Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Αγωνιστές Επαρχίας Άργους το 1821

 

 

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Αλλοίμονο στους λαούς που λησμονούν την ιστορία τους. Αλλοίμονο στους γιούς και τις κόρες που ξεχνούν την φύτρα τους. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα μικρό μνημόσυνο σε εκείνους που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας και θυσιάστηκαν για την ανεξαρτησία του γένους των Ελλήνων.

 

Η ιστορία του Άργους στην μακραίωνη πορεία της έχει αναδείξει πολλούς επιφανείς άνδρες. Σε αυτή την αναφορά μας όμως, θα καταθέσουμε τα ονόματα των αγωνιστών του 1821, γιατί πιστεύουμε ότι ήταν η στιγμή που η Ελλάδα, ως φοίνιξ, αναγεννήθηκε εκ της τέφρας της και απέκτησε ζώσα πνοή.

 

Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι νεότεροι αγωνιστές του έπους του ᾽40. Ίδια και ίσα τους τιμούμε κι αυτούς. Κι άλλους αργότερα.

 

Ο κατάλογος που ακολουθεί, ίσως να είναι σχετικά ελλιπής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί αγωνιστές δεν υπέβαλαν αίτηση αναγνώρισης των υπηρεσιών τους στις επιτροπές που  συγκροτήθηκαν τα έτη 1834, 1846 και 1865.

 

 

  • Αθανασίου Βασίλειος από το Άργος (1792-1849). Πολέμησε με τον Καν. Δεληγιάννη, τον Νικηταρά και τον Δ. Τσώκρη. Διακρίθηκε στη μάχη της Δαβιάς.

 

  • Αθανασίου Χατζηγιάννης από το Άργος. Πολέμησε με τον Νικηταρά, διακρίθηκε σε πολλές μάχες και πέθανε πολύ γέρος μετά το 1870.

 

  • Αθανασόπουλος Ιωάννης από το Άργος. Πολέμησε στον Μοριά με τον Νικηταρά και στη Στερεά Ελλάδα με τον Μπούσγο σαν μπουλουξής (μικροκαπετάνιος).

 

  • Αιγιατλής. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Αλίκουλης Ανδρέας. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Ήταν μικροκαπετάνιος.

 

  • Αλίκουλης Γεώργιος, αδελφός του προηγουμένου. Σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά (1821).

 

  • Αλμπάνης Ανδρέας. Υπηρέτησε στο πλοίο του Α. Μιαούλη και ως οπλοποιός στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη.

 

  • Αλμπανόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναγνώστης από τον Αχλαδόκαμπο. Από τουρκόφιλος έγινε φλογερός αγωνιστής μετά τη λεηλασία του χωριού του από τους Τούρκους (Απρ. 1821).

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναστάσης από τον Αχλαδόκαμπο. Έγινε υποχιλίαρχος (1823). Σκοτώθηκε στον εμφύλιο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Χριστόφορος ή Χρυσικός, μικροκαπετάνιος, αξιωματικός Ζ΄ τάξης. Πληγώθηκε δύο φορές. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

 

  • Ασημάκης Ιωάννης, πρόκριτος Άργους. Πέθανε στη φυλακή της Τρίπολης (1821). Πολέμησαν οι τρεις γιοι του.

 

  • Ασημακόπουλος Αθανάσιος από το Άργος, φιλικός, μικροκαπετάνιος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, υπερασπίστηκε με τον Παπαρσένη τα γυναικόπαιδα στο μοναστήρι της Κατακεκρυμμένης, όπου τραυματίστηκε. Ίσως ήταν γιος του Ι. Ασημάκη.

 

  • Ασημακόπουλος Δημήτριος, γιος του Ασημάκη Ι., μικροκαπετάνιος. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη, Νικηταρά και τον Τσώκρη.

 

  • Αργέντος Γεώργιος. Από το χωριό Πασά. Έλαβε μέρος στην πολιορκία και έφοδο του Παλαμηδιού, όπου και τραυματίστηκε. Πολέμησε στα Δερβενάκια, στο γεφύρι της Αλαμάνας και σε πολλές άλλες μάχες.

 

  • Βαρβάρας Γεώργιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Βαρβερόπουλος Δημήτριος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ.Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βασιλείου Γιανν., δήμαρχος Μυσίας (Κουτσοποδίου). Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βισβίκης Αθανάσιος, υπολοχαγός φάλαγγας.

 

  • Βλάσσης Θεόδωρος, πρόκριτος Άργους, υπουργός Δικαιοσύνης (1822).

 

  • Βλάσσης Ιωάννης, γιος του προηγουμένου, γιατρός, δήμαρχος Άργους και βουλευτής.

 

  • Βλάσσης Χρήστος, αδελφός του προηγουμένου, φιλικός και πρώτος δήμαρχος Άργους.

 

  • Γατσόπουλος Μήτρος από το Χαρβάτι (Μυκήνες). Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Γκιριμόζης Παναγιώτης από το Άργος. Έλαβε μέρος στον αγώνα από την αρχή. Σκοτώθηκε στη Σφακτηρία (1825).

 

  • Γρόσης ή Γκρόσιος Αδριανός από το Γυμνό. Πολέμησε με τον Δημ. Υψηλάντη και τον Νικηταρά.

 

 

  • Δαγρές Αθανάσιος αδελφός του Γέρο Γιαννάκου Δαγρέ. Έλαβε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου, και στην κατά του Άργους εισβολή του Κεχαγιά μπέη την 24η Απριλίου 1821. Κατά τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη έπεσε ηρωικά στη μάχη της Γράνας την 10η Αυγούστου 1821. Κατά τον Φωτάκο Χρυσανθόπουλο (υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη) σκοτώθηκε μόνος του για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

 

  • Δαγρές Σωτήρης από την Καρυά. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ναυπλίου μέχρι πτώσεως, σε όλες κατά του Δράμαλη μάχες, στην πολιορκία της Κορίνθου μέχρι πτώσεως, στην μάχη της Πολιανής, σε όλες κατά του Ιμπραήμ μάχες και τελευταία στην εκστρατεία των Αθηνών .

  

  • Δαλάκης Ευάγγελος. Σκοτώθηκε κοντά στην Πάτρα το 1824.

 

  • Δαλαμαναριώτης Παναγής από τη Δαλαμανάρα, ναυτικός και πυρπολητής σε υδραίικα πλοία.

 

  • Δανόπουλος Γεώργιος από το Άργος, οπλαρχηγός. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη σε πολλές μάχες και με τον Καραϊσκάκη στην Αττική. Πέθανε στην Αθήνα το 1853.

 

  • Δανόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Δήμου Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από το Τάτσι (Εξοχή). Έγινε λοχαγός.

 

  • Δαρίβας Αντώνιος. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Νοταρά.

  

  • Διαμαντόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Έμενε στην Ύδρα και έλαβε μέρος σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις.

 

  • Δούσιας Παναγιώτης. Από τον Αχλαδόκαμπο. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατετάγη στους αξιωματικούς ε΄τάξεως. Αδελφός του Κων/νου Δούσια.

 

  • Δούσιας Κωνσταντίνος από τον Αχλαδόκαμπο. Πολέμησε στο Βαλτέτσι, στα Δερβενάκια και αλλού.

 

  • Δράμαλης Ευστράτιος από το Άργος. Έμοιαζε του Δράμαλη, γι’ αυτό και τον έλεγαν έτσι. Πολέμησε με τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη και τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Πέθανε το 1860.

 

  • Διβάνης Πέτρος. (1799-1862). Η καταγωγή του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εγκαταστάθηκε στο Άργος. Υπηρέτησε ως γιατρός στο πλοίο «Καρτερία» και έλαβε μέρος στην μάχη του Πέτα. Υπηρέτησε ως υπασπιστής του Φαβιέρου και το 1824 έγινε υπολοχαγός της Φάλαγγας. Αργότερα εξελέγη Δημογέροντας και Δήμαρχος Άργους.

 

  • Ζαφείρης Αναγνώστης από το Άργος. Πληγώθηκε στο Χαϊδάρι (1826) και τον επόμενο χρόνο σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου.

 

  • Ζαχαρίας Σπυρίδων ή Σκουριάς από το Άργος. Έγινε αξιωματικός.

 

  • Ζεγκίνης Ανδρέας, οπλαρχηγός από το Άργος. Το 1824 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Ιωάννης, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1824 έγινε υποχιλίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Νικόλαος, προεστός Άργους, εξάδελφος του προηγουμένου και σύγγαμβρος του Δ. Τσώκρη. Αργότερα έγινε ειρηνοδίκης.

 

  • Ζωγράφος Αντώνιος από το Άργος. Έγινε αξιωματικός Δ΄ τάξης.

 

  • Ηλιάδης Γεώργιος. Πολέμησε εναντίον του Δράμαλη, του Ιμπραήμ και του Κιουταχή στην Αττική.

 

  • Ηλιάδης Αθανάσιος, μεγαλοκτηματίας, πατέρας του προηγουμένου. Έλαβε μέρος στην επανάσταση μαζί με τους κoλίγους του, μέχρι που τραυματίστηκε. Αργότερα έγινε δημόσιος υπάλληλος. Γιοι του ήταν και οι επόμενοι δύο.

 

  • Ηλιάδης Αναστάσιος. Τραυματίστηκε στη μάχη της Γράνας (1821). Πολέμησε και κατά του Ιμπραήμ, τραυματίστηκε σοβαρά και έμεινε χωλός. Έγινε καλόγερος και αρχιμανδρίτης.

 

  • Ηλιάδης Ιωάννης. Πολέμησε σε πολλές μάχες εναντίον του Ιμπραήμ στον Μοριά, εναντίον του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα και αλλού. Τραυματίστηκε στη μάχη της Αράχοβας και του Ανάλατου. Αργότερα υπηρέτησε στη χωροφυλακή.

 

  • Θεοδωρόπουλος Ηλίας ή Λιάκος. Διακρίθηκε στις μάχες γύρω από την Τρίπολη, όπου και πληγώθηκε.

 

  • Θεοφανόπουλος Δημήτρης, οπλαρχηγός από το Άργος. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Ιατρός Μιχαήλ από το Άργος. Συνεργάστηκε με τον Αλ. Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους πρόκριτους. Έγινε βουλευτής και χιλίαρχος (1825).

 

  • Ιωαννίδης Ανδρέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ιωάννου Παναγιώτης. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για το βαθμό του χιλίαρχου.

 

  • Κάββας Μιχαήλ, οπλαρχηγός και γιατρός. Επί τουρκοκρατίας ήταν γιατρός των βεζύρηδων στην Τρίπολη, όπου και φυλακίστηκε μέχρι την άλωση της πόλης. Ήταν φιλικός και διετέλεσε βουλευτής το 1824.

 

  • Κάβρας Μερκούρης, πολέμησε με τον Νικηταρά, τον οποίο είχε γνωρίσει στη Ζάκυνθο, και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο και στην Αττική. Σκοτώθηκε το 1832 σε εμφύλια συμπλοκή.

 

 

  • Καλαράς Ιωσήφ, μοναχός από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ.Τσώκρη, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και πολέμησε επίσης με τον Ι. Νοταρά στην Αττική και στον Ανάλατο. Αργότερα πήγε στη μονή των Αγίων Αναργύρων στην Ερμιόνη, για να μονάσει.

 

  • Καλλιοντζής Γεώργιος από το Άργος. Πρόβαλε αντίσταση στο ασκέρι του Κεχαγιάμπεη μέσα από το σπίτι του. Οι εχθροί έβαλαν φωτιά και τον έκαψαν (1821).

 

  • Καλλιοντζής Δημήτριος από το Άργος, γιος του προηγουμένου. Σκοτώθηκε και αυτός πολεμώντας στο Άργος. Αργότερα ο Ιμπραήμ αιχμαλώτισε τη γυναίκα του και τις κόρες του, οι οποίες ελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση του Κόδριγκτον.

 

  • Καραμουτζάς Θεοδόσιος, καπετάνιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Καραμουτζάς Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κατσαρός Μήτσος από το Άργος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, στα Δερβενάκια και αργότερα εναντίον του Ιμπραήμ. Αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο το 1825 και πέθανε στην αιχμαλωσία.

 

  • Κιάφας Λάζαρος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κλαδούρης Αδριανός, πρωτοπαλίκαρο του Δαγρέ από το Μπέλεσι. Διακρίθηκε ιδιαίτερα εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Κλειώσης Αγγελής, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Κλειώσης Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και του Ιμπραήμ σε διάφορες μάχες.

 

  • Κοκκαλιάρης Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κολοπανάς Παναγιώτης. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Κονταξής Πέτρου Δημήτριος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, ήταν γενναίος αξιωματικός.

 

  • Κορδίας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κωνσταντίνου Μιχαήλ. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Κουγιάρης Αθανάσιος από το Μπογιάτι. Διακρίθηκε τον Ιούλιο 1826 στη Σκοτεινή, όπου οι Έλληνες ανέκοψαν την πορεία του Ιμπραήμ προς άλλα χωριά της Αργολιδοκορινθίας.

 

  • Κωτσιάκος Κωνσταντίνος ή Δριμούρας. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ και αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Καλαματιανός Νικόλαος. Αγωνιστής και άξιος πολεμιστής. Κατετάγη στους αξιωματικούς στ΄τάξεως.

 

  • Κυριάκου Νικόλαος. Πολέμησε σε πολλές μάχες, έχοντας πολλούς στρατιώτες υπό τις διαταγές του.

 

  • Λαλουκιώτης Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Λάμπας Νικόλαος, μικροκαπετάνιος από την Καρυά. Έγινε υποχιλίαρχος. Επί Καποδίστρια ήταν αξιωματικός της εθνικής φρουράς.

 

  • Μανσουρίδης Ηλίας, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μαντάς, μικροκαπετάνιος από την επαρχία Άργους. Διακρίθηκε στην πολιορκία του Ναυπλίου, όπου και σκοτώθηκε.

 

  • Μαρίνος Σπύρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Το 1825 έγινε εκατόνταρχος και στην συνέχεια αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Μελετόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μεντής Μήτρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Είχε υπηρετήσει στο Ρωσικό ιππικό και είχε τη φήμη σπουδαίου ιππέα. Τραυματίστηκε στη Γλυκειά τον Αύγουστο του 1822 και πέθανε στους Μύλους, όπου είχε μεταφερθεί για νοσηλεία.

 

  • Μούλος Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Μπεκιάρης Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από τα Μπούτια. Έπεσε στη μάχη του Φαλήρου (1827).

 

  • Μπιλιαράς Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Μπουλτώρης Παναγιώτης, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μπούρας Α. από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μπουχέλης Συμεών ή Ξηροκαστελιώτης, οπλαρχηγός και μοναχός. Πέθανε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή αργότερα τον κατέταξε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μουσταίρας ή Τζίριος Κυριάκος. Από την Δαλαμανάρα. Εκατόνταρχος. Πολέμησε κατά του Δράμαλη στην πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στο Ναυαρίνο κατά του Ιμπραήμ και έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Αθήνας.

 

  • Μουλόπουλος Αναστάσιος. Από το Κουτσοπόδι. Έγινε χιλίαρχος..

 

  • Νέζος Τάσος, μικροκαπετάνιος. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και το καλοκαίρι του 1822 στη φύλαξη των στενών στα Μεγάλα Δερβένια, στα Γεράνεια όρη της Μεγαρίδας. Το 1823 έγινε υποχιλίαρχος. Πέθανε το 1859.

 

  • Νέζος Κων/νος. Από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες. Το 1825 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Νικολαΐδης Ευστράτιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ντάκαρης Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Νυστάζος Ιωάννης, σημαιοφόρος και μικροκαπετάνιος. Πληγώθηκε δυο φορές. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Νικόλαος, στρατιωτικός ιερέας. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Πάνος ή Παπανικολόπουλος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Δ΄ τάξης.

 

  • Πάγκαλος Κων/νος, γραμματέας του Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ε΄ τάξης.

 

 

  • Παπαδόπουλος Π. Ψάλτης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παπαμιχαλόπουλος Σωτήριος, φροντιστής στρατοπέδου στο Άργος. Κατατάχθηκε στους αξιώματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Πασχάλης Ιωάννης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παναγιώτου Αντώνιος. Πολέμησε σε διάφορες μάχες με τον βαθμό του πεντηκόνταρχου

 

  • Περούκας Δημήτριος από το Άργος.

 

 

  • Περούκας Χαράλαμπος, αδελφός των προηγουμένων.

 

  • Πυρλάς Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Ρετσίνας Θεόδωρος. Έπεσε στη μάχη του Ξεριά. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Ροδόπουλος Κωνσταντίνος. Για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σκαρπέντζος Παναγιώτης από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Δημ. Τσώκρη. Αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών του έκανε ο γιος του Γεώργιος το 1865, ο οποίος σημειώνει ότι ήταν ορφανός και πάμπτωχoς.

 

  • Σουρήλος Δημήτριος ή Αναγνώστης από το Αβδήμπεη (Ηραίο). Έλαβε μέρος στην άλωση του Παλαμηδιού, διετέλεσε υπασπιστής του Καραϊσκάκη και έγινε αξιωματικός Β΄ τάξης. Δεν είχε καλές σχέσεις με τον Δημ. Τσώκρη. Πέθανε φτωχός και αβοήθητος.

 

  • Σταθόπουλος Παναγιώτης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σταμπολής Γεώργιος. Έγινε υποχιλίαρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Στίγκας Γεώργιος. Πολέμησε ως μπουλουξής έχοντας πολλούς στρατιώτες μαζί του.

 

  • Τασσόπουλος Αναγνώστης, μικροκαπετάνιος από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη στην πολιορκία του Ναυπλίου και σε άλλες μάχες. Έγινε υπολοχαγός.

 

  • Τριγγούνης ή Τριγγουνόπουλος Θεόδωρος. Πολέμησε με τον Τσώκρη και τον Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια, στο Ναύπλιο και αλλού. Ονομάστηκε λοχαγός της Φάλαγγος.

 

  • Τσιρίκος Αναστάσιος. Έγινε εκατόνταρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Τσώκρης Αναστάσιος, αδελφός του στρατηγού. Για τις υπηρεσίες του έγινε λοχαγός της Φάλαγγας (1845). Πέθανε το 1849.

 

 

  • Τζωτανίτης Παναγής. Πολέμησε ως σημαιοφόρος κατά την διάρκεια όλου του αγώνα.

 

  • Φιλιππόπουλος Αθανάσιος από το Γυμνό. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Φλόκας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Φράγκας  Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία της Τρίπολης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Ψωμάς Αναγνώστης ή Μαρίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

 

Read Full Post »

Κουντουριώτης Γεώργιος (1782-1858)

 

 

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Πρόκριτος και μεγαλονοικοκύρης της Ύδρας. Υπολογίζεται ότι τα μισά καράβια απ’ όσα διέθετε η Ύδρα το 1821, ήταν δικά του και του αδελφού του Λαζάρου.* Ο Γεώργιος Κουντουριώτης εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο για πρώτη φορά στα τέλη του 1823, όταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος πείθει τους Κουντουριώτες ν’ αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Μαζεύτηκαν τότε όλοι της φατρίας του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη στο Κρανίδι και εξέλεξαν παράνομα άλλη κυβέρνηση  – άλλο εκτελεστικό σώμα– με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, της επαναστατημένης Ελλάδας ο Γεώργιος Κουντουριώτης δεν κατόρθωσε να κάμει ούτε ένα καλό. Επί πρωθυπουργίας του ξέσπασε ο εμφύλιος, για τον οποίο δούλεψε από το παρασκήνιο μεθοδικά ο Μαυροκορδάτος και η φατρία του. Μίσθωσαν στρατεύματα από τη Ρούμελη, πληρώνοντάς τα με τα χρήματα του δανείου, τα οποία μόλις είχαν έρθει από την Αγγλία. Όσα χρήματα δε σπαταλήθηκαν στον εμφύλιο, δόθηκαν στους Υδραίους ως αποζημίωση για τον πόλεμο, κρατώντας οι Κουντουριωταίοι τη μερίδα του λέοντος για τον εαυτό τους. Συνέλαβαν τον Κολοκοτρώνη και τον φυλάκισαν στην Ύδρα. Το 1824 κατέστρεψαν οι Τούρκοι την Κάσο και τα Ψαρά. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ έσβησαν σχεδόν την επανάσταση στην Κρήτη κι αποβιβάστηκαν στον Μοριά. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης διόρισε τότε αρχιστράτηγο κάποιο ναυτικό, τον καπετάνιο Κυριάκο Σκούρτη, ο οποίος έδινε στους στρατιώτες ναυτικά παραγγέλματα. Ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε πως «δεν απομένει παρά να διορίσουν τον γέρο – Νοταρά ναύαρχο στη θέση του Μιαούλη».

 

 

 

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, πάλι, με χρυσοστόλιστο άλογο, πήγε  να πολεμήσει τον Ιμπραήμ, αλλά τον παρακρατούσαν δυο δούλοι από δεξιά κι αριστερά, για να μην πέσει. Και πριν αντικρίσει τον εχθρό, αρρώστησε κι επέστρεψε στ’ Ανάπλι κι ύστερα έφυγε για την Ύδρα, διατηρώντας όμως το αξίωμά του. Κάτω από τέτοιες συνθήκες κωμικοτραγικές και τέτοιες γελοιοποιήσεις ηττήθηκε το στράτευμα στο Κρεμμύδι κι ο Σκούρτης κρυβότανε μην τον σκοτώσουν οι στρατιώτες από την οργή τους, που χάθηκαν τότε 500 πατριώτες.  Τότε έπεσε κι ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι με 300 παλικάρια, ποτίζοντας με αίμα το δένδρο της ελευθερίας και με την ελπίδα ότι θα έβαζαν μυαλό εκείνοι που εξουσίαζαν τότε. Οπότε και αποφάσισαν να χορηγήσουν αμνηστεία και να στείλουν τον Κολοκοτρώνη εναντίον του Ιμπραήμ.

 

Όμως, οι Κουντουριώτες δε συνετίστηκαν από τα λάθη και τις συμφορές, ούτε από την πτώση του Μεσολογγίου. Γιατί τότε, τον Απρίλιο του 1826, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση που άρχισε τις εργασίες της στην Επίδαυρο και τις συνέχισε στην Τροιζήνα, απογύμνωσε τον Γεώργιο Κουντουριώτη από τα αξιώματά του. Αλλά αυτός αντιστάθηκε με πείσμα στην εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη. Οι Κουντουριώτες, ο Μαυροκορδάτος, ο Κωλέτης αντιλαμβάνονταν πως ο Καποδίστριας θα ήταν πολιτικός με πυγμή, που δεν θα θύμιζε τον Δημ. Υψηλάντη, και πως θα έχαναν τα τρανά αξιώματα. Τελικά όμως ψηφίστηκε η πρόταση του Κολοκοτρώνη και ο Καποδίτριας ήρθε στην Ελλάδα.

 

Η Ύδρα ήταν το πρώτο και δυναμικότερο αντικαποδιστριακό κέντρο. Εκεί κατέφευγαν οι δυσαρεστημένοι, οι αντιπολιτευόμενοι, οι υπονομευτές και συνωμότες. Οι Κουντουριώτηδες, όπως και οι Μαυρομιχαλαίοι, δεν εννοούσαν να ξεχάσουν τα παλιά τους προνόμια ή να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούσαν. Έτσι, καλλιεργήθηκε βαρύ κλίμα κατά του Καποδίστρια μέχρι που δολοφονήθηκε. Για τη δολοφονία δεν πρέπει να θεωρούνται άμοιροι ευθυνών οι Κουντουριώτηδες, όπως και για τη δολοφονία του Αντ. Οικονόμου, τον οποίο σκότωσαν οι μισθοφόροι του Ανδρέα Λόντου στον Ξεριά, έξω από το Άργος.

 

Λάζαρος Κουντουριώτης

Λάζαρος Κουντουριώτης

Οι Κουντουριώτηδες προσέφεραν πολλά στον αγώνα. Η προσφορά τους θεωρείται τεράστια, αφού διέθεταν ολόκληρο στόλο και οι στέρνες των σπιτιών τους ήταν γεμάτες χρυσάφι. Η συμβολή τους στην απελευθέρωση της πατρίδας θεωρείται τεράστια. Οι ιστορικοί εκτιμούν πως το θαύμα του 1821 δε θα είχε αίσιο τέλος χωρίς τη συμμετοχή του ναυτικού. Είναι αλήθεια βέβαια ότι δεν την ήθελαν την επανάσταση. Όταν ο Οικονόμου κατέλαβε βίαια την εξουσία και ξεσήκωσε το νησί, έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και μετά την πτώση του Οικονόμου, ρίχτηκαν στον αγώνα αναγκαστικά. Όλα αυτά βέβαια δεν μειώνουν το μέγεθος της προσφοράς. Στον πολιτικό τομέα όμως διέπραξαν πολλά σφάλματα, που έβλαψαν πολύ την επανάσταση και την πατρίδα. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης έγινε επί Καποδίστρια μέλος του «Πανελληνίου» και «Πρόβουλος της Οικονομίας», αλλά παραιτήθηκε, για να κάνει αντιπολίτευση. Επί βασιλείας του Όθωνα κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα. Εκλέχτηκε πληρεξούσιος Ύδρας στην Εθνοσυνέλευση του 1843, βουλευτής και γερουσιαστής. Πέθανε στην Αθήνα με το αξίωμα του Προέδρου της Γερουσίας.

 

Εγγονός του Γεωργίου Κουντουριώτη ήταν ο ένδοξος ναύαρχος των βαλκανικών πολέμων Παύλος Κουντουριώτης,** ο οποίος στήριξε το Βενιζέλο μαζί με τον στρατηγό Παν. Δαγκλή (1916-1917) και αργότερα έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1924).

 

Υποσημειώσεις

 

* Ο Λάζαρος Κουντουριώτης (1769 – 1852) ήταν γιος του Αναγνώστη Κουντουριώτη και της Μαρίας Κοκκίνη. Λόγω της εγκατάστασης του πατέρα του στη Γένουα για εμπορικούς λόγους ο Λάζαρος, ως πρωτότοκος γιος, ανέλαβε όλες τις ευθύνες της οικογένειας από τα δεκατέσσερά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του έγινε διαχειριστής της οικογενειακής περιουσίας. Το 1803 παντρεύτηκε τη Σταματίνα Ευαγγελίδη και απέκτησε μαζί της δεκατρία παιδιά.

Αναμίχθηκε νωρίς στα δημόσια πράγματα του τόπου του επιδεικνύοντας διοικητικές ικανότητες. Μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο Κουντουριώτη στήριξε τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας με όλες του τις δυνάμεις, τόσο με σημαντικές οικονομικές προσφορές όσο και με τη συμμετοχή των πλοίων της οικογένειας στις πολεμικές ναυτικές ελληνικές επιχειρήσεις. Αν και δεν πολιτεύτηκε ποτέ, παρά τις προτάσεις που του έγιναν, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του Αγώνα και, χάρη στον προσηνή χαρακτήρα του, απολάμβανε την εκτίμηση των συμπατριωτών του και όλων των Ελλήνων. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 31) ο Ιωάννης Καποδίστριας τον διόρισε προσωρινό διοικητή της Ύδρας ως «πρώτο των προκρίτων», ενώ το 1844 ο Όθων τον διόρισε γερουσιαστή, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το θάνατό του.

Μέλη της οικογένειας Κουντουριώτη διακρίθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, στην Επανάσταση του 1821 και κατά την περίοδο του ελεύθερου ελληνικού κράτους ως τα πρόσφατα χρόνια. Από τα πιο αξιόλογα όμως μέλη της υπήρξαν ο αδελφός του Λαζάρου, Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858), πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος κατά την  Επανάσταση και πρωθυπουργός (1848) και ο εγγονός του τελευταίου, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1929).

** Παύλος Κουντουριώτης (Απρίλιος 185522 Αυγούστου 1935). Ναύαρχος, εγγονός του Γεώργιου Κουντουριώτη, γεννημένος στην Ύδρα. Πήρε μέρος σε επιχειρήσεις κατά την Κρητική επανάσταση και το Β’ Βαλκανικό πόλεμο. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στις κυβερνήσεις Ζαΐμη και Σκουλούδη και  υπασπιστής του βασιλιά. Καθώς διαφώνησε με την πολιτική που υπερασπιζόταν ο τελευταίος, συντάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας κι αργότερα υπήρξε μέλος της τριμελούς Προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης όπου κατείχε τη θέση του υπουργού Ναυτικών απ’ το 1916 ως το 1919. Πέθανε τον Αύγουστο του 1935.

 

 

 

«… Προσκυνισμούς του κυρ Λάζαρου (Kουντουριώτη) και ειπέτε του να προσπαθήση δια μπουρλότα, που αυτά είναι η μόνη μας σωτηρία, όσα περισσότερα ημπορέσετε και ο πασάς ας φλυαρή όσο θέλει. Όταν, όμως, μπουρλότα δεν έχομε, κάμνει ό,τι θέλει. Και μην υποστηρίζεσθε εις τα πολεμικά μας, ότι χωρίς μπουρλότα ουδέν ωφελούσι. Πασχίσατε δια μπουρλότα, να μη χάσωμε τους πολυχρονίους κόπους μας και έχομε αντί της ελευθερίας μας το όνειδος όλων των εχθρών…»

(Απόσπασμα από γράμμα του Tομπάζη προς το Γ. Kουντουριώτη)

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007. 

  • Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης – Ο Λόγος του στην Πνύκα (1838)

 

 

«Κατά την 7 ‘Οκτωβρίου ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ. Γεννάδιον παραδίδοντα. Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς. Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και ή στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν. Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα. Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην. Άμα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ’ όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν». Εφημερίς «ΑΙΩΝ», 13 Νοεμβρίου 1838.

 

Παιδιά μου!

dervenakiaΕις τον τόπο* τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους όποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος μας και προ αυτού και ύστερα απ’ αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ’ αυτά να κάμομε συμπερασμούς και διά την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και διά τους παλαιούς Έλληνας, όποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, όποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, διά ταύτα σας λέγουν καθ’ ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους όποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφ’ ου ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιο του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους αλλ’ απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητας και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμει τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοιαν και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, διά να αλλάξει ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον έναν έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα, διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές όπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ήμέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.
 

 

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετέφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποιαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν ή Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;», άλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας ή επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, ή γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή ή ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν αρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!.

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ’ η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους – πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματα σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και κατά την παροιμία, «μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε». Η προκοπή σας και ή μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας [καλό].

 

 

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος, και διά τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθείτε από τα περασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχόνοιας, την οποίαν να αποστρέφεστε, και να έχετε ομόνοια.

Εμάς μη μας τηράτε, πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθεί η νύκτα και η αυριανή ήμέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε και διά να γίνει τούτο πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία!

 

Υποσημείωση

 

 

* Με το όνομα Πνύκα φέρεται η περιοχή όπου συνεκαλείτο η Εκκλησία του Δήμου, δηλαδή η Συνέλευση των Αθηναίων στην αρχαιότητα, από τον 6ο αιώνα μέχρι το τέλος του 4ο αιώνα π.Χ.. Βρίσκεται στο μέσον της κατά διεύθυνση Βορά Νότου λοφοσειράς έναντι και Δυτικά της Ακρόπολης και μεταξύ των ακραίων υψωμάτων, του λόφου Νυμφών (βόρειο άκρο) και λόφου Μουσών ή Φιλοπάππου (νότιο άκρο). Από το αρχαίο «βήμα» του ιερού χώρου αυτού αγόρευσαν σπουδαίοι πολιτικοί, στρατηγοί και ρήτορες όπως ο Θεμιστοκλής, ο Περικλής, ο Δημοσθένης, ο Αισχίνης κ.ά.

 

Πηγή

 

  •  Εφημερίς «ΑΙΩΝ», 13 Νοεμβρίου 1838.

 

Διαβάστε επίσης:

 

 

Read Full Post »

Παπαφλέσσας (1787-1825)

 

 

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα  φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Γεώργιος Δημητρίου Φλέσσας μετέπειτα Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας).  Αρχιμανδρίτης, από τους κορυφαίους αγωνιστές του 1821, ένθερμος οπαδός της επαναστατικής ιδέας. Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας, γιος του Δημητρίου Φλέσσα και της Κωνσταντίνας Ανδροναίου δεύτερης γυναίκας του Δημητρίου Φλέσσα και  το 28ο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, μετά το τέλος των σπουδών του, πιθανώς το 1816, έγινε μοναχός στη Μονή Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήρθε σε ρήξη με την ιεραρχία και αναγκάστηκε να φύγει για να εγκατασταθεί στη Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Ρεκίτσας, μεταξύ Λεονταρίου και Μυστρά. Οι προσωπικές του διαμάχες δεν είχαν όμως τέλος. Λόγω κτηματικών διαφορών συγκρούστηκε με έναν ισχυρό Τούρκο της περιοχής και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Στη νέα του προσωρινή πατρίδα, την Κωνσταντινούπολη, φιλοξενήθηκε εγκαρδίως από τους εκεί συμπατριώτες του. Επί πατριαρχίας Γρηγορίου Ε’* (1745-1821) ο Παπαφλέσσας χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης με το εκκλησιαστικό Οφφίκιο «Δικαίος». Στις 21 Ιουνίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παναγιώτη Αναγνώστου (Αναγνωσταρά) και ανέλαβε τη σημαντική αποστολή της κατήχησης των κατοίκων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με το συνθηματικό όνομα Αρμόδιος. Όταν πλέον επέστρεψε στην Πελοπόννησο κατείχε ήδη το πνεύμα του αγωνιστή. Με δεκάδες έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας στα χέρια του ξεκίνησε μια σειρά ομιλίες ευαγγελιζόμενος την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων. Ο ηγετικός του χαρακτήρας και οι πρωτοβουλίες του αυτές ανησύχησαν πολλούς προύχοντες, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαταραχθεί η τάξη και οι Τούρκοι να προβούν σε αντίποινα. Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι σκέφθηκαν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στα χέρια του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας όμως διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και φρόντισε να περιορίσει τη δράση του στους απλούς χωρικούς, οι οποίοι τον προστάτευαν, γοητευμένοι από τον χαρισματικό ηγέτη τους. Τον Ιανουάριο του 1821 στη Βοστίτσα, στο Αίγιο, ο Παπαφλέσσας κάλεσε συνέλευση, όπου και έθιξε τα μείζονα θέματα της χώρας. Μίλησε περί ελευθερίας και δικαιωμάτων, περί πνεύματος και ελληνικότητας και υποστήριξε την Επανάσταση. Μια επανάσταση την οποία αποδοκίμασαν πολλοί από τους συμμετέχοντες υποστηρίζοντας ότι το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ακόμη. Ο Παπαφλέσσας τότε σήκωσε επιδεικτικά την επιστολή που είχε στείλει ο Υψηλάντης τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης του αγώνα. Χωρίς όμως ανταπόκριση.

Ύστερα διέσχισε το Μοριά περνώντας  και δεν ησύχασε μέχρι την έκρηξη της επανάστασης, που τον βρίσκει στην Καλαμάτα. Η πόλη αυτή ελευθερώθηκε στις 23 Μαρτίου.  Από τον Μάρτιο του 1821 ως και τη μάχη στο Μανιάκι το 1825, όπου σκοτώθηκε, πρωταγωνίστησε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε πολιτικές δραστηριότητες. Στις περιοδείες του στην Αρκαδία, στη Γορτυνία, στην Ολυμπία, στην Αργολίδα και στην Κορινθία κινήθηκε με σκοπό να στρατολογήσει τους εκεί πληθυσμούς. Στην Αργολίδα, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την προέλαση του Κεχαγιά Μπέη, εγκαταλείφθηκε από τους άοπλους και άπειρους χωρικούς που τον συνόδευαν και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο κάστρο του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τους Τούρκους. Στον επόμενο του προορισμό, στην Καρύταινα, ο τουρκικός στρατός ερχόμενος από την Τρίπολη ανάγκασε τον ίδιο και τον Κολοκοτρώνη να καταφύγουν στη Μεσσηνία, ενώ τον Ιούλιο του 1821 στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόρθωσε να παρεμποδίσει την είσοδο του τουρκικού στρατού του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.

Η μάχη στο Μανιάκι

Η μάχη στο Μανιάκι

Τον Δεκέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έλαβε μέρος στην Α’ Γενική Συνέλευση της Επιδαύρου, στη Β’ Εθνική Συνέλευση του Άστρους και την 1η Ιουλίου 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. Στον εμφύλιο πόλεμο βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παρ’ ότι στο παρελθόν είχε πολεμήσει μαζί του. Στο πλευρό της κυβέρνησης Γ. Κουντουριώτη κυνήγησε τους Κολοκοτρωναίους, ενώ οι ένοπλες συγκρούσεις μαζί τους καθώς και με άλλους αγωνιστές της Επανάστασης αποτελούν γκρίζες σελίδες στην ιστορία του έθνους κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, ο ίδιος ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικυβερνητικών. Η απελευθέρωσή τους όμως δεν έγινε εγκαίρως. Ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι, το οποίο μετά την πτώση του Νεοκάστρου (11 Μαΐου 1825) αποτελούσε στόχο των Αιγυπτίων, όπου συγκέντρωσε αρχικά 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά έμειναν μόνο 500. Κυκλωμένος από 3.000 ιππείς και πεζούς απέρριψε την πρόταση άλλων οπλαρχηγών να μετακινηθεί σε πιο ασφαλή θέση. Στην οκτάωρη αυτή μάχη ο Παπαφλέσσας έπεσε νεκρός μαζί με τους περισσότερους άνδρες του.

 

 

Ο Παπαφλέσσας προσέφερε τις μεγαλύτερες υπηρεσίες στην ιερή υπόθεση πριν το ξέσπασμα της επανάστασης σαν μπουρλοτιέρης των ψυχών. Χωρίς αυτόν – λένε μερικοί– ίσως να μην άναβε η επαναστατική φλόγα. Ξετρέλαινε τους ενθουσιασμένους, έπειθε τους διστακτικούς, πολεμούσε τους αντίθετους. Διαλαλούσε ότι μια μεγάλη δύναμη κρύβεται πίσω από τους Φιλικούς, εννοώντας τη Ρωσία. Ήταν έξυπνος, ενθουσιώδης, τολμηρός. Αυτές οι αρετές καθώς και το σχήμα του τον έκαναν ανεπανάληπτο για την προεπαναστατική του δράση.

 

 

Μανιάκι

 

 

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Στις 20 Μαΐου δόθηκε η πολυθρύλητη μάχη του Μανιακίου στην οποία έπεσε ηρωικά ο Παπαφλέσσας και όσοι από τους συντρόφους του, περίπου πεντακόσιοι  είχαν μείνει πιστοί. Η μάχη αυτή μπορεί να ήταν άτυχη για τα Ελληνικά όπλα, αλλά ο ηρωισμός  και η αυτοθυσία του Φλέσσα είχε σαν αποτέλεσμα την τόνωση του ηθικού του λαού και τον ξεσηκωμό του.

 

 

Συνήθως η μάχη του Μανιακίου συγκρίνονται με εκείνη των Θερμοπυλών και τη θυσία του Λεωνίδα. Ο Λεωνίδας έπεσε πειθαρχώντας στους νόμους της Σπάρτης . Υποχρεώθηκε να μείνει « τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» Ο Παπαφλέσσας δεν υποχρεώθηκε από κανένα. Πήγε μόνος να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Μπορούσε να φύγει χωρίς φόβο διασυρμού η τιμωρίας. Αντιμετώπισε παλικαρίσια τον εχθρό και τον θάνατο, και εδώ έγκειται το μεγαλείο της ψυχής και της αυτοθυσίας του. Κράτησε τον όρκο που έδωσε μπαίνοντας στη Φιλική Εταιρία και έδωσε το αίμα του για την απελευθέρωση της πατρίδας. Δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχει άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία υπουργού και μάλιστα μη πολεμικού υπουργείου να πέφτει στο πεδίο της τιμής και του καθήκοντος προς την πατρίδα. Είναι απόλυτα σωστή η άποψη του Μίμη Η. Φερέτου ότι το κράτος δεν τον τίμησε όσο έπρεπε, αφού τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του τα οστά του καθώς και των άλλων αγωνιστών έμεναν άταφα στο λόφο του Μανιακίου.  Αλλά και η κυβέρνηση Κουντουριώτη δεν έκανε τα δέοντα για τιμήσει τον υπουργό της.

 

Αρκέστηκε στην εφημερίδα της « Ο φίλος του νόμου» να γράψει την 1η Ιουνίου:

 

  « Μεταξύ των ηρωικως πεσόντων ελλήνων είς την κατά το Μανιάκι της Αρκαδίας μάχην μανθάνομεν ότι είναι ο υπουργός των Εσωτερικών  κύριος Γρηγόριος Δικαίος και ο στρατηγός Κεφάλας. Και οι δυο άνδρες των οποίων η αξιότης και γενναιότης απεδείχθησαν είς διαφόρους καιρίας περιστάσεις της πατρίδος. Αιωνία των η μνήμη».

Αυτό ήταν όλο. Πάρα ταύτα , και όσα γράφτηκαν κατά καιρούς ο Παπαφλέσσας κατέλαβε εξέχουσα θέση στη συνείδηση του λαού που ξέρει περισσότερο από τον καθένα να αξιολογεί τους ηγέτες του.

 

Δημοτικό Τραγούδι για τη μάχη στο Μανιάκι

 

Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στης Πολιανής την ράχη,
τα Κοντοβούνια αγνάντευε και τα πουλιά ρωτάει:

– Πουλάκια μ’ κι αηδονάκια μου, που ‘ρχεσθε στον αέρα,
μην είδατε το στρατηγό, τον Φλέσσα αρχιμανδρίτη;

– Στα Κοντοβούνια πέρασε και στα Σουλιμοχώρια,
και παλληκάρια μάζωνε όλους Κοντοβουνίσιους.
τα μάζωξε, τα σύναξε τα ‘καμε τρεις χιλιάδες.
Κάθονταν και τ’ αρμήνενε σαν μάνα σαν πατέρας:
– Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά, στο Νιόκαστρο να πάμε,
να κάμωμ’ έναν πόλεμο με τούς στραβαραπάδες
κι αν δεν σας ντύσω μ ά λ α μ α, Φλέσσα να μην με πούνε.

Και ο Κεφάλας τώλεγε, και ο Κεφάλας λέγει:
– Τού Μισιριού η Αραπιά στο Νιόκαστρο είν’ φερμένη
– Σιώπα, Κεφάλα, μην το λες, και μην το κουβεντιάζης,
να μην τ’ ακούσ’ η Διοίκησις, λουφέδες δεν μας στείλη,
να μην τ’ ακούσουν τα ο ρ δ ι ά, μ ε ν τ ά τ ι δεν ελθούνε
να μην τ’ ακούσουν τα παιδιά, και τα λιγοκαρδίσης.

Ακόμη λόγος έστεκε και συτυχιά κρατιέται,
κι η Αραπιά τους έζωσε μια κoσαργιά χιλιάδες.
– Άϊντε, παιδιά, να πιάσωμε στο Ερημομανιάκι.
Κι αρχίσανε τον πόλεμο απ’ την αυγή ως το βράδυ.
Μπραϊμης βάνει την φωνή, λέγει του παπά Φλέσσα.

– Εύγα, Φλέσσα, προσκύνησε με ούλο σου τ’ ασκέρι.

– Δεν σε φοβούμ’ Μπραήμ πασά, στο νουν μου δεν σε βάνω
κι εμέ μ ε ν τ ά τ ι μώρχονται οι Κολοκοτρωναίοι
Και στα ταμπούρια πέσανε αυτοί οι Αραπάδες.

Ο Φλέσσας βάνει μια φωνή και λέγει των στρατιωτών του
– Τώρα παιδιά θα σας ειδώ αν είστε παλληκάρια.
Και τα σπαθιά τραβήξανε και κάμνουν το γιουρούσι.
Μια μπαταριά του ρίξανε πικρή φαρμακωμένη.

Υποσημείωση

* Γρηγόριος Ε΄ διετέλεσε τρεις φορές Οικουμενικός Πατριάρχης. Εθνομάρτυρας και  άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 10 Απριλίου.

Γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Μετά τις βασικές σπουδές στο χωριό του, το 1756 πήγε στην Αθήνα για δύο χρόνια. Ένας θείος του, ο οποίος ήταν νεωκόρος σε ναό στη Σμύρνη, τον βοήθησε να σπουδάσει στο Γυμνάσιο της πόλης για πέντε χρόνια. Από την παιδική του ηλικία είχε σχέση με τη Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, μέσω της οποίας ενισχύθηκε ο έμφυτος ασκητισμός του. Έτσι, εκάρη μοναχός στις Στροφάδες και πήρε το όνομα Γρηγόριος. Αφού σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στην Πατμιάδα Σχολή, επέστρεψε στη Σμύρνη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, του οποίου έγινε και αρχιδιάκονος. Γρήγορα χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν έγινε πρωτοσύγγελος. Το 1785 ο Προκόπιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, οπότε ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος και τον διαδέχθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης. Από αυτή τη θέση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κήρυγμα και την κοινωνική δράση, ασχολούμενος ιδίως με την παιδεία του ποιμνίου του.

Τον Μάιο του 1797, μετά το θάνατο του Προκοπίου, ο Γρηγόριος εξελέγη διάδοχός του ως Γρηγόριος Ε΄. Η πατριαρχία του συνέπεσε με μια δύσκολη περίοδο και δεν ήταν καθόλου ανέφελη. Το 1798 εκθρονίστηκε και εξορίστηκε, οπότε αποσύρθηκε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 επανεξελέγη Πατριάρχης, αλλά το 1808 εκθρονίστηκε και πάλι, εξορίστηκε στην Πρίγκηπο και κατόπιν κατέφυγε εκ νέου στο Άγιο Όρος. Στις 15 Δεκεμβρίου 1818 εξελέγη για τρίτη φορά Πατριάρχης και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1819.

Κατά τη διάρκεια της τρίτης αυτής πατριαρχίας του ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο Πατριάρχης, όπως και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας, παρέμεινε πιστός στον Σουλτάνο και αρνήθηκε να συμμετάσχει στη Φιλική Εταιρεία. Τελικά αναθεμάτισε τους επαναστατημένους Έλληνες, αν και λέγεται ότι ακύρωσε μυστικά το ανάθεμα, φήμη η οποία προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου. Έτσι, μετά τη λειτουργία του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες, εξευτελιζόμενος από τον όχλο. Κατόπιν, μια ομάδα Εβραίων αγόρασαν το πτώμα του, το περιέφεραν στους δρόμους και το έριξαν στον Κεράτιο κόλπο. Ένας Κεφαλονίτης πλοίαρχος, ονόματι Νικόλαος Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου και ετάφη στον ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος. Από εκεί ανακομίστηκε στην Αθήνα, 50 χρόνια μετά, και έκτοτε φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών. Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε΄, παραμένει κλειστή και σφραγισμένη μέχρι και σήμερα, σε ένδειξη τιμής. Στο Πατριαρχείο εισέρχεται κανείς από τότε μόνο από τις πλάγιες πύλες. (Βικιπαίδεια) 

 

Πηγές

 

  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.  
  • Ελένη Φλέσσα « Οι Φλεσσαίοι της Αργολίδας »,  υπό Έκδοση.
  • Α. ΖΕΝΑΚΟΣ, «Οι Αντίπαλοι», Εφημερίδα το Βήμα, Κυριακή 6 Απριλίου 2003.
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο

  

Read Full Post »

Τζώρτζ Τζάρβις (George Jarvis, 1797-1828)


 

Ο πρώτος αμερικανικής καταγωγής φιλέλληνας. Γεννήθηκε στην Αλτόνα της Δανίας. Σήμερα η Αλτόνα είναι ένα προάστιο του Αμβούργου της Γερμανίας. Πατέρας του Jarvis ήταν ο Benjamin Jarvis (Βενιαμίν Τζάρβις), Αμερικανός έμπορος από την Νέα Υόρκη, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια καθήκοντα Προξένου των ΗΠΑ στην Αλτόνα της Δανίας. Μητέρα του η Γερμανίδα Maria Carolina Dede (Μαρία-Καρολίνα Βέντε).

Ο Jarvis είχε λάβει κλασσική παιδεία, ήταν λάτρης του Ελληνικού πολιτισμού, και όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση μεταβλήθηκε σε ενθουσιώδη οπαδό της. Επηρεάσθηκε από το Γερμανικό φιλελληνικό ρεύμα και είχε έντονη δράση ως φοιτητής, στο Πανεπιστημίου στο οποίο σπούδαζε στην Χαϊδελβέργη. To 1821 ήταν ήδη ένας μορφωμένος νέος ο οποίος μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Τον Νοέμβριο του 1821 αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα. Μετά από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, με το Σουηδικό πλοίο «Trondjem» που είχε προορισμό την Ελλάδα, και έφθασε στην Ύδρα στις 3 Απριλίου 1822. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο πλοίο μετέφερε στην Ελλάδα, έναν άλλο από τους ιδιαίτερα γενναίους και εμβληματικούς Φιλέλληνες, τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Frank Abney Hastings.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε στην κυβέρνηση στην Κόρινθο, και κατατάχθηκε στο Ελληνικό ναυτικό, υπό τον Γιακουμάκη Τομπάζη και τον Αντώνη Ραφαήλ, καπετάνιο της κορβέτας «Θεμιστοκλής». Επίσης ανέπτυξε στενή φιλία με τον Υδραίο Δημήτριο Βούλγαρη (μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας) και τον Έλληνα έμπορο και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Εμμανουήλ Ξένο. Με το Ελληνικό ναυτικό έλαβε μέρος σε 13 ναυμαχίες και πολεμικές επιχειρήσεις. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (1782 ή 1787-1849)


 

Νικηταρά –Νικηταρά

Πού ᾽χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι.

 

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Ο Νικηταράς γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας), στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης.

«Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα (Αναστάσοβα) αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα ένα Τούρκο στο Λεοντάρι…».

Ο Φωτάκος στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», αναφέρει ότι τόπος γεννήσεως του ήταν το  χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του πατέρα του, στο χωριό Τουρκολέκα του Δήμου Φαλαισίας της επαρχίας Μεγαλουπόλεως, του Νομού Αρκαδίας.

Πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας. Η μητέρα του Σοφία Καρούτσου ήταν αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Νικηταράς λοιπόν ήταν ανιψιός του Γέρου του Μωριά.

Εντεκάχρονος, βγήκε στο αρματολίκι ακολουθώντας τον πατέρα του. Αργότερα εντάχθηκε στο «μπουλούκι» του περίφημου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Κοντά του έμαθε τα μυστικά της πολεμικής τέχνης, ξεχωρίζοντας για την ανδρεία και την ευρωστία του. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, πρώτος στο πήδημα και γρήγορος στο τρέξιμο. Η αλληλοεκτίμηση και η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ του Καπετάνιου και του Νικηταρά, οδήγησαν τελικά στον γάμο του  με την κόρη του Ζαχαριά, την  Αγγελίνα.

Το 1805, στο μεγάλο διωγμό των κλεφταρματολών, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην Ζάκυνθο. Έκτοτε,  δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Την αφοσίωση του Νικηταρά προς τον θείο του ο λαός την είπε με δύο λόγια. «Μπροστά πηγαίνει ο Νικηταράς και πίσω ο Κολοκοτρώνης»  αλλά και θέλοντας να τονίσουν την στενή και άρρηκτη σχέση των δύο ανδρών έλεγαν: «Η κεφαλή ήτο του Κολοκοτρώνη και η χειρ του Νικηταρά ».

Εκείνο τον καιρό τα Επτάνησα τα εξουσίαζαν οι Ρώσοι. O Νικηταράς εντάχθηκε στο ρωσικό στρατό και με το τάγμα του πολέμησε εναντίον του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ζάκυνθο και υπηρέτησε αυτή την φορά τους Γάλλους, που στο μεταξύ είχαν καταλάβει το νησί με την συνθήκη του Τίλσιτ.

Στις 18 του Οκτώβρη του 1818  – ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα – μυήθηκε στη Φιλική εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Με συντροφιά τον Αναγνωσταρά και αργότερα τον Δ. Πλαπούτα, περιόδευσε την Πελοπόννησο κατηχώντας πολλούς στο μεγάλο μυστικό και ετοιμάζοντας τον λαό για τον επερχόμενο ξεσηκωμό.

Με την έκρηξη της επανάστασης, μαζί με τον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς μπήκε στην Καλαμάτα, στις 23 του Μάρτη του 1821. Είχε ενστερνισθεί βαθιά τις απόψεις και τα σχέδια του θείου του και πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Τρίπολης που τότε ήταν το Διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο.

Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια  καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.

Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : «Σταθήτε Πέρσαι να πολεμήσωμε» και μάλιστα τους αποκαλούσε Περσιάνους.

Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ’ τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.

 

Νικηταράς, ακουαρέλα, έργο του Δανού ζωγράφου, το 1836, Martinus Rørbye (1803-1848).

 

Στρατηγός Νικηταράς ο Τουρκοφάγος

 

Με τις μάχες των Δολιανών και των Βερβένων, προξενήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές στους Τούρκους – που αναγκάστηκαν να κλειστούν στην Τρίπολη – ξανάδωσαν κουράγιο  στους ξεσηκωμένους ραγιάδες, και προετοίμασαν το κλίμα για την άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά, που πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτέμβρη 1821, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά, την στρατηγική του Κολοκοτρώνη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Φωτάκος ή Φώτιος Χρυσανθόπουλος (1798-1878)

 

Αγωνιστής του 1821, υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη και απομνημονευματογράφος. Ο πατέρας του ήταν ο ιερέας παπα – Γιαννάκης,  γι’ αυτό και τ’ αδέρφια του (Αναγνώστης, Κωνσταντίνος, Παναγιώτης και Νικόλαος) ονομάσθηκαν Παπαγιαννακόπουλοι, ενώ ο Φωτάκος διατήρησε το πατρικό επώνυμο Χρυσανθόπουλος. Στην ιστορία  έμεινε γνωστός ως Φωτάκος.

Γεννήθηκε στα Μαγούλιανα* Γορτυνίας. Διδάχτηκε τα πρώτα του γράμματα στο χωριό του με δάσκαλο τον Αγάπιο. Κατόπιν πήγε στη Βυτίνα, όπου είχε δάσκαλο τον Παρθένιο. Επειδή όμως ήταν πολύ ζωηρό, σκληρό και φιλόνικο παιδί, ο πατέρας του φοβούμενος μη φιλονικήσει με τους Τούρκους, τον έστειλε στη Ρωσία, στο Κισνόβι της Βεσσαραβίας ως εμποροϋπάλληλο. Ήταν η εποχή που η Φιλική Εταιρεία όλο και δυνάμωνε με τη μύηση στο μυστικό πολλών ομογενών. Ο Φωτάκος εγκαταλείπει τη δουλειά του και μεταβαίνει στην Οδησσό, όπου το 1814 είχε ιδρυθεί η Φιλική Εταιρεία, και γίνεται φιλικός. Στη συνέχεια παίρνει εντολή να μεταβεί στα Λαγκάδια Γορτυνίας, για να συναντήσει τον πρόκριτο Κανέλλο Δεληγιάννη και να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις και για την ημέρα του γενικού ξεσηκωμού.

 

Βίοι Πελοποννησίων ανδρών

Βίοι Πελοποννησίων ανδρών

Τον Οκτώβριο του 1820 ο Φωτάκος, συντροφιά με τον φίλο του και συναγωνιστή Δημήτριο Αρκαδινό, φτάνει στην Ύδρα και στη συνέχεια οι δύο άνδρες μεταβαίνουν στο Ναύπλιο, για να κατασκοπεύσουν, προσποιούμενοι ο Φωτάκος τον ευρωπαίο γιατρό και ο Αρκαδινός τον διερμηνέα. Στη συνέχεια ο Φωτάκος περνώντας από το Άργος, φτάνει στην Τρίπολη με χίλιες προφυλάξεις και μιλώντας Ρώσικα, έρχεται σε επαφή με Τριπολιτσιώτες φιλκούς, κατόπιν μεταβαίνει στο χωριό του, τ’ αγαπημένα του Μαγούλιανα, και στη συνέχεια στο αρχοντικό του Δεληγιάννη στα Λαγκάδια. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο Φωτάκος ήταν αρχικά με το Δεληγιάννη έξω από την Τριπολιτσά, την οποία άρχισαν να πολιορκούν πολλοί καπεταναίοι με τους στρατιώτες τους, που ολοένα γίνονταν περισσότεροι. Ο Κολοκοτρώνης τότε (τον Απρίλιο 1821), εκτιμώντας την προσωπικότητα και αξιοσύνη του Φωτάκου, τον ονόμασε πρώτο καπετάνιο του λόχου που πρωτοΐδρυσε στο χωριό Πιάνα, έξω από την Τρίπολη. Αμέσως  τον πήρε υπασπιστή του και τον είχε μαζί του σ’ όλες τις εκστρατείες και επιχειρήσεις που διεξήγαγε. Πόσο τον αγαπούσε ο Κολοκοτρώνης**  φαίνεται και από το γεγονός ότι, μετά την αποφυλάκισή του το 1825 από την Ύδρα, προκειμένου ως αρχιστράτηγος ν’ αντιμετωπίσει τις ορδές του Ιμπραήμ, ζήτησε από την Κυβέρνηση να του δοθεί ο καλός και άξιος υπασπιστής και γραμματικός του Φωτάκος.

 Ο Φωτάκος παντρεύτηκε το 1824 την κόρη του εύπορου Τριπολιτσιώτη Σωτήρη Σαρδέλη. Αργότερα, όταν τελείωσε ο απελευθερωτικός αγώνας, εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη, αλλά χήρεψε χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά. Δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ξόδεψε την περιουσία της γυναίκας του, βοηθώντας οικογένειες αγωνιστών που υπέφεραν.

Στα χρόνια του Καποδίστρια ήταν ταγματάρχης και στην εποχή του Όθωνα διορίστηκε  δασάρχης. Ο θάνατος τον βρήκε ταγματάρχη της Φάλαγγας, στα 1878. Κηδεύτηκε και ετάφηκε  στην Αγία Βαρβάρα της Τρίπολης.

Ο σεμνός αυτός αγωνιστής μας άφησε αξιολογότατο συγγραφικό έργο. Τα απομνημονεύματά του αποτελούν πολυτιμότατη ιστορική πηγή, γιατί ως υπασπιστής του Κολοκοτρώνη είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει πρόσωπα και γεγονότα. Ειλικρινής, με φιλελεύθερα και δημοκρατικά φρονήματα, αποφάσισε να γράψει με αγάπη και αίσθημα ευθύνης και να μας αφήσει τ’ απομνημονεύματά του, όπου διακρίνουμε ένα σπάνιο μνημονικό, ειλικρίνεια και βαθύ πατριωτισμό. Επίσης, έγραψε το «Βίο του Παπαφλέσσα» και τους «Βίους Πελοποννησίων ανδρών» κ.ά. Το σπίτι του Φωτάκου στην Τρίπολη δεν υπάρχει πια. Στη θέση του κτίστηκε το μέγαρο του ΟΤΕ .

Υποσημειώσεις

* Τα Μαγούλιανα είναι οικισμός της Αρκαδίας και αποτελεί το ψηλότερο κατοικήσιμο χωριό της Πελοποννήσου (1.365μ). Βρίσκεται πλησίον του Αργυροκάστρου όπου παραθέριζαν οι Βιλαρδουίνοι. Ανήκει στον Δήμο Βυτίνας και έχει 256 κατοίκους (2001).

Σύμφωνα με διάφορες πηγές το χωριό ιδρύθηκε μεταξύ 1530 και 1600 μ.Χ από πέντε οικισμους, Άγιος Αθανάσιος (Κάστρο), Άγιος Κωνσταντίνος (Λειβάδι), Άγιος Ιωάννης (Καμπέας), το Πετροβούνι και το Μεγίστου ή Κατσίποδας, με σκοπό να γλυτώσουν από τις επιδρομές των Λαλαιών Τούρκων. Η ονομασία προέρχεται πιθανότατα από την σλαβική λέξη Magila, που σημαίνει λόφος – ύψωμα. Το 1927 μετονομάστηκε σε Αργυρόκαστρο όπως και πολλά χωριά εκείνη την περίοδο που είχαν σλαβικά ή λατινικά ονόματα, σύντομα όμως το όνομα αυτό εξέπεσε λόγω αντιδράσεων των κατοίκων. Τα Μαγούλιανα αποτέλεσαν έδρα του δήμου Μυλάοντος ως το 1912 όταν και καταργήθηκαν οι δήμοι. Σπουδαία ήταν η συνεισφορά του χωριού στην επανάσταση του 1821. Πατρίδα του Φώτιου Χρυσανθόπουλου (Φωτάκου) Α’ υπασπιστή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων πολλών οπλαρχηγών.

 

** Έγγραφο του Κολοκοτρώνη για τον Φωτάκο (με ημερομηνία 4 Μαΐου 1833).

 

Ο κύριος Φώτιος Χρυσανθόπουλος εκ Μαγουλιάνων της Γορτυνίας από την αρχήν της επαναστάσεως παρευρέθη εις τον υπέρ ελευθερίας αγώνα της πατρίδος. Τούτον διά την πολεμικήν του ευτολμίαν και ικανότητα και διά τον άοκνον και ενεργητικόν του χαρακτήρα έλαβον απ’ αρχής μετ’ εμαυτού ως πρώτον υπασπιστήν μου, βοηθόν εις όλας τας κατά των εχθρών εκστρατείας μου. Απ’ αρχής του αποκλεισμού της Τριπολιτσάς μέχρι της αναχωρήσεως των Αιγυπτίων εκ Πελοποννήσου και εις όλας τας παρεμπεσούσας εκστρατείας και μάχας. Εν γένει όπου παρευρέθην εγώ και ενιαχού τυχών περιστατικώς μόνος υπηρέτησε, δείξας πάντοτε ανδρείαν και αξιότητα, ευπείθειαν και προθυμίαν εις την εκπλήρωσιν των ανωτέρων διαταγών μου, τιμίαν και άμεμπτον διαγωγήν, εδικαίωσε την εκλογήν μου. Και μετά ταύτα μέχρι της σήμερον εξηκολούθησε διατελών εν χρήσει του επαγγέλματος του υπασπιστού μου. Πιστός μάρτυς των προς την πατρίδα εκδουλεύσεών του δίδωμι το παρόν ενδεικτικόν εις χείρας του, διά να τω χρησιμεύσει όπου ανήκει…

 

Θ. Κολοκοτρώνης

 

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Γ. Π. Κουρνούτου, «Το Απομνημόνευμα 1453- 1953», Τόμος Β΄, Εκδόσεις Αετός, Αθήναι 1954.

 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (1770-1843)

 

 

«Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση,

δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα,

ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις,

 ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία

της ελευθερίας μας,  και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί,

και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι,

μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό

και εκάμαμε την Επανάσταση».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά. Ο ανεπανάληπτος μέγας πολέμαρχος του ιερού Αγώνα, ο θρυλικός κλέφτης, η εξοχότερη πολεμική φυσιογνωμία της νεότερης ιστορίας μας. Μετά την αποτυχία της ορλοφικής επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό της το Λιμποβίσι της Καρύταινας, της σημερινής Γορτυνίας, και να καταφύγει στη Μεσσηνία. Τότε γεννήθηκε ο Κολοκοτρώνης, κάτω από ένα δένδρο, στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας, τη Δευτέρα του Πάσχα (3-4-1770). Πατέρας του ήταν ο θρυλικός κλέφτης Κωσταντής, που σκοτώθηκε το 1780 κατά την ηρωική έξοδο των Κολοκοτρωναίων από τον πύργο της Καστάνιτσας. Σκοτώθηκαν κι άλλοι πολλοί τότε από το σόι τους. Ο δεκάχρονος Θοδωρής γλίτωσε με τη μητέρα του Ζαμπιά, το γένος Κωτσάκη, και με το θείο του Αναγνώστη, που τους πήρε για προστασία. Αργότερα, το 1785, εγκαταστάθηκαν κοντά στο Λοντάρι. Μα την ίδια χρονιά ο Θοδωρής, δεκαπέντε χρονών παλικάρι, έγινε κλέφτης και μετά αρματωλός στην επαρχία Λονταρίου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με την παλικαριά, την αξιοσύνη του και την εξυπνάδα του γλίτωνε από όλες τις παγίδες που του έστηναν οι Τούρκοι, για να τον ξεκάμουν. Πατρογονικό ήταν το μίσος των Κολοκοτρωναίων προς τον κατακτητή. Ποτέ δεν είχαν συμβιβαστεί με την τυραννία, από την εποχή που ο Μοριάς έπεσε στους Τούρκους. Γιατί οι ρίζες των Κολοκοτρωναίων φτάνουν μέχρι και την Ενετοκρατία. Και μια και δεν κατάφεραν να τον εξοντώσουν, τον έκαμαν από δυο φορές αρματολό στο Λοντάρι και στην Καρύταινα και τον αναγνώρισαν δερβέναγα του Μοριά (1787). Τους μισθούς που έπαιρνε τότε, τους μοίραζε σ’ όλα τα καπετανάτα του Μοριά.Κάποτε όμως οι Τούρκοι θέλησαν να ξεπαστρέψουν την κλεφτουριά. Ο Σoυλτάνος υποχρέωσε τον Πατριάρχη να εκδώσει αφοριστικό έγγραφο (1805), όχι μόνο για τους κλέφτες, μα και για όσους τους έκρυβαν και τους περιέθαλπαν. Και υποχρέωνε το έγγραφο τους Ρωμιούς σαν καλούς ραγιάδες να τους προδίδουν και να τους καταδιώκουν. Αλίμονο σ’ εκείνους που προσέφεραν προστασία στους επικηρυγμένους κλέφτες. Οι Τούρκοι σούβλιζαν ομαδικά τους γιατάκηδες. Έτσι τους έλεγαν, όσους παρείχαν άσυλο στους κλέφτες. Οι διωγμοί άρχισαν το Γενάρη του 1806. Έπεσε μεγάλος φόβος. Όλοι φοβούνταν το μαχαίρι του τυράννου και τις κατάρες του πατριαρχείου. Η κλεφτουριά δέχτηκε τέτοιο κτύπημα, που δεν μπόρεσε να ξανασηκώσει κεφάλι μέχρι το 1821.

 

Άλλοι χάθηκαν κι άλλοι κατέφυγαν στα Επτάνησα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που κατέφυγε στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1806. Μα και πάλι δεν ησύχασε, μόνο με ένα καραβάκι και όπως αλλιώς μπορούσε πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1807). Ύστερα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό με το βαθμό του μαγιόρου (Ταγματάρχη). Κατάλοιπο της υπηρεσίας εκείνης ήταν η γνωστή σ’ εμάς εντυπωσιακή περικεφαλαία.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Στη Φιλική Εταιρεία κατηχήθηκε από τον Αναγνωσταρά στη Ζάκυνθο (1818). Εκείνη την εποχή έκανε τον ζωέμπορο και τον χασάπη, για να ζήσει την οικογένειά του, γιατί από το 1816 δεν ήταν πια αξιωματικός των Άγγλων, αφού οι τελευταίοι διέλυσαν τα Ελληνικά τάγματα μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Ο Κολοκοτρώνης είχε παντρευτεί είκοσι χρονών την Κατερίνα Καρούτσου, της οποίας τον πατέρα, πρόκριτο Λονταρίου, είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Μ’ αυτήν είχε αποκτήσει τρεις γιους και δυο θυγατέρες. Ζούσε ακόμα κι η μάνα του η Ζαμπία. Και ούτε πείνασε η οκταμελής οικογένειά του, ούτε ο ίδιος έγινε βάρος σε κανέναν, αλλά εργαζόταν και εξοικονομούσε τίμια το ψωμί τους. Τώρα πια περίμενε την ώρα του σηκωμού.

Τον Γενάρη του 1821 από τη Ζάκυνθο πέρασε στην Καρδαμύλη της Μάνης, όπου φιλοξενήθηκε από τον πατρικό του φίλο Παν. Μούρτζινο. Συμφιλίωσε τους Μανιάτες και συνεργάστηκε με τον Νικηταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Αναγνωσταρά και άλλους ενόψει της επανάστασης. Στο εξής η δράση του είναι έντονη και συνεχής. Συμμετείχε στην κατάληψη της Καλαμάτας (23 Μαρτίου) και στη συνέχεια πολιόρκησε την Τριπολιτσά, πιστεύοντας πως έπρεπε να πέσει στα χέρια των Ελλήνων η πρωτεύουσα του Μοριά, για να ορθοποδίσει ο αγώνας. Έτσι, παρά την αντίθετη γνώμη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων, ξεκίνησε με 300 περίπου εναντίον της Τρίπολης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Παπαφλέσας με τον Νικηταρά. Η πρώτη μάχη του αγώνα δόθηκε από τον Κολοκοτρώνη έξω από την Καρύταινα (27 Μαρτίου), όπου σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν στον Αλφειό ποταμό 500 περίπου από τους Τούρκους, που τρέχανε για να σωθούν στην Τρίπολη. Αλλά στη συνέχεια οι Τούρκοι με γιουρούσια απωθούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι σκόρπιζαν εδώ κι εκεί, μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο, χωρίς να πειθαρχούν. Ο Κολοκοτρώνης, ύστερα από πρόταση του Κανέλλου Δεληγιάννη, ανέλαβε να οργανώσει τα γύρω από την Τρίπολη στρατόπεδα, να εμπνεύσει πειθαρχία στα παλικάρια και να σκάψει λαγούμια. Αποτέλεσμα της στρατηγικής του Γέρου ήταν να κερδίσουν οι Έλληνες λαμπρή νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και κατόπιν στα Δολιανά και στα Βέρβενα. Ο κλοιός γύρω από την Τρίπολη άρχισε να σφίγγει, οργανώθηκε και το στρατόπεδο των Τρικόρφων, έφτασε μετά και ο Δημήτριος Υψηλάντης και η Τρίπολη έπεσε στα χέρια των Ελλήνων στις 23 Σεπτεμβρίου. Εκεί φάνηκαν οι οργανωτικές και στρατηγικές ικανότητες του Κολοκοτρώνη.

 

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν».

 

Theodoros Kolokotronis - Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Theodoros Kolokotronis – Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878)

Στη συνέχεια ήθελε να πάει στην Πάτρα, με την ελπίδα ότι οι έγκλειστοι στο κάστρο Τουρκαλβανοί θα παραδίδονταν, επειδή μόνο αυτόν εμπιστεύονταν. Όμως, οι άρχοντες της Αχαΐας έγραψαν να μην πάει, επειδή ανησυχούσαν από τις επιτυχίες των στρατιωτικών και ήθελαν να κάμουν κι εκείνοι κάτι. Ο Κολοκοτρώνης τελικά δεν πήγε, μια και απειλούσαν κιόλας, με αποτέλεσμα η Πάτρα να παραμείνει στα χέρια του εχθρού μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έτσι φάνηκε η ανικανότητα των πολιτικών στα πεδία της μάχης και ο φθόνος, τον οποίο έτρεφαν προς τους στρατιωτικούς με τα λαμπρά κατορθώματά τους. Γιατί και την επόμενη χρονιά έτρεξε στην πολιορκία της Πάτρας, αλλά η κυβέρνηση που είχε προκύψει από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, αντί να τον ενισχύσουν με κάθε τρόπο, του δημιουργούσαν προβλήματα και υπονόμευαν τη στρατηγική του, μέχρι που έληξε άδοξα η πολιορκία της Πάτρας και ο Κολοκοτρώνης αποσύρθηκε προσωρινά στην Τρίπολη. Εν τω μεταξύ είχε καταλάβει την Ακροκόρινθο, χωρίς να νοιαστεί για όσα γίνονταν στην Επίδαυρο από τους πολιτικούς κατά την Α΄ Εθνοσυνέλευση, που ενδιαφέρονταν μόνο για τα αξιώματα και τις υψηλές θέσεις.

 

Το άγαλμα του έφιππου Γέρου του Μοριά, τοποθετημένο πάνω σε βάθρο, μέσα στο οποίο φυλάσσονται τα οστά του, εποπτεύει την πλατεία του Άρεως στην πρωτεύουσα του Μοριά, την Τρίπολη, εκεί που κάποτε ήταν το Σεράγι και τα μπουντρούμια όπου είχαν κλειστεί οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου. Φωτογραφία από το εξώφυλλο του περιοδικού «Εφημέριος», τεύχος 3, Μάρτιος 2007.

 

Εκεί όμως όπου ο Κολοκοτρώνης δοξάστηκε σώζοντας την επανάσταση από τη στρατιά του Δράμαλη, ήταν τα Δερβενάκια (26-28 Ιουλίου 1822, Εφάρμοσε τη στρατηγική της καμένης γης στο Άργος και ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Και όμως ο Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τον προδότη που ορκιζόταν πως ο Δράμαλης θα προχωρούσε για την Τρίπολη. Ο Γέρος μάζεψε τα παλικάρια, τους μίλησε και τα έκανε να χλιμιντράνε σαν άλογα. Ακολούθησε η λαμπρή νίκη στα Δερβενάκια, τη στιγμή που οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι είχανε μπει στα καράβια, για να γλιτώσουν. Αυτή τη δόξα οι πολιτικοί την «αντάμειψαν» στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, χαρίζοντας το βαθμό του στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους, για να μειώσουν τον Κολοκοτρώνη. Είναι φανερό πως ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι ανησύχησαν τόσο πολύ από τις συνεχείς επιτυχίες των στρατιωτικών και του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα, που δεν τους ενδιέφερε καλά καλά η πορεία του αγώνα όσο η προσωπική τους εξασφάλιση. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος (1824), ο οποίος τόσο ζημίωσε την επανάσταση. Ο Κολοκοτρώνης έχασε στον εμφύλιο το γιο του Πάνο (13-11-1824) και ο ίδιος, συντριμμένος από την απώλεια του γιου του, παραδόθηκε στους εχθρούς του, οι οποίοι τον φυλάκισαν στην Ύδρα (Φεβρ. 1825). Την εποχή εκείνη ξεμπάρκαραν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ στο Μοριά. Στη δύσκολη στιγμή ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε, γιατί δεν υπήρχε άλλος τόσο ικανός ν’ αντιμετωπίσει το φοβερό εχθρό, ο οποίος κατέστρεφε τον Μοριά και έσπερνε παντού τον πανικό. Ο λαός κοίταζε πώς να γλιτώσει, εγκαταλείποντας χωριά και πόλεις, και ο Κολοκοτρώνης πάσχιζε μέσα από πολλές δυσκολίες να μαζέψει παλικάρια και να συγκροτήσει στρατό. Αλλά δεν μπορούσε να κτυπήσει τον Ιμπραήμ και περιοριζόταν στην τακτική του κλεφτοπολέμου. Παράλληλα κοίταζε πώς να κρατήσει το ηθικό του πληθυσμού. Γιατί ο κόσμος υπέκυπτε και δήλωνε υποταγή στον Ιμπραήμ. Οπότε ο Γέρος έδωσε μάχη και κατά του προσκυνήματος με το καλό και με το άγριο («φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»).

 

«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου».    

 

Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια όπως και πολλοί άλλοι τίμιοι αγωνιστές και πατριώτες (Νικηταράς, Πλαπούτας, Κανάρης κ.ά.π.). Κι όμως λίγο αργότερα κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του θρόνου και της αντιβασιλείας, τον συνέλαβαν (Σεπτ. 1833) και τον φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο με τον Πλαπούτα, που είχε θεωρηθεί συνένοχος. Την απόφαση δεν υπέγραψαν οι έντιμοι δικαστές Γεώργιος Τερτσέτης και Αναστάσιος Πολυζωίδης. Ο κόσμος αγανάκτησε στην είδηση και οι ξένοι δεν τόλμησαν να σκοτώσουν τους αγωνιστές. Η κατακραυγή του πλήθους των απλών Ελλήνων ανάγκασε τον βασιλιά Όθωνα – με το πρόσχημα του γιορτασμού της ενηλικίωσής του– να τους χορηγήσει αμνηστεία (Μάιος 1835). Ο Θ. Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε τ’ απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη. Ο ίδιος ήξερε να διαβάζει — αγαπούσε πολύ την ιστορία –, αλλά με δυσκολία έγραφε. Το έργο του διακρίνεται για το κοφτό ύφος και τη συντομία στην έκφραση και είναι πολύτιμη ιστορική πηγή, για πολλούς λόγους, αλλά και διότι όσους τον αδίκησαν και τον έβλαψαν τους κρίνει μεγαλόψυχα χωρίς κανένα πάθος και χωρίς μνησικακία. Γι’ αυτό πιστεύεται ότι είναι γραμμένο αμερόληπτα.

 

Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Τον έθαψαν στο Α΄ νεκροταφείο της Αθήνας. Τα οστά του σήμερα βρίσκονται στο ηρώο της Τρίπολης, στο πεδίο του Άρεως.

 

 

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 

 

 

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

Οπλαρχηγός του 1821 και αργότερα στρατηγός, από τις ηρωικότερες και αγνότερες μορφές της ελληνικής επανάστασης. Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα Γορτυνίας και ήταν παντρεμένος με μια πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το 1803. Οι Τούρκοι τον είχανε κάμει στην Καρύταινα κάπο, δηλαδή αρχηγό στρατιωτών για την τάξη και ασφάλεια. Γι’ αυτό και τον κράτησαν όμηρο, όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός των κλεφτών (1806). Αργότερα ξανάγινε κάπος (1812), ενώ ενδιάμεσα υπηρέτησε στον Αγγλικό στρατό στη Ζάκυνθο.

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και στη συνέχεια βάλθηκε μαζί με το Νικηταρά να κατηχεί ο ίδιος. Κατήχησε τον πατέρα του το γερο – Κόλια, τον αδελφό του Γεωργάκη και πολλούς άλλους. Από την αρχή κιόλας του πολέμου, όπως και τα αδέλφια του κι άλλοι Πλαπουταίοι, πολέμησε για την ελευθερία του γένους, στην Καρύταινα, στο Λεβίδι κι ύστερα στο Βαλτέτσι, όπου έτρεξε από την Πιάνα. Εκεί στην Πιάνα, τον είχε διορίσει ο ξάδερφός του Κολοκοτρώνης αρχηγό του στρατοπέδου, συμμετέχοντας στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Έλαβε μέρος επίσης στην πολιορκία του Ακροκορίνθου και της Πάτρας και πολέμησε τον Δράμαλη, όταν πολιορκούσε το κάστρο της Λάρισας στο Άργος, λίγο πριν από την καταστροφή του στα Δερβενάκια. Ο Πλαπούτας αντιπάθησε πολύ τους συμπατριώτες του Δεληγιανναίους, όταν διαπίστωσε πως δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις επιτυχίες και τη δόξα του. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πάλι, θέλησε να παντρέψει το μικρό του γιο Κολίνο με τη μικρή κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη Μαριορίτσα, για να διαλυθεί η ψυχρότητα. Ο Πλαπούτας όμως θύμωσε και με τον Κολοκοτρώνη. Μετά τον εμφύλιο, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε όλο το Μοριά και την επανάσταση, ο Πλαπούτας τον πολέμησε σε πολλές μάχες. Επί Καποδίστρια έγινε Συνταγματάρχης. Στάθηκε πιστός στο πλευρό του κυβερνήτη. Αργότερα πήγε στο Μόναχο μαζί με τον Α. Μιαούλη και τον Κώστα Μπότσαρη, για να καλέσουν τον Όθωνα, που τον είχαν εκλέξει ήδη οι μεγάλες δυνάμεις για το στέμμα της Ελλάδας.

 

Εντούτοις, κατηγορήθηκε μαζί με το Θ. Κολοκοτρώνη, ότι τάχα συνωμοτούσαν κατά της βασιλείας, προφυλακίστηκαν (Σεπτ. 1833) δικάστηκαν στο Ναύπλιο και καταδικάστηκαν σε θάνατο (Μάιος 1834). Είναι γνωστό ότι την απόφαση των Βαυαρών δεν υπέγραψαν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης. Παράλληλα, ο λαός ξεσηκώθηκε και οι ξένοι δυνάστες δεν τόλμησαν να εκτελέσουν την ποινή. Μετά από 11 μήνες ο ενήλικος πια Όθων τους έδωσε χάρη.

 

Ο Πλαπούτας χρημάτισε γερουσιαστή ς και υπασπιστής του Όθωνα. Το 1861 έγινε αντιστράτηγος. Μετά την έξωση του Όθωνα πήγε στο χωριό του Παλούμπα, όπου και πέθανε, αφήνοντας έξι κόρες και ένα γιο. Ο Πλαπούτας υπήρξε από τους πιο ηρωικούς αγωνιστές του 1821. Η δόξα του Κολοκοτρώνη τον επισκίασε, αλλά η συνεργασία του με το Γέρο του Μοριά απέδωσε καρπούς. Ο Κολοκοτρώνης σαν αρχιστράτηγος στάθηκε τυχερός, που άξιοι καπεταναίοι εκτελούσαν τις διαταγές του, όπως ο Πλαπούτας, ο Νικηταράς, ο γιος του ο Γενναίος και άλλοι.

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε: 

 

 

Δημήτριος Πλαπούτας ή Κολιόπουλος

 

Οὗτος ὁ φιλοπόλεμος στρατηγὸς κατήγετο ἀπὸ τὸ χωρίον Παλούμπα τῆς Λιοδώρας. Ἐν ἀρχῇ τῆς ἐπαναστάσεως ἔγεινεν ἀρχηγὸς ἑνὸς τμήματος (σέμπτι) τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τοῦ λεγομένου τῆς Λιοδώρας. Αἱ ἐκδουλεύσεις του εἶναι ἐπίσημοι καὶ γνωσταί.

Κατ᾿ ἀρχὰς εὑρέθη εἰς τὴν πρώτην μάχην, τὴν ὁποίαν ὁ Κολοκοτρώνης ἔκαμε μὲ τοὺς Φαναρίτας Τούρκους, καὶ ἦλθε κατόπιν των εἰς Καρύταιναν. Μετὰ δὲ ταῦτα ὅταν ἐσυναθροίζοντο οἱ στρατιῶται εἰς τὸ Διάσελον τῆς Ἁλωνίσταινας, ὅπου ἦτον ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Πλαπούτας εὑρέθη εἰς Βυτίναν, καὶ ἐκεῖθεν ὑπῆγεν εἰς Λεβίδι, ὅπου ἔλαβε μέρος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον. Ὕστερον δὲ εἰς τὸ συσταθὲν στρατόπεδον εἰς Πιάναν ἦτον ὡς ἀρχηγὸς ἀντί τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη ἐφόρου ὄντος. Κατόπιν ὑπῆγε μὲ τοὺς στρατιώτας του εἰς τὸ Βαλτέτσι καὶ κατὰ τὴν μάχην ἐκείνην ἀνδραγάθησε καὶ ἐφάνη ἡ παληκαριά του. Ὅταν δὲ εἴμεθα εἰς τὰ Τρίκορφα, αὐτὸς ὑπῆγεν εἰς τοῦ Λάλα διὰ νὰ σταθῇ εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο τοῦ ἀδελφοῦ του Γεωργάκη, ὅστις ἐφονεύθη εἰς Λάλα. Ἐκεῖ δὲ ἔμεινεν ὀλίγας ἡμέρας, καὶ μετὰ τὴν μάχην τὴν γενομένην εἰς τοῦ Ποῦσι, ὅτε οἱ Λαλαῖοι Τοῦρκοι ἔφυγον εἰς Πάτρας, ὁ Πλαπούτας ἐπανῆλθεν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Τρικόρφων, ὅπου ἔμεινε μέχρι τῆς ἁλώσεως τῆς Τριπολιτσᾶς, καὶ κατόπιν ἐσυντρόφευσε τοὺς Ἀλβανοὺς εἰς τὴν Βοστίτσαν διὰ νὰ περάσουν εἰς τὴν Στερεὰν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πατρίδα των κατὰ τὰ συμφωνηθέντα. Μετὰ δὲ ταῦτα παρηκολούθησε τὸν Θ. Κολοκοτρώνην εἰς Ἄργος καὶ Κόρινθον, ἔχων ἴδιον σῶμα στρατιωτῶν, καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ φρουρίου τῆς Κορίνθου, διετάχθη ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνην νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὅπου κατὰ τὴν περίφημον μάχην τῆς 9 Μαρτίου ἀνδραγάθησεν. Κατόπιν ἀντιπροσώπευσε τὸν Κολοκοτρώνην κατὰ τὴν πολιορκίαν ταύτην, ἀναχωρήσαντα εἰς Κόρινθον μέχρι τῆς ἐκεῖθεν ἐπιστροφῆς του. Πρὶν δὲ ὁ Κολοκοτρώνης λύσῃ τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν, ὁ Πλαπούτας εἶχεν ἀναχωρήσει ἐκεῖθεν εἰς Καρύταιναν. Καὶ εἰς ἄλλας ἀκόμη ἐποχὰς τοῦ ἐδόθη ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Γενικοῦ ἀρχηγοῦ παρὰ τοῦ Κολοκοτρώνη.


Κατὰ δὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ προσκυνήματος καὶ τοῦ προδότου Νενέκου πολὺ ὠφέλησεν, βοηθῶν τὸν Κολοκοτρώνην, καὶ ἐμποδίσας οὕτω τὸ κακὸν καὶ δὲν ἐπροώδευσεν. Παρευρέθη δὲ καὶ εἰς ἄλλας μάχας ἐπὶ τοῦ Ἰμβραὴμ πασᾶ καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐκείνην τῆς Καυκαριᾶς.

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Η σημαία του Δ.Πλαπούτα με το μονόγραμμα "Iησούς Χριστός ΝιΚά"

Μετὰ δὲ ταῦτα κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Δράμαλη εἰς Πελοπόννησον ὁ Πλαπούτας ἔγεινεν ἔτι ἐπισημότερος στρατηγὸς, διότι πρῶτος αὐτὸς ἐκτύπησε κατὰ τὸ χωρίον Χαρβάτι καὶ Φίχτια τὸν στρατὸν ἐκείνου, ὅτε ἔμπλεξε μέ τινας Τούρκους, ἦλθεν εἰς μονομαχίαν μὲ ἕνα ἐξ αὐτῶν, καὶ ἐκινδύνευσε, διότι ὁ Τοῦρκος, ὅταν ἦλθον εἰς θέσιν νὰ μεταχειρισθοῦν τὰ σπαθιά των, ἐκτύπησε καὶ ἐτσάκισε τὸ σπαθὶ τοῦ Πλαπούτα, ἀλλ᾿ οὗτος εὐτυχῶς τὸν ἐσκότωσε. Κατόπιν ἐσύστησε τὸ φροντιστήριον εἰς τὸ Σχοινοχῶρι, καὶ ἐκεῖθεν ἐστρατοπέδευσεν ὄπισθεν τοῦ Παλαιοκάστρου Ἄργους κατὰ τὴν θέσιν Ἄκοβα, ὅπου συνεκέντρωσε στρατὸν ὑπὲρ τὰς δύο χιλιάδας μετὰ τῆς Ἐπαρχίας Τριπολιτσᾶς, καὶ την Φαναριτῶν ἀρχομένων ἀπὸ τὸν Τσανέτον
Χρηστόπουλον, τοῦ δὲ ὅλου στρατοπέδου ἀρχηγὸς ἦτον ὁ ἴδιος Πλαπούτας. Ἐκεῖθεν ἐπολέμει ἀδιακόπως μέχρι τέλους τὸν Δράμαλη, καὶ ὕστερον μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ναυπλίου διωρίσθη φρούραρχος αὐτοῦ ἕως ὅτου τὸν ἀντικατέστησεν ὁ Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης. 

 

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Πλαπούτα εἶχεν ἐπισημότητα καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, διότι ὁ πατέρας του ὁ Γέρω Κόλιας ὑπῆρξε στρατιωτικὸς (κάπος) καὶ ἁρματωλὸς, καὶ εἶχε τρομάξει τοὺς Λαλαίους Τούρκους, καὶ δὲν ἐπατοῦσαν τὰ ὅρια τῆς Καρύταινας ἐδῶθεν τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ (Ροφιά). Ὑπερασπίζετο ὅμως τοῦτον ὁ Γέρων Γιάννης Δεληγιάννης, καὶ τοῦτον πάλιν ἐπίσης εἰς τὰς καταδρομάς του ἀπὸ τοὺς Πασάδες ὑπερασπίζετο ὁ Γέρω Κόλιας, διότι ἔβγαινε μὲ στρατιώτας καὶ ἐφύλαττε τοὺς Δεληγιανναίους. Διὰ τοῦτο ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία τοῦ ἔκαψε τὰ σπίτια του πολλαῖς φοραῖς, καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ ἔκαμνε βοήθειαν. Ὁ Γέρων Δεληγιάννης, ὡς ἀρχηγὸς πολιτικὸς τῆς ἐπαρχίας Καρυταίνης, τὸν ἐβοήθει, καὶ οὕτω τὸν εἶχεν εἰς τὰς καταδρομάς του, καὶ μάλιστα ὅταν ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία ἀπεστρέφετο τὸν Δεληγιάννην, ὁ Γέρω Κόλιας μὲ τὰ παιδιά του ἐπήγαινεν εἰς τὰ Λαγκάδια καὶ ἔπαιρνε τὴν οἰκογένειάν του ὅλην καὶ τὴν ἐφύλαττε διὰ τῶν ὅπλων, ὅπως τότε εἶχον τὰ μέσα τῆς προφυλάξεως.

 

Ἐκτὸς τούτου καὶ οἱ ἀδελφοί του Γεωργάκης Θανάσης καὶ Παρασκευᾶς, περὶ τῶν ὁποίων κατωτέρω θὰ εἴπωμεν, συνετέλεσαν ὡς στρατιωτικοί. Ἀλλ᾿ ἐκ τούτων ὁ Γεωργάκης ἐπρωτοχάθη εἴς τινα μάχην, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Τοῦρκοι Λαλαῖοι ἐνίκησαν τοὺς Ἕλληνας, πρὶν γείνῃ ὁ πόλεμος εἰς τὸ Ποῦσι, ὅπου εὑρέθησαν οἱ Κεφαλλῆνες ὅλοι περὶ τοὺς 300, ἔχοντες καὶ κανόνια, καὶ ὅπου ἔδειξαν ὅλην τὴν παληκαριάν των, καὶ τοὺς ὁποίους ἐφοβήθησαν οἱ Λαλαῖοι καὶ ἀπεφάσισαν τὴν φυγήν των ἀπὸ τοῦ Λάλα. Εἰς δὲ τὴν μάχην ταύτην τοῦ Πουσιοῦ ἐλαβώθη καὶ ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς.

 

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

Read Full Post »

Υψηλάντης Δημήτριος  (1793-1832)

 

 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) - Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημ. Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κων/πολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν και στην Ύδρα (8 Ιουνίου) και στο Άστρος μετά (19 Ιουνίου) ήταν μεγαλειώδης. Λαός και στρατός έλπιζαν πως αυτός θα οργάνωνε και θα συντόνιζε την επανάσταση και θα έφερνε την ελευθερία του γένους.

Από την αρχή όμως διαφώνησε με τους πρόκριτους, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαλύσουν την Πελοποννησιακή Γερουσία και να υπακούουν σ’ αυτόν. Έτσι, πικραμένος αποφάσισε να πάει στην Καλαμάτα, για να οργανώσει τον πόλεμο εκεί. Καθ’ οδόν όμως μεταπείστηκε, κυρίως από ένα γράμμα που έλαβε από τους καπεταναίους των Τρικόρφων, οι οποίοι πολιορκούσαν την Τριπολιτσά, κι αποφάσισε να επιστρέψει στα Τρίκορφα.

Ο λαός και ο στρατός, βλέποντας τη διαμάχη και με φόβο μήπως φύγει ο πρίγκιπας Υψηλάντης και τους εγκαταλείψει, δύο φορές απείλησαν τους πρόκριτους, μια στα Βέρβαινα και άλλη μια, λίγο μετά, στη Ζαράκοβα και ήταν πολύ πιθανό να τους σκότωναν, αν δεν επενέβαινε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Ο Υψηλάντης, ο οποίος ήταν θερμός πατριώτης, ανιδιοτελής, έντιμος αγωνιστής και γενναίος, προκειμένου να ησυχάσουν τα πνεύματα και να προχωρήσει η υπόθεση του Αγώνα, υποχώρησε στις αξιώσεις των προκρίτων, οι οποίοι δεν εννοούσαν να αφήσουν τα παλιά τους προνόμια και να παραδώσουν την εξουσία. Είναι αλήθεια ότι ο αγνός Υψηλάντης δεν είχε πολιτικές ικανότητες για μια τέτοια υπόθεση. Ήταν αδύνατος χαρακτήρας και ευκολόπιστος. Οι πρόκριτοι είχαν πολιτική πείρα από την εποχή της Τουρκοκρατίας και μπορούσαν εύκολα να τον ξεγελούν και να τον παραγκωνίζουν.

Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι η πολιτική ατολμία του Υψηλάντη και η ανεπάρκειά του στάθηκαν οι αιτίες της ακυβερνησίας για πολύ καιρό. Αν είχε την πολιτική τόλμη στο βαθμό που είχε την ανδρεία στα πεδία των μαχών, όπου πολλές φορές ανδραγάθησε, θα είχε προσφέρει πολυτιμότερες υπηρεσίες στον αγώνα, αφού όλοι τον ήθελαν – νησιά, Ρούμελη, Μοριάς, στρατός και λαός– πλην των προκρίτων της Πελοποννήσου.

Έτσι, ενώ στα Τρίκορφα αναγνωρίστηκε αρχιστράτηγος, την αρχηγία στην πραγματικότητα είχε ο Θ. Κολοκοτρώνης, τον οποίο εμπιστευόταν και συμβουλευόταν πάντοτε. Είναι χαρακτηριστικό ότι δε συμμετείχε στις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, που έγιναν στην Επίδαυρο (Δεκ. 1821-Ιανουαρ. 1822)· βρισκόταν με τον Κολοκοτρώνη στην πολιορκία του Ακροκορίνθου.

Οι πολιτικοί στην Επίδαυρο ψήφισαν το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας και εκλέξανε ως πρόεδρο του Εκτελεστικού (ως πρωθυπουργό δηλαδή) τον Αλέξ. Μαυροκορδάτο, ενώ τον Υψηλάντη ως Πρόεδρο του Βουλευτικού, για να δείξουν ότι τάχα τον λογάριαζαν και να μη φανεί η εμπάθειά τους. Έλπιζαν όμως ότι έτσι θα περιόριζαν την πολεμική του δράση, η οποία θα τον έκανε ισχυρό με τις επιτυχίες του. Στο Βουλευτικό σώμα, όπου ήταν πρόεδρος, γνώρισε τις μηχανορραφίες των πολιτικάντηδων και το πολιτικό παρασκήνιο και αηδιασμένος παραιτήθηκε και αφοσιώθηκε στον πόλεμο, τρέχοντας πότε από δω και πότε από εκεί με άλλους καπεταναίους. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και του Άργους, στην εκστρατεία εναντίον της Αθήνας, στη μάχη των Δερβενακίων, στη μάχη στους Μύλους της Λέρνας και στην μάχη στη Πέτρα.

Κατά τον εμφύλιο αποσύρθηκε στην Τρίπολη κι ύστερα στο Ναύπλιο, μη θέλοντας να έχει καμία ανάμειξη, ενώ αμέσως μετά πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

Ο Καποδίστριας αργότερα διόρισε τον Υψηλάντη στρατάρχη της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και εκεί, στην Πέτρα Βοιωτίας, έδωσε την τελευταία μάχη του Μεγάλου Αγώνα, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο αδερφός του στις παραδουνάβιες περιοχές πριν οκτώμισι χρόνια.

Οι Υψηλάντηδες προσέφεραν ό,τι είχαν και δεν είχαν για τον ιερό αγώνα. Ήταν αγνοί, τίμιοι, ανιδιοτελείς, γενναίοι. Δεν έμοιαζαν με τους Φαναριώτες, που ήρθαν στην Ελλάδα για τα αξιώματα και τη δόξα (Μαυροκορδάτοι, Νέγρηδες, Καρατζάδες). Η ίδια η μάνα τους Ελισάβετ τους έδωσε όχι μόνο την τεράστια περιουσία της αλλά και τα χρυσαφικά της για τον αγώνα.

Ο Δημ. Υψηλάντης δεν είχε καθόλου εντυπωσιακό παράστημα. Ήταν μάλλον κοντός και φαλακρός και φαινόταν πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία. Κουραζόταν εύκολα και κοιμόταν πολύ. Έπασχε από μυοτονική δυστροφία, μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων, η οποία εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών. Από την ασθένεια αυτή πέθανε το 1832 στ’ Ανάπλι σε ηλικία μόλις 39 ετών, ενώ φαινόταν πολύ μεγαλύτερος. H πόλη του Ypsilanti στο Michigan των ΗΠΑ είναι αφιερωμένη στο όνομά του (υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο).

Στο Ναύπλιο είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, την όμορφη Μαντώ Μαυρογένους. Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη, εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο με διαταγή του Ι. Κωλέτη, επειδή συνδεόταν με το στρατηγό, και μετέβη στη Μύκονο, την ιδιαίτερή της πατρίδα, όπου και πέθανε το 1848 πολύ φτωχή.

 

Η οικογένεια Υψηλάντη στο Κίεβο

 

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Οικία Υψηλάντη στο Κίεβο (18ος-αι.)

Τον Αύγουστο του 1807 ήρθε στο Κίεβο ο πρωτεργάτης του ελληνικού απελευθερωτικού κινήματος κατά του Οθωμανικού ζυγού φαναριώτης πρίγκιπας Κωνσταντίνος Υψηλάντης (1760-1816). Αυτός υπηρετούσε στην Υψηλή Πύλη, κατείχε πόστο του Μεγάλου Δραγουμάνου της Πύλης (1796-1799), του ηγεμόνα της Μολδαβίας (1799-1802) και της Βλαχίας (1802-1806). Για την παροχή από πλευράς του πολιτικών υπηρεσιών στη Ρωσία στον αγώνα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη βοήθεια στους Σέρβους η τουρκική κυβέρνηση κατηγόρησε τον Κ. Υψηλάντη για προδοσία και του στέρησε το αξίωμα.

 

Πορτραίτο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, έργο του Alexander Molinari (1772-1831) υπογεγραμμένο και χρονολογημένο στο μέσο δεξιά: Molinari de[l;] / 1815.Yδατογραφία, κάρβουνο και αραιωμένο μελάνι σε χαρτί, 31,5 x 25,5 cm.

 

Ο Κ. Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε για την απόφαση της Πύλης να τον συλλάβει, εγκατάλειψε τη Βλαχία και ήρθε στο Κίεβο με όλη την οικογένειά του και τη συνοδεία 30 ατόμων. Στο Κίεβο ο Κ. Υψηλάντης αγόρασε από τον Φ. Βίγκελ, πρώην διοικητή του φρουρίου της Αγ. Λαύρας των Σπηλαίων, την οικία κοντά στη Λαύρα, το οποίο έκτοτε είναι γνωστό στις ιστορικές πηγές ως «Κτήμα Υψηλάντη». Το κτίριο αυτό είναι μνημείο αρχιτεκτονικής, κτίσθηκε το 1799 σε κλασικό ρυθμό για τον Φ. Βίγκελ.

Στο σπίτι αυτό πέρασαν τα νεανικά τους χρόνια οι γιοι του Κωνσταντίνου Υψηλάντη – Αλέξανδρος, Δημήτρης, Γεώργιος, Νικόλαος και Γρηγόρης. Ο Νικόλαος, ο Δημήτριος και ο Γεώργιος το 1819 έγιναν μέλη της «Φιλικής Εταιρείας», ο Αλέξανδρος έγινε ο επικεφαλής της από το 1820.  Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης πέθανε στο Κίεβο στις 27 Ιουνίου (10 Ιουλίου) 1816 και ενταφιάσθηκε στην εκκλησία Αγ. Γεωργίου κοντά στο ναό της Αγ. Σοφίας, ενώ το μνημόσυνο έλαβε χώρα στην ίδια την Αγ. Σοφία. Το μνημείο του, που φιλοτέχνησε ο γνωστός γλύπτης Στεπάν Πίμενοβ, εγκαταστάθηκε στον τάφο του Κ. Υψηλάντη το 1818. Η τύχη του μνημείου ήταν και αυτή τραγική. Το 1934 η εκκλησία κατεστράφη, το μνημείο του Κ. Υψηλάντη ως μοναδικό έργο τέχνης μεταφέρθηκε πρώτα στον χώρο της Αγ. Σοφίας και μετά στο ναό της Κοιμήσεως στην Αγία Λαύρα. Στις 3 Νοεμβρίου 1941 κατά την έκρηξη του ναού καταστράφηκε και το μνημείο.

Στα 1952-54 βρέθηκαν ξεχωριστά κομμάτια του, αλλά μόνο το 1995 ξεκίνησε η αναστήλωσή του (με την πρωτοβουλία της ουκρανής επιστήμονα ελληνικής καταγωγής Σβετλάνα Μαζαράτη και τη χρηματοδότηση του έργου από τον ελληνικό φορέα – την «Πανελλήνια Ένωση Ποντίων Αξιωματικών «Αλέξανδρος Υψηλάντης» (τότε επικεφαλής της Ένωσης ήταν ο Νίκος Νικολαϊδης, ενώ από το 1997 ο Γιώργος Τσαλουχίδης), που ανακοίνωσε στην Ελλάδα ειδικό έρανο για το σκοπό αυτό. Τον Ιούνιο 1997 το κενοτάφιο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη τοποθετήθηκε στην εσωτερική αυλή της Αγ. Λαύρας του Κιέβου. Στην τελετή των εγκαινίων του παρέστησε μεγάλη αποστολή από την Ελλάδα. Την Οικία Υψηλάντη αγόρασε η Λαύρα το 1833 και το μετέτρεψε σε μετόχι της Μονής. Από το 1860 έως το 1870 στο σπίτι στεγαζόταν το εργαστήριο αγιογραφίας της Λαύρας. Η πάροδος από την πίσω πλευρά του σπιτιού από το 1869 έφερε την ονομασία Υψηλάντιεβσκιϊ (δηλαδή, του Υψηλάντη).

Στα σοβιετικά χρόνια η πάροδος πήρε την ονομασία Άιστοβσκιϊ (από το Άιστοβ – επίθετο ενός εργάτη που σκοτώθηκε στη μάχη κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917). Η σημερινή διεύθυνση του σπιτιού είναι: οδός Ιβάνα Μαζέπυ, 6.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Πρεσβεία της Ελλάδος στην Ουκρανία.
  • Σχινάς Μιχαήλ Γ., «Λόγος επιτάφιος εις Δημήτριον Υψηλάντην, / εκφωνηθείς παρά Μιχαήλ Σχινά εν τη του Ναυπλίου εκκλησία του Αγίου Γεωργίου την 6 Αυγούστου 1832». Έκδοση,1832.
  • Παμπούκης, Χ., «Λόγος επιτάφιος εις το μνημόσυνον του αειμνήστου Δημητρίου του Υψηλάντου, / εκφωνηθείς εν Ναυπλίω την 13 Μαΐου 1843, Υπό Χ. Παμπούκη». Έκδοση, 1843. 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »