ο αιώνα, αποκαλούσε τους καλαντιστές κάθε πρωτομηνιάς «μηναγύρτες»:

 Οπόσοι περιτρέχουσι χώρας και προσαιτούσι

και όσοι κατ΄ αρχίμηνον του Ιανουαρίου

και του Χριστού γεννήσει και Φώτων τη ημέρα

οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες

μετά ωδών ή επωδών ή λόγων εγκωμίων,

………………………………

ούτοι αν πάντες λέγοιντο κυρίως Μηναγύρται.

 

Τους παρουσιάζει μάλιστα ως γάλλους (= κίναιδους) ιερείς, οι οποίοι έβαζαν πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι το είδωλο της θεάς  Ρέας και περιερχόμενοι στις κώμες τραγουδούσαν τα αρχίμηνα χτυπώντας και τύμπανα (=ντέφια) και ζητιανεύοντας (προσαιτούντες) όσπρια και σιτηρά υπέρ του μοναστηριού τους. Και οι οπαδοί της λατρείας ασπάζονταν το είδωλο και τους έδιναν ένα πιάτο απ᾽ αυτά που ζητούσαν, όπως ακριβώς έκαναν και οι καλόγεροι, που ζητιάνευαν για τα μοναστήρια τους με λείψανα και εικονίσματα αγίων πάνω σ᾽ ένα γαϊδούρι  και μάζευαν παρόμοια προϊόντα ή χρήματα μέχρι τη δεκαετία του 1960.

Οι αντιδράσεις όμως της εκκλησίας στη Βυζαντινή περίοδο δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν φραγμό σε συνήθειες αιώνων και κυρίως στα κάλαντα, που καθιερώθηκαν από το 13ο αιώνα και απέκτησαν σημασία και διαδόθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Ωστόσο τα Κάλαντα ή Κάλενδοι, όπως ονομάζονταν στο Βυζάντιο, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη, δεν ήταν απλά τραγούδια. Ήταν λαμπρή γιορτή. Μικροί και μεγάλοι χωρισμένοι σε ομάδες γυρνούσαν στα σπίτια και τραγουδούσαν διάφορα εγκωμιαστικά ή και σατιρικά τραγούδια παίρνοντας το ανάλογο φιλοδώρημα από κάθε νοικοκύρη.  Κρατούσαν ραβδιά ή φανάρια ή ομοιώματα πλοίων στολισμένα και συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τύμπανου.

 

Τα κάλαντα στη νεοελληνική παράδοση

 

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Κάλαντα, Αθήνα 1960.

Από την Κωνσταντινούπολη και το Βυζάντιο το έθιμο των καλάντων εντάχθηκε στη νεοελληνική παράδοση, πέρασε στην υπόλοιπη Ελλάδα, απλώθηκε και απέκτησε τις διάφορες τοπικές παραλλαγές κρατώντας μέχρι σήμερα. Ομάδες παιδιών ή και ώριμων ανδρών περιφέρονται στα σπίτια, στους δρόμους, στα καταστήματα και τραγουδούν με ειδικό όργανο τραγούδια, που αφορούν στα Χριστούγεννα, τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, τη γιορτή του Μ. Βασιλείου και είναι διαφορετικά για κάθε γιορτή. Από την περίοδο της Βασιλευομένης Δημοκρατίας μάλιστα καθιερώθηκε το έθιμο της απαγγελίας των καλάντων από τους άνδρες της ανακτορικής φρουράς ενώπιον των Βασιλέων, όπως συνέβαινε και σε άλλους Ευρωπαϊκούς Βασιλικούς Οίκους, όπου είχαν καθιερωθεί παρόμοιες εθιμικές ευχητικές εκδηλώσεις. Έτσι μέχρι σήμερα συνεχίζεται το έθιμο να λέγονται τα κάλαντα όχι μόνο στα σπίτια, αλλά και σε πρόσωπα πολιτικά από ομάδες, συλλόγους, χορωδίες κλπ.

Τα κάλαντα, που ακούμε σήμερα στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας μας, είναι πολλά και ποικίλα, πανέμορφα και γεμάτα παραλλαγές, αυτοσχεδιασμούς και αποχρώσεις και ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τα τοπικά ιδιώματα και τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Είναι τραγούδια με στίχους, που από τη μια υπενθυμίζουν – αναγγέλλουν-τονίζουν την έλευση κάποιας χαρμόσυνης γιορτής (τη Γέννηση Του Χριστού) και από την άλλη εκφράζουν ευχές σε φίλο ή γείτονα ή άρχοντα και γενικά σε κάθε νοικοκύρη, που επισκέπτονται ή συναντούν οι καλαντάρηδες, και στα μέλη της οικογένειάς του,  την «κυρά» (= σύζυγο), το γιο ή τη θυγατέρα.

Παρόλο όμως που διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή, έχουν μια «τυπική» δομή: το πρώτο μέρος τους αναφέρεται στην εορτή, το δεύτερο εγκωμιάζει το σπίτι στο οποίο ψάλλονται και καθένα από τα μέλη της οικογένειας, και το τρίτο παραινεί τους οικοδεσπότες σε φιλοδώρημα προς τους καλαντιστές. Ξεκινούν δηλαδή με χαιρετισμό και στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Το τραγούδι κλείνει με ευχαριστίες για το φιλοδώρημα ή με αποδοκιμασία και σκωπτικά σχόλια για τον οικοδεσπότη, που θα αρνηθεί να «φιλέψει» τους τραγουδιστές.

Πολλά από τα κάλαντα έχουν λόγιο ύφος και βασίζονται σε εκκλησιαστικούς ύμνους, όπως τους διαμόρφωσαν σε κάλαντα κατά τη Βυζαντινή περίοδο σημαντικοί λόγιοι, που ανέλαβαν να δημιουργήσουν κάλαντα με καθαρά χριστολογικό περιεχόμενο, όπως τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς Εις αυτό το Νέο Έτος, Βασιλείου εορτή, ήρθα να σας χαιρετίσω με την πρέπουσα αυτή…, που τραγουδάνε στην Κάλυμνο, ή τα βυζαντινά κάλαντα των Φώτων από της Ερήμου ο Πρόδρομος, ήλθε του βαπτίσαι τον Κύριον, Βασιλέα πάντων εβάπτισεν, εις τον Ιορδάνην ο Πρόδρομος….

Την παράδοση συνέχισε ο απλός λαός, που δημιούργησε στιχουργικά αριστουργήματα με το ανεπιτήδευτο, αλλά γοητευτικό και πρωτότυπο ύφος του, όπως τα κάλαντα των Χριστουγέννων της Θράκης Χριστός γεννιέται σα νιο φεγγάρι, σα νιο φεγγάρι σαν παλληκάρι. Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο στην οικουμένη… ή τα κάλαντα Πρωτοχρονιάς των Φούρνων Ικαρίας Άγιος Βασίλης έρχεται ‘πο πίσ’ απ’ το Καμάρι, βαστάει μυτζήθρες και τυριά, βαστάει κι ένα κυνάρι…

 Πέρα μάλιστα από τα καθαρά «λόγια» κάλαντα (π.χ. «Καλήν ημέραν άρχοντες…») ή τα «λαϊκότερα» («Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη χαρά στον κόσμο..»), υπάρχουν τα «λαϊκά» κάλαντα, που είναι αυτοσχέδια ευχετήρια τραγούδια προς τους νοικοκύρηδες και το σπιτικό, ανάλογα με τις ιδιότητες και τις ανάγκες τους (π.χ. «Σ’αυτό το σπίτι πού’ρθαμε, πέτρα να μη ραΐσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει…»).

Πολλές φορές όμως παρατηρούμε ότι η αναφορά στον άγιο ή στην εορτή ανακατεύεται με ευχές των καλαντιστών στα μέλη της οικογένειας και μάλιστα στα ανύπαντρα παλικάρια και κορίτσια για έναν καλό έρωτα ή γάμο. Μερικές φορές μάλιστα είναι και άμεση ερωτική πρόταση, γιατί τα κάλαντα ήταν κάποτε και ευκαιρία καντάδας καμουφλαρισμένης ανάμεσα στους στίχους των εγκωμίων του αγίου της ημέρας. Παρόμοια περίπτωση αποτελούν τα σημερινά κάλαντα της πρωτοχρονιάς που, αν κάποιος τα ακούσει προσεκτικά, δε βγάζει σαφές νόημα από τα λεγόμενά τους, γιατί συνδέονται με μια ρομαντική ιστορία, που μας πάει πίσω στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Στη βυζαντινή εποχή οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές, όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές. Ένα φτωχό παλικάρι, λοιπόν, εκείνη την εποχή είχε ερωτευθεί σφοδρά μια κόρη αυτοκρατορικής οικογένειας, ψηλή, όμορφη και γλυκιά, που κυκλοφορούσε φορώντας ένα από τα συνηθισμένα ψηλά καπέλα της εποχής. Επειδή δεν είχε άλλο τρόπο να της εκφράσει τον έρωτά του, σκέφτηκε να πάει την Πρωτοχρονιά να τις πει τις ευχές του για το νέο έτος, αλλά να τροποποιήσει το ποιηματάκι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνει αντιληπτός από τους άλλους.

Σε κάθε στίχο από τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς παρενέβαλλε και ένα στιχάκι δικό του, το οποίο θα απευθυνόταν στην κοπέλα, όπως διαπιστώνουμε, αν εξετάσουμε προσεκτικά το περιεχόμενό τους [σε αγκύλες οι ενδιάμεσοι στίχοι, που απευθύνονται στην καλή του].

 Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά

[ψιλή μου δεντρολιβανιά]

Κι αρχή καλός μας χρόνος

[εκκλησιά με τ’ άγιο θόλος]

Άγιος Βασίλης έρχεται

[και δε μας καταδέχεται]

από την Καισαρεία

[συ σ’ αρχόντισσα κυρία]

Βαστάει πένα και χαρτί

[Ζαχαροκάντυο ζυμωτή]

Χαρτί χαρτί και καλαμάρι

[δες και με το παλικάρι]

 

Όπως διαπιστώνουμε, την αποκαλεί ψηλή σαν δεντρολιβανιά, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο Θόλος (θόλος εκκλησίας), επειδή φορούσε ψηλό καπέλο με τούλι στην κορυφή, της λέει ότι δεν τον καταδέχεται, γιατί είναι αρχόντισσα κυρία, την αποκαλεί ζαχαροκάντυο ζυμωτή, δηλαδή γλυκιά σαν κάποιο παραδοσιακό γλύκισμα, και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά (δες και με το παλικάρι!). Αυτό το βυζαντινό τραγουδάκι έμεινε ως τις μέρες μας ως παράδοση που διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά η ιστορία ξεχάστηκε στα βάθη των αιώνων. Έτσι λοιπόν μια ιστορία αγάπης έγινε τραγούδι και για αιώνες τα παιδιά το τραγουδάνε κάθε Πρωτοχρονιά παίρνοντας τον μποναμά τους.

 

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

Ρηγόπουλος Ρήγας, Κάλαντα στο Άργος.

 

Η τάση αυτή της ανάμειξης των λόγιων βυζαντινών στίχων με θρησκευτικό περιεχόμενο και των αυτοσχέδιων λαϊκών στιχουργημάτων απλών ανθρώπων επιβεβαιώνει τη σύνδεση των καλάντων με τους ιστορικούς προγόνους τους, τους αγερμούς, την ειρεσιώνη και τις καλένδες. Έχουμε δηλαδή μια σύνθεση των παλιών στιχουργημάτων με κοινωνικό περιεχόμενο και των εκκλησιαστικών ύμνων, που έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο. Εξηγεί επίσης και τη γλώσσα, στην οποία είναι γραμμένα τα κάλαντα, αφού η έκφρασή τους ακολούθησε την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την καθαρεύουσα, που δηλώνει την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους, στην απλή δημοτική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών. Πρόκειται επομένως για τραγούδια φτιαγμένα από λόγιους ή ποιητές, αλλά και από τον ίδιο το λαό μας, τραγούδια φτιαγμένα από απλούς ανθρώπους, που πολλές φορές οι στίχοι τους συναγωνίζονται και τους πιο φροντισμένους στίχους ποιημάτων και φανερώνουν την ποιητική ψυχή του λαού μας.

Ο λόγος που το έθιμο αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι γιατί πρώτα – πρώτα θεωρείται μια πράξη τελετουργική, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία. Για τα παιδιά όμως που τα τραγουδούν κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα είτε σε προϊόντα. Η ανταμοιβή για τις ευχές, το «φίλεμα», στο παρελθόν ήταν σε είδος: γλυκά, ξηροί καρποί, αυγά, στάρι, λάδι, κουλούρες ειδικά φτιαγμένες για την περίσταση. Αργότερα καθιερώθηκε να δίνονται χρήματα. Για να συγκινήσουν το νοικοκύρη και να δώσει μεγάλα φιλοδωρήματα, οι καλαντάρηδες λένε και πάρα πολλά παινέματα, χαρακτηρισμούς (αφέντη, πρωταφέντη, άρχοντα) τόσο για τον ίδιο όσο και για τα άλλα μέλη της οικογένειάς του και με στίχους εκπληκτικής ομορφιάς και γεμάτους από ωραίες εικόνες. Πολλές φορές, όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές, τα παιδιά συνέχιζαν να λένε με πολύ δυνατή φωνή έξω από το σπίτι δίστιχα σκωπτικά, ειρωνικά και περιπαιχτικά,  που έχουν τη ρίζα τους στο έθιμο της αρχαίας “ειρεσιώνης,” όπως:

 Αφέντη μου στην κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες.

Άλλες γεννούν άλλες κλωσσούν κι’ άλλες αυγά μαζώνουν…

Εσέ Κυρά η ομορφιά, γρήγορα να σ’ αφήσει…

Την κόρη σου την όμορφη βάλτηνε στο ζεμπίλι

και κράτησέ την αψηλά να μη τη φαν’ οι ψύλλοι…

 

Κύριος σκοπός των καλαντιστών ωστόσο ήταν και είναι πάντοτε η παρέα, η συνεύρεση με την παρέα. Γι’ αυτό οι καλαντιστές δεν εισπράττουν ξεχωριστά τα φιλοδωρήματά τους, αλλά έχουν ταμείο κοινό και στο τέλος ακολουθεί η μοιρασιά. Αυτή η μοιρασιά, τα κοινά γλέντια, η κοινή διασκέδαση της παρέας είναι η μεγαλύτερη χαρά των καλαντιστών. Εξίσου σημαντική είναι και η επικοινωνία, όχι μονάχα με την παρέα, αλλά και με τα άλλα μέλη της κοινότητας, με τα οποία είναι γνώριμοι και δεμένοι οι καλαντιστές. Γι’ αυτό και παλαιότερα έλεγαν στο κάθε σπιτικό και άλλα λόγια, άλλα για τον παπά, άλλα για τον μορφωμένο, άλλα για το σπίτι που έχει ανύπαντρο κορίτσι ή ξενιτεμένο ή μικρό παιδί, κάτι  που προϋποθέτει το δέσιμο των μελών της κοινότητας μεταξύ τους. Τα κάλαντα χάνουν το νόημά τους, όταν χάνεται αυτή η προσωπική σχέση του καλαντιστή με το νοικοκύρη.

Έθιμο σχετικό με τα κάλαντα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι και οι μεταμφιέσεις. Σκοπός τους είναι ο εξευμενισμός κάποιων υπερφυσικών δυνάμεων, που πίστευαν κυρίως οι παλιοί ότι καθόριζαν τις μοίρες των ανθρώπων. Οι μεταμφιεσμένοι, που συνήθως παίρνουν τη μορφή άγριων ζώων ή αγροίκων πολεμιστών ή άλλων προσώπων, όπως γαμπρός, νύφη, αράπης, γιατρός, καπετάνιος, «αλής», «καλικάντζαρος» κ.α. περιφέρονται ανά ομάδες συνοδεύοντας τους νεαρούς καλαντιστές και τραγουδώντας μαζί τους. Οι πιο γνωστές ομάδες μεταμφιεσμένων με δέρματα ζώων είναι τα «ρογκάτσια» ή «ρογκατσάρια» (ρογκάτσια=προβιές) της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, οι «Μπαμπαλιάρηδες» της Θράκης (μπάμπαλο=κουρέλι), οι «Μωμόγεροι» του Πόντου κ.α. Οι άνθρωποι από την αρχαιότητα, για να εξευμενίσουν αυτές τις ψυχές, ετοίμαζαν ως προσφορά «μελιτόεσσες», μικρές μελόπιτες, που πιθανότατα είναι οι πρόγονοι των «μελομακάρονων».

Χαρακτηριστικό στοιχείο μεταμφίεσης είναι και το ραβδί που χρησιμοποιούν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας οι καλαντιστές, απόρροια κι αυτό της «ειρεσιώνης» ή και των ράβδων των ποιμένων της Βίβλου. Πέραν όμως απ’ το συμβολισμό τους τα ραβδιά αυτά χρησίμευαν στα παιδιά και ως αμυντικό όπλο για τα σκυλιά, που θα έβρισκαν στο δρόμο τους…

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βαρβούνη Γ. Μ., «Μελετήματα Ελληνικής Λαογραφίας» , εκδ. Σπανίδης, 2007.
  • Βρετάκου Φίλιππου, «Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των», Αθήνα, 1980.
  • Θεοδοσίου Σ. – Δανέζη Μ., «Ο κύκλος του χρόνου, αστρονομία και μυστηριακές Λατρείες», εκδ. Δίαυλος.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ.
  • Liddell/Scott, Μέγα Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας,
  • Λουκάτου Δ., «Χριστουγεννιάτικα και των εορτών»
  • Μέγα Α. Γ., «Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.
  • Μερακλή Μ., «Ελληνική Λαογραφία», εκδ. Οδυσσέας, 2004.
  • Παπαθανάση – Μουσιοπούλου Καλ., «Λαογραφικά Θράκης Α΄», 1979.
  • Περιοδικό «Τερπνή», Τα Κάλαντα στην Αρχαία Ελλάδα,  μελέτη , φ. 42 – 44 (2001 – 02).
  • Πολίτη Ν., «Παραδόσεις Α&Β», Αθήνα 1994.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ο αριθμός 7


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», κείμενο του Φιλόλογου- Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Ο αριθμός 7»

 

Η επιστήμη των αριθμών αποτελεί το θεμέλιο κάθε γνώσης σε όλους τους πολιτισμούς. Από την αρχαιότητα δεν υπάρχει λαός  με φιλοσοφία ή παράδοση, που να μην δίνει μεγάλη σημασία στους αριθμούς. Χαλδαίοι, Βαβυλώνιοι, Κινέζοι, Αιγύπτιοι, Εβραίοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Ίνκας και άλλοι λαοί χρησιμοποίησαν τους αριθμούς για να εκφράσουν τις κοσμογονικές τους αντιλήψεις. Μερικοί αριθμοί ωστόσο, όπως το 3, το 4, το 7 και το 9, προσέλκυσαν την ιδιαίτερη προσοχή των ανθρώπων. Τα φαινόμενα που παρατηρήθηκαν στη φύση, οι συμπτώσεις, οι συνδυασμοί, τα διάφορα περιστατικά, που συνδέθηκαν με τους αριθμούς αυτούς, έδωσαν αφορμή να αναπτυχθεί ένα είδος μυστηριακής λατρείας γύρω τους.

Ο αριθμός 7

Ο αριθμός 7

Οι δοξασίες γύρω από τον αριθμό 7 κυριάρχησαν στους περισσότερους λαούς της αρχαιότητας και ο απόηχός τους φτάνει ως τις μέρες μας ερεθίζοντας το νου και του σημερινού ανθρώπου. Ο αριθμός 7 θεωρείται ιερός και συμβολικός και κλείνει μέσα του μια δύναμη μυστηριακή. Αν προσπαθήσουμε να αναφέρουμε όλα τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το μυστηριώδη αριθμό, θα χρειαστούμε ολόκληρο βιβλίο. Ας δούμε όμως μερικές εφαρμογές του αριθμού 7:

Κατά τους Πυθαγόρειους ο αριθμός 7 είναι «αμήτωρ», αφού δεν είναι γινόμενο παραγόντων. Είναι ακόμη το σύμβολο της τελειότητας, γιατί είναι άθροισμα του 3 και του 4, που εκφράζουν τα δύο τέλεια γεωμετρικά σχήματα, το ισόπλευρο τρίγωνο και το τετράγωνο. Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το 7 ως μυστηριώδη αριθμό και για τις γεωμετρικές του ιδιότητες, επειδή 7 σημεία δεν μπορούν να δημιουργήσουν συμμετρία σε ένα κύκλο!

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ακόμα τον αριθμό 7 ως εικόνα και πρότυπο της τάξης και της αρμονίας στη φύση. Ήταν ο αριθμός που περιλάμβανε δύο φορές τον ιερό αριθμό τρία (σύμβολο της θείας τριάδας σε όλους τους λαούς, χριστιανικούς και παγανιστικούς), στην οποία προστίθεται το ένα ή η θεία μονάδα (3Χ2+1=7).

Για τους Ανατολικούς λαούς οι 7 πλανητικές σφαίρες αντιπροσωπεύονται από τους 7 κρίκους, που φορούν οι γυναίκες στα 7 μέρη του σώματος, που διακοσμούνται (κεφάλι, λαιμό, χέρια, πόδια, αυτιά, μύτη και μέση). Η κινέζικη φιλοσοφία 7 σημεία θεωρεί ως θεμελιώδη (αέρας, νερό, μέταλλο, αιθέρας, φωτιά, ξύλο και γη).

Οι αρχαίοι ανατολικοί λαοί πίστευαν ότι 7 ήταν οι μεγάλες θεότητες και 7 τα μεγάλα αστέρια. Οι Χαλδαίοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Φοίνικες, Ινδοί και Πέρσες μέτρησαν τους 7 πλανήτες, τα 7 άστρα της μεγάλης Άρκτου και τα 7 της μικρής Άρκτου. Οι Μουσουλμάνοι δικαιούνται να έχουν 7 γυναίκες σύμφωνα με το Κοράνι. Κάθε φάση της Σελήνης διαρκεί 7 ημέρες.

Για τους Εβραίους 7 μέρες κρατούσαν οι γιορτές της σκηνοπηγίας , 7 χρόνια διαρκούσε το Σαββατικό έτος και 7 τέτοια έτη αποτελούσαν το Ιωβηλαίο. Επτά ιερείς με 7 σάλπιγγες γύριζαν γύρω από την Ιεριχώ για 7 μέρες και την 7η ημέρα έκαναν 7 φορές το γύρω των τειχών της. Επτάφωτη ήταν η ιερή λυχνία, την έβδομη μέρα από την γέννηση γινόταν η περιτομή των αγοριών, επτά φορές συγχωρούνταν τα αμαρτήματα, στο επταπλάσιο ο κλέφτης αποζημίωνε τον παθόντα.

Η αρχαία Ελλάδα είχε 7 σοφούς (Θαλής, Βίας, Κλεόβουλος, Περίανδρος, Πιττακός, Σόλων και Χίλων) και η εκπαίδευση των αγοριών στην αρχαία Σπάρτη άρχιζε στα επτά τους χρόνια. Οι ελεύθερες τέχνες στην αρχαιότητα ήταν 7  (γραμματική, ρητορική, διαλεκτική, αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία) και  7  τα θαύματα του αρχαίου κόσμου (Κολοσσός Ρόδου, πυραμίδα Χέοπος, Μαυσωλείο  Αλικαρνασσού, Φάρος Αλεξάνδρειας, κρεμαστοί κήποι Βαβυλώνας, Άγαλμα του Δία στην Ολυμπία και Ναός της Αρτέμιδας στην Έφεσο). 7 στρατηγοί εκστρατεύσανε κατά της Θήβας στους «Επτά επί Θήβαις» του Αισχύλου (Άδραστος –Πολυνείκης – Τυδέας – Αμφίαραος – Καπανέας – Ιππομέδοντας – Παρθενοπαίος) και 7 ήρωες (Ετεοκλής – Πολυφόντας – Μελάνιππος – Μεγαρέας – Ύπερος – Λασθένης – Άκτορας) υπερασπίστηκαν τις 7 πύλες της Θήβας.

7 πόλεις διεκδικούσαν την καταγωγή του Ομήρου (Χίος, Σμύρνη, Κύμη, Κολοφών, Πύλος, Άργος, Αθήνα) και με 7διπλο βοδινό δέρμα ήταν φτιαγμένη η ασπίδα του Αίαντα στην Ιλιάδα. Οι Αρχαίοι Έλληνες χώριζαν τους ωκεανούς του κόσμου σε 7 θάλασσες (Αιγαίο,  Μεσόγειο, Αδριατική, Μαύρη, Ερυθρά,  Κασπία, Περσικό Κόλπο).

Στον 7ο μήνα της κύησης πρέπει να γεννηθεί το έμβρυο για να επιζήσει, στον 7ο μήνα ζωής βγάζει δόντια και στο 7ο έτος τα ανανεώνει. Σε επτάδες χώριζαν την ηλικία του ανθρώπου (ως 7 βρεφική, ως 14 παιδική, 21 εφηβική, 28 νεανική, 35 ωριμότητα, 42 ακμή κ.λ.π.), 7 είναι τα ανοίγματα της κεφαλής (2 μάτια, 2 αυτιά, 2 ρουθούνια, 1 στόμα), 7 τα σπλάχνα (στομάχι, καρδιά, σπλήνα, συκώτι, πνευμόνι και 2 νεφροί), 7 και οι αποκρίσεις του ανθρώπινου οργανισμού (δάκρυ, μύξα, σάλιο, σπέρμα, ούρα, κόπρανα και ιδρώτας).

Ο Όμηρος θέλει 7 τις αγέλες των βοδιών του Απόλλωνα, 7 χορδές έχει η λύρα του, επτάπηχο ανδριάντα του δώρισαν οι Αιγύπτιοι. Ο Οδυσσέας έμεινε 7 χρόνια στο νησί της Καλυψώς και στο μύθο του Θησέα 7 παλικάρια και 7 κόρες έστελναν για τροφή στο Μινώταυρο.

Ξεχωριστή θέση έχει ο αριθμός 7 και στην Παλαιά διαθήκη: Οι μέρες της Δημιουργίας ήταν 7, την 7η ημέρα έπλασε ο θεός τον άνθρωπο και η 7η ημέρα της Δημιουργίας είναι ημέρα ανάπαυσης και αργίας και συμβολίζει την ολοκλήρωση και την τελειότητα!. Το Πάσχα διαρκούσε 7 ημέρες. Ο Νώε έβαλε στην κιβωτό 7 ζεύγη ζώων και πτηνών, Ο Κατακλυσμός άρχισε 7 μέρες μετά την είσοδο του Νώε στην κιβωτό, την 7η μέρα μετά τον Κατακλυσμό έστειλε ο Νώε το περιστέρι έξω και 7 ημέρες και 7 νύκτες ταξίδεψε το περιστέρι μέχρι να επιστρέψει στην Κιβωτό.  Ο Φαραώ ονειρεύτηκε 7 παχιές και 7 αδύνατες αγελάδες, καθώς και 7 καρποφόρα και 7 άκαρπα στάχια. Η λυχνία του Μωυσή ήταν επτάφωτη.  Ο βασιλιάς Δαβίδ 7 φορές την ημέρα υμνούσε το Θεό και 7 πλεξίδες είχαν τα μαλλιά του Σαμψών, που του έδιναν τη δύναμή. Ο αριθμός 7 χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη 70 φορές!

Η Ρώμη χτίστηκε πάνω σε επτά λόφους, όπως και η Κωνσταντινούπολη, που είχε και επτά ονόματα (Βυζάντιο, Νέα Ρώμη, Αντωνία, Θησαυρός του Ισλάμ, Διαχωριστής του Κόσμου, Ινσταμπούλ, και Κωνσταντινούπολη.), πολιορκήθηκε από τους Μωαμεθανούς 7 φορές και αλώθηκε μετά από 7 εβδομάδες από τον έβδομο Σουλτάνο των Οσμανιδών.

Στην ορθόδοξη εκκλησία 7 είναι τα ιερά μυστήρια (Γάμος, Βάπτιση, Χρίσμα, Ευχέλαιο, Μετάληψη, Εξομολόγηση, Ιεροσύνη),  7 είναι τα θαύματα του Χριστού κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη,  7 οι κύριες αρετές (ταπεινότητα, ευσπλαχνία, αγνότητα, φιλαλληλία, επιείκεια, καλοσύνη, εργατικότητα),  7  τα θανάσιμα αμαρτήματα ((φιλαργυρία, πορνεία, γαστριμαργία, φθόνος, οργή, ακηδία) και 7 οι ευχές που περιέχει το «Πάτερ ημών», 3 για το Θεό (αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γεννηθήτω το θέλημά σου) και 4 για τις ανάγκες του ανθρώπου (τον άρτον ημών δος, άφες τα οφειλήματα, μη εισενέγκεις εις πειρασμόν, ρύσαι από του πονηρού).

Τα χρώματα του φάσματος και του ουράνιου τόξου είναι7 (κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, γαλάζιο, βαθυγάλαζο, βιολετί). Υπάρχουν μάλιστα βάσιμες υποψίες ότι ο Νεύτων, που μίλησε πρώτη φορά για τα χρώματα, διέκρινε έξι χρώματα και πρόσθεσε το χρώμα indigo – βαθυγάλαζο, λουλακί – για να συμπληρωθεί ο «μαγικός» αριθμός επτά.

Οι  νότες του πενταγράμμου 7, οι φθόγγοι της μουσικής 7 (do, re, mi, fa, sol, la, si ), 7  και της βυζαντινής μουσικής (πα, βου, γα, δι, και, ζω, νι), 7 οι καλές τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, ποίηση, χορός, μουσική και κινηματογράφος),  7 τα μέταλλα των αλχημιστών ( χρυσός,  άργυρος,  υδράργυρος,  χαλκός, σίδηρος, κασσίτερος, μόλυβδος),  7 τα άστρα στον αστερισμό Πλειάδες, (Αλκυόνη, Μερόπη, Ηλέκτρα, Ταϋγέτη, Κελαινώ, Μαία, Αστερόπη),  7 οι ουρανοί του κόσμου και  7 τα κακά της μοίρας μας!.

Στη δημώδη γλώσσα υπάρχουν πολλές λέξεις με πρώτο συνθετικό το εφτά: εφτάδιπλος, εφτάζυμο, εφταήμερο, εφτάπηχος, εφτάψυχος, εφταμηνίτικος, εφτάστερος, εφτασφράγιστος, εφτάφωτος, επτάλοφος, επταπύργιο, Επτάνησα, Επταχώρι, επταδάκτυλος, επτάχορδος, εφτασύλλαβος και «7 τραγούδια θα σου πω / για να διαλέξεις το σκοπό / που θα μου πεις και θα σου πω / το σ’ αγαπώ» έλεγε το γνωστό τραγούδι του Χατζηδάκι, Τα Επτάνησα του Ιονίου πελάγους είναι 7 ( Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Ιθάκη, Λευκάδα, Κύθηρα και Παξοί),  7 οι νάνοι στη Χιονάτη, 7 χρόνια κράτησε η δικτατορία του 67,  7 τα φωνήεντα της αλφαβήτου, 7up το γνωστό αναψυκτικό και τη θύρα 7 έχουν οι φανατικοί φίλοι του Ολυμπιακού!

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο αριθμός αυτός κρύβει κάτι το ξεχωριστό και μυστηριώδες, αφού από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα σημαδεύει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο την ζωή μας.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Τότσικας Αλέξης – Δεύτερη Ανάγνωση


 

  

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού με χαρά ανακοινώνει την έκδοση του νέου βιβλίου του Αλέξη Τότσικα «Δεύτερη Ανάγνωση». Οι Φίλοι και τα Αρωγά Μέλη της Bιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν την εξαιρετική  αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

 

Το νέο βιβλίο του, φιλόλογου – συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα  περιέχει κείμενα που αναφέρονται σε γεγονότα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, σε έθιμα της ελληνικής λαϊκής παράδοσης και κάποιες σελίδες τοπικής ιστορίας. Σημαντικά και λιγότερο γνωστά «γεγονότα και έθιμα που σημαίνουν κάτι…», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στον υπότιτλο του βιβλίου.

Δεύτερη Ανάγνωση… Δεύτερη ματιά… Ίσως με μια δεύτερη ματιά δεις κάτι που δεν είδες με την πρώτη… Ίσως παρατηρήσεις κάτι που δεν του είχες δώσει σημασία… Κάτι που σημαίνει κάτι… Και τότε ίσως κάτι αλλάξεις… Ίσως κάτι κάνεις καλύτερα… «Εκείνος που γνωρίζει τις ρίζες του και την ιστορική του πορεία είναι σε θέση να προβλέψει και να προλάβει τις εξελίξεις. Όπως προέβλεπε τα μελλούμενα ο μυθικός Προμηθέας…».

 

Δεύτερη Ανάγνωση

Δεύτερη Ανάγνωση

 

Ένας λαός με κοντή μνήμη, ορφανός από ρίζες, ιστορία και παράδοση είναι ένας καταδικα-σμένος λαός. Καταδικασμένος να ξαναζεί την ιστορία του, να επαναλαμβάνει τα λάθη του με την ελπίδα πως κάποτε θα μάθει από αυτά.

Αυτό όμως θα συμβεί μόνο όταν τα γνωρίσει, τα αντικρύσει κατάματα και αντιληφθεί ότι ίσως χρειαστεί να «ξεβολευτεί», να κουραστεί, να κοπιάσει χωρίς δεκανίκια, χωρίς τις άρρωστες νοοτροπίες του παρελθόντος, με καθαρή και αμόλυντη συνείδηση, για να πετύχει ό,τι δεν πέτυχε πριν. «Γιατί μόνο σε τέτοια αισθήματα μπορεί να ριζώσει και να ανθίσει η μόρφωση του Γένους. Σε αισθήματα πραγματικά και όχι σε αφηρημένες έννοιες περί του κάλλους των αρχαίων ημών προγόνων ή σε καρδιές αποστεγνωμένες, που έχουν πάθει ακαταληψία από το φόβο του χύδην όχλου…», όπως σημειώνει ο Γ. Σεφέρης.   

Σήμερα, μέσα στη δίνη των εξελίξεων και της κρίσης, ίσως με μια δεύτερη ανάγνωση της ιστορίας και της παράδοσής μας, γεγονότων και εθίμων που έχουν κάποια σημασία, να δούμε κάτι που δεν είχαμε δει, κάτι που θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, κάτι που θα μας βοηθήσει να μην επαναλάβουμε τα λάθη των προηγούμενων και να προσαρμοστούμε καλύτερα στις απαιτήσεις του μέλλοντος.        

Αλέξης Τότσικας

«Δεύτερη Ανάγνωση»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Άργος, 2013.

212 σελίδες

ISBN 978-960-9650-04-5

Read Full Post »

Ο εορτασμός του Πάσχα στην Άρεια Ναυπλίου


 

 

Το Πάσχα η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, γιορταζόταν στην Άρεια με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Οι προετοιμασίες για τη Λαμπρή άρχιζαν πολύ ενωρίς. Η πρώτη μέριμνα ήταν το πασχαλινό αρνί. Το λαμπριάτικο μανάρι, όπως τόλεγαν, έπρεπε να ήταν αρνί, όχι κατσίκι και, φυσικά, δεν το αγόραζαν από το χασάπη τις παραμονές της γιορτής, αλλά το μανάρευε κάθε οικογένεια. Από τρόφιμα δεν αγόραζαν τίποτε. Ζυμαρικά, όσπρια, φρούτα, λαχανικά, ζαρζαβα-τικά, γάλα, τυρί κ.λ.π., ήταν όλα από τη δική τους παραγωγή. Το ίδιο και τα κρεατικά. Κάθε οικογένεια είχε απ’ όλα τα οικόσιτα. Κότες πολλές και αυγά πολλά για τις ανάγκες της οικογέ-νειας, αλλά και για να πωλούν σε Ναυπλιείς που προτιμούσαν τα φρέσκα για τα μικρά παιδιά τους.

Αφθονούσαν λοιπόν τα κοτόπουλα και οι γαλοπούλες ελεύθερης βοσκής. Θρεμμένα όλα με αγνές τροφές για την οικογένεια και για το εμπόριο. Η κατσίκα και η προβατίνα, ήταν απαραί-τητα οικόσιτα. Από την προβατίνα που γεννούσε δύο και τρία αρνιά πρώιμα, πριν από τα Χριστούγεννα, το καλύτερο, το ξεχώριζαν και το προόριζαν για το Πάσχα. Το «Λαμπριάτη», τον περιποιούνταν ιδιαίτερα για να μεγαλώσει, όσο το δυνατόν πιο πολύ, ως το Πάσχα.

Δεύτερη μεγάλη φροντίδα ήταν η καθαριότητα του σπιτιού. Τη βουβή βδομάδα, (πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα), όλες οι γυναίκες βρίσκονταν σε συναγερμό. Έβγαζαν τα πράγματα έξω και άσπριζαν με ασβέστη όλο το εσωτερικό του σπιτιού. Μόνο τη μεγάλη σάλα την έβαφαν κατά το πλείστον με χρώμα φυστικί. Για το άσπρισμα των εσωτερικών χώρων χρησιμο-ποιούσαν βούρτσα. Για τις αυλές και τις μάνδρες χρησιμοποιούσαν και ψεκαστήρα. Μετά τακτοποιούσαν τα πράγματα του σπιτιού και όλα άστραφταν από καθαριότητα και νοικοκυροσύνη. Μοσχοβολούσε ο τόπος από το φρέσκο ασβέστωμα που έδινε συγχρόνως μια ευχάριστη και εντυπωσιακή εικόνα.

Η καθαριότητα των ρούχων και των κλινοσκεπασμάτων ήταν μια άλλη προετοιμασία. Τα ασπρόρουχα ήθελαν ειδικό τρόπο. Άναβαν φωτιά με ξύλα για να βράσει το νερό στο μεγάλο καζάνι. Τα ζεμάτιζαν και τα έβαζαν στο μπουγαδοκόφινο, (μεγάλο καλάθι), αφού προηγου-μένως είχαν ντύσει τα τοιχώματα του μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Όταν γέμιζε το καλάθι με ρούχα, τοποθετούσαν πάνω απ’ αυτό ένα άλλο πανέρι ντυμένο, και μέσα σ’ αυτό έβαζαν αρκετή στάχτη. Σ’ αυτή έριχναν πολλές φορές καυτό νερό, με τις κολοκυθόκουπες που φιλτραριζόταν και βρέχονταν τα ρούχα. Μετά τα έπλεναν στη σκάφη με σπιτίσιο σαπούνι. Τα ξέβγαζαν με άφθονο κρύο νερό μέσα στο οποίο διέλυαν λουλάκι (γαλάζια χρωστική σκόνη που παραγόταν από την Ινδικοφόρο ή Βαφική) και τα ρούχα γίνονταν ολόλευκα. Αυτό έδινε μεγάλη ικανοποίηση στις νοικοκυρές.

Νέοι από την Άρεια διασκεδάζουν με τη χρήση γραμμοφώνου, στο αλώνι της Αγίας Μονής, 1944.

Νέοι από την Άρεια διασκεδάζουν με τη χρήση γραμμοφώνου, στο αλώνι της Αγίας Μονής, 1944.

Μια από τις τρεις πρώτες μέρες της Μεγάλης εβδομάδας έκαναν το ζύμωμα και τα κουλούρια. Τα «καλά», τα κουλούρια της αμμωνίας, όπως και σήμερα και τα προζυμένια ή «κοιμιστά». Απ’ τα τελευταία έφτιαχναν πολλά. Τα τοποθετούσαν ένα – ένα με σειρά επάνω στα κρεβάτια. Τα σκέπαζαν και περίμεναν πότε θα γίνουν για να τα φουρνίσουν. Αργούσαν να γίνουν επειδή ήταν ζυμωμένα με αλεύρι, προζύμι, νερό, γάλα, κανέλλα, ζάχαρη και βούτυρο. Τα έλεγαν «κοιμιστά», επειδή έμεναν πολλές ώρες σκεπασμένα στο κρεβάτι, σαν να «κοιμόντουσαν». Όλα αυτά τα έψηναν στο φούρνο που είχε κάθε σπίτι. Τα ξύλα τα προμηθεύονταν από το βουνό, όπου φύονται άφθονα πουρνάρια. Τα έκοβαν με το ειδικό εργαλείο, το κλαροξίνι. Έφτιαχναν έξι δεμάτια, τα φόρτωναν στη γαϊδουρίτσα και τα κατέβαζαν στο σπίτι. Άλλοι έδεναν τα δεμάτια όλα μαζί με την μεγάλη τριχιά και η «ζαλιά» μ’ ένα σπρώξιμο έπαιρνε τον κατήφορο.

Τις μέρες αυτές μοσχοβολούσε όλη η ατμόσφαιρα του χωριού από τα ψησίματα. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά, ενώ τη Μεγάλη Παρασκευή οι νέες κοπέλες στόλιζαν, από το πρωί, τον Επιτάφιο με άνθη νεραντζιάς και άλλα λουλούδια. Συγχρόνως έψελναν τους λυπητερούς ύμνους στον Εσταυρωμένο Χριστό. «Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα…» κ.λ.π. Το βράδυ παρακολουθούσαν όλοι την ακολουθία και την περιφορά του επιταφίου, ψέλνοντας τα εγκώμια.

Τα μικρά παιδιά, παρ’ ότι ζήλευαν, δεν τολμούσαν να ζητήσουν κουλούρια. Πάνω απ’ όλα σεβασμός στην παράδοση. Κάποτε, κάποτε, όμως, έκαναν στα κρυφά και τις «παρανομίες» τους. Έτσι η αγωνία πότε θάρθει η Λαμπρή κορυφωνόταν και όλοι μικροί και μεγάλοι ένιωθαν, ουσιαστικά, τις Άγιες αυτές ημέρες. Το Μεγάλο Σάββατο έπρεπε κάθε σπίτι να σφάξει το Πασχαλινό αρνί που μανάρευε πάνω από τέσσερις μήνες και θα ήταν το λιγότερο είκοσι οκάδες. Την στιγμή που τόσφαζαν έριχναν και βαρελότα ή καμιά ντουφέκια.

Το δέρμα του αρνιού την επόμενη μέρα το πρωί όλοι το πήγαιναν και το χάριζαν στην εκκλησία. Η συγκέντρωση γινόταν στο προαύλιο του ναού από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο. Τα ζύγιζαν και τα πωλούσαν την ίδια μέρα σε δερματέμπορους. Το ωραίο αυτό έθιμο ήταν ένα σημαντικό έσοδο για τις ανάγκες της εκκλησίας. Η νηστεία όλο το πενηντάημερο, όπως τόλεγαν, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι τη νύχτα της Αναστάσεως ήταν υποχρεωτική για μικρούς και μεγάλους. Κρέας, ψάρια, αυγά και τυροκομικά δεν είχαν θέση στο τραπέζι. Έτσι η Λαμπρή για τα μικρά παιδιά ήταν ημέρα εναγώνιας προσμονής για τα καινούργια ρούχα, τα άσπρα παπούτσια, αλλά και για την παύση της νηστείας.

Τη νύχτα της Αναστάσεως παρακολουθούσαν όλοι τη Θεία Λειτουργία. Δεν έφευγε κανένας. Συνήθως μετά τον ασπασμό της εικόνας της Αναστάσεως αποχωρούσε η μητέρα που πήγαινε στο σπίτι για να αποτελειώσει την πατροπαράδοτη σούπα ή μαγειρίτσα. Τα μικρά παιδιά, που συνήθιζαν να κοινωνούν τη Μεγάλη Πέμπτη, είχαν στην τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό και ένα κουλούρι και μόλις ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη», έβγαιναν έξω, τσούγκριζαν, έτρωγαν και έδιναν τέλος στην ανυπομονησία τους, λόγω της πολυήμερης νηστείας. Μετά το τέλος της Αναστάσιμης Λειτουργίας, γύρω στις δύο τα μεσάνυχτα, όλοι χαρούμενοι γύριζαν στο σπίτι κρατώντας τη λαμπάδα με το Άγιο Φως.

Ο πατέρας με την αναμμένη λαμπάδα έκανε το σημείο του σταυρού στο πάνω μέρος της εξώπορτας και ύστερα την έδινε στη γυναίκα του λέγοντας της: «Χριστός Ανέστη». Εκείνη απαντούσε: «Αληθώς Ανέστη». Και με το φως της λαμπάδας άναβε το καντήλι. Πολλές είχαν την ωραία συνήθεια να διατηρούν το φως αυτά ακοίμητο (χωρίς να σβήσει) μέχρι και την παραμονή της Αναλήψεως, που παύει να λέγεται το Χριστός Ανέστη. Ύστερα όλη η οικογένεια καθόταν στο τραπέζι. Ο πατέρας έπαιρνε στα χέρια του τη μεγάλη Πασχαλινή Κουλούρα με το κόκκινο αυγό στη μέση. Τη σταύρωνε με το μαχαίρι και την έκοβε σε τέσσερα μεγάλα κομμάτια, ενώ η οικοδέσποινα την τεμάχιζε σε μικρότερα. Τσούγκριζαν μεταξύ τους τα κόκκινα αυγά, λέγοντας πάλι το «Χριστός Ανέστη» και άρχιζαν να τρώνε με όρεξη την πεντανόστιμη μαγειρίτσα, μετά από τόση μεγάλη νηστεία.

Την Κυριακή, πρώτη μέρα της Αναστάσεως και μετά το μεσημεριανό φαγητό γύρω στις 4μ.μ. ο παπάς χτυπούσε χαρμόσυνα την καμπάνα και καλούσε τους πιστούς να παρακολουθήσουν τον «Εσπερινό της Αγάπης». Όλοι καλοντυμένοι με τις καλύτερες φορεσιές και με τη λαμπάδα έτρεχαν στην εκκλησιά. Τις ωραιότερες φορεσιές τις είχαν τα κορίτσια και τα αγόρια εκείνα, που είχαν σειρά για να παντρευτούν. Οι μητέρες έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στο ντύσιμο των κοριτσιών που έπρεπε να παντρευτούν. Τους έραβαν ωραία φορέματα και τα στόλιζαν με κοσμήματα της εποχής, δηλαδή, σκουλαρίκια, δακτυλίδια, και άλλα για να διακρίνονται.

Η μεγάλη ημέρα της Χριστιανοσύνης είχε την θρησκευτική, αλλά και την κοινωνική της πλευρά. Από την ημέρα αυτή της ωραίας εμφάνισης των νέων ξεκινούσαν τα περισσότερα προξενιά. Δεν έλειπαν, βέβαια, και τα αισθήματα. Επικρατούσε όμως ο ρομαντισμός, η σοβαρότητα, ο αμοιβαίος σεβασμός και η γνήσια αγάπη που απέβλεπε στο μυστήριο του γάμου. Όταν τέλειωνε η χαρμόσυνη ακολουθία, έτσι όπως ήσαν λαμπροφορεμένοι και χαρούμενοι από το φως της Αναστάσεως, έδιναν μεταξύ τους τον ασπασμό της αγάπης. Οποιαδήποτε έχθρα μικρή ή μεγάλη την ημέρα αυτή λησμονιόταν. Δεν υπήρχαν εχθροί, παρά μόνο φίλοι, αδελφοί και συγγενείς. Το «συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει», που ψαλλόταν με έμφαση και τόνο πανηγυρικό, γαλήνευε τις καρδιές όλων και τις έκαμε απαλές, συγχωρητικές.

Έτσι, καθώς έβγαιναν αδελφωμένοι μέσα από τη λαμπροφόρα Εκκλησιά, έστηναν χορό στην πλατεία του χωριού, «τα πέντε αλώνια» μέχρι που νύχτωνε. Χορό μεγάλο, από δύο και τρεις κύκλους, ώστε να χωρούν όλοι και να αισθάνονται όλοι πραγματικά αδελφωμένοι και συγχωρεμένοι. Οι καλοφωνάρηδες και οι καλοφωνάρισσες άρχιζαν πρώτοι το τραγούδι και ύστερα όλοι μ’ ένα στόμα και με μια φωνή επαναλάμβαναν τα λόγια τους. Τα τραγούδια ήταν τα δημοτικά και το περιεχόμενο τους ανάλογο με τη μεγάλη Θρησκευτική γιορτή και τη γιορτή της ανοίξεως. Φυσικά, από τον πλούσιο κατάλογο των δημοτικών τραγουδιών, δεν έλειπαν και τα ντόπια, αυτά που έφτιαχναν οι πιο επιτήδειοι και τα τραγουδούσαν πολλές φορές και με μεγαλύτερη ευθυμία.

 

Βλάσης Π. Βαμβακάς

«Άρεια – Το μπαλκόνι τ’ Άναπλιού», Ναύπλιο, 2006.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Οικολογικά έθιμα


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο από το βιβλίο – που μόλις κυκλοφόρησε από την Αργολική Βιβλιοθήκη – του Φιλόλογου, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Οικολογικά έθιμα»

 

Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί το έθιμο επιβάλλει να τρώμε χοιρινό ή γαλοπούλα τα Χριστούγεννα και αρνί, ολόκληρο μάλιστα, το Πάσχα; Ας δούμε πώς σχετίζονται τα έθιμα αυ-τά της θρησκείας μας με τα οικολογικά δεδομένα της χώρας μας.

Στη χώρα μας μέχρι το υψόμετρο των πεντακοσίων περίπου μέτρων, όπου φτάνει και η καλλιέργεια της ελιάς, επικρατεί το μεσογειακό κλίμα. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι συχνά το μεσογειακό κλίμα αναφέρεται και ως «το κλίμα της ελιάς». Σ’ αυτό το κλίμα η περίοδος της αφθονίας για τη φύση αρχίζει με τα πρωτοβρόχια του Οκτωβρίου, οπότε,  αρχίζουν να φυ-τρώνουν τα ποώδη φυτά και η φύση ξαναζωντανεύει μετά την ξηρασία του καλοκαιριού. Στις περιοχές του μεσογειακού κλίματος από τον Νοέμβριο μέχρι και τον Απρίλιο υπάρχει αφθονία «βοσκήσιμης ύλης». Από τον Μάιο μέχρι και τον Οκτώβριο συμβαίνει το αντίστροφο, αφού οι βροχές είναι ελάχιστες και α­ποξηραίνονται οι βοσκότοποι των χαμηλών υψομέτρων.

Ψήσιμο αρνιών το Πάσχα του 1935 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γεωργίου Ποδάρα και δημοσιεύεται στον ιστότοπο:  http://dadi-amfikleia.blogspot.gr.

Ψήσιμο αρνιών το Πάσχα του 1935 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γεωργίου Ποδάρα και δημοσιεύεται στον ιστότοπο: http://dadi-amfikleia.blogspot.gr.

Η παραδοσιακή γεωργία και κτηνοτροφία ακολουθού­ν πιστά αυτούς τους κύκλους. Μέσα από αιώνες εμπειρίας κατάφεραν να ενταχθούν πλήρως σε ό,τι το περιβάλλον προσέφερε με στόχο τη διατήρηση των φυσικών πόρων, χωρίς υποβάθμιση και εξάντλησή τους. Ο χριστιανισμός παράλληλα ήρθε να υποστηρίξει την παράδοση και προσάρμοσε τα δυο εξάμηνα με τις γιορτές των «δυο καβαλάρηδων», του Αγίου Γεωργίου στις 23 Απριλίου και του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου. Τα χριστιανικά έθιμα και οι νηστείες έχουν άμεση σχέση με τα δεδομένα της φύσης και τις ανάγκες των ανθρώπων.

Οι παλαιότεροι γνωρίζουν ότι τα χοιρινά μεγαλώνουν το καλοκαίρι και τρέφονταν με αποφάγια, που δεν μπορούσαν να διατηρηθούν εκτός ψυγείου πριν τη διάδοση του ηλεκτρικού ρεύματος, και με υπολείμματα φρούτων – τομάτες, φλούδες καρπουζιών κ.α. – που αφθονούσαν στους ελληνικούς κάμπους τη θερινή περίοδο. Οι γαλοπούλες πάλι έβοσκαν ελεύθερες στις καλαμιές από τον Ιούνιο, το θεριστή, και όλο το καλοκαίρι. Μετά το Νοέμβριο, που πιάνει για τα καλά ο χειμώνας, τα χοιρινά πρέπει να μείνουν στο κουμάσι και οι γαλοπούλες στο κοτέτσι τους και να τρέφονται με ζωοτροφές, που δεν υπήρχαν παλαιότερα. Οι λίγοι σπόροι, σιτάρι και καλαμπόκι, διαλογής ή καθαροί, που είχε διαθέσιμους κάθε σπίτι μόλις έφταναν για ένα – δυο μήνες, από το τέλος Οκτωβρίου δηλαδή ως τα Χριστούγεννα.

Να λοιπόν γιατί, όσα χοιρινά ή γαλοπούλες δεν είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή και δεν μπορούσαν να τα θρέψουν, έπρεπε να τα σφάξουν και να τα καταναλώσουν την περίοδο των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς. Τις γαλοπούλες, που ήταν μικρού σχετικά βάρους τις κατανάλωναν ολόκληρες. Τα χοιρινά, που έβγαζαν δεκάδες κιλών κρέας, τα κρατούσαν για όλο το χειμώνα κάνοντας πολλά κομμάτια παστά με πολύ αλάτι και πηχτή με μπόλικο σκόρδο και ξύδι, για να διατηρηθούν εκτός ψυγείου. Η θρησκεία υποβοηθά την επιβίωση των ανθρώπων κάνοντας την ανάγκη έθιμο καθαγιασμένο από το χριστιανισμό.

Τα γιδοπρόβατα, αντίθετα, γεννούν συνήθως από τον Οκτώβρη ως τον Ιανουάριο και αυτός είναι ο λόγος, που το μήνα αυτό τον αναφέρουμε και ως «Γεννάρη». Από τον Οκτώβρη ως το Μάη οι ελληνικοί κάμποι είναι καταπράσινοι και τα γιδοπρόβατα βρίσκουν άφθονη τροφή στη φύση. Παράλληλα το Φεβρουάριο τα νεογέννητα αρνιά και κατσίκια έχουν γίνει 2-3 μηνών και προσφέρονται για κατανάλωση του κρέατός τους.  Οι κτηνοτρόφοι, επειδή αυτήν την εποχή σε πολλές περιοχές υπάρχουν χιόνια, δεν μπορούν να βγάλουν τα κοπάδια για βοσκή και χρειάζονται κτηνοτροφές. Έτσι, αναγκάζονται να σφάξουν ζώα, για να μειώσουν τον αριθμό τους.

Με την αναγκαστική μείωση του αριθμού των γιδοπροβάτων υπάρχει προσφορά κρέατος, το οποίο πρέπει να καταναλωθεί και η παράδοση μας συντονίζεται μ’ αυτό. Του Αγίου Βλασίου (11 Φεβρουαρίου), που θεωρείται προστάτης του κοπαδιού κατά του  λύκου, του τσακαλιού και των άλλων σαρκοφά­γων ζώων, ετοίμαζαν σε πολλά χωριά φαγητά από κρέας προβάτων και κατσικιών, που τα έσφαζαν στο προαύλιο της εκκλησίας. Την ίδια περίπου εποχή αρχίζει και το Τριώδιο, το οποίο συν­δέεται με φαγοπότι και διαρκεί τρεις εβδομάδες.

Την πρώτη εβδομάδα κάθε σπίτι σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε να «ματώσει», έπρεπε δηλαδή να σφάξει και να φάει κρέας οπωσδήποτε. Σε κάποια χωριά γυρνούσε και ο τελάλης, που φώναξε «όποιος δεν έχει θρεφτάρι ν’ αγοράσει», ενώ σε άλλες περιοχές η σύσταση ήταν πιο ριζοσπαστική, αφού ο τελάλης πρόσθετε «αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις, κλέψε!».

Η δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου είναι η «Κρεατινή», η μόνη εβδομάδα του χρόνου, που δεν απαγορεύεται από τη θρησκεία μας η κατανά­λωση κρέατος την Τετάρτη και την Παρασκευή. Σ’ αυτή την εβδομάδα ανήκει και η «τσικνοπέμπτη», που πήρε τ’ όνομά της από την τσίκνα, που πρέπει να υπάρξει σε κάθε σπίτι με το ψήσιμο κρέατος.

Την τρίτη εβδο­μάδα του τριωδίου, την «Τυρινή», ο κόσμος «αποκρεύει», δηλαδή σταματά να τρώει κρέας. Παράλληλα τα χιόνια λιώνουν, αφού έχει πιάσει Μάρτης, η θερμοκρα­σία του περιβάλλοντος ανεβαίνει και τα φυτά μεγαλώνουν. Η άνοιξη έρχεται και αρχίζει να υπάρχει στη φύση αφθονία φυτών για βόσκηση από τα κοπάδια των γιδοπροβάτων. Τώρα όμως έφθασε η Σαρακοστή, που σχετίζεται απόλυτα με την παράδοσή μας.

Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής η επάρκεια των φυτών χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο σ’ όλη την περίοδο της νηστείας και οι χορτόπιτες είναι σε ημερήσια διάταξη. Το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής, των Αγίων Θεοδώρων, το έθιμο συνιστά χορτόπιτες και το ίδιο ισχύει των Αγίων Σαράντα (9 Μαρ­τίου) με τις «σαραντόπιτες»,  καθώς και με φαγητά «από σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια». Η κατανάλωση κρέατος στη διάρκεια της Σαρακοστής απαγορεύεται, γιατί θα ήταν απώλεια μεγάλη να σφάξουμε τα ζώα την εποχή που αυξάνονται σε βάρος

Από το Μάιο οι βροχές στις περισσότερες περιοχές της χώρας μειώνονται δραστικά και τα ποώδη φυτά, αφού ανθίσουν και κάνουν σπόρους, ξεραίνονται. Επομένως, οι διαθέσιμες τροφές για βόσκηση αρχίζουν να λείπουν και γίνονται ελάχιστες κατά το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι. Πρέπει, λοιπόν, πριν οι τροφές ελαχιστοποιηθούν, να λιγοστέψει σοβαρά και ο αριθμός των γιδοπροβάτων.

Η μείωση αυτή γίνεται κυρίως το Πάσχα με το ψήσιμο του αρνιού. Επειδή μάλιστα το αρνί και το κατσίκι δεν μπορούν να διατηρηθούν παστά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, καθιερώθηκε το έθιμο της σούβλας, για να καταναλώνονται άμεσα. Το ψήσιμο του αρνιού είναι έθιμο ολόκληρης της Ελλάδας και συνεχίζεται μέχρι το τέλος Μαΐου. Του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) σε πολλά χωριά πήγαιναν ένα αρνί στην εκκλησία, το διάβαζε ο παπάς κι έπειτα το έσφαζαν και το ετοίμαζαν αμέσως για το φούρνο. Στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του θεολόγου (8 Μαΐ­ου) έσφαζαν αρνιά στην εκκλησία και το ίδιο έθιμο ίσχυε των Αγίων Κων­σταντίνου και Ελένης (21 Μαΐου).

Οι παραλληλισμοί  μπορεί να φαίνονται σε πολλά σημεία υπερβολικοί και να χρειάζεται αρκετή δόση φαντασίας, για να ερμηνευτούν ορθολογικά οι παραδόσεις μας. Είναι δύσκολο όμως να φανταστεί κανείς νηστεία από κρέας το Μάιο και τον Ιούνιο. Σ’ αυτήν την περίπτωση τα γιδοπρόβατα θα γινόντουσαν τόσο πολλά, που  θα κινδύνευαν να ψοφήσουν το καλοκαίρι από έλλειψη τροφής και νερού στα άνυδρα ξεροβούνια της ορεινής χώρας!

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αλώνι


 

  

Ένας επίπεδος κυκλικός χώρος λιθόστρωτος ή στρωμένος με χώμα, όπου οι χωρικοί συγκέντρωναν τα δημητριακά, συνήθως σιτάρι ή κριθάρι, για να τα αλωνίσουν με τα ζώα τους και να ξεχωρίσουν τον καρπό από τα στάχυα και τα άχυρα. Τα αλώνια ήταν φτιαγμένα στις παρυφές των οικισμών σε τοποθεσίες όπου τις έπιανε ο αέρας, βοριάς και νοτιάς, για να μπορούν να λιχνίζουν. Συνήθως τ’ αλώνια ήταν κοινά και κάθε αλώνι είχε τους πελάτες του, τους νοικοκυραίους δηλαδή που το προτιμούσαν και μετέφεραν εκεί μετά το θέρισμα το σιτάρι, το κριθάρι ή τη βρώμη τους, για να τ’ αλωνίσουν. Κάθε γειτονιά ή οικογένεια (αδέρφια, ξαδέρφια) είχε και ένα αλώνι και σπάνια ένας μεγαλο-νοικοκύρης του χωριού είχε το δικό του αλώνι.

Το κυρίως αλώνι, όπου αλώνιζαν τα στάχυα, ήταν στρογγυλό με διάμετρο 15-20 μέτρα και, αν βρισκόταν σε επίπεδο έδαφος, έβαζαν γύρω-γύρω μεγάλες όρθιες πέτρες, για να καθορίζουν τα όριά του και να εμποδίζουν τα στάχυα και τα ζώα που αλώνιζαν να βγαίνουν έξω. Στο κέντρο του αλωνιού έβαζαν βαθιά στο έδαφος το στογερό ή ορτό, έναν πάσαλο ύψους 1-2 μέτρων, στον οποίο έδεναν μ’ ένα χοντρό σκοινί τα ζώα, για να γυρίζουν κυκλικά στο αλώνι.

 

Αλώνι στην Αργολίδα. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.


Αλώνι στην Αργολίδα. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Αλώνια συναντάμε δύο ειδών, τα χωματάλωνα και τα πετράλωνα. Το δάπεδο του πέτρινου αλωνιού ήταν στρωμένο με πλάκες από πέτρα, που εφάρμοζαν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια ομαλή επίπεδη επιφάνεια. Τα κενά ανάμεσα στις πλάκες καλύπτονταν με χώμα. Σε πολλές περιοχές όμως τα αλώνια ήταν χωμάτινα.

Τα χωματάλωνα τα έστρωναν με λάσπη ανακατεμένη με άχυρα, που όταν ξηραινόταν την πατούσαν τα άλογα, ώσπου να γίνει σκληρή σαν πέτρα. Το πηλόχωμα το ανανέωναν κάθε χρόνο για να είναι ίσιο, ώστε να τρίβονται τα στάχυα και να μαζεύεται ο σπόρος καθαρός από σκόνες και χώματα. Η προετοιμασία του αλωνιού γινόταν τον Ιούνιο, αφού είχαν πάψει και οι τελευταίες βροχές του Μάη και άρχιζε ο θέρος (θερισμός). Ο Ιούλιος ήταν ο μήνας που οι γεωργοί αλώνιζαν τα σπαρτά τους.

Κοντά στο αλώνι ήταν η θεμωνίστρα, μια έκταση όπου τοποθετούσαν τις θημωνιές, τους σωρούς δηλαδή με τα δεμάτια σταριού που επρόκειτο να αλωνίσουν. Τις θημωνιές τις έχτιζαν έτσι που να πιάνουν λίγο χώρο και τις ξεχώριζαν από το αλώνι με φράχτη ξύλινο ή με πέτρινο τοίχο, για να μη διαβαίνουν τα ζώα και τρώνε τα στάχυα. Το αλώνι ήταν τόπος ιερός, πίστευαν ότι στοιχειό ή ξωτικό δεν μπαίνει μέσα στο αλώνι, γι’ αυτό και το θεωρούσαν άσυλο για το νυχτοπάτη.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά / Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Θέρος (θερισμός)


 

Θερισμός

Θερισμός

Ο θερισμός των σιτηρών από τους γεωργούς, που αποτελούσε την πρώτη φάση για τη συγκομιδή τους. Γινόταν κάθε Ιούνιο, όταν τα στάχυα είχαν ωριμάσει και ο καρπός μέσα τους είχε γίνει σκληρός. Ο γεωργός καταλάβαινε ότι το σιτάρι του ήταν έτοιμο για θέρισμα, όταν έκοβε ένα στάχυ, έβγαζε μερικούς σπόρους από μέσα και με τα δόντια του δοκίμαζε τη σκληρότητά τους. Αν ο καρπός ήταν σκληρός, το σιτάρι είχε ωριμάσει και ήταν έτοιμο για θέρισμα.

Οι θεριστές, άνδρες και γυναίκες, μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι και μια ζώνη στη μέση τους, για να μην υποφέρουν από το σκύψιμο, έμπαιναν πρωί – πρωί με τη δροσιά στο χωράφι, ο ένας πλάι στον άλλο σε απόσταση δυο περίπου μέτρων. Έσκυβε κι έπιανε ο καθένας με το ένα χέρι μια χούφτα στάχυα και με το άλλο χέρι, που κρατούσε το δρεπάνι, τα έκοβε λίγο πιο πάνω από το έδαφος. Μετά από 3- 4 κοψιές η χούφτα γέμιζε με στάχυα, που τα άφηναν στο έδαφος για να απελευθερώσουν τα δάχτυλα και να κόψουν άλλη μια χεριά στάχυα.

Μετά από 3- 4 κοψιές, ο θεριστής κρεμούσε το δρεπάνι στην πλάτη του, έπιανε με τα δυο του χέρια τα στάχυα που είχε στο έδαφος, τραβούσε 4-5 απ’ αυτά, τα πιο μακριά, τα έφερνε γύρω – γύρω από τα υπόλοιπα στη μέση του μικρού δέματος και τα έδενε πρόχειρα. Έτσι σχημάτιζε το χερόβολο (< χείρ + βάλλω), που το άφηνε στο έδαφος πίσω του και συνέχιζε, για να κόψει κι άλλα στάχυα.

Τα κομμένα στελέχη του σταριού, που παρέμεναν στο έδαφος, ήταν η καλαμιά. Αν ήθελε ο γεωργός να έχει πολύ άχυρο για τα ζώα του το χειμώνα, θέριζε τα στάχυα χαμηλά στο έδαφος και η καλαμιά είχε μικρό ύψος. Αν ήθελε μπόλικη βοσκή – καλαμιά, θέριζε τα στάχυα ψηλά, 20 πόντους τουλάχιστον πάνω από το έδαφος.

Θερισμός στο Σπαθάρι Αρκαδίας.

Θερισμός στο Σπαθάρι Αρκαδίας.

Καθώς προχωρούσαν θερίζοντας άφηνε πίσω του ο καθένας μια λουρίδα καλαμιά και τα χερόβολα που είχε κάνει. Κάποια στιγμή ο ίδιος μάζευε κάθε 8-10 χερόβολα, τα έδενε στη μέση τους μ’ ένα δέμα καλαμιές και σχημάτιζε το δεμάτι. Οι καλαμιές με τις οποίες έδενε τα δεμάτια ήταν συνήθως από σίκαλη, που την είχε κόψει από το πρωί και την είχε μουσκέψει στο νερό, για να είναι πιο ευλύγιστη και να μην κόβεται εύκολα και διαλύεται το δεμάτι. Όταν οι θεριστές σ’ ένα χωράφι ήταν πολλοί, τα δεμάτια τα έδενε ένας άλλος, ο δέτης, που ακολουθούσε τους θεριστές και μάζευε τα χερόβολα απ’ όλους.

Στο τέλος της ημέρας, που τελείωνε η δουλειά, μάζευαν τα δεμάτια σε μεγάλους σωρούς και σχημάτιζαν τις θημωνιές, για να μην είναι σκορπισμένα και να μπορούν να τα σκεπάσουν με κάτι σε περίπτωση μιας ξαφνικής καλοκαιρινής βροχής.

Ο θερισμός κρατούσε όλη μέρα, από το χάραμα ως τη δύση του ήλιου («ήλιο με ήλιο» όπως έλεγαν) και ήταν από τις πιο κουραστικές γεωργικές εργασίες. Είναι χαρακτηριστική η λαϊκή φράση «γυναίκα να μη γεννήσει, άνδρας να μη θερίσει κι άλογο να μην αλωνίσει», που αποτυπώνει τις πιο επώδυνες δοκιμασίες για τους ανθρώπους και τα ζώα.

Μόνο το καταμεσήμερο, που ο ήλιος έκαιγε πολύ, σταματούσαν 1-2 ώρες τη δουλειά, για να φάνε το λιτό φαγητό τους, συνήθως ό,τι είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ, λίγο τυρί ή παστό και μπόλικο ψωμί, και να ξαπλώσουν σ’ ένα μαλακό έδαφος ή πάνω σ’ ένα δεμάτι, για να ξεκουράσουν τη μέση τους ή να πάρουν έναν υπνάκο μέχρι να φύγει η μεγάλη λάβρα και να συνεχίσουν τη δουλειά μέχρι να πέσει ο ήλιος. Όλη μέρα κάτω από το λιοπύρι. Δουλειά ασταμάτητη. Και τα παιδιά μαζί. Πού να τ’ αφήσουν στο σπίτι; Έτρεχαν πέρα-δώθε ασταμάτητα, κυνηγούσαν τις ακρίδες, τρόμαζαν όταν άκουγαν κανένα σούρσιμο ανάμεσα στα φύλλα και έτρεχαν στον ίσκιο του δέντρου από το φόβο κάποιου φιδιού, που δεν ήταν λίγα το καλοκαίρι στην ύπαιθρο.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Μόνη παρηγοριά των θεριστάδων τα τραγούδια που σιγοψιθύριζε ο καθένας μόνος του ή τα τραγουδούσαν όλοι μαζί, για να ξεχνούν την κούραση και να περνάει πιο εύκολα η ώρα. Αποκαμωμένους τούς έβρισκε η δύση του ήλιου. Οι γυναίκες έβγαζαν τις μαντίλες τους τότε να πάρουν αέρα τα μαλλιά τους, να φύγει ο ιδρώτας, και ξεπρόβαλλαν τα πρόσωπα τους αναψοκοκκινισμένα, αλλά ικανοποιημένα από το έργο που είχαν βγάλει.

Μάζευαν σιγά-σιγά τα παιδιά και τα πράγματά τους και γραμμή με τα πόδια για το χωριό. Τα πιτσιρίκια δεν άντεχαν το περπάτημα και επιζητούσαν πολλές φορές τον ώμο της μάνας. Και εκείνες τι να έκαναν; Τα ανέβαζαν στην πλάτη τους και συνέχιζαν τον ανήφορο με το παιδί στον ώμο. Εκτός αν έβρισκαν το θείο δώρο, έναν παππού με κανένα ζώο, για να τ’ ανεβάσει στο σαμάρι του και να γλιτώσει η μάνα το φόρτωμα. Όταν έφταναν στο σπίτι είχε σχεδόν νυχτώσει. Ένα πρόχειρο μαγείρεμα στα γρήγορα, τις απαραίτητες από τις άλλες δουλειές του σπιτιού και μετά γραμμή για το αχυρένιο στρώμα, να ξεκουράσουν το βασανισμένο κορμί, για να μπορούν να θερίσουν και την επόμενη μέρα.

Ο παραδοσιακός αυτός τρόπος θερισμού παρέμεινε μέχρι την είσοδο των θεριστικών και θεριζοαλωνιστικών μηχανών στη γεωργία, στη δεκαετία του 1960, που έκαναν τη συγκομιδή των σιτηρών εύκολη, γρήγορη και ξεκούραστη. Ο θερισμός έκτοτε περιορίστηκε σε άγονα και ορεινά χωράφια, όπου η πρόσβαση μηχανών είναι αδύνατη.

  

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Κιούπι


 

Κιούπι - Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Κιούπι – Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Πήλινο αγγείο μεγάλων διαστάσεων με στόμιο, μεγάλη κοιλιά και παχιά τοιχώματα, που χρησίμευε για την αποθήκευση ξηρών ή υγρών προϊόντων και τροφών. Το σχήμα του ήταν ίδιο μ’ εκείνο του πιθαριού, αλλά ο λαιμός με στόμιο ήταν πιο στενός, για να σκεπάζεται και να κλείνει ευκολότερα.

Κιούπι

Κιούπι

Το χείλος του στομίου είναι παχύτερο από τα τοιχώματα της κοιλιάς, για να μη σπάζει κατά τη χρήση, όταν πάνω του προσκρούουν διάφορα σκεύη μεταφοράς, και κλείνει με πέτρινο, πήλινο ή ξύλινο καπάκι. Σε ολόκληρη την εξωτερική επιφάνεια το κιούπι έχει οριζόντιες αυλακωτές ταινίες (ζωνάρια), που ενισχύουν τα πλευρά του και το κάνουν πιο ανθεκτικό και σταθερό.

Κιούπια  σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

Κιούπια σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

 

Στα κιούπια αποθήκευαν λάδι, δημητριακά, αλεύρι, καρπούς και άλλα προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες στις αποθήκες των σπιτιών, στους πύργους, στα κελάρια των μοναστηριών, στα λιοτρίβια, αλλά και στους αγρούς, όπου χρησίμευαν για αποθήκευση νερού, όταν κοντά στο χωράφι δεν υπήρχε πηγή, πηγάδι ή τρεχούμενο νερό.

Τα κιούπια χρησιμοποιούνται σήμερα ως διακοσμητικά κυρίως στοιχεία στους κήπους και στις αυλές και σπανιότερα για πρακτικές ανάγκες στα χωριά, όπου δεν έχουν φτάσει ακόμα τα πλαστικά και τα μεταλλικά δοχεία.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Χερόμυλος


 

 

Χερόμυλος

Χερόμυλος

Μικρός χειροκίνητος μύλος για το άλεσμα μικρής ποσότητας σιταριού. Ήταν μια επίπεδη κυκλική πέτρα με λεία επιφάνεια και εσοχή με τοίχωμα ύψους 5 περίπου εκατοστών στην εξωτερική της πλευρά. Μέσα στην εσοχή αυτή έμπαινε μια άλλη επίπεδη πέτρα πάχους 10 περίπου εκατοστών, που εφάρμοζε στην κάτω πέτρα και μπορούσε να περιστρέφεται πάνω της. Η περιστροφή της γινόταν χειροκίνητα μ’ ένα ξύλινο συνήθως χερούλι στερεωμένο στην άκρη της πάνω πέτρας. Στο κέντρο της πάνω πέτρας υπήρχε μια τρύπα σαν χωνί με μεγαλύτερο άνοιγμα στο πάνω μέρος της και μικρότερο στο κάτω.

Ακουμπούσαν το χερόμυλο στο έδαφος ή πάνω σ’ ένα τραπέζι, έριχναν λίγο – λίγο το στάρι στην τρύπα της πάνω πέτρας με το ένα χέρι και με το άλλο κρατούσαν το χερούλι και την περιέστρεφαν πάνω στην κάτω πέτρα. Οι καρποί άρχιζαν να διαχέονται στο κενό ανάμεσα στις δυο πέτρες και να τρίβονται ως που να φτάσουν στην εξωτερική πλευρά του κύκλου και να βγουν από μια τρύπα, που υπήρχε στα τοιχώματα της κάτω πέτρας.

Το άλεσμα του σιταριού με το χερόμυλο γινόταν από τους προϊστορικούς χρόνους. Με τον πέτρινο χερόμυλο άλεθαν μικρή ποσότητα σιταριού, για να κάνουν το πλιγούρι, χοντραλεσμένο δηλαδή αλεύρι μαζί με τα πίτουρα, που το ανακάτευαν με γάλα, το έβραζαν και έκαναν τον τραχανά. Με τον ίδιο μύλο μπορούσαν να τρίψουν και το χοντρό αλάτι ή μικρή ποσότητα οποιουδήποτε σπόρου.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »