Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Λαογραφία’

Ο αριθμός 7


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», κείμενο του Φιλόλογου- Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Ο αριθμός 7»

 

Η επιστήμη των αριθμών αποτελεί το θεμέλιο κάθε γνώσης σε όλους τους πολιτισμούς. Από την αρχαιότητα δεν υπάρχει λαός  με φιλοσοφία ή παράδοση, που να μην δίνει μεγάλη σημασία στους αριθμούς. Χαλδαίοι, Βαβυλώνιοι, Κινέζοι, Αιγύπτιοι, Εβραίοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Ίνκας και άλλοι λαοί χρησιμοποίησαν τους αριθμούς για να εκφράσουν τις κοσμογονικές τους αντιλήψεις. Μερικοί αριθμοί ωστόσο, όπως το 3, το 4, το 7 και το 9, προσέλκυσαν την ιδιαίτερη προσοχή των ανθρώπων. Τα φαινόμενα που παρατηρήθηκαν στη φύση, οι συμπτώσεις, οι συνδυασμοί, τα διάφορα περιστατικά, που συνδέθηκαν με τους αριθμούς αυτούς, έδωσαν αφορμή να αναπτυχθεί ένα είδος μυστηριακής λατρείας γύρω τους.

Ο αριθμός 7

Ο αριθμός 7

Οι δοξασίες γύρω από τον αριθμό 7 κυριάρχησαν στους περισσότερους λαούς της αρχαιότητας και ο απόηχός τους φτάνει ως τις μέρες μας ερεθίζοντας το νου και του σημερινού ανθρώπου. Ο αριθμός 7 θεωρείται ιερός και συμβολικός και κλείνει μέσα του μια δύναμη μυστηριακή. Αν προσπαθήσουμε να αναφέρουμε όλα τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το μυστηριώδη αριθμό, θα χρειαστούμε ολόκληρο βιβλίο. Ας δούμε όμως μερικές εφαρμογές του αριθμού 7:

Κατά τους Πυθαγόρειους ο αριθμός 7 είναι «αμήτωρ», αφού δεν είναι γινόμενο παραγόντων. Είναι ακόμη το σύμβολο της τελειότητας, γιατί είναι άθροισμα του 3 και του 4, που εκφράζουν τα δύο τέλεια γεωμετρικά σχήματα, το ισόπλευρο τρίγωνο και το τετράγωνο. Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το 7 ως μυστηριώδη αριθμό και για τις γεωμετρικές του ιδιότητες, επειδή 7 σημεία δεν μπορούν να δημιουργήσουν συμμετρία σε ένα κύκλο!

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ακόμα τον αριθμό 7 ως εικόνα και πρότυπο της τάξης και της αρμονίας στη φύση. Ήταν ο αριθμός που περιλάμβανε δύο φορές τον ιερό αριθμό τρία (σύμβολο της θείας τριάδας σε όλους τους λαούς, χριστιανικούς και παγανιστικούς), στην οποία προστίθεται το ένα ή η θεία μονάδα (3Χ2+1=7).

Για τους Ανατολικούς λαούς οι 7 πλανητικές σφαίρες αντιπροσωπεύονται από τους 7 κρίκους, που φορούν οι γυναίκες στα 7 μέρη του σώματος, που διακοσμούνται (κεφάλι, λαιμό, χέρια, πόδια, αυτιά, μύτη και μέση). Η κινέζικη φιλοσοφία 7 σημεία θεωρεί ως θεμελιώδη (αέρας, νερό, μέταλλο, αιθέρας, φωτιά, ξύλο και γη).

Οι αρχαίοι ανατολικοί λαοί πίστευαν ότι 7 ήταν οι μεγάλες θεότητες και 7 τα μεγάλα αστέρια. Οι Χαλδαίοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Φοίνικες, Ινδοί και Πέρσες μέτρησαν τους 7 πλανήτες, τα 7 άστρα της μεγάλης Άρκτου και τα 7 της μικρής Άρκτου. Οι Μουσουλμάνοι δικαιούνται να έχουν 7 γυναίκες σύμφωνα με το Κοράνι. Κάθε φάση της Σελήνης διαρκεί 7 ημέρες.

Για τους Εβραίους 7 μέρες κρατούσαν οι γιορτές της σκηνοπηγίας , 7 χρόνια διαρκούσε το Σαββατικό έτος και 7 τέτοια έτη αποτελούσαν το Ιωβηλαίο. Επτά ιερείς με 7 σάλπιγγες γύριζαν γύρω από την Ιεριχώ για 7 μέρες και την 7η ημέρα έκαναν 7 φορές το γύρω των τειχών της. Επτάφωτη ήταν η ιερή λυχνία, την έβδομη μέρα από την γέννηση γινόταν η περιτομή των αγοριών, επτά φορές συγχωρούνταν τα αμαρτήματα, στο επταπλάσιο ο κλέφτης αποζημίωνε τον παθόντα.

Η αρχαία Ελλάδα είχε 7 σοφούς (Θαλής, Βίας, Κλεόβουλος, Περίανδρος, Πιττακός, Σόλων και Χίλων) και η εκπαίδευση των αγοριών στην αρχαία Σπάρτη άρχιζε στα επτά τους χρόνια. Οι ελεύθερες τέχνες στην αρχαιότητα ήταν 7  (γραμματική, ρητορική, διαλεκτική, αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία) και  7  τα θαύματα του αρχαίου κόσμου (Κολοσσός Ρόδου, πυραμίδα Χέοπος, Μαυσωλείο  Αλικαρνασσού, Φάρος Αλεξάνδρειας, κρεμαστοί κήποι Βαβυλώνας, Άγαλμα του Δία στην Ολυμπία και Ναός της Αρτέμιδας στην Έφεσο). 7 στρατηγοί εκστρατεύσανε κατά της Θήβας στους «Επτά επί Θήβαις» του Αισχύλου (Άδραστος –Πολυνείκης – Τυδέας – Αμφίαραος – Καπανέας – Ιππομέδοντας – Παρθενοπαίος) και 7 ήρωες (Ετεοκλής – Πολυφόντας – Μελάνιππος – Μεγαρέας – Ύπερος – Λασθένης – Άκτορας) υπερασπίστηκαν τις 7 πύλες της Θήβας.

7 πόλεις διεκδικούσαν την καταγωγή του Ομήρου (Χίος, Σμύρνη, Κύμη, Κολοφών, Πύλος, Άργος, Αθήνα) και με 7διπλο βοδινό δέρμα ήταν φτιαγμένη η ασπίδα του Αίαντα στην Ιλιάδα. Οι Αρχαίοι Έλληνες χώριζαν τους ωκεανούς του κόσμου σε 7 θάλασσες (Αιγαίο,  Μεσόγειο, Αδριατική, Μαύρη, Ερυθρά,  Κασπία, Περσικό Κόλπο).

Στον 7ο μήνα της κύησης πρέπει να γεννηθεί το έμβρυο για να επιζήσει, στον 7ο μήνα ζωής βγάζει δόντια και στο 7ο έτος τα ανανεώνει. Σε επτάδες χώριζαν την ηλικία του ανθρώπου (ως 7 βρεφική, ως 14 παιδική, 21 εφηβική, 28 νεανική, 35 ωριμότητα, 42 ακμή κ.λ.π.), 7 είναι τα ανοίγματα της κεφαλής (2 μάτια, 2 αυτιά, 2 ρουθούνια, 1 στόμα), 7 τα σπλάχνα (στομάχι, καρδιά, σπλήνα, συκώτι, πνευμόνι και 2 νεφροί), 7 και οι αποκρίσεις του ανθρώπινου οργανισμού (δάκρυ, μύξα, σάλιο, σπέρμα, ούρα, κόπρανα και ιδρώτας).

Ο Όμηρος θέλει 7 τις αγέλες των βοδιών του Απόλλωνα, 7 χορδές έχει η λύρα του, επτάπηχο ανδριάντα του δώρισαν οι Αιγύπτιοι. Ο Οδυσσέας έμεινε 7 χρόνια στο νησί της Καλυψώς και στο μύθο του Θησέα 7 παλικάρια και 7 κόρες έστελναν για τροφή στο Μινώταυρο.

Ξεχωριστή θέση έχει ο αριθμός 7 και στην Παλαιά διαθήκη: Οι μέρες της Δημιουργίας ήταν 7, την 7η ημέρα έπλασε ο θεός τον άνθρωπο και η 7η ημέρα της Δημιουργίας είναι ημέρα ανάπαυσης και αργίας και συμβολίζει την ολοκλήρωση και την τελειότητα!. Το Πάσχα διαρκούσε 7 ημέρες. Ο Νώε έβαλε στην κιβωτό 7 ζεύγη ζώων και πτηνών, Ο Κατακλυσμός άρχισε 7 μέρες μετά την είσοδο του Νώε στην κιβωτό, την 7η μέρα μετά τον Κατακλυσμό έστειλε ο Νώε το περιστέρι έξω και 7 ημέρες και 7 νύκτες ταξίδεψε το περιστέρι μέχρι να επιστρέψει στην Κιβωτό.  Ο Φαραώ ονειρεύτηκε 7 παχιές και 7 αδύνατες αγελάδες, καθώς και 7 καρποφόρα και 7 άκαρπα στάχια. Η λυχνία του Μωυσή ήταν επτάφωτη.  Ο βασιλιάς Δαβίδ 7 φορές την ημέρα υμνούσε το Θεό και 7 πλεξίδες είχαν τα μαλλιά του Σαμψών, που του έδιναν τη δύναμή. Ο αριθμός 7 χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη 70 φορές!

Η Ρώμη χτίστηκε πάνω σε επτά λόφους, όπως και η Κωνσταντινούπολη, που είχε και επτά ονόματα (Βυζάντιο, Νέα Ρώμη, Αντωνία, Θησαυρός του Ισλάμ, Διαχωριστής του Κόσμου, Ινσταμπούλ, και Κωνσταντινούπολη.), πολιορκήθηκε από τους Μωαμεθανούς 7 φορές και αλώθηκε μετά από 7 εβδομάδες από τον έβδομο Σουλτάνο των Οσμανιδών.

Στην ορθόδοξη εκκλησία 7 είναι τα ιερά μυστήρια (Γάμος, Βάπτιση, Χρίσμα, Ευχέλαιο, Μετάληψη, Εξομολόγηση, Ιεροσύνη),  7 είναι τα θαύματα του Χριστού κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη,  7 οι κύριες αρετές (ταπεινότητα, ευσπλαχνία, αγνότητα, φιλαλληλία, επιείκεια, καλοσύνη, εργατικότητα),  7  τα θανάσιμα αμαρτήματα ((φιλαργυρία, πορνεία, γαστριμαργία, φθόνος, οργή, ακηδία) και 7 οι ευχές που περιέχει το «Πάτερ ημών», 3 για το Θεό (αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γεννηθήτω το θέλημά σου) και 4 για τις ανάγκες του ανθρώπου (τον άρτον ημών δος, άφες τα οφειλήματα, μη εισενέγκεις εις πειρασμόν, ρύσαι από του πονηρού).

Τα χρώματα του φάσματος και του ουράνιου τόξου είναι7 (κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, γαλάζιο, βαθυγάλαζο, βιολετί). Υπάρχουν μάλιστα βάσιμες υποψίες ότι ο Νεύτων, που μίλησε πρώτη φορά για τα χρώματα, διέκρινε έξι χρώματα και πρόσθεσε το χρώμα indigo – βαθυγάλαζο, λουλακί – για να συμπληρωθεί ο «μαγικός» αριθμός επτά.

Οι  νότες του πενταγράμμου 7, οι φθόγγοι της μουσικής 7 (do, re, mi, fa, sol, la, si ), 7  και της βυζαντινής μουσικής (πα, βου, γα, δι, και, ζω, νι), 7 οι καλές τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, ποίηση, χορός, μουσική και κινηματογράφος),  7 τα μέταλλα των αλχημιστών ( χρυσός,  άργυρος,  υδράργυρος,  χαλκός, σίδηρος, κασσίτερος, μόλυβδος),  7 τα άστρα στον αστερισμό Πλειάδες, (Αλκυόνη, Μερόπη, Ηλέκτρα, Ταϋγέτη, Κελαινώ, Μαία, Αστερόπη),  7 οι ουρανοί του κόσμου και  7 τα κακά της μοίρας μας!.

Στη δημώδη γλώσσα υπάρχουν πολλές λέξεις με πρώτο συνθετικό το εφτά: εφτάδιπλος, εφτάζυμο, εφταήμερο, εφτάπηχος, εφτάψυχος, εφταμηνίτικος, εφτάστερος, εφτασφράγιστος, εφτάφωτος, επτάλοφος, επταπύργιο, Επτάνησα, Επταχώρι, επταδάκτυλος, επτάχορδος, εφτασύλλαβος και «7 τραγούδια θα σου πω / για να διαλέξεις το σκοπό / που θα μου πεις και θα σου πω / το σ’ αγαπώ» έλεγε το γνωστό τραγούδι του Χατζηδάκι, Τα Επτάνησα του Ιονίου πελάγους είναι 7 ( Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Ιθάκη, Λευκάδα, Κύθηρα και Παξοί),  7 οι νάνοι στη Χιονάτη, 7 χρόνια κράτησε η δικτατορία του 67,  7 τα φωνήεντα της αλφαβήτου, 7up το γνωστό αναψυκτικό και τη θύρα 7 έχουν οι φανατικοί φίλοι του Ολυμπιακού!

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο αριθμός αυτός κρύβει κάτι το ξεχωριστό και μυστηριώδες, αφού από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα σημαδεύει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο την ζωή μας.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Τότσικας Αλέξης – Δεύτερη Ανάγνωση


 

  

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού με χαρά ανακοινώνει την έκδοση του νέου βιβλίου του Αλέξη Τότσικα «Δεύτερη Ανάγνωση». Οι Φίλοι και τα Αρωγά Μέλη της Bιβλιοθήκης, προκειμένου να προμηθευτούν δωρεάν την εξαιρετική  αυτή έκδοση, μπορούν να απευθύνονται στην Αργολική Βιβλιοθήκη, τηλέφωνο 27510 61315, τις εργάσιμες ώρες και ημέρες.

 

Το νέο βιβλίο του, φιλόλογου – συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα  περιέχει κείμενα που αναφέρονται σε γεγονότα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, σε έθιμα της ελληνικής λαϊκής παράδοσης και κάποιες σελίδες τοπικής ιστορίας. Σημαντικά και λιγότερο γνωστά «γεγονότα και έθιμα που σημαίνουν κάτι…», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στον υπότιτλο του βιβλίου.

Δεύτερη Ανάγνωση… Δεύτερη ματιά… Ίσως με μια δεύτερη ματιά δεις κάτι που δεν είδες με την πρώτη… Ίσως παρατηρήσεις κάτι που δεν του είχες δώσει σημασία… Κάτι που σημαίνει κάτι… Και τότε ίσως κάτι αλλάξεις… Ίσως κάτι κάνεις καλύτερα… «Εκείνος που γνωρίζει τις ρίζες του και την ιστορική του πορεία είναι σε θέση να προβλέψει και να προλάβει τις εξελίξεις. Όπως προέβλεπε τα μελλούμενα ο μυθικός Προμηθέας…».

 

Δεύτερη Ανάγνωση

Δεύτερη Ανάγνωση

 

Ένας λαός με κοντή μνήμη, ορφανός από ρίζες, ιστορία και παράδοση είναι ένας καταδικα-σμένος λαός. Καταδικασμένος να ξαναζεί την ιστορία του, να επαναλαμβάνει τα λάθη του με την ελπίδα πως κάποτε θα μάθει από αυτά.

Αυτό όμως θα συμβεί μόνο όταν τα γνωρίσει, τα αντικρύσει κατάματα και αντιληφθεί ότι ίσως χρειαστεί να «ξεβολευτεί», να κουραστεί, να κοπιάσει χωρίς δεκανίκια, χωρίς τις άρρωστες νοοτροπίες του παρελθόντος, με καθαρή και αμόλυντη συνείδηση, για να πετύχει ό,τι δεν πέτυχε πριν. «Γιατί μόνο σε τέτοια αισθήματα μπορεί να ριζώσει και να ανθίσει η μόρφωση του Γένους. Σε αισθήματα πραγματικά και όχι σε αφηρημένες έννοιες περί του κάλλους των αρχαίων ημών προγόνων ή σε καρδιές αποστεγνωμένες, που έχουν πάθει ακαταληψία από το φόβο του χύδην όχλου…», όπως σημειώνει ο Γ. Σεφέρης.   

Σήμερα, μέσα στη δίνη των εξελίξεων και της κρίσης, ίσως με μια δεύτερη ανάγνωση της ιστορίας και της παράδοσής μας, γεγονότων και εθίμων που έχουν κάποια σημασία, να δούμε κάτι που δεν είχαμε δει, κάτι που θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, κάτι που θα μας βοηθήσει να μην επαναλάβουμε τα λάθη των προηγούμενων και να προσαρμοστούμε καλύτερα στις απαιτήσεις του μέλλοντος.        

Αλέξης Τότσικας

«Δεύτερη Ανάγνωση»

Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

Άργος, 2013.

212 σελίδες

ISBN 978-960-9650-04-5

Read Full Post »

Ο εορτασμός του Πάσχα στην Άρεια Ναυπλίου


 

 

Το Πάσχα η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, γιορταζόταν στην Άρεια με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Οι προετοιμασίες για τη Λαμπρή άρχιζαν πολύ ενωρίς. Η πρώτη μέριμνα ήταν το πασχαλινό αρνί. Το λαμπριάτικο μανάρι, όπως τόλεγαν, έπρεπε να ήταν αρνί, όχι κατσίκι και, φυσικά, δεν το αγόραζαν από το χασάπη τις παραμονές της γιορτής, αλλά το μανάρευε κάθε οικογένεια. Από τρόφιμα δεν αγόραζαν τίποτε. Ζυμαρικά, όσπρια, φρούτα, λαχανικά, ζαρζαβα-τικά, γάλα, τυρί κ.λ.π., ήταν όλα από τη δική τους παραγωγή. Το ίδιο και τα κρεατικά. Κάθε οικογένεια είχε απ’ όλα τα οικόσιτα. Κότες πολλές και αυγά πολλά για τις ανάγκες της οικογέ-νειας, αλλά και για να πωλούν σε Ναυπλιείς που προτιμούσαν τα φρέσκα για τα μικρά παιδιά τους.

Αφθονούσαν λοιπόν τα κοτόπουλα και οι γαλοπούλες ελεύθερης βοσκής. Θρεμμένα όλα με αγνές τροφές για την οικογένεια και για το εμπόριο. Η κατσίκα και η προβατίνα, ήταν απαραί-τητα οικόσιτα. Από την προβατίνα που γεννούσε δύο και τρία αρνιά πρώιμα, πριν από τα Χριστούγεννα, το καλύτερο, το ξεχώριζαν και το προόριζαν για το Πάσχα. Το «Λαμπριάτη», τον περιποιούνταν ιδιαίτερα για να μεγαλώσει, όσο το δυνατόν πιο πολύ, ως το Πάσχα.

Δεύτερη μεγάλη φροντίδα ήταν η καθαριότητα του σπιτιού. Τη βουβή βδομάδα, (πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα), όλες οι γυναίκες βρίσκονταν σε συναγερμό. Έβγαζαν τα πράγματα έξω και άσπριζαν με ασβέστη όλο το εσωτερικό του σπιτιού. Μόνο τη μεγάλη σάλα την έβαφαν κατά το πλείστον με χρώμα φυστικί. Για το άσπρισμα των εσωτερικών χώρων χρησιμο-ποιούσαν βούρτσα. Για τις αυλές και τις μάνδρες χρησιμοποιούσαν και ψεκαστήρα. Μετά τακτοποιούσαν τα πράγματα του σπιτιού και όλα άστραφταν από καθαριότητα και νοικοκυροσύνη. Μοσχοβολούσε ο τόπος από το φρέσκο ασβέστωμα που έδινε συγχρόνως μια ευχάριστη και εντυπωσιακή εικόνα.

Η καθαριότητα των ρούχων και των κλινοσκεπασμάτων ήταν μια άλλη προετοιμασία. Τα ασπρόρουχα ήθελαν ειδικό τρόπο. Άναβαν φωτιά με ξύλα για να βράσει το νερό στο μεγάλο καζάνι. Τα ζεμάτιζαν και τα έβαζαν στο μπουγαδοκόφινο, (μεγάλο καλάθι), αφού προηγου-μένως είχαν ντύσει τα τοιχώματα του μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Όταν γέμιζε το καλάθι με ρούχα, τοποθετούσαν πάνω απ’ αυτό ένα άλλο πανέρι ντυμένο, και μέσα σ’ αυτό έβαζαν αρκετή στάχτη. Σ’ αυτή έριχναν πολλές φορές καυτό νερό, με τις κολοκυθόκουπες που φιλτραριζόταν και βρέχονταν τα ρούχα. Μετά τα έπλεναν στη σκάφη με σπιτίσιο σαπούνι. Τα ξέβγαζαν με άφθονο κρύο νερό μέσα στο οποίο διέλυαν λουλάκι (γαλάζια χρωστική σκόνη που παραγόταν από την Ινδικοφόρο ή Βαφική) και τα ρούχα γίνονταν ολόλευκα. Αυτό έδινε μεγάλη ικανοποίηση στις νοικοκυρές.

Νέοι από την Άρεια διασκεδάζουν με τη χρήση γραμμοφώνου, στο αλώνι της Αγίας Μονής, 1944.

Νέοι από την Άρεια διασκεδάζουν με τη χρήση γραμμοφώνου, στο αλώνι της Αγίας Μονής, 1944.

Μια από τις τρεις πρώτες μέρες της Μεγάλης εβδομάδας έκαναν το ζύμωμα και τα κουλούρια. Τα «καλά», τα κουλούρια της αμμωνίας, όπως και σήμερα και τα προζυμένια ή «κοιμιστά». Απ’ τα τελευταία έφτιαχναν πολλά. Τα τοποθετούσαν ένα – ένα με σειρά επάνω στα κρεβάτια. Τα σκέπαζαν και περίμεναν πότε θα γίνουν για να τα φουρνίσουν. Αργούσαν να γίνουν επειδή ήταν ζυμωμένα με αλεύρι, προζύμι, νερό, γάλα, κανέλλα, ζάχαρη και βούτυρο. Τα έλεγαν «κοιμιστά», επειδή έμεναν πολλές ώρες σκεπασμένα στο κρεβάτι, σαν να «κοιμόντουσαν». Όλα αυτά τα έψηναν στο φούρνο που είχε κάθε σπίτι. Τα ξύλα τα προμηθεύονταν από το βουνό, όπου φύονται άφθονα πουρνάρια. Τα έκοβαν με το ειδικό εργαλείο, το κλαροξίνι. Έφτιαχναν έξι δεμάτια, τα φόρτωναν στη γαϊδουρίτσα και τα κατέβαζαν στο σπίτι. Άλλοι έδεναν τα δεμάτια όλα μαζί με την μεγάλη τριχιά και η «ζαλιά» μ’ ένα σπρώξιμο έπαιρνε τον κατήφορο.

Τις μέρες αυτές μοσχοβολούσε όλη η ατμόσφαιρα του χωριού από τα ψησίματα. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά, ενώ τη Μεγάλη Παρασκευή οι νέες κοπέλες στόλιζαν, από το πρωί, τον Επιτάφιο με άνθη νεραντζιάς και άλλα λουλούδια. Συγχρόνως έψελναν τους λυπητερούς ύμνους στον Εσταυρωμένο Χριστό. «Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα…» κ.λ.π. Το βράδυ παρακολουθούσαν όλοι την ακολουθία και την περιφορά του επιταφίου, ψέλνοντας τα εγκώμια.

Τα μικρά παιδιά, παρ’ ότι ζήλευαν, δεν τολμούσαν να ζητήσουν κουλούρια. Πάνω απ’ όλα σεβασμός στην παράδοση. Κάποτε, κάποτε, όμως, έκαναν στα κρυφά και τις «παρανομίες» τους. Έτσι η αγωνία πότε θάρθει η Λαμπρή κορυφωνόταν και όλοι μικροί και μεγάλοι ένιωθαν, ουσιαστικά, τις Άγιες αυτές ημέρες. Το Μεγάλο Σάββατο έπρεπε κάθε σπίτι να σφάξει το Πασχαλινό αρνί που μανάρευε πάνω από τέσσερις μήνες και θα ήταν το λιγότερο είκοσι οκάδες. Την στιγμή που τόσφαζαν έριχναν και βαρελότα ή καμιά ντουφέκια.

Το δέρμα του αρνιού την επόμενη μέρα το πρωί όλοι το πήγαιναν και το χάριζαν στην εκκλησία. Η συγκέντρωση γινόταν στο προαύλιο του ναού από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο. Τα ζύγιζαν και τα πωλούσαν την ίδια μέρα σε δερματέμπορους. Το ωραίο αυτό έθιμο ήταν ένα σημαντικό έσοδο για τις ανάγκες της εκκλησίας. Η νηστεία όλο το πενηντάημερο, όπως τόλεγαν, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι τη νύχτα της Αναστάσεως ήταν υποχρεωτική για μικρούς και μεγάλους. Κρέας, ψάρια, αυγά και τυροκομικά δεν είχαν θέση στο τραπέζι. Έτσι η Λαμπρή για τα μικρά παιδιά ήταν ημέρα εναγώνιας προσμονής για τα καινούργια ρούχα, τα άσπρα παπούτσια, αλλά και για την παύση της νηστείας.

Τη νύχτα της Αναστάσεως παρακολουθούσαν όλοι τη Θεία Λειτουργία. Δεν έφευγε κανένας. Συνήθως μετά τον ασπασμό της εικόνας της Αναστάσεως αποχωρούσε η μητέρα που πήγαινε στο σπίτι για να αποτελειώσει την πατροπαράδοτη σούπα ή μαγειρίτσα. Τα μικρά παιδιά, που συνήθιζαν να κοινωνούν τη Μεγάλη Πέμπτη, είχαν στην τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό και ένα κουλούρι και μόλις ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη», έβγαιναν έξω, τσούγκριζαν, έτρωγαν και έδιναν τέλος στην ανυπομονησία τους, λόγω της πολυήμερης νηστείας. Μετά το τέλος της Αναστάσιμης Λειτουργίας, γύρω στις δύο τα μεσάνυχτα, όλοι χαρούμενοι γύριζαν στο σπίτι κρατώντας τη λαμπάδα με το Άγιο Φως.

Ο πατέρας με την αναμμένη λαμπάδα έκανε το σημείο του σταυρού στο πάνω μέρος της εξώπορτας και ύστερα την έδινε στη γυναίκα του λέγοντας της: «Χριστός Ανέστη». Εκείνη απαντούσε: «Αληθώς Ανέστη». Και με το φως της λαμπάδας άναβε το καντήλι. Πολλές είχαν την ωραία συνήθεια να διατηρούν το φως αυτά ακοίμητο (χωρίς να σβήσει) μέχρι και την παραμονή της Αναλήψεως, που παύει να λέγεται το Χριστός Ανέστη. Ύστερα όλη η οικογένεια καθόταν στο τραπέζι. Ο πατέρας έπαιρνε στα χέρια του τη μεγάλη Πασχαλινή Κουλούρα με το κόκκινο αυγό στη μέση. Τη σταύρωνε με το μαχαίρι και την έκοβε σε τέσσερα μεγάλα κομμάτια, ενώ η οικοδέσποινα την τεμάχιζε σε μικρότερα. Τσούγκριζαν μεταξύ τους τα κόκκινα αυγά, λέγοντας πάλι το «Χριστός Ανέστη» και άρχιζαν να τρώνε με όρεξη την πεντανόστιμη μαγειρίτσα, μετά από τόση μεγάλη νηστεία.

Την Κυριακή, πρώτη μέρα της Αναστάσεως και μετά το μεσημεριανό φαγητό γύρω στις 4μ.μ. ο παπάς χτυπούσε χαρμόσυνα την καμπάνα και καλούσε τους πιστούς να παρακολουθήσουν τον «Εσπερινό της Αγάπης». Όλοι καλοντυμένοι με τις καλύτερες φορεσιές και με τη λαμπάδα έτρεχαν στην εκκλησιά. Τις ωραιότερες φορεσιές τις είχαν τα κορίτσια και τα αγόρια εκείνα, που είχαν σειρά για να παντρευτούν. Οι μητέρες έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στο ντύσιμο των κοριτσιών που έπρεπε να παντρευτούν. Τους έραβαν ωραία φορέματα και τα στόλιζαν με κοσμήματα της εποχής, δηλαδή, σκουλαρίκια, δακτυλίδια, και άλλα για να διακρίνονται.

Η μεγάλη ημέρα της Χριστιανοσύνης είχε την θρησκευτική, αλλά και την κοινωνική της πλευρά. Από την ημέρα αυτή της ωραίας εμφάνισης των νέων ξεκινούσαν τα περισσότερα προξενιά. Δεν έλειπαν, βέβαια, και τα αισθήματα. Επικρατούσε όμως ο ρομαντισμός, η σοβαρότητα, ο αμοιβαίος σεβασμός και η γνήσια αγάπη που απέβλεπε στο μυστήριο του γάμου. Όταν τέλειωνε η χαρμόσυνη ακολουθία, έτσι όπως ήσαν λαμπροφορεμένοι και χαρούμενοι από το φως της Αναστάσεως, έδιναν μεταξύ τους τον ασπασμό της αγάπης. Οποιαδήποτε έχθρα μικρή ή μεγάλη την ημέρα αυτή λησμονιόταν. Δεν υπήρχαν εχθροί, παρά μόνο φίλοι, αδελφοί και συγγενείς. Το «συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει», που ψαλλόταν με έμφαση και τόνο πανηγυρικό, γαλήνευε τις καρδιές όλων και τις έκαμε απαλές, συγχωρητικές.

Έτσι, καθώς έβγαιναν αδελφωμένοι μέσα από τη λαμπροφόρα Εκκλησιά, έστηναν χορό στην πλατεία του χωριού, «τα πέντε αλώνια» μέχρι που νύχτωνε. Χορό μεγάλο, από δύο και τρεις κύκλους, ώστε να χωρούν όλοι και να αισθάνονται όλοι πραγματικά αδελφωμένοι και συγχωρεμένοι. Οι καλοφωνάρηδες και οι καλοφωνάρισσες άρχιζαν πρώτοι το τραγούδι και ύστερα όλοι μ’ ένα στόμα και με μια φωνή επαναλάμβαναν τα λόγια τους. Τα τραγούδια ήταν τα δημοτικά και το περιεχόμενο τους ανάλογο με τη μεγάλη Θρησκευτική γιορτή και τη γιορτή της ανοίξεως. Φυσικά, από τον πλούσιο κατάλογο των δημοτικών τραγουδιών, δεν έλειπαν και τα ντόπια, αυτά που έφτιαχναν οι πιο επιτήδειοι και τα τραγουδούσαν πολλές φορές και με μεγαλύτερη ευθυμία.

 

Βλάσης Π. Βαμβακάς

«Άρεια – Το μπαλκόνι τ’ Άναπλιού», Ναύπλιο, 2006.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Οικολογικά έθιμα


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο από το βιβλίο – που μόλις κυκλοφόρησε από την Αργολική Βιβλιοθήκη – του Φιλόλογου, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Οικολογικά έθιμα»

 

Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί το έθιμο επιβάλλει να τρώμε χοιρινό ή γαλοπούλα τα Χριστούγεννα και αρνί, ολόκληρο μάλιστα, το Πάσχα; Ας δούμε πώς σχετίζονται τα έθιμα αυ-τά της θρησκείας μας με τα οικολογικά δεδομένα της χώρας μας.

Στη χώρα μας μέχρι το υψόμετρο των πεντακοσίων περίπου μέτρων, όπου φτάνει και η καλλιέργεια της ελιάς, επικρατεί το μεσογειακό κλίμα. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι συχνά το μεσογειακό κλίμα αναφέρεται και ως «το κλίμα της ελιάς». Σ’ αυτό το κλίμα η περίοδος της αφθονίας για τη φύση αρχίζει με τα πρωτοβρόχια του Οκτωβρίου, οπότε,  αρχίζουν να φυ-τρώνουν τα ποώδη φυτά και η φύση ξαναζωντανεύει μετά την ξηρασία του καλοκαιριού. Στις περιοχές του μεσογειακού κλίματος από τον Νοέμβριο μέχρι και τον Απρίλιο υπάρχει αφθονία «βοσκήσιμης ύλης». Από τον Μάιο μέχρι και τον Οκτώβριο συμβαίνει το αντίστροφο, αφού οι βροχές είναι ελάχιστες και α­ποξηραίνονται οι βοσκότοποι των χαμηλών υψομέτρων.

Ψήσιμο αρνιών το Πάσχα του 1935 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γεωργίου Ποδάρα και δημοσιεύεται στον ιστότοπο:  http://dadi-amfikleia.blogspot.gr.

Ψήσιμο αρνιών το Πάσχα του 1935 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γεωργίου Ποδάρα και δημοσιεύεται στον ιστότοπο: http://dadi-amfikleia.blogspot.gr.

Η παραδοσιακή γεωργία και κτηνοτροφία ακολουθού­ν πιστά αυτούς τους κύκλους. Μέσα από αιώνες εμπειρίας κατάφεραν να ενταχθούν πλήρως σε ό,τι το περιβάλλον προσέφερε με στόχο τη διατήρηση των φυσικών πόρων, χωρίς υποβάθμιση και εξάντλησή τους. Ο χριστιανισμός παράλληλα ήρθε να υποστηρίξει την παράδοση και προσάρμοσε τα δυο εξάμηνα με τις γιορτές των «δυο καβαλάρηδων», του Αγίου Γεωργίου στις 23 Απριλίου και του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου. Τα χριστιανικά έθιμα και οι νηστείες έχουν άμεση σχέση με τα δεδομένα της φύσης και τις ανάγκες των ανθρώπων.

Οι παλαιότεροι γνωρίζουν ότι τα χοιρινά μεγαλώνουν το καλοκαίρι και τρέφονταν με αποφάγια, που δεν μπορούσαν να διατηρηθούν εκτός ψυγείου πριν τη διάδοση του ηλεκτρικού ρεύματος, και με υπολείμματα φρούτων – τομάτες, φλούδες καρπουζιών κ.α. – που αφθονούσαν στους ελληνικούς κάμπους τη θερινή περίοδο. Οι γαλοπούλες πάλι έβοσκαν ελεύθερες στις καλαμιές από τον Ιούνιο, το θεριστή, και όλο το καλοκαίρι. Μετά το Νοέμβριο, που πιάνει για τα καλά ο χειμώνας, τα χοιρινά πρέπει να μείνουν στο κουμάσι και οι γαλοπούλες στο κοτέτσι τους και να τρέφονται με ζωοτροφές, που δεν υπήρχαν παλαιότερα. Οι λίγοι σπόροι, σιτάρι και καλαμπόκι, διαλογής ή καθαροί, που είχε διαθέσιμους κάθε σπίτι μόλις έφταναν για ένα – δυο μήνες, από το τέλος Οκτωβρίου δηλαδή ως τα Χριστούγεννα.

Να λοιπόν γιατί, όσα χοιρινά ή γαλοπούλες δεν είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή και δεν μπορούσαν να τα θρέψουν, έπρεπε να τα σφάξουν και να τα καταναλώσουν την περίοδο των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς. Τις γαλοπούλες, που ήταν μικρού σχετικά βάρους τις κατανάλωναν ολόκληρες. Τα χοιρινά, που έβγαζαν δεκάδες κιλών κρέας, τα κρατούσαν για όλο το χειμώνα κάνοντας πολλά κομμάτια παστά με πολύ αλάτι και πηχτή με μπόλικο σκόρδο και ξύδι, για να διατηρηθούν εκτός ψυγείου. Η θρησκεία υποβοηθά την επιβίωση των ανθρώπων κάνοντας την ανάγκη έθιμο καθαγιασμένο από το χριστιανισμό.

Τα γιδοπρόβατα, αντίθετα, γεννούν συνήθως από τον Οκτώβρη ως τον Ιανουάριο και αυτός είναι ο λόγος, που το μήνα αυτό τον αναφέρουμε και ως «Γεννάρη». Από τον Οκτώβρη ως το Μάη οι ελληνικοί κάμποι είναι καταπράσινοι και τα γιδοπρόβατα βρίσκουν άφθονη τροφή στη φύση. Παράλληλα το Φεβρουάριο τα νεογέννητα αρνιά και κατσίκια έχουν γίνει 2-3 μηνών και προσφέρονται για κατανάλωση του κρέατός τους.  Οι κτηνοτρόφοι, επειδή αυτήν την εποχή σε πολλές περιοχές υπάρχουν χιόνια, δεν μπορούν να βγάλουν τα κοπάδια για βοσκή και χρειάζονται κτηνοτροφές. Έτσι, αναγκάζονται να σφάξουν ζώα, για να μειώσουν τον αριθμό τους.

Με την αναγκαστική μείωση του αριθμού των γιδοπροβάτων υπάρχει προσφορά κρέατος, το οποίο πρέπει να καταναλωθεί και η παράδοση μας συντονίζεται μ’ αυτό. Του Αγίου Βλασίου (11 Φεβρουαρίου), που θεωρείται προστάτης του κοπαδιού κατά του  λύκου, του τσακαλιού και των άλλων σαρκοφά­γων ζώων, ετοίμαζαν σε πολλά χωριά φαγητά από κρέας προβάτων και κατσικιών, που τα έσφαζαν στο προαύλιο της εκκλησίας. Την ίδια περίπου εποχή αρχίζει και το Τριώδιο, το οποίο συν­δέεται με φαγοπότι και διαρκεί τρεις εβδομάδες.

Την πρώτη εβδομάδα κάθε σπίτι σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε να «ματώσει», έπρεπε δηλαδή να σφάξει και να φάει κρέας οπωσδήποτε. Σε κάποια χωριά γυρνούσε και ο τελάλης, που φώναξε «όποιος δεν έχει θρεφτάρι ν’ αγοράσει», ενώ σε άλλες περιοχές η σύσταση ήταν πιο ριζοσπαστική, αφού ο τελάλης πρόσθετε «αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις, κλέψε!».

Η δεύτερη εβδομάδα του Τριωδίου είναι η «Κρεατινή», η μόνη εβδομάδα του χρόνου, που δεν απαγορεύεται από τη θρησκεία μας η κατανά­λωση κρέατος την Τετάρτη και την Παρασκευή. Σ’ αυτή την εβδομάδα ανήκει και η «τσικνοπέμπτη», που πήρε τ’ όνομά της από την τσίκνα, που πρέπει να υπάρξει σε κάθε σπίτι με το ψήσιμο κρέατος.

Την τρίτη εβδο­μάδα του τριωδίου, την «Τυρινή», ο κόσμος «αποκρεύει», δηλαδή σταματά να τρώει κρέας. Παράλληλα τα χιόνια λιώνουν, αφού έχει πιάσει Μάρτης, η θερμοκρα­σία του περιβάλλοντος ανεβαίνει και τα φυτά μεγαλώνουν. Η άνοιξη έρχεται και αρχίζει να υπάρχει στη φύση αφθονία φυτών για βόσκηση από τα κοπάδια των γιδοπροβάτων. Τώρα όμως έφθασε η Σαρακοστή, που σχετίζεται απόλυτα με την παράδοσή μας.

Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής η επάρκεια των φυτών χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο σ’ όλη την περίοδο της νηστείας και οι χορτόπιτες είναι σε ημερήσια διάταξη. Το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής, των Αγίων Θεοδώρων, το έθιμο συνιστά χορτόπιτες και το ίδιο ισχύει των Αγίων Σαράντα (9 Μαρ­τίου) με τις «σαραντόπιτες»,  καθώς και με φαγητά «από σαράντα ειδών χόρτα και όσπρια». Η κατανάλωση κρέατος στη διάρκεια της Σαρακοστής απαγορεύεται, γιατί θα ήταν απώλεια μεγάλη να σφάξουμε τα ζώα την εποχή που αυξάνονται σε βάρος

Από το Μάιο οι βροχές στις περισσότερες περιοχές της χώρας μειώνονται δραστικά και τα ποώδη φυτά, αφού ανθίσουν και κάνουν σπόρους, ξεραίνονται. Επομένως, οι διαθέσιμες τροφές για βόσκηση αρχίζουν να λείπουν και γίνονται ελάχιστες κατά το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι. Πρέπει, λοιπόν, πριν οι τροφές ελαχιστοποιηθούν, να λιγοστέψει σοβαρά και ο αριθμός των γιδοπροβάτων.

Η μείωση αυτή γίνεται κυρίως το Πάσχα με το ψήσιμο του αρνιού. Επειδή μάλιστα το αρνί και το κατσίκι δεν μπορούν να διατηρηθούν παστά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, καθιερώθηκε το έθιμο της σούβλας, για να καταναλώνονται άμεσα. Το ψήσιμο του αρνιού είναι έθιμο ολόκληρης της Ελλάδας και συνεχίζεται μέχρι το τέλος Μαΐου. Του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) σε πολλά χωριά πήγαιναν ένα αρνί στην εκκλησία, το διάβαζε ο παπάς κι έπειτα το έσφαζαν και το ετοίμαζαν αμέσως για το φούρνο. Στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του θεολόγου (8 Μαΐ­ου) έσφαζαν αρνιά στην εκκλησία και το ίδιο έθιμο ίσχυε των Αγίων Κων­σταντίνου και Ελένης (21 Μαΐου).

Οι παραλληλισμοί  μπορεί να φαίνονται σε πολλά σημεία υπερβολικοί και να χρειάζεται αρκετή δόση φαντασίας, για να ερμηνευτούν ορθολογικά οι παραδόσεις μας. Είναι δύσκολο όμως να φανταστεί κανείς νηστεία από κρέας το Μάιο και τον Ιούνιο. Σ’ αυτήν την περίπτωση τα γιδοπρόβατα θα γινόντουσαν τόσο πολλά, που  θα κινδύνευαν να ψοφήσουν το καλοκαίρι από έλλειψη τροφής και νερού στα άνυδρα ξεροβούνια της ορεινής χώρας!

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αλώνι


 

  

Ένας επίπεδος κυκλικός χώρος λιθόστρωτος ή στρωμένος με χώμα, όπου οι χωρικοί συγκέντρωναν τα δημητριακά, συνήθως σιτάρι ή κριθάρι, για να τα αλωνίσουν με τα ζώα τους και να ξεχωρίσουν τον καρπό από τα στάχυα και τα άχυρα. Τα αλώνια ήταν φτιαγμένα στις παρυφές των οικισμών σε τοποθεσίες όπου τις έπιανε ο αέρας, βοριάς και νοτιάς, για να μπορούν να λιχνίζουν. Συνήθως τ’ αλώνια ήταν κοινά και κάθε αλώνι είχε τους πελάτες του, τους νοικοκυραίους δηλαδή που το προτιμούσαν και μετέφεραν εκεί μετά το θέρισμα το σιτάρι, το κριθάρι ή τη βρώμη τους, για να τ’ αλωνίσουν. Κάθε γειτονιά ή οικογένεια (αδέρφια, ξαδέρφια) είχε και ένα αλώνι και σπάνια ένας μεγαλο-νοικοκύρης του χωριού είχε το δικό του αλώνι.

Το κυρίως αλώνι, όπου αλώνιζαν τα στάχυα, ήταν στρογγυλό με διάμετρο 15-20 μέτρα και, αν βρισκόταν σε επίπεδο έδαφος, έβαζαν γύρω-γύρω μεγάλες όρθιες πέτρες, για να καθορίζουν τα όριά του και να εμποδίζουν τα στάχυα και τα ζώα που αλώνιζαν να βγαίνουν έξω. Στο κέντρο του αλωνιού έβαζαν βαθιά στο έδαφος το στογερό ή ορτό, έναν πάσαλο ύψους 1-2 μέτρων, στον οποίο έδεναν μ’ ένα χοντρό σκοινί τα ζώα, για να γυρίζουν κυκλικά στο αλώνι.

 

Αλώνι στην Αργολίδα. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.


Αλώνι στην Αργολίδα. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Αλώνια συναντάμε δύο ειδών, τα χωματάλωνα και τα πετράλωνα. Το δάπεδο του πέτρινου αλωνιού ήταν στρωμένο με πλάκες από πέτρα, που εφάρμοζαν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια ομαλή επίπεδη επιφάνεια. Τα κενά ανάμεσα στις πλάκες καλύπτονταν με χώμα. Σε πολλές περιοχές όμως τα αλώνια ήταν χωμάτινα.

Τα χωματάλωνα τα έστρωναν με λάσπη ανακατεμένη με άχυρα, που όταν ξηραινόταν την πατούσαν τα άλογα, ώσπου να γίνει σκληρή σαν πέτρα. Το πηλόχωμα το ανανέωναν κάθε χρόνο για να είναι ίσιο, ώστε να τρίβονται τα στάχυα και να μαζεύεται ο σπόρος καθαρός από σκόνες και χώματα. Η προετοιμασία του αλωνιού γινόταν τον Ιούνιο, αφού είχαν πάψει και οι τελευταίες βροχές του Μάη και άρχιζε ο θέρος (θερισμός). Ο Ιούλιος ήταν ο μήνας που οι γεωργοί αλώνιζαν τα σπαρτά τους.

Κοντά στο αλώνι ήταν η θεμωνίστρα, μια έκταση όπου τοποθετούσαν τις θημωνιές, τους σωρούς δηλαδή με τα δεμάτια σταριού που επρόκειτο να αλωνίσουν. Τις θημωνιές τις έχτιζαν έτσι που να πιάνουν λίγο χώρο και τις ξεχώριζαν από το αλώνι με φράχτη ξύλινο ή με πέτρινο τοίχο, για να μη διαβαίνουν τα ζώα και τρώνε τα στάχυα. Το αλώνι ήταν τόπος ιερός, πίστευαν ότι στοιχειό ή ξωτικό δεν μπαίνει μέσα στο αλώνι, γι’ αυτό και το θεωρούσαν άσυλο για το νυχτοπάτη.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά / Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Θέρος (θερισμός)


 

Θερισμός

Θερισμός

Ο θερισμός των σιτηρών από τους γεωργούς, που αποτελούσε την πρώτη φάση για τη συγκομιδή τους. Γινόταν κάθε Ιούνιο, όταν τα στάχυα είχαν ωριμάσει και ο καρπός μέσα τους είχε γίνει σκληρός. Ο γεωργός καταλάβαινε ότι το σιτάρι του ήταν έτοιμο για θέρισμα, όταν έκοβε ένα στάχυ, έβγαζε μερικούς σπόρους από μέσα και με τα δόντια του δοκίμαζε τη σκληρότητά τους. Αν ο καρπός ήταν σκληρός, το σιτάρι είχε ωριμάσει και ήταν έτοιμο για θέρισμα.

Οι θεριστές, άνδρες και γυναίκες, μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι και μια ζώνη στη μέση τους, για να μην υποφέρουν από το σκύψιμο, έμπαιναν πρωί – πρωί με τη δροσιά στο χωράφι, ο ένας πλάι στον άλλο σε απόσταση δυο περίπου μέτρων. Έσκυβε κι έπιανε ο καθένας με το ένα χέρι μια χούφτα στάχυα και με το άλλο χέρι, που κρατούσε το δρεπάνι, τα έκοβε λίγο πιο πάνω από το έδαφος. Μετά από 3- 4 κοψιές η χούφτα γέμιζε με στάχυα, που τα άφηναν στο έδαφος για να απελευθερώσουν τα δάχτυλα και να κόψουν άλλη μια χεριά στάχυα.

Μετά από 3- 4 κοψιές, ο θεριστής κρεμούσε το δρεπάνι στην πλάτη του, έπιανε με τα δυο του χέρια τα στάχυα που είχε στο έδαφος, τραβούσε 4-5 απ’ αυτά, τα πιο μακριά, τα έφερνε γύρω – γύρω από τα υπόλοιπα στη μέση του μικρού δέματος και τα έδενε πρόχειρα. Έτσι σχημάτιζε το χερόβολο (< χείρ + βάλλω), που το άφηνε στο έδαφος πίσω του και συνέχιζε, για να κόψει κι άλλα στάχυα.

Τα κομμένα στελέχη του σταριού, που παρέμεναν στο έδαφος, ήταν η καλαμιά. Αν ήθελε ο γεωργός να έχει πολύ άχυρο για τα ζώα του το χειμώνα, θέριζε τα στάχυα χαμηλά στο έδαφος και η καλαμιά είχε μικρό ύψος. Αν ήθελε μπόλικη βοσκή – καλαμιά, θέριζε τα στάχυα ψηλά, 20 πόντους τουλάχιστον πάνω από το έδαφος.

Θερισμός στο Σπαθάρι Αρκαδίας.

Θερισμός στο Σπαθάρι Αρκαδίας.

Καθώς προχωρούσαν θερίζοντας άφηνε πίσω του ο καθένας μια λουρίδα καλαμιά και τα χερόβολα που είχε κάνει. Κάποια στιγμή ο ίδιος μάζευε κάθε 8-10 χερόβολα, τα έδενε στη μέση τους μ’ ένα δέμα καλαμιές και σχημάτιζε το δεμάτι. Οι καλαμιές με τις οποίες έδενε τα δεμάτια ήταν συνήθως από σίκαλη, που την είχε κόψει από το πρωί και την είχε μουσκέψει στο νερό, για να είναι πιο ευλύγιστη και να μην κόβεται εύκολα και διαλύεται το δεμάτι. Όταν οι θεριστές σ’ ένα χωράφι ήταν πολλοί, τα δεμάτια τα έδενε ένας άλλος, ο δέτης, που ακολουθούσε τους θεριστές και μάζευε τα χερόβολα απ’ όλους.

Στο τέλος της ημέρας, που τελείωνε η δουλειά, μάζευαν τα δεμάτια σε μεγάλους σωρούς και σχημάτιζαν τις θημωνιές, για να μην είναι σκορπισμένα και να μπορούν να τα σκεπάσουν με κάτι σε περίπτωση μιας ξαφνικής καλοκαιρινής βροχής.

Ο θερισμός κρατούσε όλη μέρα, από το χάραμα ως τη δύση του ήλιου («ήλιο με ήλιο» όπως έλεγαν) και ήταν από τις πιο κουραστικές γεωργικές εργασίες. Είναι χαρακτηριστική η λαϊκή φράση «γυναίκα να μη γεννήσει, άνδρας να μη θερίσει κι άλογο να μην αλωνίσει», που αποτυπώνει τις πιο επώδυνες δοκιμασίες για τους ανθρώπους και τα ζώα.

Μόνο το καταμεσήμερο, που ο ήλιος έκαιγε πολύ, σταματούσαν 1-2 ώρες τη δουλειά, για να φάνε το λιτό φαγητό τους, συνήθως ό,τι είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ, λίγο τυρί ή παστό και μπόλικο ψωμί, και να ξαπλώσουν σ’ ένα μαλακό έδαφος ή πάνω σ’ ένα δεμάτι, για να ξεκουράσουν τη μέση τους ή να πάρουν έναν υπνάκο μέχρι να φύγει η μεγάλη λάβρα και να συνεχίσουν τη δουλειά μέχρι να πέσει ο ήλιος. Όλη μέρα κάτω από το λιοπύρι. Δουλειά ασταμάτητη. Και τα παιδιά μαζί. Πού να τ’ αφήσουν στο σπίτι; Έτρεχαν πέρα-δώθε ασταμάτητα, κυνηγούσαν τις ακρίδες, τρόμαζαν όταν άκουγαν κανένα σούρσιμο ανάμεσα στα φύλλα και έτρεχαν στον ίσκιο του δέντρου από το φόβο κάποιου φιδιού, που δεν ήταν λίγα το καλοκαίρι στην ύπαιθρο.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Μόνη παρηγοριά των θεριστάδων τα τραγούδια που σιγοψιθύριζε ο καθένας μόνος του ή τα τραγουδούσαν όλοι μαζί, για να ξεχνούν την κούραση και να περνάει πιο εύκολα η ώρα. Αποκαμωμένους τούς έβρισκε η δύση του ήλιου. Οι γυναίκες έβγαζαν τις μαντίλες τους τότε να πάρουν αέρα τα μαλλιά τους, να φύγει ο ιδρώτας, και ξεπρόβαλλαν τα πρόσωπα τους αναψοκοκκινισμένα, αλλά ικανοποιημένα από το έργο που είχαν βγάλει.

Μάζευαν σιγά-σιγά τα παιδιά και τα πράγματά τους και γραμμή με τα πόδια για το χωριό. Τα πιτσιρίκια δεν άντεχαν το περπάτημα και επιζητούσαν πολλές φορές τον ώμο της μάνας. Και εκείνες τι να έκαναν; Τα ανέβαζαν στην πλάτη τους και συνέχιζαν τον ανήφορο με το παιδί στον ώμο. Εκτός αν έβρισκαν το θείο δώρο, έναν παππού με κανένα ζώο, για να τ’ ανεβάσει στο σαμάρι του και να γλιτώσει η μάνα το φόρτωμα. Όταν έφταναν στο σπίτι είχε σχεδόν νυχτώσει. Ένα πρόχειρο μαγείρεμα στα γρήγορα, τις απαραίτητες από τις άλλες δουλειές του σπιτιού και μετά γραμμή για το αχυρένιο στρώμα, να ξεκουράσουν το βασανισμένο κορμί, για να μπορούν να θερίσουν και την επόμενη μέρα.

Ο παραδοσιακός αυτός τρόπος θερισμού παρέμεινε μέχρι την είσοδο των θεριστικών και θεριζοαλωνιστικών μηχανών στη γεωργία, στη δεκαετία του 1960, που έκαναν τη συγκομιδή των σιτηρών εύκολη, γρήγορη και ξεκούραστη. Ο θερισμός έκτοτε περιορίστηκε σε άγονα και ορεινά χωράφια, όπου η πρόσβαση μηχανών είναι αδύνατη.

  

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Κιούπι


 

Κιούπι - Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Κιούπι – Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Πήλινο αγγείο μεγάλων διαστάσεων με στόμιο, μεγάλη κοιλιά και παχιά τοιχώματα, που χρησίμευε για την αποθήκευση ξηρών ή υγρών προϊόντων και τροφών. Το σχήμα του ήταν ίδιο μ’ εκείνο του πιθαριού, αλλά ο λαιμός με στόμιο ήταν πιο στενός, για να σκεπάζεται και να κλείνει ευκολότερα.

Κιούπι

Κιούπι

Το χείλος του στομίου είναι παχύτερο από τα τοιχώματα της κοιλιάς, για να μη σπάζει κατά τη χρήση, όταν πάνω του προσκρούουν διάφορα σκεύη μεταφοράς, και κλείνει με πέτρινο, πήλινο ή ξύλινο καπάκι. Σε ολόκληρη την εξωτερική επιφάνεια το κιούπι έχει οριζόντιες αυλακωτές ταινίες (ζωνάρια), που ενισχύουν τα πλευρά του και το κάνουν πιο ανθεκτικό και σταθερό.

Κιούπια  σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

Κιούπια σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

 

Στα κιούπια αποθήκευαν λάδι, δημητριακά, αλεύρι, καρπούς και άλλα προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες στις αποθήκες των σπιτιών, στους πύργους, στα κελάρια των μοναστηριών, στα λιοτρίβια, αλλά και στους αγρούς, όπου χρησίμευαν για αποθήκευση νερού, όταν κοντά στο χωράφι δεν υπήρχε πηγή, πηγάδι ή τρεχούμενο νερό.

Τα κιούπια χρησιμοποιούνται σήμερα ως διακοσμητικά κυρίως στοιχεία στους κήπους και στις αυλές και σπανιότερα για πρακτικές ανάγκες στα χωριά, όπου δεν έχουν φτάσει ακόμα τα πλαστικά και τα μεταλλικά δοχεία.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Χερόμυλος


 

 

Χερόμυλος

Χερόμυλος

Μικρός χειροκίνητος μύλος για το άλεσμα μικρής ποσότητας σιταριού. Ήταν μια επίπεδη κυκλική πέτρα με λεία επιφάνεια και εσοχή με τοίχωμα ύψους 5 περίπου εκατοστών στην εξωτερική της πλευρά. Μέσα στην εσοχή αυτή έμπαινε μια άλλη επίπεδη πέτρα πάχους 10 περίπου εκατοστών, που εφάρμοζε στην κάτω πέτρα και μπορούσε να περιστρέφεται πάνω της. Η περιστροφή της γινόταν χειροκίνητα μ’ ένα ξύλινο συνήθως χερούλι στερεωμένο στην άκρη της πάνω πέτρας. Στο κέντρο της πάνω πέτρας υπήρχε μια τρύπα σαν χωνί με μεγαλύτερο άνοιγμα στο πάνω μέρος της και μικρότερο στο κάτω.

Ακουμπούσαν το χερόμυλο στο έδαφος ή πάνω σ’ ένα τραπέζι, έριχναν λίγο – λίγο το στάρι στην τρύπα της πάνω πέτρας με το ένα χέρι και με το άλλο κρατούσαν το χερούλι και την περιέστρεφαν πάνω στην κάτω πέτρα. Οι καρποί άρχιζαν να διαχέονται στο κενό ανάμεσα στις δυο πέτρες και να τρίβονται ως που να φτάσουν στην εξωτερική πλευρά του κύκλου και να βγουν από μια τρύπα, που υπήρχε στα τοιχώματα της κάτω πέτρας.

Το άλεσμα του σιταριού με το χερόμυλο γινόταν από τους προϊστορικούς χρόνους. Με τον πέτρινο χερόμυλο άλεθαν μικρή ποσότητα σιταριού, για να κάνουν το πλιγούρι, χοντραλεσμένο δηλαδή αλεύρι μαζί με τα πίτουρα, που το ανακάτευαν με γάλα, το έβραζαν και έκαναν τον τραχανά. Με τον ίδιο μύλο μπορούσαν να τρίψουν και το χοντρό αλάτι ή μικρή ποσότητα οποιουδήποτε σπόρου.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Σβάρνα


 

 

Γεωργικό ξύλινο εργαλείο, που χρησιμεύει για την ισοπέδωση οργωμένου εδάφους. Μπορούσε να είναι ένα χοντρό κομμάτι ξύλου από κορμό δένδρου πάχους 10 περίπου εκατοστών, μήκους 1,50 περίπου μέτρου και πλάτους 50-60 εκατοστά. Επειδή όμως ήταν δύσκολο να βρεθεί τέτοιο ξύλο, την κατασκεύαζαν με 5 κομμάτια κορμών. Έβαζαν τα 3 μεγάλα παράλληλα σε απόσταση 30 περίπου εκατοστών μεταξύ τους και συνέδεαν σταθερά τις δυο άκρες τους με δυο μικρότερα.

Έπλεκαν κατόπιν αλλεπάλληλες λεπτές βέργες από εύκαμπτο ξύλο, συνήθως λυγαριά, στα τρία παράλληλα ξύλα μέχρι να καλύψουν όλη την επιφάνεια της σβάρνας. Οι βέργες έπρεπε να έχουν φορά κάθετη προς τη μεγάλη πλευρά της σβάρνας, για να σέρνονται πάνω στο χώμα και να μην αποσπώνται εύκολα. Στα άκρα της μιας μεγάλης πλευράς της σβάρνας έδεναν δυο θηλιές από χοντρό σύρμα, στις οποίες προσαρμόζονταν τα τραβηχτά των ζώων κατευθείαν στη σβάρνα χωρίς τη μεσολάβηση ζυγού.

 

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

 

Ο γεωργός, όταν τελείωνε το όργωμα ενός χωραφιού, έδενε τα ζώα του στη σβάρνα, ανέβαινε και ο ίδιος επάνω σ’ αυτή ή τοποθετούσε δυο βαριές πέτρες πάνω της, για να γίνει πιο βαριά και να γίνει πιο αποτελεσματικό το σβάρνισμα, και άρχιζε να σβαρνίζει το χωράφι του. Η σβάρνα, καθώς σερνόταν από τα ζώα, έσπαζε τους σβόλους και ισοπέδωνε το οργωμένο χώμα, για να μη λιμνάζει το νερό της βροχής στις γούβες και να είναι πιο εύκολο το θέρισμα του σιταριού το καλοκαίρι.

Το σβάρνισμα του χωραφιού ήταν εύκολη δουλειά. Δεν κούραζε τα ζώα, όπως το αλέτρι, γινόταν γρήγορα, αφού η σβάρνα με το πλάτος της κάλυπτε 5-6 αυλακιές, και μ’ αυτό τελείωνε η δουλειά της ημέρας και ο γεωργός έβλεπε με ευχαρίστηση το αποτέλεσμα των κόπων του.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »