Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κρανίδι’

Κρανίδι


 

Το Κρανίδι είναι πρωτεύουσα της επαρχίας Ερμιονίδας. Για πρώτη φορά αναφέρεται το 1530.  Επί Τουρκοκρατίας, ήταν γνωστό ως «Κάτω Ναχαγιέ», που σημαίνει Κάτω Επαρχία. Σύμφωνα με μια εκδοχή το σύγχρονο όνομά του προέρχεται από το κραναός = τραχύς. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή το όνομα οφείλεται σε παραφθορά της λέξης κορωνίδα, το όνομα παραπλήσιας νησίδας απέναντι από το χωριό Κοιλάδα. Ο πληθυσμός του είναι 4.006 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Απέχει περίπου 65 χλμ. από το Ναύπλιο. Είναι γνωστό για το ελαιόλαδο το οποίο έχει αναγνωριστεί ως ΠΟΠ (προστατευόμενη ονομασία προέλευσης).

 

Κρανίδι

 

Το Κρανίδι είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους λόφους της Αγίας Άννας και της Μπαρδούνιας με προσανατολισμό βορειοδυτικό. Δυτικά και ανατολικά από την πόλη η περιοχή χαρακτηρίζεται πετρώδης με χαμηλή βλάστηση ενώ στη νοτιοανατολική μεριά υπάρχει το πευκόδασος της Κορακιάς. Βόρεια βρίσκεται το βουνό του Προφήτη Ηλία ενώ βορειοδυτικά ο όρμος της Κοιλάδας με το ομώνυμο παραδοσιακό χωριό και το προϊστορικό σπήλαιο Φράγχθι σε απόσταση 6 χλμ. Ανατολικά σε απόσταση 10 χλμ. βρίσκεται η Ερμιόνη και νότια σε απόσταση 7 χλμ. το Πόρτο Χέλι. Το Σπήλαιο Φράγχθι, όπως φάνηκε από ανασκαφές, κατοικήθηκε από την παλαιολιθική ήδη εποχή (30.000 π.χ.)  από ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν πέτρινα ή οστέινα εργαλεία, ήταν κυνηγοί, ήξεραν να ψαρεύουν και έθαβαν τους νεκρούς τους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βασιλείου Αναστάσιος

 

 

 

Βασιλείου Αναστάσιος

Βασιλείου Αναστάσιος

Αρχίατρος του ελληνικού στρατού, αδελφός του Ιωάννη Βασιλείου που έπεσε το 1867 κατά την Κρητική επανάσταση. Γεννήθηκε στο Κρανίδι το 1827. Από νωρίς πήγε στην Αθήνα όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του, έχοντας ως δάσκαλο τον Γεννάδιο.* Μόλις είκοσι χρόνων τέλειωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ, ενώ παράλληλα προσελήφθη στον στρατό ως δόκιμος γιατρός, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών.  Όλη του η ζωή συνοψίζεται σε τρεις απαράβατους κανόνες. Εργασία, μελέτη, καθήκον. Πέρα από τις ιατρικές του γνώσεις, ο Αναστάσιος Βασιλείου, υπήρξε άριστος φιλόλογος και γνώστης ευρύτατων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Λόγω ακριβώς αυτών των γνώσεων αλλά και λόγω της ευφράδειας που τον χαρακτήριζε, του δόθηκε το προσωνύμιο φιλόσοφος ιατρός.  

Υπήρξε ευγενής και προσηνής προς τους ασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πατρική αγάπη και φροντίδα. Ως γιατρός εργάστηκε ακούραστα και ενεργητικά. Φρόντιζε και προέβλεπε τις ανάγκες την υπηρεσίας προσφέροντας στους υφισταμένους του αγάπη και ενδιαφέρον. Οι συνεργάτες του, τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν πολύ. Επεδίωκαν να μην εκτεθούν – επ᾽ ουδενί- απέναντί του για ολιγωρία, ανυπακοή ή κακή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Πάντως, όσο καλή και ευγενική ήταν η συμπεριφορά του προς τους υφισταμένους του, τόσο αυστηρή γινόταν αν έπεφτε στην αντίληψη του κάποια παράβαση ή αδιαφορία προς τους ασθενείς.

 

Ο Αναστάσιος Βασιλείου, στα σαράντα χρόνια που υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό, ελάχιστο χρόνο έμεινε στην Αθήνα, γιατί ο χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε πλάγιες συμπεριφορές ή παρασκηνιακές κινήσεις. Αυτό το προνόμιο είχαν όσοι ήταν αρεστοί στους πολιτικούς ή διέθεταν κάποια άλλα μέσα.

 

Μολονότι, ως επιστήμων υπήρξε άριστος, ως άνθρωπος ήταν μετριοπαθής και εγκρατής. Ήταν τόση η σεμνότητα του, ώστε όταν του προτάθηκε θέση Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – και όχι μία φορά- αρνήθηκε ισχυριζόμενος ότι « Τοιαύτα αξιώματα δέον να ώσιν εμπεπιστευμένα μόνον εις τους υπερόχους  πρυτάνεις της επιστήμης».

 

Πέρα από την επιστημοσύνη του ο Αναστ. Βασιλείου και στην ιδιωτική του ζωή, έδειξε άπειρα χαρίσματα άμεμπτης συμπεριφοράς. Υπήρξε αγαθός, δίκαιος, φιλάνθρωπος και απολύτως  έντιμος. Πέθανε στην Αθήνα το 1889 σε ηλικία 62 ετών.

 

 

Υποσημειώση

 

 

* Ο Ηπειρώτης λόγιος και δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος γεννήθηκε το 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης. Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής. Μετά τη γέννηση του γιου της και το θάνατο του συζύγου της, η Σωσάννα επέστρεψε στην Ήπειρο, όπου ο Γεννάδιος έμαθε τα πρώτα του γράμματα.

 

Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.


Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.

Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής. Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας». Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave)


Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».
Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.


Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα. Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.


Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου.

 

Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο. Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

 

  

 

Χριστοπούλου Μαριάννα

 

 

Πηγές

 

 

  • Ετήσιον Ημερολόγιον Χρονογραφικόν, Φιλολογικόν και Γελοιογραφικόν του έτους 1890. Κωνστ. Φ. Σκόκου. Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1890.    
  • Χριστοπούλου Μαριάννα, «Γεώργιος Γεννάδιος», 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος.

Read Full Post »

Λαϊκή Ιατρική στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

Τις αρρώστιες τις έστελνε ο Θεός κι ανάβανε τα καντήλια, για να τους κάνει καλά. Και περνούσανε κατ’ απ’ τον Επιτάφιο οι άρρωστοι και τα μικρά, για υγεία. Παίρνανε και λουλούδια και κεριά απ’ τον Επιτάφιο. Τα κεριά τ’ ανάβανε όταν βρόνταγε και άστραφτε και στο καράβι, αν έχει τρικυμία. Τα λουλούδια τα καίγανε και λιβανίζανε τον ματιασμένο και το πρόσωπο, όταν πρηζότανε. Λέγανε τότε ότι είχε ανεμοπύρωμα, κι αυτό ήτανε αγερικό. Τ’ ανεμοπύρωμα το στέλνανε οι νεράιδες.

Παλιά, όσους είχανε ευλογιά, τους κλείνανε στα σπίτια και δεν αφήνανε κανένα να τους δει. Απ’ τα παράθυρα τους δίνανε ψωμί, φαΐ και μετά τους επήγανε στον Προφήτη Ελισσαίο, ένα ερημοκκλήσι έξω και τους κλείσανε μέσα. Κι ήσανε ‘κει οι συγγενείς και τους περιποιούσανε, αλλά για λίγο καιρό. Μετά είπανε ότι ο Προφήτης Ελισσαίος έδιωξε την αρρώστια.

Όταν ένα μωρό είχε σιδρωστιές από κάτω στον λαιμό, γιατί με το σήκωμα τ’ απότομο του ‘πεφταν οι σιδρωστιές κι έκλαιγε πολύ το παιδί, το ‘παιρνε μια πραχτική, του σταύρωνε τα χέρια πίσω, τα πόδια, και το κυλούσε στο κρεβάτι, το τύλιγε με φασκιά και γινότανε καλά.

Βότανα βράζουνε μέχρι τώρα. Είν’ ένας απ’ την Τσακωνιά που τα κάνει αυτά. Και χέρια, πόδια, που σπάζουνε, τα δένει με μαλλί άπλυτο, με χαρτόνι, δεν βάζει γύψο και πιάνει το κόκαλο. Πολλοί εδώ δεν θέλουνε τους γιατρούς. Να, η μάνα μου, που ‘σπασε το πόδι της και δεν ήθελε να πάει σε γιατρό. Πήγε σε πραχτικό. Κι αυτός βράζει διάφορα βότανα.

 

Παλιά, παθαίνανε πολύ κοιλιακά, δηλητηρίαση. Και πέθαιναν από τους πόνους στην κοιλιά. Και πίνανε πολύ χαμόμηλο τότε. Βράζανε και χαμομήλι με λάδι, το σουρώνανε και το είχανε για εντριβή, που πιανόντουσαν που σηκώνανε τα βαρέλια στην πλάτη και φέρνανε νερό. Όταν κρυολογούσανε, βάζανε καταπλάσματα από πίτουρο.

Στις αμυγδαλές, όταν αρρώσταινε κανένας, βάζανε ζάχαρη, σ’ ένα μαντίλι, του ανοίγανε το στόμα και βάζανε το μαντίλι εκεί μέσα, το πιέζανε με τα δάχτυλα, έσκαζαν οι αμυγδαλές κι έβγαινε το πύον. Ήσανε κάτι ειδικές γι’ αυτό, που ξέρανε. Όταν πρηζόντουσαν, φωνά­ζανε τον παπά για να τους περάσει ευχή και να ξορκίσει το κακό, γιατί το πρήξιμο το λέγανε δαιμονικό. Κι έψελνε ο παπάς ευχέλαιο, περ­νούσε ευχή κι ακουμπούσε τον σταυρό πάνω στο κεφάλι. Μάγια, ξόρκια δεν κάνανε.

Είχανε τα βότανα απ’ το βουνό· τη ρίγανη, ας πούμε, τη μολόχα. Παίρνανε απ’ την τριανταφυλλιά την απριλιάτικη τα φύλλα του λου­λουδιού, τα ξεραίνανε, τ’ ανακατεύανε με μολόχα κι όταν το ‘βραζες, αυτό ήτανε ευκοίλιο.

Τα φάρμακα τους, παλιά, ήσανε οινόπνευμα και καμιά πλακίτσα καμφορά.

Είχανε και βεντούζες. Ήσανε ποτήρια του κρασιού, ή, παλαιά, κάτι φούσκες και βάζαν’ ένα δίφραγκο· παλιά, το λέγανε δεκάρα. Κι είχανε πανί ψιλό, τουλουπάνι, βάζανε μέσα το δίφραγκο, το σουρώνανε και το δένανε με κλωστή κι απάνου αφήνανε μια φουντίτσα. Και το κόβανε κι αφήνανε τη φουντίτσα και την ανάβανε, το βά­ζανε στο κρέας του ανθρώπου, έσβηνε και σήκωνε τη φουσκάλα. Κάνανε και έμπλαστρα. Βάζανε χαρτί μπλε, έπαιρναν απ’ τον πεύκο ρετσίνι και το ραντίζανε με τουλπάνι και το κολλάγανε πάνω στο κρέας.

Όταν πονούσε η κοιλιά, λέγανε ότι είχε ξεστρίψει ο αφαλός, γι’ αυτό είχε μεγάλο πόνο. Και πήγαιναν κάποιοι ειδικοί και τον γυρίζανε με το δάχτυλο. Άμα γινότανε απόστεμα, δεν τ’ ανοίγανε μόνοι τους. Όλο με ζεστά, με καταπλάσματα, με λιναρόσπορο. Με τα ζε­στά, ή διέλυε ή άνοιγε και έβγαιναν κάτι ξερά, μαύρες τα λέγανε.

 

Όταν πρηζόντουσαν κάτω απ’ το λαιμό, βάζανε κατάπλασμα. Κρεμμύδι ψητό, το λιώνανε με αλάτι, βάζανε και λουκούμι, και άνοι­γε. Είχανε και τσιρέτο. Άμα βγάζανε το κακό σπυρί, πεθαίνανε. Άμα βγάζανε καλόγερο, βάζανε μαλαχτικα, ζεστά. Ζεστά πίνανε για τον βήχα. Για την ελονοσία, τις θέρμες που λέμε, είχανε κινίνο. Και μερικοί που ξέρανε, φτιάνανε ένα πράμα σαν μελάνι. Κι ο πατέρας μου είχε ελονοσία κι είχε πάρει τέτοιο μελάνι και του είχε γίνει μέσα το στόμα κατάμαυρο. Η επιληψία δεν έφευγε. Όταν τον έπιανε τον άνθρωπο, του τρίβανε τα χέρια, το κεφάλι. Για τη χρυσή, ήτανε μια ‘δω πέρα που ήξερε. Έκοβε ένα κομματά­κι κρέας από τα χείλη, από μέσα, και τους έδινε κάτι χαπάκια κίτρι­να, που τα ‘φτιανε μόνη της, και περνούσε η χρυσή. Όταν έπιανε η ιλαρά τα παιδιά, όλο γλυκά τους δίνανε. Στις μαγουλάδες βάζανε ‘κει που ‘χε πρηστεί ζεστά και μετά τ’ αλείφανε με κατράμι και το μαυρίζανε για να ψοφήσει ο πόνος. Όταν είχανε κοκκύτη, τους δίνανε ζεστά και τα πηγαίνανε στη θάλασσα για να φύγει. Κι άμα μπορούσανε και κάνανε ένα ταξιδάκι με καραβάκι, ακόμα καλύτερα.

Άμα πονούσε το αυτί, ρίχνανε μια σταγόνα λάδι απ’ το καντήλι ή κανένα κεροπάνι. Είναι πανί άσπρο, το βουτούσανε στο κερί, στέγνωνε, το κάνανε σαν χωνί και βάζανε το φαρδύ μέρος στο αυτί και ανάβανε τη μύτη του χωνιού. Κι από τη ζεστασιά, ή θα ‘σκαζε τ’ αυ­τί ή θα ξεθύμαινε και θα γινότανε καλά σιγά σιγά. Οι άρρωστοι τρώγανε καμιά σούπα, καμιά χυλοπίτα, γάλα απ’ τα ζωντανά· δεν είχανε και πολλά πράματα τότε. Στα μωρά, άμα δεν κοιμόντουσαν, πολλοί τους δίνανε κούπζες, δηλαδή αυτό τ’ αφιόνι από τις παπαρούνες· το βράζανε και τους το δίνανε με ζάχαρη. Αλλά και πολλοί φοβόντουσαν και δεν τους δίνα­νε.

 

Κτηνιατρική

 

 

Από ζώα, δώθε, πιο πολύ, είχανε άλογα. Κι όταν τα ‘πιανε η κοιλιά, τα φέρνανε στην εκκλησία απέξω και τα φέρνανε τρεις φορές γύ­ρω. Στον Άη Γιώργη, γιατ’ ήτανε κι αυτός καβαλάρης. Και τους βά­ζανε τηγάνια ζεστά στην κοιλιά ή τους ανάβανε φωτιά από κάτου. Κι όταν τα έπιανε ξεροσαγκαή ή αμυγδαλές, βράζανε κριθάρι, κι όπως ήτανε ζεστό, τους το βάζανε σ’ ένα ντορβά και τους το κρεμάγανε στο λαιμό και τους πήγαινε το άχνος, έσπαγαν οι αμυγδαλές κι έβγαζαν, όπως ο άνθρωπος, βρόμες. Κι όταν τους πονούσε η κοιλιά, τα τρέχα­νε.

Οι κότες, άμα δεν πίνανε νερό, βγάζανε την πιπίτα (=κόρυζα). Κι αυτό, όταν διψάνε πολύ οι άνθρωποι, το λένε: «Θα βγάλω την πιπί­τα». Και βγάζανε οι κότες ένα κοκαλάκι στη γλώσσα. Ήσανε κάτι ειδικοί και πηγαίνανε, τους ανοίγανε το στόμα και τους το βγάζανε.

Πιάνανε και ψείρες, τις κοτόψειρες, και ξυνόντουσαν, αλλά αυ­τές δεν έρχονται στον άνθρωπο. Παθαίνανε και τη χολέρα που λέμε και μαραζώνουν, μαυρίζει το λειρί και ψοφάνε. Αυτό είναι κολλητι­κό και μπορούσες να χάσεις σε μια βδομάδα, ξέρω ‘γω, τριάντα κό­τες, γιατί δε μπορούσες να κάνεις τίποτε. Βγάζανε τις άρρωστες απ’ το κοτέτσι και τις δένανε κάπου μακριά, για να μη μολύνουν τις άλ­λες.

Οι γίδες παθαίνανε κλαμπάτσα και πρηζόντουσαν οι κοιλιές τους.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Ελένη Μανιάτη, ετών 84, απόφοιτη Τρίτης Δημοτικού.

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

 

Read Full Post »

Πρωτοπαπάς Αργυρός

 

 

 

Διδάκτωρ Αγγλικής Γλώσσας – Ποιητής. Ο Αργυρός Πρωτοπαπάς κατάγεται από το Κρανίδι Αργολίδας, από οικογένεια ναυτικών και καραβοκύρηδων του 19ου αιώνα, με παλαιότερες ρίζες στα νησιά του Αιγαίου.  Είναι  εκπαιδευτικός Αγγλικής Γλώσσας και Διδάκτωρ Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η διατριβή του είναι πάνω στο ποιητικό γλωσσικό ιδίωμα και τη γνωσιολογία (epistemology) του Άγγλου Ρομαντικού P.B. Shelley. Είναι επίσης κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου Master of Arts του Πανεπιστημίου του Southampton (U.K.), με θέμα τη σχέση Ρομαντισμού, Μοντερνισμού και Μεταμοντερνισμού και τις μεταπολεμικές πολιτισμικές θεωρίες. Υπήρξε ερευνητής στον πολιτισμό και την ποιητική έκφραση της Ρομαντικής περιόδου με υποτροφία της Βρεταν. Ακαδημίας και Λέκτορας Αγγλικής Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (1990-1996). Δίδαξε, κυρίως, τους Ρομαντικούς ποιητές και, παράλληλα, Shakespeare και T.S. Eliot.* Επίσης δίδαξε Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο Westminster, στο Λονδίνο. Έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις και κριτικά δοκίμια σχετικά με το έργο των Shelley και Byron, W. B. Yeats και T. S Eliot, αλλά και προσωπικό ποιητικό έργο.

 

Η ποίηση του ανέβηκε επανειλημμένα, σε μουσική Rio Graebner, στο Turner Sims Conoert Hall, στο Southampton. Γράφει και στις δύο γλώσσες, με ποιητικές συλλογές που καλύπτουν διάφορες χρονικές περιόδους, όπως: Του Γλυκού Φλεβάρη (1966-76), Εγκλωβισμένοι (1969-79), Η Ερμηνεία των Ανοίξεων (1980-87), Φάος (1983-90), The Bassett Notebook of Occasional Verse (1988-95), Οδυσσεύς Άναξ (1995-99), Ελύμνια Σίβυλλα (1999-2003), To Απόλυτο κι Άφθαρτο (2004-07), ενώ δύο ακόμα ποιητικές συλλογές βρίσκονται σε εξέλιξη: Lost Arion (2004- ) και το Δάσος με τις Ζωγραφιές (2007-).

 

Τα ενδιαφέροντά του βρίσκονται, αφ’ ενός, στην περιοχή μεταξύ λογοτεχνίας και φιλοσοφίας και, αφ’ ετέρου, λογοτεχνίας, πολιτισμού και κοινωνικών επιστημών, αφού είναι επίσης πτυχιούχος της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 2004-5 ανέλαβε τη θέση του Εθνικού Εκπροσώπου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε θέματα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (CEDEFOP). Από το 2006 είναι αποσπασμένος, από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου τα διδακτικά του αντικείμενα περιλαμβάνουν γλωσσικά θέματα, τη λογοτεχνική μετάφραση και την θεωρία και γνωσιολογία της ποιητικής σύνθεσης.

 

 

Υποσημείωση

* Eliot Thomas Stearns

 

Γεννήθηκε στον Άγιο Λουδοβίκο του Μισσούρι το 1888 από πουριτανή αριστοκρατική οικογένεια διαπρεπών επιστημόνων και ανατράφηκε με τις αρχές του παππού του που ήταν θεολόγος. Σπούδασε στην Ακαδημία Σμιθ της Μασσαχουσέτης, βραβεύτηκε με χρυσό μετάλιο στα λατινικά από την Milton Academy. Σπούδασε τέσσερις γλώσσες: ελληνικά, λατινικά, γαλλικά, γερμανικά και συνάμα μεσαιωνική ιστορία, συγκριτική φιλολογία και ιστορία νεώτερης φιλοσοφίας. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα φιλοσοφίας στο Χάρβαρντ από τον Μπ. Ράσελ, το 1914 καθώς και σανσκριτική και νεώτερη ινδική φιλοσοφία. Γνώστης της γαλλικής φιλολογίας επιδόθηκε στην ποίηση. Το 1915 ο Έλιοτ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο παραδίνοντας μαθήματα σε σχολεία και αργότερα διορίστηκε στη Lloyd’ s Bank του Λονδίνου όπου εργάστηκε οχτώ χρόνια. Η ποίηση του κατατάσσεται σε πέντε περιόδους. Η πρώτη περίοδος (1909-1919) περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Το τραγούδι της αγάπης του Άλφρεντ Προύλφροκ», «Το πορτραίτο μιας κυρίας», «Πρελούδια», κ.ά. Η δεύτερη περίοδος (1920-1925) περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Γερόντιον», «Ιπποπόταμος», «Η έρημη χώρα», κ.ά. Στην τρίτη περίοδο ανήκουν «Οι άδειοι άνθρωποι», ενώ στην τέταρτη περίοδο (1927-1934) περιλαμβάνονται τα ποιήματα: «Το ταξίδι των Μάγων», «Ένα τραγούδι για τον Συμεών», «Animula», «Βράχος», κ.ά. Στην πέμπτη περίοδο (1935-1942) ανήκουν τα «Τέσσερα κουαρτέτα». Τα θεατρικά του έργα είναι τα «Φονικό στην εκκλησιά» («Murder in the cathedral»), «Sweeny Agonistes», «Κοκτέιλ πάρτυ» κ.ά. Ως δημοσιογράφος και κριτικός έδωσε αξιόλογα δείγματα. Από το 1922 που ήταν εκδότης του περιοδικού «Κριτήριον» σκοπό είχε να δημιουργήσει μια θέση για τις νέες τάσεις της λογοτεχνίας και την κριτική. Στα δοκίμια και τις μελέτες ανήκουν: «Η παράδοση και το ατομικό ταλέντο», 1919, «Η χρήση της ποίησης και η χρήση της κριτικής», 1933, «Σημειώσεις για τον ορισμό της κουλτούρας», 1948, «Ποίηση και δράμα», 1951, κ.ά. Το 1948 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στις 4 Ιανουαρίου 1965.

 

 

Πηγή

 

  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Read Full Post »

Πάσχα στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

 

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Το Σάββατο του Λαζάρου φτιάνανε οι γονείς στα παιδιά Λάζαρο με πουκάμισο, με γραβάτα κόκκινη και κόκκινο σκουφάκι. Του βάζανε και κίτρινα λουλούδια, τα λούλετ Σεν Λάζαρι (=λουλούδια του Άγιου Λάζαρου). Και τα παιδιά τον βάζανε σε δύο ξύλα και τον γυρνούσανε στα σπίτια και λέγανε το τραγουδάκι και του δίνανε αυγό άσπρο και στραγάλια, τέτοια. Οι παλιές φτιάνανε και κουλούρια, λαζαρούδια, με τρύπα στη μέση. Την Κυριακή των Βαΐων, ρίχνανε βάγια χάμω στην εκκλησία. Ο παπάς μετά έδινε φυλλαράκια βάγια και τα βάζανε στις εικόνες. Τα ρίχνανε στη φακή και γινότανε ωραία, αλλά και λιβανίζανε μ’ αυτά τις λεχώνες, τους ματιασμένους. Πλέχανε και σταυρούς με βάγια, δύο κλώνους εκεί, και τους σιάχνανε σταυρό.

 

Όλη τη Σαρακοστή κάνανε ευχέλαια. Τη Μεγάλη Τετάρτη πιάνα­νε μπροζύμι και τη Μεγάλη Πέμπτη φτιάνανε το προσκόμιδο που θα πηγαίνανε στην εκκλησία για το Μεγάλο Σάββατο, γιατί τη Μεγάλη Παρασκευή δε δίνανε ούτε αντίδερο, ούτε τίποτα. Και κρατούσανε το μπροζύμι της Μεγάλης Πέμπτης και το είχανε όλο το χρόνο και ήτανε καλό το μπροζύμι αυτό, γιατ’ ήτανε της Μεγάλης Πέμπτης. Και τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ βάζανε στον σταυρό μπροζύμι και μια μποτίλια νερό. Μέχρι τώρα το κάνουν αυτό. Το μπροζύμι το φτιάνουν με σκέτο αλεύρι και φούσκωνε και γι­νότανε ως εκεί πάνω. Το νερό το είχανε σαν αγιασμό. Και καθόντου­σαν το βράδυ και φιλάγανε τον Χριστό και λέγανε:

 

Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερις μαύρη μέρα.

Σήμερις όλοι θλί­βονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερις έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυ­λιά, οι τρισκατηραμένοι.

 

Τον Ιησού τον πιάσανε και τον χαλκιά τον πάνε:

Χαλκιά, χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία πηρούνια.

Τα δυό βάλ ‘ τα στα χέρια τον, τα άλλα δυό στα πόδια,

το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε μοναχή της,

γιατί πολύ λυπήθηκε για το Μονογενή Της.

Αυτό το λέγανε και στην εκκλησία και στα σπίτια, έτσι πένθιμα.

 

Τη Μεγάλη Πέμπτη τότες, παλιά, δε φτιάνανε τσουρέκια. Φτιάνανε κουλούρια, τα κάνανε στρογγυλά και τους βάζανε το μπροζύμι σταυρό επάνου και βάζανε στη μέση ένα κόκκινο αυγό και τα είχανε έτοιμα για την Ανάσταση. Και τα τσιμπούσανε γύρω γύρω με το ψα­λίδι, για να γίνει όπως το αγκάθινο στεφάνι. Και ήσανε ψωμί τα κου­λούρια, δεν ήσανε γλυκά. Μπροζύμι.

Βάφανε και τ’ αυγά κόκκινα και τα είχαν’ έτοιμα, γιατί τη Μεγά­λη Παρασκευή δεν τρώγανε ούτε ψωμί. Μαχαίρι δεν βάζανε στο τρα­πέζι. Τρώγανε μαρούλι με ξίδι, τέτοια πράματα. Και καθόλου δεν τρώγανε! Το βράδυ πια. Τ’ αυγά τα βάφανε κόκκινα, όπως το αίμα τον Χριστού. Και το βράδυ στην εκκλησία, στο έκτο ευαγγέλιο, βγάζανε το Χρι­στό. Και λένε ότι τη Μεγάλη Πέμπτη βγαίνανε οι πεθαμένοι απ’ τον Κάτω Κόσμο και μένανε σαράντα ημέρες έξω. Είχανε και στεφάνια, λουλούδια, και τα πηγαίνανε στον Χριστό.

 

Επιτάφιος

 

Τον Επιτάφιο, τον στολίζανε τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, με λουλούδια, κορδέλες, φαναράκια, λαμπάδες στις γωνίες. Το απόγευμα γινότανε η Αποκαθήλωση και πηγαίνανε ντυμένοι ο κόσμος με τα καλά τους, παιδιά, γέροι, νέοι, γριές, όλοι, και γινότανε η Αποκαθήλωση. Και τον έπαιρνε ο παπάς το Χριστό και τον έβαζε στο σεντό­νι, τον τύλιγε και τον έβαζε στην Αγία Τράπεζα. Το βράδυ γινότανε ο ενταφιασμός. Τον Επιτάφιο τον βγάζανε έξω, σημαίναιναν οι καμπάνες, τον γυρίζουν στο χωριό και τον ξανα­φέρνουν πίσω. Τον κρατάνε τέσσερις στην πόρτα της εκκλησίας και τότε περνάει όλος ο κόσμος από κάτω. Πίσω είναι ο παπάς, οι ψάλ­τες, και ψέλνουνε. Και τα παιδιά και τα κορίτσια λένε κι αυτά ψαλμωδίες. Τα κεριά και τα λουλούδια του Επιταφίου δεν κάνει να τα πά­ρουν από τον Επιτάφιο. Αυτά τα πετάει ο παπάς το Μεγάλο Σάββατο το πρωί, που λέει το «Ανάστα ο Θεός!». Τα έχει σ’ ένα πανέρι και τα πετάει και τα πιάνει ο κόσμος. Τα παίρνουνε στο σπίτι για φυλαχτό. Τα βάζουνε στις ει­κόνες, κι όταν τα χρειαστούν, τα βάζουνε στα κάρβουνα και λιβανίζουνε. Το κερί του Επιταφίου το ανάβουνε και στη στεριά και στη θάλασσα. Όταν έχει βροντές, αστραπές, κύματα, τ’ ανάβουνε, κι έτσι ησυχάζει η βροντή και η αστραπή κι ο κεραυνός.

Τη Μεγάλη Παρασκευή φτιάνουνε και τα παιδιά επιτάφιο. Παίρνανε μία πίτα από φραγκόσυκα (κομμάτι του πράσινου κορμού του κάκτου), βάζανε δύο ξυλαράκια που λυγίζανε και τα μπήγανε σταυ­ρωτά στην πίτα. Σταυρώνανε τα ξυλαράκια, πάνω έκαναν σταυρό, όπως το ‘βλεπες, ή βάζανε και τέσσερα ξυλαράκια όρθια, για να γίνει τετράγωνο, όπως ο Επιτάφιος της εκκλησίας. Στη μέση κάνανε μια τρύπα κι εκεί βάζανε ένα κουτί της βερνίκης, αυτό το σιδερένιο, το στρογγυλό, με καρβουνάκι και λιβάνι. Και βάζανε λουλουδάκια στα ξυλάκια και γυρνούσανε τα σπίτια και λέγανε «Η Ζωή εν Τάφω» και «Παναγία Δέσποινα φύλαξε τους δούλους Σου, να γελάσει ο Χρι­στός και να σκάσει ο πειρασμός». Αυτή την ημέρα πηγαίνανε και στα ξωκλήσια κι ανάβανε τα καντήλια. Μετά τον εσπερινό, γυρνούσανε όλες τις εκκλησίες και βλέπανε τους επιτάφιους, ποιος ήτανε πιο ωραίος.

 

Λαμπρή

 

Το Μεγάλο Σάββατο φτιάνουνε τα κουλούρια της Λαμπρής, αν δεν τα έχουνε φτιάξει τη Μεγάλη Πέμπτη. Σφάζουνε τ’ αρνιά, ετοι­μάζουν τη μαγειρίτσα. Και το βράδυ πηγαίνανε στην εκκλησία οι οι­κογένειες. Στις δώδεκα, έλεγε ο παπάς το Χριστός Ανέστη και πε­τούσανε τρίγωνα, βεγγαλικά, τρακατρούκες, βαρελότα. Αγκαλιαζό­ντουσαν ο παπάς με τους επιτρόπους κι ο κόσμος. Μετά, γυρίζανε στα σπίτια τους και φέρνανε τις λαμπάδες αναμμένες και πριν μπού­νε, κάνουνε σταυρό μαύρο με τη λαμπάδα πάνω στην πόρτα. Το φως της Αναστάσεως το φέρνανε μέσα στο σπίτι για ν’ ανάβουν το καντήλι και να ‘μενε αναμμένο σαράντα μέρες. Το κερί της Αναστάσεως το είχανε όλο τον χρόνο κι ανάβανε το καντήλι. Τρώγανε τη μαγειρίτσα, διασκεδάζανε. Την Κυριακή του Πάσχα και σούβλα φτιάνανε, και το κρέας μαγειρεμένο το είχανε, και μαγειρίτσα τρώγανε. Αλλά, πιο πολύ, το κρέας το κάνανε σούπες, γιατ’ ήσανε απ’ τη νηστεία. Οι τσοπαναραίοι φτιάνανε τραχανάδες. Διασκεδάζανε, χορεύανε, τραγουδάγανε, ρίχνανε και βαρελότα. Οι αρραβωνιασμένοι πηγαίνανε στην πεθερά την κουλούρα και αυγά κόκκινα.

 

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Το απόγευμα είχανε τον εσπερινό της αγάπης. Πηγαίνανε στην εκκλησία, λέγανε τα ευαγγέλια και μετά, απέξω από μια εκκλησία, εί­χανε τον Γιούδα (Ιούδα). Γεμίζανε άχερο ένα ύφασμα, το ράβανε, του βάζανε χέρια, πόδια και τον είχανε ‘κει. Και του βάζανε φωτιά και τον καίγανε. 

Τη Δευτέρα του Πάσχα πηγαίνανε το πρωί στην εκκλησία με τα καλά τους. Και το μεσημέρι κάνανε το κρέας στον φούρνο. Ανάβανε όλοι τους φούρνους και ψήνανε το φαΐ. Κι ήτανε μεγάλη γιορτή κεί­νη την ημέρα, γιατί, τις πιο πολλές φορές, τότε πέφτει του Αγίου Γιωργιού. Κάνανε περιφορά της εικόνας· τα πρώτα χρόνια, όχι σ’ όλο το χωριό, εκεί γύρω στην εκκλησία. Οι βοσκοί σφάζανε αρνί, το αγιογιωργίτικο, και πανηγυρίζανε. Μεγάλο πανηγύρι αυτή την ημέρα γίνεται στα Δίδυμα, πο ‘χουν εκκλησία μέσα σε σπηλιά. Κι είχανε μυτζήθρες, ψητά, χορεύανε, τραγουδούσανε.

 

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

Read Full Post »

Απόκριες στο Κρανίδι

 

Τελώνου και Φαρισαίου ανοίγει το Τριώδιο. Κι αρχίζανε τα μα­σκαρέματα. Την πρώτη Κυριακή των νηστειών, λέγανε: οι μικροί μα­σκαράδες. Τη δεύτερη λέγανε: πιο μεγάλοι μασκαράδες, αλλά τη λέ­γανε και Κρεατινή. Την τρίτη τη λέγανε: οι μεγάλοι μασκαράδες, και Τυρινή.

Την πρώτη Κυριακή φτιάνανε τότες πουπέκι ή γαλόπιτα, που λέ­με (γαλακτομπούρεκο). Ήτανε απαραίτητο. Ανοίγανε φύλλα ντό­πια οι γυναίκες δώθε. Τρώγανε κρέατα, ψάρια. Καμιά φορά φτιάνανε και κουραμπιέδες, με αλεύρι σταρένιο, με ζάχαρη. Ήτανε πιο ωραίοι. Αλλά και τα χρόνια τότες ήσανε πιο ωραία. Ανοίγανε τα σπίτια τους, τα χαιρόντουσαν με τα παιδιά τους. Ντυνόντουσαν τα παιδιά, τα κορίτσια τους μασκαρίνες και πηγαίνανε παντού.

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Απόκριες στο Κρανίδι 1959

Την Κρεατίνη τη λέγανε και άρτσι βούρτσι. Αυτή την εβδομάδα σφάζανε και αρνάκια και γουρουνάκια, απ’ όλα τρώγανε αυτές τις ημέρες. Γιατί τότε τα σπίτια είχανε τέτοια πράματα. Κάθε σπίτι είχε τις γίδες του, τις κότες του. Γλεντάγανε τότες ο κόσμος. Την Τσικνοπέμπτη φτιάνανε χοιρινά, τα τσιγγαρίζανε στο τηγάνι και τρώγανε. Κάνανε και χορούς, συρτούς, καλαματιανούς.

 

 

Το ψυχοσάββατο φτιάνανε στάρι (κόλλυβα) και το πηγαίνανε στον παπά μ’ ένα χαρτάκι με τα ονόματα και τα έλεγε στη λειτουργία. Πηγαίνανε στο νεκροταφείο, στους δικούς τους και τους ανάβανε το καντηλάκι. Τώρα δεν πολυπάνε. Και δεν κάναμε ράψιμο εκείνη την ημέρα, γιατί λέγανε ότι τους ράβαμε τα μάτια. Ούτε πλύσιμο, γιατί πήγαινε νερό στους πεθαμέ­νους. Κάναμε δουλειές που ‘τανε να τρώγαμε.

Τα ψυχοσάββατα της Τυρινής δεν σιάχνανε κόλλυβα, ούτε στην εκκλησία πηγαίνανε. Αυτή την εβδομάδα δεν τρώγανε κρέας. Τρώγανε γαλατερά, τυρί, πουπέκι (γαλακτομπούρεκο), μακαρόνια, τέτοια πράγματα. Κι όλες αυτές τις ημέρες γινόντουσαν μασκαρέματα, με κουδούνια και ειδών – ειδών στολές.

Την πρώτη Κυριακή των νηστειών μασκαρευόντουσαν πιο πολύ τα παιδιά. Τις άλλες δυο βδομάδες, και οι νέοι, οι κοπέλες. Τα μικρά παιδιά (=αγόρια) ντυνόντουσαν βλαχάκια (= τσολιαδάκια) και τα κο­ριτσάκια βλαχούλες, με φλουριά γιουρντιά. Και μαζευόντουσαν όλα μαζί, μπουλούκια. Μπροστά πηγαίνανε οι βλαχούλες και πίσω τα βλαχάκια και γυρνούσανε όλο το χωριό.

Τα παλικάρια ντυνόντουσαν απάχηδες πιο πολύ. Φορούσανε μπλε παντελόνι, που ‘χε στα πλάγια μια λουρίδα κόκκινη, από πάνω μέχρι κάτω, άσπρο πουκάμισο και στα μάτια μαύρη μάσκα. Στο λαιμό φορούσανε μαντίλι μεταξωτό. Αυτά τα μαντίλια τα φέρνανε οι σφουγγαράδες, οι ναυτικοί, από την Μπαρμπαριά. Κι όποιος θα ντυνότανε απάχης ή είχε ή ζητούσε δανεικό. Κι ήσανε ωραία μαντίλια, πολύχρωμα, με κρόσια. Και κοιτάζανε ποιος θα είχε το πιο ωραίο μαντίλι. Τραγουδούσανε αυτοί απάχικα τρα­γούδια:

 

Στην παλαβή αποκριά όλοι, παιδιά, χαρείτε,

και μαγουλάκια κοριτσιών φιλάτε, σαν τα βρείτε.

Τα μπλου τα ναυτικά να μην τα βάλεις πια!

Θα τα βάνω να περάσω και τη γκόμενα να σκάσω!

Πάλι τα ‘βαλες, πάλι με μάρανες!…

Κλώσα τα πουλιά, δεν τα ‘βγαλες σωστά!

Σου ‘βαλα εικοσιένα και δεν μου ‘βγαλες κανένα!

 

Οι μεγάλοι φορούσανε όμως κι άλλα. Ντόμινα, καραμάνια, δηλαδή φουφούλες, φέσι κόκκινο, ό,τι βρί­σκανε. Και οι κοπέλες τα ίδια. Εγώ μια φορά ντύθηκα με παντελόνια. Κι άμα είχανε απλωμένα ρούχα, που τα ‘χανε πλύνει για να στε­γνώσουν, τα παίρνανε κι αυτά και μασκαρευόντουσαν. Γι’ αυτό τέ­τοιες μέρες, οι γυναίκες δεν πολυαπλώνανε.

Τότε είχανε και τις λύρζες. Όποιος είχε χώρο μπροστά στο σπίτι του, όχι μέσα στην αυλή, έξω στον δρόμο. Σε μερικά μέρη έχει άπλα. Κι εκεί, όποιος ήθελε κι ήτανε κοντά στο σπίτι του, άνοιγε λύρζα. Γέ­μιζε με τραπέζια, καρέκλες κι ερχότανε πολύς κόσμος και τα όργανα, οι βιολιτζήδες, οι λαουτιέρηδες, και χορεύανε, τραγουδούσαν και τρώγανε, πίνανε. Πληρώνανε αυτόν πο ‘χε τη λύρζα. Και τότες ήσανε πιο πολλοί οι μασκαράδες. Άλλοι κάνανε τα ζώα. Άλλος το γάιδαρο, με το σαμάρι από πάνω. Κι ένας, θυμάμαι, γείτονας ήτανε, έκανε τη γκαμήλα και φορούσε στο κεφάλι ένα πράμα σαν το κεφάλι της γκαμήλας. Κι είχ’ ένα στόμα τόοσο και τ’ ανοιγόκλεινε. Και μας κυνηγούσε, κι εμείς φοβόμαστον κι ερχόμαστον και κλεινόμαστον εδώ πάνω. Τη γκαμήλα την έφτιαχνε ο μπάρμπα Γιάννης ο Τραχιώτης. Άλλοι όμως ήσανε με φράγκικα, άλλοι με φουφούλες, κανονικά. Άλλοι, μεγάλοι άνθρωποι, ντυνόντουσαν βλάχζες (=βλαχούλες).

Παρέες από τη μια λύρζα πηγαίνανε στην άλλη να δουν τι κάνουν εκεί και πίνανε, τραγουδούσαν, χορεύανε. Και πάλι παρέες κοπέλες και παιδιά μπαίνανε μασκαρεμένοι στο σπίτι σου, ε, ήσανε και λίγο γνωστοί βέβαια, και χορεύανε, τραγουδούσαν και δεν μιλούσανε. Τους κερνούσε η νοικοκυρά και φεύγανε, και μετά σπάζανε τα κεφά­λια τους, ποιοι ήσανε, ποιοι ήσανε! Κι αυτοί τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια και λέγανε όμως:

Σε του- καλέ μου, το σπίτι που ‘ρθαμε,

σε του- το σπίτι που ‘ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει,

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλιους χρόνους να ζήσει!

 

Τις Κυριακές το βράδυ πηγαίναμε στους συγγενείς, τους φίλους, κι αρχινάγανε το χορό, το γλέντι. Και την τελευταία Κυριακή ερχό­ντουσαν κι οι γονείς και στρώναμε χάμω στο σπίτι, γιατί πού να βρί­σκαμε τραπέζια κείνο τον καιρό, κι αρχινάγαμε το χορό, το φαγοπό­τι. Και μετά οι πατεράδες μας τρώγανε από ‘κει κι εμείς τα κορίτσια πηγαίναμε απ’ τ’ άλλο δωμάτιο και χορεύαμε. Παίζαμε και το δα­χτυλίδι. Περνούσαμ’ ένα δαχτυλίδι σε μια κλωστή κι ερχόμαστον γύ­ρω γύρω. Και λέγαμε: Νά το, νά το το δαχτυλίδι! Πού ‘ν το, πού ‘ν το; Δεν θα το βρεις! Κι όποια τό ‘πιανε, τη βάζαμε, νομίζω, κάτι να πει, αλλά δε θυμάμαι, παιδάκι μου.

Βράζανε και αυγά σφιχτά, τα καθαρίζανε, τα δένανε σε κλωστή, τα βουτούσανε στο γιαούρτι κι αρχινάγανε και το γυρίζανε γύρω γύ­ρω, ποιος θα το ‘πιανε με το στόμα, χωρίς χέρια. Και πασαλειβόντουσαν κιόλας με το γιαούρτι.

Χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους. Και μερικοί χο­ρεύανε χασάπικο με το σπαθί. Κι ήσανε και μερικές γυναίκες που ξέ­ρανε. Και ξέρω ‘γω πώς το κάνανε και περνούσανε το σπαθί κάτω απ’ τα πόδια!

Την Καθαρή Δευτέρα, όποιος ήθελε, πήγαινε έξω, στου Κολκανάβη. Είν’ ένα μέρος στα περβόλια που φυτεύανε, παλιά, μαρούλια. Πήγαιναν εκεί και χορεύανε και τραγουδούσαν και τρώγανε νηστήσιμα: αχταπόδια, αστακούς, σουπιές, μαρούλια, κρεμμυδάκια. Η νηστεία άρχιζε από την Κυριακή το βράδυ, στις δώδεκα. Κι εκεί που τρώγανε στα συγγενικά σπίτι, λέγανε: Είναι δώδεκα; Και στις δώδεκα σταματούσανε.

Το Σάββατο της Αγίας Θοδώρας, είναι ψυχοσάββατο. Πάνε στην εκκλησία, φτιάνουν στάρι (=κόλλυβα) και πάνε ονόματα στην εκκλησία.

Φτιάναμε σπανακόπιτα, λαχανόπιτα – όχι με λάχανο, με χόρτα του βουνού, αρωματικά, καυκαλίθρες κι άλλα. Φτιάναμε και κολοκυθόπιτα. Τρίβαμε το κόκκινο κολοκύθι στον τρίφτη και βάζαμε μέ­σα ζάχαρη, σταφίδες, λάδι, ανοίγαμε φύλλα, τα βάζαμε στο ταψί με το τριμμένο κολοκύθι, το κόβαμε κομμάτια, το πετούσαμε στον φούρνο. Κι όταν το βγάζαμε, ρίχναμε και μέλι και το σερβίραμε. Αυτή την ημέρα, παλιά, οι κοπέλες βάζανε κόλλυβα κάτω απ’ το μαξιλάρι τους να δούνε τον καλό τους που θα πάρουνε.

Πάνε και στο νεκροταφείο και ψέλνουνε τρισάγιο.

Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως γινότανε η λειτουργία της Κυριακής και δίνανε λουλουδάκια και τα είχανε δεμένα ματσάκια. Τα παίρνουμε, τα βάζανε στις εικόνες, κι όταν τον άλλο χρόνο παίρνουν τα φρέσκα, καίνε τα παλιά. Τον Φλεβάρη, τον Κουτσοφλέβαρο, δεν τον είχανε για καλό μή­να, επειδή είναι κουτσός.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο της Σοφίας Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», σελ. 133-137, Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.   

 

 

 

 

Read Full Post »

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770 – 1822)

 

 

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770 – 1822)

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770 – 1822)

Γεννήθηκε  στο Κρανίδι το 1770.   Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Κρέστας. Είχε βαπτισθεί με το όνομα Αλέξανδρος. Από παιδί υπήρξε ευφυής και είχε ιδιαίτερη κλίση προς την θρησκεία. Αυτός ήταν και ο λόγος που ως πρώτο δάσκαλό του είχε κάποιον  ιερέα από το Κρανίδι. Δεκαπεντάχρονος έφυγε από το Κρανίδι και για μικρό διάστημα εργάστηκε κοντά σε κάποιον έμπορο στην Αίγινα. Ακολούθησε τον ηγούμενο της Μονής Πόρου, αρχιμανδρίτη Λεόντιο και παρέμεινε στην Μονή ως δόκιμος μοναχός. Μετά από μερικά χρόνια χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Δαμαλών διάκονος και έλαβε το όνομα Αρσένιος. Κατόπιν έγινε ιερέας και επανήλθε στο Κρανίδι όπου διορίστηκε εφημέριος και δάσκαλος.

 

Μετά από λίγο καιρό έγινε ηγούμενος της Μονής Κοιλάδας. Με δαπάνες των  Μονών Κοιλάδας και Αγίων Αναργύρων αλλά και την αρωγή Κρανιδιωτών, φοίτησε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, όπου έλαβε ανώτερη μόρφωση. Κατά την διάρκεια των σπουδών του διακρίθηκε μεταξύ των συμμαθητών του και έγινε έγκριτος λόγιος. Τον διέκρινε η φιλοπατρία, το φιλελεύθερο πνεύμα και η ανδρεία. Μυήθηκε στη Φιλική εταιρία. Με την έκρηξη της επανάστασης ανεδείχθη από τον λαό, τους προκρίτους και τους εφόρους όλης της περιοχής αλλά και από την Διοίκηση των Σπετσών (Καγκελαρία)  οπλαρχηγός του Κρανιδίου και αρχηγός της Επιδαύρου και της Ερμιονίδας (Κάτω Ναχαγέ). Διακρίθηκε στα πολεμικά πράγματα και χαρακτηρίστηκε ως ανδρειότατος και ατρόμητος.

 

Κρέστας Αρσένιος – Παπαρσένης (1770-1822). Προσωπογραφία ευρισκόμενη στην Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης. Έγχρωμη κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, «Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας».

 

 

Στις 3 Απριλίου, αφού συγκρότησε στράτευμα, έφτασε στην Αργολίδα και συμμετείχε με άλλους στην πολιορκία του Ναυπλίου. Έλαβε μέρος σε όλες τις περιπέτειες  ακόμη και στην απόπειρα άλωσης της πόλης, στις 4 Δεκεμβρίου 1821.  Όταν στα τέλη του Απριλίου 1821, έγινε η εισβολή του Κεχαγιάμπεη στο Άργος, επικεφαλής 80 Κρανιδιωτών  και με την συμμετοχή πολλών Αργείων, προσπάθησε ατυχώς να αντισταθεί.  Λόγω ακριβώς της σθεναρής αντίστασης του, ο Κεχαγιάμπεης αρνήθηκε να τον συμπεριλάβει στην γενική αμνηστεία που παραχώρησε στους υπόλοιπους διασωθέντες.

 

Κλείστηκε τότε στο μοναστήρι της Παναγίας μαζί με 600 γυναικόπαιδα και άλλους Αργείους καθώς και τους 80 Κρανιδιώτες. Εκεί, πολιορκήθηκε στενά από τους Τούρκους. Την τρίτη νύχτα του αποκλεισμού, με το σπαθί στο χέρι και ακολουθούμενος από τους 80 ανδρείους του, διέσχισε τις τάξεις του εχθρού και σώος έφτασε στους Μύλους. Όταν ο Κεχαγιάμπεης έφυγε για την Τρίπολη, ο Παπαρσένης πολιόρκησε και πάλι το Ναύπλιο και πήρε μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ελλήνων στην γύρω περιοχή. Λίγο καιρό πριν από την επιδρομή του Δράμαλη, όταν εστάλησαν Πελοποννησιακά στρατεύματα στην Στερεά, ακολούθησε τον Νικηταρά και έλαβε μέρος στις μάχες της Στυμφαλίδας και της Αγίας Μαρίνας. Συμμετείχε σε όλες τις μάχες κατά του Δράμαλη και διακρίθηκε στις μάχες των Δερβενακίων και του Αγιονορίου, πολεμώντας στο πλευρό του Νικηταρά από τον οποίο δεν απομακρύνθηκε μέχρι τον ηρωικό θάνατό του στον Άγιο Σώστη των Δερβενακίων, στις 28 Νοεμβρίου 1822.

 

 

Την 23 Ιουνίου 1846, ο βουλευτής Κρανιδίου Άγγελος Γουζούασης υπέβαλε αναφορά προς την Βουλή στην οποία έγραφε: Ο Αρσένιος Κρέστας και ο Ιωάννης Κ. Μερεμέτης, ένδοξοι αγωνισταί και εταιρισταί, έπεσον ενδόξως εις την κατά του Δράμαλη μάχην, συγκροτηθείσαν εις τα Δερβενάκια…και εζήτησε να καταγραφούν τα ονόματα τους μεταξύ των άλλων αγωνιστών, στα αρχεία της Βουλής. Το αίτημα έγινε δεκτό.

 

 

Πηγή

 

  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.     

 

Read Full Post »

« Newer Posts